ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
11 Μαρτίου 2026
[Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, ΔΔΔΔΠ]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
S.B.M.
Αιτητής
-και-
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,
μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
....................
Χρύσα Ματθαίου (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή
Χαραλάμπους Ιωάννα (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ' ων η αίτηση.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Δ.ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 14/11/2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
Γεγονότα
Τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης έχουν ως κατωτέρω:
Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (στο εξής «Λ.Δ.Κ.»), την οποία εγκατέλειψε στις 29/10/2021 και αφίχθηκε στις μη ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές περί τις 25/11/2021, κάνοντας χρήση του διαβατηρίου του. Ακολούθως, εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και υπέβαλε αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας στις 19/01/2021.
Στις 30/10/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (στο εξής «EUAA»), ο οποίος στις 03/11/2023 υπέβαλε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με τη συνέντευξη του Αιτητή.
Ακολούθως, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, ενέκρινε στις 14/11/2023 την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή.
Στις 05/12/2023 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολόγηση της απόφασής της αναφορικά με το αίτημα του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε από τον ίδιο την ίδια ημέρα.
Η εν λόγω απόφαση αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής, η οποία καταχωρήθηκε από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Αιτητή στις 18/12/2023.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΣΜΟΙ
Ο Αιτητής, μέσω της συνηγόρου του, προέβαλε στο εισαγωγικό δικόγραφο της διαδικασίας πλείονες λόγους ακυρώσεως. Ωστόσο, κατά το στάδιο της γραπτής αγόρευσης περιορίστηκε στην προώθηση ισχυρισμών περί λήψης της προσβαλλόμενης απόφασης κατά κατάχρηση ή καθ’ υπέρβαση εξουσίας, αναρμοδιότητας του οργάνου λήψης της απόφασης, έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, καθώς και περί ύπαρξης πραγματικής και/ή νομικής πλάνης.
Ειδικότερα, ο Αιτητής ισχυρίζεται, κατά πρώτον, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη κατά κατάχρηση και καθ’ υπέρβαση εξουσίας. Περαιτέρω, προβάλλει ότι υπήρξε κακή σύνθεση της αρχής που έλαβε την επίδικη απόφαση και/ή ότι αυτή λήφθηκε από αναρμόδιο όργανο. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι η απόφαση είναι αποτέλεσμα πραγματικής και/ή νομικής πλάνης, ότι είναι αναιτιολόγητη ή μη δεόντως αιτιολογημένη, καθώς και ότι λήφθηκε χωρίς τη διενέργεια της δέουσας έρευνας και/ή χωρίς την ορθή αξιολόγηση όλων των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης.
Παράλληλα, ισχυρίζεται ότι δεν του δόθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας και ότι δεν αντιμετωπίστηκε ως εξατομικευμένη περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη των ισχυρισμών που προέβαλε και των πραγματικών περιστατικών που ανέφερε κατά τη διεξαγωγή της συνέντευξής του.
Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, προβάλλοντας επιχειρηματολογία που άπτεται τόσο της νομιμότητας όσο και της ουσίας της υπόθεσης, απαντώντας παράλληλα στους νομικούς ισχυρισμούς που προβάλλονται από την πλευρά του Αιτητή.
Ειδικότερα, αναφορικά με τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας, υποστηρίζουν ότι η απόφαση λήφθηκε κατόπιν διενέργειας της απαιτούμενης έρευνας και ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν στοιχειοθετούν οποιονδήποτε λόγο ακυρότητας, ούτε αποσείουν το βάρος απόδειξης που φέρει. Περαιτέρω, υποστηρίζουν ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή επί των νομικών σημείων που εγείρονται στην προσφυγή είναι γενικοί και αόριστοι και, ως εκ τούτου, δεν δύνανται να ευδοκιμήσουν.
Αναφορικά με τους ισχυρισμούς περί πλάνης περί τα πράγματα, σημειώνουν ότι ο εν λόγω λόγος δεν προωθείται δεόντως από τον Αιτητή, ο οποίος, κατά τους ίδιους, απέτυχε να παράσχει τις αναγκαίες διευκρινίσεις και τις απαιτούμενες λεπτομέρειες σε σχέση με τους ισχυρισμούς του.
Σε σχέση με τον ισχυρισμό περί έλλειψης αιτιολογίας, υποστηρίζουν ότι οι Καθ’ ων η αίτηση εξέτασαν επιμελώς το αίτημα του Αιτητή, κατόπιν διενέργειας της δέουσας έρευνας, και κατέληξαν, επαρκώς αιτιολογημένα, στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας του οργάνου λήψης της απόφασης, υποστηρίζουν ότι αυτός είναι αναληθής και ανυπόστατος, παραθέτοντας επιχειρηματολογία υπέρ της ύπαρξης αρμοδιότητας του εν λόγω οργάνου.
Τέλος, αναφορικά με το καθεστώς πρόσφυγα και το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, υποστηρίζουν ότι τα όσα ανέφερε ο Αιτητής δεν δύνανται να οδηγήσουν σε εύρημα ότι το επίπεδο βίας στη χώρα ιθαγένειάς του είναι τέτοιο ώστε να στοιχειοθετείται εύλογη πιθανότητα κινδύνου για τη ζωή ή την ασφάλειά του σε περίπτωση επιστροφής του.
Συμπερασματικά, οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι ο Αιτητής προέβαλε γενικούς λόγους ακυρώσεως χωρίς αυτοί να συνοδεύονται από σαφή αιτιολογία ή παραπομπή σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ενώ απουσιάζει και η υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους έννομους κανόνες που, κατ’ ισχυρισμό, παραβιάζονται.
Όσον αφορά το επίδικο πραγματικό πλαίσιο, η συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση παραπέμπει στην Ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση και στα επισυνημμένα σε αυτήν Παραρτήματα, καθώς και στα όσα περιέχονται στον σχετικό διοικητικό φάκελο.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Καταρχάς, σημειώνεται ότι, παρόλο που στο δικόγραφο της προσφυγής προβάλλονται πλείστοι λόγοι ακυρώσεως, η συνήγορος του Αιτητή δεν προέβη σε πλήρη ανάπτυξή τους στο κείμενο της γραπτής της αγόρευσης. Περαιτέρω, διαπιστώνεται ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται εκ μέρους του Αιτητή, σε μεγάλο βαθμό, δεν συνοδεύονται από επαρκή αιτιολόγηση ή εξειδίκευση, ενώ τα ζητήματα που θίγονται εγείρονται με γενικότητα και αοριστία.
Σύμφωνα με τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, κάθε διάδικος υποχρεούται να εκθέτει στις έγγραφες προτάσεις του τα νομικά ζητήματα στα οποία στηρίζεται, αιτιολογώντας τα πλήρως. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένως αποφανθεί ότι δεν εξετάζονται νομικοί ισχυρισμοί οι οποίοι δεν τίθενται με σαφήνεια και ακρίβεια στην προσφυγή (βλ. Δημοκρατία ν. Κουκκουμά (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Οικονόμου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 530, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598). Η δικογραφία αποτελεί το όριο του δικαιοδοτικού ελέγχου και προσδιορίζει τα επίδικα θέματα, ενώ η εξέταση των λόγων ακυρώσεως από το Δικαστήριο προϋποθέτει πλήρως αιτιολογημένη νομική βάση (βλ. Δημοκρατία ν. Ιωσηφίδη (2013) 3 Α.Α.Δ. 59).
Η απλή και συνοπτική αναφορά στους λόγους ακύρωσης, χωρίς επαρκή ανάπτυξη και αιτιολόγηση, δεν ικανοποιεί την επιταγή του Κανονισμού 7, ο οποίος απαιτεί οι νομικοί ισχυρισμοί να διατυπώνονται πλήρως και κατά τρόπον που να καθιστούν εφικτή την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου (βλ. Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384, ANKIT v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Εσωτερικών, Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας 29/2021, ημερ. 4.10.2021).
Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, λόγοι προσφυγής που δεν αναπτύσσονται στην αγόρευση του αιτητή θεωρούνται ως εγκαταλειφθέντες. Το ίδιο ισχύει και για ισχυρισμούς ως προς τους οποίους δεν προβάλλεται οποιαδήποτε επιχειρηματολογία ή τεκμηριωμένη στήριξη (βλ. Kokos Athanasiou Motors Ltd ν. Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ. 21, Υπόθ. Αρ. 1073/2004, Γεωργίας Αντωνίου κ.α. ν. Δημοκρατίας, μέσω Εφόρου ΦΠΑ, ημερ. 6.2.2007).
Υπό το φως των ανωτέρω, όλοι οι εγειρόμενοι λόγοι ακύρωσης απορρίπτονται ως αλυσιτελείς και ως εκ τούτου απαράδεκτοι, λόγω της γενικότητας με την οποία προβάλλονται, εφόσον ο Αιτητής δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε εξειδίκευσή τους σε συνάρτηση με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Πολλώ δε μάλλον, δεν καταδεικνύεται με σαφήνεια ο πυρήνας του αιτήματος διεθνούς προστασίας, ώστε να τεκμηριώνεται η υπαγωγή του σε οποιοδήποτε από τα καθεστώτα προστασίας του περί Προσφύγων Νόμου.
Προχωρώντας θα εξετάσω τον γενικό ισχυρισμό που προβάλλει η συνήγορος του Αιτητή, περί έλλειψης δέουσας έρευνας, λαμβανομένης υπόψιν και της εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου όπου και σύμφωνα με τον περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018, Ν. 73(Ι)/2018, το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc). Επομένως, προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε σε πλήρη συμμόρφωση με τις σχετικές περί τούτου διατάξεις του Νόμου και της Οδηγίας και είναι δια τούτο επί της ουσίας ορθή.
Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Α.Ε. Aρ.: 3017, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 5.6.2002, (2002) 3 ΑΑΔ 345) JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, αρ. 128/2008 ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).
Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν ενώπιόν τους.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκόμισε ο Αιτητής, όπως αυτά καταγράφονται στην Έκθεση του αρμόδιου λειτουργού του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA), καθώς και όπως προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, ο οποίος κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων και δεν αμφισβητούνται, κατά την καταγραφή του αιτήματος διεθνούς προστασίας του ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και ότι γεννήθηκε στις 18/05/1995 στην πόλη Κινσάσα, της επαρχίας Κινσάσα, της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό.
Ως προς το θρήσκευμά του δήλωσε ότι είναι Μουσουλμάνος, ενώ ως προς τη γλώσσα του ότι ομιλεί Λινγκάλα. Αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση, ανέφερε ότι είναι άγαμος και ότι έφτασε στην Κύπρο μαζί με τον αδελφό του, Bokungu Maheta Aristo, γεννηθέντα το 1996. Περαιτέρω, δήλωσε ότι έχει μία αδελφή, η οποία διαμένει στη Γαλλία.
Ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 29/10/2021 και αφίχθη στη Δημοκρατία μέσω Τουρκίας και των μη ελεγχόμενων από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχών στις 17/11/2021 (ερ. 3-1 και μετάφραση ερ. 17-18 του διοικητικού φακέλου).
Κατά την πρωτοβάθμια συνέντευξη, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, εθνοτικής καταγωγής Εκουατέρ, και ότι γεννήθηκε στις 18/05/1995 στην πόλη Κινσάσα της επαρχίας Κινσάσα της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, όπου και διέμενε.
Ως προς το θρήσκευμά του δήλωσε ότι είναι Σούννι Μουσουλμάνος, ενώ ως προς τη μητρική του γλώσσα ανέφερε ότι είναι η Λινγκάλα. Αναφορικά με το μορφωτικό του επίπεδο και την επαγγελματική του δραστηριότητα, δήλωσε ότι είναι απόφοιτος μέσης εκπαίδευσης και ότι εργαζόταν ως διανομέας από το 2015 έως το 2017, χωρίς να έχει ασκήσει οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα στη χώρα καταγωγής του.
Σε σχέση με την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι είναι άγαμος και ότι έχει δύο ανήλικες κόρες, οι οποίες διαμένουν με τη μητέρα τους στην Κινσάσα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι έχει δύο αδελφές, εκ των οποίων η μία διαμένει στη Γαλλία και η άλλη στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και έναν αδελφό, ο οποίος βρίσκεται στην Κύπρο. Δήλωσε επίσης ότι η μητέρα του διαμένει στο Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ ο πατέρας του στην Κινσάσα.
Ο Αιτητής ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 29/10/2021 και αφίχθη στη Δημοκρατία μέσω Τουρκίας και των μη ελεγχόμενων από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχών στις 17/11/2021.
Περαιτέρω, αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του, δήλωσε ότι έχει διαγνωστεί με Ηπατίτιδα Β (ερ. 41-36 του διοικητικού φακέλου), προσκομίζοντας σχετικά ιατρικά έγγραφα, τα οποία περιλαμβάνονται στον διοικητικό φάκελο (ερ. 12-11).
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής, κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, δήλωσε ότι αποχώρησε λόγω προβλήματος που προέκυψε κατά την άσκηση των θρησκευτικών του καθηκόντων περί τον Μάιο του 2021. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι στον χώρο όπου προσευχόταν ξέσπασε συμπλοκή, στην οποία επενέβη η αστυνομία, η οποία συνέλαβε όλους τους παρευρισκόμενους. Ακολούθως, οδηγήθηκε ενώπιον δικαστηρίου, το οποίο τον καταδίκασε σε ισόβια φυλάκιση.
Περαιτέρω, ανέφερε ότι παρέμεινε στη φυλακή για περί τον ένα μήνα και μερικές ημέρες, προτού αφεθεί ελεύθερος, και στη συνέχεια κατέφυγε στο σπίτι φίλου του πατέρα του, όπου παρέμεινε για τέσσερις ημέρες.
Επιπλέον, ως λόγο εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του προέβαλε ότι ήταν ιδιοκτήτης μοτοποδηλάτου, το οποίο χρησιμοποιούσε άλλο άτομο για επαγγελματικούς σκοπούς, και ότι όταν το εν λόγω πρόσωπο ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο τόσο του ιδίου όσο και του πελάτη του, οι οικογένειές τους τον κατήγγειλαν στην αστυνομία (ερ. 36 και 32 του διοικητικού φακέλου).
Σε απάντηση διευκρινιστικών ερωτήσεων του αρμόδιου λειτουργού, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν ενεπλάκη ενεργά στην προαναφερόμενη συμπλοκή που οδήγησε στη σύλληψή του, η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν μεταξύ των αρχηγών δύο ομάδων. Δήλωσε περαιτέρω ότι η αστυνομία συνέλαβε όλους τους παρευρισκόμενους και ότι, μετά τη σύλληψή του, δέχθηκε ξυλοδαρμό στον αστυνομικό σταθμό. Ανέφερε επίσης ότι ενώπιον του δικαστηρίου καταδικάστηκε ως εγκληματίας (ερ. 35-34 του διοικητικού φακέλου).
Ισχυρίστηκε, τέλος, ότι ακολούθως μεταφέρθηκε στη φυλακή «Makala», όπου παρέμεινε για περίπου έναν μήνα και μερικές ημέρες, προτού αφεθεί προσωρινά ελεύθερος κατόπιν παρέμβασης δικηγόρου, ο οποίος επικαλέστηκε την ανάγκη παροχής ιατρικής θεραπείας προς τον Αιτητή (ερ. 33 του διοικητικού φακέλου).
Σχετικά με τον λόγο που αφορά στο δυστύχημα με το μοτοποδήλατο, του οποίου ήταν ιδιοκτήτης, ο Αιτητής, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις του αρμόδιου λειτουργού, ισχυρίστηκε ότι οι οικογένειες των αποθανόντων επισκέφθηκαν το σπίτι του κατά την περίοδο που ο ίδιος βρισκόταν στη φυλακή και ότι επιθυμούσαν να «πληρώσει» για τα συμβάντα (ερ. 32 του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του, κατόπιν διευκρινιστικών ερωτήσεων του αρμόδιου λειτουργού, ο Αιτητής ανέφερε ότι στη χώρα καταγωγής του, παρότι είχε αρχίσει να αισθάνεται αδιαθεσία, δεν προέβη σε οποιεσδήποτε ιατρικές εξετάσεις και ότι έλαβε γνώση της διάγνωσής του μετά από ιατρική εξέταση στην οποία υποβλήθηκε στην Κύπρο (ερ. 35 του διοικητικού φακέλου).
Περαιτέρω, ανέφερε ότι μετά την πρώτη επίσκεψή του σε ιατρό στην Κύπρο έλαβε θεραπεία σχετική με πόνους στο στομάχι, από τους οποίους δήλωσε ότι εξακολουθούσε να υποφέρει κατά τον χρόνο της συνέντευξης, ενώ τελούσε σε αναμονή για περαιτέρω ιατρικές επισκέψεις (ερ. 41-40 του διοικητικού φακέλου).
Σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο η εν λόγω ασθένεια επηρεάζει την προσωπική του ζωή, ο Αιτητής ανέφερε ότι επηρεάζει τη διατροφή του καθώς και τη σεξουαλική του δραστηριότητα (ερ. 35 του διοικητικού φακέλου).
Κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή, ο λειτουργός του EUAA διέκρινε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς που απορρέουν από τις δηλώσεις του. Ο πρώτος αφορά τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, το προφίλ, τη χώρα καταγωγής και την ταυτότητά του, ενώ ο δεύτερος αφορά τον ισχυρισμό ότι ο Αιτητής συνελήφθη και φυλακίστηκε το 2021, κατόπιν συμπλοκής στην οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, δεν ήταν εμπλεκόμενος.
Αποδεκτός κρίθηκε μόνο ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός, καθότι οι δηλώσεις του Αιτητή αξιολογήθηκαν ως λεπτομερείς και σαφείς, ενώ επιβεβαιώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και/ή χαρτογράφησης. Καταγράφεται, περαιτέρω, ότι ο Αιτητής προσκόμισε πρωτότυπο διαβατήριο εκδοθέν από τις αρχές της χώρας καταγωγής του (ερ. 6 του διοικητικού φακέλου).
Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή, ήτοι ότι συνελήφθη και φυλακίστηκε το 2021 μετά από μία συμπλοκή στην οποία δεν ήταν εμπλεκόμενος, απορρίφθηκε από τον λειτουργό του EUAA λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας, καθότι τα λεγόμενα του Αιτητή κρίθηκαν γενικού περιεχομένου, μη συγκεκριμένα και ελλιπώς λεπτομερή.
Ειδικότερα, ο λειτουργός του EUAA επισήμανε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με σαφήνεια τις συνθήκες υπό τις οποίες ξέσπασε η συμπλοκή, τους λόγους για τους οποίους συνελήφθη, τις συνθήκες κράτησης και εκδίκασης της υπόθεσής του, τις συνθήκες αποφυλάκισής του, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατόρθωσε να διαφύγει, ενώ, κατά τους ισχυρισμούς του, ήταν πιθανόν καταζητούμενος.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός του EUAA παρέθεσε πληροφορίες γενικού περιεχομένου αναφορικά με την εγκληματικότητα στη Λ.Δ.Κ., η οποία χαρακτηρίζεται από φαινόμενα ατιμωρησίας και κατάχρησης εξουσίας. Ωστόσο, λόγω του ότι δεν στοιχειοθετήθηκε η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, αυτός απορρίφθηκε στο σύνολό του.
Ακολούθως, ο λειτουργός του EUAA προχώρησε σε εκτίμηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη Λ.Δ.Κ., στη βάση του ισχυρισμού περί των προσωπικών του στοιχείων, ο οποίος αποτελεί τον μοναδικό ισχυρισμό που έγινε αποδεκτός, καθώς και της ιατρικής του κατάστασης (διάγνωση Ηπατίτιδας Β), η οποία αναγνωρίστηκε ως δεδομένη.
Στο πλαίσιο αυτό, ο λειτουργός του EUAA παρέθεσε πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα και κατέληξε ότι δεν προκύπτει οποιοσδήποτε τέτοιος κίνδυνος για τον Αιτητή. Συνυπολογίστηκαν επίσης, κατά την εκτίμηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου, και τα προβλήματα υγείας του Αιτητή, με τον λειτουργό του EUAA να παραπέμπει σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με το σύστημα υγείας στη Λ.Δ.Κ. και να καταλήγει ότι δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί κίνδυνος αναφορικά με την πρόσβαση του Αιτητή σε θεραπεία σχετική με την ασθένειά του (ερ. 51 του διοικητικού φακέλου).
Υπό το φως των ανωτέρω και προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο λειτουργός του EUAA κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν στοιχειοθέτησε τη θέση του ότι αντιμετωπίζει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του και, συνεπώς, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του σε έναν από τους πέντε λόγους που προβλέπονται εξαντλητικά στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, ώστε να του αναγνωριστεί καθεστώς πρόσφυγα.
Επιπλέον, δεν προέκυψαν στοιχεία από τα οποία να μπορεί να συναχθεί ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη Λ.Δ.Κ., ο Αιτητής θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια των άρθρων 19(1) και 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου.
Τέλος, ο λειτουργός του EUAA σημείωσε ότι η πιθανή επιστροφή του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, λαμβανομένων υπόψη των προσωπικών του περιστάσεων και ιδίως της απουσίας οποιασδήποτε προσωπικής και πραγματικής απειλής να υποβληθεί σε βασανιστήρια και/ή απάνθρωπη και/ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την επιστροφή του στην Κινσάσα, δεν αντίκειται στην αρχή της μη επαναπροώθησης ούτε στο Άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Στη βάση όλων των ανωτέρω, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε δια της προσβαλλόμενης απόφασης.
Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Έκθεση/Εισήγηση του λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς του Αιτητή ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά την διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:
Αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, που αφορά τα προσωπικά στοιχεία, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, το Δικαστήριο συμφωνεί με την κρίση της Διοίκησης ότι τα εν λόγω στοιχεία αποδείχθηκαν επαρκώς και η αξιοπιστία του Αιτητή, ως προς το σκέλος αυτό, δεν αμφισβητήθηκε. Ο ισχυρισμός αυτός ορθώς έγινε αποδεκτός.
Σε σχέση με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι ότι συνελήφθη το 2021 κατόπιν συμπλοκής στην οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, δεν είχε εμπλοκή, ότι ακολούθως καταδικάστηκε σε ισόβια φυλάκιση, κρατήθηκε στη φυλακή Makala και εν συνεχεία αφέθηκε προσωρινά ελεύθερος προτού διαφύγει από τη χώρα, κρίνω ότι η απόρριψή του από τη Διοίκηση ήταν επαρκώς και νομίμως αιτιολογημένη.
Ειδικότερα, από το περιεχόμενο της συνέντευξης προκύπτει ότι στον Αιτητή υποβλήθηκαν αλλεπάλληλες διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με όλα τα κρίσιμα επιμέρους στοιχεία του εν λόγω αφηγήματος, ήτοι ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες ξέσπασε η φερόμενη συμπλοκή, τον λόγο για τον οποίο συνελήφθη ο ίδιος προσωπικά, τα όσα έλαβαν χώρα στον αστυνομικό σταθμό, τη δικαστική διαδικασία που ακολούθησε, τις συνθήκες κράτησής του στη φυλακή, τις περιστάσεις της προσωρινής αποφυλάκισής του, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατόρθωσε να εγκαταλείψει τη χώρα, παρά το ότι, κατά τους ίδιους ισχυρισμούς του, είχε καταδικαστεί σε ισόβια ποινή και δεν είχε επιστρέψει στη φυλακή μετά την παρέλευση της προσωρινής αποφυλάκισής του.
Παρά ταύτα, οι απαντήσεις που παρείχε ο Αιτητής κρίνονται, και ορθώς, ως γενικές, αόριστες και ελλιπώς συγκεκριμένες ως προς καίρια σημεία του ισχυρισμού του. Ως προς το περιστατικό της συμπλοκής, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με επαρκή σαφήνεια ούτε την αφορμή ούτε τις ακριβείς συνθήκες υπό τις οποίες αυτή εκδηλώθηκε, περιοριζόμενος σε μία γενική περιγραφή ότι επρόκειτο για σύγκρουση μεταξύ δύο ομάδων. Περαιτέρω, ως προς τον λόγο της σύλληψής του, δεν έδωσε εξατομικευμένη εξήγηση, αλλά ανέφερε κατ’ ουσίαν ότι συνελήφθη επειδή η αστυνομία προέβη σε μαζικές συλλήψεις των παρευρισκομένων.
Αντίστοιχη ασάφεια διαπιστώνεται και ως προς τα γεγονότα που ακολούθησαν μετά τη σύλληψή του. Οι αναφορές του για τα όσα συνέβησαν στον αστυνομικό σταθμό και ακολούθως ενώπιον του δικαστηρίου παρέμειναν αποσπασματικές και αόριστες, χωρίς να παρατεθούν ουσιώδεις λεπτομέρειες που ευλόγως θα αναμένονταν από πρόσωπο το οποίο ισχυρίζεται ότι υπέστη σύλληψη, παραπομπή και καταδίκη σε ισόβια κάθειρξη. Ιδίως, η περιγραφή της δικαστικής διαδικασίας ήταν εμφανώς ανεπαρκής, αφού ο Αιτητής περιορίστηκε σε γενικές αναφορές ότι το δικαστήριο «τους άκουσε» και «τους έθεσε ερωτήσεις», χωρίς να μπορεί να αποδώσει οποιοδήποτε συγκεκριμένο στοιχείο της διαδικασίας που φέρεται να οδήγησε στην επιβολή τόσο σοβαρής ποινής.
Περαιτέρω, η περιγραφή του αναφορικά με τις συνθήκες κράτησής του στη φυλακή Makala και την καθημερινότητά του εντός αυτής δεν περιείχε το αναγκαίο επίπεδο λεπτομέρειας. Η αδυναμία του να περιγράψει με σαφήνεια τον χώρο κράτησής του, την οργάνωση της καθημερινότητάς του ή άλλες ουσιώδεις πτυχές της κράτησής του, ενίσχυσε εύλογα την κρίση της Διοίκησης περί έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας.
Εξίσου προβληματικές κρίθηκαν και οι αναφορές του ως προς την προσωρινή αποφυλάκισή του. Ο Αιτητής ανέφερε ότι απολύθηκε προσωρινά κατόπιν ενεργειών δικηγόρου για λόγους ιατρικής θεραπείας, πλην όμως δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει επαρκώς ούτε τη φύση της θεραπείας αυτής ούτε τον ακριβή μηχανισμό μέσω του οποίου επιτεύχθηκε η αποφυλάκισή του. Οι σχετικές απαντήσεις του παρέμειναν ασαφείς, επαναληπτικές και κυκλικές, χωρίς να δίδουν πειστική εικόνα των πραγματικών περιστάσεων που ο ίδιος επικαλείτο.
Περαιτέρω, ουσιώδη αδυναμία του ισχυρισμού του εντοπίζεται και στον τρόπο με τον οποίο περιέγραψε την έξοδό του από τη χώρα. Ενώ ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι είχε καταδικαστεί σε ισόβια ποινή, ότι δεν επέστρεψε στη φυλακή μετά την προσωρινή αποφυλάκισή του και ότι οι αρχές θα τον αναζητούσαν, οι εξηγήσεις που έδωσε για το πώς κατόρθωσε να αναχωρήσει αεροπορικώς από το κύριο αεροδρόμιο της χώρας του ήταν αόριστες και ανεπαρκείς. Η επίκληση γενικόλογων «διευθετήσεων» μέσω τρίτων προσώπων, χωρίς σαφή και συγκεκριμένη περιγραφή των περιστάσεων, δεν ήταν ικανή να αποκαταστήσει την αξιοπιστία του αφηγήματος.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η κατάληξη του λειτουργού ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν πληρούσε το κριτήριο της εσωτερικής αξιοπιστίας ήταν εύλογη και επαρκώς θεμελιωμένη επί του περιεχομένου της συνέντευξης. Το γεγονός δε ότι παρατέθηκαν και πληροφορίες εξωτερικής αξιοπιστίας αναφορικά με γενικότερα φαινόμενα εγκληματικότητας, ατιμωρησίας και κατάχρησης εξουσίας στη Λ.Δ.Κ. δεν αρκούσε, αφ’ εαυτού, να θεραπεύσει την έλλειψη εσωτερικής συνοχής και επαρκούς συγκεκριμενοποίησης του ατομικού αφηγήματος του Αιτητή. Και τούτο διότι, κατά πάγια προσέγγιση στην αξιολόγηση αιτημάτων διεθνούς προστασίας, η γενική εικόνα της χώρας καταγωγής δεν υποκαθιστά την ανάγκη ο αιτητής να παραθέτει πειστικό, συνεκτικό και επαρκώς συγκεκριμένο προσωπικό ιστορικό.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, σημειώνεται καταρχάς ότι σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο και το άρθρο 4(3) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, η εκτίμηση του «βάσιμου φόβου» δίωξης προϋποθέτει την αξιολόγηση τόσο των ατομικών περιστάσεων του αιτούντος όσο και των αντικειμενικών στοιχείων που αφορούν τη χώρα καταγωγής. Συνεπώς, οι δηλώσεις του αιτητή πρέπει να εξετάζονται υπό το πρίσμα των επικρατουσών συνθηκών στη χώρα καταγωγής, συνεκτιμώντας τις διαθέσιμες αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης (Country of Origin Information – COI). Η αρχή αυτή αναγνωρίζεται τόσο στο Εγχειρίδιο της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (§§196-198) όσο και στην πρακτική της EUAA[1], σύμφωνα με την οποία η εξωτερική αξιοπιστία συνίσταται στη συμβατότητα των ισχυρισμών του αιτητή με ανεξάρτητες, αξιόπιστες και πρόσφατες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Η μεθοδολογία αυτή αποτυπώνεται επίσης στο άρθρο 4(5)(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, σύμφωνα με το οποίο οι δηλώσεις του αιτούντος δεν πρέπει να έρχονται σε αντίθεση με διαθέσιμα ειδικά και γενικά στοιχεία σχετικά με την υπόθεση. Αντίστοιχα, στην Εκτενή Δικαστική Ανάλυση της EUAA για την αξιολόγηση αξιοπιστίας επισημαίνεται ότι η εξωτερική συνέπεια των ισχυρισμών αποτελεί βασικό κριτήριο αξιολόγησης και αφορά την αντιστοίχιση των ισχυρισμών του αιτητή με πληροφορίες που είναι «αξιόπιστες, προσβάσιμες, σχετικές και πρόσφατες»[2]. Περαιτέρω, όπως έχει επισημανθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (υπόθεση M.M., C-277/11, σκ. 66-67), η αρμόδια αρχή οφείλει να συνεκτιμά τα αντικειμενικά στοιχεία και να εξετάζει κατά πόσο αυτά επιβεβαιώνουν ή αποδυναμώνουν τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς.
Εξετάζοντας τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, σε συνάρτηση με την έρευνα που διεξήγαγε ο αρμόδιος λειτουργός, προκύπτει ότι στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό έχουν πράγματι καταγραφεί σοβαρές δυσλειτουργίες στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης, καθώς και περιστατικά αυθαίρετων συλλήψεων ή καταχρηστικής άσκησης εξουσίας από τις αρχές. Περαιτέρω, οργανισμοί ανθρωπίνων δικαιωμάτων αναφέρουν ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι αρχές έχουν προχωρήσει σε αυθαίρετες συλλήψεις ή διώξεις δημοσιογράφων, ακτιβιστών και επικριτών της κυβέρνησης.[3] Ειδικότερα, από πρόσφατες πηγές πληροφόρησης προκύπτει ότι εξακολουθούν να υφίστανται αξιόπιστες αναφορές περί αυθαίρετων συλλήψεων ή κρατήσεων, προβληματικής λειτουργίας της δικαιοσύνης και εκτεταμένης ατιμωρησίας.[4]
Παράλληλα, είναι γνωστό ότι οι συνθήκες κράτησης στις φυλακές της χώρας είναι ιδιαίτερα δυσχερείς. Ειδικότερα, η κεντρική φυλακή Makala στην Κινσάσα, η οποία αποτελεί τη μεγαλύτερη φυλακή της χώρας, παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα υπερπληθυσμού και κακών συνθηκών κράτησης, καθώς ενώ έχει σχεδιαστεί για περίπου 1.500 κρατούμενους, φιλοξενεί δεκάδες χιλιάδες κρατούμενους, πολλοί εκ των οποίων τελούν υπό προσωρινή κράτηση χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η δίκη τους. Περαιτέρω, οι διαθέσιμες πληροφορίες επιβεβαιώνουν ότι οι συνθήκες κράτησης στη Λ.Δ.Κ., και ιδίως στη φυλακή Makala στην Κινσάσα, είναι εξαιρετικά προβληματικές, με έντονο υπερπληθυσμό, ανεπαρκείς συνθήκες διαβίωσης και σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα στη διαχείριση των κρατουμένων. Πρόσφατες πηγές αναφέρουν ότι η Makala αποτελεί εμβληματικό παράδειγμα των σοβαρών παθογενειών του σωφρονιστικού συστήματος της χώρας.[5][6]
Οι πληροφορίες αυτές επιβεβαιώνουν ότι το γενικό πλαίσιο που περιέγραψε ο Αιτητής – δηλαδή η ύπαρξη φυλακής Makala στην Κινσάσα και οι δυσμενείς συνθήκες κράτησης – ανταποκρίνεται σε πραγματικές συνθήκες της χώρας καταγωγής. Ωστόσο, το γεγονός ότι ορισμένα γενικά στοιχεία του αφηγήματος συμβαδίζουν με την ευρύτερη κατάσταση στη χώρα δεν αρκεί αφ’ εαυτού για να καταστήσει αξιόπιστο τον συγκεκριμένο προσωπικό ισχυρισμό.[7]
Και τούτο διότι η αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας δεν υποκαθιστά την ανάγκη ύπαρξης εσωτερικής συνοχής και επαρκούς συγκεκριμενοποίησης του ατομικού αφηγήματος[8]. Όπως προκύπτει από τη σχετική διοικητική αξιολόγηση, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παράσχει συνεκτική και επαρκώς λεπτομερή περιγραφή των γεγονότων που φέρεται να οδήγησαν στη σύλληψη, την καταδίκη και την κράτησή του. Ειδικότερα, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με σαφήνεια τον λόγο για τον οποίο συνελήφθη προσωπικά, ούτε να περιγράψει επαρκώς τη δικαστική διαδικασία που φέρεται να οδήγησε στην επιβολή ισόβιας ποινής.
Περαιτέρω, οι εξηγήσεις του αναφορικά με την προσωρινή αποφυλάκισή του, καθώς και με τον τρόπο με τον οποίο κατόρθωσε να εγκαταλείψει τη χώρα μέσω του κύριου αεροδρομίου της Κινσάσα ενώ, κατά τους ισχυρισμούς του, θεωρείτο φυγόδικος, παρέμειναν ασαφείς και ελλιπείς. Η επίκληση γενικόλογων «διευθετήσεων» μέσω τρίτων προσώπων, χωρίς συγκεκριμένη περιγραφή των περιστάσεων, δεν επαρκεί για να καταστήσει πειστικό τον ισχυρισμό.
Κατά συνέπεια, παρότι οι γενικές πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής επιβεβαιώνουν την ύπαρξη προβλημάτων στο σύστημα κράτησης και απονομής δικαιοσύνης στη Λ.Δ.Κ., οι πληροφορίες αυτές δεν επιβεβαιώνουν τα ειδικά και ατομικά περιστατικά που επικαλείται ο Αιτητής ούτε θεραπεύουν την έλλειψη εσωτερικής συνοχής του αφηγήματός του.[9] Η δε έρευνα που διεξήγαγαν οι Καθ’ ων, με αναφορά σε σχετικές εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, καταδεικνύει ότι η διοίκηση προέβη σε επαρκή διερεύνηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, όπως απαιτείται από το ενωσιακό και εθνικό δίκαιο.
Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω ότι η Διοίκηση είχε επαρκές έρεισμα να απορρίψει τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή ως αναξιόπιστο, η δε σχετική αιτιολογία είναι σαφής, ειδική και επαρκής και εδράζεται στα στοιχεία του διοικητικού φακέλου. Ως εκ τούτου, δεν διαπιστώνεται πλάνη περί τα πράγματα, ούτε έλλειψη δέουσας έρευνας ή ανεπαρκής αιτιολογία ως προς το συγκεκριμένο σκέλος της προσβαλλόμενης απόφασης.
Η αξιολόγηση της αξιοπιστίας δεν προϋποθέτει απόλυτη απόδειξη της αλήθειας των ισχυρισμών του Αιτητή. Ωστόσο, απαιτεί να διαπιστωθεί ότι οι δηλώσεις του είναι συνεκτικές, επαρκώς λεπτομερείς και εύλογες, σε συνάρτηση με τα προσκομιζόμενα έγγραφα και τις διαθέσιμες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Σύμφωνα με το άρθρο 4(5)(ε) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, όπως και με το εγχειρίδιο της EUAA «Αξιολόγηση Αποδεικτικών και Αξιοπιστίας»[10] (4.5 δείκτες αξιοπιστίας σελ. 93 -105 ), η έλλειψη συνοχής, χρονολογικής αλληλουχίας και σχετικών λεπτομερειών μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη των ισχυρισμών.
Η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες έχει ορίσει την αξιοπιστία ως εξής: «Ο αιτών άσυλο κρίνεται αξιόπιστος όταν έχει προβάλει ισχυρισμούς που παρουσιάζουν συνοχή και είναι εύλογοι, που δεν είναι αντιφατικοί με τα κοινώς γνωστά γεγονότα και κατά συνέπεια μπορεί να οδηγήσουν τον υπεύθυνο λήψης απόφασης στη δημιουργία πεποίθησης για τον βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης που εκφράζει» (UNHCR Handbook, §203–204).
Η ως άνω προσέγγιση έχει υιοθετηθεί και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση J.K. and Others v. Sweden (αρ. 59166/12, §51, 52 ), όπου κρίθηκε ότι η συνοχή, η επαρκής τεκμηρίωση και η λογική συνέπεια της αφήγησης αποτελούν κρίσιμα κριτήρια αξιολόγησης της αξιοπιστίας.
Αντίστοιχα, στις υποθέσεις C-148/13 έως C-150/13 (A, B και C), μέσα από τις προτάσεις της Γενικής Εισαγγελέως Sharpston, υπογραμμίστηκε ότι:
«Η αξιοπιστία δεν κρίνεται μόνο βάσει της εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών, αλλά και από την ικανότητα του αιτητή να παρέχει επαρκείς λεπτομέρειες και να διατηρεί σταθερότητα στην περιγραφή των γεγονότων.»
Συμπερασματικά, η απόφαση στις υποθέσεις C-148/13 έως C-150/13 επιβεβαιώνει ότι η αξιοπιστία αξιολογείται με βάση τη συνοχή των ισχυρισμών (εσωτερική και εξωτερική), την παροχή επαρκών λεπτομερειών/τεκμηρίωσης και τη σταθερότητα/συνέπεια της αφήγησης στο χρόνο.[11]
Την ίδια γραμμή ακολουθεί και το Εγχειρίδιο της EUAA για την Αξιολόγηση Αποδεικτικών Στοιχείων και Αξιοπιστίας , το οποίο στην σελ. 98 αναφέρει:
«Απαιτείται αντικειμενική και ισορροπημένη εκτίμηση κατά πόσον η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει αυτό που θα ήταν εύλογα αναμενόμενο από ένα πρόσωπο στην κατάστασή του, το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.»
Συναφώς, τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν επανειλημμένα τονίσει ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του αιτητή αποτελεί κρίσιμο και καθοριστικό παράγοντα στην εκτίμηση αιτήσεων διεθνούς προστασίας και αποδίδεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και ο εξεταστής και το πρωτόδικο Δικαστήριο παραμένουν γενικά ικανοποιημένοι από την αξιοπιστία του αιτούντος.(βλ. K W v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 92/2024, 24/2/2026)
Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω αρχές στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, προκύπτει ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή δεν πληροί τα κριτήρια αξιοπιστίας που τίθενται τόσο από το ενωσιακό δίκαιο όσο και από τη σχετική νομολογία και πρακτική. Όπως καταγράφεται στον διοικητικό φάκελο και ιδίως στη συνέντευξη του Αιτητή, οι δηλώσεις του σε σχέση με τη φερόμενη σύλληψη, καταδίκη και κράτησή του χαρακτηρίζονται από έλλειψη επαρκούς λεπτομέρειας, αοριστία και ασάφεια ως προς κρίσιμα στοιχεία της αφήγησής του. Παρά τις διευκρινιστικές ερωτήσεις που του τέθηκαν, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παράσχει συνεκτική και συγκεκριμένη περιγραφή των περιστάσεων της συμπλοκής, των λόγων της σύλληψής του, της δικαστικής διαδικασίας που οδήγησε στην καταδίκη του, ούτε των συνθηκών της προσωρινής αποφυλάκισής του και της μετέπειτα διαφυγής του από τη χώρα.
Η έλλειψη αυτή συνοχής και επαρκούς συγκεκριμενοποίησης, σε συνδυασμό με τις ασαφείς και αποσπασματικές απαντήσεις που παρείχε κατά τη συνέντευξη, δεν επιτρέπει τη διαμόρφωση εύλογης πεποίθησης ότι τα γεγονότα που επικαλείται αντανακλούν πραγματική προσωπική εμπειρία, όπως απαιτείται σύμφωνα με τα προαναφερθέντα κριτήρια αξιολόγησης αξιοπιστίας. Υπό το φως των ανωτέρω, και λαμβάνοντας υπόψη τη συνολική εκτίμηση των στοιχείων του διοικητικού φακέλου, κρίνω ότι η Διοίκηση είχε επαρκές έρεισμα να απορρίψει τον εν λόγω ουσιώδη ισχυρισμό ως αναξιόπιστο, η δε σχετική αιτιολογία είναι επαρκής, σαφής και σύμφωνη με τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση αιτήσεων διεθνούς προστασίας.
Παράλληλα, το Δικαστήριο σημειώνει ότι κατά τη διοικητική διαδικασία τηρήθηκαν πλήρως οι απαιτήσεις του Νόμου και των εφαρμοστέων ευρωπαϊκών προτύπων. Ο Αιτητής είχε τη δυνατότητα να εκθέσει ελεύθερα και χωρίς περιορισμούς τους ισχυρισμούς του κατά τη διάρκεια προσωπικής συνέντευξης, η οποία διεξήχθη από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA) με τη συνδρομή κατάλληλου διερμηνέα. Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι στον Αιτητή υποβλήθηκαν επανειλημμένα ερωτήσεις ανοικτού τύπου, ιδίως σε σχέση με τις περιστάσεις της φερόμενης συμπλοκής, τους λόγους της σύλληψής του, τη δικαστική διαδικασία που, κατά τους ισχυρισμούς του, οδήγησε στην καταδίκη του, τις συνθήκες κράτησής του στη φυλακή Makala, καθώς και τις περιστάσεις της προσωρινής αποφυλάκισής του και της μετέπειτα αναχώρησής του από τη χώρα.
Από τα πραγματικά δεδομένα της υπό κρίση υπόθεσης προκύπτει ότι τηρήθηκαν πλήρως οι διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπονται από το ενωσιακό και εθνικό δίκαιο, ιδίως τα άρθρα 10 και 14 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ καθώς και τα άρθρα 13 και 16 του περί Προσφύγων Νόμου (Ν.6(I)/2000). Όπως διαπιστώνεται και από τη σχετική νομολογία, ο αιτητής διεθνούς προστασίας πρέπει να έχει στη διάθεσή του εύλογο χρόνο και επαρκή ευκαιρία να εκθέσει τις θέσεις του, ενώ η επάρκεια της συνέντευξης κρίνεται με γνώμονα κατά πόσον διασαφηνίζονται τα ουσιώδη στοιχεία της αίτησης. Συναφώς έχει κριθεί ότι δεν υφίσταται θεσμοθετημένος ελάχιστος χρόνος διάρκειας συνέντευξης, αλλά εναπόκειται στον ίδιο τον αιτητή να αξιοποιήσει τον χρόνο που του παρέχεται για να αναπτύξει τους ισχυρισμούς του (βλ. μεταξύ άλλων Senthil Thevathas ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 818/2010, 15/10/2012).
Στην παρούσα περίπτωση, ο Αιτητής είχε την ευκαιρία να αναπτύξει πλήρως το προσωπικό του αφήγημα και να απαντήσει σε διευκρινιστικές ερωτήσεις που του τέθηκαν αναφορικά με όλα τα κρίσιμα στοιχεία της αίτησής του. Παρά ταύτα, οι απαντήσεις που παρείχε παρέμειναν γενικές και αόριστες ως προς καίρια ζητήματα του ισχυρισμού του, ιδίως ως προς τις περιστάσεις της σύλληψής του, την ακριβή φύση της δικαστικής διαδικασίας που φέρεται να οδήγησε στην καταδίκη του, τις συνθήκες κράτησης στη φυλακή Makala, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατόρθωσε να εγκαταλείψει τη χώρα ενώ, κατά τους ισχυρισμούς του, θεωρείτο καταζητούμενος.
Υπό τα δεδομένα αυτά, προκύπτει ότι ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε εξατομικευμένη και αντικειμενική αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή, λαμβάνοντας υπόψη το προσωπικό του υπόβαθρο, τις περιστάσεις αναχώρησής του από τη χώρα καταγωγής του, καθώς και τις δηλώσεις του κατά τη διάρκεια της συνέντευξης. Η διατυπωθείσα κρίση περί έλλειψης αξιοπιστίας ερείδεται τόσο στις ασαφείς και αποσπασματικές αναφορές του Αιτητή όσο και στην αδυναμία του να παράσχει επαρκείς λεπτομέρειες αναφορικά με γεγονότα τα οποία, εάν πράγματι είχαν λάβει χώρα, θα αναμενόταν ευλόγως να είναι σε θέση να περιγράψει με μεγαλύτερη σαφήνεια.
Κατά συνέπεια, δεν προκύπτει οποιαδήποτε παράβαση της διοικητικής διαδικασίας ούτε στέρηση του δικαιώματος ακρόασης του Αιτητή. Αντιθέτως, από το σύνολο των στοιχείων του διοικητικού φακέλου καταδεικνύεται ότι η αίτησή του εξετάστηκε κατά τρόπο πλήρη, εξατομικευμένο και σύμφωνο με τις απαιτήσεις του εθνικού και ενωσιακού δικαίου.
Συναφώς επισημαίνεται ότι ούτε μπορεί να αναγνωριστεί στον Αιτητή το «ευεργέτημα της αμφιβολίας», όπως αυτό καθορίζεται στην §204 του Εγχειριδίου της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος του πρόσφυγα. Το ευεργέτημα αυτό παρέχεται μόνο όταν ο αιτητής έχει υποβάλει όλα τα διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με την αίτησή του, τα οποία έχουν ελεγχθεί, και οι αρμόδιες αρχές ικανοποιούνται ότι αυτός είναι γενικά αξιόπιστος.
Εν προκειμένω, ο Αιτητής ούτε στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου προέβαλε πειστικά, συνεκτικά και επαρκώς τεκμηριωμένα στοιχεία που να θεμελιώνουν ειδικό και εξατομικευμένο ισχυρισμό δίωξης. Αντιθέτως, όπως ήδη αναλύθηκε, οι δηλώσεις του χαρακτηρίζονται από ασάφεια, έλλειψη επαρκούς συγκεκριμενοποίησης και αδυναμία παροχής ουσιωδών λεπτομερειών αναφορικά με κρίσιμα στοιχεία του αφηγήματός του, ιδίως σε σχέση με τις περιστάσεις της σύλληψής του, τη φερόμενη καταδίκη του, τις συνθήκες κράτησής του και τον τρόπο με τον οποίο κατόρθωσε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του. Οι ελλείψεις αυτές, σε συνδυασμό με τη γενικότητα των αναφορών του και την αδυναμία του να αιτιολογήσει επαρκώς καίρια σημεία των ισχυρισμών του, δεν επιτρέπουν την εφαρμογή της εν λόγω αρχής υπέρ του.
Όπως έχει εξάλλου νομολογηθεί, η κρίση περί αναξιοπιστίας του αιτητή δύναται να αποτελέσει θεμιτή βάση για την απόρριψη αίτησης διεθνούς προστασίας (βλ. Amiri v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά., (2009) 3 ΑΑΔ 358· Khalil v. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 466/2010, 28.9.2012).
Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι η διαδικασία εξέτασης αίτησης διεθνούς προστασίας διέπεται από την αρχή της συνεργασίας μεταξύ του αιτητή και της αρμόδιας διοικητικής αρχής. Όπως έχει επισημανθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-277/11, M. κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, η αξιολόγηση μιας αίτησης διεθνούς προστασίας πραγματοποιείται σε δύο διακριτά στάδια: το πρώτο αφορά τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών που δύνανται να αποδεικνύουν τη βασιμότητα της αίτησης, ενώ το δεύτερο αφορά τη νομική εκτίμηση των εν λόγω στοιχείων προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις παροχής διεθνούς προστασίας. Στο πλαίσιο αυτό, η εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών καθίσταται ιδιαίτερα κρίσιμη, καθότι τα γεγονότα που προβάλλονται από τον αιτητή αποτελούν τη βάση επί της οποίας θα αξιολογηθεί ο ενδεχόμενος μελλοντικός κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης.
Η διαδικασία αυτή προϋποθέτει ενεργό συνεργασία εκ μέρους του αιτητή, ο οποίος οφείλει να συνδράμει τις αρμόδιες αρχές παρέχοντας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα ουσιώδη στοιχεία που αφορούν την προσωπική του ιστορία και τους λόγους για τους οποίους αιτείται διεθνή προστασία. Από την άλλη πλευρά, η διοίκηση οφείλει να διερευνά επιμελώς τους ισχυρισμούς του αιτητή, να υποβάλλει κατάλληλες ερωτήσεις και να αξιολογεί τα παρεχόμενα στοιχεία υπό το πρίσμα των διαθέσιμων πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής.
Στην παρούσα περίπτωση, από το σύνολο των στοιχείων του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι η αρμόδια αρχή ανταποκρίθηκε στην υποχρέωση διερεύνησης των ισχυρισμών του Αιτητή, θέτοντάς του σειρά διευκρινιστικών ερωτήσεων και αξιολογώντας τα δεδομένα της υπόθεσης σε συνάρτηση με τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής του. Αντιθέτως, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να ανταποκριθεί επαρκώς στην υποχρέωση συνεργασίας που τον βαρύνει, καθότι οι δηλώσεις του παρέμειναν γενικές και αόριστες ως προς κρίσιμα στοιχεία του αφηγήματός του, ενώ δεν παρείχε επαρκείς λεπτομέρειες ικανές να θεμελιώσουν τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται.
Το Δικαστήριο, αξιολογώντας συνολικά τα ανωτέρω, καταλήγει ότι τηρήθηκαν οι θεμελιώδεις εγγυήσεις της δίκαιης ακρόασης και της πλήρους διερεύνησης των κρίσιμων πτυχών του αιτήματος, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου πληροί τις απαιτήσεις αιτιολογίας και νομιμότητας, κατά τα άρθρα 13Α και 18 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000, ως εκάστοτε τροποποιείται.
Συνεπακόλουθα, και λαμβανομένου υπόψη ότι τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά επί των οποίων ερείδεται ο ισχυρισμός του Αιτητή περί δίωξης, ήτοι η φερόμενη σύλληψη, καταδίκη και κράτησή του κατόπιν συμπλοκής στη χώρα καταγωγής του, κρίθηκαν ορθώς από τη Διοίκηση ως εσωτερικά και εξωτερικά αναξιόπιστα, το Δικαστήριο καταλήγει ότι στην παρούσα υπόθεση δεν πληρούται το στοιχείο του βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης, κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000, ως εκάστοτε τροποποιείται.
Περαιτέρω, ο Αιτητής ούτε κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου προσκόμισε οποιοδήποτε νέο ή πρόσθετο στοιχείο ικανό να ανατρέψει την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση ή να θεραπεύσει τις ουσιώδεις ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις που είχαν ήδη εντοπισθεί κατά την αξιολόγηση της αίτησής του. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω ασάφειες και ανακολουθίες παραμένουν, χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε επαρκής βάση για να συναχθεί ότι ο Αιτητής υπέστη στο παρελθόν πράξεις δίωξης ή ότι αντιμετωπίζει πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Υπό το φως των ανωτέρω, η αξιολόγηση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία ερείδεται σε εύλογα, επαρκώς τεκμηριωμένα και πλήρως αιτιολογημένα πορίσματα, κρίνεται ορθή και τυγχάνει αποδοχής από το Δικαστήριο (βλ. συναφώς F.E.E. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπ. Αρ. 2407/22, ημερ. 21.2.2023).
Κατά συνέπεια, δεν διαπιστώνεται ότι πληρούνται στην παρούσα υπόθεση οι ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος πρόσφυγα, κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
Κατόπιν της ανωτέρω κατάληξης ότι δεν πληρούνται στην παρούσα υπόθεση οι προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος πρόσφυγα κατά το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση κατά πόσον, στη βάση των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών που έγιναν αποδεκτά από τη Διοίκηση, στοιχειοθετείται πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, κατά την έννοια του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου.
Στο πλαίσιο αυτό, η αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου πρέπει να στηρίζεται αποκλειστικά στα πραγματικά περιστατικά που κρίθηκαν ως αξιόπιστα και αποδεκτά, ήτοι τα προσωπικά στοιχεία, το προφίλ και τις ατομικές περιστάσεις του Αιτητή, σε συνδυασμό με τις διαθέσιμες πληροφορίες για την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του. Όπως προκύπτει και από τη σχετική ενωσιακή νομολογία και πρακτική, η εξέταση του κινδύνου σοβαρής βλάβης απαιτεί συνολική και εξατομικευμένη αξιολόγηση των προσωπικών χαρακτηριστικών του αιτητή υπό το πρίσμα των επικρατουσών συνθηκών στη χώρα επιστροφής.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση κατά πόσον, με βάση τους αποδεκτούς ισχυρισμούς και τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, προκύπτει ότι ο Αιτητής διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.
Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Αιτητή περί προβλημάτων υγείας και ειδικότερα τη διάγνωση Ηπατίτιδας Β, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι το ζήτημα αυτό εξετάστηκε αυτοτελώς και ενδελεχώς τόσο κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας όσο και στο πλαίσιο της παρούσας δικαστικής κρίσης. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, η εν λόγω ιατρική κατάσταση του Αιτητή αναγνωρίστηκε ως πραγματικό δεδομένο και λήφθηκε υπόψη από τη Διοίκηση κατά την αξιολόγηση του ενδεχόμενου κινδύνου που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον, υπό το φως της συγκεκριμένης ιατρικής κατάστασης του Αιτητή και λαμβάνοντας υπόψη τις διαθέσιμες πληροφορίες αναφορικά με το σύστημα υγείας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, δύναται να συναχθεί ότι η επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του θα τον εξέθετε σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου, καθώς και σε μεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Αιτητή περί προβλημάτων υγείας και ειδικότερα τη διάγνωση ότι είναι φορέας του ιού της Ηπατίτιδας Β, σημειώνεται ότι πέραν της εν λόγω διάγνωσης, της αναφοράς του κατά τη διάρκεια της συνέντευξης σε ενοχλήσεις στο στομάχι του, καθώς και της ιατρικής έκθεσης που επιβεβαιώνει τη διάγνωση του προαναφερθέντος ιού, δεν υπάρχουν στον διοικητικό ή δικαστικό φάκελο στοιχεία σχετικά με προηγουμένως λαμβανόμενες θεραπείες ή συγκεκριμένες ιατρικές ανάγκες του Αιτητή κατά τον χρόνο αξιολόγησης της αίτησής του για διεθνή προστασία.
Ως εκ τούτου, για σκοπούς αξιολόγησης του ενδεχόμενου κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη γενικές ιατρικές πληροφορίες σχετικά με τη φύση της νόσου και τη δυνατότητα πρόσβασης σε θεραπεία στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η ιογενής ηπατίτιδα αποτελεί πρόκληση για τη δημόσια υγεία παγκοσμίως. Αν και υπάρχουν πέντε διαφορετικοί τύποι ιογενούς ηπατίτιδας (A, B, C, D και E), η χρόνια ηπατίτιδα Β και C προκαλούν το 95% των ασθενειών που σχετίζονται με την ηπατίτιδα και των πρόωρων θανάτων.[12]
Η ηπατίτιδα Β μπορεί να προκαλέσει χρόνια λοίμωξη και θέτει τα άτομα σε υψηλό κίνδυνο θανάτου από κίρρωση και καρκίνο του ήπατος. Δεν υπάρχει ειδική θεραπεία για την οξεία ηπατίτιδα Β. Η χρόνια λοίμωξη από ηπατίτιδα Β μπορεί να αντιμετωπιστεί με φάρμακα, συμπεριλαμβανομένου του tenofovir ή του entecavir.
Η θεραπεία μπορεί να επιβραδύνει την πρόοδο της κίρρωσης, μειώνει τις περιπτώσεις καρκίνου του ήπατος και βελτιώνει τη μακροπρόθεσμη επιβίωση.
Οι περισσότεροι άνθρωποι που ξεκινούν θεραπεία ηπατίτιδας Β πρέπει να τη συνεχίσουν για μια ζωή. Με τις επικαιροποιημένες κατευθυντήριες γραμμές για την ηπατίτιδα Β, εκτιμάται ότι περισσότερο από το 50% των ατόμων με χρόνια λοίμωξη από ηπατίτιδα Β θα χρειαστούν θεραπεία, ανάλογα με το πλαίσιο και τα κριτήρια επιλεξιμότητας.[13] Η κλινική φροντίδα στοχεύει στη διατήρηση της άνεσης και της επαρκούς διατροφικής ισορροπίας, συμπεριλαμβανομένης της αντικατάστασης των υγρών που χάνονται από τον έμετο και τη διάρροια. Το πιο σημαντικό είναι η αποφυγή περιττών φαρμάκων. Δεν πρέπει να χορηγούνται ακεταμινοφαίνη/ παρακεταμόλη και φάρμακα κατά του εμέτου. Δεν υπάρχει ειδική θεραπεία για την οξεία ηπατίτιδα Β.[14]
Αναφορικά με την δυνατότητα οικονομικής πρόσβασης στο σύστημα υγείας στη ΛΔΚ, προκύπτει ότι, σε γενικές γραμμές, το σύστημα υγείας πάσχει από σημαντική εγχώρια υποχρηματοδότηση με μεγάλη εξάρτηση από τη χρηματοδότηση από εξωτερικούς χορηγούς, σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας του 2015. Η ίδια έκθεση περιγράφει το σύστημα υγείας ως δυσλειτουργικό λόγω δεκαετιών πολιτικής αστάθειας.[15]
Δεν υπάρχει σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στη ΛΔΚ- η ιατρική περίθαλψη πληρώνεται ατομικά σύμφωνα με τις προσωπικές δυνατότητες του καθενός.[16] Σύμφωνα με παλαιότερες πληροφορίες, η έλλειψη χρηματοδότησης της υγειονομικής περίθαλψης από την κεντρική κυβέρνηση έχει δημιουργήσει ένα σύστημα υγειονομικής περίθαλψης που εξαρτάται από την κάλυψη των εξόδων από τους ίδιους τους ασθενείς και τη χρηματοδότηση μέσω εξωτερικής βοήθειας, ενώ, σημαντικό στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι η διεθνής βοήθεια συχνά παρέχεται όχι μέσω αναπτυξιακών προγραμμάτων αλλά μέσω προγραμμάτων ανθρωπιστικής βοήθειας, η οποία χαρακτηρίζεται συνήθως από σύντομους κύκλους χρηματοδότησης που βασίζονται σε βραχυπρόθεσμους στόχους.[17] Στις 04/04/2025, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποσχέθηκε ανθρωπιστική βοήθεια ύψους 40 εκατομμυρίων ευρώ για τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ). Η απόφαση αυτή ελήφθη καθώς η ΕΕ, ο Συντονιστής Έκτακτης Βοήθειας των Ηνωμένων Εθνών και ο Επίτροπος της Αφρικανικής Ένωσης για την Υγεία, τις Ανθρωπιστικές Υποθέσεις και την Κοινωνική Ανάπτυξη, συνδιοργάνωσαν εκδήλωση στρογγυλής τραπέζης υψηλού επιπέδου αναφορικά με την δραματική επιδείνωση της ανθρωπιστικής κατάστασης στην ανατολική ΛΔΚ.[18]
Τα φάρμακα διατίθενται στα φαρμακεία, κέντρα υγείας, γενικά νοσοκομεία, εξειδικευμένα κέντρα, κλινικές και φαρμακεία για τη θεραπεία ορισμένων ασθενειών όπως η φυματίωση, η ελονοσία, η ηπατίτιδα, τα παιδικά ασθένειες, HIV.[19]
Σύμφωνα με την έκθεση του IOM που καλύπτει το έτος 2021, στην Κινσάσα ειδικότερα, είναι εύκολο να πάει κανείς σε ένα ιατρείο, ένα ιατρικό κέντρο ή σε ιδιωτικό και δημόσιο νοσοκομείο για θεραπεία λόγω της εγγύτητάς τους στις αστικές περιοχές. Η πρόσβαση στα φάρμακα είναι επίσης εύκολη λόγω του πλήθους των φαρμακείων και της εγγύτητάς τους στις νοσοκομειακές εγκαταστάσεις. Η θεραπεία είναι λιγότερο δαπανηρή στα δημόσια νοσοκομεία και πιο ακριβή στα ιδιωτικά. Είναι δύσκολο για την πλειονότητα του πληθυσμού να επωφεληθεί από την ποιοτική περίθαλψη λόγω της χαμηλής αγοραστικής δύναμης του πληθυσμού.[20]
Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως τις υποθέσεις M’Bodj (C-542/13) και M.P. (C-353/16), για να στοιχειοθετηθεί σοβαρή βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 15(β) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ – όπως αυτή ενσωματώνεται στο εθνικό δίκαιο μέσω του άρθρου 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου – απαιτείται η επίμαχη μεταχείριση να απορρέει από πράξη ή παράλειψη φορέα σοβαρής βλάβης. Δεν αρκεί, συνεπώς, η ύπαρξη γενικών ή διαρθρωτικών ελλείψεων στο σύστημα υγείας της χώρας καταγωγής ούτε η ενδεχόμενη οικονομική δυσχέρεια πρόσβασης σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, εφόσον δεν αποδεικνύεται πρόθεση στέρησης φροντίδας ή στοχευμένη δυσμενής μεταχείριση εις βάρος του αιτητή.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο αποδέχεται ότι ο Αιτητής πάσχει από πρόβλημα υγείας. Ωστόσο, δεν προκύπτει ότι η κατάσταση αυτή απορρέει ή ενδέχεται να απορρεύσει από πράξη ή παράλειψη κρατικού ή μη κρατικού φορέα που να συνιστά σοβαρή βλάβη κατά την έννοια της ανωτέρω νομοθεσίας. Οι ισχυρισμοί του Αιτητή περί δυσχέρειας πρόσβασης σε κατάλληλη ιατρική φροντίδα στη χώρα καταγωγής του συνδέονται πρωτίστως με γενικές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες και όχι με οποιαδήποτε στοχευμένη ή διακριτική μεταχείριση εις βάρος του. Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι στη χώρα καταγωγής του Αιτητή απουσιάζει πλήρως η ιατρική περίθαλψη ή ότι δεν υφίσταται δυνατότητα πρόσβασης σε θεραπεία για τη συγκεκριμένη πάθηση. Αντιθέτως, από τις διαθέσιμες πληροφορίες προκύπτει ότι, παρά τις δομικές αδυναμίες και τους οικονομικούς περιορισμούς του συστήματος υγείας, ιατρικές υπηρεσίες και φαρμακευτική αγωγή παρέχονται, ιδίως σε αστικά κέντρα όπως η Κινσάσα.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σύμφωνα με την οποία μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις δύναται η επιστροφή αλλοδαπού με σοβαρή ασθένεια να αντίκειται στο άρθρο 3 της ΕΣΔΑ. Ειδικότερα, απαιτείται να αποδεικνύεται ότι η επιστροφή θα οδηγήσει σε ταχεία και μη αναστρέψιμη επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του ή σε πρόωρο θάνατο λόγω ουσιώδους έλλειψης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης στη χώρα προορισμού βλ. Paposhvili v. Belgium, αρ. 41738/10, Savran v. Denmark, αρ. 57467/15, M.O. v. Switzerland, αρ. 41282/16).. Στην παρούσα υπόθεση, από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι η ιατρική κατάσταση του Αιτητή πληροί το αυξημένο αυτό κατώφλι σοβαρότητας.
Εξάλλου, όπως επισημάνθηκε και στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-663/21, η αρχή της μη επαναπροώθησης διακρίνεται από τη χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας, καθότι η τελευταία προϋποθέτει σκοπούμενη κακομεταχείριση ή παρέμβαση συγκεκριμένου φορέα σοβαρής βλάβης και όχι απλή αδυναμία ή ανεπάρκεια του συστήματος υγείας της χώρας καταγωγής.
Υπό το σύνολο των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή περί ιατρικών προβλημάτων ορθώς εξετάστηκαν και αιτιολογημένα απορρίφθηκαν από τη Διοίκηση. Δεν προκύπτει ότι η ιατρική του κατάσταση εμπίπτει στον ορισμό του πρόσφυγα κατά τα άρθρα 3 έως 3Δ του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε τεκμηριώνεται η ύπαρξη σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(β) του Νόμου. Περαιτέρω, δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικό και εξατομικευμένο εμπόδιο επιστροφής δυνάμει του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, το οποίο να απορρέει από ενδεχόμενη επιδείνωση της υγείας του λόγω ανεπάρκειας κατάλληλης ιατρικής φροντίδας στη χώρα καταγωγής.
Συνεπώς, ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε οποιοδήποτε καθεστώς διεθνούς προστασίας ούτε προκύπτει περίπτωση απαγόρευσης απομάκρυνσης για λόγους υγείας υπό το φως του ενωσιακού και διεθνούς δικαίου προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση κατά πόσον, στη βάση των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, κατά την έννοια του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000, ως εκάστοτε τροποποιείται.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 19(2)(α) του Νόμου, σοβαρή βλάβη συνιστά η επιβολή ή εκτέλεση θανατικής ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής αντιμετωπίζει οποιονδήποτε τέτοιο κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Ούτε ο ίδιος προέβαλε συγκεκριμένους ισχυρισμούς περί επιβολής ή ενδεχόμενης επιβολής θανατικής ποινής εις βάρος του, ούτε προκύπτει από τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης ότι υφίσταται οποιαδήποτε σχετική διαδικασία ή απειλή κατά της ζωής του υπό τη μορφή της θανατικής ποινής.
Αναφορικά με το άρθρο 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο αφορά τον πραγματικό κίνδυνο υποβολής σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η εξέταση του εν λόγω κινδύνου πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένα και εξατομικευμένα στοιχεία που να αφορούν τον ίδιο τον αιτητή. Στην παρούσα περίπτωση, ο μόνος ουσιώδης ισχυρισμός που έγινε αποδεκτός αφορά τα προσωπικά στοιχεία, την ταυτότητα και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή. Αντιθέτως, ο ισχυρισμός του περί σύλληψης, καταδίκης και κράτησης στη χώρα καταγωγής του κρίθηκε ως αναξιόπιστος και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για σκοπούς αξιολόγησης του ενδεχόμενου κινδύνου σοβαρής βλάβης.
Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής αντιμετωπίζει προσωπικό και πραγματικό κίνδυνο να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία σε περίπτωση επιστροφής του στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Περαιτέρω, όπως ήδη εξετάστηκε ανωτέρω, η κατάσταση της υγείας του Αιτητή, μολονότι λήφθηκε υπόψη, δεν τεκμηριώνει την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου, καθότι δεν προκύπτει ότι η ενδεχόμενη επιστροφή του θα συνεπαγόταν μεταχείριση που να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19(2)(β) του Νόμου ή του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, στη βάση των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και των διαθέσιμων πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των άρθρων 19(2)(α) και 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Το Δικαστήριο εξετάζει περαιτέρω κατά πόσον η επιστροφή του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του θα συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο απαγορεύει απολύτως τα βασανιστήρια και την απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, για να στοιχειοθετηθεί παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ σε περίπτωση απομάκρυνσης αλλοδαπού, απαιτείται η ύπαρξη πραγματικού, σοβαρού και αποδεδειγμένου κινδύνου ότι το πρόσωπο θα υποστεί μεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο αυτό στη χώρα επιστροφής. Το βάρος απόδειξης φέρει ο αιτητής, ο οποίος οφείλει να προσκομίσει συγκεκριμένα και αξιόπιστα στοιχεία ικανά να καταδείξουν ότι ο κίνδυνος είναι εξατομικευμένος και όχι γενικός ή υποθετικός (βλ. Soering κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. προσφ. 14038/88, απόφ. 7.7.1989· Saadi κατά Ιταλίας, αρ. προσφ. 37201/06, απόφ. 28.2.2008· N. κατά Φινλανδίας, αρ. προσφ. 38885/02, απόφ. 26.7.2005· F.G. κατά Σουηδίας [Ολομ.], αρ. προσφ. 43611/11, απόφ. 23.3.2016).
Στην παρούσα περίπτωση, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει την ύπαρξη τέτοιου εξατομικευμένου κινδύνου. Οι ισχυρισμοί του περί σύλληψης, καταδίκης και κράτησής του στη χώρα καταγωγής του κρίθηκαν, για τους λόγους που έχουν ήδη αναλυθεί, ως αναξιόπιστοι και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για την αξιολόγηση του ενδεχόμενου κινδύνου μεταχείρισης αντίθετης προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ. Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου και τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής του δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής, λόγω των προσωπικών του χαρακτηριστικών ή των ατομικών του περιστάσεων, διατρέχει πραγματικό και άμεσο κίνδυνο να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση σε περίπτωση επιστροφής του στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.
Επιπλέον, όπως ήδη εξετάστηκε ανωτέρω, ούτε η κατάσταση της υγείας του Αιτητή δύναται να θεμελιώσει τέτοιο κίνδυνο, καθότι από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι η επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του θα συνεπαγόταν τέτοια επιδείνωση της υγείας του που να φθάνει το υψηλό κατώφλι σοβαρότητας που απαιτείται από τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν στοιχειοθετείται στην παρούσα υπόθεση παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του.
Αναφορικά με το ενδεχόμενο υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C 285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011, αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζουσα βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, ,ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Σημειώνεται ωστόσο κατά την πρόσφατη απόφαση C-901/19, CF και DN, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχετική εκτίμηση απαιτεί ποιοτική και ποσοτική αξιολόγηση της γεωγραφικής έκτασης, της έντασης των βιαιοτήτων και της φύσης των επιθέσεων.
Ειδικότερα σύμφωνα με την πλέον πρόσφατη απόφαση 901/19 του ΔΕΕ (CF & DN Judgement) αναφορικά με το άρθρο 15γ της Οδηγίας 2011/95 «το άρθρο 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει την ερμηνεία εθνικής ρυθμίσεως, σύμφωνα με την οποία, όταν ένας άμαχος δεν αποτελεί ειδικά στοχοποιημένο πρόσωπο λόγω ιδιαίτερων προσωπικών περιστάσεων, η διαπίστωση σοβαρής και ατομικής απειλής για τη ζωή ή το πρόσωπο του εν λόγω πολίτη λόγω "αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις ... ένοπλης συγκρούσεως", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι η αναλογία μεταξύ του αριθμού των θυμάτων στη σχετική περιοχή και του συνολικού αριθμού των ατόμων που απαρτίζουν τον πληθυσμό της περιοχής αυτής αγγίζει ένα καθορισμένο όριο» (σκέψη 37).
Περαιτέρω έκρινε ότι «το άρθρο 15, στοιχείο γ', της οδηγίας 2011/95 έχει την έννοια ότι, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υφίσταται "σοβαρή και ατομική απειλή", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, απαιτείται συνολική εκτίμηση όλων των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, ιδίως εκείνων που χαρακτηρίζουν την κατάσταση της χώρας καταγωγής του αιτητή» (σκέψη 45). «Ως επιμέρους στοιχεία που ενδεχομένως θα μπορούσαν να ληφθούν υπ' όψιν προτείνονται τα εξής: η ένταση των ένοπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκόμενων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύγκρουσης, καθώς και άλλα όπως η γεωγραφική έκταση της περιοχής όπου εκδηλώνεται αδιάκριτη βία, ο πραγματικός προορισμός του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη σχετική χώρα ή περιοχή και οι δυνητικά στοχευμένες επιθέσεις κατά αμάχων που πραγματοποιούνται από τα μέρη της σύγκρουσης» (βλ. σκέψη 43).
Προκειμένου δε να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, του Αιτητή θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής του Αιτητή.
Σχετικά με την γενικότερη κατάσταση ασφαλείας της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, το War Watch [πρώην Rule of Law in Armed Conflicts project (RULAC)] της Ακαδημίας Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Γενεύης, στην επισκόπησή του για την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ, η οποία ενημερώθηκε τον Φεβρουάριο του 2023, ανέφερε ότι η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) εμπλέκεται σε αρκετές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις στο έδαφός της εναντίον ορισμένων ένοπλων ομάδων στο Ιτούρι, το Κασάι και το Κίβου, ενώ δεν αναφέρονται ενεργές μη κρατικές ένοπλες ομάδες στην Κινσάσα.[21]
Μια έκθεση του CEDOCA για το 2025 αναφέρει ότι: «Όσον αφορά την Κινσάσα, αναφέρθηκαν σποραδικά περιστατικά ασφαλείας κατά τη διάρκεια του 2024, συμπεριλαμβανομένων διαδηλώσεων, απόπειρας πραξικοπήματος, απόδρασης από τη φυλακή Μακάλα και ορισμένων περιστατικών στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Μαλούκου λόγω της σύγκρουσης που λαμβάνει χώρα στη γειτονική επαρχία Μάι-Ντόμπε. Το Κοινό Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών θεωρεί την επαρχία Κινσάσα ανεπηρέαστη από ένοπλες συγκρούσεις. Από την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά το 2025, εκτός από διαδηλώσεις εναντίον δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σημαντικά περιστατικά ασφαλείας στην Κινσάσα». [22]
Παρατίθενται τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα για τα περιστατικά ασφαλείας στην επαρχία της Κινσάσα. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά την περίοδο 09/01/2025 - 09/01/2026, σημειώθηκαν 153 περιστατικά ασφαλείας με 56 απώλειες, εκ των οποίων τα 51 κωδικοποιήθηκαν ως διαδηλώσεις (0 απώλειες), 47 ως πολιτική βία (56 απώλειες), τα 4 ως εξεγέρσεις (0 απώλειες), 16 ως καταστολές (7 απώλειες) και 22 ως τρομοκρατικές δραστηριότητες (39 απώλειες).[23] Σημειώνεται δε ότι οι 56 απώλειες που καταγράφονται εμπίπτουν παραλλήλως σε περιστατικά πολιτικής βίας, καταστολής και τρομοκρατικών δραστηριοτήτων.
Υπό το φως των ανωτέρω αρχών και λαμβάνοντας υπόψη τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, το Δικαστήριο προχώρησε σε συνολική εκτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και ειδικότερα στην επαρχία της Κινσάσα, από όπου κατάγεται και στην οποία αναμένεται να επιστρέψει.
Από τις προαναφερθείσες πηγές πληροφόρησης προκύπτει ότι, παρότι στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό εξακολουθούν να υφίστανται ένοπλες συγκρούσεις, αυτές εντοπίζονται κυρίως σε συγκεκριμένες περιοχές της χώρας, όπως το Ιτούρι, το Κασάι και οι επαρχίες του Κίβου, όπου δρουν διάφορες ένοπλες ομάδες. Αντιθέτως, δεν προκύπτει ότι στην επαρχία της Κινσάσα υφίσταται ενεργή ένοπλη σύρραξη ή παρουσία οργανωμένων μη κρατικών ένοπλων ομάδων.
Περαιτέρω, από τις διαθέσιμες πληροφορίες προκύπτει ότι η επαρχία της Κινσάσα θεωρείται σε γενικές γραμμές ανεπηρέαστη από τις ένοπλες συγκρούσεις που λαμβάνουν χώρα στο ανατολικό τμήμα της χώρας. Τα περιστατικά ασφαλείας που καταγράφονται στην περιοχή είναι κυρίως σποραδικού χαρακτήρα και συνδέονται με πολιτικές διαδηλώσεις, μεμονωμένα περιστατικά εγκληματικότητας ή περιστασιακές εντάσεις, χωρίς να συνιστούν κατάσταση γενικευμένης ή αδιάκριτης βίας στο πλαίσιο ένοπλης σύρραξης.
Τα ποσοτικά δεδομένα που καταγράφονται σε βάσεις δεδομένων περιστατικών ασφαλείας επιβεβαιώνουν ότι τα περιστατικά βίας στην επαρχία της Κινσάσα είναι περιορισμένης έκτασης και έντασης, ενώ σημαντικό μέρος αυτών αφορά διαδηλώσεις ή περιστατικά πολιτικής έντασης που δεν συνοδεύονται από απώλειες αμάχων. Τα καταγεγραμμένα περιστατικά δεν καταδεικνύουν επίπεδο βίας τέτοιας έντασης ώστε να δημιουργείται, αφ’ εαυτής, πραγματικός κίνδυνος για κάθε άμαχο πρόσωπο που βρίσκεται στην περιοχή.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι το επίπεδο βίας που επικρατεί στην Κινσάσα δεν φθάνει στο υψηλό κατώφλι που απαιτείται από το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, όπως αυτό ερμηνεύεται υπό το φως της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε η απλή παρουσία ενός αμάχου στην περιοχή να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον τα ιδιαίτερα προσωπικά χαρακτηριστικά του Αιτητή δύνανται να αυξήσουν τον κίνδυνο έκθεσής του σε σοβαρή και προσωπική απειλή κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου δεν προκύπτει οποιαδήποτε επιβαρυντική, ευάλωτη ή ειδική συνθήκη που να διαφοροποιεί ουσιωδώς τη θέση του Αιτητή από εκείνη του γενικού πληθυσμού της περιοχής επιστροφής του. Αντιθέτως, πρόκειται για ενήλικο άτομο σε παραγωγική ηλικία, με βασικό μορφωτικό επίπεδο και ικανότητα αυτόνομης διαβίωσης, ο οποίος δεν επικαλέστηκε ιδιότητες ή χαρακτηριστικά που να τον καθιστούν ιδιαίτερα ευάλωτο ή στοχοποιημένο.
Περαιτέρω, λαμβάνεται υπόψη ότι ο Αιτητής διατηρεί οικογενειακούς δεσμούς τόσο στη χώρα καταγωγής του όσο και στο εξωτερικό, γεγονός που δύναται να συμβάλει στην κοινωνική του επανένταξη σε περίπτωση επιστροφής. Οι δε ισχυρισμοί του περί προβλημάτων υγείας, όπως ήδη εξετάστηκαν ανωτέρω, δεν συνιστούν παράγοντα που να τον καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτο υπό το πρίσμα του άρθρου 19(2)(γ), ελλείψει στοιχείων που να καταδεικνύουν ότι η κατάσταση της υγείας του τον καθιστά ανίκανο να διαβιώσει στη χώρα καταγωγής του ή ότι αυξάνει τον κίνδυνο έκθεσής του σε αδιάκριτη βία.
Υπό τα δεδομένα αυτά, ούτε οι γενικότερες συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή καταγωγής του Αιτητή ούτε οι προσωπικές του περιστάσεις, εξεταζόμενες σωρευτικά, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υφίσταται πραγματικός κίνδυνος σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Υπό το φως του συνόλου των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου είναι επαρκώς αιτιολογημένη και σύμφωνη με το εφαρμοστέο εθνικό και ενωσιακό δίκαιο. Ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000, ούτε προκύπτει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(α), (β) ή (γ) του ίδιου Νόμου. Περαιτέρω, δεν στοιχειοθετείται ότι η επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του θα συνεπαγόταν πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο μεταχείρισης αντίθετης προς το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Κατά συνέπεια, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε πλάνη περί τα πράγματα, έλλειψη δέουσας έρευνας ή ανεπαρκής αιτιολογία εκ μέρους της Διοίκησης που να δικαιολογεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης. (βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.1996· Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.1997· Motorways Ltd v. Δημοκρατίας, ημερ. 25.6.1999, βλ. Ηροδότου ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 220· Δημοκρατία ν. Χατζηγεωργίου (1994) 3 Α.Α.Δ. 574· Παπαδόπουλος ν. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων (1990) 3 Α.Α.Δ. 262).
Υπό το φως των ανωτέρω, δεν στοιχειοθετείται νομικά ή πραγματικά οποιοσδήποτε λόγος ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης.
Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1.000 εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση.
Δ.ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ , Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] EUAA Evidence and credibility assessment Judicial Analysis_2nd edition 2023.
[2] EUAA, Judicial Analysis: Evidence and Credibility Assessment in the Context of the CEAS, 2η έκδοση, 2023, σ. 126–127.
[3] Human Rights Watch DR Congo: Repression Escalates Crackdown on Media, Dissent, Protests January 28, 2021 https://www.hrw.org/news/2021/01/28/dr-congo-repression-escalates
[4] USDOS - US Department of State: 2024 Country Reports on Human Rights Practices: Republic of the Congo, 12 August 2025
https://www.ecoi.net/en/document/2128540.html
[5] Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Democratic Republic of the Congo 2024, 29 April 2025
https://www.ecoi.net/en/document/2124713.html
[6] HRW - Human Rights Watch: DR Congo: Investigate Prison Deaths, Sexual Violence, 6 September 2024
https://www.ecoi.net/en/document/2114878.html
[7] EYAA- COI QUERY- DEMOCRATIC REPUBLIC OF THE CONGO- Prison conditions in Kinshasa- anuary 2022 to 5 March 2024 https://www.ecoi.net/en/file/local/2106182/2024_03_EUAA_COI_Query_Response_Q23_Democratic_Republic_of_Congo_DRC_Prison_conditions_in_Kinshasa.pdf
[8] Βλ. High Court (Ireland), judgment of 24 July 2009, IR v Minister for Justice Equality & Law Reform & anor, [2009] IEHC 353, para. 11, principle 4, συνεκδικαζόμενες υποθέσεις ασύλου, τις C-608/22 (AH) και C-609/22 (FN) σκ.65 και 66
[9] Α.Α. κατά Ελβετίας, Application No. 58802/12, Ιανουαρίου 7, 2014, σκ.39
[10] https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/EASO-Evidence-and-Credibility-Assessment-JA-EL.pdf
[11] C-148/13 έως C-150/13 (A, B και C) σκ 5,57, 73,77,88, 103, 107
[12] WHO, Health topics – Hepatitis, 2024 available at: https://www.afro.who.int/health-topics/hepatitis (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/01/2026).
[13] WHO, Fact-sheet Hepatitis B, 9 April 2024, available at: https://www.afro.who.int/health-topics/hepatitis (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/01/2026).
[14] WHO, Health topics – Hepatitis, 2024 available at: https://www.afro.who.int/health-topics/hepatitis (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/01/2026).
[15] Kalambay, H., and Van Lerberghe,W., Improving Health System Efficiency, World Health Organization, Σεπτέμβριος 2015, https://iris.who.int/bitstream/handle/10665/186673/WHO_HIS_HGF_CaseStudy_15.4_eng.pdf?isAllowed=y&sequence=1, σ. 9 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/01/2026).
[16] IOM, Democratic Republic of the Congo- Country Factsheet, 2021, February 2022, (document version: in French), διαθέσιμο στο: https://iompwesagerrfg001.blob.core.windows.net/rfg/CFS%202021_RDC_FR.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/01/2026).
[17] Ό.π., Kalambay, σ. 7.
[18] UNHCR - UN High Commissioner for Refugees, published by ReliefWeb: Regional External Update #10; Southern Africa Region; Eastern DRC Situation; 04 April 2025, 4 April 2025, διαθέσιμο στο:
https://reliefweb.int/attachments/7660aa1a-42d9-449b-93ff-7a6a15c37d9e/10%20DRC%20Situation%20External%20Update%20%2310%20-%2004%20April%202025%20Final.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/01/2026).
[19] IOM, Democratic Republic of the Congo- Country Factsheet, 2021, February 2022, https://files.returningfromgermany.de/files/CFS%202021_DRC_ENG.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/01/2026).
[20] IOM, Democratic Republic of the Congo- Country Factsheet, 2021, February 2022, https://files.returningfromgermany.de/files/CFS%202021_DRC_ENG.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/01/2026).
[21] War Watch, Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, July 2023 – June 2025, updated on 19 January 2026, διαθέσιμο στο: https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/classification/ [ημερομηνία πρόσβασης 22/01/2026].
[22] CEDOCA, COI FOCUS: Republique Democratique du Congo : Situaction sécuritaire, 25 February 2025, διαθέσιμο στο: https://coi.euaa.europa.eu/administration/belgium/PLib/COI_Focus_RDC_Situation_s%C3%A9curitaire_20250225.pdf [ημερομηνία πρόσβασης 22/01/2026].
[23]Προσαρμοσμένη έρευνα στο στην βάση ACLED Explorer, ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, διαθέσιμο στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/explorer/, βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Event Types (Demonstrations, Political Violence, Insurgency, Atrocities, Repression, Terrorist Activity, Foreign Military Engangement), Defalt Date Range: Past Year (Last update 09/01/2026), COUNTRY: Democratic Republic of the Congo, ADMIN UNIT: Kinshasa, [ημερομηνία πρόσβασης 22/01/2026].
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο