ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
30 Μαρτίου 2026
[Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, ΔΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Α.Μ.Ρ.
Αιτήτρια
-και-
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,
μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
....................
Ε. Χαραλάμπους (κα) για Λάζου – Μασούρα- Χαραλάμπους ΔΕΠΕ, Δικηγόροι της Αιτήτριας
Α. Αναστασιάδη (κα), Δικηγόρος για τους Kαθ' ων η αίτηση.
Αιτήτρια παρούσα
ΑΠΟΦΑΣΗ
Δ. Κατσαρίδης Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η Αιτήτρια, με την παρούσα προσφυγή, αιτείται την ακύρωση της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση, ημερομηνίας 17/08/2022, η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτήν στις 12/10/2022, δυνάμει της οποίας έλαβε γνώση της απόρριψης της αίτησής της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου.
Γεγονότα
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρίστηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο, η οποία εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τα πραγματικά περιστατικά της υπό εξέταση υπόθεσης έχουν ως ακολούθως:
Η Αιτήτρια είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής «ΛΔΚ») και υπέβαλε αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας στις 28/09/2021. Στις 25/07/2022, η Αιτήτρια υπεβλήθη σε συνέντευξη από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Κατά την ίδια ημερομηνία, η εν λόγω λειτουργός συνέταξε Έκθεση και Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με τη συνέντευξη της Αιτήτριας.
Ακολούθως, στις 17/08/2022, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας. Στις 12/10/2022, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολόγηση της απόφασής της επί του αιτήματος της Αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από την Αιτήτρια αυθημερόν.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Η συνήγορος της Αιτήτριας, με την καταχωρισθείσα προσφυγή, προέβαλε πλείονες λόγους ακύρωσης, οι οποίοι, ωστόσο, δεν αναπτύχθηκαν περαιτέρω διά της γραπτής αγόρευσης. Στο πλαίσιο της γραπτής της αγόρευσης, η συνήγορος παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης και υποστηρίζει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να διεξαγάγουν δέουσα έρευνα και να αξιολογήσουν την αίτηση της Αιτήτριας κατά τρόπο αντικειμενικό, εξατομικευμένο και αμερόληπτο.
Ειδικότερα, προβαίνει σε σχολιασμό των ευρημάτων της αρμόδιας λειτουργού, η οποία συνέταξε την εισηγητική έκθεση, ιδίως ως προς τα σημεία της συνέντευξης στα οποία η Αιτήτρια κρίθηκε αναξιόπιστη. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν προέβησαν σε επαρκή εξέταση της αίτησης, ήτοι δεν εκτίμησαν τα πραγματικά περιστατικά και την αξιοπιστία της Αιτήτριας υπό το πρίσμα των αρχών και κριτηρίων που διέπουν τον καθορισμό του καθεστώτος του πρόσφυγα, παραπέμποντας συναφώς στις διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου καθώς και στο Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες.
Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι η αξιολόγηση κινδύνου που διενεργήθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση είναι εσφαλμένη και παραπλανητική, τονίζοντας ότι η παρελθούσα δίωξη την οποία υπέστη η Αιτήτρια αποτελεί στοιχείο υψίστης σημασίας για την εκτίμηση της πιθανότητας μελλοντικής δίωξης. Προς ενίσχυση των ισχυρισμών της, παραπέμπει σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τη μεταχείριση μόνων γυναικών.
Επιπροσθέτως, στο πλαίσιο εξέτασης της δυνατότητας παροχής συμπληρωματικής προστασίας, προβάλλεται ότι η Αιτήτρια έχει υποβληθεί σε μεταχείριση δυνάμενη να χαρακτηριστεί ως βασανιστήρια ή ως σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, στοιχεία τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, δεν διερευνήθηκαν δεόντως σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 15 του περί Προσφύγων Νόμου. Τέλος, υποστηρίζεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος πρόσφυγα, καθότι η Αιτήτρια εμπίπτει στον ορισμό μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας.
Από την άλλη πλευρά, η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση υποστήριξε τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και ισχυρίστηκε ότι οι λόγοι ακύρωσης που προβάλλονται από την Αιτήτρια είναι γενικοί και αόριστοι, κατά παράβαση του Κανονισμού 7 των περί Διαδικασίας Κανονισμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962, και, ως εκ τούτου, δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι οι λόγοι ακύρωσης που δεν αναπτύσσονται επαρκώς και δεν εξειδικεύονται στη γραπτή αγόρευση θεωρούνται, κατά τη νομολογία, εγκαταλειφθέντες.
Επιπλέον, προβάλλεται ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να θεμελιώσει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας ή πολιτικών πεποιθήσεων, όπως απαιτείται από το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Οι Καθ’ ων η αίτηση τονίζουν, περαιτέρω, ότι, ακόμη και βάσει των ιδίων ισχυρισμών της Αιτήτριας, τα προβαλλόμενα περιστατικά δεν στοιχειοθετούν λόγο υπαγωγής στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθότι δεν εμπίπτουν στους λόγους που προβλέπονται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951, ούτε δικαιολογούν την παροχή συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου.
Καταληκτικά, υποστηρίζεται ότι η επίδικη απόφαση εκδόθηκε νομίμως, κατόπιν δέουσας έρευνας, είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και ότι το αρμόδιο όργανο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί τα πράγματα, καταλήγοντας ευλόγως στο επίμαχο συμπέρασμα βάσει του ενώπιόν του υλικού.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Καταρχάς, και σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι λόγοι προσφυγής οι οποίοι δεν αναπτύσσονται στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης του εκάστοτε αιτητή θεωρούνται εγκαταλειφθέντες. Το ίδιο ισχύει και για τους λόγους ως προς τους οποίους δεν προβάλλεται οποιαδήποτε επιχειρηματολογία προς υποστήριξή τους (βλ. συναφώς Υπόθεση Αρ. 692/89, Level Tachexcavators Ltd v. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας, ημερ. 17.12.1990, (1990) 3 Α.Α.Δ. 4407, Α.Ε. Αρ. 2421, Kokos Athanasiou Motors Ltd v. Δημοκρατίας, ημερ. 24.1.2000, (2000) 3 Α.Α.Δ. 21, Υπόθεση Αρ. 1073/2004, Γεωργία Αντωνίου κ.ά. ν. Δημοκρατίας, ημερ. 6.2.2007).
πό το φως της ανωτέρω νομολογίας, οι λόγοι προσφυγής που παρατίθενται ως τίτλοι στο εισαγωγικό δικόγραφο, πλην όμως δεν προωθούνται ή δεν αναπτύσσονται επαρκώς μέσω της γραπτής αγόρευσης της Αιτήτριας, θεωρούνται εγκαταλειφθέντες.
Περαιτέρω, συμφωνώ με τα όσα προβάλλουν οι Καθ’ ων η Αίτηση διά της γραπτής τους αγόρευσης, ήτοι ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι ακύρωσης δεν εγείρονται σύμφωνα με τον Κανονισμό 7 των Διαδικαστικών Κανονισμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962, ο οποίος επιβάλλει σε κάθε διάδικο την υποχρέωση να εκθέτει, διά των εγγράφων προτάσεών του, τα νομικά σημεία επί των οποίων στηρίζεται, καθώς και να τα αιτιολογεί πλήρως. Ζητήματα τα οποία δεν έχουν τεθεί με σαφήνεια και ακρίβεια στην προσφυγή δεν δύνανται να εξεταστούν από το Δικαστήριο (βλ. Αντρέας Αζίνας v. Κυπριακής Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 508 και Κρητιώτη v. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 778).
Συναφώς, απαιτείται η συγκεκριμενοποίηση και πλήρης αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως, προκειμένου οι προβαλλόμενοι λόγοι ακύρωσης να δύνανται να τύχουν δικαστικής εξέτασης (βλ. Ζωμενή Παντελίδου v. Α.Η.Κ., Υποθ. Αρ. 108/2006, ημερ. 26.7.2007). Μόνον στοιχειοθετημένοι λόγοι ακύρωσης μπορούν να παράσχουν έρεισμα για την ακύρωση της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης (βλ. Χριστόδουλος Μιχαήλ κ.ά. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 107/2017, ημερ. 11.12.2017).
Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι η ανάπτυξη των νομικών ισχυρισμών στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης της Αιτήτριας δεν συνάδει με τον Κανονισμό 6 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, καθότι η αγόρευση δεν διαρθρώνεται σε διακριτές παραγράφους ανά νομικό σημείο, αλλά παρατίθεται ως ενιαίο κείμενο, πρακτική η οποία δυσχεραίνει τον δικαστικό έλεγχο.
Η προσέγγιση αυτή βρίσκει έρεισμα και σε πρόσφατη νομολογία του Εφετείου, όπου επισημάνθηκε ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να εικάζει τη σύνδεση μεταξύ των προβαλλόμενων ισχυρισμών και των δικογραφημένων λόγων, ούτε να εξετάζει ζητήματα που εκφεύγουν του πλαισίου αυτών (βλ. C.J.A. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 49/2024, ημερ. 18.2.2026). Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο δεν δύναται να υποκαθιστά τον διάδικο στην οργάνωση και ανάπτυξη των ισχυρισμών του, ούτε να εξετάζει ισχυρισμούς που δεν έχουν δεόντως δικογραφηθεί.
Επιπλέον, για να καταστεί ένα ζήτημα επίδικο, θα πρέπει να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να υποστηρίζεται με επαρκή επιχειρηματολογία (βλ. Μαραγκός v. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671). Στην προκειμένη περίπτωση, δεν παρατηρείται τέτοια επαρκής ανάπτυξη.
Περαιτέρω, για να καταδειχθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά μιας συγκεκριμένης περίπτωσης επισύρουν τις έννομες συνέπειες του κανόνα δικαίου που φέρεται ως παραβιασθείς, απαιτείται, αφενός, ανάλυση των σχετικών νομικών εννοιών και, αφετέρου, αξιολόγηση των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών υπό το φως των εφαρμοστέων διατάξεων.
Κατόπιν των ανωτέρω, και παρά τον τρόπο διατύπωσης των ισχυρισμών στη γραπτή αγόρευση της Αιτήτριας, παρατηρώ ότι η συνήγορος αυτής δεν περιορίζεται στην επίκληση διαδικαστικών πλημμελειών, αλλά προβαίνει κατ’ ουσίαν σε ανάπτυξη επιχειρηματολογίας αναφορικά με την ορθότητα της επίδικης διοικητικής πράξης, ισχυριζόμενη ότι η Αιτήτρια εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των σχετικών διατάξεων περί διεθνούς προστασίας και ότι η αίτησή της απορρίφθηκε εσφαλμένα.
Υπό το πρίσμα αυτό, και λαμβανομένης υπόψη της φύσης της παρούσας διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε έλεγχο νομιμότητας, αλλά διαθέτει πλήρη δικαιοδοσία εξέτασης της υπόθεσης επί της ουσίας. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018), και ιδίως κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11(2) και (3) αυτού, το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάζει τόσο τη νομιμότητα όσο και την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ως εκ τούτου, ανεξαρτήτως της δικονομικής διατύπωσης των λόγων ακύρωσης, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην ουσιαστική εξέταση των προβαλλόμενων ισχυρισμών, όπως αυτοί αναπτύσσονται στη γραπτή αγόρευση της Αιτήτριας, περιλαμβανομένων των ζητημάτων που άπτονται της αξιολόγησης της αξιοπιστίας και της εκτίμησης του μελλοντικού κινδύνου.
Έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. Περαιτέρω η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα (βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371,Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).
Το Δικαστήριο στο πλαίσιο ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).
Σύμφωνα με τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο οποίος καταχωρίστηκε ως Τεκμήριο 1, η Αιτήτρια, κατά τη συμπλήρωση της αίτησης διεθνούς προστασίας, ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω απειλών κατά της ζωής της και αισθήματος ανασφάλειας, συνεπεία εξαναγκαστικού γάμου (βλ. ερ. 1 και 27 δ.φ.).
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της και αναφορικά με τα προσωπικά της στοιχεία, η Αιτήτρια δήλωσε ως τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής την πόλη Kinshasa. Ως προς το οικογενειακό της περιβάλλον, ανέφερε ότι οι γονείς της και τα τρία αδέλφια της διαμένουν στην Kinshasa, ενώ διατηρεί και ευρύτερο οικογενειακό δίκτυο.
Περαιτέρω, δήλωσε ότι απέκτησε δύο θυγατέρες με τον πρώην σύζυγό της, με τον οποίο διέμενε από το 2012 έως τον Φεβρουάριο του 2021 στην Kinshasa. Ως προς το εκπαιδευτικό και επαγγελματικό της υπόβαθρο, η Αιτήτρια είναι απόφοιτη τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και, για περίοδο δύο ετών, εκπαιδευόταν σε εργαστήριο χωρίς αμοιβή.
Τέλος, ανέφερε ότι εγκατέλειψε νόμιμα τη χώρα καταγωγής της, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την αναχώρησή της (βλ. ερ. 38-40 δ.φ.).
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι οι γονείς της την εξανάγκασαν να συνάψει γάμο με τον θείο της, με σκοπό, κατά τους ισχυρισμούς της, τη διασφάλιση του μέλλοντός της. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι, όταν ενηλικιώθηκε, οι γονείς της της υπέδειξαν ότι είχε έλθει η κατάλληλη στιγμή να παντρευτεί τον εν λόγω συγγενή, πλην όμως η ίδια αρνήθηκε, με αποτέλεσμα να δεχθεί απειλές κατά της ζωής της σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.
Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι, το έτος 2012, ο θείος της επισκέφθηκε την οικογένειά της, προέβη σε συνεννόηση με τους γονείς της και, κατόπιν ανταλλαγής αγαθών και δώρων, συμφωνήθηκε ο γάμος, γεγονός που, κατά τα λεγόμενά της, προκάλεσε ικανοποίηση στην οικογένειά της λόγω της οικονομικής επιφάνειας του εν λόγω προσώπου και της προσδοκώμενης οικονομικής στήριξης.
Κατά τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, από το χρονικό εκείνο σημείο και εντεύθεν, διέμενε με τον σύζυγό της υπό συνθήκες εκμετάλλευσης και κακομεταχείρισης, αναφέροντας ότι υποχρεωνόταν να εκτελεί το σύνολο των οικιακών εργασιών, δεχόταν σωματική βία, περιοριζόταν εντός της οικίας και στερείτο κοινωνικών επαφών. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι ο σύζυγός της επέδειξε συστηματικά επιθετική συμπεριφορά, ουδέποτε ικανοποιούμενος από αυτήν.
Η Αιτήτρια ανέφερε ότι, μετά τη γέννηση της πρώτης θυγατέρας τους, η κατάσταση επιδεινώθηκε περαιτέρω. Όπως ισχυρίστηκε, ενημέρωσε τους γονείς της για την κακομεταχείριση που υφίστατο και τον κίνδυνο που αντιμετώπιζε, πλην όμως εκείνοι, επικαλούμενοι την οικονομική στήριξη που λάμβαναν από τον σύζυγό της, την προέτρεψαν να παραμείνει στη συζυγική οικία.
Επιπλέον, περιέγραψε συγκεκριμένο περιστατικό, κατά το οποίο ο σύζυγός της της έριξε ζεστό νερό, επειδή καθυστέρησε να του ετοιμάσει τσάι, ισχυριζόμενη ότι φέρει ακόμη σχετικά σημάδια. Επανέλαβε ότι, παρά τις επανειλημμένες αναφορές της προς τους γονείς της περί άσκησης βίας και απειλών, δεν έτυχε οποιασδήποτε υποστήριξης, καθότι, κατά τα λεγόμενά της, οι τελευταίοι θεωρούσαν τη συμπεριφορά αυτή ως σύμφωνη με τις τοπικές παραδόσεις.
Περαιτέρω, ανέφερε ότι απευθύνθηκε στις αστυνομικές αρχές, οι οποίες κάλεσαν τον σύζυγό της στον αστυνομικό σταθμό προς συζήτηση του ζητήματος. Ωστόσο, κατά την επιστροφή του, ο σύζυγός της την απείλησε ότι θα την περιορίσει εκ νέου, σε περίπτωση που προσέφευγε εκ νέου στις αρχές, προσθέτοντας ότι επρόκειτο για ισχυρό πρόσωπο με διασυνδέσεις στον πολιτικό χώρο.
Κατά τους ισχυρισμούς της, μετά τη γέννηση της δεύτερης θυγατέρας τους, η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο, αναφέροντας ότι τα ανήλικα τέκνα ήταν παρόντα σε περιστατικά βίας εις βάρος της και, σε ορισμένες περιπτώσεις, υφίσταντο και τα ίδια απειλές ή κακομεταχείριση. Ανέφερε, επίσης, ότι οι γονείς της παρέβλεψαν το γεγονός ότι τα τέκνα της υφίσταντο βία.
Ακολούθως, περιέγραψε τη συμβολή θείας της, η οποία τη συμβούλευσε να εγκαταλείψει τη χώρα και τη βοήθησε στην έκδοση διαβατηρίου. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι, κατά τις περιόδους απουσίας του συζύγου της, αισθανόταν ασφαλής, ενώ με την επιστροφή του η κατάσταση καθίστατο αφόρητη, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να συγκεντρωθεί και να έχει υποστεί, κατά τους ισχυρισμούς της, ψυχολογικά τραύματα.
Τέλος, ισχυρίστηκε ότι, σε ένα εκ των περιστατικών βίας, ο σύζυγός της την κακοποίησε σοβαρά, προκαλώντας της, μεταξύ άλλων, κατάγματα στα δόντια, γεγονός που την οδήγησε σε νοσηλεία. Μετά το περιστατικό αυτό, κατέφυγε στην οικία της θείας της, όπου παρέμεινε κρυμμένη μέχρι την αναχώρησή της από τη χώρα (βλ. ερ. 37-38 δ.φ.). Ερωτηθείσα δε τι φοβάται σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, απάντησε ότι φοβάται ότι ο σύζυγός της θα τη σκοτώσει (βλ. ερ. 36 δ.φ.).
Σε απάντηση διευκρινιστικών ερωτήσεων της αρμόδιας λειτουργού αναφορικά με τον γάμο της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν επρόκειτο περί επίσημου γάμου, αλλά περί οικογενειακής διευθέτησης, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, συνάδει με την παράδοση της φυλής της (Yanzi), σύμφωνα με την οποία η τρίτη θυγατέρα της οικογένειας παντρεύεται κατόπιν σχετικής οικογενειακής συμφωνίας.
Περαιτέρω, ανέφερε ότι από το έτος 2012 διέμενε με τον εν λόγω άνδρα, ότε η ίδια ήταν περίπου 18 ετών, και ότι η σχετική διαδικασία έλαβε χώρα στην οικία του πατέρα της στην Kinshasa. Κληθείσα να περιγράψει τη διαδικασία σύναψης του γάμου, δήλωσε ότι αυτή ήταν απλή και συνίστατο στην κατάρτιση καταλόγου εκ μέρους του πατέρα της, με τα αντικείμενα που ζητούνταν από τον σύζυγό της, η παροχή των οποίων θα ολοκλήρωνε τη συμφωνία (βλ. ερ. 36-χ6-χ16 δ.φ.). Η Αιτήτρια ανέφερε, επίσης, ότι δεν κατέχει οποιοδήποτε έγγραφο που να πιστοποιεί τον εν λόγω γάμο (βλ. ερ. 35-χ1 δ.φ.).
Αναφορικά με τον σύζυγό της, δήλωσε ότι ονομάζεται Fils Tshangu, εργαζόταν ως προσωπικός οδηγός πρέσβη – χωρίς, ωστόσο, να γνωρίζει σε ποια πρεσβεία – και ότι συμβίωσε μαζί του για περίοδο οκτώ ετών (βλ. ερ. 35-χ2, χ3, χ6 δ.φ.).
Κληθείσα να περιγράψει την καθημερινότητά της, ανέφερε ότι ασκούσε καθήκοντα νοικοκυράς, μεριμνούσε για τη μεταφορά της μεγαλύτερης θυγατέρας της στο σχολείο, εκτελούσε τις οικιακές εργασίες και προετοίμαζε το φαγητό, ενώ το βράδυ επέστρεφε ο σύζυγός της. Ισχυρίστηκε ότι ο σύζυγός της ήταν επικίνδυνος και ικανός να της αφαιρέσει τη ζωή, γεγονός που, κατά τα λεγόμενά της, προκαλούσε φόβο σε ολόκληρη την οικογένεια.
Επιπλέον, ανέφερε ότι φέρει τραύματα στο πόδι, ισχυριζόμενη ότι ο σύζυγός της τη χτυπούσε ακόμη και με πιρούνι, καθώς και ότι απώλεσε ένα δόντι εξαιτίας της κακοποίησης, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, άρχισε μετά τη σύναψη του γάμου (βλ. ερ. 35-χ12, χ14, χ19, χ20 δ.φ.). Πρόσθεσε ότι επιχείρησε να του εκφράσει ότι δεν αποτελούσε ιδιοκτησία του, ενώ ανέφερε ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, ασκούσε σωματική βία και στα τέκνα του, όχι όμως σε καθημερινή βάση. Η ίδια δήλωσε ότι δεν αντιδρούσε, καθότι φοβόταν ότι σε περίπτωση παρέμβασής της θα δεχόταν περαιτέρω βία (βλ. ερ. 34-χ1-χ4 δ.φ.).
Αναφορικά με το περιστατικό κατά το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, υπέστη σοβαρή σωματική βλάβη με αποτέλεσμα την απώλεια δοντιού, η Αιτήτρια ανέφερε ότι αυτό έλαβε χώρα περί τον Φεβρουάριο του 2021. Ωστόσο, οι σχετικές αναφορές της παρουσίασαν ασυνέπειες, καθότι αρχικώς ισχυρίστηκε ότι ο σύζυγός της είχε αποχωρήσει από την οικία χωρίς να την κλειδώσει, επιτρέποντάς της να μεταβεί μόνη της στο νοσοκομείο, ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο ανέφερε ότι ο σύζυγός της βρισκόταν σε άλλο δωμάτιο και ότι η ίδια αποχώρησε από την οικία.
Περαιτέρω, δήλωσε ότι δεν δύναται να ανακαλέσει το όνομα του νοσηλευτηρίου, αναφέροντας ωστόσο ότι επρόκειτο για ιδιωτική κλινική σε κοντινή απόσταση από την οικία τους. Ισχυρίστηκε ότι τα έξοδα νοσηλείας, ύψους 10 δολαρίων, καλύφθηκαν από τη θεία της την επόμενη ημέρα, ότι έλαβε εξιτήριο αυθημερόν και ότι εν συνεχεία μετέβη στην οικία της θείας της, όπου και παρέμεινε (βλ. ερ. 34-χ5, χ7-χ10, χ14, χ15 και ερ. 33-χ2, χ3 δ.φ.).
Η Αιτήτρια δήλωσε ότι κατά το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο έως τον Μάρτιο του 2021 δεν της συνέβη οποιοδήποτε περιστατικό, καθότι κρυβόταν, ισχυριζόμενη ότι ο σύζυγός της την αναζητούσε χωρίς, ωστόσο, να καταφέρει να την εντοπίσει ή να την προσεγγίσει (βλ. ερ. 33-χ4, χ5 δ.φ.). Κληθείσα να εξηγήσει πώς κατέστη δυνατό να μην εντοπιστεί, παρά το γεγονός ότι βρισκόταν στην ίδια πόλη, ανέφερε ότι αποχώρησε από τη συζυγική οικία χωρίς να ενημερώσει τον σύζυγό της για τον προορισμό της και ότι ο τελευταίος δεν γνώριζε τον τόπο διαμονής της θείας της (βλ. ερ. 33-χ8, χ9 δ.φ.).
Περαιτέρω, δήλωσε ότι ο σύζυγός της έλαβε γνώση της επικείμενης αναχώρησής της για την Κύπρο μέσω τρίτου προσώπου, ήτοι φίλης της θείας της, την οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, συνάντησαν στο αεροδρόμιο (βλ. ερ. 33-χ7, χ12 δ.φ.).
Ερωτηθείσα για ποιο λόγο δεν αποτάθηκε νωρίτερα στη θεία της προς εξασφάλιση βοήθειας, η Αιτήτρια ανέφερε ότι η θεία της ήδη τη στήριζε οικονομικά, καλύπτοντας τα δίδακτρα των πανεπιστημιακών της σπουδών, και ότι η ίδια δεν επιθυμούσε να της ζητήσει επιπρόσθετη οικονομική συνδρομή για την αναχώρησή της (βλ. ερ. 32-χ3 δ.φ.).
Τέλος, αναφορικά με τις ανήλικες θυγατέρες της και ερωτηθείσα για τους λόγους για τους οποίους τις άφησε υπό την επιμέλεια του φερόμενου ως βίαιου συζύγου της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι βρισκόταν σε κατάσταση σωματικής κατάρρευσης, με έντονο πόνο και αιμορραγία, και ότι δεν ήταν σε θέση να τις πάρει μαζί της, ούτε κατόρθωσε να εξεύρει τρόπο να το πράξει (βλ. ερ. 32-χ4, χ5 δ.φ.).
Ακολούθως, η αρμόδια λειτουργός προέβη στον διαχωρισμό τριών (3) ουσιωδών ισχυρισμών της Αιτήτριας. Ο πρώτος ισχυρισμός αφορά τα προσωπικά της στοιχεία, το προφίλ της, καθώς και τη χώρα καταγωγής και συνήθους διαμονής της, ο οποίος και έγινε αποδεκτός.
Ο δεύτερος ισχυρισμός αφορά τον προβαλλόμενο εξαναγκαστικό γάμο, ο οποίος απορρίφθηκε, καθότι η αρμόδια λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς, σαφείς και ικανοποιητικές πληροφορίες, ενώ οι απαντήσεις της χαρακτηρίστηκαν ως γενικές και αόριστες. Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να προσδιορίσει με ακρίβεια τον χρόνο τέλεσης του γάμου, περιοριζόμενη σε γενική αναφορά ότι αυτός πραγματοποιήθηκε το έτος 2012.
Ως προς τον ισχυρισμό περί ύπαρξης παράδοσης στη φυλή Yanzi, σύμφωνα με την οποία η τρίτη θυγατέρα της οικογένειας υποχρεούται να συνάψει γάμο κατόπιν εξαναγκασμού, η λειτουργός κατέγραψε ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν επιβεβαιώνεται και, αντιθέτως, βρίσκεται σε αντίθεση με διαθέσιμες διεθνείς πηγές πληροφόρησης.
Περαιτέρω, επισημάνθηκε αντίφαση μεταξύ των δηλώσεων της Αιτήτριας κατά τη συμπλήρωση της αίτησης διεθνούς προστασίας και των όσων ανέφερε κατά τη συνέντευξή της. Συγκεκριμένα, στην αίτησή της δήλωσε ότι είναι ανύπαντρη, ενώ κατά τη συνέντευξη ανέφερε ότι είναι διαζευγμένη. Κληθείσα να εξηγήσει την εν λόγω απόκλιση, η Αιτήτρια δήλωσε αορίστως ότι αυτοχαρακτηρίστηκε ως ανύπαντρη επειδή δεν διαμένει πλέον με τον σύζυγό της. Σε περαιτέρω διευκρινιστική ερώτηση, απέδωσε την ανακρίβεια αυτή σε συναισθηματική φόρτιση κατά τον χρόνο συμπλήρωσης της αίτησης, ισχυριζόμενη ότι δεν βρισκόταν σε θέση να την συμπληρώσει ορθώς.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, η αρμόδια λειτουργός κατέγραψε ότι η Αιτήτρια δεν προσκόμισε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο που να τεκμηριώνει την τέλεση του γάμου, ούτε έγγραφα που να επιβεβαιώνουν την ύπαρξη των δύο θυγατέρων της.
Επιπλέον, κατόπιν έρευνας εξωτερικών πηγών πληροφόρησης, επιβεβαιώθηκε ότι στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας παρατηρούνται φαινόμενα εξαναγκαστικών γάμων, στο πλαίσιο των οποίων οι γυναίκες ενδέχεται να υφίστανται σεξουαλική, σωματική και ψυχολογική κακοποίηση, με συνακόλουθο τον περιορισμό της προσωπικής τους ελευθερίας και αυτονομίας. Ωστόσο, η λειτουργός προχώρησε και σε ειδικότερη διερεύνηση του ισχυρισμού περί της φυλής Yanzi και της υποτιθέμενης παράδοσης εξαναγκαστικού γάμου της τρίτης θυγατέρας με συγγενικό πρόσωπο, διαπιστώνοντας ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν επιβεβαιώνεται από τις διαθέσιμες πηγές και αντιβαίνει σε αυτές.
Ο τρίτος ισχυρισμός της Αιτήτριας, ο οποίος αφορά την προβαλλόμενη σωματική και ψυχολογική κακοποίηση εκ μέρους του συζύγου της, ομοίως απορρίφθηκε, καθότι η αρμόδια λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς, σαφείς και ικανοποιητικές πληροφορίες, ενώ οι απαντήσεις της χαρακτηρίστηκαν ως γενικές και αόριστες.
Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να προσδιορίσει με ακρίβεια τον χρόνο εγκατάλειψης της συζυγικής οικίας, περιοριζόμενη σε αόριστη αναφορά ότι περί τον Φεβρουάριο του 2021, κατόπιν περιστατικού βίας κατά το οποίο υπέστη σοβαρό τραυματισμό (απώλεια δοντιών και αιμορραγία), μετέβη αρχικά σε νοσηλευτήριο και εν συνεχεία στην οικία της θείας της.
Περαιτέρω, οι αναφορές της κρίθηκαν αντιφατικές ως προς τον βαθμό περιορισμού και απομόνωσής της. Ενώ αρχικώς ισχυρίστηκε ότι ο σύζυγός της την κρατούσε κλειδωμένη και αποκομμένη από το οικογενειακό της περιβάλλον, σε μεταγενέστερο στάδιο ανέφερε ότι φοιτούσε σε πανεπιστημιακό ίδρυμα και ότι μετέβαινε καθημερινά στο σχολείο της θυγατέρας της.
Αντιφάσεις εντοπίστηκαν και ως προς τις συνθήκες διαφυγής της από τη συζυγική οικία. Συγκεκριμένα, αρχικώς δήλωσε ότι ο σύζυγός της είχε αποχωρήσει χωρίς να κλειδώσει την οικία, επιτρέποντάς της να εξέλθει, ενώ ακολούθως ανέφερε ότι ο ίδιος βρισκόταν σε άλλο δωμάτιο κατά τον χρόνο της αποχώρησής της.
Επιπλέον, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει το όνομα του νοσηλευτηρίου στο οποίο μετέβη, αναφέροντας αορίστως ότι επρόκειτο για μικρή ιδιωτική κλινική, ούτε παρείχε επαρκείς λεπτομέρειες ως προς τη θεραπεία που έλαβε. Περαιτέρω, κρίθηκε ως μη ευλογοφανής ο ισχυρισμός της ότι τα έξοδα νοσηλείας καταβλήθηκαν την επόμενη ημέρα, λόγω προσωπικής σχέσης εμπιστοσύνης με το προσωπικό της κλινικής.
Σημειώνεται, επίσης, ότι κατά το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο έως τον Μάρτιο του 2021, ήτοι μέχρι την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της, δεν αναφέρθηκε οποιοδήποτε περιστατικό εις βάρος της, ούτε προέκυψε ότι ο σύζυγός της την προσέγγισε. Στο πλαίσιο αυτό, κρίθηκε ως μη ευλογοφανής ο ισχυρισμός της ότι ο σύζυγός της μπορούσε ευχερώς να την εντοπίσει, ενώ την ίδια χρονική περίοδο διέμενε στην ίδια πόλη χωρίς να καταστεί δυνατός ο εντοπισμός της.
Ομοίως, χωρίς ευλογοφάνεια αξιολογήθηκε ο ισχυρισμός ότι ο σύζυγός της αγνοούσε τη διεύθυνση της θείας της, καθώς και το γεγονός ότι, παρά τον ισχυριζόμενο περιορισμό της, της επετράπη να φοιτήσει σε πανεπιστημιακό ίδρυμα από το 2013 έως το 2016 και, ακολούθως, να παρακολουθήσει πρόγραμμα επιμόρφωσης για περίοδο δύο ετών.
Περαιτέρω, κρίθηκε ως αόριστη η εξήγησή της αναφορικά με τη μη αναζήτηση βοήθειας από τη θεία της σε προγενέστερο στάδιο, καθότι περιορίστηκε να αναφέρει ότι η θεία της ήδη κάλυπτε τα έξοδα των σπουδών της και ότι δεν επιθυμούσε να της ζητήσει επιπρόσθετη οικονομική συνδρομή για την αναχώρησή της.
Αναφορικά με την απόφασή της να αφήσει τα ανήλικα τέκνα της υπό την επιμέλεια του φερόμενου ως βίαιου συζύγου της, οι σχετικές αναφορές της ότι δεν επρόκειτο περί δικής της επιλογής και ότι δεν υπήρχε τρόπος να τα πάρει μαζί της κρίθηκαν αόριστες και ανεπαρκώς τεκμηριωμένες.
Επιπλέον, κρίθηκε ως μη ευλογοφανές το γεγονός ότι η Αιτήτρια τύγχανε οικονομικής στήριξης από τη θεία της για την ολοκλήρωση των σπουδών της, ενώ ταυτόχρονα ισχυριζόταν ότι ο σύζυγός της ήταν οικονομικά εύρωστος και διέθετε σημαντικές διασυνδέσεις.
Τέλος, εντοπίστηκαν αντιφάσεις ως προς τις δηλώσεις της αναφορικά με την απώλεια της τηλεφωνικής της συσκευής. Αρχικώς δήλωσε ότι αυτή απωλέσθηκε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της, ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι, κατόπιν επικοινωνίας με τον σύζυγό της, ο οποίος είχε λάβει γνώση της πρόθεσής της να μεταβεί στην Κύπρο, η ίδια κατέστρεψε τη συσκευή της προκειμένου να διακόψει κάθε επικοινωνία μαζί του.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, η αρμόδια λειτουργός επισήμανε ότι, εφόσον δεν έγινε αποδεκτός ο ισχυρισμός περί εξαναγκαστικού γάμου, ο οποίος αποτελεί τη βάση της προβαλλόμενης δίωξης, δεν δύναται να γίνει αποδεκτός ούτε ο συναφής ισχυρισμός περί κακομεταχείρισης. Ωστόσο, κατέγραψε περαιτέρω πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με το φαινόμενο των εξαναγκαστικών γάμων και το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο στη ΛΔΚ.
Στο πλαίσιο του μοναδικού ισχυρισμού που έγινε αποδεκτός, ήτοι των προσωπικών στοιχείων, του προφίλ, καθώς και του τόπου καταγωγής και συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, η αρμόδια λειτουργός κατέληξε, κατόπιν αξιολόγησης κινδύνου, ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στην Kinshasa, η Αιτήτρια δεν τεκμηριώνει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης, ούτε υφίσταται εύλογη πιθανότητα να υποστεί σοβαρή βλάβη.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, η λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας σε οποιονδήποτε από τους πέντε λόγους δίωξης που προβλέπονται εξαντλητικά στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και, ως εκ τούτου, δεν πληρούνται τα κριτήρια αναγνώρισης καθεστώτος πρόσφυγα.
Περαιτέρω, διαπιστώθηκε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, η Αιτήτρια δεν διατρέχει κίνδυνο επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(α) του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε προκύπτει ότι θα υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, κατά το άρθρο 19(2)(β). Ως προς το άρθρο 19(2)(γ), οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν, κατόπιν εξέτασης της κατάστασης που επικρατεί στην Kinshasa, ότι δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό την έννοια της διάταξης αυτής, με αποτέλεσμα να απορριφθεί και το ενδεχόμενο υπαγωγής της σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Κατά την ακροαματική διαδικασία της 28/11/2024, οι συνήγοροι των διαδίκων υιοθέτησαν το περιεχόμενο των γραπτών τους αγορεύσεων. Η συνήγορος της Αιτήτριας υποστήριξε ότι η τελευταία εμπίπτει στην ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα των μόνων γυναικών θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να αναγνωριστεί ως πρόσφυγας. Αντιθέτως, οι Καθ’ ων η αίτηση υποστήριξαν ότι η Αιτήτρια είναι απόφοιτη τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και διαθέτει υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της, ήτοι την οικογένειά της και τη θεία της, η οποία της παρείχε οικονομική στήριξη, και συνεπώς δύναται να επιστρέψει με ασφάλεια.
Κατά την ακροαματική διαδικασία της 21/03/2025, η Αιτήτρια επιβεβαίωσε ότι, κατά τη διάρκεια του φερόμενου εξαναγκαστικού γάμου, συνέχισε τις σπουδές της. Κατά τη διάρκεια υποβολής ερωτήσεων αναφορικά με τον εν λόγω γάμο, απώλεσε τις αισθήσεις της, με αποτέλεσμα τη διακοπή της διαδικασίας.
Στις 19/11/2025 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 ιατρική έκθεση του ΟΚΥΠΥ, αναφορικά με την ψυχολογική κατάσταση της Αιτήτριας. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, η Αιτήτρια ανέφερε ότι συνέχισε να διαμένει με τον σύζυγό της για σειρά ετών, καθότι δεν μπορούσε να επιστρέψει στην οικογένειά της. Κληθείσα να εξηγήσει για ποιο λόγο δεν αποτάθηκε νωρίτερα στη θεία της, δήλωσε ότι βρισκόταν σε κατάσταση έντονου φόβου, ενώ ανέφερε ότι κατέληξε να νοσηλευτεί στο νοσοκομείο Bondeko κατόπιν περιστατικού κακοποίησης.
Περαιτέρω, δήλωσε ότι δεν διατηρεί πλέον οποιαδήποτε επικοινωνία ούτε με τον σύζυγό της ούτε με τα τέκνα της. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν προσέφυγε στις αστυνομικές αρχές, καθότι ο σύζυγός της, κατά τους ισχυρισμούς της, διαθέτει εξουσία και οικονομική επιφάνεια, με αποτέλεσμα να θεωρεί ότι η προσφυγή της στις αρχές δεν θα απέφερε αποτέλεσμα. Ως προς την επαγγελματική δραστηριότητα του συζύγου της, ανέφερε αορίστως ότι εργάζεται σε εταιρεία, χωρίς να δύναται να παράσχει περαιτέρω στοιχεία.
Η Αιτήτρια επανέλαβε ότι μοναδικό υποστηρικτικό πρόσωπο υπήρξε η θεία της και ότι δεν προέβη σε ενέργειες ακύρωσης του γάμου λόγω έντονου φόβου, εξαιτίας της κακοποίησης που υφίστατο. Σε μεταγενέστερο στάδιο, ανέφερε ότι αποτάθηκε στην αστυνομία. Κατά την ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου διαδικασία, η Αιτήτρια παρουσίασε έντονη συναισθηματική φόρτιση, εκδηλώνοντας κλάμα και αδυναμία συνεργασίας, γεγονός που οδήγησε εκ νέου σε διακοπή της διαδικασίας.
Αξιολογώντας, λοιπόν, τα όσα ανωτέρω έχουν εκτεθεί, υπό το φως των εφαρμοστέων νομοθετικών διατάξεων, και κατόπιν ενδελεχούς μελέτης τόσο της Έκθεσης/Εισήγησης της αρμόδιας λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου όσο και των δηλώσεων της Αιτήτριας κατά την ενώπιον μου ακροαματική διαδικασία, καταλήγω στα ακόλουθα:
Ως προς τον αποδεκτό ισχυρισμό που αφορά τα προσωπικά στοιχεία, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, δεν διαπιστώνεται λόγος απόκλισης από την αξιολόγηση της αρμόδιας λειτουργού. Συνεπώς, υιοθετώ το σχετικό συμπέρασμα των Καθ’ ων η αίτηση.
Αναφορικά με την κατάσταση υγείας της Αιτήτριας, όπως αυτή προκύπτει από το Τεκμήριο 2 που κατατέθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, διαπιστώνεται ότι η Αιτήτρια διαγνώστηκε με οξεία αντίδραση στο στρες. Από το περιεχόμενο της εν λόγω ιατρικής έκθεσης συνάγεται ότι πρόκειται περί μεμονωμένου επεισοδίου, καθότι η Αιτήτρια έλαβε εξιτήριο χωρίς διαταραχές συμπεριφοράς, παρουσίαζε ψυχοκινητική ηρεμία, βελτιωμένη διάθεση, απουσία διαταραχών ύπνου και όρεξης, καθώς και απουσία αυτοκαταστροφικού ή ετεροκαταστροφικού ιδεασμού, με σύσταση για παρακολούθηση από ψυχίατρο και συνεργασία με ψυχολόγο.
Περαιτέρω, συνάγεται ότι τα λιποθυμικά επεισόδια που εκδηλώθηκαν κατά τη διάρκεια της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας αποδίδονται στο αυξημένο επίπεδο στρες και τη συναισθηματική φόρτιση που βίωνε η Αιτήτρια κατά τον κρίσιμο χρόνο, χωρίς να έχουν διαπιστωθεί υποκείμενα παθολογικά ευρήματα.
Ενόψει των ανωτέρω, δεν προκύπτει η ύπαρξη χρόνιου ή σοβαρού προβλήματος υγείας που να χρήζει συστηματικής ιατρικής παρακολούθησης ή που να δύναται, αφ’ εαυτού, να επηρεάσει την κρίση αναφορικά με την ανάγκη διεθνούς προστασίας.
Ως προς τον δεύτερο και τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας, οι οποίοι εξετάζονται συνδυαστικά λόγω της μεταξύ τους πραγματικής και αιτιώδους συνάφειας, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τόσο τις δηλώσεις της κατά τη διοικητική διαδικασία και την ενώπιόν του ακροαματική διαδικασία, όσο και την αξιολόγηση της αρμόδιας λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, όπως αυτή αποτυπώνεται στην Έκθεση/Εισήγηση. Ειδικότερα, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά τον προβαλλόμενο εξαναγκασμό της Αιτήτριας σε γάμο με τον θείο της, ενώ ο τρίτος αφορά την ισχυριζόμενη σωματική και ψυχολογική κακοποίησή της από τον σύζυγό της.
Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, κατά την εσωτερική αξιολόγηση των ως άνω ισχυρισμών, η αρμόδια λειτουργός έλαβε δεόντως υπόψη τόσο το περιεχόμενο της ελεύθερης αφήγησης της Αιτήτριας όσο και τις απαντήσεις της σε διευκρινιστικές ερωτήσεις, εστιάζοντας, ορθώς, στη συνοχή, τη σαφήνεια και την ευλογοφάνεια των προβαλλόμενων ισχυρισμών.
Όπως προκύπτει από την Έκθεση/Εισήγηση και επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της συνέντευξης, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να παράσχει επαρκείς, συγκεκριμένες και συνεκτικές λεπτομέρειες αναφορικά με τα ουσιώδη περιστατικά που επικαλείται. Αντιθέτως, οι αναφορές της παρέμειναν σε επίπεδο γενικότητας, ενώ σε καίρια σημεία παρουσίασαν ασάφειες και εσωτερικές αντιφάσεις.
Ειδικότερα, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με σαφήνεια κρίσιμα στοιχεία των ισχυρισμών της, όπως τον ακριβή χρόνο τέλεσης των γεγονότων (βλ. ερ. 36-χ13 δ.φ.), τη χρονική αλληλουχία αυτών, καθώς και τον συγκεκριμένο ρόλο και τη συμμετοχή των εμπλεκομένων προσώπων, περιλαμβανομένων των μελών της οικογένειάς της και της θείας της. Οι σχετικές αναφορές της παρέμειναν αποσπασματικές και αόριστες.
Περαιτέρω, κατά την υποβολή διευκρινιστικών ερωτήσεων, η Αιτήτρια κλήθηκε επανειλημμένως να αποσαφηνίσει ουσιώδεις πτυχές των ισχυρισμών της, ιδίως ως προς τη διαδικασία και τις συνθήκες σύναψης του φερόμενου γάμου, τον τρόπο εκδήλωσης των απειλών, καθώς και τη φύση, τη συχνότητα και την ένταση των περιστατικών κακοποίησης. Εντούτοις, οι απαντήσεις της δεν κατέστησαν ικανές να συγκροτήσουν μια σαφή, συνεκτική και πειστική πραγματική βάση. Πέραν τούτου, παρατηρείται ότι, ενώ επικαλέστηκε συγκεκριμένη «παράδοση» της φυλής της, ταυτόχρονα ανέφερε ότι οι αδελφές της δεν υπέστησαν ανάλογη μεταχείριση (βλ. ερ. 36-χ8, χ10 δ.φ.), γεγονός που δημιουργεί εμφανή αντίφαση και υπονομεύει την αξιοπιστία του ισχυρισμού περί γενικευμένης οικογενειακής πρακτικής.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στις ασάφειες που εντοπίζονται ως προς την ισχυριζόμενη απομόνωσή της, σε συνδυασμό με τη δυνατότητά της να εξέρχεται της οικίας, να φοιτά σε εκπαιδευτικά ιδρύματα και να διατηρεί επαφές με τρίτα πρόσωπα (βλ. ερ. 35-χ12, ερ. 32-χ2 δ.φ.), γεγονός που υπονομεύει την εσωτερική συνοχή των ισχυρισμών της. Ομοίως, ασαφείς και ανεπαρκώς τεκμηριωμένες κρίνονται οι αναφορές της ως προς τις περιστάσεις υπό τις οποίες φέρονται να έλαβαν χώρα συγκεκριμένα περιστατικά βίας, καθώς και ως προς τον ρόλο της θείας της στην υποτιθέμενη διαφυγή της. Ειδικότερα, παρατηρείται ότι αντιφάσεις προκύπτουν ως προς το κρίσιμο περιστατικό κακοποίησης του Φεβρουαρίου 2021, καθότι η Αιτήτρια παρείχε διαφορετικές εκδοχές ως προς το εάν ο σύζυγός της βρισκόταν ή όχι εντός της οικίας κατά τον χρόνο διαφυγής της (βλ. ερ. 34-χ7 και ερ. 34-χ9 δ.φ.), γεγονός που πλήττει την αξιοπιστία της περιγραφής ενός καίριου περιστατικού.
Επιπλέον, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει βασικά στοιχεία του περιστατικού, όπως το όνομα του νοσηλευτηρίου όπου μετέβη (βλ. ερ. 34-χ10 δ.φ.), ούτε να παράσχει επαρκείς λεπτομέρειες για τη θεραπεία της, περιοριζόμενη σε γενικές αναφορές. Η δε εξήγησή της ότι τα έξοδα καταβλήθηκαν την επόμενη ημέρα λόγω σχέσης εμπιστοσύνης με το προσωπικό της κλινικής (βλ. ερ. 34-χ15, χ16 δ.φ.) δεν κρίνεται ευλογοφανής.
Περαιτέρω, ενόψει του μεγάλου χρονικού διαστήματος συμβίωσης με τον σύζυγό της, ήτοι περίπου εννέα (9) ετών, ευλόγως θα αναμενόταν η Αιτήτρια να είναι σε θέση να παράσχει πληρέστερες και πιο συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με την επαγγελματική του δραστηριότητα, την καθημερινότητά τους και τη μεταξύ τους σχέση. Ωστόσο, οι σχετικές δηλώσεις της παρέμειναν επιφανειακές και γενικόλογες, ενώ προκύπτει και ασάφεια ως προς την επαγγελματική του ιδιότητα (βλ. ερ. 35-χ2, χ3 δ.φ.).
Επιπλέον, παρατηρείται ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να συγκεκριμενοποιήσει ουσιωδώς τον ισχυρισμό της περί επικινδυνότητας του συζύγου της, περιοριζόμενη σε γενικές αναφορές ότι αυτός ήταν «ικανός να σκοτώσει» και ότι «όλη η οικογένεια τον φοβόταν», χωρίς να παραθέτει συγκεκριμένα περιστατικά ή στοιχεία που να θεμελιώνουν τον ισχυρισμό αυτό. Τούτο καθίσταται ακόμη πιο προβληματικό, ενόψει του ότι, παρά τον ισχυριζόμενο βαθμό επικινδυνότητας και επιρροής του, δεν κατόρθωσε να την εντοπίσει για χρονικό διάστημα ενός μηνός, κατά το οποίο η Αιτήτρια διέμενε στην ίδια πόλη (βλ. ερ. 33-χ4, χ5 και ερ. 33-χ8 δ.φ.), ενώ η σχετική εξήγηση ότι δεν γνώριζε τη διεύθυνση της θείας της δεν κρίνεται πειστική.
Περαιτέρω, αντιφάσεις εντοπίζονται και ως προς το ζήτημα προσφυγής της στις αστυνομικές αρχές, καθότι, ενώ σε ένα στάδιο της αφήγησής της αναφέρει ότι απευθύνθηκε στην αστυνομία (βλ. ερ. 37 δ.φ.), σε άλλο σημείο προβάλλει ότι δεν προσέφυγε στις αρχές λόγω της επιρροής του συζύγου της. Αντιστοίχως, αντιφατικές είναι και οι δηλώσεις της ως προς την απώλεια της τηλεφωνικής της συσκευής, καθότι αρχικώς αναφέρει ότι την απώλεσε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της, ενώ μεταγενέστερα δηλώνει ότι η ίδια την κατέστρεψε (βλ. ερ. 32-33 δ.φ.).
Επιπλέον, οι δηλώσεις της αναφορικά με τα ανήλικα τέκνα της εμφανίζονται ελλιπείς και προβληματικές, καθότι, ενώ ισχυρίζεται ότι αυτά υφίσταντο κακομεταχείριση, ταυτόχρονα δηλώνει ότι δεν γνωρίζει οποιαδήποτε νεότερη πληροφορία για την κατάστασή τους (βλ. ερ. 35-χ10 δ.φ.). Ομοίως, οι αναφορές της ως προς την εγκατάλειψή τους υπό την επιμέλεια του φερόμενου ως βίαιου συζύγου κρίνονται γενικές και ανεπαρκείς, χωρίς να τεκμηριώνουν αντικειμενική αδυναμία μετακίνησής τους (βλ. ερ. 32-χ4, χ5 δ.φ.).
Ακόμη, εντοπίζεται ουσιώδης αντίφαση μεταξύ της αίτησης διεθνούς προστασίας και των μεταγενέστερων δηλώσεών της ως προς την οικογενειακή της κατάσταση, καθότι δήλωσε «ανύπαντρη» στην αίτηση, ενώ στη συνέντευξη ισχυρίστηκε ότι ήταν έγγαμη, παρέχοντας μη ικανοποιητική εξήγηση (βλ. ερ. 32-χ13 δ.φ.).
Τέλος, αξιολογώντας τις δηλώσεις της Αιτήτριας κατά την ακροαματική διαδικασία, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι αυτές δεν κατόρθωσαν να αποκαταστήσουν τις ουσιώδεις ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις που είχαν ήδη εντοπιστεί κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας. Αντιθέτως, σε ορισμένα σημεία επιβεβαιώνεται η έλλειψη συνοχής της αφήγησής της, ιδίως ως προς κρίσιμα ζητήματα, όπως η δυνατότητα πρόσβασης σε υποστηρικτικό δίκτυο, η συμπεριφορά της έναντι των αρχών, καθώς και βασικά στοιχεία που αφορούν το πρόσωπο και τη δραστηριότητα του φερόμενου ως δράστη.
Ειδικότερα, παρατηρείται ότι, αφενός, η Αιτήτρια επικαλείται πλήρη αδυναμία επιστροφής στην οικογένειά της, αφετέρου όμως αναγνωρίζει την ύπαρξη και στήριξη από τη θεία της, γεγονός που αποδυναμώνει τον ισχυρισμό περί πλήρους απομόνωσης. Περαιτέρω, οι δηλώσεις της ως προς την προσφυγή ή μη στις αστυνομικές αρχές εμφανίζουν μεταβολές, ενώ η αδυναμία παροχής συγκεκριμένων πληροφοριών για την επαγγελματική δραστηριότητα του συζύγου της, παρά τη μακροχρόνια συμβίωση, ενισχύει την κρίση περί γενικότητας και έλλειψης συγκεκριμενοποίησης της αφήγησης.
Ως προς τη συμπεριφορά της Αιτήτριας κατά την ακροαματική διαδικασία, και συγκεκριμένα τα επεισόδια συναισθηματικής φόρτισης και απώλειας αισθήσεων, το Δικαστήριο δεν τα παραγνωρίζει, λαμβάνοντάς τα υπόψη στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης. Ωστόσο, τα εν λόγω περιστατικά, ελλείψει άλλων αντικειμενικών στοιχείων, δεν αρκούν αφ’ εαυτών για να θεραπεύσουν τις ουσιώδεις αδυναμίες της αφήγησης ή να θεμελιώσουν την αξιοπιστία των απορριφθέντων ισχυρισμών.
Συνεπώς, οι δηλώσεις της Αιτήτριας κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία δεν μεταβάλλουν την ήδη διαμορφωθείσα κρίση περί μη αξιοπιστίας των ουσιωδών ισχυρισμών της.
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εσωτερική συνοχή των ισχυρισμών της Αιτήτριας, όπως αυτοί αποτυπώθηκαν στο σύνολο της συνέντευξης και της ενώπιόν του διαδικασίας, δεν επαρκεί για τη θεμελίωση της αξιοπιστίας τους ως προς τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται, καθότι στερούνται της απαιτούμενης συνοχής, σαφήνειας και ευλογοφάνειας και, ως εκ τούτου, δεν κρίνονται αξιόπιστοι. Η δε αναξιοπιστία της Αιτήτριας εκτείνεται σε ουσιώδεις πτυχές του αφηγήματός της, επηρεάζοντας καθοριστικά τη συνολική εκτίμηση της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, ορθώς η αρμόδια λειτουργός κατέληξε σε αρνητική αξιολόγηση των εν λόγω ισχυρισμών.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο συνεκτιμά τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας αναφορικά με την ψυχολογική της κατάσταση, όπως αυτοί προβάλλονται τόσο κατά τη συνέντευξη όσο και στα σχετικά έγγραφα του φακέλου. Ειδικότερα, η Αιτήτρια ανέφερε ότι αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας, όπως εφιάλτες, διαταραχές μνήμης και δυσκολία ανάκλησης γεγονότων (βλ. σελ. 2, ερ. χ1 δ.φ.), ενώ προκύπτει ότι είχε παραπεμφθεί για περαιτέρω υποστήριξη. Συναφώς, από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι η αρμόδια λειτουργός παρέλειψε να λάβει υπόψη τους σχετικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι φαίνεται ότι συνεκτιμήθηκαν στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης.
Ωστόσο, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν συνοδεύονται από επαρκή, συγκεκριμένα και επικαιροποιημένα ιατρικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν σε τέτοιο βαθμό την ύπαρξη σοβαρής ψυχολογικής κατάστασης, ικανής να επηρεάσει ουσιωδώς την ικανότητα της Αιτήτριας να παραθέσει τα πραγματικά περιστατικά. Αντιθέτως, από τα διαθέσιμα στοιχεία προκύπτει ότι η κατάστασή της δεν αξιολογήθηκε ως τέτοιας έντασης που να χρήζει άμεσης ή εντατικής παρέμβασης, αλλά κατατάχθηκε σε χαμηλό επίπεδο κινδύνου.(βλ.ερ.19 δ.φ.)
Περαιτέρω, παρότι το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι ενδεχόμενα ψυχολογικά προβλήματα δύνανται να επηρεάσουν τον τρόπο αφήγησης, εντούτοις στην προκειμένη περίπτωση δεν προκύπτει ότι οι επικαλούμενες δυσκολίες επαρκούν για να δικαιολογήσουν τις ουσιώδεις ασάφειες, ελλείψεις και αντιφάσεις που εντοπίζονται σε βασικές πτυχές του αφηγήματος της Αιτήτριας, ιδίως ως προς γεγονότα κεντρικής σημασίας. H ψυχολογική επιβάρυνση είναι ένα φίλτρο αξιολόγησης, αλλά δεν υποκαθιστά το καθήκον του αιτούντος να στοιχειοθετήσει μια πιθανοφανή και συνεκτική ατομική ιστορία[1]. Εάν οι ασυνέπειες αφορούν τον πυρήνα του ισχυρισμού και δεν εξηγούνται επαρκώς, η αναξιοπιστία παραμένει.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προβαλλόμενη ψυχολογική επιβάρυνση συνεκτιμήθηκε δεόντως, πλην όμως δεν δύναται να αναιρέσει ή να αποδυναμώσει τα συμπεράσματα ως προς την αναξιοπιστία των ουσιωδών ισχυρισμών της.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο προβαίνει στην αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας των δεύτερου και τρίτου ουσιωδών ισχυρισμών της Αιτήτριας, ήτοι του ισχυρισμού περί εξαναγκασμού σε γάμο και του ισχυρισμού περί σωματικής και ψυχολογικής κακοποίησης από τον σύζυγό της. Στο πλαίσιο αυτό, εξετάζεται κατά πόσον οι ισχυρισμοί της συνάδουν με αντικειμενικά και αξιόπιστα στοιχεία από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης (country of origin information), καθώς και κατά πόσον επιβεβαιώνονται ή αντιφάσκουν με τα διαθέσιμα δεδομένα αναφορικά με τις κοινωνικές, πολιτισμικές και θεσμικές συνθήκες στη χώρα καταγωγής της.
Η αξιολόγηση αυτή πραγματοποιείται σε συνδυασμό με τα ευρήματα ως προς την εσωτερική αξιοπιστία, δεδομένου ότι η συμφωνία ή μη των προβαλλόμενων ισχυρισμών με τις διεθνείς πηγές δύναται να ενισχύσει ή να αποδυναμώσει περαιτέρω την αξιοπιστία τους.
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας περί εξαναγκασμού της σε γάμο, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η αρμόδια λειτουργός προέβη σε δέουσα και επαρκή έρευνα αναφορικά με τις επικρατούσες κοινωνικές και πολιτισμικές πρακτικές στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, στηριζόμενη σε αξιόπιστες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.(βλ. ερ 96 και εκεί αναφερθείσες πηγές) Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι, μολονότι σε ορισμένες περιπτώσεις καταγράφονται πρακτικές εξαναγκαστικού γάμου στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, οι εν λόγω πρακτικές εμφανίζουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και προϋποθέσεις, τα οποία δεν συνάδουν με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις σχετικές πηγές, στην εθνοτική ομάδα Yansi (Yanzi) απαντάται συγκεκριμένη παραδοσιακή πρακτική (kintuidi), η οποία αφορά πρωτίστως την πρωτότοκη κόρη της οικογένειας, υπό συγκεκριμένες πολιτισμικές και οικονομικές συνθήκες. Ωστόσο, η ίδια η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν ήταν η πρωτότοκη θυγατέρα της οικογένειας, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με τα αντικειμενικά δεδομένα των εξωτερικών πηγών (βλ. Π.Β. ερυθ. 39, 2Χ· 36, 7Χ και 8Χ και οι πηγές ερ. 63-56 και 55-51 δ.φ.).
Περαιτέρω, η αρμόδια λειτουργός ορθώς επισήμανε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο προς επιβεβαίωση του ισχυριζόμενου γάμου, όπως πιστοποιητικό γάμου ή άλλο συναφές έγγραφο, έστω και λαμβανομένου υπόψη του άτυπου χαρακτήρα που η ίδια επικαλέστηκε. Ομοίως, δεν προσκόμισε οποιοδήποτε έγγραφο που να επιβεβαιώνει την ύπαρξη των τέκνων της, όπως πιστοποιητικά γέννησης, περιοριζόμενη σε γενικές αναφορές περί μη κατοχής σχετικών εγγράφων (βλ. Π.Β. ερυθ. 35, 9Χ). Η πλήρης απουσία οποιουδήποτε αποδεικτικού στοιχείου, σε συνδυασμό με τις λοιπές ασάφειες, υπονομεύει περαιτέρω την αξιοπιστία των ισχυρισμών της.
Επιπλέον, οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν συνάδουν με τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ως προς τα χαρακτηριστικά και τη λειτουργία των εν λόγω παραδοσιακών πρακτικών, ενώ οι δηλώσεις της παρέμειναν γενικές και αόριστες, παρουσιάζοντας και εσωτερικές αντιφάσεις, όπως ήδη έχει αναλυθεί ανωτέρω.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός εξετάστηκε δεόντως από την αρμόδια λειτουργό και ορθώς απορρίφθηκε, καθότι δεν επιβεβαιώνεται από αντικειμενικά στοιχεία και δεν συγκροτεί αξιόπιστη και επαρκώς τεκμηριωμένη πραγματική βάση.
Επιπλέον, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε πρόσθετες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τους κανονισμένους/εξαναγκαστικούς γάμους στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, αξιοποιώντας αξιόπιστες και αναγνωρισμένες πηγές, όπως ο EUAA και η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR), καθώς και λοιπές διεθνείς οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η προσφυγή σε τέτοιες πηγές συνάδει με την υποχρέωση διερεύνησης της αίτησης υπό το φως επικαιροποιημένων και αξιόπιστων στοιχείων (βλ. άρθρο 10(3)(β) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ – αναδιατύπωση). Από τις εν λόγω πηγές προκύπτουν τα ακόλουθα:
Σύμφωνα με την έκθεση του US Department of State για τις πρακτικές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη ΛΔΚ, η οποία καλύπτει το έτος 2022 αναφέρεται ότι «ο εξαναγκαστικός γάμος ποινικοποιείται από το Σύνταγμα. Τα δικαστήρια μπορούν να καταδικάσουν γονείς που έχουν κατηγορηθεί για τον εξαναγκασμό ενός παιδιού να παντρευτεί, σε ποινή 12 ετών και με επιβολή προστίμου. Η ποινή διπλασιάζεται όταν το παιδί είναι μικρότερο των 15 ετών. Ωστόσο, η επιβολή του νόμου είναι περιορισμένη. Επίσης, ενώ ο νόμος απαιτεί συναίνεση και απαγορεύει το γάμο αγοριών και κοριτσιών κάτω των 18 ετών, εντούτοις πολλοί γάμοι ανήλικων παιδιών έλαβαν χώρα, εν μέρει λόγω της συνεχιζόμενης κοινωνικής αποδοχής της πρακτικής. Οι διατάξεις του νόμου δεν διευκρινίζουν ποιος έχει δικαίωμα να αναφέρει τον καταναγκαστικό γάμο ως έγκλημα ή εάν ένας δικαστής έχει την εξουσία να το πράξει. Οι πληρωμές προίκας ενθάρρυναν σημαντικά τους γάμους ανηλίκων, καθώς οι γονείς πάντρευαν βίαια τις κόρες τους για να εισπράξουν προίκες ή για να χρηματοδοτήσουν τις προίκες για τους υιούς τους».[2] Σύμφωνα με έκθεση του Συμβουλίου Μετανάστευσης και Προσφύγων του Καναδά για τους πρόωρους και εξαναγκαστικούς γάμους στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό αναφέρεται σχετικά με την εφαρμογή της νομοθεσίας ότι «[.]οι νομοθετικές διατάξεις σχετικά με τον πρόωρο γάμο και εξαναγκαστικό γάμο δεν εφαρμόζονται απαραίτητα στην πράξη[.] και πως σύμφωνα με μαρτυρίες που συνέλεξε η ανωτέρω πηγή «το ποσοστό των εξαναγκαστικών γάμων μεταξύ των ενήλικων γυναικών είναι χαμηλότερο και πως ενήλικες γυναίκες σπάνια υποβάλλονται σε εξαναγκαστικούς γάμους».[3] Σύμφωνα με έκθεση της Δανικής Υπηρεσίας Μετανάστευσης αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες στην Κινσάσα της ΛΔΚ, καταγράφεται πως «η επικράτηση του παιδικού και εξαναγκαστικού γάμου είναι μεγάλη/υψηλή και πως [.] οι ηθικές και πολιτιστικές πεποιθήσεις επιτρέπουν [.] τους εξαναγκαστικούς γάμους».[4]
Από τις ανωτέρω πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης (σε συνδυασμό και με όσες παρατίθενται στην εισηγητική έκθεση της αρμόδιας λειτουργού), επιβεβαιώνεται η ύπαρξη και επικράτηση της πρακτικής των εξαναγκαστικών, καθώς και των πρόωρων γάμων ανήλικων ή νεαρών γυναικών στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, παρά την ύπαρξη νομοθετικού πλαισίου που απαγορεύει την εν λόγω πρακτική. Περαιτέρω, προκύπτει ότι οικονομικοί λόγοι, όπως η φτώχεια και η οικονομική ανέχεια, συνιστούν καθοριστικό παράγοντα που ωθεί τις οικογένειες στην υιοθέτηση τέτοιων πρακτικών.
Ωστόσο, τα ανωτέρω γενικά ευρήματα δεν επαρκούν, αφ’ εαυτών, για να θεμελιώσουν την αξιοπιστία των συγκεκριμένων ισχυρισμών της Αιτήτριας, οι οποίοι οφείλουν να εξετάζονται εξατομικευμένα υπό το πρίσμα των ιδιαίτερων περιστάσεων της υπόθεσης. Εν προκειμένω, και σε συνδυασμό με τα διαπιστωθέντα ζητήματα εσωτερικής αναξιοπιστίας, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο ισχυρισμός περί εξαναγκασμού σε γάμο δεν τεκμηριώνεται επαρκώς και ορθώς απορρίφθηκε από την αρμόδια λειτουργό.
Σε κάθε περίπτωση και σε συνδυασμό με τα όσα καταγράφει η αρμόδια λειτουργός στην Έκθεση/Εισήγησή της, και την πιο πάνω έρευνα του Δικαστηρίου, μολονότι στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό καταγράφονται πρακτικές πρόωρων και εξαναγκαστικών γάμων, τα χαρακτηριστικά και οι συνθήκες υπό τις οποίες αυτές λαμβάνουν χώρα συνδέονται κυρίως με ανήλικες ή νεαρές γυναίκες και με συγκεκριμένους κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες, όπως η καταβολή προίκας και παραδοσιακές πρακτικές.[5] Περαιτέρω, από άλλες αξιόπιστες πηγές προκύπτει ότι μεταξύ των ενήλικων γυναικών τα περιστατικά εξαναγκαστικού γάμου εμφανίζονται σε πολύ χαμηλά ποσοστά και σπανίως λαμβάνουν χώρα.[6]
Ομοίως, από τις εκθέσεις του US Department of State προκύπτει ότι, παρά την ύπαρξη τέτοιων φαινομένων, αυτά σχετίζονται κυρίως με πρακτικές προίκας και οικονομικής ανέχειας και όχι με παγιοποιημένους κανόνες οικογενειακής διαδοχής ή υποχρεωτικής σύναψης γάμου με συγκεκριμένο συγγενικό πρόσωπο.[7][8][9]
Περαιτέρω, οι εκθέσεις της European Union Agency for Asylum επιβεβαιώνουν ότι τα φαινόμενα εξαναγκαστικών γάμων εμφανίζονται κυρίως σε αγροτικές ή κοινωνικά ευάλωτες κοινότητες και δεν συνιστούν καθολική ή ομοιόμορφα εφαρμοζόμενη πρακτική.[10][11]
Αναφορικά ειδικότερα με την επίκληση από την Αιτήτρια παραδοσιακής πρακτικής στην εθνοτική ομάδα Yansi (Yanzi), το Δικαστήριο σημειώνει ότι, παρότι εντοπίζονται αναφορές σε πολιτισμικές πρακτικές συγγενικών γάμων (όπως το αποκαλούμενο kintuidi), οι διαθέσιμες πηγές δεν τεκμηριώνουν την ύπαρξη κανόνα σύμφωνα με τον οποίο συγκεκριμένη θυγατέρα (π.χ. η τρίτη κατά σειρά) υποχρεούται να συνάψει γάμο με συγγενικό πρόσωπο, ούτε ότι η εν λόγω πρακτική εφαρμόζεται κατά τρόπο συστηματικό και εξαναγκαστικό σε ενήλικες γυναίκες ανεξαρτήτως της βούλησής τους.[12][13] Αντιθέτως, οι σχετικές αναφορές έχουν περιγραφικό και ανθρωπολογικό χαρακτήρα και δεν επιβεβαιώνουν την ύπαρξη δεσμευτικού ή καθολικά εφαρμοζόμενου εθιμικού κανόνα με τα χαρακτηριστικά που περιγράφει η Αιτήτρια.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι, μολονότι η ύπαρξη εξαναγκαστικών γάμων ως γενικό φαινόμενο στη χώρα καταγωγής δεν αμφισβητείται, οι διαθέσιμες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης δεν επιβεβαιώνουν το ειδικό πραγματικό υπόβαθρο του ισχυρισμού της Αιτήτριας, ούτε τεκμηριώνουν ότι η ίδια εμπίπτει σε κατηγορία προσώπων που, λόγω συγκεκριμένων κοινωνικών ή πολιτισμικών πρακτικών, υφίστανται κατ’ ανάγκη εξαναγκασμό σε γάμο υπό τις περιστάσεις που επικαλείται.
Ως εκ τούτου, η εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού δεν ενισχύεται, αλλά αντιθέτως αποδυναμώνεται.
Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι, σε περιπτώσεις όπου δεν υφίσταται εξωτερική επιβεβαίωση μέσω αξιόπιστων πληροφοριών χώρας καταγωγής, η αξιοπιστία του ατομικού αφηγήματος αποκτά καθοριστική σημασία. [14] Στην προκειμένη περίπτωση, οι ασάφειες, οι γενικότητες και οι ανακολουθίες που εντοπίζονται στις δηλώσεις της Αιτήτριας, σε συνδυασμό με την απουσία εξωτερικής στήριξης του συγκεκριμένου σεναρίου, λειτουργούν σωρευτικά εις βάρος της αξιοπιστίας του ισχυρισμού.
Συνεπώς, η έλλειψη σχετικής επιβεβαίωσης από τις πληροφορίες χώρας καταγωγής δεν παραμένει ουδέτερη, αλλά, σε συνδυασμό με τα προβλήματα εσωτερικής συνοχής της αφήγησης, ενισχύει το συμπέρασμα περί μη αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού.
Σε ό,τι αφορά τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι την προβαλλόμενη σωματική και ψυχολογική κακοποίηση της Αιτήτριας από τον σύζυγό της, το Δικαστήριο προβαίνει σε αυτοτελή αξιολόγηση, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα ανωτέρω ευρήματα όσο και το περιεχόμενο των δηλώσεών της.
Συναφώς, οι δηλώσεις της Αιτήτριας ως προς τη σωματική και ψυχολογική κακοποίηση από τον σύζυγό της, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, εκτεινόταν καθ’ όλη τη διάρκεια της συμβίωσής τους, κρίνονται ως γενικές και στερούμενες επαρκούς πληροφόρησης και περιγραφικότητας. Δεν αναμένεται από την Αιτήτρια να παραθέσει εξαντλητική περιγραφή των περιστατικών βίας· εντούτοις, θα αναμενόταν να σκιαγραφήσει, με έναν στοιχειωδώς συνεκτικό τρόπο, το κακοποιητικό προφίλ του συζύγου της και το περιβάλλον βίας στο οποίο ισχυρίζεται ότι εκτέθηκε. Αντιθέτως, περιορίστηκε σε συνοπτικές και γενικόλογες αναφορές, όπως ότι την «χτυπούσε», χωρίς να παραθέτει περαιτέρω ουσιώδεις λεπτομέρειες αναφορικά με τη φύση, τη συχνότητα ή την ένταση της κακοποίησης, ούτε να αναφέρεται στη συναισθηματική επίδραση των φερόμενων περιστατικών στην ίδια.
Ως περαιτέρω διαπιστώνεται, οι δηλώσεις της αναφορικά με το περιστατικό διαφυγής της στερούνται εξειδίκευσης, παραστατικότητας και λεπτομερειών. Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει χρονικά το περιστατικό, περιοριζόμενη στη γενική αναφορά ότι υπέστη επίθεση κατά την οποία «έσπασαν τα δόντια της». Επιπλέον, παρατηρείται ασάφεια ως προς τον τρόπο διαφυγής της, καθότι αρχικώς δήλωσε ότι ο σύζυγός της αποχώρησε από την οικία μετά την επίθεση, ενώ στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι αυτός βρισκόταν σε άλλο δωμάτιο, γεγονός που καταδεικνύει ασυνέπεια σε κρίσιμο σημείο της αφήγησής της.
Επιπρόσθετα, ο ισχυρισμός της ότι δεν είχε τη δυνατότητα να προστατεύσει τις ανήλικες θυγατέρες της, οι οποίες, κατά τα λεγόμενά της, υφίσταντο κακοποίηση, δεν κρίνεται ευλογοφανής, καθότι δεν προκύπτει οποιαδήποτε ουσιαστική προσπάθεια εκ μέρους της για την προστασία ή την απομάκρυνσή τους από το φερόμενο κακοποιητικό περιβάλλον.
Τέλος, σημειώνεται ότι, παρά τον ισχυρισμό περί επικινδυνότητας του συζύγου της, ο τελευταίος δεν προσέγγισε την Αιτήτρια μετά το περιστατικό, ενώ αυτή διέμενε για χρονικό διάστημα περίπου ενός μηνός στην ίδια πόλη και συγκεκριμένα στην οικία της θείας της, γεγονός που αποδυναμώνει περαιτέρω τον προβαλλόμενο κίνδυνο.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ανωτέρω ισχυρισμού, συμπληρωματικά της ανάλυσης των Καθ'ων η αίτηση, και παρά το γεγονός πως δεν είναι δυνατή η επαλήθευση του ανωτέρω ισχυρισμού της Αιτήτριας με πληροφορίες από διεθνείς πηγές πληροφόρησης λόγω της υποκειμενικής και προσωπικής φύσης αυτού, εντούτοις το Δικαστήριο ανέτρεξε σε πληροφορίες σχετικά με την ενδοοικογενειακή βία στην χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, οι οποίες αναφέρουν πως αποτελεί μια μορφή της έμφυλης βίας στη ΛΔΚ.[15] Η αναφορά του Υπουργείου Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών για το 2023 αναφέρει ότι η νομοθεσία δεν προβλέπει συγκεκριμένη ποινή για την ενδοοικογενειακή βία, παρά την επικράτησή της. Σύμφωνα με την ίδια αναφορά, παρά το γεγονός πως η νομοθεσία θεωρεί τη σωματική βία ποινικό αδίκημα, η αστυνομία σπάνια παρεμβαίνει σε υποτιθέμενες ενδοοικογενειακές διαμάχες. Σε περιορισμένες περιπτώσεις, οι δικαστικές αρχές έλαβαν μέτρα σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας ή κακοποίησης συζύγου.[16]
Σε άρθρο του 2023, η UN Women ανέφερε ότι «το 52% των γυναικών στη ΛΔΚ είναι θύματα ενδοοικογενειακής βίας και το 39% των Κονγκολέζων γυναικών δηλώνει ότι έχει δεχτεί απειλές ή έχει υποστεί σωματική βλάβη».[17]
Σε σχέση με την ενδοοικογενειακή βία, σε έκθεσή της το 2019 η Επιτροπή για την Εξάλειψη των Διακρίσεων κατά των Γυναικών αναφέρει την ανησυχία της για τα υψηλά ποσοστά ενδοοικογενειακής βίας, ενόψει των αποδεκτών κοινωνικών κανόνων, την έλλειψη περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας τα οποία οδηγούνται ενώπιον των δικαστηρίων, εξαιτίας του φόβου στιγματισμού, και τον περιορισμένο αριθμό των δραστών οι οποίοι και τιμωρούνται. Περαιτέρω, ανησυχία εκφράζει για την έλλειψη ποινικοποίησης της ενδοοικογενειακής βίας καθώς και την έλλειψη συγκεκριμένων μηχανισμών προστασίας των θυμάτων έμφυλης βίας, συμπεριλαμβανομένης της ενδοοικογενειακής βίας, και την έλλειψη καταφυγίων, υπηρεσιών συμβουλευτικής και αποκατάστασης για αυτά.[18] Σε νεότερη έκθεσή της το 2025 η Επιτροπή χαιρετίζει τον Νόμο Mouébara, τον Νόμο αριθ. 1-2023, με τον οποίο ιδρύεται το κέντρο Mouébara για την υποδοχή και την αποκατάσταση γυναικών και κοριτσιών που είναι θύματα έμφυλης βίας, την εθνική στρατηγική για την καταπολέμηση της έμφυλης βίας για την περίοδο 2021–2025 και το σχετικό σχέδιο δράσης, αναγνωρίζει τη δημιουργία περιφερειακών δικτύων για την αντιμετώπιση της έμφυλης βίας, στα οποία συμμετέχουν εκπρόσωποι των τοπικών κοινοτήτων και οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, τη λειτουργία δωρεάν και εμπιστευτικής γραμμής βοήθειας καθώς και τις δραστηριότητες ευαισθητοποίησης που αποσκοπούν στην προώθηση και τη διευκόλυνση της αναφοράς περιστατικών. Επίσης, εκφράζει την εκτίμησή της για την παροχή κατάρτισης σε θέματα όπως η πρόληψη και η διαχείριση της έμφυλης βίας και του εκφοβισμού στα σχολεία, καθώς και για την ανάπτυξη ικανοτήτων με στόχο να καταστούν οι αστυνομικοί, οι δικαστές και οι πάροχοι υγειονομικής περίθαλψης ικανοί να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά την έμφυλη βία. Ωστόσο εκφράζει την ανησυχία της μεταξύ άλλων για τη κουλτούρα της σιωπής που περιβάλλει τη βία λόγω φύλου και άλλα σημαντικά εμπόδια στην αναφορά περιστατικών, συμπεριλαμβανομένων των πεποιθήσεων και των πολιτισμικών κανόνων που επιρρίπτουν την ευθύνη στα θύματα και περιορίζουν την ενδοοικογενειακή βία στον ιδιωτικό χώρο, καθώς και η επίλυση περιστατικών βίας λόγω φύλου, ιδίως εκείνων που διαπράττονται από μέλη της οικογένειας ή της κοινότητας, μέσω φιλικού διακανονισμού και όχι μέσω επίσημων νομικών διαδικασιών.[19]
Λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη τα ανωτέρω, και ιδίως την ήδη διαπιστωθείσα έλλειψη εσωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών της Αιτήτριας αναφορικά με τη φερόμενη σωματική και ψυχολογική κακοποίησή της από τον σύζυγό της, σε συνδυασμό με την απόρριψη του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού περί εξαναγκασμού σε γάμο, ο οποίος τελεί σε άμεση πραγματική και αιτιώδη συνάφεια με τον υπό εξέταση ισχυρισμό, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν δύναται να γίνει αποδεκτός.
Περαιτέρω, παρότι από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης προκύπτει ότι η ενδοοικογενειακή βία συνιστά υπαρκτό και διαδεδομένο φαινόμενο στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, το γενικό αυτό πλαίσιο δεν επαρκεί, αφ’ εαυτού, για να υποκαταστήσει την ανάγκη ύπαρξης αξιόπιστης και εξατομικευμένης αφήγησης εκ μέρους της, ικανής να καταδείξει ότι η ίδια υπέστη ή διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί τέτοια μεταχείριση.
Ελλείψει, συνεπώς, αξιόπιστης πραγματικής βάσης, οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν μπορούν να αξιολογηθούν ως αποδεδειγμένοι ούτε να στηρίξουν την ύπαρξη βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της.
Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου [Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί], το βάρος απόδειξης φέρει καταρχάς ο αιτών διεθνή προστασία, ο οποίος υποχρεούται να υποστηρίξει την αίτησή του με όλα τα έγγραφα και στοιχεία που έχει στη διάθεσή του και, εν γένει, να συνδράμει ενεργά την Υπηρεσία Ασύλου στην εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσής του.
Όπως έχει παγίως νομολογηθεί, ο αιτών οφείλει να καταβάλει ειλικρινή και ουσιαστική προσπάθεια προς θεμελίωση των ισχυρισμών του περί δίωξης στη χώρα καταγωγής του, ώστε να καταστεί δυνατή η υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας (βλ. WILLIAM CRISANTHA MAL FRANCIS KARUNARATHNA v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Γενικού Εισαγγελέα).
Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η Αιτήτρια δεν ανταποκρίθηκε στο ως άνω βάρος απόδειξης, καθότι δεν κατόρθωσε να υποστηρίξει τους ουσιώδεις ισχυρισμούς της με επαρκή, συγκεκριμένα και αξιόπιστα στοιχεία, ούτε να παράσχει μια συνεκτική και πειστική αφήγηση των γεγονότων που επικαλείται. Αντιθέτως, οι ισχυρισμοί της χαρακτηρίζονται από ασάφειες, αντιφάσεις και ελλείψεις, ενώ δεν συνοδεύονται από οποιοδήποτε αποδεικτικό υλικό, έστω και σε στοιχειώδες επίπεδο, το οποίο θα μπορούσε να ενισχύσει την αξιοπιστία τους.
Υπό τα δεδομένα αυτά, και λαμβάνοντας υπόψη τη συνολική αξιολόγηση της εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών της, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Αιτήτρια δεν απέδειξε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της στο καθεστώς διεθνούς προστασίας.
Κατά την διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, καθοριστικό ρόλο παίζει η αξιοπιστία ενός αιτούντος άσυλο. Προς τούτο τονίζω ότι ο όρος «αξιοπιστία» δεν ορίζεται από το Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου. Η χρήση του όρου, από το άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο (ε) της οδηγίας 2011/95/EE αναφέρεται στη γενική αξιοπιστία ενός αιτούντος, αλλά αυτό είναι στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου κανόνα που διέπει τη μη επιβεβαίωση πτυχών των δηλώσεων του αιτούντος. Κατά συνέπεια, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας αφορά τη διαδικασία έρευνας για το εάν το σύνολο ή μέρος των δηλώσεων του αιτούντος ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν από αυτόν σχετικά με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς (material facts) μπορούν να γίνουν δεκτά προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ο Αιτητής εμπίπτει στις προϋποθέσεις παραχώρησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Αυτή η αξιολόγηση μπορεί να περιλαμβάνει την επαλήθευση εάν οι δηλώσεις του αιτούντος είναι συνεπείς, επαρκώς λεπτομερείς, εύλογες και συμβατές με τα έγγραφά του, τις πηγές πληροφόρησης και κάθε άλλο αποδεικτικό στοιχείο που αποκτήθηκε. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας δεν σημαίνει ότι σε όλες τις περιπτώσεις ο υπεύθυνος λήψης αποφάσεων θα προβεί σε επαλήθευση και θα καταλήξει με απόλυτη βεβαιότητα αναφορικά με την αλήθεια των δηλώσεων του αιτούντος. Η Ύπατη Αρμοστεία έχει ορίσει την αξιοπιστία ως εξής: «Ο αιτών άσυλο κρίνεται αξιόπιστος, όταν έχει προβάλει ισχυρισμούς που παρουσιάζουν συνοχή και είναι εύλογοι, που δεν είναι αντιφατικοί με τα κοινά τοις πάσι γεγονότα και κατά συνέπεια μπορεί να οδηγήσουν τον υπεύθυνο της συνέντευξης στη δημιουργία πεποίθησης για το βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης που εκφράζει.». Η ως άνω προσέγγιση υιοθετήθηκε και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Υπόθεση JK και Others v Sweden, αριθμός αίτησης 59166/12, Παρ. 53.
Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», αναφέρεται στην σελίδα 98, παράγραφος 4.5.3 ότι σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να γίνεται μια αντικειμενική και ισορροπημένη στάθμιση του κατά πόσον οι ισχυρισμοί του αιτητή αντικατοπτρίζουν αυτό που θα ήταν εύλογα αναμενόμενο από κάποιον με τις περιστάσεις του ο οποίος εκφράζει δια τούτων μια αληθινή προσωπική εμπειρία («Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.»). Περαιτέρω, στην προηγούμενη σελίδα του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι είναι γενικά εύλογο να αναμένεται ότι αίτημα θα πρέπει να παρουσιάζεται τεκμηριωμένα και με επαρκείς λεπτομέρειες αλλιώς οι ελλείψεις αυτές στις λεπτομέρειες μπορεί να συνιστούν έλλειψη σχετικών στοιχείων («Η μη επαρκής παροχή λεπτομερειών μπορεί επίσης να ισοδυναμεί με αυτό που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) ως έλλειψη «λυσιτελών στοιχείων».
Ακολούθως, κατά την απόφαση του ΔΕΕ, C - 277/11 M. κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, αποφ. ημερ. 22/11/2012 η αξιολόγηση μιας αίτησης διεθνούς προστασίας πρέπει να πραγματοποιείται σε δύο αυτοτελή στάδια: «Το πρώτο στάδιο αφορά τη διαπίστωση της συνδρομής των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύουν τη βασιμότητα της αιτήσεως, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά τη νομική εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων, προκειμένου να αποφασισθεί αν πληρούνται, υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 9 και 10 ή 15 της οδηγίας 2004/83 για την παροχή διεθνούς προστασίας.» Η εξακρίβωση των πραγματικών (ή ουσιωδών) περιστατικών είναι ύψιστης σημασίας για την αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου που δύναται να αντιμετωπίσει ο εκάστοτε αιτών, εφόσον από αυτά θα προκύψουν γεγονότα που πιθανόν να τεκμηριώνουν παρελθούσα δίωξη ή γεγονότα που στην συνολική αξιολόγηση της αίτησης είναι καθοριστικά για μελλοντική δίωξη.
Ενόψει των ανωτέρω, και στη βάση της συνολικής στάθμισης των δηλώσεων της Αιτήτριας, των τεκμηρίων που προσκομίστηκαν, καθώς και της εικόνας που η ίδια παρουσίασε κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας και της προσωπικής της συνέντευξης, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ουσιώδεις ισχυρισμοί που συνδέονται με τον πυρήνα του αιτήματός της για διεθνή προστασία, πλην εκείνου που αφορά την ταυτότητα, το γενικό προφίλ και τη χώρα καταγωγής της, δεν πληρούν τα κριτήρια εσωτερικής αξιοπιστίας.
Ειδικότερα, η Αιτήτρια δεν κατέστησε δυνατή την ανάδειξη μιας συνεκτικής, σαφούς και λογικά συνεπούς αφήγησης ως προς τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε προς θεμελίωση φόβου δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Οι δηλώσεις της χαρακτηρίζονται από γενικόλογες αναφορές, ελλείψεις σε ουσιώδεις λεπτομέρειες και αδυναμία παροχής πειστικών εξηγήσεων για τις ασάφειες και τις ανακολουθίες που αναδείχθηκαν κατά τη διαδικασία των διευκρινιστικών ερωτήσεων.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, η κρίση περί αναξιοπιστίας των εν λόγω ισχυρισμών, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τη Διοίκηση και αποτυπώθηκε στην Έκθεση-Εισήγηση της αρμόδιας λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, κρίνεται ορθή, επαρκώς αιτιολογημένη και εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας που αναγνωρίζεται στη Διοίκηση κατά την αξιολόγηση αιτήσεων διεθνούς προστασίας.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν δύναται να γίνει δεκτό πως η Αιτήτρια πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε καθεστώς διεθνούς προστασίας βάσει των ισχυρισμών που προέβαλε και αξιολογήθηκαν ως ουσιώδεις. Η ελλιπής και ασυνεπής αφήγηση, σε συνδυασμό με την απουσία επαρκώς τεκμηριωμένου και αιτιολογημένου φόβου δίωξης ή σοβαρής βλάβης, οδηγεί στην απόρριψη του αιτήματος διεθνούς προστασίας στο στάδιο του ελέγχου αξιοπιστίας.
Συναφώς, επισημαίνεται ότι δεν δύναται να αναγνωριστεί στην Αιτήτρια το «ευεργέτημα της αμφιβολίας», όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων[20] Το ευεργέτημα αυτό απονέμεται μόνο στις περιπτώσεις όπου ο αιτητής έχει καταβάλει ειλικρινή προσπάθεια να υποστηρίξει την αίτησή του, έχει υποβάλει όλα τα διαθέσιμα σε αυτόν στοιχεία, και, κατόπιν αξιολόγησης, κρίνεται ως γενικά αξιόπιστος.[21]
Εν προκειμένω, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει, είτε στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας είτε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, τους ουσιώδεις ισχυρισμούς της περί δίωξης ή σοβαρής βλάβης, ενώ, αντιθέτως, η αφήγησή της χαρακτηρίζεται από ασάφειες, αντιφάσεις και ελλείψεις, οι οποίες πλήττουν τη γενική αξιοπιστία της.
Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη και τους ισχυρισμούς της αναφορικά με την ψυχολογική της κατάσταση, δεν παραγνωρίζει ότι ενδεχόμενη ψυχολογική επιβάρυνση δύναται να επηρεάσει τον τρόπο αφήγησης. Ωστόσο, εν προκειμένω, δεν προκύπτει ότι η κατάσταση αυτή είναι τέτοιας έντασης που να δικαιολογεί τις εκτεταμένες ανακολουθίες και ουσιώδεις αντιφάσεις που εντοπίζονται στον πυρήνα των ισχυρισμών της, ούτε ότι αίρει την υποχρέωσή της να παράσχει, στον βαθμό του ευλόγως δυνατού, συνεκτική και πειστική περιγραφή των γεγονότων.
Ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της αρχής του ευεργετήματος της αμφιβολίας. Εξάλλου, έχει νομολογηθεί ότι η κρίση περί αναξιοπιστίας αιτητή και η απόρριψη της αίτησης για τον λόγο αυτό είναι επιτρεπτή (βλ. Amiri v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά. (2009) 3 ΑΑΔ 358 Khalil v. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 466/2010, 28.9.2012).
Πέραν τούτου, διαπιστώνω ότι κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας υποβλήθηκαν στην Αιτήτρια ερωτήματα ανοικτής φύσεως, τα οποία της παρείχαν τη δυνατότητα να εκθέσει ελεύθερα τους ισχυρισμούς της. Η αρμόδια λειτουργός υπέβαλε επαρκείς και στοχευμένες ερωτήσεις, καλύπτοντας τόσο τον πυρήνα του αιτήματος όσο και επιμέρους πτυχές αυτού, ακολουθώντας την ενδεδειγμένη διερευνητική διαδικασία, ενώ παράλληλα συνεργάστηκε με την Αιτήτρια κατά το στάδιο προσδιορισμού των συναφών στοιχείων της αίτησής της.
Επιπλέον, η αρμόδια λειτουργός προέβη σε εκτενή και εξατομικευμένη ανάλυση εκάστου ουσιώδους ισχυρισμού της Αιτήτριας, προκειμένου να αξιολογήσει τον πιθανό κίνδυνο που αυτή θα αντιμετώπιζε σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, προβαίνοντας ταυτόχρονα σε έρευνα και αντιπαραβολή των ισχυρισμών της με διαθέσιμες πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου.
Παράλληλα, οι Καθ’ ων η αίτηση αξιολόγησαν δεόντως τις δηλώσεις και τα στοιχεία που προσκόμισε η Αιτήτρια, συνεκτιμώντας την ατομική της κατάσταση και τις προσωπικές της περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 13Α(9) του περί Προσφύγων Νόμου [Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί]. Συνάμα, προέβησαν σε ορθή εκτίμηση της ατομικής της κατάστασης σε συνδυασμό με αξιόπιστες πληροφορίες ως προς τη γενική κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής της.
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η διαδικασία εξέτασης αιτήσεων διεθνούς προστασίας διέπεται από την αρχή της συνεργασίας μεταξύ του αιτούντος και της αρμόδιας αρχής για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση M.M. v Minister for Justice, Equality and Law Reform (C-277/11), η εξέταση των στοιχείων της αίτησης αποτελεί «κοινό καθήκον» του αιτούντος και της Διοίκησης, στο πλαίσιο του οποίου ο αιτών οφείλει να εκθέσει με πληρότητα και ειλικρίνεια τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αίτημά του, ενώ η αρμόδια αρχή υποχρεούται να συμβάλει στη συλλογή και αξιολόγηση των σχετικών στοιχείων. Στην προκειμένη περίπτωση, οι Καθ’ ων η αίτηση ανταποκρίθηκαν στην υποχρέωση αυτή, διενεργώντας επαρκή έρευνα και παρέχοντας στην Αιτήτρια τη δυνατότητα να εκθέσει τους ισχυρισμούς της, πλην όμως η ίδια δεν προέβαλε στοιχεία ικανά να θεμελιώσουν δικαίωμα διεθνούς προστασίας.
Συνεπώς, δεν διαπιστώνεται πλημμέλεια ως προς τη διεξαγωγή της έρευνας ή την αξιολόγηση των στοιχείων της αίτησης, ώστε να στοιχειοθετείται ο προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας. Αντιθέτως, από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι η Διοίκηση ενήργησε κατόπιν εξατομικευμένης, επαρκούς και νομικά ορθής εξέτασης του αιτήματος της Αιτήτριας, με αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη απόφαση να παρίσταται επαρκώς αιτιολογημένη και νομίμως ληφθείσα. Ως εκ τούτου, ο σχετικός ισχυρισμός της Αιτήτριας απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν προκύπτει στην περίπτωση της Αιτήτριας οποιοσδήποτε βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης στη χώρα καταγωγής της για κάποιον από τους πέντε (5) λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3 (1) του περί Προσφύγων Νόμου, αφού η Υπηρεσία Ασύλου στην έκθεση/εισήγηση, αξιολόγησε κάθε ισχυρισμό της και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή της, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι η Αιτήτρια δεν θα υποστεί δίωξη σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής της, υπό την έννοια του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Το παρόν Δικαστήριο, όπως αναλυτικά εκτέθηκε ανωτέρω, υιοθέτησε τα συμπεράσματα των Καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με τον πυρήνα του αιτήματος διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας.
Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της συνηγόρου της Αιτήτριας περί εσφαλμένης αξιολόγησης της εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού περί εξαναγκαστικού γάμου, το Δικαστήριο δεν πείθεται.
Η συνήγορος προβάλλει ότι η αδυναμία της Αιτήτριας να προσδιορίσει με ακρίβεια την ημερομηνία του γάμου δεν δύναται να επηρεάσει αρνητικά την αξιοπιστία της, επικαλούμενη τόσο τη φύση του παραδοσιακού γάμου όσο και τον τραυματικό χαρακτήρα των γεγονότων. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίπτεται. Και τούτο διότι η εν λόγω έλλειψη δεν εξετάστηκε απομονωμένα, αλλά σε συνδυασμό με λοιπές ασάφειες και ελλείψεις στην αφήγηση της Αιτήτριας. Περαιτέρω, η αδυναμία παροχής βασικών χρονικών στοιχείων για ένα γεγονός καίριας σημασίας δεν δύναται να θεωρηθεί επουσιώδης, αλλά πλήττει τον πυρήνα του ισχυρισμού. Η επίκληση γενικών αρχών περί μνήμης τραυματικών γεγονότων δεν αρκεί, εν προκειμένω, να άρει τις συγκεκριμένες διαπιστωθείσες ελλείψεις, ούτε αντικαθιστά την υποχρέωση για ένα συνεκτικό και πιθανοφανές αφήγημα.
Περαιτέρω, η συνήγορος υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια παρείχε πληθώρα λεπτομερειών, οι οποίες δεν συνεκτιμήθηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό. Ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί. Από την Έκθεση και Εισήγηση προκύπτει ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας αξιολογήθηκαν συνολικά και όχι αποσπασματικά. Το γεγονός ότι παρασχέθηκαν ορισμένες επιμέρους πληροφορίες δεν αναιρεί τις ουσιώδεις ασάφειες και ανακολουθίες που εντοπίστηκαν. Η ύπαρξη επιμέρους λεπτομερειών δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με αξιοπιστία, ιδίως όταν απουσιάζει συνοχή και σαφήνεια ως προς τα βασικά περιστατικά.
Ομοίως απορρίπτεται και ο ισχυρισμός ότι η αρμόδια αρχή δεν προέβη σε επαρκή διερεύνηση ή δεν υπέβαλε διευκρινιστικές ερωτήσεις. Από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι η Αιτήτρια είχε τη δυνατότητα να εκθέσει πλήρως τους ισχυρισμούς της, τόσο κατά την ελεύθερη αφήγηση όσο και κατά τη διαδικασία υποβολής ερωτήσεων. Η δε ευθύνη παροχής σαφών και επαρκών πληροφοριών βαρύνει κατ’ αρχήν την ίδια[22]. Δεν προκύπτει ότι υπήρξαν συγκεκριμένα και ουσιώδη κενά τα οποία η αρχή όφειλε αλλά παρέλειψε να διερευνήσει.
Σε σχέση με την επίκληση του ευεργετήματος της αμφιβολίας, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η εφαρμογή της εν λόγω αρχής προϋποθέτει την ύπαρξη συνολικά συνεκτικής και αξιόπιστης αφήγησης. Στην προκειμένη περίπτωση, η συνολική αξιολόγηση της Αιτήτριας δεν κατέληξε σε θετική κρίση αξιοπιστίας, ώστε να ενεργοποιηθεί η αρχή αυτή. Οι δε αναφορές σε γενικές κατευθυντήριες γραμμές δεν αναιρούν την ανάγκη συγκεκριμένης και εξατομικευμένης τεκμηρίωσης.
Ως προς τον ισχυρισμό ότι η μη προσκόμιση εγγράφων δεν δύναται να λειτουργήσει σε βάρος της Αιτήτριας, το Δικαστήριο συμφωνεί ότι η έλλειψη εγγράφων δεν είναι καθεαυτή καθοριστική. Εντούτοις, στην παρούσα περίπτωση, η απουσία εγγράφων συνεκτιμήθηκε με τις λοιπές αδυναμίες της αφήγησης και δεν αποτέλεσε το μοναδικό λόγο απόρριψης.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί ενδοοικογενειακής βίας, η συνήγορος υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια παρείχε λεπτομερή και συνεκτική περιγραφή των περιστατικών. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται την άποψη αυτή. Παρά την αναφορά ορισμένων περιστατικών, εντοπίζονται ουσιώδεις ασάφειες ως προς τη συχνότητα, τη διάρκεια και την εξέλιξη των γεγονότων, καθώς και ελλείψεις ως προς κρίσιμες πτυχές, όπως η αντίδραση των αρχών και η μετέπειτα συμπεριφορά της Αιτήτριας.
Ο ισχυρισμός περί έλλειψης αντιφάσεων απορρίπτεται, καθότι από τη συνολική αξιολόγηση των δηλώσεων προκύπτουν ανακολουθίες ως προς βασικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένου του τρόπου διαφυγής, της επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα και των ενεργειών της μετά τα επίμαχα περιστατικά. Η επίκληση του τραυματικού χαρακτήρα των γεγονότων δεν αίρει τις εν λόγω αδυναμίες, ιδίως όταν αυτές αφορούν τον πυρήνα της αφήγησης και όχι δευτερεύουσες λεπτομέρειες.
Περαιτέρω, η συνήγορος προβάλλει ότι η αδυναμία αναφοράς συγκεκριμένων λεπτομερειών, όπως το όνομα της ιδιωτικής κλινικής ή επιμέρους στοιχεία της θεραπείας, δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστική. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίπτεται. Οι σχετικές ελλείψεις δεν εξετάζονται απομονωμένα, αλλά στο σύνολο της αφήγησης, και η αδυναμία παροχής βασικών πληροφοριών αναφορικά με σοβαρό περιστατικό κακοποίησης και ιατρικής φροντίδας συνιστά στοιχείο που εύλογα συνεκτιμάται. Οι μεταγενέστερες εξηγήσεις δεν αίρουν την αρχική αοριστία ούτε αποκαθιστούν τη συνοχή της αφήγησης.
Επιπλέον, ο ισχυρισμός ότι τα συμπεράσματα του αρμόδιου λειτουργού είναι αυθαίρετα απορρίπτεται. Από την Έκθεση και Εισήγηση προκύπτει ότι η κρίση περί μη αξιοπιστίας βασίστηκε σε συγκεκριμένα και επαρκώς καταγεγραμμένα στοιχεία. Η απλή διαφωνία με το αποτέλεσμα της αξιολόγησης δεν καθιστά την κρίση αυθαίρετη.
Αναφορικά με την εκτίμηση των χρονικών στοιχείων και της λογικής αλληλουχίας των γεγονότων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αξιολόγηση της αρμόδιας αρχής ήταν εύλογη, καθότι στηρίζεται σε αντικειμενικά δεδομένα και συνεκτίμηση της συνολικής εικόνας της υπόθεσης.
Ο ισχυρισμός περί αντιστροφής του βάρους απόδειξης, λόγω παρελθούσας δίωξης, επίσης απορρίπτεται. Η εφαρμογή της σχετικής αρχής προϋποθέτει την αποδοχή των πραγματικών περιστατικών ως αξιόπιστων, γεγονός που δεν συντρέχει εν προκειμένω.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, η συνήγορος επικαλείται εκτενώς πληροφορίες χώρας καταγωγής αναφορικά με την ύπαρξη εξαναγκαστικών γάμων και ενδοοικογενειακής βίας, καθώς και την έλλειψη επαρκούς κρατικής προστασίας. Το Δικαστήριο δεν αμφισβητεί την ύπαρξη των εν λόγω φαινομένων.
Ωστόσο, οι πληροφορίες αυτές έχουν γενικό χαρακτήρα και δεν επαρκούν, αφ’ εαυτών, να θεμελιώσουν δικαιολογημένο φόβο δίωξης για τη συγκεκριμένη Αιτήτρια. Η διεθνής προστασία προϋποθέτει εξατομικευμένη αξιολόγηση, η οποία δεν δύναται να στηριχθεί αποκλειστικά σε γενικές συνθήκες της χώρας καταγωγής, ιδίως όταν δεν έχει καταστεί αξιόπιστη η προσωπική αφήγηση της αιτούσας.(βλ. F.G. κατά Σουηδίας Προσφυγή υπ' αριθμόν 43611/11, Απόφαση [Ευρείας Σύνθεσης] της 23ης Μαρτίου 2016.σκ 130. M.O. κατά Ελβετίας προσφυγή υπ' αριθμόν 41237/16, Απόφαση της 20ής Ιουνίου 2017. σκ 70, R.H. κατά Σουηδίας, Προσφυγή υπ' αριθμόν 4601/14, Απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015. σκ 68)
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι οι ισχυρισμοί της συνηγόρου της Αιτήτριας, όπως αναπτύσσονται στις σελίδες 12 έως 23 της αγόρευσης, δεν ανατρέπουν τα τεκμηριωμένα συμπεράσματα της αρμόδιας αρχής αναφορικά με την έλλειψη αξιοπιστίας των ουσιωδών ισχυρισμών της.
Στη βάση του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού, το Δικαστήριο προχωρεί στην εκτίμηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής της στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, όπως αυτά ενσωματώνονται στο εθνικό δίκαιο. Η εν λόγω εκτίμηση περιορίζεται αποκλειστικά στα προσωπικά στοιχεία, το προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, καθότι όλοι οι λοιποί ισχυρισμοί, περιλαμβανομένων εκείνων περί εξαναγκαστικού γάμου και κακοποίησης, απορρίφθηκαν ως εσωτερικά και εξωτερικά αναξιόπιστοι και, συνεπώς, δεν δύνανται να συνεκτιμηθούν υπέρ της.
Η Αιτήτρια είναι ενήλικη γυναίκα, υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, με τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής την πόλη Κινσάσα. Διαθέτει μορφωτικό υπόβαθρο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ομιλεί τις τοπικές γλώσσες και δεν προκύπτει ότι αντιμετωπίζει οποιοδήποτε σοβαρό πρόβλημα υγείας ή άλλη κατάσταση που να την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη. Περαιτέρω, δεν τεκμηριώθηκε ότι στερείται πλήρως οικογενειακού ή κοινωνικού δικτύου υποστήριξης στη χώρα καταγωγής της.
Αναφορικά με την κατάσταση της υγείας της Αιτήτριας, σημειώνεται ότι προσκομίστηκε ως Τεκμήριο 2 ιατρική έκθεση του ΟΚΥΠΥ, από την οποία προκύπτει ότι αυτή διαγνώστηκε με οξεία αντίδραση στο στρες. Ωστόσο, η εν λόγω κατάσταση, ως περιγράφεται στην προσκομισθείσα ιατρική τεκμηρίωση, δεν συνιστά χρόνιο ή σοβαρό πρόβλημα υγείας, ούτε τεκμηριώνεται ότι επηρεάζει ουσιωδώς τη λειτουργικότητα ή την ικανότητά της να διαβιώσει αυτόνομα ή να επανενταχθεί στη χώρα καταγωγής της.
Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι η κατάσταση της υγείας της είναι τέτοιας βαρύτητας ώστε, σε περίπτωση επιστροφής της, να δημιουργείται πραγματικός κίνδυνος έκθεσής της σε μεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ. Το κατώφλι εφαρμογής της εν λόγω διάταξης είναι ιδιαίτερα υψηλό και προϋποθέτει σοβαρή, μη αναστρέψιμη επιδείνωση της κατάστασης υγείας ή αδυναμία πρόσβασης σε στοιχειώδη ιατρική φροντίδα, στοιχεία τα οποία δεν τεκμηριώνονται στην παρούσα περίπτωση.(βλ. N. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (N. v. the United Kingdom): Προσφυγή υπ' αριθμόν 26565/05, Απόφαση [Ευρείας Σύνθεσης] της 27ης Μαΐου 2008. Paposhvili κατά Βελγίου (Paposhvili v. Belgium): Προσφυγή υπ' αριθμόν 41738/10, Απόφαση [Ευρείας Σύνθεσης] της 13ης Δεκεμβρίου 2016.)
Συνεπώς, ο σχετικός ισχυρισμός δεν δύναται να θεμελιώσει αυτοτελώς λόγο χορήγησης διεθνούς προστασίας.
Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι από τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής προκύπτουν δυσχερείς κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, συμπεριλαμβανομένων υψηλών επιπέδων φτώχειας και περιορισμένης πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες.[23][24][25][26] Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η εφαρμογή του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ προϋποθέτει την ύπαρξη πραγματικού, προσωπικού και επικείμενου κινδύνου υποβολής σε μεταχείριση αντίθετη προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και δεν αρκεί η επίκληση γενικών συνθηκών δυσχέρειας ή ανασφάλειας στη χώρα επιστροφής ( βλ. ΔΕΕ, C-255/19, OA, ΕΔΑΔ Salah Sheekh v. the Netherlands, αρ. 1948/04).
Περαιτέρω, η εκτίμηση του κινδύνου επαναπροώθησης οφείλει να λαμβάνει υπόψη τόσο τη γενική κατάσταση στη χώρα επιστροφής όσο και τις ατομικές περιστάσεις του αιτητή (βλ. M.S.S. v. Belgium and Greece, αρ. 30696/09, §254, και F.G. v. Sweden, αρ. 43611/11, §127). Εν προκειμένω, το Δικαστήριο δεν πείθεται ότι, με βάση το προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας, υφίσταται εξατομικευμένος και πραγματικός κίνδυνος να υποστεί σοβαρή βλάβη ή μεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ σε περίπτωση επιστροφής της.
Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες σε διεθνείς εκθέσεις συνθήκες κοινωνικής ευαλωτότητας και ανισότητας των γυναικών στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Πλην όμως, επισημαίνει ότι η Αιτήτρια δεν απέδειξε πλήρη απουσία οικογενειακού ή κοινωνικού δικτύου στην Κινσάσα, ούτε προέκυψε ότι τελεί σε κατάσταση τέτοιας ένδειας, αποκλεισμού ή ιδιαίτερης ευαλωτότητας που να συνεπάγεται πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο για τη ζωή ή τη σωματική της ακεραιότητα.
Εν πάση περιπτώσει, η επίκληση γενικών συνθηκών δυσχέρειας ή διακρίσεων εις βάρος των γυναικών δεν αρκεί αφ’ εαυτής για τη θεμελίωση κινδύνου κατά την έννοια του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, ελλείψει συγκεκριμένης σύνδεσης με την προσωπική κατάσταση της Αιτήτριας και χωρίς την ύπαρξη αξιόπιστης εξατομικευμένης αφήγησης. Ειδικότερα, δεν τεκμηριώθηκε οποιαδήποτε στοχοποίηση της Αιτήτριας από κρατικό ή μη κρατικό δρώντα, ούτε προέκυψαν στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι διατρέχει προσωπικό και συγκεκριμένο κίνδυνο για τη ζωή ή τη σωματική της ακεραιότητα. Η δε γενική αναφορά στην κατάσταση των γυναικών ή στις κοινωνικές συνθήκες στη χώρα καταγωγής δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για να θεμελιώσει την εφαρμογή της αρχής της μη επαναπροώθησης (βλ. H.L.R. v. France, App. no. 24573/94· R.H. v. Sweden, App. no. 4601/14·).
Κατά πάγια νομολογία, για την ενεργοποίηση της προστασίας απαιτείται η απόδειξη ουσιαστικών λόγων ότι ο ενδιαφερόμενος θα εκτεθεί σε πραγματικό κίνδυνο κακομεταχείρισης (βλ. F.G. v. Sweden, App. no. 43611/11). Μια απλή πιθανότητα («mere possibility») κακομεταχείρισης, ιδίως λόγω γενικών δυσμενών κοινωνικών συνθηκών, δεν επαρκεί (βλ. Vilvarajah and Others v. United Kingdom, App. no. 13163/87).
Αντιθέτως, ο αιτών οφείλει να προσκομίσει μια επαρκώς τεκμηριωμένη και εξατομικευμένη αφήγηση («substantiated account»), ικανή να διαφοροποιήσει τη δική του περίπτωση από τους γενικούς κινδύνους που αντιμετωπίζει ο πληθυσμός στη χώρα προορισμού (βλ J.K. and Others v. Sweden, App. no. 59166/12)).
Συνεπώς, η αρχή της μη επαναπροώθησης, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, δεν παρεμποδίζει την επιστροφή της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της.
Η συνήγορος της Αιτήτριας προβάλλει ότι η αρμόδια αρχή προέβη σε εσφαλμένη αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου, καθότι δεν εφάρμοσε ορθά τη μελλοντοστραφή (forward-looking) προσέγγιση, όπως αυτή αποτυπώνεται στον Πρακτικό Οδηγό της EASO, και δεν συνεκτίμησε επαρκώς το προφίλ της Αιτήτριας ως γυναίκας χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της, σε συνδυασμό με τις πληροφορίες χώρας καταγωγής.
Ο ισχυρισμός αυτός δεν γίνεται αποδεκτός.
Καταρχάς, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου προϋποθέτει την ύπαρξη αξιόπιστης πραγματικής βάσης επί της οποίας δύναται να στηριχθεί η σχετική πρόγνωση. Η μελλοντοστραφής εκτίμηση δεν λειτουργεί αυτοτελώς και ανεξάρτητα από την αξιολόγηση της αξιοπιστίας, αλλά ερείδεται επί των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης. Η γενική αξιοπιστία των δηλώσεων του αιτούντος είναι καθοριστική για την εκπλήρωση του βάρους απόδειξης (βλ. αποφάσεις ΕΔΑΔ Said κατά Ολλανδίας Προσφυγή υπ' αριθμόν 2345/02, σκ. 50· R.H. κατά Σουηδίας, Προσφυγή υ' αριθμόν 4601/14 σκ. 58). Εάν οι δηλώσεις που στηρίζουν το αίτημα δεν θεωρηθούν αξιόπιστες λόγω θεμελιωδών αντιφάσεων στον πυρήνα της αφήγησης, τότε δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί πραγματικός κίνδυνος.(βλ. ΕΔΑΔ J.K. και Άλλοι κατά Σουηδίας Προσφυγή υ' αριθμόν 59166/12, ΔΕΕ M. (C‑277/11) σκ 64)
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω, οι ουσιώδεις ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν κρίθηκαν αξιόπιστοι. Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται επαρκώς τεκμηριωμένο πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου να μπορεί να στηριχθεί πρόγνωση περί μελλοντικής δίωξης ή σοβαρής βλάβης.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός ότι η Αιτήτρια δεν απαιτείται να είναι αξιόπιστη επί παντός στοιχείου προκειμένου να τύχει διεθνούς προστασίας, δεν αναιρεί την ανάγκη να καταστεί αξιόπιστος ο πυρήνας της αφήγησής της. Στην παρούσα περίπτωση, οι διαπιστωθείσες ασάφειες και ανακολουθίες δεν αφορούν δευτερεύουσες πτυχές, αλλά ουσιώδη στοιχεία των προβαλλόμενων γεγονότων, γεγονός που επηρεάζει καθοριστικά τη δυνατότητα αξιολόγησης του μελλοντικού κινδύνου.
Επιπλέον, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι η αξιολόγηση κινδύνου απαιτεί τη συνεκτίμηση τόσο των προσωπικών περιστάσεων της αιτούσας όσο και των αντικειμενικών στοιχείων που προκύπτουν από αξιόπιστες πηγές χώρας καταγωγής. Ωστόσο, οι πληροφορίες αυτές, οι οποίες αναδεικνύουν γενικές συνθήκες, δεν δύνανται να υποκαταστήσουν την έλλειψη αξιόπιστης εξατομικευμένης αφήγησης.( M.O. κατά Ελβετίας Αριθμός Προσφυγής: 41237/16 σκ. 71-80)
Ως προς την επίκληση παρελθούσας δίωξης, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι αυτή δύναται να αποτελέσει ένδειξη μελλοντικού κινδύνου μόνο εφόσον τα σχετικά πραγματικά περιστατικά έχουν κριθεί αξιόπιστα. Δεδομένου ότι εν προκειμένω δεν έγινε αποδεκτός ο πυρήνας των ισχυρισμών της Αιτήτριας, δεν τίθεται ζήτημα ενεργοποίησης τεκμηρίου υπέρ της ύπαρξης μελλοντικής δίωξης ούτε μετατόπισης του βάρους απόδειξης.
Τέλος, ο ισχυρισμός της συνηγόρου ότι η αρμόδια αρχή όφειλε να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα βάσει του προφίλ της Αιτήτριας ως γυναίκας χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της, δεν γίνεται αποδεκτός. Και τούτο διότι το εν λόγω προφίλ δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς ούτε έχει γίνει αποδεκτό κατόπιν της αξιολόγησης της αξιοπιστίας των ισχυρισμών της.
Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν ληφθούν υπόψη οι σχετικοί ισχυρισμοί, η επίκληση γενικής ευαλωτότητας ή δυσμενών κοινωνικών συνθηκών δεν αρκεί αφ’ εαυτής για τη θεμελίωση δικαιολογημένου φόβου δίωξης, ελλείψει αξιόπιστης και εξατομικευμένης πραγματικής βάσης.(βλ. Α.Α. κατά Ελβετίας, Αριθμός Προσφυγής: 32218/17 σκ. 39)
Αναφορικά με τις πρόνοιες του άρθρου 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, ούτε να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ειδικότερα, δεν προέκυψε οποιαδήποτε ένδειξη ότι η Αιτήτρια έχει καταδικαστεί ή διώκεται για αδίκημα που να επισύρει τη θανατική ποινή, ούτε ότι αποτελεί πρόσωπο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για τις αρχές ή για άλλους δρώντες, κρατικούς ή μη κρατικούς. Περαιτέρω, ελλείψει αξιόπιστης θεμελίωσης των ισχυρισμών της περί κακοποίησης ή στοχοποίησης, δεν στοιχειοθετείται εξατομικευμένος και πραγματικός κίνδυνος υποβολής της σε μεταχείριση που να εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο της ανωτέρω διάταξης.
Υπό τα ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας ούτε στο καθεστώς πρόσφυγα ούτε στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Αναφορικά με το ενδεχόμενο υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C 285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011, αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζουσα βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie,ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Προκειμένου δε να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής, η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, και ειδικότερα στην Kinshasa, την οποία το Δικαστήριο θεωρεί ως τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί σε αυτήν.
Στη Λ.Δ.Κ επικρατούν διεθνής και μη διεθνής ένοπλες συρράξεις.[27] Στην ανατολική ΛΔΚ, η αναζωπύρωση του Κινήματος 23 Μαρτίου (M23), η απειλή που αποτελούν οι οργανωμένες ένοπλες ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των Συμμαχικών Δημοκρατικών Δυνάμεων (ADF), και οι μεγάλης κλίμακας εσωτερικές μετακινήσεις πληθυσμών καταδεικνύουν την επιμονή των μη διεθνών ένοπλων συγκρούσεων (NIAC) που διαμορφώνονται από την ξένη εμπλοκή και τις ανταγωνιστικές περιφερειακές αναπτύξεις.[28]
Στις αρχές του 2025, οι συγκρούσεις μεταξύ των δυνάμεων ασφαλείας του Κονγκό και των μαχητικών ομάδων υπό την ηγεσία του M23 κλιμακώθηκαν ραγδαία, με αποκορύφωμα την κατάληψη της Goma, του περιφερειακού κέντρου της Ανατολικής ΛΔΚ στα σύνορα με τη Ρουάντα, από το M23. Η Ρουάντα, ο κύριος υποστηρικτής της ένοπλης ομάδας M23, στήριξε την επίθεσή της στην ανατολική ΛΔΚ με τρεις έως τέσσερις χιλιάδες στρατιώτες. Με την πτώση της Goma, χιλιάδες ντόπιοι — πολλοί από τους οποίους ήταν ήδη εσωτερικά εκτοπισμένοι — εγκατέλειψαν την περιοχή. Στις 4 Φεβρουαρίου, η M23 κήρυξε μονομερή κατάπαυση του πυρός. Η M23 είναι η τελευταία από μια σειρά μαχητικών ομάδων που υποστηρίζονται από τη Ρουάντα και που από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 ανταγωνίζονται για την κατάκτηση εδαφών και πολύτιμων φυσικών πόρων στο ανατολικό Κονγκό. Η κλιμάκωση της βίας στη Goma επιδείνωσε την πολιτική βία σε ολόκληρη τη χώρα —συμπεριλαμβανομένης της πρωτεύουσας Κινσάσα— η οποία ξέσπασε μετά τις εθνικές εκλογές της ΛΔΚ τον Δεκέμβριο του 2023.[29]
Στην ετήσια έκθεση του 2026 του Human Rights Watch για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για το έτος 2025 στη Λ.Δ.Κ., καταγράφεται πως «η κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η ανθρωπιστική κατάσταση στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό επιδεινώθηκαν σημαντικά το 2025 λόγω παραβιάσεων των νόμων του πολέμου και άλλων καταχρήσεων στην ανατολική περιοχή, συμπεριλαμβανομένης της αύξησης των επιθέσεων εναντίον αμάχων από την ένοπλη ομάδα Alliance of Democratic Forces (ADF) που συνδέεται με το ISIS και των συγκρούσεων μεταξύ της ένοπλης ομάδας M23 που υποστηρίζεται από τη Ρουάντα και των ενόπλων δυνάμεων του Κονγκό. Οι εχθροπραξίες στις επαρχίες North and South Kivu και Ituri οδήγησαν στη δολοφονία χιλιάδων αμάχων, στην παράνομη αναγκαστική εκτόπιση πληθυσμών και σε άλλες παραβιάσεις, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής βίας, από ένοπλες ομάδες.»[30]
Κατά τη περίοδο του έτους 2024, σημειώθηκε πως οι ένοπλες συγκρούσεις στην ανατολική περιοχή συνεχίστηκαν, καθώς οι πολιτικές διαδικασίες παρέμεναν σε αδιέξοδο. Τον Σεπτέμβριο, οι κυβερνητικές δυνάμεις πολεμούσαν εναντίον των Δημοκρατικών Δυνάμεων για την Απελευθέρωση της Ρουάντα (FDLR), μιας ένοπλης ομάδας, στην επαρχία Nord-Kivu. Εν τω μεταξύ, οι δυνάμεις της Ουγκάντας και της κυβέρνησης συνέχισαν τις στρατιωτικές τους επιχειρήσεις στις επαρχίες Nord-Kivu και Ituri εναντίον των Συμμαχικών Δημοκρατικών Δυνάμεων (ADF), μιας ένοπλης ομάδας της Ουγκάντας, και απελευθέρωσαν τουλάχιστον 500 άτομα που είχαν απαχθεί από τις ADF. Σε ολόκληρη τη χώρα, συμπεριλαμβανομένης της πρωτεύουσας Κινσάσα, πραγματοποιήθηκαν διαμαρτυρίες σε σχέση με την ένοπλη σύγκρουση μεταξύ του Κινήματος 23 Μαρτίου (M23) και των κυβερνητικών δυνάμεων της ΛΔΚ και των συμμάχων τους. Οι διαμαρτυρίες αφορούσαν επίσης την υποτιθέμενη υποστήριξη των δυτικών χωρών, συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας, του Ηνωμένου Βασιλείου και των ΗΠΑ, προς τη Ρουάντα.Η διακοινοτική βία επεκτάθηκε στις επαρχίες Kasai, Kwango, Kwilu, Mai-Ndombe και Tshopo και είχε ως αποτέλεσμα περαιτέρω σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.[31]
Σύμφωνα με μια εστιασμένη έκθεση COI που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 2025 σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔK από το βέλγικο Κέντρο Τεκμηρίωσης και Έρευνας (CEDOCA), «όσον αφορά την Kinshasa, αναφέρθηκαν σποραδικά περιστατικά ασφαλείας κατά τη διάρκεια του 2024, συμπεριλαμβανομένων διαδηλώσεων, μιας απόπειρας πραξικοπήματος, μιας απόδρασης από τη φυλακή Makala και ορισμένων επεισοδίων στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Maluku λόγω της σύγκρουσης που λαμβάνει χώρα στη γειτονική επαρχία Mai-Ndombe». Η ίδια πηγή, επικαλούμενη πληροφορίες από το United Nations Joint Human Rights Office, ανέφερε ότι η επαρχία της Kinshasa ήταν «ανεπηρέαστη από ένοπλη σύγκρουση» και ότι «από την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά το 2025, εκτός από διαδηλώσεις κατά δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σοβαρά περιστατικά ασφαλείας στην Kinshasa». Τον Ιανουάριο του 2025, διαδηλωτές στην Kinshasa επιτέθηκαν σε πρεσβείες και προκάλεσαν πυρκαγιές στο πλαίσιο ενός ξεσπάσματος διαδηλώσεων κατά της επίθεσης των ανταρτών M23 στην ανατολική περιοχή.[32]
Για την πληρότητα της έρευνας θα παρατεθούν και αριθμητικά δεδομένα από τη βάση δεδομένων ACLED, που αφορούν το τόπο καταγωγής και τελευταίας διαμονής της Αιτήτριας (Kinshasa). Κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 06.03.2026), καταγράφηκαν 54 περιστατικά πολιτικής βίας ("political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/ απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 49 θάνατοι.[33] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της Kinshasa ανέρχεται σε 14,565,700 κατοίκους σύμφωνα με εκτίμηση του 2020[34].
Από τα ανωτέρω στοιχεία προκύπτει ότι, παρότι στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό υφίστανται ένοπλες συγκρούσεις και σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι συγκρούσεις αυτές εντοπίζονται κυρίως στην ανατολική περιοχή της χώρας, ήτοι στις επαρχίες North Kivu, South Kivu και Ituri. Αντιθέτως, ως προς την Kinshasa, δεν προκύπτει ότι υφίσταται κατάσταση γενικευμένης ή αδιάκριτης βίας τέτοιας έντασης ώστε να πληρούται το κατώφλι εφαρμογής του άρθρου 19(2)(γ) του Νόμου. Τα καταγεγραμμένα περιστατικά ασφάλειας στην εν λόγω περιοχή είναι περιορισμένα και σποραδικά, ενώ τα αριθμητικά δεδομένα από τη βάση ACLED δεν καταδεικνύουν επίπεδο βίας ικανό να εκθέσει τον άμαχο πληθυσμό, λόγω της απλής παρουσίας του και μόνο, σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Λαμβάνοντας, περαιτέρω, υπόψη τις ατομικές περιστάσεις της Αιτήτριας, το Δικαστήριο σημειώνει ότι πρόκειται για ενήλικη γυναίκα, χωρίς αποδεδειγμένη ιδιαίτερη ευαλωτότητα, με μορφωτικό υπόβαθρο και δυνατότητα βασικής αυτονομίας. Δεν προέκυψε οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι διαθέτει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τα οποία θα την καθιστούσαν περισσότερο εκτεθειμένη σε κίνδυνο σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό, ούτε ότι υφίσταται στοχοποίηση ή εξατομικευμένος κίνδυνος εις βάρος της.
Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν υφίσταται κατάσταση αδιακρίτως ασκούμενης βίας τέτοιας έντασης στην Kinshasa, ώστε, ακόμη και ελλείψει εξατομικευμένων στοιχείων, να συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να θεωρηθεί ότι η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω της παρουσίας της και μόνο στην εν λόγω περιοχή. Ούτε, εξάλλου, προκύπτει, υπό το φως των προσωπικών της περιστάσεων, οποιαδήποτε ειδική έκθεση σε τέτοιο κίνδυνο.
Κατά συνέπεια, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου και κατόπιν εξέτασης τόσο της νομιμότητας όσο και της ουσίας της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης, καταλήγω ότι η αίτηση της Αιτήτριας εξετάστηκε πλήρως, δεόντως και επιμελώς σε κάθε στάδιο της διοικητικής διαδικασίας και ορθώς απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου.
Συνακόλουθα, οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί της συνηγόρου της Αιτήτριας, όπως αναπτύσσονται στη γραπτή της αγόρευση, περί εσφαλμένης αξιολόγησης της αξιοπιστίας, πλημμελούς διερεύνησης των πραγματικών περιστατικών, εσφαλμένης εκτίμησης των πληροφοριών χώρας καταγωγής και πλημμελούς εφαρμογής της μελλοντοστραφούς προσέγγισης ως προς τον κίνδυνο, δεν ευσταθούν και απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
Δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε νομική πλημμέλεια ή ουσιαστική πλάνη στην προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε προκύπτει ότι η αρμόδια αρχή παρέλειψε να εξετάσει ουσιώδη στοιχεία ή να συνεκτιμήσει κρίσιμα δεδομένα της υπόθεσης. Αντιθέτως, η αξιολόγηση που διενεργήθηκε στηρίχθηκε σε επαρκή, συγκεκριμένα και αιτιολογημένα ευρήματα, τα οποία δικαιολογούν το συμπέρασμα περί μη αξιοπιστίας των ουσιωδών ισχυρισμών της Αιτήτριας και περί απουσίας πραγματικού κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της.
Η Διοίκηση ορθώς κατέληξε ότι τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης δεν πληρούν τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο καθεστώς πρόσφυγα, σύμφωνα με τα άρθρα 3 έως 3Δ του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης για λόγους που αναγνωρίζονται από τη Σύμβαση της Γενεύης. Περαιτέρω, δεν στοιχειοθετήθηκε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης υπό οποιοδήποτε εκ των προβλεπομένων στο άρθρο 19(2) του Νόμου, ώστε να δικαιολογείται υπαγωγή της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Η διενεργηθείσα έρευνα κρίνεται επαρκής, καθότι εκτείνεται στη διερεύνηση όλων των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και παρέχει ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπερασμάτων (βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371, Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99). Είναι πρόδηλο ότι η Υπηρεσία Ασύλου προέβη σε δέουσα και εξατομικευμένη διερεύνηση όλων των ζητημάτων που τέθηκαν ενώπιόν της, συνεκτιμώντας το σύνολο των στοιχείων του διοικητικού φακέλου.
Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη, η δε αιτιολογία της συμπληρώνεται από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, και ιδίως από την αίτηση διεθνούς προστασίας, το πρακτικό της συνέντευξης και την Έκθεση/Εισήγηση της αρμόδιας λειτουργού (βλ. Παναγιωτίδης v. Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων κ.ά. (1998) 3 ΑΑΔ 342, Θ. Χριστοφή & Σία Λτδ v. Yπουργού Οικονομικών κ.ά. (1998) 3 ΑΑΔ 427).
Υπό τα ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση κρίνεται νόμιμη και ορθή.
Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με €1000 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.
[1] Βλ. (Chahal v. the United Kingdom, judgment of 15 November 1996, Reports 1996-V, § 96; and Saadi v. Italy, cited above, § 128), όπου κρίθηκε ότι η εκτίμηση ύπαρξης πραγματικού κινδύνου πρέπει να είναι αυστηρή· περαιτέρω, βλ. (N. v. Finland, no. 38885/02, § 167, 26 July 2005), κατά την οποία το βάρος απόδειξης φέρει καταρχήν ο αιτητής. Παρά ταύτα, λόγω της ιδιαίτερης θέσης των αιτητών ασύλου, δύναται να τους αναγνωρίζεται το ευεργέτημα της αμφιβολίας· ωστόσο, όταν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις αναξιοπιστίας, οφείλουν να παρέχουν ικανοποιητική εξήγηση για τις αντιφάσεις (βλ. N. v. Sweden, no. 23505/09, § 53, 20 July 2010 and Collins and Akasiebie v. Sweden (dec.), no. 23944/05, 8 March 2007).).
[2] USDOS - US Department of State (Author): 2022 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 20 March 2023,https://www.ecoi.net/en/document/2089109.html [Ημερομηνία πρόσβασης 18/03/2026]
[3] IRB - Immigration and Refugee Board of Canada (Author): Democratic Republic of the Congo: Early or forced marriages, including among women and girls; prevalence, related legislation, and the ability to refuse such a marriage; state protection and support services (2019-March 2021) [COD200506.FE], 1 April 2021
https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458327&pls=1 [Ημερομηνία πρόσβασης 18/03/2026]
[4] DIS - Danish Immigration Service (Author): Democratic Republic of the Congo; Socioeconomic conditions in Kinshasa , October 2022, https://us.dk/media/ofggkep0/notat-drc-kinshasa.pdf [Ημερομηνία πρόσβασης 18/03/2026]
[5] OECD Development center _ Social Institutions & Gender Index - DRC https://gcbhr.org/backoffice/resources/KHub/oecd-development-center-social-institutions-and-gender-index-drc-facts-2019.pdf
[6] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Democratic Republic of the Congo; Forced marriage, including the Kintwidi practice; prevalence; legislation; possibility to refuse such a marriage; state protection; and support services [Q17-2024], 19 February 2024
https://www.ecoi.net/en/file/local/2104690/2024_02_EUAA_COI_Query_Response_Q17_Democratic_Republic_of_Congo_Forced_Marriage_Kintwidi.pdf
[7] US Department of State DRC https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/democratic-republic-of-the-congo/
[8] Refugee Documentation Center Ireland Country Marriage Pack Democratic Republic of Congo https://www.ecoi.net/en/file/local/1122228/1930_1390233085_drc-marriage-pack-august-2013.pdf
[9] Wives in Slavery – forced marriage in the Congo - https://freetheslaves.net/wp-content/uploads/2015/03/FTS-ForcedMarriage-201306-V1-web.pdf
[10] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Democratic Republic of the Congo; Forced marriage, including the Kintwidi practice; prevalence; legislation; possibility to refuse such a marriage; state protection; and support services [Q17-2024], 19 February 2024
https://www.ecoi.net/en/file/local/2104690/2024_02_EUAA_COI_Query_Response_Q17_Democratic_Republic_of_Congo_Forced_Marriage_Kintwidi.pdf
[11] ΕΥΑΑ – COI QUERY- Sexual and gender-based violence (SGBV) against women, including sexual and domestic violence, conflict-related sexual violence, trafficking for sexual exploitation, traditional harmful practices, and early and forced marriage; legislation; social attitudes; state protection; access to support services- DRC- 7 February 2024 to 19 June 2025 www.ecoi.net/en/file/local/2126456/2025_06_EUAA_COI_Query_Response_Q11_Democratic_Republic_of_Congo_DRC_Sexual_and_Gender_Based_Violence_against_Women_SGBV.pdf#:~:text=The%20present%20query%20response%20was,sexual%20and%20domestic%20violence%2C%20conflict-
[12] IRB - Immigration and Refugee Board of Canada: Democratic Republic of the Congo: Early or forced marriages, including among women and girls; prevalence, related legislation, and the ability to refuse such a marriage; state protection and support services (2019–March 2021) [COD200506.FE], 1 April 2021
https://www.ecoi.net/en/document/2050986.htm
[13] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Democratic Republic of the Congo; Forced marriage, including the Kintwidi practice; prevalence; legislation; possibility to refuse such a marriage; state protection; and support services [Q17-2024], 19 February 2024
https://www.ecoi.net/en/file/local/2104690/2024_02_EUAA_COI_Query_Response_Q17_Democratic_Republic_of_Congo_Forced_Marriage_Kintwidi.pdf
[14]όπως στην υπόθεση R.H. v. SWEDEN (Application no. 4601/14)
[15]Reliefweb, UNFPA - DRCongo: Gender Based Violence in the Democratic Republic of the Congo: Key Facts and Priorities of humanitarian actors, 24 May 2019
https://reliefweb.int/report/democratic-republic-congo/gender-based-violence-democratic-republic-congo-key-facts-and[Ημερομηνία πρόσβασης 18/03/2026]
[16] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024, σ. 42, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf[Ημερομηνία πρόσβασης 18/03/2026]
[17] UN Women, DRC: Bringing women’s civil society organisations together, 10 July 2023, https://africa.unwomen.org/en/stories/nouvelle/2023/07/rdc-rassemblant-les-organisations-feminines-de-la-societe-civile [Ημερομηνία πρόσβασης 18/03/2026]
[18] CEDAW, 'Concluding observations on the eighth periodic report of the Democratic Republic of the Congo', CEDAW/C/COD/CO/8 ,(2019), 8 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2014966/N1923692.pdf [Ημερομηνία πρόσβασης 18/03/2026]
[19] CEDAW, 'Concluding observations on the eighth periodic report of the Democratic Republic of the Congo', CEDAW/C/COD/CO/8 , 27 February 2025, https://docs.un.org/en/CEDAW/C/COG/CO/8 [Ημερομηνία πρόσβασης 18/03/2026]
[20] ΕΔΔΑ, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, ό.π. υποσημείωση 20. Βλ. επίσης ΕΔΔΑ, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, RH κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 4601/14, σκέψη 58· ΕΔΔΑ, απόφαση της 20ης Ιουλίου 2010, N κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 23505/09, σκέψη 53· ΕΔΔΑ, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2010, RC κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 41827/07, σκέψη 50.
[21] Άρθρο 13 του περί Προσφύγων Νόμου.
[22] C‑277/11 M. M. v Minister for Justice, Equality and Law Reform,
[23] ΕΥΑΑ – COI Query - DEMOCRATIC REPUBLIC OF THE CONGO- Situation of women who have children out of wedlock, including legal framework, treatment by society, and access to support services - January 2022 to 9 February 2024 https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-01/2024_02_EUAA_COI_Query_Response_Q15_Democratic_Republic_of_Congo_Women_with_children_out_of_wedlock.pdf
[24] UNHCR -DRC – Multi year strategy 2022- 2026 www.unhcr.org/sites/default/files/2025-01/Democratic%20Republic%20of%20the%20Congo%20-%20Strategy%202022%20–%202026_0.pdf
[25] Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Democratic Republic of the Congo 2024, April 29, 2025 https://www.ecoi.net/de/document/2124713.html
[26] Relief web - Democratic Republic of the Congo Regional Refugee Response Plan January 2024- December 2025 (Updated as of April 2025) https://reliefweb.int/report/uganda/democratic-republic-congo-regional-refugee-response-plan-january-2024-december-2025-updated-april-2025#:~:text=As%20a%20result%20of%20the,was%20extended%20until%20December%202025.
[27] WarWatch, Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights, Armed conflicts in Democratic Republic of the Congo, Reporting period: July 2024 - June 2025, Snapshot, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 18/03/2026]
[28] Ibid
[29] Global Conflict Tracker, Conflict in the Democratic Republic of Congo, Updated February 18, 2026, https://www.cfr.org/global-conflict-tracker/conflict/violence-democratic-republic-congo[Ημερομηνία Πρόσβασης: 18/03/2026]
[30] HRW - Human Rights Watch: World Report 2026; Democratic Republic of Congo,
https://www.hrw.org/world-report/2026/country-chapters/democratic-republic-of-congo [Ημερομηνία Πρόσβασης 18/03/2026]
[31] Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2024, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ [Ημερομηνία Πρόσβασης 18/03/2026]
[32] EUAA COI Query Response - DRC - Democratic Republic of the Congo - Security Situation in Kinshasa,
01/07/2025,σελ.4, 2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasa, [Ημερομηνία Πρόσβασης 18/03/2026]
[33]Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 06.03.2026), https://acleddata.com/platform/explorer [Ημερομηνία Πρόσβασης 18/03/2026]
[34] City Population - DRC - Kinshasa, https://www.citypopulation.de/en/drcongo/cities/ [Ημερομηνία Πρόσβασης 18/03/2026]
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο