ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
15 Απριλίου 2026
[Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
J.L.M.
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
....................
Έλενα Μαλά και συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή
Θεωχάρια Παπανικολάου (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
Δ. Κατσαρίδης, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή, αξιώνει την ακύρωση της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 26/01/2023, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 04/04/2023, και με την οποία έλαβε γνώση της απόρριψης της αίτησής του για παραχώρηση σε αυτόν καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 και 19 του Περί Προσφύγων Νόμου.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Όπως εκτίθεται στην ένσταση που καταχωρίστηκε από τους Καθ’ ων η Αίτηση και όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φακέλου (εφεξής «Δ.Φ.») της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής, ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (ΛΔΚ).
Στις 02.03.2022 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση διεθνούς προστασίας στην Κυπριακή Δημοκρατία, προσκομίζοντας το σχετικό έντυπο της Υπηρεσίας Ασύλου, και αυθημερόν εκδόθηκε Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας.
Κατά την υποβολή του αιτήματός του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι είναι ανήλικος και προσκόμισε αντίγραφο πιστοποιητικού γεννήσεως, στο οποίο αναγραφόταν ως ημερομηνία γέννησης η 26.06.2005. Στις 19.09.2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη προσδιορισμού ηλικίας, κατά την οποία διατυπώθηκαν αμφιβολίες ως προς την ηλικία του· για τον λόγο αυτό παραπέμφθηκε σε ιατρικές εξετάσεις, από τις οποίες διαπιστώθηκε ότι ο Αιτητής είναι ενήλικος.
Ακολούθως, στις 06.12.2022, πραγματοποιήθηκε η προσωπική συνέντευξη του Αιτητή ενώπιον αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου. Εν συνεχεία, στις 16.01.2023, ο εν λόγω Λειτουργός συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή και την επιστροφή του στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.
Η εν λόγω εισήγηση έγινε αποδεκτή από τον αρμόδιο Προϊστάμενο στις 26.01.2023, οπότε και εκδόθηκε η απορριπτική απόφαση, με την οποία διατάχθηκε η επιστροφή του Αιτητή. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 04.04.2023, ενώ στις 21.04.2023 ο Αιτητής καταχώρισε την παρούσα προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, με αριθμό 1212/2023.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΜΟΙ
Ο Αιτητής παραθέτει στο εισαγωγικό δικόγραφο της διαδικασίας πλείονες λόγους ακύρωσης, χωρίς αυτοί να συνοδεύονται από σαφή αιτιολογία ή παραπομπή σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία του διοικητικού φακέλου.
Διά της γραπτής αγόρευσης του, ο συνήγορος του Αιτητή προωθεί ως λόγους ακύρωσης τον ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατά κατάχρηση και καθ’ υπέρβαση εξουσίας, χωρίς τη δέουσα έρευνα και επαρκή αιτιολογία, καθώς και τον ισχυρισμό ότι η απόφαση λήφθηκε υπό πλάνη περί τα πράγματα. Σημειώνεται ότι, κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, η πλευρά του Αιτητή απέσυρε όλους τους λοιπούς νομικούς ισχυρισμούς, πλην εκείνων που αφορούν την έλλειψη δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας.
Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση, διά της γραπτής τους αγόρευσης, υπεραμύνθηκαν της νομιμότητας και κανονικότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι η απόφαση εκδόθηκε ορθώς και νομίμως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και της κείμενης νομοθεσίας, κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής άσκησης των εκ του νόμου παρεχόμενων εξουσιών, και αφού ελήφθησαν υπόψη όλα τα ουσιώδη γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Περαιτέρω, υποστηρίζουν ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην εξέταση του εναπομείναντος λόγου ακυρώσεως, ήτοι της αιτίασης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω ελλείψεως δέουσας έρευνας, σε συνάρτηση με τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Λαμβανομένης υπόψη της εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου και, ειδικότερα, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018, Ν. 73(Ι)/2018, το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την υπόθεση πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc). Επομένως, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον η προσβαλλόμενη εκδόθηκε σε πλήρη συμμόρφωση με τις σχετικές διατάξεις του Νόμου και της Οδηγίας και, ως εκ τούτου, είναι ορθή επί της ουσίας.
Στο πλαίσιο του ελέγχου της προσβαλλόμενης, το Δικαστήριο εξετάζει εάν το αρμόδιο όργανο ερεύνησε και συνεκτίμησε όλα τα στοιχεία που όφειλε, κατά τις πρόνοιες του Νόμου, προκειμένου να καταλήξει στην απόφασή του. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέγει και εξετάζει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται, κατ’ αρχήν, στη διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφοροποιούνται ανά περίπτωση (βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503· Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270· Α.Ε. αρ. 3017, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 5.6.2002, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345· Jamal Karou ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, αρ. 128/2008, ημερ. 1.2.2010).
Υπό τα ανωτέρω, το Δικαστήριο προσεγγίζει το ζήτημα με βάση τα ενώπιόν του στοιχεία και το περιεχόμενο του Διοικητικού Φακέλου, εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη δεδομένα και πραγματικά περιστατικά τα οποία είχαν ενώπιόν τους οι Καθ’ ων η Αίτηση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέχει ο Αιτητής, όπως αυτά καταγράφονται στην Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού και όπως προκύπτουν από τον Διοικητικό Φάκελο (εφεξής «Δ.Φ.») της Υπηρεσίας Ασύλου, και τα οποία δεν αμφισβητούνται ως προς την καταγραφή τους, ο Αιτητής, κατά την υποβολή της αίτησής του, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, διότι ο πατέρας του ήταν παραδοσιακός αρχηγός. Ανέφερε ότι ο πατέρας του δολοφονήθηκε από τα αδέλφια του, προκειμένου να ιδιοποιηθούν την περιουσία του. Περαιτέρω, δήλωσε ότι τα εν λόγω πρόσωπα τον καταδίωκαν, ώστε να αποτραπεί η ανάληψη εκ μέρους του της θέσης του πατέρα του ως παραδοσιακού αρχηγού στο χωριό του. Συνοπτικά, ανέφερε ότι επιδίωκαν τη θανάτωσή του, καθότι γνώριζαν ότι επρόκειτο να διαδεχθεί τον πατέρα του και να διαχειριστεί την περιουσία και τα χωριά του (βλ. ερ. 12α Δ.Φ.).
Κατά τη διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης στις 19.09.2022, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και ότι γεννήθηκε στην πόλη Mbanza, επαρχία Congo Central. Ανέφερε, επίσης, ότι διέμεινε για διάστημα περίπου τριών μηνών στην πόλη Kinshasa πριν εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του. Ως προς το θρήσκευμά του, δήλωσε ότι είναι Χριστιανός και ότι ανήκει στη φυλή Mukongo. Περαιτέρω, δήλωσε ότι είναι άγαμος και άτεκνος. Σε σχέση με το μορφωτικό του επίπεδο, ανέφερε ότι φοίτησε για τέσσερα έτη στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του λόγω οικογενειακών προβλημάτων. Ομιλεί λινγκάλα και γαλλικά, ενώ μαθαίνει αγγλικά. Όσον αφορά την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι ο πατέρας του έχει αποβιώσει, ενώ η μητέρα του βρίσκεται μαζί με τον δίδυμο αδελφό του, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει το ακριβές μέρος διαμονής τους. Σε ερώτηση αναφορικά με την επαγγελματική του δραστηριότητα στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν εργαζόταν.
Κληθείς να εξηγήσει τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα του (βλ. ερ. 36 Δ.Φ.), ο Αιτητής δήλωσε, κατά τη διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης στις 06.12.2022, ότι αποχώρησε εξαιτίας του κινδύνου που αντιμετώπισε μετά τη δολοφονία του πατέρα του από συγγενικά του πρόσωπα. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι έχει δίδυμο αδελφό και ότι ο πατέρας του κατείχε τον τίτλο του «Mfumu», ήτοι παραδοσιακού αρχηγού της κοινότητας. Όπως εξήγησε, ο αρχηγός κατέχει σημαντική περιουσία και, σε περίπτωση θανάτου ή προχωρημένης ηλικίας του, η διαδοχή πραγματοποιείται μέσω τελετουργικών διαδικασιών, με αντικατάστασή του από ένα εκ των τέκνων του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι, όταν κάποιος είναι Mfumu, η σύζυγος και τα τέκνα του απολαύουν σημαντικής περιουσίας.
Ο πατέρας του Αιτητή είχε επίσης αδέλφια. Σύμφωνα με την παράδοση της κοινότητάς του, όταν ένας αρχηγός αποβιώσει, πραγματοποιούνται τελετές και θυσίες και ακολούθως αντικαθίσταται από ένα εκ των τέκνων του. Ο Αιτητής ανέφερε ότι, λόγω της σημαντικής περιουσίας που συνδέεται με τη θέση αυτή, οργανώθηκε η δολοφονία του πατέρα του. Όπως δήλωσε, κανονικά, μετά τον θάνατο του πατέρα του, τα τέκνα του θα έπρεπε να τον διαδεχθούν· εντούτοις, οι συγγενείς του πατέρα του δεν το επιθυμούσαν και αναζητούσαν τρόπο να τους εξοντώσουν, προκειμένου να διατηρήσουν για τους ίδιους το σύνολο της περιουσίας.
Ο Αιτητής ανέφερε ότι, μία ημέρα, ενώ επέστρεφε από το σχολείο, πληροφορήθηκε από τρίτα πρόσωπα τον θάνατο του πατέρα του. Κατά την ίδια ημέρα, ο δίδυμος αδελφός του ήταν ασθενής και παρέμεινε στην οικία μαζί με τη μητέρα τους. Ο ίδιος δεν επέστρεψε στην οικία του, αλλά παρέμεινε επί τρεις ημέρες στον χώρο του σχολείου, χωρίς να έχει σαφή εικόνα για τα όσα συνέβαιναν στην οικογένειά του.
Μεταγενέστερα, ενημερώθηκε ότι η μητέρα του και ο δίδυμος αδελφός του είχαν εγκαταλείψει την οικία τους. Ακολούθως, δάσκαλός του, ονόματι George, του ανέφερε ότι δεν μπορούσε να επιστρέψει στην οικία του, καθότι οι συγγενείς του πατέρα του επιχειρούσαν να τον σκοτώσουν, εξαιτίας της περιουσίας και των αγαθών που είχε αφήσει ο πατέρας του. Περαιτέρω, του γνωστοποίησε ότι θα μεριμνούσαν για την απομάκρυνσή του και τη μεταφορά του στην Κινσάσα.
Ο Αιτητής δήλωσε ότι, αφότου έφθασε στην Κινσάσα, μεταφέρθηκε σε Μη Κυβερνητική Οργάνωση, η οποία παρείχε συνδρομή σε άτομα σε παρόμοιες καταστάσεις και είχε τη δυνατότητα να τα διευκολύνει να μεταβούν σε άλλη χώρα. Στη συνέχεια, όπως ανέφερε, διευθετήθηκαν τα απαραίτητα έγγραφα για την αναχώρησή του.
Καταληκτικά, ο Αιτητής επανέλαβε ότι ο λόγος για τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του ήταν ότι τα μεγαλύτερα αδέλφια του πατέρα του δεν επιθυμούσαν τα τέκνα του να τον διαδεχθούν στη θέση του αρχηγού και επιχειρούσαν να τα εξοντώσουν, προκειμένου να ιδιοποιηθούν το σύνολο της περιουσίας που είχε αφήσει. Πρόσθεσε δε ότι, σύμφωνα με την παράδοσή του, η ιδιότητα του «Mfumu» είναι ιδιαίτερα σημαντική και συνεπάγεται σημαντική περιουσία και προνόμια.
Ακολούθως, ο Αιτητής απάντησε σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του αρμόδιου λειτουργού. Ειδικότερα, δήλωσε ότι ο όρος «Mfumu» στην Αφρική αναφέρεται στο πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για τη διαχείριση του χωριού. Ανέφερε ότι η ιδιότητα αυτή αποτελεί κληρονομικό θεσμό, ο οποίος μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά, ξεκινώντας από τους προγόνους, και ότι, μετά τον θάνατο του κατόχου της θέσης, αυτή περιέρχεται στα τέκνα του.
Ερωτηθείς αναφορικά με τις αρμοδιότητες του πατέρα του ως Mfumu, ανέφερε ότι αυτός ήταν υπεύθυνος για τη διοίκηση ορισμένων χωριών και πόλεων της επαρχίας όπου διέμενε. Σε ερώτηση σχετικά με τη διάρκεια της θητείας του πατέρα του ως αρχηγού, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει, καθότι, όταν γεννήθηκε, ο πατέρας του κατείχε ήδη τη θέση αυτή.
Περιγράφοντας την εμφάνιση του Mfumu, ανέφερε ότι ο πατέρας του δεν φορούσε υποδήματα, καθότι ανήκε σε θρησκευτική ομάδα με την ονομασία Bundu Dia Kongo, τα μέλη της οποίας δεν φορούν παπούτσια. Δήλωσε, περαιτέρω, ότι φορούσε παραδοσιακό ύφασμα, καθώς και δεύτερο ύφασμα το οποίο τοποθετούσε διαγωνίως από την πλάτη προς το πρόσθιο μέρος του σώματος.
Ο Αιτητής δήλωσε ότι φέρει δύο μικρά σημάδια, ενώ και ο δίδυμος αδελφός του φέρει τα ίδια σημάδια στο δάκτυλό του. Ερωτηθείς πώς δημιουργήθηκαν τα εν λόγω σημάδια, ανέφερε ότι τα έφερε ήδη από τότε που άρχισε να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, όπως και ο αδελφός του, και ότι, όταν ρώτησε τη μητέρα του, εκείνη δήλωσε ότι δεν γνώριζε τον τρόπο δημιουργίας τους.
Αναφορικά με τον θάνατο του πατέρα του, δήλωσε ότι αυτός δολοφονήθηκε, χωρίς ο ίδιος να είναι παρών. Όπως ανέφερε, πληροφορήθηκε τη δολοφονία ενώ επέστρεφε από το σχολείο, όταν συνάντησε πρόσωπο από το χωριό, το οποίο του γνωστοποίησε το γεγονός. Σε ερώτηση σχετικά με τον ακριβή χρόνο κατά τον οποίο συνέβη το περιστατικό, ο Αιτητής, κατόπιν σκέψεως, ανέφερε ότι αυτό έλαβε χώρα τον Νοέμβριο του 2021.
Ερωτηθείς πώς γνωρίζει ότι οι αδελφοί του πατέρα του ευθύνονται για τον θάνατό του, ο Αιτητής δήλωσε ότι το πρόσωπο που τον βοήθησε να αναχωρήσει από τη χώρα ήταν ο κ. George. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι, μετά την αναχώρησή του από τη χώρα, πληροφορήθηκε πως οι μεγαλύτεροι αδελφοί του πατέρα του είχαν ιδιοποιηθεί το σύνολο της περιουσίας του.
Σε ερώτηση αναφορικά με το με ποιον διέμενε στην Κινσάσα, δήλωσε ότι διέμενε σε Μη Κυβερνητική Οργάνωση, η οποία λειτουργούσε ως καταφύγιο για άνδρες και γυναίκες.
Κατόπιν παρατήρησης του λειτουργού ότι, σε προηγούμενη συνέντευξη, είχε δηλώσει πως ο πατέρας του απεβίωσε το 2019, ενώ στην παρούσα ανέφερε τον Νοέμβριο του 2021, ο Αιτητής απάντησε ότι, κατά την προηγούμενη συνέντευξη, είχε ετοιμάσει σχετική λίστα και ότι αντιμετωπίζει προβλήματα μνήμης, εξηγώντας ότι ενίοτε δυσκολεύεται να ανακαλέσει γεγονότα.
Περαιτέρω, σε ερώτηση σχετικά με προηγούμενη δήλωσή του ότι δεν γνώριζε εάν είχε συγγενείς από την πλευρά του πατέρα του στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, ενώ στην παρούσα υποστηρίζει ότι οι θείοι του δολοφόνησαν τον πατέρα του, ανέφερε ότι αυτό που θυμάται είναι πως ο πατέρας του ενδεχομένως να είχε συγγενείς στο εξωτερικό. Δήλωσε ότι πιθανόν να μην είχε κατανοήσει πλήρως την προηγούμενη ερώτηση και κατέληξε ότι οι συγγενείς του πατέρα του είναι εκείνοι που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα του.
Τέλος, αναφορικά με τις ενδεχόμενες συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, δήλωσε ότι δεν δύναται να επιστρέψει, καθότι γνωρίζει ότι ο πατέρας του δολοφονήθηκε, ενώ η μητέρα του αγνοείται.
Κατά την αποτίμηση των ισχυρισμών του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός εντόπισε τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς.
Ο πρώτος ισχυρισμός αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας διαμονής του Αιτητή, στοιχεία τα οποία έγιναν αποδεκτά.
Ο δεύτερος ισχυρισμός αφορά τη θέση του πατέρα του ως παραδοσιακού αρχηγού («Mfumu»), ο οποίος επίσης έγινε αποδεκτός.
Σημειώνεται ότι ο εν λόγω ισχυρισμός είχε αρχικά διατυπωθεί ευρύτερα, περιλαμβάνοντας και τον ισχυρισμό περί δολοφονίας του πατέρα του από τα αδέλφια του, λόγω της ιδιότητάς του ως «Mfumu». Ο ισχυρισμός αυτός έγινε εν μέρει αποδεκτός και εν τέλει περιορίστηκε στη διαπίστωση της ιδιότητας του πατέρα ως αρχηγού, καθότι το σκέλος που αφορά τη δολοφονία του πατέρα του από τα αδέλφια του δεν έγινε αποδεκτό, λόγω αντιφάσεων, ασαφειών και μειωμένης ευλογοφάνειας που παρουσιάζουν οι σχετικοί ισχυρισμοί του Αιτητή.
Ειδικότερα, ο λειτουργός εντόπισε αντιφάσεις στις δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με τη δολοφονία του πατέρα του, καθότι αρχικώς ισχυρίστηκε ότι αυτή έλαβε χώρα το 2019, ενώ μεταγενέστερα ανέφερε ότι το γεγονός συνέβη τον Νοέμβριο του 2021.
Στη συνέχεια, ο Αιτητής υπέπεσε σε περαιτέρω αντίφαση, ισχυριζόμενος ότι πληροφορήθηκε από ένα μόνο πρόσωπο ότι ο πατέρας του δολοφονήθηκε, ενώ ταυτόχρονα ανέφερε ότι η δολοφονία διαπράχθηκε από τα αδέλφια του πατέρα του, ήτοι τους θείους του. Οι εν λόγω ισχυρισμοί προβάλλονται ως προσωπικές εικασίες, καθότι, σύμφωνα με τις ίδιες του τις δηλώσεις, δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων.
Περαιτέρω, ο Αιτητής απάντησε με ασάφειες και χωρίς επαρκή επεξήγηση ως προς το πώς γνωρίζει ότι οι θείοι του ήταν οι δράστες της δολοφονίας του πατέρα του και όχι απλώς τα πρόσωπα που εν τέλει κληρονόμησαν την περιουσία του.
Τέλος, ο λειτουργός σημειώνει ότι ο Αιτητής είχε δηλώσει κατά την πρώτη του συνέντευξη ότι δεν γνώριζε κανένα μέλος της οικογένειας του πατέρα του, ενώ κατά τη δεύτερη συνέντευξή του ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας του δολοφονήθηκε από τα αδέλφια του. Κληθείς να εξηγήσει την εν λόγω αντίφαση, απάντησε με ασάφεια, χωρίς να παράσχει επαρκή και πειστική αιτιολόγηση.
Κατά την εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς του Αιτητή αναφορικά με τη μορφή παραδοσιακής τοπικής αυτοδιοίκησης στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, καθώς και στην περιοχή καταγωγής και διαμονής του. Επιπλέον, οι εν λόγω πηγές επιβεβαιώνουν την ύπαρξη και τον ρόλο του τίτλου «Mfumu» ως αρχηγού της παραδοσιακής τοπικής διοίκησης.
Ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά την προβαλλόμενη δίωξη του Αιτητή και της οικογένειάς του από τα αδέλφια του πατέρα του. Ο ισχυρισμός αυτός δεν έγινε αποδεκτός, καθότι κρίθηκε ότι οι σχετικές δηλώσεις του Αιτητή παρουσιάζουν αντιφάσεις, ασάφειες και μειωμένη ευλογοφάνεια.
Ειδικότερα, ο λειτουργός εντόπισε αντιφάσεις στις δηλώσεις του Αιτητή ως προς ουσιώδη στοιχεία. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής υπέπεσε σε αντίφαση αναφορικά με την τελευταία φορά που είδε τη μητέρα και τον αδελφό του, καθότι κατά την πρώτη του συνέντευξη ισχυρίστηκε ότι τους είδε για τελευταία φορά το 2020, ενώ κατά τη δεύτερη συνέντευξη ανέφερε ότι αυτό συνέβη τον Νοέμβριο του 2021, ήτοι κατά τον χρόνο που, κατά τους ισχυρισμούς του, δολοφονήθηκε ο πατέρας του.
Περαιτέρω, ως προς τις συνθήκες διαμονής του πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής προέβαλε αντιφατικές εκδοχές. Ειδικότερα, κατά την πρώτη του συνέντευξη ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε την περιοχή καταγωγής του και διέμεινε με τον κ. George στην πόλη της Κινσάσα για χρονικό διάστημα περίπου τριών μηνών, προτού αναχωρήσει από τη χώρα. Αντιθέτως, κατά τη δεύτερη συνέντευξη ανέφερε ότι διέμεινε σε εγκαταστάσεις Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης για αγόρια και κορίτσια για διάστημα περίπου δύο εβδομάδων, πριν από την αναχώρησή του.
Επιπλέον, κληθείς να διευκρινίσει για ποιο λόγο δεν απευθύνθηκε στις αρμόδιες αρχές της χώρας του, προκειμένου να ζητήσει προστασία τόσο για τον εντοπισμό της οικογένειάς του όσο και για την προσωπική του ασφάλεια, ο Αιτητής απάντησε με ασάφεια και χωρίς επαρκή αιτιολόγηση. Ο λειτουργός σημειώνει συναφώς ότι θα αναμενόταν από τον ίδιο, ως ενήλικο πρόσωπο, να επιδιώξει πρωτίστως την παροχή προστασίας από τις αρχές της χώρας του.
Τέλος, ερωτηθείς ως προς τις ενδεχόμενες συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει συγκεκριμένο κίνδυνο που να αφορά το πρόσωπό του ή τη σωματική του ακεραιότητα, περιοριζόμενος να εκφράσει ανησυχία ως προς τις συνθήκες διαβίωσής του, λόγω έλλειψης υποστηρικτικού πλαισίου. Ο ισχυρισμός αυτός κρίθηκε ως μειωμένης ευλογοφάνειας, καθότι ο Αιτητής δεν φαίνεται να διαθέτει υποστηρικτικό δίκτυο ούτε στη χώρα υποδοχής.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, στη βάση του πρώτου και δεύτερου ισχυρισμού, οι οποίοι έγιναν αποδεκτοί, ο αρμόδιος λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή (ήτοι ότι πρόκειται για ενήλικο και υγιές άτομο, με επίπεδο μόρφωσης, προερχόμενο από ευκατάστατο οικογενειακό περιβάλλον και με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του), καθώς και την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας, έκρινε ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση, κρίθηκε ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος φόβος δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε προκύπτει πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19 του ιδίου Νόμου.
Ειδικότερα, ως προς την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι διατρέχει πραγματικό κίνδυνο υποβολής σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία.
Περαιτέρω, ως προς την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, καθότι η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό δεν βρίσκεται σε συνθήκες τέτοιας σύρραξης.
Το Δικαστήριο, έχοντας εξετάσει με προσοχή το σύνολο του ενώπιόν του υλικού, ήτοι τον διοικητικό φάκελο, την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης υπό το φως της γραπτής αγόρευσης των διαδίκων, προχωρεί στην αξιολόγηση των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή, όπως αυτοί αναδείχθηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία.
Καταρχάς, ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος αφορά την ταυτότητα του Αιτητή, τη χώρα καταγωγής του, καθώς και τον τόπο τελευταίας διαμονής του, το Δικαστήριο κρίνει ότι ορθώς έγινε αποδεκτός από τον αρμόδιο λειτουργό.
Ειδικότερα, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου δεν προκύπτουν ενδείξεις που να θέτουν υπό αμφισβήτηση τα ως άνω στοιχεία, τα οποία, άλλωστε, παραμένουν σταθερά και συνεπή καθ’ όλη τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας. Περαιτέρω, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε αντίφαση ή ανακολουθία στις σχετικές δηλώσεις του Αιτητή, ούτε προβάλλεται από την πλευρά των Καθ’ ων η Αίτηση οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί απόκλιση από την κρίση της Διοίκησης ως προς το ζήτημα αυτό.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο αποδέχεται τον εν λόγω ισχυρισμό, υιοθετώντας συναφώς τη σχετική κρίση της Διοίκησης.
Το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να εξετάσει από κοινού τον δεύτερο και τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, καθότι αυτοί συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους και ερείδονται επί του αυτού πραγματικού υποβάθρου, ήτοι της ιδιότητας του πατέρα του Αιτητή ως παραδοσιακού αρχηγού («Mfumu») και των συνεπειών που, κατά τους ισχυρισμούς του Αιτητή, απορρέουν εκ της ιδιότητας αυτής.
Ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό, το Δικαστήριο κρίνει ότι ορθώς η Διοίκηση προέβη σε μερική αποδοχή αυτού, ήτοι κατά το μέρος που αφορά την ιδιότητα του πατέρα του Αιτητή ως παραδοσιακού αρχηγού («Mfumu»). Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και ιδίως από τις δηλώσεις του Αιτητή κατά την προσωπική του συνέντευξη, προκύπτει ότι ο τελευταίος ήταν σε θέση να παραθέσει βασικά στοιχεία αναφορικά με τη φύση, τον κληρονομικό χαρακτήρα και τις αρμοδιότητες του εν λόγω θεσμού, τα οποία συνάδουν με τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που ελήφθησαν υπόψη από τη Διοίκηση. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει λόγο απόκλισης από την κρίση της Διοίκησης ως προς το σκέλος αυτό.
Ωστόσο, κατά το μέρος που ο ισχυρισμός επεκτείνεται στη δολοφονία του πατέρα του από τα αδέλφια του και στα συναφή περιστατικά, το Δικαστήριο συμφωνεί με την εκτίμηση της Διοίκησης ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί δεν καθίστανται αξιόπιστοι.
Ειδικότερα, από το περιεχόμενο της συνέντευξης του Αιτητή προκύπτουν ουσιώδεις αντιφάσεις ως προς κρίσιμα στοιχεία του αφηγήματός του. Ενδεικτικά, ο Αιτητής παρείχε αντικρουόμενες πληροφορίες ως προς τον χρόνο θανάτου του πατέρα του, αναφέροντας αρχικώς το έτος 2019 και εν συνεχεία τον Νοέμβριο του 2021, χωρίς να παράσχει πειστική εξήγηση για την απόκλιση αυτή (βλ. Δ.Φ., ερ. 60 δ.φ). Η επίκληση προβλημάτων μνήμης δεν κρίνεται επαρκής για να δικαιολογήσει τέτοιας φύσεως αντίφαση επί ουσιώδους γεγονότος.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο Αιτητής δεν υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της φερόμενης δολοφονίας και ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί του στηρίζονται αποκλειστικά σε πληροφορίες που φέρεται να έλαβε από τρίτα πρόσωπα. Παρά ταύτα, ο ίδιος αποδίδει με βεβαιότητα την ευθύνη στα αδέλφια του πατέρα του, χωρίς να είναι σε θέση να εξηγήσει επαρκώς τη βάση της πεποίθησής του, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί ερείδονται σε προσωπικές εικασίες (βλ. ερ. 61, 60 δ.φ).
Επιπλέον, διαπιστώνονται αντιφάσεις και ως προς άλλα ουσιώδη στοιχεία της αφήγησής του. Ειδικότερα, προκύπτει ασυνέπεια ως προς τις συνθήκες διαμονής του στην Κινσάσα, καθότι προβάλλονται διαφορετικές εκδοχές ως προς τη διάρκεια και τον τόπο διαμονής του, ήτοι διαμονή τριών μηνών με τον κ. George έναντι διαμονής δύο εβδομάδων σε Μη Κυβερνητική Οργάνωση (βλ. Δ.Φ., ερ 60). Περαιτέρω, δεν καθίσταται σαφής η χρονική αλληλουχία των γεγονότων μετά τη φερόμενη δολοφονία, δεδομένου ότι ο Αιτητής προβάλλει αντικρουόμενες εκδοχές ως προς τη μετέπειτα πορεία του (βλ. Δ.Φ., ερ. 62, 60).
Έτι περαιτέρω, διαπιστώνεται ασάφεια ως προς την πηγή πληροφόρησης του Αιτητή αναφορικά με τον θάνατο του πατέρα του, καθότι άλλοτε αναφέρει ότι ενημερώθηκε από πρόσωπο του χωριού και άλλοτε μέσω τρίτων προσώπων συνδεόμενων με τον κ. George, γεγονός που δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία των ισχυρισμών του (βλ. Δ.Φ. ερ, 60). Συναφώς, διαπιστώνεται και αντίφαση ως προς τη γνώση του για τα συγγενικά πρόσωπα από την πατρική του γραμμή, δεδομένου ότι αρχικώς δήλωσε άγνοια, ενώ εν συνεχεία αποδίδει ευθύνη στους θείους του, χωρίς επαρκή αιτιολόγηση (βλ. Δ.Φ ερ. 60).
Σημειώνεται, επίσης, ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει σαφή και πειστική εξήγηση ως προς το γιατί δεν απευθύνθηκε στις αρμόδιες αρχές της χώρας του για προστασία, περιοριζόμενος σε γενικόλογες αναφορές, οι οποίες δεν τεκμηριώνουν αντικειμενική αδυναμία πρόσβασης σε κρατική προστασία (βλ. Δ.Φ., ερ. 60, 59).
Τέλος, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι ο Αιτητής δεν προσδιόρισε συγκεκριμένο και εξατομικευμένο κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, περιοριζόμενος σε γενικές αναφορές περί δυσκολιών διαβίωσης και έλλειψης υποστηρικτικού πλαισίου, οι οποίες δεν επαρκούν για τη θεμελίωση βάσιμου φόβου δίωξης ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης (βλ. Δ.Φ., σελ. 59).
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι ορθώς η Διοίκηση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το σκέλος του δεύτερου ισχυρισμού που αφορά τη δολοφονία του πατέρα του δεν είναι αξιόπιστο.
Κατ’ ακολουθίαν, και δεδομένου ότι ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός περί δίωξης του Αιτητή και της οικογένειάς του εδράζεται επί των ιδίων μη αξιόπιστων πραγματικών περιστατικών, το Δικαστήριο συμφωνεί με την εκτίμηση της Διοίκησης ότι και ο ισχυρισμός αυτός δεν καθίσταται αποδεκτός.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του Αιτητή, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε δέουσα έρευνα, αντλώντας πληροφορίες από έγκυρες και επικαιροποιημένες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τη χώρα καταγωγής του Αιτητή. Ειδικότερα, οι εν λόγω πηγές επιβεβαιώνουν την ύπαρξη παραδοσιακών μορφών τοπικής αυτοδιοίκησης στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, καθώς και τον θεσμό του «Mfumu» ως παραδοσιακού αρχηγού με διοικητικές και κοινωνικές αρμοδιότητες εντός της κοινότητας. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο συμφωνεί με την κρίση της Διοίκησης ότι το γενικό πλαίσιο των σχετικών ισχυρισμών του Αιτητή ως προς την ιδιότητα του πατέρα του συνάδει με τα αντικειμενικά δεδομένα της χώρας καταγωγής του.
Ωστόσο, η ως άνω επιβεβαίωση περιορίζεται στο γενικό και αφηρημένο επίπεδο και δεν εκτείνεται στα ειδικότερα πραγματικά περιστατικά που προβάλλει ο Αιτητής, ήτοι στη φερόμενη δολοφονία του πατέρα του από συγγενικά του πρόσωπα και στη συνακόλουθη δίωξη του ιδίου. Ως εκ τούτου, η εξωτερική πληροφόρηση δεν δύναται να ενισχύσει την αξιοπιστία των συγκεκριμένων ισχυρισμών, οι οποίοι, όπως έχει ήδη αναλυθεί ανωτέρω, πάσχουν από αντιφάσεις, ασάφειες και μειωμένη ευλογοφάνεια.
Για λόγους πληρότητας και στο πλαίσιο της υποχρέωσης αυτεπάγγελτης διερεύνησης, το Δικαστήριο προέβη σε αναζήτηση και εξέταση αντικειμενικών πληροφοριών αναφορικά με τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, εξετάζοντας κατά πόσον τα λεγόμενά του συνάδουν με τα γενικώς γνωστά δεδομένα που επικρατούν σε αυτήν.
Συναφώς, λαμβάνεται υπόψη ότι, δυνάμει του άρθρου 10(4) της Οδηγία 2013/32/ΕΕ (αναδιατύπωση), το Δικαστήριο διαθέτει πρόσβαση σε ακριβείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με τη γενική κατάσταση που επικρατεί στις χώρες καταγωγής, τις οποίες και οφείλει να συνεκτιμά κατά την εξέταση των αιτημάτων διεθνούς προστασίας.
Αναφορικά με την παραδοσιακή αρχηγία στη ΛΔΚ, πληροφορίες οι οποίες αναφέρουν ότι ένα σημαντικό μέρος του αγροτικού πληθυσμού της ΛΔΚ διοικείται από τουλάχιστον 250 παραδοσιακά αρχηγεία. Αυτά διοικούνται από εθιμικούς αρχηγούς, που αναγνωρίζονται από την κυβέρνηση και εφαρμόζουν τόσο τους σύγχρονους όσο και τους εθιμικούς νόμους. Εκτός από τα αρχηγεία, υπάρχουν μικρότερες εθιμικές μονάδες όπως ομάδες και χωριά. Εκατοντάδες εθιμικοί αρχηγοί δημιουργήθηκαν στη ΛΔΚ. Ο στόχος ήταν να διασφαλιστεί ότι η τάξη θα μπορούσε να διατηρηθεί την ίδια στιγμή που οι αυτόχθονες πληθυσμοί μετατράπηκαν σε παραγωγικά και φορολογητέα υποκείμενα. Οι εθιμικοί αρχηγοί με εκτεταμένες εξουσίες έγιναν ιδιαίτερα σημαντικοί μεσάζοντες. Πλαισιώθηκαν ως η ενσάρκωση των παραδοσιακών αυτόχθονων πολιτικών θεσμών παρά την τεράστια ποικιλομορφία αυτών[1].
Από έτερη πηγή διασταυρώθηκε ότι βάσει του άρθρου 207 του Συντάγματος της ΛΔΚ αναγνωρίζεται η εθιμική αρχηγία, η οποία μεταφέρεται σύμφωνα με το τοπικό έθιμο, εφόσον το τελευταίο δεν είναι αντίθετο με το Σύνταγμα, το νόμο, τη δημόσια τάξη και την ηθική. Η εθιμική αρχηγία έχει καθήκον να προάγει την εθνική ενότητα και συνοχή[2]. Ο προαναφερόμενος νόμος που καθιέρωσε το καθεστώς των εθιμικών αρχηγών εκδόθηκε από τον τότε πρόεδρο Joseph Kabila στις 25 Αυγούστου 2015[3]. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του εν λόγω νόμου, «εθιμικός αρχηγός» είναι κάθε πρόσωπο που διορίζεται δυνάμει τοπικών εθίμων, αναγνωρισμένος από τις δημόσιες αρχές και στον οποίο έχει ανατεθεί η ηγεσία μιας εθιμικής οντότητας»[4]. Περαιτέρω έρευνα ανέδειξε ότι παράλληλα με το επίσημο δικαστικό σύστημα της ΛΔΚ, έχει αναδυθεί στην πράξη και μια άτυπη δικαστική εξουσία. Η εξουσία αυτή ασκείται από τοπικούς εθιμικούς αρχηγούς και άλλους τοπικούς ηγέτες, συμπεριλαμβανομένων θρησκευτικών ηγετών, ανταρτών και άλλων ένοπλων φατριών, το στρατό και την αστυνομία[5].
Αναφορικά με τη διαδοχή του εθιμικού αρχηγού, ο νόμος ορίζει ότι σε περίπτωση που κενωθεί θέση του εθιμικού αρχηγού (είτε λόγω θανάτου, είτε λόγω μακροχρόνιας απουσίας του, είτε λόγω αναστολής των καθηκόντων του ή άσκηση άλλης ασυμβίβαστης λειτουργίας), ένας ανώτερος διοικητικός λειτουργός (ο περιφερειάρχης ή ο αντιπρόσωπός του- προϊστάμενος τομέα, τοπικός αρχηγός, ή δήμαρχος) μεταβαίνει στον χώρο και συντάσσει επίσημη έκθεση για την κενή θέση. Εάν ο διάδοχος είναι γνωστός, η προαναφερθείσα ανώτερη αρχή εξουσιοδοτεί την εγκατάστασή του. Εάν ο διάδοχος δεν είναι γνωστός, εγκαθιστά ενδιάμεσο και ανοίγει το δρόμο προς τη διαδοχή. Για την κάλυψη της κενής θέσης, η αρχή λαμβάνει υπόψη την αυθεντικότητα του γενεαλογικού δέντρου, την ακρόαση των μελών της οικογένειας του εκ κληρονομιάς δικαιούχου, τη μαρτυρία των αρχηγών ομάδων, αρχηγών χωριών ή γειτονικών αξιωματούχων και στη συνέχεια ανακηρύσσεται ο νέος αρχηγός που ορίζεται σύμφωνα με το τοπικό έθιμο. Η αρχή συντάσσει έκθεση στην οποία επισυνάπτονται όλα τα αντίστοιχα πρακτικά και τη διαβιβάζει στην αρμόδια αρχή για να ολοκληρωθεί η διαδικασία[6].
Αν και το Συμβούλιο Μετανάστευσης και Προσφύγων του Καναδά (IRB) παρατήρησε ότι η θέση του εθιμικού αρχηγού είναι κληρονομική και περνάει από πατέρα σε γιο[7], ο Δρ. Mambi Tunga-Bau, πολιτικός καθηγητής Επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Κινσάσα εξήγησε ότι στην πράξη, ο ηλικιακά μεγαλύτερος εκλαμβάνεται ως το άτομο που έχει τις περισσότερες αρετές για την ανάληψη της εξουσίας. Επομένως, είναι ο υποψήφιος που δικαιολογεί κοινωνικά περισσότερες αρετές προκειμένου να αναλάβει την εξουσία». Οι εκλογές οργανώνονται μεταξύ των κατόχων των δικαιωμάτων και αποκλείουν τον «ευρύ ανταγωνισμό»[8]. Ο Δρ. Mambi Tunga-Bau τόνισε ωστόσο πως δεν είναι δυνατό για άτομα έξω από την οικογένεια των αρχηγών να αναλάβει την εξουσία[9].
Σύμφωνα άλλωστε και με άρθρο του IOSR Journal Of Humanities And Social Science (IOSR-JHSS), [ανεπίσημη μετάφραση] «την παραδοσιακή εξουσία κατέχει το μεγαλύτερο ηλικιακά πρόσωπο της φυλής, η οποία κληρονομείται, μετά το θάνατό του, από τον μεγαλύτερο γιο του, κυρίως από την πρώτη του γυναίκα, και ενθρονίζεται αρχηγός της φυλής»[10]. Ως προς τα άτομα που αρνούνται να αναλάβουν τη θέση του αρχηγού της φυλής, ο Δρ. Mambi Tunga-Bau, περαιτέρω δήλωσε ότι σπάνια ένας αρχηγός αποποιείται οικειοθελώς την εθιμική εξουσία γιατί ο ρόλος του τον προμηθεύει με πλούτο αλλά και κύρος.[11]
Ως προς τον όρο “Mfumu” βρέθηκαν τα ακόλουθα. Πολλές αγροτικές περιοχές του Κονγκό εξακολουθούν να διέπονται από το εθιμικό δίκαιο. Ο θεσμός της παραδοσιακής εξουσίας είναι συγκεντρωμένος στους Teke. Υπάρχουν «αρχηγοί γης» και «Kapita». Ένας αρχηγός γης (ή «Mfumu») είναι ο πραγματικός κάτοχος της εθιμικής εξουσίας επί του τμήματος γης που διοικεί. Γενικά, τα τμήματα γης που διοικούνται εθιμικά από τους Mfumu είναι πολύ εκτεταμένα και αποτελούνται από πολλές μικρές κοινότητες ή χωριά. Ένας Kapita είναι ο εκπρόσωπος του Mfumu. Επιλέγεται από αυτόν για να τον εκπροσωπεί και να διοικεί εθιμικά ένα χωριό, να συλλέγει τα τέλη, να απονέμει δικαιώματα χρήσης γεωργικής γης και να λογοδοτεί στον Mfumu.[12]
Από την αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι πράγματι στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό υφίστανται παραδοσιακές μορφές τοπικής διοίκησης, οι οποίες ασκούνται από εθιμικούς αρχηγούς, αναγνωρισμένους από το κράτος, και διέπονται τόσο από το εθιμικό όσο και από το θετικό δίκαιο. Επιβεβαιώνεται, περαιτέρω, ότι η εθιμική αρχηγία έχει κανονιστικό έρεισμα στο Σύνταγμα της χώρας και ότι η διαδοχή αυτής πραγματοποιείται, κατ’ αρχήν, βάσει τοπικών εθίμων, εντός συγκεκριμένου θεσμικού πλαισίου, με συμμετοχή διοικητικών αρχών και κατόπιν διαδικασίας που λαμβάνει υπόψη γενεαλογικά και κοινωνικά κριτήρια.
Ωστόσο, τα ανωτέρω στοιχεία, ενώ επιβεβαιώνουν το γενικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται ο ισχυρισμός περί ιδιότητας του πατέρα του Αιτητή ως «Mfumu», δεν επαληθεύουν τους ειδικότερους ισχυρισμούς του Αιτητή αναφορικά με τον τρόπο διαδοχής, ούτε, πολύ περισσότερο, τα προβαλλόμενα περιστατικά βίαιης εξόντωσης συγγενικών προσώπων με σκοπό την κατάληψη της εξουσίας και της περιουσίας.
Αντιθέτως, από τις ίδιες πηγές προκύπτει ότι η διαδοχή του εθιμικού αρχηγού δεν πραγματοποιείται αυθαίρετα ή δια της βίας, αλλά εντάσσεται σε συγκεκριμένη διαδικασία, στην οποία εμπλέκονται τόσο τα μέλη της οικογένειας όσο και οι τοπικές και διοικητικές αρχές, ενώ λαμβάνονται υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία, η κοινωνική αποδοχή και η γενεαλογική νομιμοποίηση του υποψηφίου. Περαιτέρω, προκύπτει ότι, αν και η διαδοχή έχει κατ’ αρχήν κληρονομικό χαρακτήρα, δεν είναι αυτοματοποιημένη ούτε αποκλειστικά προδιαγεγραμμένη υπέρ συγκεκριμένου προσώπου, γεγονός που αποδυναμώνει τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι αποτελούσε αναπόφευκτο διάδοχο και, ως εκ τούτου, στόχο εξόντωσης.
Υπό το φως των ανωτέρω, και σε συνδυασμό με τις ήδη διαπιστωθείσες αντιφάσεις και ασάφειες στις δηλώσεις του Αιτητή, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αυτεπάγγελτη έρευνα όχι μόνο δεν ενισχύει, αλλά αντιθέτως αποδυναμώνει περαιτέρω την αξιοπιστία των ειδικότερων ισχυρισμών του αναφορικά με τη δολοφονία του πατέρα του και τη φερόμενη δίωξη του ιδίου.
Γενικά είναι εύλογο να αναμένεται ότι μια αξίωση για διεθνή προστασία θα παρουσιάζεται ουσιαστικά και με επαρκή λεπτομέρεια, τουλάχιστον όσον αφορά τα πιο σημαντικά γεγονότα της αξίωσης. Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία σχετικά με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (και προηγούμενα, της Οδηγίας 2004/83/ΕΕ), εναπόκειται, κατ' αρχήν, στον αιτούντα να προσκομίσει όλα τα αναγκαία στοιχεία προς στήριξη της αιτήσεώς του. Επομένως, η ανεπάρκεια λεπτομερειών συνιστά αυτό που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο β) της οδηγίας 2011/95/ΕΕ ως έλλειψη σχετικών στοιχείων. Λαμβάνοντας υπόψη τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, ήτοι την ηλικία του, το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, όπως επίσης και το ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις περί οποιασδήποτε ευαλωτότητας του,[13] φρονώ ότι θα ήταν εύλογα αναμενόμενο να είναι σε θέση να στηρίξει την αίτησή του προβάλλοντας μια γνήσια προσωπική εμπειρία. Παράλληλα, κρίνω ότι οι δηλώσεις και οι επεξηγήσεις του δεν προσδίδουν στους ισχυρισμούς του την απαραίτητη βιωματική χροιά ώστε να ενισχύεται η αξιοπιστία τους.
Η γενικότητα των απαντήσεων του Αιτητή, η έλλειψη ουσιαστικών και συνεκτικών λεπτομερειών, καθώς και η απουσία ευλογοφάνειας σε καίρια σημεία της κατάθεσής του, σε συνδυασμό με τις σωρευτικές εσωτερικές αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε, ιδίως ως προς τον χρόνο θανάτου του πατέρα του, τις συνθήκες υπό τις οποίες πληροφορήθηκε το εν λόγω γεγονός, την ταυτότητα των φερόμενων δραστών, καθώς και τη μετέπειτα πορεία και διαμονή του πριν την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του, οδηγούν το Δικαστήριο στο εύλογο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να θεμελιώσει βάσιμο φόβο δίωξης αναφορικά με τον υπό κρίση ισχυρισμό του.
Το βάρος απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν αίτημα διεθνούς προστασίας φέρει, κατά βάση, ο ίδιος ο Αιτητής, ο οποίος οφείλει να καταβάλει ειλικρινή και ουσιαστική προσπάθεια για την τεκμηρίωση των ισχυρισμών του ότι υπήρξε θύμα δίωξης ή ότι κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή βλάβη στη χώρα καταγωγής του, ώστε να πληροί τις προϋποθέσεις για την αναγνώρισή του ως πρόσφυγας ή για την παροχή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν επετεύχθη στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. (βλ. William Crisantha Mal Francis Karumarathna v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 1875/08, ημερ. 1.3.2010· Εγχειρίδιο του Υπάτου Αρμοστή των Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες· Farhan Khalil v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υπόθ. Αρ. 1119/2009, ημερ. 31.1.2012).
Κατά τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών σε αίτηση διεθνούς προστασίας, καθοριστικό ρόλο φέρει η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του αιτούντος. Ο όρος «αξιοπιστία», αν και δεν ορίζεται ρητώς στο Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου, απαντά στο άρθρο 4(5)(ε) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ ως αναφορά στη γενική αξιοπιστία του αιτούντος, στο πλαίσιο συγκεκριμένου κανόνα που αφορά περιπτώσεις όπου απουσιάζει επιβεβαίωση ουσιωδών πτυχών των δηλώσεών του. Η αξιολόγηση αυτή συνιστά, κατ’ ουσίαν, τη διαδικασία ελέγχου του κατά πόσο οι δηλώσεις ή/και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν από τον αιτούντα μπορούν να γίνουν αποδεκτά, προκειμένου να διαπιστωθεί αν αυτός πληροί τις προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Η εν λόγω αξιολόγηση προϋποθέτει συνεκτίμηση διαφόρων παραμέτρων: τη συνοχή, τη λογική και εσωτερική συνέπεια των δηλώσεων, το κατά πόσον είναι επαρκώς λεπτομερείς, εάν συνάδουν με τα λοιπά τεκμήρια του φακέλου (έγγραφα, COI, άλλα αποδεικτικά μέσα), καθώς και με τις κοινές γνώσεις για τη χώρα καταγωγής. Δεν απαιτείται απόλυτη βεβαιότητα ως προς την αλήθεια των δηλώσεων· η αξιολόγηση αποσκοπεί στην εύλογη δημιουργία πεποίθησης ως προς την ειλικρίνεια και αληθοφάνειά τους. Όπως ορίζει η Ύπατη Αρμοστεία, ένας αιτών κρίνεται αξιόπιστος όταν προβάλλει ισχυρισμούς συνεκτικούς, εύλογους και μη αντιφατικούς προς τα κοινώς γνωστά γεγονότα, ικανούς να δημιουργήσουν στον αξιολογητή την πεποίθηση ύπαρξης βάσιμου φόβου δίωξης. Η εν λόγω προσέγγιση έχει υιοθετηθεί και από το ΕΔΔΑ, ιδίως στην υπόθεση J.K. and Others v. Sweden (αρ. προσφ. 59166/12, παρ. 53).
Ειδική αναφορά γίνεται στο Εγχειρίδιο της EASO (EUAA), “Δικαστική Ανάλυση – Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας” (2018), όπου στη σελ. 98, §4.5.3, επισημαίνεται ότι απαιτείται αντικειμενική και ισορροπημένη αξιολόγηση κατά πόσον η αφήγηση του αιτούντος αντανακλά το περιεχόμενο μιας προσωπικά βιωμένης εμπειρίας, ενώ στη σελ. 97 υπογραμμίζεται ότι είναι εύλογο να αναμένεται η αίτηση διεθνούς προστασίας να περιλαμβάνει επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες, τουλάχιστον για τα πιο κρίσιμα περιστατικά. Η έλλειψη τέτοιων λεπτομερειών μπορεί να ισοδυναμεί, κατά το άρθρο 4(5)(β) της Οδηγίας, με έλλειψη ‘λυσιτελών στοιχείων’.
Περαιτέρω, κατά την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C‑277/11, M. v. Minister for Justice, Equality and Law Reform, η αξιολόγηση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας λαμβάνει χώρα σε δύο αυτοτελή στάδια: πρώτον, τη διακρίβωση της συνδρομής των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν την αίτηση, και δεύτερον, τη νομική εκτίμηση του κατά πόσο αυτά τα περιστατικά εντάσσονται στις προϋποθέσεις των άρθρων 9 και 10 ή 15 της Οδηγίας για αναγνώριση προσφυγικού ή συμπληρωματικού καθεστώτος. Η ορθή εξακρίβωση των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών είναι ουσιώδης, καθώς αυτά είναι καθοριστικά όχι μόνο για την απόδειξη παρελθουσών μορφών δίωξης, αλλά και για την πρόγνωση μελλοντικού κινδύνου σοβαρής βλάβης.
Λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, προκύπτει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση, σε συνεργασία με τον Αιτητή, προέβησαν αφενός σε εξέταση και αξιολόγηση των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών που τέθηκαν ενώπιόν τους και, αφετέρου, σε νομική εκτίμηση του κατά πόσο τα περιστατικά αυτά μπορούσαν να υπαχθούν στις προϋποθέσεις των άρθρων 9 και 10 ή 15 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, αναφορικά με την αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.
Στο πλαίσιο αυτό, κατέληξαν ότι δεν υφίσταται πιθανότητα ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, να υποβληθεί σε μεταχείριση που να συνιστά δίωξη ή σοβαρή βλάβη κατά την έννοια της σχετικής νομοθεσίας (εκτίμηση κινδύνου). Ο βασικός λόγος για τον οποίο απορρίφθηκε το αίτημά του περί δίωξής του από τον πατέρα της συντρόφου του ήταν η μη απόδειξη της αληθοφάνειας των κεντρικών ισχυρισμών του και, συνακόλουθα, ο κλονισμός της αξιοπιστίας του. Η κρίση αυτή στηρίχθηκε σε ουσιώδεις ελλείψεις, αδυναμίες και μη ευλογοφανείς απαντήσεις που παρείχε ο Αιτητής κατά τη συνέντευξή του, οι οποίες δεν επέτρεψαν την εξαγωγή ασφαλούς και πειστικού συμπεράσματος.
Η έλλειψη αληθοφάνειας και η κλονισμένη αξιοπιστία του αιτητή αναγνωρίζονται ρητώς ως κωλύματα για την έγκριση αιτήματος ασύλου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Εγχειριδίου του Ύπατου Αρμοστή για τους Πρόσφυγες, καθώς και τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Edward Eskandaz ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά., Υπόθ. Αρ. 1673/2010, ημερ. 4.7.2013).
Συναφώς επισημαίνεται ότι ούτε μπορεί να αναγνωριστεί στον Αιτητή «το ευεργέτημα της αμφιβολίας»[14], όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου, για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων. Το ευεργέτημα της αμφιβολίας δίδεται μόνο εκεί όπου ο Αιτητής έχει υποβάλει όλα τα διαθέσιμα σε αυτόν στοιχεία σε σχέση με την αίτησή του/ης, τα οποία έχουν ελεγχθεί και, ο αρμόδιος λειτουργός ή/και ο Προϊστάμενος ικανοποιούνται ότι είναι γενικά αξιόπιστος/η[15]. Εν προκειμένω, ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε είτε στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας είτε της παρούσας δικαστικής διαδικασίας οποιοδήποτε ειδικό ισχυρισμό περί δίωξης. Όπως έχει εξάλλου νομολογηθεί, κρίση επί της αξιοπιστίας Αιτητή και έγερση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο της αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή/τρία είναι επιτρεπτή (Βλ. σχετικά απόφαση στην υπόθεση Amiri v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά. (2009) 3 ΑΑΔ 358, καθώς και την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Khalil v. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 466/2010, 28.9.2012).
Πέραν τούτου, διαπιστώνω ότι κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας υποβλήθηκαν στον Αιτητή ανοικτής φύσεως ερωτήματα, τα οποία είχε τη δυνατότητα να απαντήσει. Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε επαρκείς ερωτήσεις για να καλύψει τόσο τον πυρήνα του αιτήματος, όσο και τα επιμέρους θέματα, ακολουθώντας την ορθή διερευνητική διαδικασία και επιπρόσθετα συνεργάστηκε με τον Αιτητή κατά το στάδιο προσδιορισμού των συναφών στοιχείων της αιτήσεως αυτής[16]. Ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε εκτενή ανάλυση ενός εκάστου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή ώστε να αξιολογήσει τον πιθανό κίνδυνο που θα διατρέξει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, προβαίνοντας παράλληλα σε έρευνα και αντιστοίχισή τους με διαθέσιμες πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής ως προνοείται στο άρθρο 18(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου.
Παράλληλα οι Καθ' ων η Αίτηση αξιολόγησαν επαρκώς και δεόντως τις δηλώσεις και τα έγγραφα που παρέθεσε ο Αιτητής συνεκτιμώντας την ατομική κατάσταση και τις προσωπικές του περιστάσεις (άρθρο 13 Α (9) του Περί Προσφύγων Νόμου 2000 (6(I)/2000). Επί των όσων ανέφερε εύλογα παρατηρούνται ασυνέπειες και ανακολουθίες που άπτονται των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών και οδηγούν σε σαφές και βέβαιο συμπέρασμα ότι τα αποδεικτικά στοιχεία του αιτούντος στερούνται εσωτερικής αξιοπιστίας.
Εξάλλου, ούτε από τα λοιπά στοιχεία που περιέχονται στον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε ο Αιτητής τόσο ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου δια του συνηγόρου του, προκύπτουν κρίσιμα και επαρκώς τεκμηριωμένα πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν «σοβαρούς λόγους» οι οποίοι να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής μπορεί εύλογα να φοβάται, υπό το πρίσμα της ατομικής του κατάστασης, ότι θα υποστεί πράξεις δίωξης από τα αδέλφια του πατέρα του ή άλλα συγγενικά του πρόσωπα.
Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής θα υποστεί μεταχείριση η οποία, είτε λόγω της φύσεώς της είτε λόγω της επαναληπτικότητάς της, να συνιστά σοβαρή παραβίαση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ούτε ότι υφίσταται συσσώρευση μέτρων επαρκώς σοβαρών ώστε να επηρεάζουν το πρόσωπό του κατά τρόπο ισοδύναμο με πράξεις δίωξης[17]. Οι σχετικοί ισχυρισμοί του παραμένουν γενικοί και αόριστοι, χωρίς επαρκή εξειδίκευση ως προς τη φύση, την ένταση και τη συχνότητα της προβαλλόμενης απειλής, γεγονός που δεν επιτρέπει τη συναγωγή ασφαλούς συμπεράσματος περί ύπαρξης πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου.
Σε ό,τι αφορά την πιθανότητα να υποστεί ο Αιτητής δίωξη, το στοιχείο του «βάσιμου» στον ορισμό του πρόσφυγα είναι κυρίως ζήτημα πραγματολογικής εκτίμησης κινδύνου. Στην εκτίμηση αυτή, λαμβάνεται υπόψη η ατομική κατάσταση του Αιτητή, όπως επίσης και πληροφορίες όσον αφορά τη γενική κατάσταση στη χώρα καταγωγής. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αξιολόγηση επικεντρώνεται αρχικά στο κατά πόσον ένας τέτοιος φόβος είναι βάσιμος κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης επί της αίτησης διεθνούς προστασίας, δηλαδή ο βάσιμος φόβος του Αιτητή πρέπει να είναι τρέχων, και κατά δεύτερον, ο «βάσιμος φόβος» βασίζεται στην εκτίμηση του κινδύνου, η οποία είναι μελλοντοστραφής (άρθρο 4 παράγραφος 3 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ).
Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω στην υπό κρίση περίπτωση, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος φόβος δίωξης στο πρόσωπο του Αιτητή. Ειδικότερα, λαμβανομένης υπόψη της μη αποδοχής των κεντρικών πραγματικών ισχυρισμών του, ως αποτέλεσμα της έλλειψης αξιοπιστίας που τους χαρακτηρίζει, δεν δύναται να θεμελιωθεί η ύπαρξη πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου που να αφορά το πρόσωπό του σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Περαιτέρω, ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ότι μέρος των ισχυρισμών του Αιτητή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτοί δεν επαρκούν για να καταδείξουν την ύπαρξη τρέχοντος και μελλοντικού κινδύνου δίωξης. Ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να προσδιορίσει με σαφήνεια τα πρόσωπα που φέρονται ως διώκτες, ούτε να αποδείξει ότι τα πρόσωπα αυτά διαθέτουν την πρόθεση ή/και τη δυνατότητα να στραφούν εναντίον του σε περίπτωση επιστροφής του.
Επιπλέον, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δεν προκύπτει ότι οι αρμόδιες αρχές της χώρας καταγωγής του Αιτητή αδυνατούν ή αρνούνται να του παράσχουν την απαιτούμενη προστασία. Αντιθέτως, ο Αιτητής δεν απέδειξε ότι κατέβαλε οποιαδήποτε ουσιαστική προσπάθεια να ζητήσει προστασία από τις αρχές αυτές, ούτε ότι συντρέχουν αντικειμενικά κωλύματα που να καθιστούν την προσφυγή σε αυτές αναποτελεσματική ή αδύνατη.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν πληρούται το στοιχείο του «βάσιμου φόβου» κατά την έννοια της σχετικής νομοθεσίας, καθότι δεν προκύπτει επαρκώς τεκμηριωμένος, πραγματικός και μελλοντικός κίνδυνος δίωξης που να αφορά προσωπικά τον Αιτητή.
Συνεπακόλουθα, και λαμβανομένου υπόψη ότι ορθώς η εσωτερική αξιοπιστία των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών που αφορούν τον πυρήνα του αιτήματος δεν έγινε αποδεκτή, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν στοιχειοθετείται το στοιχείο του βάσιμου φόβου δίωξης στην περίπτωσή του.
Ειδικότερα, οι ισχυρισμοί του Αιτητή που έγιναν αποδεκτοί από τη Διοίκηση – ήτοι τα στοιχεία που αφορούν την ταυτότητά του, τη χώρα καταγωγής του και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του – δεν συνδέονται με κανέναν από τους περιοριστικά απαριθμούμενους λόγους δίωξης που προβλέπονται στη Σύμβαση της Γενεύης του 1951, ήτοι τη φυλή, τη θρησκεία, την εθνικότητα, τη συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή τις πολιτικές πεποιθήσεις.
Ως εκ τούτου, τα εν λόγω στοιχεία, τα οποία αφορούν αποκλειστικά την προσωπική και γεωγραφική ταυτότητα του Αιτητή, δεν δύνανται, αφ’ εαυτών, να θεμελιώσουν την αναγνώρισή του ως πρόσφυγα, ελλείψει οποιασδήποτε αιτιώδους συνάφειας με πράξεις δίωξης κατά την έννοια της σχετικής νομοθεσίας.
Ως προς την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης. Ουδέν στοιχείο ενώπιον του Δικαστηρίου καταδεικνύει ότι ο Αιτητής καταζητείται από τις αρχές της χώρας του ή ότι εκκρεμεί εις βάρος του οποιαδήποτε ποινική διαδικασία που θα μπορούσε να οδηγήσει σε τέτοια μεταχείριση.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν στοιχειοθετείται πραγματικός κίνδυνος υποβολής του Αιτητή σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Οι σχετικοί ισχυρισμοί του Αιτητή δεν κρίθηκαν αξιόπιστοι, ενώ, ακόμη και υπό την εκδοχή αποδοχής μέρους αυτών, δεν προκύπτουν συγκεκριμένα και εξατομικευμένα στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι διατρέχει τέτοιο κίνδυνο από κρατικούς ή μη κρατικούς δρώντες. Επιπλέον, δεν τεκμηριώνεται ότι οι αρμόδιες αρχές της χώρας καταγωγής του αδυνατούν ή αρνούνται να του παράσχουν την απαιτούμενη προστασία.
Ως προς το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η επιστροφή προσώπου στη χώρα καταγωγής του απαγορεύεται μόνο εφόσον αποδεικνύεται ότι υφίσταται πραγματικός κίνδυνος υποβολής του σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση.
Σύμφωνα με τη σταθερή νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η απομάκρυνση αλλοδαπού προς τη χώρα καταγωγής του μπορεί να εγείρει ζήτημα παραβίασης του άρθρου 3 της Σύμβασης μόνο εφόσον αποδεικνύεται ότι υφίστανται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι το πρόσωπο αυτό θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί μεταχείριση αντίθετη προς το εν λόγω άρθρο (βλ. Soering v. United Kingdom, 07.07.1989, §91· F.G. v. Sweden [GC], 23.03.2016 σκ.113). η «απλή πιθανότητα» κακομεταχείρισης δεν αρκεί· απαιτούνται ειδικά διακριτικά χαρακτηριστικά που να καθιστούν τον κίνδυνο προσωπικό και προβλέψιμο. (βλ. Σαλάχ Σιικ εναντίον της Ολλανδίας 11.01.2007 σκ 148).Το βάρος απόδειξης φέρει ο αιτών, ο οποίος οφείλει να προσκομίσει στοιχεία ικανά να καταδείξουν την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου, ενώ ο κίνδυνος αυτός πρέπει να είναι πραγματικός και εξατομικευμένος (βλ. Saadi v. Italy [GC], 28.02.2008, §125).
Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ήτοι ότι πρόκειται για ενήλικο, υγιές άτομο, με επίπεδο εκπαίδευσης, χωρίς ενδείξεις ευαλωτότητας, καθώς και το γεγονός ότι διαθέτει ή δύναται να αναπτύξει υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του, δεν προκύπτει ότι η επιστροφή του θα τον εκθέσει σε συνθήκες που να εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.
Περαιτέρω, οι γενικές δυσκολίες διαβίωσης ή οι ενδεχόμενες κοινωνικοοικονομικές στερήσεις δεν αρκούν, αφ’ εαυτών, για να στοιχειοθετήσουν παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, ελλείψει συγκεκριμένων στοιχείων που να καταδεικνύουν ότι ο Αιτητής θα περιέλθει σε κατάσταση ακραίας ένδειας ή σοβαρής στέρησης βασικών αναγκών.( βλ. ΔΕΕ OA C‑255/19, σκ.49-50, Jawo (C‑163/17) σκ. 92 ΕΔΑΔ Ν. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Application no. 26565/05) M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας, Αριθμός Προσφυγής: 30696/09 σκ § 252 έως 263). Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν στοιχειοθετείται παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ στην υπό κρίση περίπτωση.
Αναφορικά με το ενδεχόμενο υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C 285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011, αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζουσα βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie,ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Προκειμένου δε να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής του Αιτητή.
Σύμφωνα με το «War Watch»- World Assessment and Tracking of Civilian Harm (πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), μιας πρωτοβουλίας της Ακαδημίας της Γενεύης για την καταγραφή των απωλειών αμάχων εν μέσω ενόπλων συγκρούσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, αποτυπώνονται τα ακόλουθα αναφορικά με μη-διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις που λαμβάνουν χώρα στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό για την περίοδο Ιουλίου 2024- Ιουνίου 2025:
Η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) πλήττεται από πολλαπλές, αλληλεπικαλυπτόμενες ένοπλες συγκρούσεις διεθνούς και μη διεθνούς χαρακτήρα. Σε αυτές περιλαμβάνονται ένοπλες συγκρούσεις διεθνούς χαρακτήρα με τη Ρουάντα, οι οποίες λαμβάνουν και την μορφή συγκρούσεων με την ένοπλη οργάνωση «Κίνημα της 23ης Μαρτίου (M23)», που δρα εξ ονόματος της Ρουάντα και έχει προβεί σε στρατιωτική κατάληψη περιοχών της ΛΔΚ. Παράλληλα, εξακολουθούν να σημειώνονται συγκρούσεις μη- διεθνούς χαρακτήρα μεταξύ της ΛΔΚ και ποικίλων οργανωμένων ένοπλων ομάδων, ιδίως των Allied Democratic Forces (ADF) και της Cooperative for the Development of the Congo (CODECO), καθώς και μεταξύ μη κρατικών ένοπλων δρώντων.
Η εμπλοκή πολλαπλών μερών, η ξένη παρέμβαση, η επιβολή κατάστασης πολιορκίας στις επαρχίες Ituri και Βόρειο Kivu, οι αμφισβητούμενες εκλογές και η δημιουργία της Συμμαχίας Fleuve Congo (AFC) με τη συμμετοχή του M23, σε συνδυασμό με κατακερματισμένες ειρηνευτικές πρωτοβουλίες, την επέκταση περιφερειακών στρατιωτικών επιχειρήσεων και την αναζωπύρωση διεθνών προσπαθειών λογοδοσίας, συνέβαλαν περαιτέρω στην πόλωση και την αστάθεια της κατάστασης ασφαλείας.
Ως προς τον άμαχο πληθυσμό, κατά την εξεταζόμενη περίοδο, οι απώλειες αμάχων αυξήθηκαν σημαντικά. Ένοπλες ομάδες και κρατικές δυνάμεις προέβησαν σε εκτεταμένους βομβαρδισμούς, επιδρομές και επιθέσεις κατά χωριών, χώρων φιλοξενίας εσωτερικά εκτοπισμένων προσώπων, αγορών, κατοικιών και χώρων υγειονομικών και ανθρωπιστικών υπηρεσιών, κατά παράβαση των αρχών του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Τεκμηριώθηκαν μαζικές ανθρωποκτονίες, εθνοτικά στοχευμένες σφαγές, απαγωγές, εξαναγκαστικές εξαφανίσεις, λεηλασίες και καταναγκαστική εργασία, ορισμένα εκ των οποίων ενδέχεται να συνιστούν εγκλήματα πολέμου ή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Σημειώνεται επίσης σοβαρή επισιτιστική ανασφάλεια και εκτεταμένος αναγκαστικός εκτοπισμός, όπως και συστηματική παρεμπόδιση της ανθρωπιστικής βοήθειας. Παράλληλα, η σχετιζόμενη με τις ένοπλες συγκρούσεις σεξουαλική βία έλαβε ευρείας κλίμακας διαστάσεις, η στρατολόγηση παιδιών χαρακτηρίστηκε ως άνευ προηγουμένου, ενώ οι δημοσιογράφοι αντιμετώπισαν διάχυτη βία, λογοκρισία, απειλές ή/και θανατική ποινή σε περιπτώσεις δημοσιογραφικής κάλυψης των συγκρούσεων.[18]
Οι συνέπειες της εκτεταμένης βίας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) αποτυπώνονται επίσης στον εκτοπισμό του άμαχου πληθυσμού, καθώς η χώρα συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων με τον μεγαλύτερο αριθμό εκτοπισμένων παγκοσμίως. Πάνω από δεκατρία εκατομμύρια άνθρωποι αντιμετωπίζουν οξεία επισιτιστική ανασφάλεια, ενώ περισσότεροι από πέντε εκατομμύρια έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Η κατάσταση στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό εξακολουθεί να συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον σοβαρών ανθρωπιστικών κρίσεων διεθνώς.[19]
Η Διεθνής Αμνηστία, στην ετήσια διεθνή της έκθεση για τα έτη 2024–2025, αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια του 2024 «οι επιθέσεις κατά αμάχων συνεχίστηκαν, καθώς η σύγκρουση μεταξύ ένοπλων ομάδων και κυβερνητικών δυνάμεων κλιμακώθηκε. Τουλάχιστον 100 άμαχοι σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα αδιάκριτων βομβαρδισμών από κυβερνητικές δυνάμεις και ένοπλες ομάδες. Οι κυβερνητικές δυνάμεις προέβησαν σε εξωδικαστικές εκτελέσεις 250 ατόμων».[20]
Επιπρόσθετα, η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR), στην πρόσφατη έκθεσή της αναφορικά με τις περιοχές Βόρειο Kivu, Νότιο Kivu και Ituri της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, επισημαίνει την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ανθρωπιστικής κατάστασης στις εν λόγω περιοχές από τον Νοέμβριο του 2022 και αναφέρει ότι η ένοπλη βία στις ανατολικές επαρχίες της Λ.Δ.Κ. κλιμακώθηκε τον Ιανουάριο του 2025.[21]
Αναφορικά με την περιοχή Kongo Central και σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος (ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης 03/03/2026) σημειώθηκαν στην επαρχία Kongo - Central (στο οποίο υπάγεται η περιοχή Mbanza), συνολικά μόλις 22 περιστατικά ασφαλείας (διαδηλώσεις, πολιτική βία, ανταρσία, καταστολή) τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 23 απώλειες.[22] O συνολικός πληθυσμός της επαρχίας της επαρχίας Kongo - Central ανέρχεται στους 6.838.500 κατοίκους, σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις του 2020[23].
Από την ανωτέρω επισκόπηση της κατάστασης ασφαλείας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό προκύπτει ότι, πράγματι, υφίσταται σοβαρή και παρατεταμένη κατάσταση ένοπλων συγκρούσεων και αδιάκριτης βίας σε ορισμένες περιοχές της χώρας, ιδίως στις ανατολικές επαρχίες Βόρειο Kivu, Νότιο Kivu και Ituri, όπου καταγράφονται εκτεταμένες παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και σημαντικές απώλειες αμάχων.
Ωστόσο, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η εκτίμηση του κινδύνου δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) απαιτεί εξατομικευμένη αξιολόγηση, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τον πραγματικό τόπο καταγωγής και ενδεχόμενης επιστροφής του Αιτητή. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Αιτητής κατάγεται από την επαρχία Kongo Central και συγκεκριμένα από την περιοχή Mbanza, η οποία δεν συγκαταλέγεται στις περιοχές όπου παρατηρείται υψηλής έντασης αδιάκριτη βία λόγω ένοπλης σύρραξης.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα διαθέσιμα αντικειμενικά στοιχεία, κατά το τελευταίο έτος καταγράφηκαν στην επαρχία Kongo Central περιορισμένα περιστατικά ασφαλείας, τα οποία δεν συνιστούν κατάσταση γενικευμένης και αδιάκριτης βίας τέτοιας έντασης ώστε να δημιουργείται, εκ της απλής και μόνης παρουσίας ενός αμάχου στην εν λόγω περιοχή, πραγματικός κίνδυνος σοβαρής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας.
Περαιτέρω, λαμβανομένου υπόψη ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι διαθέτει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή προσωπικές περιστάσεις που να τον καθιστούν ειδικώς εκτεθειμένο σε κίνδυνο, δεν συντρέχει λόγος εφαρμογής της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, κατά την έννοια της νομολογίας του ΔΕΕ, ώστε να απαιτείται χαμηλότερος βαθμός αδιάκριτης βίας για τη θεμελίωση δικαιώματος συμπληρωματικής προστασίας.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, παρά τη γενικότερη αστάθεια που επικρατεί σε ορισμένες περιοχές της χώρας, δεν υφίσταται στην περίπτωση του Αιτητή τέτοιος βαθμός αδιάκριτης βίας στην περιοχή καταγωγής του που να δικαιολογεί την υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Συνεπώς, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου και αφού εξέτασα τόσο τη νομιμότητα όσο και την ουσία της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι ορθώς η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα πραγματικά περιστατικά της υπό εξέταση περίπτωσης δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για την αναγνώριση στον Αιτητή του καθεστώτος του πρόσφυγα, όπως προβλέπεται στα άρθρα 3 έως 3Δ του περί Προσφύγων Νόμου 6(Ι)/2000, καθότι δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου.
Ομοίως, ορθά απορρίφθηκε και η υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, κατά το άρθρο 19 του Νόμου, αφού ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να αποδείξει βάσιμο φόβο ότι θα υποστεί σοβαρή ή αδικαιολόγητη βλάβη, όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 19(2).
Η διενεργηθείσα έρευνα από την Υπηρεσία Ασύλου κρίνεται επαρκής και σύννομη, εφόσον εκτάθηκε στη διερεύνηση όλων των ουσιωδών γεγονότων που σχετίζονταν με το αίτημα διεθνούς προστασίας του Αιτητή. Το κριτήριο της πληρότητας της έρευνας, όπως έχει νομολογιακά παγιοποιηθεί, συνίσταται στη συλλογή και αξιολόγηση όλων των ουσιωδών και κρίσιμων στοιχείων που επιτρέπουν ασφαλές και τεκμηριωμένο συμπέρασμα (βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά., Α.Ε. 1518/1.11.96· Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97· Motorways Ltd ν. Δημοκρατίας, απόφ. 25.6.99).
Είναι, συνεπώς, εμφανές ότι η Υπηρεσία Ασύλου διενήργησε τη δέουσα και εμπεριστατωμένη έρευνα επί όλων των ζητημάτων που τέθηκαν ενώπιόν της, ενώ οι Καθ’ ων η Αίτηση προέβησαν σε πλήρη συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των στοιχείων πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με €1.000(χίλια ευρω)έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.
Δ.ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π
[1] Theconversation.com, How DRC's colonial legacy forged a nexus between ethnicity, territory and conflict, 2021, διαθέσιμο σε https://theconversation.com/how-drcs-colonial-legacy-forged-a-nexus-between-ethnicity-territory-and-conflict-153469, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03/03/2026)
[2] DRC, The Constitution of the Democratic Republic of Congo, 2005, διαθέσιμο σε https://constitutionnet.org/sites/default/files/DRC%20-%20Congo%20Constitution.pdf, Article 207,
[3] LOC, Congo, The Democratic Republic of the: President Adopts Laws on Elections, Traditional Leaders, 8 September 2015, διαθέσιμο σε https://www.loc.gov/research-centers/law-library-of-congress/about-this-research-center/, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03/03/2026)
[4] MDPI, Can traditional authority improve the governance of forestland and sustainability? Case study from the Congo (DRC), 26 April 2019, διαθέσιμο σε https://www.mdpi.com/2073-445X/8/5/74, p. 2, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03/03/2026)
[5] Attacks on Justice - DRC, n.d., διαθέσιμο σε https://www.refworld.org/pdfid/48abdd680.pdf, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03/03/2026)
[6] DRC, Loi fixant le statut des chefs coutumiers [informal translation: Law establishing the status of customary chiefs], 2015, διαθέσιμο σε https://www.droitcongolais.info/files/1.11.1.-Loi-du-25-aout-2015_Statut-des-chefs-coutumiers.pdf, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03/03/2026)
[7] Canada, IRB, DRC: Customary chiefs, including their authority, regions where they are present and their legal recognition; how to become a customary chief, including the need for human sacrifice; consequences of refusing to become a customary chief; state protection (COD104878.FE), 20 May 2014, διαθέσιμο σε https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=455814&pls=1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03/03/2026)
[8] Ο.π.
[9] DRC, Online Mémoire, Les rites d'investiture d'un chef coutumier comme espace communicationnel chez les Lega du territoire de Shabunda en RDC, université pédagogique nationale de Κινσάσα RDC [A customary chief's investiture ceremony as a communication area within the Lega (ethnic group) of Shabunda territory in DRC, national pedagogy university of Κινσάσα DRC], November 2019, διαθέσιμο σε https://www.memoireonline.com/11/13/8086/Les-rites-d-investiture-d-un-chef-coutumier-comme-espace-communicationnel-chez-les-Lega-du-territoir.html(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03/03/2026)
[10] IOSR, Conflits de pouvoir coutumier dans le Bulega en RD Congo : Une réalité caractéristique d'un Etat en panne et un grand défi au développement local [Customary power related conflicts in Bulega in DRC : a typical reality of a failed state and a big challenge in local development], August 2018, διαθέσιμο σε http://www.iosrjournals.org/iosr-jhss/papers/Vol.%2023%20Issue8/Version-2/B2308020925.pdf, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03/03/2026)
[11] Canada, IRB, DRC: Customary chiefs, including their authority, regions where they are present and their legal recognition;
how to become a customary chief, including the need for human sacrifice; consequences of refusing to become a customary chief; state protection (COD104878.FE), 20 May 2014, διαθέσιμο σε https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=455814&pls=1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03/03/2026)
[12] Caritas, DIIS - Danish Institute for International Studies, IPIS - International Peace Information Service, published by ReliefWeb: Le poids du silence: comment la révolte des Mobondo bouleverse l’ouest de la RDC, November 2025
https://reliefweb.int/attachments/fce575ab-b84f-4428-aeed-fa342d8ae021/20251203_Le-poids-du-silence_comment-la-revolte-des-Mobondo-bouleverse-louest-de-la-RDC.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03/03/2026)
[13] Βλ. C‑148/13 έως C‑150/13, EU:C:2014:2406, σκέψεις 54 και 57
[14] ΕΔΔΑ, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, ό.π. υποσημείωση 20. Βλ. επίσης ΕΔΔΑ, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, RH κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 4601/14, σκέψη 58· ΕΔΔΑ, απόφαση της 20ης Ιουλίου 2010, N κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 23505/09, σκέψη 53· ΕΔΔΑ, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2010, RC κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 41827/07, σκέψη 50.
[15] Άρθρο 13 του περί Προσφύγων Νόμου
[16] M. Κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, C‑277/11 22ας Νοεμβρίου 2012 υποσημείωση 82, σκέψη 65.
[17] Υπόθεση ΔΕΕ C‑199/12 to C‑201/12, Y and Z, 7 Νοεμβρίου 2013 Παρ. 76
[18] Ιστότοπος War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm -πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, Reporting Period July 2024-June 2025: At a Glance/ The Armed Conflicts/ Civilian Harm, διαθέσιμο σε: https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03/03/2026)
[19] Ιστότοπος War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm -πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, Reporting Period July 2024-June 2025: The Humanitarian Situation (last updated on 28 January 2026), διαθέσιμο σε: https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/violations/#attacks-on-civilians (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03/03/2026)
[20] AI, The State of the World's Human Rights; Democratic Republic Of The Congo 2024, 29 April 2025, διαθέσιμο σε: Human rights in Democratic Republic of the Congo Amnesty International (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03/03/2026)
[21] UN High Commissioner for Refugees (UNHCR), UNHCR Position on Returns to North Kivu, South Kivu and Ituri in the Democratic Republic of the Congo – Update IV (Revision 1), p. 2-6, April 2025, https://www.refworld.org/policy/countrypos/unhcr/2025/en/149580 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03/03/2026)
[22] Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Democratic Republic of Congo, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμη σε: https://acleddata.com/platform/explorer
[23] https://www.citypopulation.de/en/drcongo/cities/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03/03/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο