ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 2022/23
24 Απριλίου 2026
[ Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
B.K.N.
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω,
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
........
Ραφαέλλα Καλογήρου (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή
Λώρα Βελίκοβα (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Δ.ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή, αξιώνει την ακύρωση της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 26.05.2023, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 12.06.2023, και με την οποία έλαβε γνώση της απόρριψης της αίτησής του για παραχώρηση σε αυτόν καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 και 19 του Περί Προσφύγων Νόμου.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Όπως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ’ ων η Αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φακέλου (εφεξής «Δ.Φ.») της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής και δεν αμφισβητείται, ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό.
Στις 26/10/2021, ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση διεθνούς προστασίας στην Κυπριακή Δημοκρατία, συμπληρώνοντας το σχετικό έντυπο της Υπηρεσίας Ασύλου, ενώ στις 27/10/2021 εκδόθηκε Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας.
Ακολούθως, στις 07/04/2023, πραγματοποιήθηκε η προσωπική συνέντευξη του Αιτητή ενώπιον αρμόδιου λειτουργού του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA).
Στις 17/05/2023, ο αρμόδιος λειτουργός συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή και την επιστροφή του στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Η εισήγηση αυτή έγινε αποδεκτή από τον αρμόδιο Προϊστάμενο στις 26/05/2023, οπότε και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απορριπτική απόφαση.
Η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 12/06/2023, ενώ στις 28/06/2023 ο Αιτητής καταχώρισε την παρούσα προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΜΟΙ
Ακολούθως, δια της συνηγόρου του, ο Αιτητής προβάλλει, στο εισαγωγικό δικόγραφο της διαδικασίας, πλείονες λόγους ακύρωσης, χωρίς αυτοί να συνοδεύονται από σαφή και εξειδικευμένη αιτιολογία ή από παραπομπή σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία του διοικητικού φακέλου.
Δια της γραπτής του αγόρευσης, η συνήγορος του Αιτητή προωθεί ως λόγους ακύρωσης, αφενός, τον ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε χωρίς τη διενέργεια δέουσας και/ή επαρκούς έρευνας και, αφετέρου, τον ισχυρισμό ότι η απόφαση στερείται επαρκούς και δέουσας αιτιολογίας και/ή είναι ελλιπής και στηρίζεται σε εσφαλμένη αιτιολογία.
Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση, διά της γραπτής τους αγόρευσης, υπεραμύνονται της νομιμότητας και κανονικότητας της επίδικης πράξης, προβάλλοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ορθώς και νομίμως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και της κείμενης νομοθεσίας, κατόπιν δέουσας και επαρκούς έρευνας, στο πλαίσιο της ορθής άσκησης των εκ του νόμου παρεχόμενων εξουσιών, και αφού ελήφθησαν υπόψη όλα τα συναφή γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Περαιτέρω, υποστηρίζουν ότι η επίδικη απόφαση είναι δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη.
Κατάληξη
Κατόπιν των ανωτέρω, θα προχωρήσω στην εξέταση των ισχυρισμών που προβάλλει η συνήγορος του Αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας, λαμβάνοντας υπόψη και την έκταση της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου.
Συναφώς, δυνάμει του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018, το παρόν Δικαστήριο έχει εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση επί της ουσίας. Τούτο δε διότι η υπό κρίση αίτηση εμπίπτει χρονικά στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 11(2) και (3) του ανωτέρω Νόμου, διατάξεις οι οποίες παρέχουν στο Δικαστήριο αρμοδιότητα πλήρους ελέγχου τόσο της νομιμότητας όσο και της ορθότητας της προσβαλλόμενης πράξης.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της τηρηθείσας διαδικασίας και των στοιχείων επί των οποίων στηρίχθηκε η διοικητική αρχή κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά δύναται να προχωρήσει περαιτέρω σε εξέταση της ουσιαστικής ορθότητάς της, προβαίνοντας, εφόσον απαιτείται, σε νέα εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και των στοιχείων του διοικητικού φακέλου, και να αποφαίνεται αιτιολογημένα επί των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, εντός πάντοτε του πλαισίου που καθορίζεται από τους προβληθέντες ισχυρισμούς του εκάστοτε αιτητή. (βλ. Janelidze (Έφεση Αρ. 17/2021).
Υπό το φως των ανωτέρω, και λαμβάνοντας υπόψη την έκταση της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, προχωρώ στην εξέταση κατά πόσον η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε σε πλήρη συμμόρφωση με τις σχετικές διατάξεις του Νόμου και της Οδηγίας και κατά πόσον είναι, επί της ουσίας, ορθή.
Αποτελεί βασική νομολογιακή αρχή ότι η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγεται δε στην διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Α.Ε. Aρ.: 3017, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 5.6.2002, (2002) 3 ΑΑΔ 345).
Η αιτιολόγηση των αποφάσεων της διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με τον Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο πού βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (Γρηγορόπουλος κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, (1997) 4 ΑΑΔ 1414). Μέσα από την αιτιολογία του οργάνου θα πρέπει να διαφαίνεται ο συλλογισμός του, ο οποίος οδήγησε στην προσβαλλόμενη απόφαση ή τουλάχιστον να υπάρχουν στοιχεία στο φάκελο της υπόθεσης που να μπορούν να συμπληρώσουν την αιτιολογία της απόφασης του αρμόδιου οργάνου (βλ. Στέφανος Φράγκου v. Κυπριακή Δημοκρατίας, (1998) 3ΑΑΔ 270).
Η αιτιολογία της απόφασης του αρμόδιου οργάνου δύναται να συμπληρωθεί από τον διοικητικό φάκελο (άρθρο 29 του Ν. 158 (Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371). Η δυνατότητα αυτή υπάρχει όταν τα στοιχεία που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου συνδέονται με την απόφαση και αποκαλύπτουν του λόγους που οδήγησαν στην προσβαλλόμενη απόφαση. Από τα στοιχεία του φακέλου θα πρέπει να μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την απόφαση που λήφθηκε (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνίδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97).
Σύμφωνα με τα στοιχεία που προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, ο οποίος κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 1 κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων και δεν αμφισβητείται, καθώς και από την Έκθεση του αρμόδιου λειτουργού, ο Αιτητής, κατά την υποβολή της αίτησής του, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του κατόπιν περιστατικών βίας που φέρεται να υπέστη.
Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε ξυλοδαρμό από μέλη της οικογένειάς του και υπέστη βασανιστήρια, εξαιτίας σχέσης που διατηρούσε με τη σύζυγο άλλου προσώπου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, κατέχει σήμερα θέση στην κυβέρνηση.
Περαιτέρω, ανέφερε ότι στις 8 Σεπτεμβρίου 2019 απήχθη από άγνωστα πρόσωπα και κρατήθηκε μέχρι τις 10 Σεπτεμβρίου 2019, κατά τη διάρκεια της οποίας υπέστη βασανιστήρια. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, κατόρθωσε να διαφύγει κατά τις νυχτερινές ώρες, με τη συνδρομή τρίτων προσώπων, τα οποία τον απέκρυψαν και συνέδραμαν στην απομάκρυνσή του από τη χώρα καταγωγής του.
Κατά τη διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Kinshasa, όπου και διέμενε μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του. Δήλωσε περαιτέρω ότι είναι άγαμος και άτεκνος.
Ως προς το μορφωτικό του επίπεδο, ανέφερε ότι φοίτησε σε πανεπιστημιακό ίδρυμα για περίοδο τριών ετών, χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του, ενώ δήλωσε ότι ομιλεί τη γαλλική γλώσσα.
Αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε αρχικά ότι η μητέρα του απεβίωσε το έτος 2000, ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο της συνέντευξής του ανέφερε ότι δεν γνωρίζει την ακριβή ημερομηνία θανάτου της. Δήλωσε επίσης ότι ο πατέρας του διαμένει στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, χωρίς να διατηρεί επικοινωνία μαζί του. Πρόσθεσε ότι έχει τρεις αδελφές, εκ των οποίων οι δύο διαμένουν στη Νότια Αφρική και η τρίτη στη Γερμανία.
Σε σχέση με την επαγγελματική του δραστηριότητα, ο Αιτητής δήλωσε ότι στη χώρα καταγωγής του διατηρούσε μεσιτικό γραφείο.
Κληθείς να εξηγήσει τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι η αναχώρησή του συνδέεται με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό.
Ειδικότερα, ανέφερε ότι, σε μία περίσταση, εξήλθε μαζί με τον σύντροφό του Billy και ένα τρίτο πρόσωπο ονόματι Kris, και συμμετείχαν σε κοινωνική έξοδο, κατά τη διάρκεια της οποίας συναναστράφηκαν και με μία γυναίκα ονόματι Benoitte, την οποία δεν γνώριζε προηγουμένως. Κατόπιν, όλοι μαζί μετέβησαν σε κέντρο διασκέδασης, όπου κατανάλωσαν αλκοόλ και στη συνέχεια αποφάσισαν να μεταβούν σε δωμάτιο.
Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, στο εν λόγω δωμάτιο προέβη σε σεξουαλική πράξη με τον Kris, ενώ τα άλλα δύο πρόσωπα προέβαιναν σε πράξεις αυτοϊκανοποίησης. Ανέφερε περαιτέρω ότι ο Kris κατέγραφε βίντεο κατά τη διάρκεια των γεγονότων, παρά το ότι ο ίδιος του ζήτησε να σταματήσει.
Ο Αιτητής δήλωσε ότι την επόμενη ημέρα αποχώρησε νωρίς μαζί με τον Billy για να μεταβεί στην εργασία του, ενώ οι υπόλοιποι αποχώρησαν χωριστά. Περίπου έναν μήνα αργότερα, ενώ βρισκόταν στο γραφείο του, έλαβε τηλεφώνημα από άγνωστο πρόσωπο, το οποίο του ανέφερε ότι είχε δει το σχετικό βίντεο.
Όπως ισχυρίστηκε, το περιστατικό αυτό οδήγησε σε κλιμάκωση της κατάστασης. Επικοινώνησε με τον Kris, τον οποίο θεωρούσε υπεύθυνο για τη λήψη του βίντεο, πλην όμως εκείνος αρνήθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή και ισχυρίστηκε ότι είχε δώσει το τηλέφωνό του για επισκευή, γεγονός που, κατά τον Αιτητή, είχε ως αποτέλεσμα τη διάδοση του υλικού.
Ο Αιτητής ανέφερε ότι, λόγω της εξέλιξης αυτής, αναγκάστηκε να κλείσει το γραφείο του και μετέβη στην αστυνομία για να καταγγείλει το περιστατικό. Όπως δήλωσε, κατά την άφιξή του στο αστυνομικό τμήμα και ενώ συνομιλούσε με τον διοικητή, εμφανίστηκε όχημα από το οποίο τον παρέλαβαν και τον συνέλαβαν.
Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι κατά τη σύλληψή του υπέστη ξυλοδαρμό και λεκτική κακοποίηση, καθώς και άλλες μορφές κακομεταχείρισης, τις οποίες δεν επιθυμούσε να περιγράψει. Ανέφερε ότι κρατήθηκε για περίοδο επτά ημερών, κατά τη διάρκεια της οποίας δεχόταν καθημερινά κακοποίηση, ιδίως κατά τις νυχτερινές ώρες, ενώ, όπως δήλωσε, του ασκούνταν πίεση να αποκαλύψει την τοποθεσία των προσώπων Kris και Billy.
Περαιτέρω, ο Αιτητής ανέφερε ότι ένα πρόσωπο ονόματι Jack Otshuidi τον βοήθησε, επικοινωνώντας, κατά τους ισχυρισμούς του, με τα Ηνωμένα Έθνη και ενημερώνοντας τόσο το τοπικό γραφείο στην Kinshasa όσο και τον αρχηγό της κοινότητάς του. Σύμφωνα με τον Αιτητή, με τη συνδρομή αυτή κατόρθωσε να διαφύγει και να επιστρέψει στην οικία του.
Δήλωσε ότι επιχείρησε να επικοινωνήσει με τα πρόσωπα Billy και Kris, χωρίς αποτέλεσμα, ενώ, όπως ανέφερε, ο κ. Jack τον ενημέρωσε ότι το σχετικό βίντεο είχε ήδη διαδοθεί και ότι στην υπόθεση εμπλέκονταν πρόσωπα συνδεδεμένα με την κυβέρνηση και τον στρατό.
Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι, παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν για τη διαγραφή του βίντεο από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αυτό είχε ήδη διαδοθεί ευρέως. Ανέφερε ότι, εξαιτίας της κατάστασης, παρέμεινε στην οικία του, αδυνατώντας να επιστρέψει στην εργασία του, ενώ η κατάσταση, κατά τους ισχυρισμούς του, επιδεινώθηκε.
Στη συνέχεια, δήλωσε ότι συνελήφθη εκ νέου και μεταφέρθηκε σε εγκαταστάσεις της ANR, τις οποίες περιέγραψε ως χώρο κράτησης πολιτικών προσώπων. Όπως ανέφερε, οι συνθήκες κράτησης ήταν ιδιαίτερα δυσμενείς και υπέστη εκ νέου κακοποίηση και βασανιστήρια.
Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι συγκρατούμενός του τον προειδοποίησε ότι κινδυνεύει εάν παραμείνει εκεί, ενώ, με τη βοήθεια του κ. Jack, κατόρθωσε να διαφύγει και να μεταβεί στο Brazzaville, όπου παρέμεινε για περίοδο μίας εβδομάδας. Ακολούθως, δήλωσε ότι προχώρησε στην προετοιμασία των εγγράφων του με τη συνδρομή του ίδιου προσώπου.
Ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν δύναται να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, καθότι, κατά τους ισχυρισμούς του, τα πρόσωπα που τον βοήθησαν έχουν αποβιώσει, αναφέροντας συγκεκριμένα τον Billy και τον Jack. Δήλωσε περαιτέρω ότι έκτοτε στηρίζει οικονομικά την οικογένεια του Billy και συνέβαλε στα έξοδα ταφής τόσο του Billy όσο και του Jack, ενώ ανέφερε ότι δέχεται επανειλημμένα αιτήματα για χρηματική βοήθεια από άγνωστα πρόσωπα.
Σε περίπτωση επιστροφής του στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, ο Αιτητής εξέφρασε φόβο ότι θα συλληφθεί εκ νέου και ότι θα υποστεί την ίδια τύχη με τα προαναφερθέντα πρόσωπα, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, συνελήφθησαν, αφέθηκαν ελεύθερα και εν συνεχεία δολοφονήθηκαν.
Ακολούθως, απαντώντας σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του αρμόδιου λειτουργού, ο Αιτητής δήλωσε ότι συνελήφθη συνολικά τρεις φορές στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Ανέφερε ότι, κατά τη δεύτερη σύλληψή του, κατόρθωσε να αποφυλακιστεί με τη βοήθεια προσώπου ονόματι κ. Roger, στον οποίο υπέδειξε την τοποθεσία χρημάτων που διέθετε και του κατέβαλε ποσό ύψους 500 δολαρίων.
Ως προς το τρίτο περιστατικό, ο Αιτητής διευκρίνισε ότι δεν επρόκειτο για σύλληψη αλλά για απαγωγή. Ανέφερε ότι κρατήθηκε σε χώρους κράτησης της ANR.
Σε ερώτηση σχετικά με τον τρόπο διαφυγής του κατά το εν λόγω περιστατικό, δήλωσε ότι ο επικεφαλής του χώρου κράτησης του ζήτησε χρηματικό ποσό, καθώς και να προβεί σε πράξη σεξουαλικού χαρακτήρα. Όπως ανέφερε, το απαιτούμενο χρηματικό ποσό εξασφαλίστηκε με τη βοήθεια προσώπου ονόματι κ. Jack.
Αναφορικά με τους λόγους της δεύτερης και τρίτης σύλληψής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν υπήρχε συγκεκριμένη αιτία, αλλά ότι αυτές σχετίζονταν με τη διάδοση ενός βίντεο και με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, τον οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, οι αρχές θεωρούσαν μη αποδεκτό.
Περαιτέρω, ανέφερε ότι συνελήφθη λόγω της κυκλοφορίας του εν λόγω βίντεο, επισημαίνοντας ότι η εξέλιξη αυτή επήλθε κατόπιν ενεργειών του συζύγου μίας εκ των γυναικών που συμμετείχαν στο περιστατικό. Πρόσθεσε ότι, κατά την αντίληψή του, σε περιπτώσεις όπου ένα πρόσωπο θεωρεί ότι άλλος του έχει αφαιρέσει κάτι που του ανήκει και τον εκλαμβάνει ως κατώτερο, τούτο δύναται να οδηγήσει ακόμη και σε ακραίες ενέργειες εις βάρος του.
Σε σχέση με το ίδιο περιστατικό, ο Αιτητής διευκρίνισε ότι είχε σεξουαλική επαφή τόσο με άνδρες όσο και με γυναίκες κατά τη συγκεκριμένη νύχτα, επαναλαμβάνοντας ότι, παρότι προτιμά τους άνδρες, είχε συνευρεθεί και με γυναίκες. Ανέφερε ότι όλα τα πρόσωπα συμμετείχαν στις πράξεις, ενώ ένα εξ αυτών, ο Kris, κατέγραφε το βίντεο χωρίς να συμμετέχει ενεργά.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι ο σύζυγος μίας εκ των γυναικών επιθυμούσε να του προκαλέσει βλάβη, δήλωσε ότι ο λόγος για τον οποίο δεν υπέστη άμεσα σωματική βλάβη αλλά μεταφερόταν μεταξύ διαφορετικών χώρων κράτησης ήταν η παρέμβαση προσώπου ονόματι κ. Jack.
Τέλος, ως προς τους λόγους υποβολής της αίτησης διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής δήλωσε ότι υπήρξε θύμα βασανιστηρίων και σεξουαλικής κακοποίησης, ενώ πρόσθεσε ότι ένας επιπρόσθετος λόγος αφορά τον σεξουαλικό του προσανατολισμό.
Όταν του αναγνώστηκαν οι δηλώσεις που είχε υποβάλει κατά την αρχική αίτηση ασύλου, σύμφωνα με τις οποίες είχε αναφέρει ότι ξυλοκοπήθηκε από μέλη της οικογένειάς του, βασανίστηκε λόγω σχέσης με τη σύζυγο άλλου προσώπου και απήχθη τον Σεπτέμβριο του 2019, επιβεβαίωσε τα γεγονότα και πρόσθεσε ότι επιθυμούσε να αναφερθεί και στην εγκατάλειψή του από την οικογένειά του.
Αναφορικά με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, ο Αιτητής δήλωσε ότι δυσκολεύεται να συζητά ζητήματα που άπτονται αυτού. Ερωτηθείς σχετικά, ανέφερε ότι αυτοπροσδιορίζεται μεταξύ ομοφυλόφιλου και αμφιφυλόφιλου, διευκρινίζοντας ότι δεν είναι σε θέση να εξηγήσει με σαφήνεια τη διάκριση μεταξύ των δύο εννοιών. Ανέφερε ότι είχε σεξουαλικές επαφές τόσο με άνδρες όσο και με γυναίκες, ενώ δήλωσε ότι στο εργασιακό του περιβάλλον τον αντιλαμβάνονται ως ομοφυλόφιλο.
Περαιτέρω, δήλωσε ότι δεν ήταν εξοικειωμένος με τον όρο «αμφιφυλόφιλος», αναφέροντας ότι τον άκουσε για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της συνέντευξης.
Σε σχέση με τις προσωπικές του προτιμήσεις, ανέφερε ότι προτιμά να συνάπτει ερωτικές σχέσεις με άνδρες, εκφράζοντας παράλληλα αβεβαιότητα ως προς τις σχέσεις με γυναίκες. Δήλωσε επίσης ότι επιλέγει να διατηρεί τις σχέσεις του διακριτικές και ότι δεν επιθυμεί να αποκτήσει παιδιά με γυναίκες. Συμπλήρωσε ότι οι σχέσεις του με γυναίκες εξυπηρετούσαν κυρίως σκοπούς απόκρυψης του προσανατολισμού του, ενώ ανέφερε ότι αισθάνεται άβολα κατά τη σωματική επαφή με γυναίκες.
Αναφορικά με τη διαδικασία συνειδητοποίησης του ενδιαφέροντός του προς τους άνδρες, ο Αιτητής δήλωσε ότι αυτή δεν προέκυψε ως αποτέλεσμα προσωπικής εσωτερικής διεργασίας, αλλά κατόπιν παρατηρήσεων της οικογένειάς του. Όπως ανέφερε, οι οικείοι του, και συγκεκριμένα οι αδελφές και οι φίλοι του, του επισήμαναν ότι η συμπεριφορά του ήταν «ήρεμη» και «διαφορετική», γεγονός που τον οδήγησε να αναρωτηθεί ως προς τον σεξουαλικό του προσανατολισμό και την «κανονικότητά» του.
Περαιτέρω, ανέφερε ότι το μόνο πρόσωπο από την οικογένειά του που δεν αντέδρασε αρνητικά ήταν η μητέρα του. Ερωτηθείς για το πότε οι οικείοι του άρχισαν να αντιλαμβάνονται τον προσανατολισμό του, δήλωσε ότι αυτό συνέβη κατά τη διάρκεια της φοίτησής του στο λύκειο, όταν η μητέρα του τον εντόπισε στο δωμάτιό του με έναν άνδρα, αμφότερους χωρίς ρούχα.
Ωστόσο, όταν του επισημάνθηκε αντίφαση σε σχέση με τον χρόνο θανάτου της μητέρας του — τον οποίο είχε προηγουμένως τοποθετήσει σε προγενέστερο χρονικό σημείο — ο Αιτητής ανέφερε ότι απάντησε χωρίς να σκεφτεί και ότι δεν γνωρίζει την ακριβή ημερομηνία θανάτου της.
Ο Αιτητής δήλωσε ότι η πρώτη του σχέση με άτομο του ίδιου φύλου έλαβε χώρα όταν ήταν 19 ετών και ότι γνώρισε το εν λόγω πρόσωπο σε κέντρο διασκέδασης. Ανέφερε ότι δεν θυμάται το όνομα του προσώπου αυτού και ότι η σχέση δεν διήρκεσε για μεγάλο χρονικό διάστημα, καθότι δεν επιθυμούσε να καταστεί γνωστή στην οικογένειά του. Πρόσθεσε, περαιτέρω, ότι δεν είχε την ίδια παιδική ηλικία με τους άλλους, χωρίς ωστόσο να εξειδικεύσει περαιτέρω το περιεχόμενο της δήλωσης αυτής.
Ερωτηθείς κατά πόσο συνέβη κάποιο συγκεκριμένο γεγονός που τον οδήγησε στη συνειδητοποίηση του σεξουαλικού του προσανατολισμού, απάντησε αρνητικά. Αναφορικά με τα συναισθήματα ή τις σκέψεις του κατά τον χρόνο που αντιλήφθηκε ότι έλκεται από άνδρες, ανέφερε ότι αισθανόταν επιθυμία προς αυτούς και ότι επιθυμούσε να συνευρίσκεται μαζί τους, προσθέτοντας ότι ορισμένοι ανταποκρίνονταν, ενώ άλλοι τον αποδοκίμαζαν, απευθύνοντάς του εκφράσεις όπως «τί είδους άνδρας είσαι».
Ερωτηθείς εκ νέου επί του ιδίου ζητήματος, επανέλαβε ότι αισθανόταν επιθυμία προς τους άνδρες και ότι επιθυμούσε να συνευρίσκεται μαζί τους, χωρίς να προβεί σε περαιτέρω ανάπτυξη των συναισθημάτων ή των εσωτερικών του διεργασιών.
Περαιτέρω, ο Αιτητής δήλωσε ότι η ζωή του δεν υπέστη ουσιώδη μεταβολή κατόπιν της συνειδητοποίησης αυτής, ούτε επηρεάστηκε η ζωή των ανδρών με τους οποίους διατηρούσε σχέσεις. Ανέφερε ότι ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του «φυσιολογικό», ενώ οι λοιποί τον αντιλαμβάνονταν ως διαφορετικό.
Ως προς την κοινωνική του εμπειρία, δήλωσε ότι οι άλλοι τον αντιμετώπιζαν διαφορετικά, τον παρατηρούσαν με διαφορετικό τρόπο και του υποδείκνυαν να μεταβάλει τη συμπεριφορά του.
Αναφορικά με τις ερωτικές του σχέσεις, ο Αιτητής δήλωσε ότι, κατά τη διαμονή του στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, διατήρησε συνολικά έξι σχέσεις με άνδρες, ενώ μετά την άφιξή του στην Κυπριακή Δημοκρατία είχε μία επιπλέον σχέση. Ανέφερε ότι ο δεύτερος σύντροφός του ονομαζόταν Centric και ότι γνωρίστηκαν σε νυχτερινό κέντρο το έτος 2017.
Περαιτέρω, δήλωσε ότι η εν λόγω σχέση διήρκεσε για κάποιο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο υπήρχε μεταξύ τους κατανόηση και αλληλοϋποστήριξη, συμπεριλαμβανομένης και οικονομικής συνδρομής, καθότι, όπως ανέφερε, του άρεσε να διασκεδάζει. Ωστόσο, δήλωσε ότι διατηρούσε παράλληλα και άλλες σχέσεις, γεγονός που προκαλούσε δυσαρέσκεια στον εν λόγω σύντροφό του, ενώ επιβεβαίωσε ότι είχε και άλλους συντρόφους.
Ως προς τις σχέσεις του με γυναίκες, ο Αιτητής δήλωσε ότι διατήρησε δύο σχέσεις. Ανέφερε ότι κατά τη συνεύρεση μαζί τους δεν είχε μεγάλη διάρκεια, γεγονός που προκαλούσε παράπονα, και ότι οι σχέσεις αυτές εξυπηρετούσαν κυρίως σκοπούς απόκρυψης του σεξουαλικού του προσανατολισμού έναντι τρίτων. Περαιτέρω, δήλωσε ότι και κατά την παραμονή του στην Κυπριακή Δημοκρατία προέβη σε παρόμοια συμπεριφορά, προκειμένου να μην γίνεται αντιληπτή η προτίμησή του προς άνδρες.
Ερωτηθείς ως προς τους λόγους για τους οποίους αισθάνεται την ανάγκη να αποκρύπτει τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, ανέφερε ότι, μετά την άφιξή του στην Κύπρο, συνάδελφος στον χώρο εργασίας του τον συμβούλεψε να το πράττει, προκειμένου να αποφύγει τον χλευασμό.
Ο Αιτητής δήλωσε περαιτέρω ότι η οικογένειά του γνωρίζει τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, διευκρινίζοντας ότι το γεγονός αυτό είναι γνωστό σε όλα τα μέλη της. Ανέφερε ότι η σχετική γνώση προέκυψε από το περιβάλλον του, καθώς, όπως δήλωσε, δεν κατόρθωσε να το αποκρύψει πλήρως. Συμπλήρωσε ότι, παρότι αρχικά προσπαθούσε να το αποκρύψει, ο πατέρας του τον κακομεταχειρίστηκε.
Επιπλέον, ανέφερε ότι η οικογένειά του άρχισε να υποψιάζεται τον σεξουαλικό του προσανατολισμό από τα πρόσωπα που συναναστρεφόταν και τα οποία προσκαλούσε στην οικία του. Ως προς τη στάση της οικογένειάς του, δήλωσε ότι ήταν ιδιαίτερα αρνητική, με μόνη εξαίρεση τη μητέρα του. Ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας του τον οδήγησε σε μία κοινότητα, όπου συνελήφθη, θεωρώντας ότι με τον τρόπο αυτό θα τον «διορθώσει». Διευκρίνισε ότι δεν είχε διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα και ότι η σύλληψη έλαβε χώρα λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού.
Ερωτηθείς για τον χρόνο κατά τον οποίο έλαβε χώρα το περιστατικό αυτό, δήλωσε ότι δεν δύναται να προσδιορίσει ακριβή ημερομηνία, αναφέροντας μόνο ότι συνέβη ημέρα Κυριακή. Αναφορικά με τη μητέρα του, δήλωσε εκ νέου ότι δεν γνωρίζει τον χρόνο θανάτου της.
Ως προς το κατά πόσον είχε αποκαλύψει τον σεξουαλικό του προσανατολισμό σε άλλα πρόσωπα πέραν της οικογένειάς του, ανέφερε αρχικά ότι δεν το είχε πράξει, ωστόσο στη συνέχεια διευκρίνισε ότι υπήρχαν και φίλοι του που το γνώριζαν.
Αναφορικά με τη στάση των φίλων του, δήλωσε ότι επιλέγει άτομα που τον αποδέχονται και με τα οποία έχει κοινά στοιχεία, αναφέροντας ότι μεταξύ τους αισθάνονται άνετα. Πρόσθεσε ότι δεν συνήθιζε να συζητά ανοιχτά για τη σεξουαλικότητα και τις προτιμήσεις του, καθώς κάτι τέτοιο δεν είναι κοινωνικά αποδεκτό στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.
Σε σχέση με την κοινωνική αντίληψη στη χώρα καταγωγής του, δήλωσε ότι τα ομοφυλόφιλα άτομα θεωρούνται ως πρόσωπα που «δεν θα έπρεπε να υπάρχουν». Ως προς το νομικό καθεστώς, ανέφερε ότι η ομοφυλοφιλία δεν είναι νόμιμη, διευκρινίζοντας ότι υπάρχει απόκλιση μεταξύ της νομοθεσίας και της πρακτικής, επισημαίνοντας ότι άτομα που εντοπίζονται με άτομα του ίδιου φύλου ενδέχεται να υποστούν βία ή σύλληψη και δεν έχουν τη δυνατότητα να εκφραστούν ελεύθερα.
Αναφορικά με την ύπαρξη ομοφυλοφιλικής κοινότητας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, δήλωσε ότι τα άτομα συναναστρέφονται μεταξύ τους και αισθάνονται ασφαλή εντός των κύκλων αυτών, ενώ προβλήματα προκύπτουν όταν κάποιος απομονώνεται. Τέλος, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τη σημασία του ακρωνυμίου «LGBT».
Κατά την αποτίμηση των ισχυρισμών του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός εντόπισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς.
Ο πρώτος ισχυρισμός αφορά στην ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, στοιχεία τα οποία έγιναν αποδεκτά, καθότι κρίθηκαν συνεπή και επαρκώς τεκμηριωμένα.
Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά τον αυτοπροσδιορισμό του Αιτητή ως ομοφυλόφιλου, ο οποίος δεν έγινε αποδεκτός, καθότι κρίθηκε ότι στερείται εσωτερικής αξιοπιστίας.
Σε σχέση με τον δεύτερο ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση με βάση το μοντέλο DSSH (Difference, Shame, Stigma, Harm – Διαφορετικότητα, Ντροπή, Στίγμα, Βλάβη), εστιάζοντας στους επιμέρους άξονες που το εν λόγω εργαλείο προβλέπει για την εξέταση αιτημάτων διεθνούς προστασίας που ερείδονται στον σεξουαλικό προσανατολισμό.
Ως προς το στοιχείο της διαφορετικότητας (Difference), ο λειτουργός κατέγραψε ότι ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι ομοφυλόφιλος και ότι έλκεται από άνδρες, πλην όμως, σε άλλα σημεία της συνέντευξής του ανέφερε ότι δύναται να έχει σεξουαλικές επαφές τόσο με άνδρες όσο και με γυναίκες. Ερωτηθείς δε κατά πόσο αυτοπροσδιορίζεται ως αμφιφυλόφιλος, δεν φάνηκε να γνωρίζει τον σχετικό όρο ούτε να κατανοεί το περιεχόμενό του.
Περαιτέρω, κληθείς να εξηγήσει τη διαδικασία μέσω της οποίας κατέληξε να αντιληφθεί τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, ανέφερε κατά τρόπο ασυνεπή ότι αυτό προέκυψε κατόπιν παρατηρήσεων των φίλων και της οικογένειάς του, οι οποίοι «άρχισαν να παρατηρούν πόσο ήρεμος ήταν», ενώ ο ίδιος, κατά δήλωσή του, δεν είχε αρχικά σχετική επίγνωση και «του το είπαν ότι ίσως είναι γκέι». Όταν του ζητήθηκε να εξειδικεύσει τον τρόπο με τον οποίο οι οικείοι του κατέληξαν στο συμπέρασμα αυτό, δεν παρείχε συνεκτική απάντηση, περιοριζόμενος σε γενικές αναφορές.
Επιπλέον, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει χρονικά τη συνειδητοποίηση του προσανατολισμού του, καθώς ανέφερε, κατά τρόπο αντιφατικό, ότι αυτή συνδέεται με περιστατικό κατά το οποίο η μητέρα του τον εντόπισε γυμνό με άλλο άνδρα κατά τη φοίτησή του στο λύκειο, ενώ σε άλλο σημείο είχε δηλώσει ότι η μητέρα του είχε ήδη αποβιώσει κατά το σχετικό χρονικό διάστημα. Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει την αντίφαση αυτή, δεν παρείχε ικανοποιητική απάντηση.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την κρίση του λειτουργού, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παράσχει επαρκείς λεπτομέρειες αναφορικά με την πρώτη του σχέση με άτομο του ίδιου φύλου, η οποία, κατά δήλωσή του, έλαβε χώρα όταν ήταν 19 ετών. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι γνώρισε το εν λόγω πρόσωπο σε κέντρο διασκέδασης, χωρίς να μπορεί να ανακαλέσει ούτε το όνομά του ούτε τη διάρκεια της σχέσης, ενώ δεν προέβη σε συγκεκριμένη περιγραφή των συνθηκών υπό τις οποίες αυτή αναπτύχθηκε.
Ερωτηθείς περαιτέρω πότε συνειδητοποίησε ότι έλκεται από άνδρες και εάν υπήρξε κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό που συνέβαλε σε αυτή τη συνειδητοποίηση, απάντησε μονολεκτικά αρνητικά, χωρίς να προβεί σε περαιτέρω ανάπτυξη, ενώ κρίθηκε ότι παρέμεινε ασαφής και ως προς τα συναισθήματα ή τις σκέψεις που είχε κατά το σχετικό χρονικό διάστημα.
Ως προς το στοιχείο της ντροπής και του στίγματος (Shame and Stigma), ο λειτουργός κατέγραψε ότι ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν υπήρξε κάποιο συγκεκριμένο γεγονός που να τον οδήγησε στη συνειδητοποίηση του προσανατολισμού του, ενώ δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με σαφήνεια τα συναισθήματα ή τις σκέψεις του όταν αντιλήφθηκε ότι έλκεται περισσότερο από άνδρες παρά από γυναίκες.
Περαιτέρω, όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει κατά πόσο και με ποιο τρόπο η ζωή του μεταβλήθηκε μετά τη συνειδητοποίηση αυτή, δήλωσε ότι η ζωή του δεν άλλαξε, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε περαιτέρω ανάπτυξη. Ομοίως, δεν ανέπτυξε, σε κανένα σημείο της συνέντευξης, τη διαδικασία μέσω της οποίας κατέληξε στη διαπίστωση ότι έλκεται περισσότερο από άνδρες, με αποτέλεσμα να κριθεί ότι οι σχετικές του δηλώσεις στερούνται βιωματικού βάθους και εσωτερικής συνοχής.
Ο Αιτητής ανέφερε ότι τα ομοφυλόφιλα άτομα στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό δεν είναι αποδεκτά και ότι ο ίδιος ένιωθε ανασφάλεια κατά τη διαμονή του εκεί. Ωστόσο, δεν διευκρίνισε με ποιο τρόπο τρίτα πρόσωπα θα μπορούσαν να γνωρίζουν τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, δεδομένου ότι, κατά δήλωσή του, δεν τον εξέφραζε ανοιχτά. Περαιτέρω, οι σχετικές του δηλώσεις κρίθηκαν ως γενικές και μη συγκεκριμένες, καθότι, ενώ ανέφερε ότι η οικογένειά του γνώριζε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, δεν εξήγησε πώς ο ίδιος κατέληξε στη συνειδητοποίησή του ούτε με ποιον τρόπο τα μέλη της οικογένειάς του το αντιλήφθηκαν. Αντιθέτως, σε μεταγενέστερο στάδιο της συνέντευξης τροποποίησε την αφήγησή του, υποστηρίζοντας ότι τα μέλη της οικογένειάς του απλώς υποψιάζονταν, χωρίς να έχουν βεβαιότητα.
Περαιτέρω, κρίθηκε ότι ο Αιτητής διέθετε μεν βασικές γνώσεις αναφορικά με την κατάσταση που επικρατεί στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό ως προς τα άτομα ΛΟΑΤΚΙ+, πλην όμως οι σχετικές του δηλώσεις δεν χαρακτηρίζονταν από ιδιαίτερη σαφήνεια ή επαρκή εξειδίκευση.
Ως προς το στοιχείο της βλάβης (Harm), ο λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει λεπτομερείς και συνεκτικές απαντήσεις. Ειδικότερα, δήλωσε ότι μόνο η μητέρα του αποδεχόταν και υποστήριζε τις σεξουαλικές του προτιμήσεις, ωστόσο, όπως είχε ήδη διαπιστωθεί από προηγούμενα στάδια της συνέντευξης, η μητέρα του απεβίωσε όταν ο ίδιος ήταν σε ηλικία 11 ετών, ήτοι το 2004, ενώ ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι συνειδητοποίησε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό σε ηλικία 19 ετών. Παρά το ότι η εν λόγω αντίφαση του επισημάνθηκε, δεν παρείχε οποιαδήποτε ικανοποιητική ή συνεκτική εξήγηση. Αντιθέτως, σε άλλο σημείο της συνέντευξης ανέφερε ότι η μητέρα του ήταν εκείνη που αντιλήφθηκε τις σεξουαλικές του προτιμήσεις όταν τον είδε γυμνό με άλλον άνδρα κατά τη διάρκεια της φοίτησής του στο λύκειο.
Περαιτέρω, μολονότι υποστήριξε ότι η οικογένεια και οι φίλοι του είχαν αντιληφθεί τις σεξουαλικές του προτιμήσεις πριν από τον ίδιο, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με ποιον τρόπο κατέληξαν σε αυτό το συμπέρασμα.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, κρίθηκε ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός αποτελεί κατ’ εξοχήν προσωπικό στοιχείο της ταυτότητας ενός ατόμου και, ως εκ τούτου, δεν δύναται ούτε πρέπει να επαληθεύεται μέσω εξωτερικών αποδεικτικών μέσων, όπως ιατρικές ή ψυχολογικές εξετάσεις. Ωστόσο, επισημάνθηκε ότι η εξέταση αξιόπιστων πληροφοριών αναφορικά με τη χώρα καταγωγής και τη μεταχείριση των ατόμων ΛΟΑΤΚΙ+ μπορεί να συμβάλει στην κατανόηση του γενικού πλαισίου και να λειτουργήσει υποστηρικτικά κατά την αξιολόγηση των προσωπικών δηλώσεων του αιτητή.
Κατά την εκτίμηση του κινδύνου, στη βάση του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος έγινε αποδεκτός, ο αρμόδιος λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή καθώς και την κατάσταση ασφαλείας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, έκρινε ότι δεν υφίστανται εύλογοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι, σε περίπτωση επιστροφής του και δη στην Kinshasa, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Ακολούθως, στο πλαίσιο της νομικής ανάλυσης, κρίθηκε ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος φόβος δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε προκύπτει πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19 του ιδίου Νόμου.
Ειδικότερα, ως προς τις προϋποθέσεις του άρθρου 19(2)(α) και (β), κρίθηκε ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, δεν διατρέχει πραγματικό κίνδυνο επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε προκύπτει ότι θα υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία.
Περαιτέρω, ως προς το άρθρο 19(2)(γ), ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης βίας, καθότι δεν προκύπτει ότι η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό βρίσκεται σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης κατά την έννοια της σχετικής νομολογίας.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Έχω εξετάσει με προσοχή τον διοικητικό φάκελο του Αιτητή και, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που περιέχονται σε αυτόν, καθώς και για τους λόγους που εκτίθενται εκτενώς στην εισηγητική έκθεση του αρμόδιου λειτουργού, κρίνω ότι η αξιολόγηση των Καθ’ ων η Αίτηση ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή είναι ορθή και εύλογη.
Ειδικότερα, ο ισχυρισμός του Αιτητή αναφορικά με την ταυτότητά του, τη χώρα καταγωγής του, καθώς και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, παρουσιάζεται συνεπής και δεν προκύπτει να πάσχει από εσωτερικές αντιφάσεις ή ασάφειες. Οι σχετικές δηλώσεις του κρίνονται επαρκώς συγκεκριμένες και ευθυγραμμίζονται με τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ενώ δεν αμφισβητούνται από οποιοδήποτε αντικειμενικό δεδομένο.
Περαιτέρω, δεν εντοπίζονται στοιχεία που να υπονομεύουν την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, καθότι οι δηλώσεις του Αιτητή ως προς τη χώρα καταγωγής του και τον τόπο διαμονής του συνάδουν με τις γενικές πληροφορίες για τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, όπως αυτές προκύπτουν από αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης.
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η αποδοχή του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού από τη Διοίκηση ερείδεται σε επαρκή και νόμιμη αιτιολογία και δεν χρήζει περαιτέρω παρέμβασης. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός γίνεται αποδεκτός και από το παρόν Δικαστήριο.
Πριν προχωρήσω στην εξέταση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, ως αυτός ορθώς διαμορφώνεται από το παρόν Δικαστήριο, κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι, από το σύνολο των δηλώσεων του Αιτητή, προκύπτει ότι η Διοίκηση δεν προέβη στον ενδεδειγμένο διαχωρισμό των πραγματικών βάσεων της αίτησής του.
Ειδικότερα, ενώ ο αρμόδιος λειτουργός ενέταξε το σύνολο των ισχυρισμών του Αιτητή υπό τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό περί σεξουαλικού προσανατολισμού, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου αναδύεται σαφώς και ένας αυτοτελής ισχυρισμός, ο οποίος αφορά τα περιστατικά που σχετίζονται με τη διάδοση βιντεοληπτικού υλικού και την επικαλούμενη στοχοποίηση του Αιτητή από τρίτα πρόσωπα, περιλαμβανομένου και του συζύγου μίας εκ των γυναικών που φέρεται να συμμετείχαν στο επίμαχο περιστατικό.
Οι ισχυρισμοί αυτοί ερείδονται σε διαφορετική πραγματική βάση και δεν ταυτίζονται με τον ισχυρισμό περί σεξουαλικού προσανατολισμού, καθότι αφορούν ενδεχόμενη δίωξη ή βλάβη που απορρέει από προσωπική διαφορά ή πράξεις εκδίκησης και όχι, κατ’ ανάγκην, από λόγους που εμπίπτουν στους προβλεπόμενους στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι η μη αυτοτελής αξιολόγηση του εν λόγω ισχυρισμού από τη Διοίκηση συνιστά πλημμελή έρευνα στη μεθοδολογία εξέτασης της αίτησης, καθότι δεν εξετάστηκε κατά πόσον τα συγκεκριμένα περιστατικά δύνανται, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό, να θεμελιώσουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Πλην όμως, λαμβανομένης υπόψη της εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου να προβαίνει σε πλήρη έλεγχο ουσίας και να επαναξιολογεί τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, το Δικαστήριο προχωρεί στην αυτοτελή εξέταση και αξιολόγηση του εν λόγω ισχυρισμού.
Η πρακτική του Δικαστηρίου να προβαίνει σε αυτοτελή εξέταση ισχυρισμών που παραλείφθηκαν από τη Διοίκηση συνάδει με τη διαπλαστική του ικανότητα[1] και τον ανακριτικό του ρόλο[2]. Όπως προκύπτει από την υπόθεση Aristote Bonsange Mambulu (155/2023), η δικαστική κρίση ουσίας υποκαθιστά τη διοικητική, θεραπεύοντας πλημμέλειες στην έρευνα μέσω της ex nunc αξιολόγησης του συνόλου των στοιχείων του φακέλου[3].
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός πρέπει να εξεταστεί αυτοτελώς ως διακριτός δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός, διαχωριζόμενος από τον ισχυρισμό περί σεξουαλικού προσανατολισμού, ο οποίος συνιστά, κατά την ορθή νομική προσέγγιση, τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, ήτοι των περιστατικών που αφορούν τη διάδοση του βιντεοληπτικού υλικού και την επικαλούμενη στοχοποίηση του Αιτητή.
Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τα περιστατικά που αφορούν τη διάδοση βιντεοληπτικού υλικού και την επικαλούμενη στοχοποίηση του Αιτητή από τρίτα πρόσωπα, το Δικαστήριο, κατόπιν προσεκτικής εξέτασης του διοικητικού φακέλου και ιδίως των δηλώσεων του Αιτητή κατά τη συνέντευξη, κρίνει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν δύναται να γίνει αποδεκτός ως αξιόπιστος.
Ειδικότερα, η αφήγηση του Αιτητή χαρακτηρίζεται από σημαντικές ασάφειες, αντιφάσεις και ελλείψεις ουσιωδών λεπτομερειών ως προς τα κρίσιμα στοιχεία του ισχυρισμού του. Ο Αιτητής αποδίδει τη στοχοποίησή του στη διάδοση ενός βιντεοληπτικού υλικού, το οποίο φέρεται να καταγράφηκε σε ιδιωτικό χώρο και εν συνεχεία να διαδόθηκε ευρέως, ακόμη και μέσω διαδικτυακών πλατφορμών. Ωστόσο, ως προς τον τρόπο διάδοσης του εν λόγω υλικού, οι δηλώσεις του παραμένουν αόριστες και μεταβαλλόμενες, καθώς αποδίδει τη διαρροή είτε σε τρίτο πρόσωπο που επισκεύαζε κινητή συσκευή είτε σε πρόσωπα συνδεδεμένα με κρατικούς αξιωματούχους, χωρίς να είναι σε θέση να παράσχει σαφή και συνεκτική εξήγηση.
Περαιτέρω, ο Αιτητής προβαίνει σε ισχυρισμούς περί εμπλοκής υψηλόβαθμων προσώπων, συγκεκριμένα συζύγου γυναίκας που συμμετείχε στο επίμαχο περιστατικό, ο οποίος φέρεται να είναι στρατιωτικός ή συνδεδεμένος με κυβερνητικούς κύκλους. Εντούτοις, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με σαφήνεια την ταυτότητα του εν λόγω προσώπου, παρέχοντας αποσπασματικές και αντιφατικές πληροφορίες ως προς το όνομα και την ιδιότητά του, ενώ παραδέχθηκε ότι η σχετική πληροφόρηση προήλθε από τρίτο πρόσωπο (Jack) και όχι από προσωπική γνώση.
Επιπλέον, η εξέλιξη των γεγονότων, όπως περιγράφεται από τον Αιτητή, στερείται εσωτερικής συνοχής. Από τη μία, ισχυρίζεται ότι συνελήφθη κατόπιν πρόσκλησης να παρουσιαστεί στην αστυνομία, ενώ σε άλλα σημεία της συνέντευξης χαρακτηρίζει το ίδιο περιστατικό ως απαγωγή, αδυνατώντας να προσδιορίσει με σαφήνεια τη φύση της επέμβασης των αρχών. Ομοίως, προκύπτουν αντιφάσεις ως προς τον χρόνο των γεγονότων, τον αριθμό των συλλήψεων και τις συνθήκες κράτησης και διαφυγής του.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στο γεγονός ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει βασικά στοιχεία που θα αναμένονταν από πρόσωπο που βίωσε τα εν λόγω περιστατικά, όπως ακριβείς χρονικές αναφορές, συγκεκριμένες τοποθεσίες, ή συνεκτική περιγραφή της αλληλουχίας των γεγονότων. Η γενικότητα και η ασάφεια των απαντήσεών του, σε συνδυασμό με την επαναλαμβανόμενη επίκληση άγνοιας ή αδυναμίας ανάκλησης κρίσιμων λεπτομερειών, πλήττουν την αξιοπιστία του ισχυρισμού.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο ισχυρισμός περί εμπλοκής κρατικών ή παρακρατικών φορέων στη διάδοση του βίντεο και στη μετέπειτα στοχοποίηση του Αιτητή δεν υποστηρίζεται από συγκεκριμένα και επαληθεύσιμα στοιχεία, αλλά ερείδεται κυρίως σε εικασίες και πληροφορίες τρίτων, γεγονός που μειώνει περαιτέρω την αποδεικτική του αξία.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η αφήγηση του Αιτητή παρουσιάζει ουσιώδεις αντιφάσεις και εσωτερικές ασυνέπειες, οι οποίες δεν περιορίζονται σε επιμέρους δευτερεύοντα στοιχεία, αλλά εκτείνονται στον ίδιο τον πυρήνα του προβαλλόμενου ισχυρισμού.
Κατ’ αρχάς, ως προς το κίνητρο της επικαλούμενης δίωξης, ο Αιτητής δεν προβάλλει μία ενιαία και συνεκτική εκδοχή, αλλά μεταβάλλει ουσιωδώς τη βάση του ισχυρισμού του. Συγκεκριμένα, σε ορισμένα σημεία αποδίδει τη στοχοποίησή του στη διάδοση του επίμαχου βιντεοληπτικού υλικού, σε άλλα στον σεξουαλικό του προσανατολισμό, ενώ αλλού την αποδίδει σε προσωπική εκδίκηση εκ μέρους συζύγου γυναίκας που φέρεται να συμμετείχε στο περιστατικό. Οι εκδοχές αυτές δεν συνιστούν διαφορετικές πτυχές ενός ενιαίου αφηγήματος, αλλά διακριτές και μη συμβατές μεταξύ τους βάσεις δίωξης, ήτοι ποινικής/ηθικής φύσεως, προσωπικής αντιπαράθεσης και λόγου που ενδέχεται να εμπίπτει σε προστατευόμενο λόγο του περί Προσφύγων Νόμου. Η ασυμβατότητα αυτή πλήττει καίρια τη συνοχή και την αξιοπιστία του ισχυρισμού.
Επιπλέον, σοβαρή ασάφεια παρατηρείται ως προς τον ρόλο και τη φύση της εμπλοκής των αρχών. Ο Αιτητής αναφέρει ότι αρχικώς προσήλθε αυτοβούλως στην αστυνομία, σε άλλα σημεία ότι έλαβε ειδοποίηση να παρουσιαστεί, ενώ περαιτέρω υποστηρίζει ότι η παρουσίασή του αποτέλεσε παγίδα, για να καταλήξει σε περιγραφή απαγωγής από στρατιωτικά πρόσωπα, ενώ αλλού κάνει λόγο για κανονική σύλληψη. Οι εκδοχές αυτές είναι αμοιβαία ασυμβίβαστες και δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να διαγνώσει εάν πρόκειται για νόμιμη κρατική ενέργεια, παρακρατική δράση ή ιδιωτική πράξη εκδίκησης με ανοχή των αρχών.
Συναφώς, η περιγραφή της κλιμάκωσης των γεγονότων εμφανίζει έντονα στοιχεία έλλειψης λογικής συνοχής και εξωτερικής πιθανολόγησης. Ειδικότερα, από ένα ιδιωτικό περιστατικό, η αφήγηση οδηγείται σε εμπλοκή στρατιωτικών, αστυνομικών και κρατικών υπηρεσιών, περιλαμβανομένων χώρων κράτησης της ANR, χωρίς να παρέχονται σαφή, συγκεκριμένα και αξιόπιστα στοιχεία ως προς την ταυτότητα των φερόμενων εμπλεκομένων ή τον τρόπο με τον οποίο τα πρόσωπα αυτά έλαβαν γνώση και κινητοποιήθηκαν. Η δε επίκληση τέτοιων ισχυρισμών στηρίζεται κατά βάση σε πληροφορίες τρίτων προσώπων και όχι σε άμεση γνώση του Αιτητή.
Περαιτέρω, ασυνέπειες εντοπίζονται και ως προς την ίδια τη διάδοση του βιντεοληπτικού υλικού. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι το εν λόγω υλικό έτυχε ευρείας κυκλοφορίας μέσω διαδικτύου και εφαρμογών επικοινωνίας, ενώ ταυτόχρονα αναφέρει ότι κατέστη δυνατή η διαγραφή του, χωρίς ωστόσο να αίρεται ο επικαλούμενος κίνδυνος, αφού, κατά τα λεγόμενά του, συνεχίζονται απειλές και εκβιασμοί. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνθέτουν μια λογικά συνεκτική εικόνα ως προς τη φύση και την έκταση του κινδύνου.
Ιδιαίτερα προβληματική κρίνεται και η περιγραφή του ρόλου του προσώπου που κατονομάζεται ως «Jack», το οποίο παρουσιάζεται να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο σε όλα τα στάδια της αφήγησης, από την επικοινωνία με διεθνείς οργανισμούς και την εξασφάλιση αποφυλάκισης έως τη χρηματοδότηση και τη διαφυγή του Αιτητή. Εντούτοις, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει βασικά στοιχεία σχετικά με τη δράση και την ιδιότητα του εν λόγω προσώπου, γεγονός που δημιουργεί την εντύπωση υπερβολικής και μη ρεαλιστικά τεκμηριωμένης εμπλοκής.
Επιπροσθέτως, διαπιστώνονται αντιφάσεις ως προς τον αριθμό και τη φύση των συλλήψεων, καθώς ο Αιτητής αναφέρει ότι συνελήφθη τρεις φορές, ενώ ταυτόχρονα χαρακτηρίζει ένα από τα περιστατικά ως απαγωγή, χωρίς να μπορεί να αποσαφηνίσει τη διάκριση μεταξύ των δύο εννοιών. Αντίστοιχα, παρουσιάζει ασάφεια ως προς τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων, αδυνατώντας να προσδιορίσει βασικά χρονικά σημεία, ενώ την ίδια στιγμή παραθέτει επιλεκτικά συγκεκριμένες λεπτομέρειες.
Τέλος, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η συνολική εξέλιξη των γεγονότων, όπως περιγράφεται από τον Αιτητή, δεν συνάδει με την ύπαρξη άμεσης και στοχευμένης πρόθεσης εξόντωσής του, καθότι, παρά τη σοβαρότητα των ισχυρισμών του, φέρεται να μεταφέρεται μεταξύ χώρων κράτησης και τελικώς να διαφεύγει με σχετική ευχέρεια. Η ασυμβατότητα αυτή μεταξύ της έντασης του επικαλούμενου κινδύνου και της πραγματικής εξέλιξης των γεγονότων αποδυναμώνει περαιτέρω την αξιοπιστία του ισχυρισμού.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι διαπιστωθείσες αντιφάσεις δεν είναι μεμονωμένες, αλλά συνιστούν ένα συνεκτικό πρότυπο έλλειψης αξιοπιστίας, το οποίο καθιστά τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό μη αποδεκτό. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν πληροί τα κριτήρια της εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας και, ως εκ τούτου, απορρίπτεται.
Οι ανωτέρω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ως προς τις ουσιώδεις αντιφάσεις, ασάφειες και ελλείψεις της αφήγησης του Αιτητή επιβεβαιώνονται και υπό το πρίσμα των αρχών που διέπουν την αξιολόγηση της αξιοπιστίας στο δίκαιο διεθνούς προστασίας.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το εγχειρίδιο του EASO «Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System», αναφέρεται στην σελίδα 87, παράγραφος 4.5.3 ότι η εκτίμηση της αξιοπιστίας προϋποθέτει αντικειμενική και ισορροπημένη στάθμιση του κατά πόσον η αφήγηση του αιτητή ανταποκρίνεται σε εκείνο που θα ήταν ευλόγως αναμενόμενο από ένα πρόσωπο ευρισκόμενο στις συγκεκριμένες περιστάσεις και το οποίο περιγράφει μία πραγματική προσωπική εμπειρία. Στο ίδιο πλαίσιο επισημαίνεται ότι είναι εύλογο να αναμένεται από έναν αιτητή να παρουσιάζει τον ισχυρισμό του με επαρκή συγκεκριμενοποίηση και λεπτομέρεια, ιδίως ως προς τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν, ενώ η έλλειψη τέτοιων στοιχείων δύναται να συνιστά ένδειξη έλλειψης σχετικών στοιχείων κατά την έννοια του άρθρου 4(5)(β) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την ίδια πηγή, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας διενεργείται στη βάση σωρευτικών δεικτών, όπως η εσωτερική συνοχή των δηλώσεων, η επάρκεια των παρεχόμενων λεπτομερειών και η εν γένει ευλογοφάνεια της αφήγησης, οι οποίοι εξετάζονται συνολικά και όχι αποσπασματικά. Η εν λόγω αξιολόγηση οφείλει να είναι αντικειμενική και αμερόληπτη, αποφεύγοντας τόσο την απλουστευμένη απόρριψη όσο και την άκριτη αποδοχή των ισχυρισμών.
Συναφώς, στις προτάσεις της Γενικής Εισαγγελέως Eleanor Sharpston στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις A, B και C (C-148/13, C-149/13 και C-150/13), υπογραμμίζεται ότι η διαδικασία αξιολόγησης των ισχυρισμών του αιτητή συνιστά διαδικασία συνεργασίας, στο πλαίσιο της οποίας ο αιτητής οφείλει να εκθέσει με συνοχή και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται, ενώ, σε περίπτωση που προκύπτουν σοβαρές ασυμφωνίες ή λόγοι αμφισβήτησης της αξιοπιστίας του, φέρει την υποχρέωση να παρέχει ικανοποιητικές εξηγήσεις προς άρση αυτών. Η δε αρχή ότι τυχόν αμφιβολίες δύνανται να λειτουργούν υπέρ του αιτητή δεν δύναται να τύχει εφαρμογής όταν η αφήγησή του παρουσιάζει ουσιώδη κενά, αντιφάσεις και έλλειψη συνοχής.
Εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω αρχών, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι διαπιστωθείσες αντιφάσεις ως προς το κίνητρο της δίωξης, η ασάφεια ως προς τη φύση της εμπλοκής των αρχών, η έλλειψη συγκεκριμένων και αξιόπιστων στοιχείων ως προς τα φερόμενα εμπλεκόμενα πρόσωπα, καθώς και η γενικότερη αποσπασματικότητα και ελλιπής συγκεκριμενοποίηση της αφήγησης, συνιστούν σαφείς ενδείξεις έλλειψης εσωτερικής συνοχής και επάρκειας λεπτομέρειας.
Ως εκ τούτου, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή δεν πληροί τα κριτήρια της εσωτερικής αξιοπιστίας, όπως αυτά αναγνωρίζονται στη διεθνή και ενωσιακή πρακτική.
Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, το βάρος απόδειξης του αιτήματος διεθνούς προστασίας φέρει πρωτίστως ο ίδιος ο Αιτητής, ο οποίος υπέχει την υποχρέωση να υποστηρίξει και να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του. Ειδικότερα, ο αιτητής οφείλει να εκθέτει με εύλογη σαφήνεια, επάρκεια και συνέπεια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τον πυρήνα του αιτήματός του, να προσδίδει στο αφήγημά του βιωματικό χαρακτήρα και αληθοφάνεια μέσω συγκεκριμένων αναφορών σε εμπειρίες, συναισθήματα και επιμέρους περιστατικά, καθώς και να διασφαλίζει την εσωτερική συνοχή των δηλώσεών του, χωρίς ουσιώδεις αντιφάσεις ή ανακρίβειες.
Αντιθέτως, η αοριστία, η γενικότητα και η έλλειψη ουσιωδών λεπτομερειών, ιδίως ως προς τα καίρια στοιχεία του ισχυρισμού, πλήττουν τον πυρήνα της αξιοπιστίας και δύνανται να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι ο αιτητής απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει. Η προσέγγιση αυτή έχει επιβεβαιωθεί και νομολογιακά, μεταξύ άλλων στην υπόθεση CHUKWUJI FESTUS UZU v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου (Έφεση Αρ. 36/2022, ημερ. 30/09/2024), όπου επισημαίνεται ότι η απουσία επαρκούς συγκεκριμενοποίησης και συνοχής στις δηλώσεις του αιτητή δύναται να δικαιολογήσει την απόρριψη της αξιοπιστίας του.
Εν προκειμένω, υπό το φως των ανωτέρω αρχών, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αοριστία, οι αντιφάσεις και η έλλειψη βιωματικής και συνεκτικής ανάπτυξης των ισχυρισμών του Αιτητή, όπως έχουν ήδη αναλυθεί, καταδεικνύουν ότι ο ίδιος δεν κατόρθωσε να ανταποκριθεί στο απαιτούμενο επίπεδο τεκμηρίωσης του αιτήματός του, με αποτέλεσμα να μην αποσείσει το βάρος απόδειξης που υπέχει.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, το Δικαστήριο επισημαίνει καταρχάς ότι ο εν λόγω ισχυρισμός αφορά γεγονότα κατ’ εξοχήν προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία ανάγονται σε ιδιωτικές περιστάσεις και σε αλληλεπιδράσεις μεταξύ συγκεκριμένων προσώπων. Ως εκ τούτου, η δυνατότητα επαλήθευσης των ισχυρισμών αυτών μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής (COI) είναι εκ των πραγμάτων περιορισμένη, καθότι τέτοιες πηγές δεν δύνανται να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν περιστατικά αυτής της φύσεως.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι, σύμφωνα με την πρόσφατη νομολογία του Διοικητικού Εφετείου στην υπόθεση Ferdinand Ebele Ewelukwa (Έφεση Αρ. 18/2023), όταν διαπιστώνεται παντελής έλλειψη εσωτερικής συνοχής στον πυρήνα των ισχυρισμών του αιτητή, η ανάγκη εξέτασης της εξωτερικής αξιοπιστίας περιορίζεται ουσιωδώς ή και εκλείπει. Όπως χαρακτηριστικά επισημάνθηκε στην εν λόγω απόφαση, όταν η αξιολόγηση των ισχυρισμών δεν δύναται να στηριχθεί στην ίδια τη συνοχή και αξιοπιστία της αφήγησης του αιτητή, δεν προκύπτει ανάγκη περαιτέρω διερεύνησης μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης.
Η προσέγγιση αυτή συνάδει και με τα όσα αναφέρονται στο εγχειρίδιο του EASO «Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System», όπου επισημαίνεται ότι η αναζήτηση πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής δεν είναι αναγκαία σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η απόρριψη του ισχυρισμού στηρίζεται σε προφανή έλλειψη εσωτερικής συνοχής ή σε μη ικανοποιητικά εξηγούμενες αντιφάσεις επί των ουσιωδών στοιχείων του («This would not be the case […] in respect of a negative credibility finding based on a blatant lack of internal consistency or on unsatisfactorily explained discrepancies and variations on the essential elements of a claim»).
Εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη των σοβαρών και πολλαπλών αντιφάσεων που έχουν ήδη διαπιστωθεί ως προς τον πυρήνα του ισχυρισμού, καθώς και της αδυναμίας του Αιτητή να παράσχει συνεκτική και επαρκώς τεκμηριωμένη αφήγηση, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν καθίσταται αναγκαία η περαιτέρω εξέταση της εξωτερικής αξιοπιστίας μέσω αναφοράς σε πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής.
Ως εκ τούτου, η έλλειψη εσωτερικής συνοχής του ισχυρισμού επαρκεί αφ’ εαυτής για την απόρριψή του, χωρίς να απαιτείται συμπληρωματική επιβεβαίωση ή αντίκρουση μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης.
Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι αυτοπροσδιορίζεται ως ομοφυλόφιλος και ότι αντιμετωπίζει ή ενδέχεται να αντιμετωπίσει δίωξη λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού, το Δικαστήριο, κατόπιν ενδελεχούς εξέτασης του διοικητικού φακέλου και ιδίως των δηλώσεών του κατά την προσωπική συνέντευξη, καταλήγει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν καθίσταται αξιόπιστος. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο συμφωνεί με τα σχετικά συμπεράσματα και την αιτιολογία που παρατίθενται στην εισηγητική έκθεση του αρμόδιου λειτουργού.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, παρότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός συνιστά εγγενώς προσωπικό στοιχείο της ταυτότητας του ατόμου και δεν δύναται να αποδειχθεί με αντικειμενικά ή εξωτερικά μέσα, εντούτοις οι σχετικοί ισχυρισμοί υπόκεινται σε αξιολόγηση αξιοπιστίας, ιδίως ως προς την εσωτερική συνοχή, τη σαφήνεια, την επάρκεια λεπτομέρειας και τη βιωματική τους θεμελίωση.
Εν προκειμένω, από το σύνολο των δηλώσεων του Αιτητή προκύπτει ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει ένα συνεκτικό, σαφές και βιωματικά προσδιορισμένο αφήγημα ως προς τη διαδικασία συνειδητοποίησης και διαμόρφωσης του σεξουαλικού του προσανατολισμού. Αντιθέτως, οι δηλώσεις του χαρακτηρίζονται από ασάφεια, αντιφάσεις και έλλειψη ουσιωδών λεπτομερειών.
Καταρχάς, ως προς τον αυτοπροσδιορισμό του, ο Αιτητής εμφανίζεται να ταλαντεύεται μεταξύ διαφορετικών εννοιών, δηλώνοντας ότι βρίσκεται «μεταξύ ομοφυλόφιλου και αμφιφυλόφιλου», ενώ ταυτόχρονα αναφέρει ότι δεν γνωρίζει το περιεχόμενο του όρου «αμφιφυλόφιλος», γεγονός που δημιουργεί σύγχυση ως προς την ίδια τη βάση του ισχυρισμού του.
Περαιτέρω, ως προς τη διαδικασία αυτογνωσίας, ο Αιτητής δεν αποδίδει τη συνειδητοποίηση του σε προσωπική εσωτερική διεργασία, αλλά την αποδίδει σε παρατηρήσεις τρίτων, και συγκεκριμένα της οικογένειας και του κοινωνικού του περιβάλλοντος, οι οποίοι, κατά τους ισχυρισμούς του, «παρατήρησαν ότι ήταν ήρεμος» και υπέθεσαν ότι είναι ομοφυλόφιλος. Η εξήγηση αυτή δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένα περιστατικά ή βιωματικά στοιχεία που να καταδεικνύουν την προσωπική του εμπειρία, αλλά παραμένει γενική και αόριστη.
ιδιαίτερης σημασίας είναι και η αντίφαση που προκύπτει ως προς τον χρόνο και τις συνθήκες υπό τις οποίες φέρεται να έγινε αντιληπτός ο σεξουαλικός του προσανατολισμός από τη μητέρα του. Συγκεκριμένα, κατά τη συνέντευξη (ερ. 41 δ.φ.), ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι η μητέρα του τον είδε στο δωμάτιό του με άλλον άνδρα γυμνό, τοποθετώντας το περιστατικό κατά την περίοδο που φοιτούσε στο λύκειο («when I started high school»). Ωστόσο, από τα ίδια τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι η μητέρα του είχε αποβιώσει ήδη από το 2004, όταν ο ίδιος ήταν 11 ετών, δηλαδή σε χρονικό σημείο προγενέστερο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσής του. Όταν δε του επισημάνθηκε η αντίφαση αυτή, ο Αιτητής περιορίστηκε να δηλώσει ότι «απάντησε χωρίς να σκεφτεί», χωρίς να παρέχει οποιαδήποτε εύλογη ή συνεκτική εξήγηση.
Επιπλέον, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει συγκεκριμένες και πειστικές λεπτομέρειες σχετικά με τις πρώτες του ομόφυλες σχέσεις. Ενδεικτικά, δήλωσε ότι η πρώτη του σχέση έλαβε χώρα σε ηλικία 19 ετών, πλην όμως δεν μπορούσε να ανακαλέσει βασικά στοιχεία, όπως το όνομα του συντρόφου του ή τη διάρκεια της σχέσης, ενώ η περιγραφή του τρόπου έναρξης και εξέλιξής της παρέμεινε επιφανειακή και χωρίς ιδιαίτερο βάθος.
Ομοίως, όταν κλήθηκε να περιγράψει τα συναισθήματα και τις σκέψεις του κατά τη φάση συνειδητοποίησης του σεξουαλικού του προσανατολισμού, οι απαντήσεις του περιορίστηκαν σε γενικές και στερεοτυπικές αναφορές, χωρίς να αποτυπώνεται μια προσωπική, βιωματική εμπειρία. Σε συναφές πλαίσιο, ο ίδιος δήλωσε ότι η ζωή του «δεν άλλαξε» μετά τη συνειδητοποίηση αυτή, χωρίς να είναι σε θέση να εξηγήσει πώς βίωνε την ταυτότητά του σε ένα περιβάλλον που, κατά τους ισχυρισμούς του, ήταν εχθρικό προς τα ομοφυλόφιλα άτομα.
Περαιτέρω, ως προς την κοινωνική διάσταση, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν εξέφραζε ανοιχτά τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, ενώ ταυτόχρονα υποστήριξε ότι το περιβάλλον του τον είχε αντιληφθεί ως ομοφυλόφιλο, χωρίς όμως να είναι σε θέση να εξηγήσει με ποιον τρόπο κατέστη αυτό αντιληπτό. Οι σχετικές δηλώσεις του παραμένουν ασαφείς και αντιφατικές.
Σημειώνεται επίσης ότι, παρά τις επανειλημμένες ερωτήσεις του αρμόδιου λειτουργού, ο Αιτητής δεν ανέπτυξε με επάρκεια τις πτυχές που σχετίζονται με το βίωμα της «διαφορετικότητας», της «ντροπής» ή του «στίγματος», όπως αυτές συνήθως αναδύονται σε περιπτώσεις αιτητών που επικαλούνται δίωξη λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού, αλλά περιορίστηκε σε γενικές και αόριστες αναφορές περί μη αποδοχής από την κοινωνία.
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι δηλώσεις του Αιτητή ως προς τον σεξουαλικό του προσανατολισμό στερούνται της απαιτούμενης εσωτερικής συνοχής, σαφήνειας και βιωματικής θεμελίωσης, ενώ οι διαπιστωθείσες αντιφάσεις και ελλείψεις σε ουσιώδη σημεία του ισχυρισμού δεν έχουν τύχει ικανοποιητικής εξήγησης.
Κατά συνέπεια, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν καθίσταται αξιόπιστος και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Πέραν των ανωτέρω, από την ίδια τη συνέντευξη ανακύπτει πλειάδα πρόσθετων αντιφάσεων και ασυνεπειών ως προς τον αυτοπροσδιορισμό, τη διαδικασία συνειδητοποίησης, τη βιωματική διάσταση και τη συνοχή των σχετικών δηλώσεων του Αιτητή, οι οποίες, εξεταζόμενες σωρευτικά, πλήττουν καίρια την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού.
Ειδικότερα, ως προς τον ίδιο τον αυτοπροσδιορισμό του, ο Αιτητής εμφανίζεται να ταλαντεύεται μεταξύ διαφορετικών εννοιών, δηλώνοντας ότι βρίσκεται «μεταξύ ομοφυλόφιλου και αμφιφυλόφιλου», ενώ ταυτόχρονα αναφέρει ότι δεν γνωρίζει το περιεχόμενο του όρου «αμφιφυλόφιλος» και ότι αυτή είναι η πρώτη φορά που τον ακούει. Η αδυναμία αυτή κατανόησης βασικών εννοιών που σχετίζονται άμεσα με τον ίδιο τον ισχυρισμό του δημιουργεί ασάφεια ως προς τη βάση του αυτοπροσδιορισμού του.
Περαιτέρω, ως προς τη διαδικασία συνειδητοποίησης του σεξουαλικού του προσανατολισμού, οι δηλώσεις του Αιτητή παρουσιάζουν εσωτερική ασυνέπεια. Από τη μια πλευρά, αποδίδει τη συνειδητοποίηση αυτή σε παρατηρήσεις τρίτων, και συγκεκριμένα της οικογένειας και του κοινωνικού του περιβάλλοντος, οι οποίοι, κατά τους ισχυρισμούς του, του υπέδειξαν ότι «ίσως είναι γκέι». Από την άλλη πλευρά, προβαίνει σε αναφορές προσωπικής έλξης και προτίμησης προς άνδρες, χωρίς όμως να συνδέει τις δύο αυτές εκδοχές σε ένα συνεκτικό και εξελικτικό αφήγημα προσωπικής αυτογνωσίας. Η ταυτόχρονη επίκληση εξωτερικής υπόδειξης και εσωτερικής επίγνωσης, χωρίς σαφή χρονική και βιωματική αλληλουχία, υπονομεύει τη συνοχή του ισχυρισμού.
Επιπλέον, ως προς τη στάση ζωής και τις επιπτώσεις της εν λόγω συνειδητοποίησης, ο Αιτητής δηλώνει ότι η ζωή του «δεν άλλαξε» μετά τη διαπίστωση της έλξης του προς άνδρες, την ίδια στιγμή που περιγράφει ένα κοινωνικό περιβάλλον έντονα εχθρικό προς τα ομοφυλόφιλα άτομα, στο οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, υπάρχει κίνδυνος κακομεταχείρισης. Η αντίφαση αυτή μεταξύ της υποτιθέμενης σοβαρότητας των συνεπειών και της έλλειψης οποιασδήποτε προσωπικής επίδρασης στην καθημερινότητά του δεν συνάδει με μια βιωματικά θεμελιωμένη εμπειρία.
Περαιτέρω ασυνέπεια προκύπτει και ως προς το ζήτημα της ορατότητας του σεξουαλικού του προσανατολισμού. Ενώ ο Αιτητής δηλώνει ότι δεν εξέφραζε ανοιχτά τις σεξουαλικές του προτιμήσεις, ταυτόχρονα υποστηρίζει ότι το οικογενειακό και κοινωνικό του περιβάλλον είχε αντιληφθεί τον προσανατολισμό του, χωρίς όμως να παρέχει συγκεκριμένη και πειστική εξήγηση ως προς τον τρόπο με τον οποίο κατέστη αυτό αντιληπτό. Η εν λόγω ασάφεια εντείνει την αμφιβολία ως προς την αξιοπιστία των σχετικών ισχυρισμών.
Ως προς τις ετεροφυλόφιλες σχέσεις που επικαλείται, ο Αιτητής εμφανίζει επίσης αντιφατική εικόνα, καθώς αφενός δηλώνει ότι είχε σεξουαλικές επαφές τόσο με άνδρες όσο και με γυναίκες, αφετέρου ότι οι σχέσεις του με γυναίκες είχαν αποκλειστικά προσχηματικό χαρακτήρα, προκειμένου να αποκρύπτει τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, ενώ ταυτόχρονα αναφέρει ότι αισθανόταν δυσφορία κατά τη συνεύρεση μαζί τους. Οι δηλώσεις αυτές δεν συνθέτουν ένα σαφές και συνεκτικό προφίλ ως προς τη φύση των σχέσεών του και την πραγματική του έλξη.
Εξίσου προβληματική κρίνεται και η αδυναμία του Αιτητή να παράσχει βασικές πληροφορίες σχετικά με την πρώτη του ομόφυλη σχέση, την οποία τοποθετεί χρονικά σε κομβικό σημείο της ζωής του, καθώς δεν είναι σε θέση να ανακαλέσει ούτε το όνομα του συντρόφου του ούτε ουσιώδεις λεπτομέρειες της σχέσης, την ίδια στιγμή που παρέχει συγκεκριμένα στοιχεία για μεταγενέστερες σχέσεις. Η επιλεκτική αυτή μνήμη πλήττει τη βιωματική αξιοπιστία του ισχυρισμού του.
Τέλος, επισημαίνεται ότι οι δηλώσεις του Αιτητή ως προς τα συναισθήματα και τις σκέψεις που συνόδευσαν τη φερόμενη συνειδητοποίηση του σεξουαλικού του προσανατολισμού παραμένουν γενικές, αόριστες και στερούμενες προσωπικού βάθους, χωρίς να αποτυπώνεται μια εσωτερική διεργασία ή ψυχολογική εξέλιξη, στοιχεία τα οποία εύλογα θα αναμένονταν σε ένα τέτοιο ζήτημα ιδιαίτερα προσωπικής φύσεως.
Υπό το φως των ανωτέρω, και λαμβάνοντας υπόψη τη σωρευτική αποτίμηση των διαπιστωθεισών αντιφάσεων και ελλείψεων, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή περί σεξουαλικού προσανατολισμού δεν πληροί τα απαιτούμενα κριτήρια εσωτερικής συνοχής, επάρκειας λεπτομέρειας και ευλογοφάνειας, και ως εκ τούτου δεν καθίσταται αξιόπιστος.
Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις υποθέσεις X, Y, Z (C-199/12, C-200/12 και C-201/12) και A, B, C (C-148/13, C-149/13 και C-150/13), καθώς και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (I.K. κατά Ελβετίας, αριθ. 21417/17), η αξιολόγηση ισχυρισμών που ερείδονται στον σεξουαλικό προσανατολισμό πρέπει να διενεργείται με ιδιαίτερη προσοχή, χωρίς προσφυγή σε στερεότυπα και με σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια του αιτητή. Οι διεθνείς αυτές αποφάσεις καθιστούν σαφές ότι η έλλειψη λεπτομερούς ή βιωματικής αφήγησης δεν μπορεί να οδηγεί αυτομάτως σε αρνητικό συμπέρασμα, καθόσον η ντροπή, το στίγμα ή ο φόβος αποκάλυψης δύνανται να επηρεάζουν την πληρότητα της κατάθεσης.
Πλην όμως, οι ως άνω αρχές δεν αναιρούν την υποχρέωση του αιτητή να εκθέσει, κατά το δυνατόν, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του κατά τρόπο συνεκτικό, συγκεκριμένο και επαρκώς εξατομικευμένο, ώστε να καθίσταται δυνατή η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του. Όπως προκύπτει και από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αξιολόγηση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας στηρίζεται σε εξατομικευμένη εξέταση όλων των σχετικών στοιχείων και περιστάσεων, συμπεριλαμβανομένης της αξιοπιστίας των δηλώσεων του αιτητή, υπό το πρίσμα της συνολικής του αφήγησης.(βλ. M.M. (C-277/11) σκ 88)
Ειδικότερα, η απαγόρευση προσφυγής σε στερεοτυπικές αντιλήψεις δεν συνεπάγεται ότι η Διοίκηση ή το Δικαστήριο στερούνται της δυνατότητας να αξιολογούν την εσωτερική συνοχή, τη λεπτομέρεια και τη βιωματική βάση των δηλώσεων του αιτητή. Αντιθέτως, τα στοιχεία αυτά αποτελούν κρίσιμες παραμέτρους για την εκτίμηση της αξιοπιστίας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν τίθενται ως άκαμπτα ή προκαθορισμένα πρότυπα συμπεριφοράς.(βλ. A, B και C (C-148/13 έως C-150/13) και F (C-473/16).
Περαιτέρω, το γεγονός ότι αισθήματα ντροπής, φόβου ή κοινωνικού στίγματος δύνανται να επηρεάσουν τον τρόπο έκφρασης ενός αιτητή δεν απαλλάσσει τον ίδιο από την υποχρέωση να παράσχει, στο μέτρο του δυνατού, μια αφήγηση που να περιέχει βασικά στοιχεία προσωπικής εμπειρίας και χρονικής συνέχειας. Η έλλειψη τέτοιων στοιχείων δύναται, κατόπιν συνολικής αξιολόγησης, να ληφθεί υπόψη για σκοπούς εκτίμησης της αξιοπιστίας, χωρίς τούτο να συνιστά αφ’ εαυτού προσφυγή σε στερεότυπα.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο, έχοντας πλήρη επίγνωση των πιο πάνω αρχών, δεν στηρίζει την κρίση του σε προκαθορισμένες αντιλήψεις περί της «αναμενόμενης» συμπεριφοράς ενός ομοφυλόφιλου ατόμου, αλλά στη συνολική αξιολόγηση των δηλώσεων του Αιτητή, όπως αυτές προκύπτουν από το περιεχόμενο της συνέντευξης και του διοικητικού φακέλου. Η κρίση περί έλλειψης αξιοπιστίας ερείδεται στη διαπιστωθείσα γενικότητα, την απουσία συγκεκριμένων και βιωματικών στοιχείων και τις εσωτερικές αδυναμίες της αφήγησης, όπως αναλύθηκαν ανωτέρω.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι η απόρριψη του σχετικού ισχυρισμού δεν αντίκειται στις αρχές που απορρέουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά ευρίσκεται εντός των ορίων της επιτρεπτής αξιολόγησης της αξιοπιστίας στο πλαίσιο εξέτασης αιτήσεων διεθνούς προστασίας.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Διοίκηση ενήργησε ορθώς εφαρμόζοντας το μοντέλο DSSH (Difference, Stigma, Shame, Harm) κατά την αξιολόγηση του επίδικου ισχυρισμού. Το μοντέλο αυτό έχει τύχει ευρείας αποδοχής στη διεθνή πρακτική, έχει υποστηριχθεί από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και εφαρμόζεται σε σειρά κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως κατάλληλη μεθοδολογία εξέτασης αιτημάτων διεθνούς προστασίας που στηρίζονται στον σεξουαλικό προσανατολισμό. Εξάλλου, η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (A, B, C – C-148/13, C-149/13, C-150/13) έχει καταστήσει σαφές ότι η αξιολόγηση αξιοπιστίας σε τέτοιες υποθέσεις δεν μπορεί να βασίζεται σε στερεοτυπικές ερωτήσεις ή εξευτελιστικές πρακτικές, αλλά πρέπει να διενεργείται με σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και μέσω μεθοδολογιών που εστιάζουν στην εσωτερική συνοχή της αφήγησης. Παράλληλα, το Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου στις υποθέσεις HJ (Iran) και HT (Cameroon) [2010] UKSC 31 υπογράμμισε ότι δεν μπορεί να απαιτηθεί από αιτητή διεθνούς προστασίας να αποκρύπτει ή να αποσιωπά τον σεξουαλικό του προσανατολισμό προς αποφυγή δίωξης. Συναφώς, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η αξιολόγηση σε SOGI (σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου) υποθέσεις πρέπει να είναι εξατομικευμένη και ευαίσθητη, και ότι τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να προβαίνουν σε ουσιαστική εκτίμηση των ισχυρισμών λαμβάνοντας υπόψη το νομικό και κοινωνικό πλαίσιο στη χώρα καταγωγής (βλ. I.K. v. Switzerland (dec.), no. 21417/17, 19.12.2017· A.N. v. France (dec.), no. 12956/15, 19.04.2016).
Υπό το φως αυτών των κατευθυντηρίων, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η Διοίκηση, εφαρμόζοντας το μοντέλο DSSH, εστίασε σε κρίσιμες παραμέτρους – την αυτοαντίληψη του Αιτητή, το βίωμα της διαφορετικότητας, την εμπειρία κοινωνικού στίγματος και τις επικαλούμενες μορφές βλάβης – και ορθά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αφήγησή του ήταν αντιφατική, ασαφής και μη πειστική. Ως εκ τούτου, η χρήση του μοντέλου DSSH κρίνεται όχι μόνο δικαιολογημένη αλλά και πρόσφορη, και τα πορίσματα στα οποία κατέληξε η Διοίκηση, περί αναξιοπιστίας του ισχυρισμού, υιοθετούνται και από το Δικαστήριο.
Παρά ταύτα, το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι στη θεωρία και σε τμήμα της διεθνούς πρακτικής έχουν διατυπωθεί επιφυλάξεις ως προς τον τρόπο χρήσης του μοντέλου DSSH, καθώς υπάρχει ο κίνδυνος να λειτουργήσει με κανονιστικό τρόπο, να αναπαράγει στερεότυπα ή να αγνοήσει τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες κάθε αιτητή[4]. Ωστόσο, στην προκείμενη υπόθεση, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η Διοίκηση εφάρμοσε το εν λόγω μοντέλο με τρόπο συμβατό προς τις αρχές που έθεσε η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (υποθέσεις A, B, C) και του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου (HJ (Iran), HT (Cameroon)), δηλαδή χωρίς να βασιστεί σε στερεοτυπικές παραδοχές ή σε εξευτελιστικές πρακτικές, αλλά με γνώμονα την εσωτερική συνοχή και πειστικότητα της αφήγησης. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο υιοθετεί την αξιολόγηση της Διοίκησης και αποδέχεται ότι, εν προκειμένω, η εφαρμογή του DSSH οδήγησε σε εύλογο και αιτιολογημένο συμπέρασμα περί αναξιοπιστίας του ισχυρισμού.
Περαιτέρω, η ίδια κατάληξη ενισχύεται και υπό το πρίσμα των αναγνωρισμένων δεικτών αξιοπιστίας, όπως αυτοί καταγράφονται στη διεθνή και ευρωπαϊκή θεωρία (εσωτερική συνέπεια, εξωτερική συνέπεια, επάρκεια λεπτομέρειας και πιθανοφάνεια)[5]. Ειδικότερα, από τη συνέντευξη και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παρουσιάσει μία συνεκτική και επαρκώς συγκεκριμενοποιημένη αφήγηση ως προς τα ουσιώδη στοιχεία του ισχυρισμού του. Οι δηλώσεις του χαρακτηρίζονται από γενικότητα και έλλειψη λεπτομέρειας, ιδίως ως προς τη διαδικασία συνειδητοποίησης του σεξουαλικού του προσανατολισμού, τη διαμόρφωση της ταυτότητάς του, καθώς και τη φύση και εξέλιξη των προσωπικών του σχέσεων. Παρά τις επανειλημμένες ευκαιρίες που του παρασχέθηκαν κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να αναπτύξει με σαφήνεια και συνοχή τα σχετικά γεγονότα, ούτε να προσδώσει σε αυτά επαρκή βιωματική διάσταση.
Περαιτέρω, οι δηλώσεις του εμφανίζουν εσωτερικές αντιφάσεις και ασυνέπειες σε καίρια σημεία του ισχυρισμού, όπως ως προς τον ίδιο τον αυτοπροσδιορισμό του, τη χρονική στιγμή και τον τρόπο συνειδητοποίησης του σεξουαλικού του προσανατολισμού, καθώς και ως προς τις αντιδράσεις και τη γνώση του οικογενειακού και κοινωνικού του περιβάλλοντος. Οι αντιφάσεις αυτές δεν αφορούν δευτερεύοντα ή επουσιώδη στοιχεία, αλλά τον ίδιο τον πυρήνα του ισχυρισμού, γεγονός που πλήττει ουσιωδώς την αξιοπιστία του.
Επιπλέον, η αδυναμία του Αιτητή να παράσχει βασικές πληροφορίες ή να ανακαλέσει ουσιώδη στοιχεία των επικαλούμενων εμπειριών του, σε συνδυασμό με την επιλεκτική παράθεση λεπτομερειών, εντείνει την εικόνα μιας αφήγησης που δεν φέρει τα χαρακτηριστικά μιας αυθεντικής προσωπικής εμπειρίας. Οι δε γενικές και αόριστες αναφορές του ως προς τα συναισθήματα και τις εσωτερικές του διεργασίες δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να διαγνώσει την ύπαρξη μιας συνεκτικής και πειστικής προσωπικής ιστορίας.
Υπό τα δεδομένα αυτά, και λαμβάνοντας υπόψη τη συνολική αποτίμηση των δηλώσεων του Αιτητή υπό το πρίσμα των ανωτέρω δεικτών αξιοπιστίας, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο ισχυρισμός του περί σεξουαλικού προσανατολισμού στερείται της απαιτούμενης εσωτερικής συνοχής, επάρκειας και πιθανοφάνειας.
Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή δεν καθίσταται αξιόπιστος και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή στερούνται συνοχής και πιθανοφάνειας, ενώ οι αντιφάσεις και οι ελλείψεις τους πλήττουν τόσο την εσωτερική όσο και την εξωτερική αξιοπιστία του. Ως εκ τούτου, η αξιολόγηση της Διοίκησης περί αναξιοπιστίας δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη μεθοδολογία DSSH, αλλά και στις γενικές αρχές που διέπουν την εκτίμηση της αξιοπιστίας κατά το άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τις οποίες το παρόν Δικαστήριο υιοθετεί πλήρως.
Επιπροσθέτως, υπό το πρίσμα των γενικών αρχών του άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αναδιατύπωση) και της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η προσβαλλόμενη κρίση ερείδεται σε ατομική, αντικειμενική και αμερόληπτη αξιολόγηση, διενεργηθείσα με την απαιτούμενη αυστηρή και ενδελεχή εξέταση, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία και εστιάζοντας στα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Οι αρχές αυτές, που συγκροτούν το αναγκαίο πλαίσιο ελέγχου της αξιοπιστίας, έχουν ερμηνευθεί και αναδειχθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. μεταξύ άλλων CJEU, A, B και C, C-148/13, C-149/13, C-150/13, σκ. 70· Y και Z, C-71/11 και C-99/11, σκ. 77· Abdulla και λοιποί, C-175/08 κ.ε., σκ. 90· M.M., C-277/11, σκ. 88), καθώς και από τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η οποία επιβάλλει «στενό έλεγχο» και «αυστηρή αξιολόγηση» σε ζητήματα που άπτονται του άρθρου 3 ΕΣΔΑ (βλ. ΕΔΔΑ, Shamayev κ.ά. κατά Γεωργίας και Ρωσίας, αριθ. 36378/02, §448· JK και λοιποί κατά Σουηδίας [GC], αριθ. 59166/12, §77).
Τέλος, καθόσον ο Αιτητής δεν προσκόμισε επαρκή σχετικά στοιχεία ούτε παρείχε ικανοποιητικές εξηγήσεις για κρίσιμες ελλείψεις, δεν πληρούνται οι σωρευτικές προϋποθέσεις του άρθρου 4(5) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ιδίως ως προς τη συνοχή και την πιθανοφάνεια των δηλώσεών του και τη μη αντίθεσή τους προς τη διαθέσιμη ειδική και γενική πληροφόρηση, χωρίς να απαιτείται, βεβαίως, καθ’ εαυτήν η ύπαρξη εγγράφων για κάθε ισχυρισμό. Η εκτίμηση της αξιοπιστίας οφείλει να είναι ολιστική, σύμφωνα με τα άρθρα 4(1)–(4) της Οδηγίας και τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την οποία οι δηλώσεις του αιτητή μπορούν να γίνουν δεκτές μόνον εφόσον είναι συνεκτικές, εύλογες και δεν αντίκεινται στην αντικειμενική πληροφόρηση (βλ. CJEU, Shepherd, C-472/13· Fathi, C-56/17). Ως εκ τούτου, η διοικητική αξιολόγηση κρίνεται σύμφωνη με το εφαρμοστέο ενωσιακό πλαίσιο και τα πορίσματά της υιοθετούνται.
Επομένως η γενικότητα των απαντήσεων του Αιτητή, η έλλειψη επαρκούς συγκεκριμενοποίησης και η ασάφεια που χαρακτήρισε την περιγραφή της διαδικασίας συνειδητοποίησης του σεξουαλικού του προσανατολισμού οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν κατόρθωσε να θεμελιώσει βάσιμο φόβο διώξεως απορρέοντα από τον εν λόγω ισχυρισμό.
Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου [Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί], το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας εναπόκειται πρωτίστως στον ίδιο τον Αιτητή, ο οποίος όφειλε να καταβάλει ειλικρινή και ουσιαστική προσπάθεια ώστε να καταδείξει ότι υπήρξε θύμα δίωξης στη χώρα καταγωγής του και, συνεπώς, ότι πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα ή, έστω, για τη χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας. Το Δικαστήριο κρίνει ότι στην παρούσα υπόθεση ο Αιτητής απέτυχε να το πράξει.
Η ανωτέρω κατάληξη ερείδεται και στη συναφή νομολογία, σύμφωνα με την οποία ο αιτητής φέρει το βάρος να θεμελιώσει με ειλικρίνεια και σαφήνεια την αξίωσή του (βλ. William Crisantha Mal Francis Karumarathna ν. Δημοκρατίας, αρ. 1875/08, 1.3.2010· Farhan Khalil ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, αρ. 1119/2009, 31.1.2012· καθώς και το Εγχειρίδιο του Υπάτου Αρμοστή του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες).
Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι δηλώσεις του Αιτητή στερούνται της αναγκαίας συνοχής, λεπτομέρειας και αυθεντικής βιωματικής χροιάς που θα τις καθιστούσαν αξιόπιστες και ικανές να θεμελιώσουν βάσιμο φόβο δίωξης. Η γενικότητα και οι ασάφειες που επισημάνθηκαν ανωτέρω, σε συνδυασμό με την αδυναμία του να στηρίξει με πειστικό τρόπο τους ισχυρισμούς του, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα ούτε για υπαγωγή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας όπως θα αναλυθεί κατωτέρω.
Περαιτέρω, σημειώνεται ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση τήρησαν τις θεσμοθετημένες διαδικασίες, παρείχαν στον Αιτητή την ευκαιρία να εκθέσει πλήρως την αφήγησή του και έλαβαν υπόψη όλα τα στοιχεία που ο ίδιος έθεσε ενώπιόν τους, καθώς και τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του και ιδίως ως προς τη μεταχείριση των ατόμων που επικαλούνται φόβο δίωξης. Η αξιολόγηση της Διοίκησης προκύπτει ότι στηρίχθηκε τόσο στις δηλώσεις του Αιτητή όσο και σε έγκυρες και επικαιροποιημένες πληροφορίες χώρας καταγωγής, οι οποίες λήφθηκαν δεόντως υπόψη στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης της αίτησής του.
Επιπλέον, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε παράλειψη ουσιώδους έρευνας ή διαδικαστική πλημμέλεια που να επηρεάζει το κύρος της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε προκύπτει ότι η Διοίκηση στηρίχθηκε σε εσφαλμένα πραγματικά δεδομένα ή εφάρμοσε εσφαλμένα τον νόμο. Αντιθέτως, από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου καταδεικνύεται ότι η επίδικη απόφαση ελήφθη κατόπιν πλήρους και εξατομικευμένης αξιολόγησης των πραγματικών περιστάσεων της υπόθεσης.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεόντως αιτιολογημένη, ερείδεται επί των στοιχείων του φακέλου και είναι σύμφωνη με τις εφαρμοστέες διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου και της σχετικής ευρωπαϊκής νομοθεσίας.
Το Δικαστήριο δεν δύναται ούτε να αναγνωρίσει στον Αιτητή το λεγόμενο «ευεργέτημα της αμφιβολίας», όπως αυτό προβλέπεται στην παρ. 204 του Εγχειριδίου του Ύπατου Αρμοστή.[6] Η εφαρμογή του εν λόγω ευεργετήματος προϋποθέτει ότι ο αιτών έχει προσκομίσει όλα τα διαθέσιμα στοιχεία και ότι, κατόπιν ελέγχου, κρίνεται γενικώς αξιόπιστος[7]. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Αιτητής δεν στήριξε με συγκεκριμένα δεδομένα τους ισχυρισμούς του περί δίωξης λόγω ομοφυλοφιλίας, ενώ οι ουσιώδεις αντιφάσεις και ασάφειες που διαπιστώθηκαν αποκλείουν την εφαρμογή του εν λόγω κανόνα. Η νομολογία έχει επανειλημμένως κρίνει ότι η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας ενός αιτούντος και η απόρριψη της αίτησής του για τον λόγο αυτό συνιστούν νόμιμη βάση (βλ. S. M. G. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 66/2024) Ανωτ. Δικ. Amiri ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά. (2009) 3 ΑΑΔ 358· Khalil ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. αρ. 466/2010, 28.9.2012).
Περαιτέρω, διαπιστώνεται ότι, κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, ο Αιτητής είχε την ευκαιρία να απαντήσει σε ερωτήματα ανοικτής φύσεως, τα οποία τέθηκαν προς διερεύνηση τόσο του πυρήνα του αιτήματος όσο και των επιμέρους πτυχών του. Ο αρμόδιος λειτουργός υπέβαλε επαρκείς και στοχευμένες ερωτήσεις, ακολουθώντας την ορθή διερευνητική μέθοδο, και συνεργάστηκε με τον Αιτητή στον προσδιορισμό των συναφών στοιχείων της αιτήσεως. Ακολούθως, προέβη σε εκτενή ανάλυση εκάστου ουσιώδους ισχυρισμού του, αξιολογώντας τον ενδεχόμενο κίνδυνο που θα διέτρεχε σε περίπτωση επιστροφής του, και αντιπαρέβαλε τα όσα προέβαλε με διαθέσιμες πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής, κατά το άρθρο 18(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου.
Περαιτέρω, η εξέταση του αιτήματος διεθνούς προστασίας οφείλει να διενεργείται σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές του ενωσιακού δικαίου: (i) ατομική, αντικειμενική και αμερόληπτη αξιολόγηση (άρθρ. 10§3(α) Οδηγίας 2013/32/ΕΕ), (ii) ενδελεχή/εντατική εξέταση με βάση όλα τα σχετικά στοιχεία και επικαιροποιημένη πληροφόρηση για τη χώρα καταγωγής (άρθρ. 4 Οδηγίας 2011/95/ΕΕ· άρθρ. 10§3(β) Οδηγίας 2013/32/ΕΕ· ΔΕΕ, C-277/11, M.M., σκ. 64-68· ΔΕΕ, C-69/10, Aydin Salahadin Abdulla and Others (συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-175/08, C-176/08, C-178/08 και C-179/08) Torubarov, C-556/17), (iii) τήρηση των εγγυήσεων της προσωπικής συνέντευξης και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (άρθρ. 14-16 Οδηγίας 2013/32/ΕΕ), με ρητή αποφυγή στερεοτυπικών ή εξευτελιστικών ερωτήσεων και πρακτικών (ΔΕΕ, A, B και C, C-148/13, C-149/13, C-150/13) και μη προσφυγή σε ψυχομετρικά «τεστ» για επαλήθευση σεξουαλικού προσανατολισμού (ΔΕΕ, C-473/16, F), (iv) ολιστική στάθμιση των ενδείξεων αξιοπιστίας χωρίς να αποδίδεται αυτοτελές καθοριστικό βάρος σε τυχόν καθυστερημένη επίκληση (A, B και C, σκ. 72-73· ΕΔΔΑ, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, §93). Υπό τα ανωτέρω, και ενόψει της υποχρέωσης συνεργασίας της Διοίκησης με τον αιτητή στο στάδιο διαπίστωσης των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών (άρθρ. 4§1-2 Οδηγίας 2011/95/ΕΕ· ΔΕΕ, M.M.), προκύπτει ότι η αρμόδια αρχή τήρησε τις επιταγές της δίκαιης και ενδελεχούς εξέτασης, παρέχοντας ειδική και επαρκή αιτιολογία.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, το Δικαστήριο προβαίνει σε αυτοτελή αξιολόγηση του κατά πόσο ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε επαρκή και ορθή εξέταση αυτής.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι ο λειτουργός προέβη σε αναζήτηση και αξιολόγηση αξιόπιστων πληροφοριών χώρας καταγωγής (COI), ιδίως αναφορικά με τη μεταχείριση των ΛΟΑΤΙ+ ατόμων στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Συγκεκριμένα, έγινε αναφορά σε εκθέσεις του U.S. Department of State (2022), σύμφωνα με τις οποίες, μολονότι δεν υφίσταται ρητή ποινικοποίηση των συναινετικών ομοφυλοφιλικών σχέσεων, εντούτοις καταγράφονται περιστατικά διακρίσεων, κοινωνικού στιγματισμού και περιστασιακών διώξεων, ιδίως σε περιπτώσεις δημόσιας έκφρασης του σεξουαλικού προσανατολισμού, καθώς και έλλειψη αποτελεσματικής προστασίας από τις αρχές. Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι τα ΛΟΑΤΙ+ άτομα ενδέχεται να υφίστανται αρνητική μεταχείριση τόσο από κρατικούς όσο και από μη κρατικούς δρώντες, περιλαμβανομένου του οικογενειακού τους περιβάλλοντος.
Ωστόσο, παρά τη διαπίστωση ότι το γενικό πλαίσιο στη χώρα καταγωγής δύναται να δημιουργεί δυσχέρειες για άτομα με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό, ο λειτουργός κατέληξε ότι τα εν λόγω στοιχεία δεν επαρκούν για τη θεμελίωση του αιτήματος, ελλείψει αξιόπιστης εξατομικευμένης αφήγησης εκ μέρους του Αιτητή. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι η γενική εικόνα που προκύπτει από τις εξωτερικές πηγές δεν δύναται να υποκαταστήσει την ανάγκη ύπαρξης συνεκτικών, συγκεκριμένων και πειστικών προσωπικών ισχυρισμών, οι οποίοι να εντάσσονται στο εν λόγω πλαίσιο. Κατά συνέπεια, και υπό το φως της προηγουμένως διαπιστωθείσας έλλειψης εσωτερικής συνοχής, ο λειτουργός ορθώς έκρινε ότι, παρά την ύπαρξη δυσμενών συνθηκών για ΛΟΑΤΙ+ άτομα στη χώρα καταγωγής, η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του Αιτητή δεν κατέστη δυνατό να θεμελιωθεί, ώστε να ενεργοποιηθεί η προστασία που παρέχει το δίκαιο διεθνούς προστασίας.
Συνοψίζοντας, από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι ο λειτουργός προέβη σε επαρκή και μεθοδική διερεύνηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού του Αιτητή. Ειδικότερα, έλαβε υπόψη αξιόπιστες πληροφορίες χώρας καταγωγής αναφορικά με τη μεταχείριση των ΛΟΑΤΙ+ ατόμων στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, εξετάζοντας το ισχύον νομικό πλαίσιο, τις κοινωνικές αντιλήψεις και την πρακτική εφαρμογή αυτών, καθώς και τον βαθμό προστασίας που παρέχεται από τις κρατικές αρχές.
Παράλληλα, ο λειτουργός δεν περιορίστηκε σε μια γενική αναφορά των συνθηκών στη χώρα καταγωγής, αλλά προέβη σε συσχέτιση των εν λόγω πληροφοριών με τους προσωπικούς ισχυρισμούς του Αιτητή, αξιολογώντας κατά πόσον αυτοί εντάσσονται με συνεκτικό και πειστικό τρόπο στο διαπιστωθέν πλαίσιο. Στο πλαίσιο αυτό, έκρινε ότι, παρά την ύπαρξη ορισμένων δυσμενών συνθηκών για τα ΛΟΑΤΙ+ άτομα, οι δηλώσεις του Αιτητή χαρακτηρίζονται από έλλειψη συγκεκριμενοποίησης, συνοχής και αξιοπιστίας, και ως εκ τούτου δεν κατέστη δυνατό να θεμελιωθεί εξατομικευμένος κίνδυνος δίωξης.
Ως εκ τούτου, ο λειτουργός κατέληξε, κατόπιν συνδυαστικής αξιολόγησης των προσωπικών δηλώσεων του Αιτητή και των εξωτερικών πηγών πληροφόρησης, ότι οι προϋποθέσεις εσωτερικής αξιοπιστίας δεν πληρούνται και, συνακόλουθα, ότι ο επίδικος ισχυρισμός δεν καθίσταται αποδεκτός.
Το Δικαστήριο, εκπληρώνοντας το καθήκον αυτεπάγγελτης έρευνας που του αναγνωρίζεται από το άρθρο 10 παρ. 3 στοιχ. β΄ της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, προέβη σε συνεκτίμηση επικαιροποιημένων και αξιόπιστων πηγών πληροφόρησης αναφορικά με τη νομική και κοινωνική θέση των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Δεδομένου ότι η κατ’ ισχυρισμό απειλή κατά του Αιτητή ερείδεται στον σεξουαλικό του προσανατολισμό, η εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας επικεντρώνεται στο κατά πόσον η αντικειμενική κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής είναι τέτοια ώστε να δύναται να θεμελιώσει βάσιμο και εξατομικευμένο φόβο δίωξης ή σοβαρής βλάβης, είτε από κρατικούς είτε από μη κρατικούς δρώντες, υπό συνθήκες όπου το κράτος δεν δύναται ή δεν προτίθεται να του παράσχει επαρκή προστασία.
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο προέβη σε αξιολόγηση της σχετικής πληροφόρησης χώρας καταγωγής, λαμβάνοντας υπόψη τόσο το ισχύον νομικό καθεστώς όσο και την πρακτική εφαρμογή του, τις κοινωνικές αντιλήψεις έναντι των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων, καθώς και τον βαθμό αποτελεσματικότητας των μηχανισμών κρατικής προστασίας.
Αναφορικά με την ομοφυλοφιλία στην ΛΔΚ, δεν υφίσταται συγκεκριμένη νομοθεσία η οποία να ποινικοποιεί τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις, εντούτοις παρατηρήθηκε από την τοπική οργάνωση Rainbow Sunrise Mapambazuko, η οποία έχει ως στόχο την προώθηση των δικαιωμάτων της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας στη ΛΔΚ και την Αφρική, καθώς και από το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο των Ηνωμένων Εθνών (Committee on Economic, Social and Cultural Rights) ότι το Άρθρο 176 του Ποινικού Κώδικα[8] χρησιμοποιείται συχνά προς τον σκοπό της ποινικοποίησης των ομόφυλων σχέσεων.[9] Αυτό επιβεβαιώνεται από έκθεση της Διεθνούς Ένωσης Λεσβιών, Ομοφυλοφίλων, Αμφιφυλόφιλων, Τρανς και Διαφυλικών (ILGA World) σχετικά με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των ατόμων LGBTIQ, η οποία αναφέρει ότι το άρθρο 176 του Ποινικού Κώδικα που ποινικοποιεί δραστηριότητες κατά της «δημόσιας αιδούς έχει χρησιμοποιηθεί ως νόμιμη βάση για την ποινικοποίηση των LGBT ατόμων».[10] Οι εκθέσεις της Freedom House για τα έτη 2024 και 2025 (που καλύπτουν τα έτη 2023 και 2024 ανίστοιχα), σημειώνουν προς επίρρωση των ανωτέρω ότι έχει γίνει χρήση των διατάξεων του Ποινικού Κώδικα περί της «προσβολής των ηθών» και της «προσβολής της δημόσιας αιδούς» κατά των LGBT+ ατόμων.[11]
Σύμφωνα με πληροφορίες που κατατέθηκαν ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας, για την περίοδο 20/06/24 – 19/09/24, ο κίνδυνος παρενόχλησης των ατόμων που ανήκουν στην LGBTQ+ κοινότητα αυξήθηκε μετά από αίτημα στον εισαγγελέα του Ακυρωτικού Δικαστηρίου (Court of Cassation) να ερευνήσει και να συλλάβει άτομα που «προωθούν την ομοφυλοφιλία», ενώ ένας ακτιβιστής παραμένει κρυμμένος από τον Ιούνιο, αφού εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης από εισαγγελέα στο Bukavu.[12]
Περαιτέρω, στο Σύνταγμα της χώρας υπάρχει πρόνοια ενάντια στις διακρίσεις, όχι ωστόσο συγκεκριμένα για LGBTQ+ άτομα. [13]
Με περιορισμένο πεδίο εφαρμογής για τα άτομα που ζουν με HIV, τα άρθρα 3 και 4 του Νόμου για την Προστασία των Δικαιωμάτων των Ατόμων που Ζουν με HIV/ΑIDS και των Ατόμων που Επηρεάζονται (2008), απαγορεύουν τις διακρίσεις κατά των «ομοφυλόφιλων».[14]
Τέλος, η περιοδική έκθεση που κατέθεσε η ΛΔΚ στο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ τον Νοέμβριο του 2024, έδειξε ότι η κυβέρνηση σημείωσε μικρή πρόοδο στην αντιμετώπιση παραβιάσεων δικαιωμάτων. Ειδικότερα, παρότι κατά την εξέταση της προηγούμενης περιοδικής της έκθεσης, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό έλαβε υπόψη της συστάσεις που αφορούσαν και την προστασία των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, η θέση της ΛΔΚ σε αυτά τα ζητήματα παραμένει ως είχε.[15]
Αναφορικά με το κοινωνικό στίγμα, και τα περιστατικά βίας ενάντια στα LGBTQ άτομα, σημειώνονται τα ακόλουθα. H επιτροπή του ΟΗΕ CESCR, σημειώνει στις 28 Μαρτίου 2022 ότι η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα αντιμετωπίζει στιγματισμό και διακρίσεις κατά την απόλαυση των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών τους δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης στην εργασία, τη στέγαση, την υγειονομική περίθαλψη και την εκπαίδευση.[16]
Σε σχετικό σημείωμα της ACCORD, αναφέρεται ότι τον Φεβρουάριο του 2022, η Διεθνής Ένωση ILGA σε συνεργασία με τη μη κυβερνητική οργάνωση WEKA Organisation (WEO) που εδρεύει στη ΛΔΚ δημοσίευσε μια έκθεση (‘shadow report’) για την προαναφερθείσα Επιτροπή για την Κρατική Έκθεση για την εφαρμογή του Συμφώνου των Ηνωμένων Εθνών για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα, η οποία αναφέρει ότι, κατόπιν έρευνας που έγινε στην χώρα περί το 2015 η κοινωνία παραμένει βαθιά ομοφοβική, εφόσον 96% των Κονγκολέζων δεν πιστεύουν ότι η ομοφυλοφιλία πρέπει να γίνεται αποδεκτή, ενώ παρόμοιο ποσοστό δεν θα ανεχόταν ομοφυλόφιλους γείτονες.[17] Η ίδια πηγή αναφέρει ότι το 2021 καταγγέλθηκαν 179 περιστατικά σε τοπικές οργανώσεις, καταγράφοντας 226 παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων των LGBTQ ατόμων.[18]
Άλλο παράδειγμα, χαρακτηριστικό των κοινωνικών αντιλήψεων που επικρατούν, αφορά στο ότι κατά την διάρκεια της πανδημίας COVID, τα LGBTQ άτομα αντιμετώπισαν βία, απειλές και διακρίσεις καθότι ορισμένοι θρησκευτικοί ηγέτες πίστευαν ότι η πανδημία ήταν η τιμωρία του Θεού στην κοινωνία για την συμπεριφορά των LGBTQ ατόμων στην κοινωνία.[19] Παράλληλα, σύμφωνα με πληροφορίες από το πρακτορείο ειδήσεων Reuters τα άτομα της εν λόγω κοινότητας κατηγορούνται επίσης ότι είναι ‘μάγισσες’ ή ‘κακά πνεύματα’.[20]
Σύμφωνα με το United States Department of State στην Έκθεση που δημοσιεύτηκε το 2023 και αφορά στο έτος 2022, άτομα της εν λόγω κοινότητας υπόκεινται σε παρενόχληση, στιγματισμό, βία, ενώ LGBTQ γυναίκες ήταν θύματα έμφυλης βίας, συμπεριλαμβανομένου του ‘διορθωτικού βιασμού’ (corrective rape),[21] ενώ τα ίδια στοχιεία καταγράφονται και στην πιο πρόσφατη έκθεση που δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο του 2024 με περίοδο αναφοράς το 2023.[22] Περαιτέρω δε, οι ίδιες ως άνω εκθέσεις σημειώνουν ότι τοπικοί οργανισμοί ανέφεραν αρκετές περιπτώσεις όπου LGBTQ άτομα υποβλήθηκαν σε ψυχιατρική θεραπεία ή θρησκευτικά τελετουργικά για να ‘αλλάξουν’ τον σεξουαλικό προσανατολισμό του ατόμου. Σε κάποιες περιπτώσεις, υπέστησαν και σωματική βία. Ακόμη, οι αρχές αρνήθηκαν σε ομάδες για τα δικαιώματα των LGBTQ στην ΛΔΚ να εγγραφούν ως οργανώσεις, ενώ για άλλες ομάδες καθυστερούσαν την εγγραφή τους για χρόνια.
Σε πληροφορίες που παρουσιάστηκαν ενώπιον του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ τον Αύγουστο του 2024 από τοπικούς, μη κυβερνητικούς οργανισμούς της ΛΔΚ, αναφέρεται ότι, αν και δεν υπήρχε ρητή ποινικοποίηση των σχέσεων του ίδιου φύλου, το 75% των LGBTQ+ ατόμων στη ΛΔΚ δεν είχαν πρόσβαση σε υπηρεσίες όπως η εκπαίδευση, η εργασία, η στέγαση, η υγειονομική περίθαλψη και η κοινωνική ασφάλιση, λόγω συστηματικού στιγματισμού και διακρίσεων. Οι θρησκευτικοί ηγέτες και οι κυρίαρχες πολιτισμικές πεποιθήσεις για την μαγεία συνέβαλαν στον στιγματισμό και την περιθωριοποίηση αυτών των ατόμων. Επιπλέον, τόσο τα μέσα ενημέρωσης όσο και οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, χρησιμοποιούνται για να προωθήσουν βία και διακρίσεις εναντίον των LGBTQ+ ατόμων.[23]
Έτερη πηγή αναφέρει ότι η εργασία των LGBTQ+ ατόμων καταγράφεται κυρίως στον ανεπίσημο τομέα καθότι αυτό γίνεται ανεκτό σε γενικές γραμμές από την κοινωνία, ωστόσο, στον επίσημο τομέα οι LGBTQ+ προτιμούν να μην αποκαλύπτουν τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό καθότι φοβούνται τις συνέπειες απόλυσης, εξευτελισμού και περιθωριοποίησης.[24] Σύμφωνα με τον δείκτη EQUALDEX, δεν υφίσταται προστασία για τις διακρίσεις στον τομέα της υγείας και της στέγασης.[25]
Αναφορικά με την δυνατότητα κρατικής προστασίας, πηγές παραπέμπουν σε τοπικές οργανώσεις οι οποίες αναφέρουν ότι οι αρχές σπανίως προέβαιναν στην διερεύνηση, δίωξη ή τιμωρία οργάνων του κράτους που πραγματοποιούσαν παραβιάσεις δικαιωμάτων των LGBTQ ατόμων.[26] Ακόμη δε, σύμφωνα με συλλογή πληροφοριών της ΑCCORD, 23 LGBTI άτομα συνελήφθησαν αφότου αναζήτησαν προστασία από την αστυνομία, ενώ 4 ομοφυλόφιλοι άνδρες συνελήφθησαν επειδή ‘έμοιαζαν’ ομοφυλόφιλοι.[27] Σε άλλο περιστατικό, τον Οκτώβριο του 2021, η ILGA σημειώνει ότι «7 άνδρες, συμπεριλαμβανομένων και ακτιβιστών, ‘εγκλωβίστηκαν’ στα γραφεία ενός μη – κυβερνητικού οργανισμού με ένα πλήθος κόσμου απ’ έξω να φωνάζει ομοφοβικές προσβολές στους άνδρες. Παρότι η Αστυνομία διασκόρπισε το πλήθος, εντούτοις στην συνέχεια προσέβαλε και συνέλαβε τους 7 κατηγορώντας τους για το αδίκημα της «σαρκικής επαφής ενάντια στην φυσική τάξη» και υποβάλλοντας τους σε πρωκτικές εξετάσεις».[28]
Σύμφωνα με πληροφορίες από το UNDP, αστυνομικοί χρησιμοποιούν Άρθρο 176 του Ποινικού Κώδικα για να αιτιολογήσουν ‘αυθαίρετες συλλήψεις και εκβιασμούς’ ατόμων της LGBTQ+ κοινότητας.[29]
Σύμφωνα με το United States Department of State στην Έκθεση που δημοσιεύτηκε το 2023 κα αφορά στο έτος 2022, οι πλείστες επιζώσες από βιασμό δεν προέβησαν σε καταγγελίες εξαιτίας ανεπαρκών πόρων, έλλειψης εμπιστοσύνης στο σύστημα δικαιοσύνης, οικογενειακή πίεση και φόβο να υπαχθούν σε ταπεινωτική μεταχείριση ή αντίποινα ή και τα δύο.[30]
Σύμφωνα με έναν τοπικό οργανισμό, παρά το γεγονός ότι η μεταχείριση της Αστυνομίας και του στρατού προς τα LGBTQ άτομα είχε βελτιωθεί κατά τις χρονιές 2019 – 2020, το 2021 η κατάσταση χειροτέρεψε καθώς σημειώθηκαν μαζικές συλλήψεις.[31]
Πηγές ανέφεραν ότι τον Ιούνιο του 2023, το Ανώτατο Συμβούλιο για τα Οπτικοακουστικά Μέσα και την Επικοινωνία (Conseil supérieur de l’audiovisuel et de la communication, CSAC) συνέστησε στα μέσα ενημέρωσης να απέχουν από την προώθηση περιεχομένου LGBTQ+ και πως όσα μέσα προωθούν τέτοιο περιεχόμενο θα υπόκεινται σε κυρώσεις.[32]
Σύμφωνα με έκθεση του Καναδικού Συμβουλίου για τη Μετανάστευση και τους Πρόσφυγες, οι πληροφορίες για την κρατική προστασία ήταν λιγοστές μεταξύ των πηγών που συμβουλεύτηκε η Διεύθυνση Έρευνας εντός των χρονικών περιορισμών της έκθεσης. Χωρίς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες, εκπρόσωπος της τοπικής οργάνωσης Rainbow Sunrise Mapambazuko (RSM) δήλωσε ότι «οι σεξουαλικές μειονότητες και οι μειονότητες λόγω φύλου δεν μπορούν να απευθυνθούν στην αστυνομία για προστασία». Ο εκπρόσωπος της RSM ανέφερε ότι δεν υπάρχουν υπηρεσίες υποστήριξης για μέλη σεξουαλικών μειονοτήτων και μειονοτήτων λόγω φύλου στη ΛΔΚ.[33]
Τοπικοί μη – κυβερνητικοί οργανισμοί αναφέρουν ότι οι νομοθεσίες στη χώρα πρέπει να συνάδουν με το διεθνές δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων και να προσφέρουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς που να επιτρέπουν στα LGBT άτομα να καταγγέλουν παραβιάσεις των δικαιωμάτων τους σε συνθήκες ασφάλειας και να παρέχουν επαρκή προστασία από αντίποινα.[34]
Περαιτέρω, οι LGBTQ επιζώντες κατήγγειλαν κοινωνικά εμπόδια στην προσπάθειά τους να έχουν πρόσβαση σε επείγουσα φροντίδα, διακρίσεις κατά την αναζήτηση εργασίας (ιδιαίτερα γυναίκες LGBTQ), στέγασης ή/και πρόσβασης στις δημόσιες υπηρεσίες. Σε κάποιες περιπτώσεις, LGBTQ άτομα εξαναγκάστηκαν υπό την μορφή απειλών βίας να απομακρυνθούν από σχολεία και άλλες δημόσιες και κοινοτικές υπηρεσίες.[35]
Τοπική οργάνωση αναφέρει ότι υπάρχουν νομικές κλινικές για την υποστήριξη των ατόμων LGBTQ+, αλλά αυτές οι κλινικές στερούνται πόρων και οι δικηγόροι που εργάζονται σε αυτές, δεν είναι συμπεριληπτικοί.[36]
Οι ΜΚΟ που παρέχουν υποστήριξη στα άτομα LGBTIQ περιλαμβάνουν:
• OASIS RD Congo, [ανεπίσημη μετάφραση] «μια μη κερδοσκοπική ένωση που συγκεντρώνει φεμινίστριες και γυναίκες από σεξουαλικές μειονότητες που εργάζονται στην προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με ευαισθησία στο φύλο, ηγεσίας γυναικών, και σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας»;[37]
• Το Κίνημα για την Προώθηση του Σεβασμού και της Ισότητας Δικαιωμάτων και Υγείας (Mouvement pour la promotion du respect et égalité des droits et santé, MOPREDS), ένα «κίνημα ατόμων LGBTI και συμμάχων, που στοχεύει στην προώθηση του σεβασμού για τα δικαιώματα των ατόμων LGBTI στη ΛΔΚ»;[38]
• Savie ASBL, «μια μη κερδοσκοπική κοινοτική οργάνωση αφιερωμένη στην αντίσταση κατά της αντι-LGBTQ+ παρενόχλησης και καταπίεσης, στην καταπολέμηση της σεξουαλικής και έμφυλης βίας και στην προώθηση της κοινωνικής ευαισθητοποίησης για τις Queer ταυτότητες στον χώρο εργασίας»;[39] και
• Jeunialissime, μια ΜΚΟ που «παρέχει ιατρική και ψυχολογική υποστήριξη σε άτομα LGBTI».[40]
Από το σύνολο των ανωτέρω πηγών προκύπτει ότι, μολονότι στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό δεν υφίσταται ρητή νομοθετική ποινικοποίηση των συναινετικών ομοφυλοφιλικών σχέσεων, εντούτοις στην πράξη παρατηρείται αξιοποίηση γενικών διατάξεων του Ποινικού Κώδικα, ιδίως του άρθρου 176 περί «προσβολής της δημόσιας αιδούς», προς τον σκοπό της ποινικής δίωξης ή παρενόχλησης ατόμων της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας. Η πρακτική αυτή επιβεβαιώνεται από πληθώρα διεθνών και μη κυβερνητικών πηγών, οι οποίες καταγράφουν περιστατικά αυθαίρετων συλλήψεων, εκβιασμών και καταχρηστικής εφαρμογής της εν λόγω διάταξης.
Παράλληλα, το νομοθετικό πλαίσιο προστασίας από διακρίσεις εμφανίζεται αποσπασματικό και ανεπαρκές, καθότι, αν και το Σύνταγμα περιλαμβάνει γενική απαγόρευση διακρίσεων, δεν παρέχεται ρητή και εξειδικευμένη προστασία για τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα. Αντίστοιχα, ειδικές νομοθετικές προβλέψεις, όπως ο νόμος για τα άτομα που ζουν με HIV/AIDS, έχουν περιορισμένο πεδίο εφαρμογής και δεν διασφαλίζουν ουσιαστική και καθολική προστασία έναντι διακρίσεων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού.
Σε κοινωνικό επίπεδο, οι διαθέσιμες πληροφορίες καταδεικνύουν την ύπαρξη έντονου και εκτεταμένου στιγματισμού των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, ο οποίος εκδηλώνεται μέσω διακρίσεων στην πρόσβαση σε βασικά κοινωνικά αγαθά, όπως η εργασία, η στέγαση, η υγεία και η εκπαίδευση, καθώς και μέσω περιστατικών βίας, παρενόχλησης και κοινωνικού αποκλεισμού. Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι οι αρνητικές κοινωνικές αντιλήψεις ενισχύονται από πολιτισμικούς και θρησκευτικούς παράγοντες, οι οποίοι συμβάλλουν στην περιθωριοποίηση των εν λόγω ατόμων.
Περαιτέρω, από τις ίδιες πηγές προκύπτει ότι η κρατική προστασία έναντι τέτοιων φαινομένων είναι περιορισμένη και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ανεπαρκής, καθότι οι αρχές σπανίως διερευνούν ή τιμωρούν παραβιάσεις δικαιωμάτων εις βάρος ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, ενώ καταγράφονται ακόμη και περιπτώσεις όπου τα ίδια τα θύματα υφίστανται σύλληψη ή κακομεταχείριση κατά την αναζήτηση προστασίας. Η κατάσταση αυτή εντείνεται από την έλλειψη αποτελεσματικών μηχανισμών υποστήριξης και προστασίας, καθώς και από την περιορισμένη δυνατότητα των σχετικών οργανώσεων να δραστηριοποιηθούν απρόσκοπτα.
Συνεπώς, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, στο επίπεδο της γενικής κατάστασης, τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό δύνανται να αντιμετωπίζουν δυσμενείς συνθήκες, οι οποίες, υπό προϋποθέσεις, θα μπορούσαν να συνιστούν στοιχείο θεμελίωσης κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Ωστόσο, η διαπίστωση αυτή αφορά το γενικό πλαίσιο και δεν αρκεί αφ’ εαυτής για την αναγνώριση διεθνούς προστασίας, ελλείψει αξιόπιστης εξατομικευμένης αφήγησης εκ μέρους του αιτητή, ζήτημα το οποίο θα εξεταστεί κατωτέρω.
Εντούτοις, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η διαπίστωση της ως άνω γενικής κατάστασης δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για τη θεμελίωση δικαιώματος διεθνούς προστασίας, καθότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία και το άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, απαιτείται η ύπαρξη αξιόπιστης και εξατομικευμένης αφήγησης, η οποία να καταδεικνύει ότι ο εκάστοτε αιτητής διατρέχει προσωπικό και πραγματικό κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη αναλύθηκε εκτενώς ανωτέρω, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να θεμελιώσει κατά τρόπο αξιόπιστο τον ισχυρισμό του περί σεξουαλικού προσανατολισμού, καθότι οι δηλώσεις του χαρακτηρίζονται από ουσιώδεις αντιφάσεις, ασάφειες και έλλειψη επαρκούς βιωματικής τεκμηρίωσης. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν δύναται να αποδεχθεί ως αποδεδειγμένο ότι ο Αιτητής εμπίπτει πράγματι στην κατηγορία των προσώπων που εκτίθενται στον ανωτέρω κίνδυνο.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η γενική δυσμενής κατάσταση που αντιμετωπίζουν τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό δεν μπορεί να μεταφερθεί αυτομάτως και αδιακρίτως στην περίπτωση του Αιτητή, ελλείψει αξιόπιστης σύνδεσης μεταξύ των προσωπικών του περιστάσεων και των αντικειμενικών στοιχείων που προκύπτουν από τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής.
Επιπλέον, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η αναγνώριση διεθνούς προστασίας δεν στηρίζεται σε υποθετικό ή γενικευμένο κίνδυνο, αλλά προϋποθέτει την απόδειξη συγκεκριμένου και εξατομικευμένου φόβου, ο οποίος να ερείδεται σε αξιόπιστα πραγματικά περιστατικά. Εν προκειμένω, η έλλειψη αξιοπιστίας του πυρήνα του ισχυρισμού του Αιτητή καθιστά αδύνατη την κατάφαση τέτοιου φόβου. Συναφώς, το ΔΕΕ έχει κρίνει ότι η κρίσιμη εκτίμηση πρέπει να βασίζεται σε όλα τα σχετικά στοιχεία, με γνώμονα την ατομική αξιολόγηση και τη συνοχή της αφήγησης (βλ. M. κατά Minister for Justice, C-277/11, 22.11.2012, C-148/13 έως C-150/13, A, B, C, C-560/14, M). Στην παρούσα υπόθεση, οι προσωπικές δηλώσεις του Αιτητή παραμένουν η μόνη βάση των ισχυρισμών του· ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας, οι δηλώσεις αυτές δεν μπορούν να στηρίξουν αίτημα διεθνούς προστασίας, ακόμη και ενόψει των γενικώς γνωστών δυσμενών συνθηκών στη χώρα καταγωγής.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι, παρά την ύπαρξη στοιχείων που καταδεικνύουν δυσμενείς συνθήκες για τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα στη χώρα καταγωγής, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι ο ίδιος, προσωπικώς, θα εκτεθεί σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης λόγω των χαρακτηριστικών αυτών, και ως εκ τούτου ο σχετικός ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Σε πλήρη συμφωνία με τα συμπεράσματα των Καθ’ ων η Αίτηση, το Δικαστήριο καταλήγει ότι στην περίπτωση του Αιτητή δεν προκύπτει οποιοσδήποτε βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης στη χώρα καταγωγής του για έναν από τους πέντε (5) λόγους που περιοριστικά απαριθμούνται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Η Υπηρεσία Ασύλου, στο πλαίσιο της εισηγητικής της έκθεσης, προέβη σε ενδελεχή αξιολόγηση κάθε ισχυρισμού του Αιτητή και, για τους λόγους που εκτενώς καταγράφονται σε αυτήν, ευλόγως κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν θα υποστεί δίωξη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπό την έννοια του άρθρου 3(1) του Νόμου. Το παρόν Δικαστήριο, όπως αναλυτικά εκτέθηκε ανωτέρω, υιοθετεί τα πορίσματα αυτά και συντάσσεται πλήρως με την εκτίμηση των Καθ’ ων η Αίτηση ως προς τον πυρήνα του αιτήματος διεθνούς προστασίας.
Κατόπιν της απόρριψης του δεύτερου και τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού και δεδομένου ότι ο μόνος αποδεκτός ισχυρισμός αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, το Δικαστήριο προχωρεί στην εκτίμηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου (risk assessment), λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές του περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και τη σχετική νομολογία.
Σύμφωνα με το Άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ (βλ. F.G. κατά Σουηδίας, Προσφυγή υπ' αριθμόν 43611/11 § 115 και J.K. κατά Σουηδίας, Προσφυγή υπ' αριθμόν 59166/12. § 83), η εκτίμηση του κινδύνου πρέπει να είναι «ex nunc» (εξ υπαρχής), δηλαδή να βασίζεται στην κατάσταση που επικρατεί κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης. Η προσέγγιση αυτή εδραιώνεται και από τη νομολογία του ΔΕΕ, ειδικότερα στην υπόθεση M.M. κατά Ιρλανδίας (C-277/11, σκ. 64), όπου διευκρινίζεται ότι η αξιολόγηση πραγματοποιείται σε δύο αυτοτελή στάδια: πρώτον, τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών (αποδεικτικά στοιχεία) και, δεύτερον, τη νομική εκτίμηση αυτών προκειμένου να ληφθεί η μελλοντοστραφής απόφαση για τη χορήγηση προστασίας. Όπως τονίζεται στην υπόθεση Salahadin Abdulla (C-175/08 κ.ά., σκ. 90), η εκτίμηση της έκτασης του κινδύνου πρέπει να διενεργείται με «επαγρύπνηση και προσοχή», καθώς αφορά τη σωματική ακεραιότητα και τις προσωπικές ελευθερίες.
Περαιτέρω, η απόφαση Ararat (C-156/23, σκ. 38) υπογραμμίζει την υποχρέωση της διοικητικής αρχής να προβαίνει σε μια «επικαιροποιημένη εκτίμηση» (updated assessment) του κινδύνου πριν από την εκτέλεση οποιασδήποτε απόφασης επιστροφής, λαμβάνοντας υπόψη κάθε μεταβολή των περιστάσεων που θα μπορούσε να εκθέσει τον αιτούντα σε πραγματικό κίνδυνο κακομεταχείρισης. Η εξέταση αυτή επικεντρώνεται στις προβλέψιμες συνέπειες της απομάκρυνσης του αιτούντος στη χώρα προορισμού, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τη γενική κατάσταση ασφαλείας όσο και τις προσωπικές του περιστάσεις. Ενώ η μελλοντοστραφής αυτή αξιολόγηση ενέχει αναγκαστικά ένα στοιχείο εικασίας, πρέπει να ερείδεται σε πραγματικά περιστατικά που καθιστούν τον κίνδυνο «πραγματικό» (real risk) και όχι απλώς υποθετικό.(βλ. SALAH SHEEKH v. THE NETHERLANDS: Προσφυγή υπ' αριθμόν 1948/04. Σκ 135)
Κατά την εν λόγω εκτίμηση, το Δικαστήριο συνεκτιμά ότι ο Αιτητής είναι ενήλικος άνδρας, σε παραγωγική ηλικία, με προηγούμενη επαγγελματική δραστηριότητα στη χώρα καταγωγής του, καθώς δήλωσε ότι διατηρούσε μεσιτικό γραφείο, ενώ διαθέτει βασικό μορφωτικό επίπεδο, έχοντας φοιτήσει για ορισμένο χρονικό διάστημα σε πανεπιστημιακό ίδρυμα και ομιλεί τη γαλλική γλώσσα, ενώ δεν τεκμηριώθηκε ότι αντιμετωπίζει οποιαδήποτε ιδιαίτερη κατάσταση ευαλωτότητας, όπως σοβαρά προβλήματα υγείας ή άλλες περιστάσεις που να επιτείνουν την τρωτότητά του.
Υπό τα δεδομένα αυτά, και ελλείψει οποιουδήποτε αξιόπιστου ισχυρισμού περί προηγούμενης δίωξης ή στοχοποίησης για λόγους που εμπίπτουν στους προβλεπόμενους στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει την ύπαρξη στοιχείων που να καταδεικνύουν ότι ο Αιτητής θα αποτελέσει, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στην Kinshasa, αντικείμενο εξατομικευμένης δίωξης.
Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής εντάσσεται σε κάποια ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή ότι φέρει χαρακτηριστικά τα οποία, καθ’ εαυτά, θα τον καθιστούσαν στόχο δίωξης από κρατικούς ή μη κρατικούς δρώντες, ούτε ότι υφίσταται οποιοσδήποτε ενεργός μηχανισμός αναζήτησής του ή στοχοποίησής του από τις αρχές της χώρας του.
Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, για την αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα, απαιτείται η ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης, ο οποίος πρέπει να είναι τόσο υποκειμενικά ειλικρινής όσο και αντικειμενικά δικαιολογημένος. Η αντικειμενική διάσταση του φόβου προϋποθέτει την ύπαρξη πραγματικού κινδύνου δίωξης, ο οποίος να ερείδεται σε συγκεκριμένα και αξιόπιστα στοιχεία και να συνδέεται αιτιωδώς με έναν από τους λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (φυλή, θρησκεία, ιθαγένεια, πολιτικές πεποιθήσεις ή συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα).
Εν προκειμένω, το Δικαστήριο κρίνει ότι τέτοια αιτιώδης συνάφεια δεν τεκμηριώνεται. Ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι υφίσταται ή θα υποστεί δίωξη για λόγους που εμπίπτουν στους ανωτέρω προστατευόμενους λόγους, ενώ οι απορριφθέντες ισχυρισμοί του δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για τη θεμελίωση σχετικού φόβου.
Συνακόλουθα, η εκτίμηση του μελλοντικού κινδύνου, στηριζόμενη στον μόνο αποδεκτό ισχυρισμό και στις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υφίσταται βάσιμος φόβος δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο Αιτητής δεν εμπίπτει στον ορισμό του πρόσφυγα.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, καθώς και κατά πόσον η επιστροφή του αντίκειται στο άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Ως προς το άρθρο 19(2)(α), το οποίο αφορά την επιβολή ή εκτέλεση θανατικής ποινής, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν προκύπτει οποιοσδήποτε σχετικός κίνδυνος για τον Αιτητή. Ο ίδιος δεν ισχυρίστηκε ότι έχει καταδικαστεί ή ότι εκκρεμεί εις βάρος του οποιαδήποτε ποινική διαδικασία που θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιβολή θανατικής ποινής, ούτε προέκυψαν στοιχεία που να τον συνδέουν με πράξεις ή περιστάσεις ικανές να τον εκθέσουν σε τέτοιο ενδεχόμενο.
Αναφορικά με το άρθρο 19(2)(β), το οποίο αφορά τον πραγματικό κίνδυνο υποβολής σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, μολονότι από τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής προκύπτει ότι στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό υφίστανται περιστατικά βίας, διακρίσεων και γενικότερες δυσχέρειες, ιδίως για ευάλωτες ομάδες, εντούτοις δεν τεκμηριώνεται ότι ο Αιτητής, υπό το προσωπικό του προφίλ, διατρέχει εξατομικευμένο και πραγματικό κίνδυνο να υποστεί τέτοια μεταχείριση.
Ειδικότερα, οι ισχυρισμοί που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν τέτοιο κίνδυνο, ήτοι αφενός τα περιστατικά που σχετίζονται με τη διάδοση του βιντεοληπτικού υλικού και την επικαλούμενη στοχοποίηση από τρίτα πρόσωπα και αφετέρου ο ισχυρισμός περί σεξουαλικού προσανατολισμού, έχουν απορριφθεί ως μη αξιόπιστοι. Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται αποδεκτή πραγματική βάση επί της οποίας να μπορεί να στηριχθεί ο ισχυρισμός περί ύπαρξης πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης.
Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής έχει στο παρελθόν υποστεί μεταχείριση τέτοιας έντασης που να καταδεικνύει, με βάση τη σχετική νομολογία, σοβαρό δείκτη μελλοντικού κινδύνου, ενώ δεν τεκμηριώνεται ότι αποτελεί αντικείμενο αναζήτησης ή στοχοποίησης από κρατικούς ή μη κρατικούς δρώντες στη χώρα καταγωγής του.
Το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η ύπαρξη γενικών δυσμενών συνθηκών ή ενός περιβάλλοντος όπου παρατηρούνται παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν αρκεί αφ’ εαυτής για την υπαγωγή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, ελλείψει στοιχείων που να καταδεικνύουν ότι ο αιτητής θα εκτεθεί προσωπικά σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης (βλ. αποφάσεις ΔΕΕ M’Bodj, C-542/13, Elgafaji, C-465/07, και Jawo, C-163/17).
Συναφώς, και υπό το πρίσμα του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο κατοχυρώνει απόλυτη απαγόρευση των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν προκύπτει ότι η επιστροφή του Αιτητή στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό θα τον εκθέσει σε πραγματικό κίνδυνο μεταχείρισης αντίθετης προς τη διάταξη αυτή. Ειδικότερα, δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη «πραγματικού κινδύνου» (“real risk”) στη βάση συγκεκριμένων, αξιόπιστων και εξατομικευμένων στοιχείων, όπως απαιτεί η σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (βλ. Vilvarajah and Others v. the United Kingdom, 30.10.1991· F.G. v. Sweden [GC], 23.3.2016· J.K. and Others v. Sweden [GC], 23.8.2016).
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε προκύπτει παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Αναφορικά με το άρθρο 19 (2) (γ) και ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψη για την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) έχει διευκρινίσει ότι μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ένοπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης, καθώς και η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων (βλ. απόφαση ΔΕΕ, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκ. 35· καθώς και απόφαση ΔΕΕ, C-901/19, CF, DN κατά Bundesrepublik Deutschland, ημερ. 10/06/2021, σκ. 43). Συναφώς, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην απόφαση Sufi and Elmi (προσφ. 8319/07 και 11449/07, 29/11/2011), έλαβε υπόψη ως δείκτες τη χρήση τακτικών που αυξάνουν τον κίνδυνο θυμάτων μεταξύ αμάχων ή στοχοποιούν ευθέως άμαχο πληθυσμό, καθώς και τον αριθμό θανάτων, τραυματισμών και εκτοπισμών που προκύπτουν από τη σύγκρουση.
Περαιτέρω, το ΔΕΕ, στην απόφαση Elgafaji (C-465/07, ημερ. 17/12/2009), διευκρίνισε ότι ο όρος «προσωπική» στο άρθρο 15 στοιχ. γ΄ της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ νοείται ως η βλάβη που προξενείται αδιακρίτως σε άμαχους λόγω του βαθμού βίας, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους. Επίσης, υιοθέτησε την έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας», ήτοι ότι όσο περισσότερο ο αιτών αποδεικνύει ότι επηρεάζεται ειδικώς λόγω προσωπικών χαρακτηριστικών, τόσο χαμηλότερο βαθμό αδιακρίτως ασκούμενης βίας απαιτείται να αποδείξει για να δικαιούται επικουρικής προστασίας.
Προκειμένου δε να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του και τόπου συνήθους διαμονής του Αιτητή.
Σύμφωνα με το «War Watch»- World Assessment and Tracking of Civilian Harm (πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), μιας πρωτοβουλίας της Ακαδημίας της Γενεύης για την καταγραφή των απωλειών αμάχων εν μέσω ενόπλων συγκρούσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, αποτυπώνονται τα ακόλουθα αναφορικά με μη-διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις που λαμβάνουν χώρα στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό για την περίοδο Ιουλίου 2024- Ιουνίου 2025:
Η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) πλήττεται από πολλαπλές, αλληλεπικαλυπτόμενες ένοπλες συγκρούσεις διεθνούς και μη διεθνούς χαρακτήρα. Σε αυτές περιλαμβάνονται ένοπλες συγκρούσεις διεθνούς χαρακτήρα με τη Ρουάντα, οι οποίες λαμβάνουν και την μορφή συγκρούσεων με την ένοπλη οργάνωση «Κίνημα της 23ης Μαρτίου (M23)», που δρα εξ ονόματος της Ρουάντα και έχει προβεί σε στρατιωτική κατάληψη περιοχών της ΛΔΚ. Παράλληλα, εξακολουθούν να σημειώνονται συγκρούσεις μη- διεθνούς χαρακτήρα μεταξύ της ΛΔΚ και ποικίλων οργανωμένων ένοπλων ομάδων, ιδίως των Allied Democratic Forces (ADF) και της Cooperative for the Development of the Congo (CODECO), καθώς και μεταξύ μη κρατικών ένοπλων δρώντων.
Η εμπλοκή πολλαπλών μερών, η ξένη παρέμβαση, η επιβολή κατάστασης πολιορκίας στις επαρχίες Ituri και Βόρειο Kivu, οι αμφισβητούμενες εκλογές και η δημιουργία της Συμμαχίας Fleuve Congo (AFC) με τη συμμετοχή του M23, σε συνδυασμό με κατακερματισμένες ειρηνευτικές πρωτοβουλίες, την επέκταση περιφερειακών στρατιωτικών επιχειρήσεων και την αναζωπύρωση διεθνών προσπαθειών λογοδοσίας, συνέβαλαν περαιτέρω στην πόλωση και την αστάθεια της κατάστασης ασφαλείας.
Ως προς τον άμαχο πληθυσμό, κατά την εξεταζόμενη περίοδο, οι απώλειες αμάχων αυξήθηκαν σημαντικά. Ένοπλες ομάδες και κρατικές δυνάμεις προέβησαν σε εκτεταμένους βομβαρδισμούς, επιδρομές και επιθέσεις κατά χωριών, χώρων φιλοξενίας εσωτερικά εκτοπισμένων προσώπων, αγορών, κατοικιών και χώρων υγειονομικών και ανθρωπιστικών υπηρεσιών, κατά παράβαση των αρχών του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Τεκμηριώθηκαν μαζικές ανθρωποκτονίες, εθνοτικά στοχευμένες σφαγές, απαγωγές, εξαναγκαστικές εξαφανίσεις, λεηλασίες και καταναγκαστική εργασία, ορισμένα εκ των οποίων ενδέχεται να συνιστούν εγκλήματα πολέμου ή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Σημειώνεται επίσης σοβαρή επισιτιστική ανασφάλεια και εκτεταμένος αναγκαστικός εκτοπισμός, όπως και συστηματική παρεμπόδιση της ανθρωπιστικής βοήθειας. Παράλληλα, η σχετιζόμενη με τις ένοπλες συγκρούσεις σεξουαλική βία έλαβε ευρείας κλίμακας διαστάσεις, η στρατολόγηση παιδιών χαρακτηρίστηκε ως άνευ προηγουμένου, ενώ οι δημοσιογράφοι αντιμετώπισαν διάχυτη βία, λογοκρισία, απειλές ή/και θανατική ποινή σε περιπτώσεις δημοσιογραφικής κάλυψης των συγκρούσεων.[41]
Οι συνέπειες της εκτεταμένης βίας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) αποτυπώνονται επίσης στον εκτοπισμό του άμαχου πληθυσμού, καθώς η χώρα συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων με τον μεγαλύτερο αριθμό εκτοπισμένων παγκοσμίως. Πάνω από δεκατρία εκατομμύρια άνθρωποι αντιμετωπίζουν οξεία επισιτιστική ανασφάλεια, ενώ περισσότεροι από πέντε εκατομμύρια έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Η κατάσταση στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό εξακολουθεί να συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον σοβαρών ανθρωπιστικών κρίσεων διεθνώς.[42]
Η Διεθνής Αμνηστία, στην ετήσια διεθνή της έκθεση για τα έτη 2024–2025, αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια του 2024 «οι επιθέσεις κατά αμάχων συνεχίστηκαν, καθώς η σύγκρουση μεταξύ ένοπλων ομάδων και κυβερνητικών δυνάμεων κλιμακώθηκε. Τουλάχιστον 100 άμαχοι σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα αδιάκριτων βομβαρδισμών από κυβερνητικές δυνάμεις και ένοπλες ομάδες. Οι κυβερνητικές δυνάμεις προέβησαν σε εξωδικαστικές εκτελέσεις 250 ατόμων».[43]
Επιπρόσθετα, η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR), στην πρόσφατη έκθεσή της αναφορικά με τις περιοχές Βόρειο Kivu, Νότιο Kivu και Ituri της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, επισημαίνει την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ανθρωπιστικής κατάστασης στις εν λόγω περιοχές από τον Νοέμβριο του 2022 και αναφέρει ότι η ένοπλη βία στις ανατολικές επαρχίες της Λ.Δ.Κ. κλιμακώθηκε τον Ιανουάριο του 2025.[44]
Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος (ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης 23/03/2026) σημειώθηκαν στην επαρχία της Kinshasa συνολικά 153 περιστατικά ασφαλείας (διαδηλώσεις, πολιτική βία, ανταρσία, καταστολή) τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 52 απώλειες.[45] O συνολικός πληθυσμός της επαρχίας της Kinshasa ανέρχεται στους 17.032.300 κατοίκους, σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις του 2024[46].
Μετά τα ανωτέρω, το Δικαστήριο προβαίνει στην εφαρμογή των προαναφερθέντων κριτηρίων επί των πραγματικών δεδομένων της παρούσας υπόθεσης.
Από τις πληροφορίες χώρας καταγωγής προκύπτει ότι, πράγματι, στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό υφίστανται πολλαπλές και σοβαρές ένοπλες συγκρούσεις, οι οποίες επηρεάζουν κυρίως τις ανατολικές επαρχίες της χώρας, ήτοι τις περιοχές του Βόρειου Kivu, Νότιου Kivu και Ituri, όπου καταγράφονται εκτεταμένα περιστατικά βίας, μαζικών εκτοπισμών και σοβαρών παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ωστόσο, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι ο τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή είναι η Kinshasa, ήτοι περιοχή η οποία δεν εμπίπτει στις ως άνω ζώνες ενεργών και εντατικών εχθροπραξιών. Τα διαθέσιμα ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα καταδεικνύουν ότι, παρά την ύπαρξη περιστατικών ασφάλειας, η ένταση και η έκταση της βίας στην εν λόγω περιοχή δεν προσεγγίζουν το επίπεδο εκείνο που θα επέτρεπε να χαρακτηριστεί η κατάσταση ως αδιάκριτη βία τέτοιας έντασης ώστε κάθε άμαχος, λόγω και μόνον της παρουσίας του εκεί, να διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Ειδικότερα, τα καταγεγραμμένα περιστατικά στην Kinshasa, σε συνάρτηση με το μέγεθος του πληθυσμού της, δεν καταδεικνύουν επίπεδο βίας που να πληροί το κατώφλι που έχει θέσει η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην απόφαση Elgafaji, ούτε προκύπτει ότι η βία ασκείται κατά τρόπο αδιάκριτο και γενικευμένο σε βαθμό που να καθιστά κάθε πολίτη εκτεθειμένο σε σοβαρή και προσωπική απειλή.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι ο Αιτητής δεν προέβαλε οποιαδήποτε προσωπικά χαρακτηριστικά ή περιστάσεις, τα οποία να τον καθιστούν ειδικώς ευάλωτο ή να τον διαφοροποιούν από τον γενικό πληθυσμό, ώστε να ενεργοποιείται η αρχή της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» που έχει αναπτύξει η νομολογία του ΔΕΕ. Αντιθέτως, πρόκειται για ενήλικο άνδρα, χωρίς αποδεδειγμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που να αυξάνουν τον κίνδυνο έκθεσής του σε βλάβη.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι, σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στην Kinshasa, δεν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας, κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ).
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου και αφού εξέτασα τόσο τη νομιμότητα όσο και την ουσία της υπό κρίση υπόθεσης, καταλήγω ότι το αίτημα του Αιτητή εξετάστηκε με την απαιτούμενη επιμέλεια σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και ευλόγως απορρίφθηκε η αίτησή του για διεθνή προστασία. Ορθά η Διοίκηση κατέληξε ότι τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης δεν στοιχειοθετούσαν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα, κατά τα άρθρα 3-3Δ του περί Προσφύγων Νόμου, αφού δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, πολιτικών αντιλήψεων ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας. Ομοίως, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Νόμου για τη χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας, καθόσον ο Αιτητής δεν απέδειξε βάσιμα ότι διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19(2).
Για τους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Ωστόσο, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι η Διοίκηση δεν προέβη στον ενδεδειγμένο διαχωρισμό των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή, καθότι δεν αξιολόγησε αυτοτελώς τον ισχυρισμό που αφορά τα περιστατικά διάδοσης του βιντεοληπτικού υλικού και την επικαλούμενη στοχοποίησή του, διακρίνοντάς τον από τον ισχυρισμό περί σεξουαλικού προσανατολισμού. Η εν λόγω πλημμέλεια, αν και δεν επηρέασε το τελικό αποτέλεσμα της υπόθεσης, δεδομένης της εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου να προβαίνει σε πλήρη έλεγχο ουσίας και της εκ νέου αξιολόγησης των ισχυρισμών, εντούτοις λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση των εξόδων.
Υπό το φως των ανωτέρω, επιβάλλονται έξοδα ύψους €500 υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π
[1] B.A v Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 12/2025)
[2] GURDHIAN SINGH, v ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ Δ/ΝΤΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 26/20)
[3] ARISTOTE BONSANGE MAMBULU v ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ.155/2023)
[4] βλ. ΕΟU ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 2273/2023, 28/2/2025, όπου η έντιμη συνάδελφος Δικαστής κα Ε. Ρήγα επεσήμανε τον κίνδυνο το εν λόγω μοντέλο να λειτουργήσει με κανονιστικό τρόπο, να ομογενοποιήσει τις εμπειρίες των αιτητών και να ενισχύσει στερεοτυπικές αντιλήψεις.
[5] EUAA, Evidence and Credibility Assessment — Judicial Analysis, 2nd edition, 2023, σ. 121 επ.
[6] ΕΔΔΑ, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, ό.π. υποσημείωση 20. Βλ. επίσης ΕΔΔΑ, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, RH κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 4601/14, σκέψη 58· ΕΔΔΑ, απόφαση της 20ης Ιουλίου 2010, N κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 23505/09, σκέψη 53· ΕΔΔΑ, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2010, RC κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 41827/07, σκέψη 50
[7] Άρθρο 13 του περί Προσφύγων Νόμου
[8] République Démocratique du Congo: Code pénal, 30 January 1940, available at: https://www.refworld.org/legal/legislation/natlegbod/1940/fr/54256, article 176: “A person who engages in activities against public decency will be liable to a term of imprisonment of eight days to three years and/or fined twenty-five to one thousand zaires” (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/03/2026)
[9] ACCORD, Anfragebeantwortung zur Demokratischen Republik Kongo: Lage homosexueller Personen (Diskriminierung, Repressionen) [a-11950], 20 Ιουλίου 2022, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/document/2078844.html; UN - CESCR, Concluding observations on the sixth periodic report of the Democratic Republic of the Congo, https://digitallibrary.un.org/record/3969917?ln=en&v=pdf , παρ. 28 – 29 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/03/2026)
[10] ILGA – International Lesbian, Gay, Bisexual, Trans and Intersex Association (Author): Our Identities Under Arrest; A global overview on the enforcemnt of laws criminalising consensual same-sex sexual acts between adults and diverse gender expression; 2021 First Edition, December 2021, https://www.ecoi.net/en/file/local/2094645/Our_Identities_Under_Arrest_2021.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/03/2026)
[11] Freedom House (Author): Freedom in the World 2024 - Democratic Republic of the Congo, 2024, https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2024; Freedom House (Author): Freedom in the World 2025 - Democratic Republic of the Congo, 2025, https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2025 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/03/2026)
[12] United Nations Security Council, ‘United Nations Organisation Stabilization Mission in the Democratic Republic of the Congo’, S/2024/689, 20 September 2024, παρα. 23, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/file/local/2116021/n2426062.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/03/2026)
[13] RSM - Rainbow Sunrise Mapambazuko: About Us, ohne Datum
https://www.rainbowsunrisemapambazuko.org/about_us στην οποία παραπέμπει η ACCORD, Anfragebeantwortung zur Demokratischen Republik Kongo: Lage homosexueller Personen (Diskriminierung, Repressionen) [a-11950], 20 Ιουλίου 2022 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/03/2026)
[14] ILGA Database, ‘Democratic Republic of the Congo’, https://database.ilga.org/democratic-republic-of-congo-lgbti (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/03/2026)
[15] United Nations Human Rights Council, National report submitted pursuant to Human Rights Council resolutions 5/1 and 16/21- Democratic Republic of the Congo, 4–15 November 2024, pp. 1, 17, https://docs.un.org/en/A/HRC/WG.6/47/COD/1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/03/2026)
[16] CESCR – UN Committee on Economic, Social and Cultural Rights: Concluding observations on the sixth periodic report of the Democratic Republic of the Congo [E/C.12/COD/CO/6], 28 March 2022, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/file/local/2072082/G2229422.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/03/2026)
[17] ILGA World / WEO - WEKA Organisation: Shadow report on social, economic and cultural rights of LGBTI people in the Democratic Republic of Congo; Submitted for the DRC review at the 71st Session of the Committee on Economic, Social and Cultural Rights (CESCR), February 2022, όπως παρατίθεται σε: ACCORD - Austrian Centre for Country of Origin and Asylum Research and Documentation: Anfragebeantwortung zur Demokratischen Republik Kongo: Lage homosexueller Personen (Diskriminierung, Repressionen) [a-11950], 20 July 2022, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/document/2078844.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/03/2026)
[18] ILGA World / WEO - WEKA Organisation: Shadow report on social, economic and cultural rights of LGBTI people in the Democratic Republic of Congo; Submitted for the DRC review at the 71st Session of the Committee on Economic, Social and Cultural Rights (CESCR), February 2022, όπως παρατίθεται σε: ACCORD - Austrian Centre for Country of Origin and Asylum Research and Documentation: Anfragebeantwortung zur Demokratischen Republik Kongo: Lage homosexueller Personen (Diskriminierung, Repressionen) [a-11950], 20 July 2022, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/document/2078844.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/03/2026)
[19] USDOS, 2022 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 20 March 2023, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2023/03/415610_CONGO-DEM-REP-2022-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/03/2026)
[20] Reuters, As Pope Francis visits Congo, LGBT+ activists cheer for perceived ally, 1 February 2023, https://www.reuters.com/world/africa/pope-francis-visits-congo-lgbt-activists-cheer-perceived-ally-2023-02-01/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/03/2026)
[21] USDOS , 2022 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 20 Μαρτίου 2023, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2023/03/415610_CONGO-DEM-REP-2022-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/03/2026)
[22] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 Απριλίου 2024, https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/03/2026)
[23] United Nations Human Rights Council, Summary of stakeholders’ submissions on the Democratic Republic of the Congo, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/file/local/2115950/g2415753.pdf, παρ. 13
[24] UNDP, Inclusive Governance Initiative: Democratic Republic of the Congo Baseline Report, 2022, UNDP-CD- igi-drc-baseline-report.pdf, σελ. 15
[25] Equaldex, LGBT Rights in Democratic Republic of the Congo, https://www.equaldex.com/region/democratic-republic-of-the-congo (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/03/2026)
[26] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 Απριλίου 2024, https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/democratic-republic-of-the-congo/; UN - CESCR, Concluding observations on the sixth periodic report of the Democratic Republic of the Congo https://digitallibrary.un.org/record/3969917?ln=en&v=pdf, παρ. 28 – 29 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/03/2026)
[27] ACCORD, Anfragebeantwortung zur Demokratischen Republik Kongo: Lage homosexueller Personen (Diskriminierung, Repressionen) [a-11950], 20 Ιουλίου 2022, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/document/2078844.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/03/2026)
[28] ILGA World / WEO - WEKA Organisation: Shadow report on social, economic and cultural rights of LGBTI people in the Democratic Republic of Congo; Submitted for the DRC review at the 71st Session of the Committee on Economic, Social and Cultural Rights (CESCR), February 2022, όπως παρατίθεται σε: ACCORD - Austrian Centre for Country of Origin and Asylum Research and Documentation: Anfragebeantwortung zur Demokratischen Republik Kongo: Lage homosexueller Personen (Diskriminierung, Repressionen) [a-11950], 20 July 2022, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/document/2078844.html, σελ. 5-6 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/03/2026)
[29] UNDP, Inclusive Governance Initiative: Democratic Republic of the Congo Baseline Report, 2022, UNDP-CD- igi-drc-baseline-report.pdf, σελ. 6 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/03/2026)
[30] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 Απριλίου 2024, https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/03/2026)
[31] WEO – WEKA Organisation: The South Kivu Report of Human Rights Violations on the Basis of Sexual Orientation and Gender Identity 2021, December 2021, όπως παρατίθεται σε: ACCORD - Austrian Centre for Country of Origin and Asylum Research and Documentation: Anfragebeantwortung zur Demokratischen Republik Kongo: Lage homosexueller Personen (Diskriminierung, Repressionen) [a-11950], 20 July 2022, διαθέσιμο σε:
https://www.ecoi.net/en/document/2078844.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/03/2026)
[32] Actu30, RDC : Le CSAC met en garde les médias contre la promotion de l’homosexualité et du lesbianism, 19 June 2023, https://actu30.cd/2023/06/rdc-le-csac-met-en-garde-les-medias-contre-la-promotion-de-lhomosexualite-et-du-lesbianisme/; Washington Blade, Congolese government cautions media not to promote LGBTQ-specific content, 23 June 2023, https://www.washingtonblade.com/2023/06/23/congolese-government-cautions-media-not-to-promote-lgbtq-specific-content/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/03/2026)
[33] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada: Democratic Republic of the Congo: Treatment of individuals based on their sexual orientation, gender identity and expression, and/or sex characteristics (SOGIESC) by society and authorities, including legislation, state protection and support services (2020–February 2022) [COD200957.E], 22 March 2022, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458565&pls=1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/03/2026)
[34] United Nations Human Rights Council, Summary of stakeholders’ submissions on the Democratic Republic of the Congo, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/file/local/2115950/g2415753.pdf, παρ. 49 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/03/2026)
[35] USDOS , 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 Απριλίου 2024, https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/03/2026)
[36] Belgium, CEDOCA, Republique Democratique du Congo: Minorités sexuelles et de genre, 15 December 2023, διαθέσιμο στα γαλλικά σε: coi_focus_rdc._les_minorites_sexuelles_et_de_genre_20231215.pdf, σελ. 13 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/03/2026)
[37] OASIS RD Congo, A propos de nous, https://oasisrdcongo.org/a-propos/
[38] MOPREDS, Mopreds Congo, https://mopredscongo.org/
[39] Savie ASBL, À propos, https://savieasblngo.org/a-propos
[40] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada: Democratic Republic of the Congo: Treatment of individuals based on their sexual orientation, gender identity and expression, and/or sex characteristics (SOGIESC) by society and authorities, including legislation, state protection and support services (2020–February 2022) [COD200957.E], 22 March 2022, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458565&pls=1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/03/2026)
[41] Ιστότοπος War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm -πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, Reporting Period July 2024-June 2025: At a Glance/ The Armed Conflicts/ Civilian Harm, διαθέσιμο σε: https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/03/2026)
[42] Ιστότοπος War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm -πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, Reporting Period July 2024-June 2025: The Humanitarian Situation (last updated on 28 January 2026), διαθέσιμο σε: https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/violations/#attacks-on-civilians (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/03/2026)
[43] AI, The State of the World's Human Rights; Democratic Republic Of The Congo 2024, 29 April 2025, διαθέσιμο σε: Human rights in Democratic Republic of the Congo Amnesty International (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/03/2026)
[44] UN High Commissioner for Refugees (UNHCR), UNHCR Position on Returns to North Kivu, South Kivu and Ituri in the Democratic Republic of the Congo – Update IV (Revision 1), p. 2-6, April 2025, https://www.refworld.org/policy/countrypos/unhcr/2025/en/149580 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/03/2026)
[45] Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Democratic Republic of Congo, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμη σε: https://acleddata.com/platform/explorer
[46] https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/03/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο