ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
28 Απριλίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
A.M.,
από Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό,
Αιτητή
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας,
μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου,
Καθ' ων η Αίτηση
Δικηγόρος για Αιτητή: Α. Καλλή (κα) για Χ. Γ. Σιαηλή
Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Ρ. Προδρόμου (κα) για Ι.Α. Γεωργίου (κος) , Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 30.11.2023, με την οποίαν απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας και αποφασίστηκε η επιστροφή του στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των
γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου ο οποίος κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).
Ο Αιτητής κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (στο εξής αναφερόμενη και ως «ΛΔΚ»), την οποία εγκατέλειψε στις 28.02.2021 και αφίχθηκε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές στις 02.03.2021. Αίτηση ασύλου υπέβαλε στις 22.03.2021 και ακολούθως προσεκλήθη τηλεφωνικώς και εγγράφως σε συνέντευξη στις 31.08.2023 στην οποία όμως δεν παρευρέθηκε, με αποτέλεσμα η Υπηρεσία Ασύλου να αποφασίσει το κλείσιμο του φακέλου και τη διακοπή της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή στις 27.09.2023. Στη συνέχεια, στις 25.10.2023 ο Αιτητής υπέβαλε αίτημα επανανοίγματος του φακέλου του και ακολούθως προσήλθε σε συνέντευξη στις 26.11.2023 με λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος υπέβαλε στις 27.11.2023 Έκθεση – Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 30.11.2023 την Εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή, απόφαση η οποία αποτελεί το αντικείμενο της υπό εξέταση προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Εξειδικεύοντας και περιορίζοντας στα πλαίσια της γραπτής αγόρευσης του ευπαιδεύτου δικηγόρου του, τους εγειρόμενους στην προσφυγή λόγους ακυρώσεως, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας, πλάνης περί τα πράγματα και περί έλλειψης αιτιολογίας και/ή επαρκούς αιτιολογίας.
Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, εξετάζοντας και αντικρούοντας έναν έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή υποβάλλοντας ότι αυτή λήφθηκε ορθώς και νομίμως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής ενάσκησης των εξουσιών που παρέχει ο Νόμος, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης καθώς και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Ισχυρίζονται περαιτέρω, ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν αποσείουν το βάρος απόδειξης, το οποίο ο ίδιος φέρει, τόσο ως προς τους λόγους ακυρώσεως που προωθεί με την προσφυγή, όσο και προς την ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης δυνάμει του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου. Τέλος, προωθούν πως οι λόγοι ακύρωσης τους οποίους προβάλλει ο Αιτητής δεν εγείρονται σύμφωνα με τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962 και δεν αναπτύσσονται επαρκώς και/ή δεν συγκεκριμενοποιούνται κατά την γραπτή αγόρευση του Αιτητή και ως εκ τούτου θεωρούνται νομολογιακά εγκαταλειφθέντες και δεν θα πρέπει να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Καταρχάς, μελετώντας την γραπτή αγόρευση του Αιτητή, διαπιστώνεται ότι πλην του λόγου ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας ο οποίος προωθείται επί τη βάση σχετικής επιχειρηματολογίας, οι λοιποί λόγοι ακυρώσεως προωθούνται με γενικόλογη, αόριστη και εν πολλοίς ρητορική αναφορά σε σειρά επιχειρημάτων, χωρίς ωστόσο να δίδονται οποιαδήποτε στοιχεία ή επιχειρήματα, που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του αυτούς. Πράττει δε τούτο, αντίθετα με τα όσα επιτάσσει ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962.[1]
Είναι διαχρονική η θέση της ημεδαπής νομολογίας ότι τα επίδικα θέματα στοιχειοθετούνται και προσδιορίζονται από τη δικογραφία[2], ενώ ξεκάθαρη είναι η απαίτηση για αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως, ούτως ώστε αυτά να μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο.[3]Σχετική είναι και η απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Χριστοδουλίδης ν. Πανεπιστήμιο Κύπρου, ECLI:CY:AD: 2018:C344, Α.Ε. 95/2012, ημερ. 06.07.2018, ECLI:CY:AD:2018:C344, ECLI:CY:AD:2018:C344, όπου επισημάνθηκε ακριβώς ότι η γενικότητα με την οποίαν παρατηρείται η δικογράφηση των νομικών ισχυρισμών έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και στην ουσία παρακωλύει την ορθή και σύννομη απονομή της δικαιοσύνης, διότι οι προσφεύγοντες καλυπτόμενοι πίσω από τη γενικότητα των ισχυρισμών τους, θεωρούν ότι δύνανται να εγείρουν οποιοδήποτε θέμα κατά τον τρόπο που επιθυμούν, αποπροσανατολίζοντας έτσι την υπόθεση από την ορθή της διάσταση, αλλά και με το Δικαστήριο να ασχολείται άνευ λόγου με σωρεία θεμάτων. Η έννοια του Κανονισμού 7 είναι η οριοθέτηση με λεπτομέρεια, (αυτή είναι η έννοια της λέξης «πλήρως»), ούτως ώστε τα επίδικα θέματα να περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, με τους διαδίκους να γνωρίζουν με ακρίβεια το λόγο που προωθείται η νομική εισήγηση, αλλά και το Δικαστήριο να ασχολείται μόνο με συγκεκριμένα ζητήματα και όχι με γενικότητες και αοριστολογίες.
Στην εξεταζόμενη λοιπόν υπόθεση δεν ήταν αρκετό να τεθεί στα νομικά σημεία της αιτήσεως ακυρώσεως αλλά και της μετέπειτα καταχωρισθείσας γραπτής αγόρευσης, με γενικόλογη και αόριστη επιχειρηματολογία, η παραβίαση κανόνων δικαίου κάτω από τη γενικότερη σφαίρα παραβίασης των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου, χωρίς ταυτόχρονα την εξειδίκευση και αναφορά στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και του τρόπου με τον οποίον οι αρχές αυτές παραβιάζονται.
Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, αυτό που επίσης παρατηρείται είναι πως πέραν από γενικόλογους λόγους ακυρώσεως, ο Αιτητής δεν προβάλει, στο πλαίσιο της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Υπενθυμίζεται ότι, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας το οποίο εξετάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc), κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει την ουσιαστική ορθότητα της επίδικης πράξεως (στο πλαίσιο πάντα που καθορίζουν οι ισχυρισμοί του εκάστοτε αιτητή). Συνεπώς η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής τέτοιων ισχυρισμών, αφού ακόμα και αν ήθελε υποτεθεί ότι συγκεκριμένοι λόγοι ακυρώσεως είναι βάσιμοι, καμία επίδραση δεν θα έχει, μία τέτοια κρίση, στο νομικό αποτέλεσμα που επήλθε με την προσβαλλόμενη απόφαση αφού ο Αιτητής δεν προβάλλει, ως οφείλει, ειδικούς και τεκμηριωμένους ισχυρισμούς που να δικαιολογούν την υπαγωγή του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, που είναι και το κρίσιμο στα πλαίσια της έκτασης του ελέγχου του παρόντος δικαστηρίου.[4]
Όλοι λοιπόν οι λόγοι ακυρώσεως, πλην αυτών που αφορούν στην έλλειψη δέουσας έρευνας, είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης ως γενικοί, αόριστοι αλλά και αλυσιτελείς και κατά τούτο απορρίπτονται στο σύνολό τους. Ανεξαρτήτως της ως άνω κατάληξης μου, ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν,[5] θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της υπόθεσης, σε συνάρτηση και με τον λόγο ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας.
Επί της ουσίας της υπόθεσης σε συνάρτηση με την κατ' ισχυρισμό έλλειψη δέουσας έρευνας
Αναφορικά με τη θέση του Αιτητή περί έλλειψη δέουσας έρευνας, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση.[6]
Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που οι Καθ' ων η αίτηση είχαν ενώπιόν τους.
Ειδικότερα, παρατηρώ ότι ο Αιτητής κατά την υποβολή της αίτησής του για διεθνή προστασία και ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα κατά-γωγής του, ο Αιτητής κατέγραψε ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του διότι βρέθηκε εμπλεκόμενος, τόσο εκείνος όσο και ο αδερφός του όντας εργαζόμενοι εκεί, σε μια υπόθεση υπεξαίρεσης μεγάλου χρηματικού ποσού από τα ταμεία του πρακτορείου CTA Matadi-Kongo. Ο Αιτητής υποστήριξε ότι την υπεξαίρεση πραγματοποίησε ο προϊστάμενος του πρακτορείου και δήλωσε ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο αδερφός του εργάζονταν στο τμήμα ασφαλείας του πρακτορείου (βλ. ερυθ 1 και 8 δ.φ.).
Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης, ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος ΛΔΚ, γεννημένος στην Κινσάσα. Σε μικρή ηλικία μετοίκησε στην πόλη Matadi όπου και διέμενε έως την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής. Είναι Καθολικός Χριστιανός στο θρήσκευμα και ανήκει στη φυλή Mukongo. Ως ο ίδιος ανέφερε, είναι διαζευγμένος και πατέρας δύο τέκνων τα οποία βρίσκονται στη ΛΔΚ με τους γονείς του Αιτητή. Οι γονείς του, τα τρία του αδέρφια και τα τέκνα του βρίσκονται στη Matadi. Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο δήλωσε πως είναι κάτοχος διπλώματος στη Λογιστική και πως ομιλεί τη Γαλλική και την Lingala. Αναφορικά με την επαγγελματική του εμπειρία δήλωσε ότι εργαζόταν ως οδηγός και υπεύθυνος πληρωμών των εξωτερικών υπαλλήλων εταιρείας μεταξύ των ετών 2015 και 2020 (βλ. ερυθ. 62-58 δ.φ.).
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης ότι εγκατέλειψε τη ΛΔΚ εξαιτίας της υπεξαίρεσης ενός χρηματικού ποσού από συγκεκριμένο πρακτορείο στο οποίο εργάζονταν αυτός και ο αδερφός του. Ειδικότερα, ο Αιτητής ανέφερε ότι, ενώ κατευθυνόταν προς την Κινσάσα, δέχθηκε τηλεφωνική κλήση από τον αδελφό του, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι ορισμένοι υπάλληλοι είχαν τεθεί υπό κράτηση, άλλοι είχαν αποχωρήσει, και ότι οι αρχές αναζητούσαν τον ίδιο. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, εγκατέλειψε άμεσα το όχημά του, επιβιβάστηκε σε ταξί και, το ίδιο βράδυ, συναντήθηκε με τον αδελφό του στην Κινσάσα. Περαιτέρω, δήλωσε ότι ο πατέρας τους τούς πληροφόρησε τηλεφωνικώς ότι και οι δύο αναζητούνταν και ότι οι αρχές τους αναζητούσαν στην οικογενειακή τους οικία. Τέλος, ανέφερε ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, αποφάσισαν από κοινού με τον αδελφό του να εγκαταλείψουν τη χώρα (βλ. ερυθ. 58 2Χ δ.φ.).
Ερωτηθείς σχετικά με την εταιρεία στην οποία εργαζόταν αυτός και ο αδερφός του, ο Αιτητής δήλωσε πως ονομαζόταν C.T.A., βρισκόταν στο λιμάνι του Matadi και επρόκειτο περί τελωνειακής εταιρείας (customs and exchanges company). Δήλωσε ότι ξεκίνησε να εργάζεται εκεί το 2015 και πως είχε καθήκοντα οδηγού και κάποια λογιστικά καθήκοντα, ήτοι ήταν υπεύθυνος για την πληρωμή υπαλλήλων της εταιρείας οι οποίοι εργάζονταν εκτός έδρας (βλ. ερυθ. 57 δ.φ.). Ο Αιτητής κατονόμασε τον προϊστάμενό του και ανέφερε ότι το ζήτημα της υπεξαίρεσης χρημάτων της εταιρείας είχε την απαρχή του το 2017, αποδίδοντάς το στον ίδιο τον προϊστάμενο και στον τρόπο με τον οποίο διαχειριζόταν τις πληρωμές των πελατών. Σε απάντηση σχετικής ερώτησης ως προς τον λόγο για τον οποίο κατηγορήθηκε ο ίδιος, ενώ υπεύθυνος φερόταν να είναι ο προϊστάμενός του, δήλωσε ότι συνολικά κατηγορήθηκαν περίπου επτά άτομα. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι δεν θα μπορούσε να απευθυνθεί στις αρχές της χώρας του, καθώς, κατά τα λεγόμενά του, αντί να προστατεύουν τους πολίτες, προβαίνουν σε δολοφονίες. Επιπλέον, ανέφερε ότι ο προϊστάμενός του ήταν ο πρώτος που αποχώρησε από την εταιρεία τον Δεκέμβριο του 2020 και ότι κατά τον ίδιο μήνα άρχισαν να στρέφονται κατηγορίες εναντίον του ιδίου για την υπεξαίρεση. Ωστόσο, πρόσθεσε ότι τόσο ο ιδιοκτήτης της εταιρείας όσο και η τράπεζα υπέβαλαν παράπονα εναντίον του προϊσταμένου του (βλ. ερυθ. 56-55 δ.φ.).Ο Αιτητής διευκρίνισε ότι τον αναζητούσε η αστυνομία, χωρίς όμως να βεβαιώνει εάν είχε εκδοθεί ένταλμα για τη σύλληψή του. Δήλωσε πως παρέμεινε κρυμμένος στην Κινσάσα με τον αδερφό του στην οικία ενός ξαδέρφου τους από το καλοκαίρι του 2020 έως το Φεβρουάριο του 2021 (βλ. ερ. 54 1Χ-4Χ δ.φ.).
Ερωτηθείς πως κατάφερε να φύγει νόμιμα από τη χώρα κάνοντας χρήση του διαβατηρίου του ενώ η αστυνομία τον αναζητούσε, ο Αιτητής εξήγησε ότι δε γνώριζαν που είναι και δεν τους είχαν κηρύξει καταζητούμενους. Σε ερώτηση σχετικά με το αν θα μπορούσε να επιστρέψει στη χώρα και να μετεγκατασταθεί σε κάποια άλλη περιοχή με ασφάλεια, ο Αιτητής δήλωσε πως αν επιστρέψει θα χάσει τη ζωή του, ενώ πρόσθεσε ότι οι αρχές της χώρας θα του επέτρεπαν την είσοδο σε περίπτωση επιστροφή του (βλ. ερ. 53 δ.φ.).
Ο Αιτητής προσκόμισε πέντε στο σύνολο έγγραφα-φωτοαντίγραφα στην γαλλική γλώσσα τα οποία δεν φαίνεται να έχουν μεταφραστεί. Τέσσερα εξ αυτών (βλ. ερυθ. 47 και 49-51 δ.φ.) τιτλοφορούνται Απόδειξη Παραλαβής (Accuse de Reception) ενώ το πέμπτο έγγραφο (βλ. ερυθ. 48 δ.φ.) τιτλοφορείται Απόδειξη Πληρωμής (Quittance de paiement) από τη Γενική Διεύθυνση Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης (Direction Generale de Douanes et Accises).
Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση
Προχωρώντας στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε, επί των όσων ο Αιτητής παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του από τους Καθ' ων η αίτηση, διαφαίνεται ότι ο Λειτουργός εντόπισε και εξέτασε δύο ισχυρισμούς:
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή και αυτός έγινε αποδεκτός.
Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε ότι ο Αιτητής κατηγορήθηκε από τον πρώην εργοδότη του για υπεξαίρεση χρημάτων. Ο Λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή ήταν ανακριβείς, αντιφατικές και στερούνταν της απαιτούμενης λεπτομέρειας. Ειδικότερα, επισήμανε ότι ο Αιτητής υπήρξε ασαφής ως προς τον τρόπο έναρξης των επίμαχων γεγονότων, καθώς αναφέρθηκε σε τραπεζικό έγγραφο στο οποίο καταδεικνυόταν ότι η εταιρεία πραγματοποιούσε καταθέσεις, χωρίς όμως να διευκρινίζει τη σημασία ή τη συνάφεια αυτού. Περαιτέρω, διαπιστώθηκε ότι δεν παρείχε επαρκείς εξηγήσεις αναφορικά με τα καθήκοντά του στην εταιρεία, ενώ υπέπεσε και σε αντιφάσεις, καθότι ισχυρίστηκε ότι δεχόταν παράπονα από πελάτες, ενώ προηγουμένως είχε δηλώσει ότι ο ρόλος του περιοριζόταν αποκλειστικά στη διαχείριση ζητημάτων που αφορούσαν το προσωπικό της εταιρείας. Όταν του επισημάνθηκε η εν λόγω αντίφαση, ο Αιτητής επέμεινε στους ισχυρισμούς του, χωρίς να αποκαθιστά τη συνοχή των λεγομένων του.
Επιπλέον, η δήλωσή του ότι η αστυνομία της ΛΔΚ προβαίνει σε ανθρωποκτονίες και ότι, ως εκ τούτου, δεν θα μπορούσε να απευθυνθεί σε αυτήν, κρίθηκε μη εύλογη, ιδίως ενόψει του ότι, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, διέθετε αποδεικτικά στοιχεία που τεκμηρίωναν την αθωότητά του. Ανακριβείς κρίθηκαν επίσης οι ισχυρισμοί του περί εμπλοκής άνω των επτά ατόμων στην υπόθεση υπεξαίρεσης, καθώς και οι αναφορές του στις υποτιθέμενες οδηγίες της αστυνομίας προς τους εμπλεκόμενους να καταβάλουν τα επίμαχα ποσά, οι οποίες κρίθηκαν μεταξύ τους αντιφατικές.
Τέλος, ως προς τον ισχυρισμό του ότι κατάφερε να εγκαταλείψει τη χώρα με τον αδελφό του ενώ καταζητούνταν, ο Λειτουργός έκρινε μη πειστικές τις εξηγήσεις του ότι, παρότι είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης, δεν του είχε επιδοθεί επειδή δεν συνελήφθη, καθώς και ότι δεν συνελήφθησαν στο αεροδρόμιο λόγω μη έκδοσης εντάλματος εις βάρος τους.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του, κρίθηκε ότι οι προσκομισθείσες αποδείξεις πληρωμών της εταιρείας στην οποία εργαζόταν δεν τεκμηριώνουν κάτι ουσιώδες σε σχέση με τους ισχυρισμούς του Αιτητή, και ως εκ τούτου ο ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.
Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου, ενόψει του ισχυρισμού, ο οποίος έγινε αποδεκτός, ήτοι των προσωπικών στοιχείων του Αιτητή, ο Λειτουργός έκρινε, αφού έλαβε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή (άνδρας, ενήλικος, υγιής και χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, ο οποίος έχει λάβει πανεπιστημιακή εκπαίδευση, εργαζόταν στην Κινσάσα και έχει συγγενείς α’ βαθμού εκεί) και την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ, ότι δεν συντρέχει εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσει δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του και στον τόπο συνήθους διαμονής του την Κινσάσα.
Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στη ΛΔΚ, δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, εφόσον η χώρα καταγωγής του δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Η εκτίμηση του Δικαστηρίου
Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως των εφαρμοστέων νομοθετικών διατάξεων και μελετώντας επισταμένως τόσο την Εισηγητική Έκθεση του Λειτουργού όσο και το σύνολο των ισχυρισμών του Αιτητή, ως αυτοί προβλήθηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία, καταλήγω στα ακόλουθα:
Αρχικά, συντάσσομαι με την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση ως προς την αποδοχή του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, τον οποίο και αποδέχομαι. Οι δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τον τόπο καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής του κρίνονται, στο σύνολό τους, σαφείς, επαρκείς και εσωτερικά συνεκτικές. Ο Αιτητής παρείχε συγκεκριμένες πληροφορίες ως προς τον τόπο γέννησης (Κινσάσα), τον τόπο διαμονής (Matadi), την οικογενειακή του κατάσταση, το μορφωτικό του επίπεδο και την επαγγελματική του δραστηριότητα, χωρίς να προκύπτουν ουσιώδεις αντιφάσεις ή ασάφειες επί των στοιχείων αυτών. Περαιτέρω, οι δηλώσεις του ως προς το προσωπικό και κοινωνικό του προφίλ εντάσσονται σε ένα λογικά συνεκτικό και ευλογοφανές πλαίσιο, το οποίο δεν αντικρούεται από τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου. Συνεπώς, ο πρώτος ισχυρισμός περί ταυτότητας και προφίλ του Αιτητή γίνεται αποδεκτός ως εσωτερικά αξιόπιστος.
Αντιθέτως, αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι την κατ’ ισχυρισμό εμπλοκή του Αιτητή σε υπόθεση υπεξαίρεσης και την επακόλουθη αναζήτησή του από τις αρχές της χώρας καταγωγής του, συντάσσομαι με την απορριπτική κρίση των Καθ’ ων η αίτηση, καθότι οι σχετικές δηλώσεις του Αιτητή δεν πληρούν τα κριτήρια της εσωτερικής αξιοπιστίας.
Ειδικότερα, διαπιστώνονται ουσιώδεις ασάφειες ως προς τον τρόπο έναρξης των επίμαχων γεγονότων, καθότι ο Αιτητής αναφέρεται αορίστως σε τραπεζικά έγγραφα και καταθέσεις της εταιρείας, χωρίς να καθίσταται σαφής η σύνδεσή τους με την καταγγελλόμενη υπεξαίρεση. Περαιτέρω, οι δηλώσεις του ως προς τα καθήκοντά του στην εταιρεία εμφανίζουν έλλειψη συνοχής, δεδομένου ότι, ενώ αρχικώς περιέγραψε τον ρόλο του ως περιοριζόμενο στη διαχείριση πληρωμών υπαλλήλων, εν συνεχεία ισχυρίστηκε ότι δεχόταν παράπονα από πελάτες, χωρίς να παρέχει επαρκή εξήγηση για την προφανή αυτή διαφοροποίηση. Όταν δε του επισημάνθηκε η αντίφαση, δεν κατόρθωσε να την άρει με τρόπο πειστικό, παραμένοντας ασαφής και μη συνεκτικός.
Επιπλέον, οι αναφορές του ως προς τον αριθμό των εμπλεκομένων προσώπων (περί τα επτά άτομα), καθώς και ως προς τις φερόμενες ενέργειες της αστυνομίας, περιλαμβανομένων των οδηγιών προς καταβολή χρημάτων, κρίνονται αόριστες και μεταξύ τους αντιφατικές. Περαιτέρω, η δήλωσή του ότι δεν θα μπορούσε να απευθυνθεί στις αρχές της χώρας του, διότι αυτές «σκοτώνουν κόσμο», δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένα περιστατικά ή εξατομικευμένα στοιχεία και δεν εναρμονίζεται με τον ισχυρισμό του ότι διέθετε αποδεικτικά στοιχεία που τεκμηρίωναν την αθωότητά του.
Τέλος, ως προς τις περιστάσεις αναχώρησής του από τη χώρα, οι εξηγήσεις του Αιτητή κρίνονται αντιφατικές και μη εύλογες. Ειδικότερα, δεν καθίσταται σαφές εάν είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εις βάρος του, ενώ η δυνατότητα νόμιμης εξόδου του από τη χώρα, παρά τον ισχυρισμό ότι καταζητείτο, δεν εξηγείται με συνεκτικό τρόπο. Οι σχετικοί ισχυρισμοί περί μη εντοπισμού του από τις αρχές ή μη έκδοσης εντάλματος δεν συνάδουν με την περιγραφή περί άμεσης και ενεργής αναζήτησής του.
Υπό το φως των ανωτέρω, προκύπτει ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός χαρακτηρίζεται από έλλειψη εσωτερικής συνοχής, σαφήνειας και επαρκούς λεπτομέρειας, στοιχεία τα οποία υπονομεύουν την αξιοπιστία του, και ως εκ τούτου δεν δύναται να γίνει αποδεκτός.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, το Δικαστήριο προχώρησε σε έρευνα αναφορικά με την εταιρεία στην οποία ισχυρίζεται ότι εργαζόταν ο Αιτητής και ο αδερφός του, από την οποία προέκυψε ότι η Customs and Trading Agency (CTA) είναι εταιρεία διαμεταφοράς και τελωνειακού εκπροσώπου με έδρα την Κινσάσα, στη ΛΔΚ. Η εταιρεία δραστηριοποιείται νόμιμα βάσει της υπ' αριθμ. 00015 άδειας του Υπουργείου Οικονομικών της ΛΔΚ, η οποία χορηγήθηκε στις 2 Ιανουαρίου 2005. Η κύρια επαγγελματική της δραστηριότητα περιλαμβάνει θαλάσσια και αεροπορική διαμεταφορά, εκτελωνισμό εισαγωγών και εξαγωγών, αποθήκευση, οδική μεταφορά και παραλαβή εμπορευμάτων. Σύμφωνα με τον επίσημο ιστότοπό της[7], η έδρα της εταιρείας βρίσκεται στη διεύθυνση 203, Avenue Kwango, Commune de la Gombe, Κινσάσα. Η εταιρεία διατηρεί επίσης ενεργή παρουσία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (Facebook, Instagram, YouTube υπό το προφίλ @ctardc) και επίσημο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στη διεύθυνση contact@customstradingagency.com. Μεταξύ των εταίρων-πελατών που αναφέρονται στον ιστότοπο περιλαμβάνονται η Πρεσβεία των ΗΠΑ στην Κινσάσα, το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα (PAM/WFP) και η Κεντρική Τράπεζα του Κονγκό (BCC).
Παρά την εκτεταμένη διαδικτυακή έρευνα σε γαλλόφωνες και αγγλόφωνες πηγές (συμπεριλαμβανομένων μέσων ενημέρωσης στη ΛΔΚ), δεν εντοπίστηκε καμία δημοσιευμένη πληροφορία σχετικά με υπόθεση υπεξαίρεσης ή οικονομικής απάτης με εμπλοκή της CTA γύρω στο 2020 ή σε άλλη χρονική περίοδο.
Αξιολογώντας την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, ήτοι την κατ’ ισχυρισμό εμπλοκή του Αιτητή σε υπόθεση υπεξαίρεσης στην εταιρεία Customs and Trading Agency (CTA), υπό το φως των διαθέσιμων αντικειμενικών πληροφοριών χώρας καταγωγής (COI), καταλήγω στα ακόλουθα:
Καταρχάς, επιβεβαιώνεται ότι η εταιρεία CTA αποτελεί υπαρκτή και νόμιμα λειτουργούσα επιχείρηση στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, με αντικείμενο δραστηριότητας συναφές με όσα περιέγραψε ο Αιτητής, ήτοι υπηρεσίες διαμεταφοράς, εκτελωνισμού και συναφών τελωνειακών εργασιών. Η ύπαρξη επίσημης άδειας λειτουργίας, η δηλωμένη έδρα της στην Κινσάσα, καθώς και η παρουσία της σε δημόσια προσβάσιμες διαδικτυακές πλατφόρμες και συνεργασίες με διεθνείς οργανισμούς και κρατικούς φορείς, συνάδουν με την περιγραφή που παρείχε ο Αιτητής ως προς τη φύση της εταιρείας. Υπό την έννοια αυτή, επιμέρους πτυχές του ισχυρισμού του, που αφορούν την ταυτότητα και δραστηριότητα της εταιρείας, επιβεβαιώνονται εξωτερικά.
Ωστόσο, το κρίσιμο σκέλος του ισχυρισμού, ήτοι η ύπαρξη υπόθεσης υπεξαίρεσης χρημάτων και η εμπλοκή εργαζομένων της εταιρείας σε αυτήν, δεν επιβεβαιώνεται από καμία αξιόπιστη εξωτερική πηγή. Ειδικότερα, από εκτενή έρευνα σε γαλλόφωνες και αγγλόφωνες πηγές πληροφόρησης, περιλαμβανομένων μέσων ενημέρωσης της ΛΔΚ, δεν προέκυψε οποιαδήποτε αναφορά σε περιστατικό οικονομικής απάτης ή υπεξαίρεσης που να συνδέεται με την CTA, είτε κατά το έτος 2020 είτε σε άλλη χρονική περίοδο.
Η πλήρης απουσία σχετικών αναφορών αποκτά ιδιαίτερη σημασία, λαμβανομένου υπόψη ότι πρόκειται για εταιρεία με εμφανή δημόσια παρουσία και συνεργασίες με σημαντικούς διεθνείς και κρατικούς φορείς, γεγονός που θα καθιστούσε ευλόγως αναμενόμενη την καταγραφή ενός τέτοιου σοβαρού περιστατικού σε δημόσιες πηγές, εφόσον αυτό είχε πράγματι λάβει χώρα. Αντιθέτως, δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε ένδειξη που να στηρίζει τον ισχυρισμό του Αιτητή περί ύπαρξης σχετικής υπόθεσης.
Περαιτέρω, τα προσκομισθέντα από τον Αιτητή έγγραφα, τα οποία αφορούν αποδείξεις πληρωμών και παραλαβής από τελωνειακές αρχές, δεν συνδέονται άμεσα με τον ισχυρισμό περί υπεξαίρεσης ούτε τεκμηριώνουν εμπλοκή του ιδίου ή τρίτων προσώπων σε παράνομες δραστηριότητες. Ως εκ τούτου, δεν ενισχύουν την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού.
Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνεται ότι, παρά την επιβεβαίωση της ύπαρξης της εταιρείας και της γενικής φύσης των δραστηριοτήτων της, το ουσιώδες μέρος του δεύτερου ισχυρισμού, ήτοι η καταγγελλόμενη υπεξαίρεση και οι συνέπειές της για τον Αιτητή, δεν επιβεβαιώνεται από αντικειμενικές και αξιόπιστες πηγές. Συνεπώς, η εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού δεν στοιχειοθετείται.
Υπό το φως των προλεχθέντων και των ισχυρισμών του Αιτητή που έχουν γίνει αποδεκτοί από το παρόν Δικαστήριο, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν διαπιστώνονται δείκτες κινδύνου έναντι της ζωής του, σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ, ιδιαιτέρως υπό τον ορισμό και προϋποθέσεις του προφίλ του πρόσφυγα, άρθρο 1Α της Συνθήκης της Γενεύης και άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα υπαγωγής της στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας, ή αλλιώς συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Το άρθρο 19(1) προβλέπει ότι επικουρική προστασία αναγνωρίζεται σε αιτητή, ο οποίος, μολονότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3, αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Η έννοια της «σοβαρής βλάβης» περιορίζεται εξαντλητικά στις περιπτώσεις του άρθρου 19(2), ήτοι στη θανατική ποινή ή εκτέλεση, στα βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, και στη σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των περιπτώσεων (α) και (β) του άρθρου 19(2). Συνεπώς, εξετάζεται αποκλειστικά η εφαρμογή της περίπτωσης (γ).
Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την εκτίμηση της ύπαρξης αδιάκριτης βίας λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η ένταση και η διάρκεια της ένοπλης σύρραξης, ο βαθμός οργάνωσης των εμπλεκομένων δυνάμεων, η γεωγραφική έκταση της βίας, καθώς και η ύπαρξη επιθέσεων κατά αμάχων (βλ. απόφαση ΔΕΕ, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland[8]). Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie[9] η σοβαρή και προσωπική απειλή κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ προϋποθέτει εξαιρετική κατάσταση, στην οποία το επίπεδο της αδιάκριτης βίας είναι τόσο υψηλό ώστε η απλή παρουσία του αμάχου στην οικεία περιοχή να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Στη βάση της νομολογίας αυτής, προς τον σκοπό εξέτασης των προϋποθέσεων που διαλαμβάνει το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως αυτός ενσωματώνει το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[10] και λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης του Αιτητή, προχώρησα σε έρευνα σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την Κινσάσα της ΛΔΚ, από την οποία προέκυψε ότι δεν δραστηριοποιούνται μη κρατικοί ένοπλοι φορείς στην Κινσάσα, αλλά μόνον στις ανατολικές περιοχές της ΛΔΚ.[11]
Ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ανέτρεξα σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Κινσάσα, εκ των οποίων προέκυψαν τα ακόλουθα:
· Το War Watch [πρώην Rule of Law in Armed Conflicts project (RULAC)] της Ακαδημίας
Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Γενεύης, στην επισκόπησή του για την κατάσταση ασφαλείας στη Λ.Δ.Κ. ανέφερε ότι η χώρα εμπλέκεται σε αρκετές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις στο έδαφός της εναντίον ορισμένων ένοπλων ομάδων καθώς και σε διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις.[12]
· Στις 2 Φεβρουαρίου του 2026, η κυβέρνηση της Λ.Δ.Κ. και η οργάνωση M23 υπέγραψαν στη Ντόχα τους όρους αναφοράς για την εφαρμογή εκεχειρίας.[13] Παρά την συμφωνία στη Ντόχα, η κυβέρνηση του Κονγκό και η M23 συνέχισαν να ανταλλάσσουν κατηγορίες για παραβιάσεις.[14] Στις 2 Φεβρουαρίου, οι αρχές του Κονγκό κατηγόρησαν την M23 ότι εξαπέλυσε επίθεση με drone κατά του αεροδρομίου Κισανγκάνι στη βορειοανατολική Λ.Δ.Κ. το οποίο επαληθεύθηκε την επόμενη ημέρα από την οργάνωση, η οποία ισχυρίστηκε ότι η επίθεση έλαβε χώρα διότι η κυβέρνηση του Κονγκό χρησιμοποιούσε το αεροδρόμιο ως βάση για αεροπορικές επιχειρήσεις κατά των θέσεών της.[15] Η εκεχειρία τέθηκε σε ισχύ στις 18 Φεβρουαρίου κατόπιν της σύμφωνης γνώμης και των δύο μερών.[16] Παρά την συμφωνία, αμφότερα μέλη αλληλοκατηγορήθηκαν για παραβίαση της συμφωνίας∙ στην Ουβίρα, πολίτες αναζήτησαν καταφύγιο σε ένα πρόχειρο στρατόπεδο ώστε να αποφύγουν τις εχθροπραξίες.[17] Σύμφωνα με ομάδες της κοινωνίας των πολιτών, δυνάμεις Wazalendo που υποστηρίζουν το Κονγκό συγκρούστηκαν με μαχητές Twirwaneho που υποστηρίζονται από το M23 στο ανατολικό τμήμα της χώρας.[18] Άρθρο τοπικού τύπου, δημοσιευθέν στις 26 Φεβρουαρίου 2026, αναφέρει ότι οι μαχητές της M23 ανακατέλαβαν δύο χωριά στο North Kivu, μία ημέρα αφότου είχαν απωλέσει τον έλεγχό τους.[19]
· Ως αναφέρεται σε μία έκθεση του Centre for Documentation and Research (Cedoca) σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα, δημοσιευθείσα τον Οκτώβριο του 2025, που κάνει επίκληση σε έτερες πηγές, τον Ιανουάριο του 2025, μετά την κατάληψη της Goma από την M23, διαδηλωτές επιχείρησαν να επιτεθούν σε αρκετές πρεσβείες στην πρωτεύουσα, μεταξύ άλλων της Γαλλίας, του Βελγίου και των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς και σε γραφεία του ΟΗΕ.[20] Περαιτέρω, ως αναφέρεται στην ίδια έκθεση, το United Nations Joint Human Rights Office (UNJHRO) κατατάσσει την επαρχία της Κινσάσα μεταξύ αυτών που δεν επηρεάζονται από ένοπλες συγκρούσεις.[21] Σύμφωνα με τα μηνιαία δελτία παρακολούθησης συγκρούσεων του International Crisis Group, δεν διαφαίνεται να έχουν σημειωθεί περιστατικά στην Κινσάσα από τον Ιανουάριο του 2025.[22]
· Οι πιο πρόσφατες εκθέσεις της Human Rights Watch και της Διεθνούς Αμνηστίας δεν κάνουν λόγο για προβλήματα ασφαλείας στην Κινσάσα.[23] Η έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας για τα γεγονότα του 2024 σημειώνει ότι καταγράφηκαν διαδηλώσεις σε εθνικό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένων στην πρωτεύουσα Κινσάσα για την ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των M23 και των κυβερνητικών δυνάμεων της Λ.Δ.Κ. και των συμμάχων.[24]
Ως προς τα περιστατικά ασφαλείας που σημειώθηκαν στην Κινσάσα κατά το τελευταίο έτος, σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 20.03.2026), στην εν λόγω περιοχή, καταγράφηκαν 153 περιστατικά ασφαλείας από τα οποία επήλθαν 53 θάνατοι.[25] Συγκεκριμένα σε σχέση με τα περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), αυτά ανήλθαν σε 54 περιστατικά στην περιοχή Κινσάσα, από τα οποία προκλήθηκαν 50 θάνατοι.[26] Σημειώνεται πως ο πληθυσμός για την Κινσάσα σύμφωνα με εκτιμήσεις για το 2026 ανέρχεται σε 18,552,800 κατοίκους.[27]
Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν προκύπτει εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει, σε περίπτωση επιστροφής του στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και ειδικότερα στον τόπο συνήθους διαμονής του, κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ούτε διαφαίνεται ότι εκτίθεται σε κίνδυνο εκ μόνου του λόγου της παρουσίας του στην εν λόγω περιοχή.
Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, παρατηρώ ότι πρόκειται για ενήλικα άνδρα, ο οποίος, κατά τις δηλώσεις του, είναι υγιής, κάτοχος διπλώματος στη Λογιστική και διαθέτει επαρκές μορφωτικό επίπεδο. Περαιτέρω, είναι ικανός προς εργασία, έχοντας αποκτήσει επαγγελματική εμπειρία ως οδηγός και υπεύθυνος πληρωμών εξωτερικών υπαλλήλων σε εταιρεία, γεγονός που καταδεικνύει επαγγελματική επάρκεια και δυνατότητα επανένταξης στην αγορά εργασίας. Επιπλέον, διατηρεί οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του, καθότι οι γονείς του, τα αδέλφια του και τα τέκνα του διαμένουν στη Matadi. Δεν προκύπτουν στοιχεία ευαλωτότητας ή ιδιαίτερα προσωπικά χαρακτηριστικά που να τον καθιστούν εκτεθειμένο σε αυξημένο κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε ούτε τεκμηρίωσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε συγκεκριμένο και εξατομικευμένο στοιχείο που να καταδεικνύει ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, θα περιέλθει σε δυσμενή θέση ή θα αντιμετωπίσει πραγματικό και προσωπικό κίνδυνο.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, είναι η κατάληξή μου ότι ορθώς κρίθηκε και επί της ουσίας ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων και, περαιτέρω, ορθώς θεωρήθηκε ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται από την οικεία νομοθεσία (άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου).
Συνακόλουθα, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του Αιτητή.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 : « Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
[2] Βλ. ενδεικτικά Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά. (1993) 3 Α.Α.Δ. 598.
[4] «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου», Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 247 και «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο», Εκδόσεις Σάκκουλα Έκτη Έκδοση, 2014, Π. Δ. Δαγτόγλου, σ. 552.
[5] Άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018).
[6] Απόφαση αρ. 128/2008, JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 01.02.2010.
[8] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland
[9] Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji ;κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009
[10] ΟΔΗΓΙΑ 2011/95/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση).
[11] βλ. ενδεικτικά RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.rulac.org/news/drc-a-new-conflict-in-ituri-involving-the-cooperative-for-development-of-th, UN Security Council Resolutions για τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό στη διεύθυνση: https://www.securitycouncilreport.org/un-documents/democratic-republic-of-the-congo/ , καθώς και το πλέον πρόσφατο ψήφισμα που υιοθετήθηκε στις 30/06/2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.securitycouncilreport.org/atf/cf/%7B65BFCF9B-6D27-4E9C-8CD3-CF6E4FF96FF9%7D/s_res_2641.pdf, HRW, Democratic Republic of Congo, Events of 2021, 13 January 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.hrw.org/world-report/2022/country-chapters/democratic-republic-congo, UNHCR, Attacks by armed groups displace 20 000 civilians in eastern DRC, 16 July 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.unhcr.org/news/briefing/2021/7/60f133814/attacks-armed-group-displace-20000-civilians-eastern-drc.html , USAID, Democratic Republic of the Congo - Complex Emergency, Fact Sheet #3, 13 May 2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.usaid.gov/sites/default/files/documents/2022-05-13_USG_Democratic_Republic_of_the_Congo_Complex_Emergency_Fact_Sheet_3_0.pdf και CFA, Global Conflict Tracker, Center for Preventive Action, Instability in the Democratic Republic of Congo, last updated 03 August 2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.cfr.org/global-conflict-tracker/conflict/violence-democratic-republic-congo (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/08/2025)
[12] War Watch, Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, Reporting period: July 2023 – June 2025, τελευταία ενημέρωση 28 Ιανουαρίου 2026, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-cong… (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)
[13] Security Council Report, March 2026 Monthly Forecast, 2 Μαρτίου 2026, https://www.securitycouncilreport.org/monthly-forecast/2026-03/democratic-republic-of-the-congo-33.php (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/03/2026)
[14] Security Council Report, March 2026 Monthly Forecast, 2 Μαρτίου 2026, https://www.securitycouncilreport.org/monthly-forecast/2026-03/democratic-republic-of-the-congo-33.php (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)
[15] Security Council Report, March 2026 Monthly Forecast, 2 Μαρτίου 2026, https://www.securitycouncilreport.org/monthly-forecast/2026-03/democratic-republic-of-the-congo-33.php (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)
[16] Security Council Report, March 2026 Monthly Forecast, 2 Μαρτίου 2026, https://www.securitycouncilreport.org/monthly-forecast/2026-03/democratic-republic-of-the-congo-33.php (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)
[17] Africa News, Fighting resumes in eastern DRC in violation of ceasefire deal, 23 Φεβρουαρίου 2026, https://www.africanews.com/2026/02/23/fighting-resumes-in-eastern-drc-in-violation-of-ceasefire-deal/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)
[18] Africa News, Fighting resumes in eastern DRC in violation of ceasefire deal, 23 Φεβρουαρίου 2026, https://www.africanews.com/2026/02/23/fighting-resumes-in-eastern-drc-in-violation-of-ceasefire-deal/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)
[19] Actualite.cd, Masisi : les rebelles de l’AFC/M23 reprennent le contrôle de Kasenyi et Luke après de violents combats, 26 Φεβρουαρίου 2026, https://actualite.cd/2026/02/26/masisi-les-rebelles-de-lafcm23-reprennent-le-controle-de-kasenyi-et-luke-apres-de (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)
[20] Cedoca, COI Focus Republique Democratique Du Congo Situation sécuritaire à Kinshasa, 14 Οκτωβρίου 2025, σελ. 7, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_a_kinshasa_20251015.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026); Le Monde, En RDC, plusieurs ambassades, dont celles de la France et du Rwanda, attaquées par des manifestants pour dénoncer la guerre dans l’Est, 29 Ιανουαρίου 2025, https://www.lemonde.fr/afrique/article/2025/01/28/en-rdc-la-ville-de-goma-toujours-sous-les-tirs-plusieurs-ambassades-attaquees-a-kinshasa_6519926_3212.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026); International Crisis Group, Tracking Conflict Worldwide, Democratic Republic of Congo, Ιανουάριος 2025, https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/database?created=&location%5B0%5D=7&page=1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)
[21] Cedoca, COI Focus Republique Democratique Du Congo Situation sécuritaire à Kinshasa, 14 Οκτωβρίου 2025, σελ. 8, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_a_kinshasa_20251015.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)
[22] International Crisis Group, Tracking Conflict Worldwide, Democratic Republic of Congo, https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/database?location%5B%5D=7&crisis_state=&created=-12+months&from_month=1&from_year=2025&to_month=1&to_year=2025 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)
[23] Human Rights Watch, World Report 2025, Democratic Republic of Congo Events of 2024, https://www.hrw.org/world-report/2025/country-chapters/democratic-republic-congo (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης30/03/2026); Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2024, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)
[24] Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2024, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)
[25] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Events/ Fatalities, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)
[26] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Events/ Fatalities, Political Violence, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)
[27] World Population Review, DR Congo – Kinshasa, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο