H.N ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 232/25, 6/4/2026
print
Τίτλος:
H.N ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 232/25, 6/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 232/25

06 Απριλίου 2026

[Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

H.N

Αιτήτρια

-και-

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η Αίτηση

  ....................

 

 

Κωνσταντίνος Ταμπουρλάς (κος) Δικηγόρος για την Αιτήτρια

Μάσσιμος  Αμπελώμος (κος), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ' ων η Αίτηση

Η Αιτήτρια είναι παρόν.

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Δ. Κατσαρίδης Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η Αιτήτρια με την παρούσα προσφυγή, αξιώνει την ακύρωση της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 03/12/2024, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 02/01/2025, και με την οποία έλαβε γνώση της απόρριψης της αίτησής της για παραχώρηση σε αυτήν καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 και 19 του Περί Προσφύγων Νόμου.   

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Όπως εκτίθεται στην ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ’ ων η Αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φακέλου (εφεξής «Δ.Φ.») της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής, η Αιτήτρια είναι υπήκοος Σιέρα Λεόνε.

Στις 28.12.2022 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση διεθνούς προστασίας στην Κυπριακή Δημοκρατία, προσκομίζοντας το σχετικό έντυπο της Υπηρεσίας Ασύλου, ενώ κατά την ίδια ημερομηνία εκδόθηκε Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας.

Ακολούθως, στις 03.12.2024 πραγματοποιήθηκε η προσωπική συνέντευξη της Αιτήτριας ενώπιον αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου. Εν συνεχεία, κατά την ίδια ημερομηνία, ο εν λόγω λειτουργός συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας.

Η εισήγηση αυτή έγινε αποδεκτή από τον αρμόδιο Προϊστάμενο αυθημερόν, οπότε και εκδόθηκε η απορριπτική απόφαση, με την οποία διατάχθηκε η επιστροφή της Αιτήτριας στη Σιέρα Λεόνε.

Η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 02.01.2025, ενώ στις 30.01.2025 η Αιτήτρια καταχώρισε την παρούσα προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, με αριθμό 232/2025.

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΜΟΙ

Δια της συνηγόρου της, η Αιτήτρια παραθέτει στο εισαγωγικό δικόγραφο της διαδικασίας πλείονες λόγους ακύρωσης, χωρίς αυτοί να συνοδεύονται από σαφή αιτιολογία ή παραπομπή σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία του διοικητικού φακέλου.

Δια μέσου της γραπτής αγόρευσης, η συνήγορος της Αιτήτριας προωθεί ως λόγους ακύρωσης τον ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε χωρίς τη δέουσα έρευνα, καθώς και τον ισχυρισμό ότι η απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας και ότι εκδόθηκε κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και υπό συνθήκες δυσμενούς διάκρισης.

Περαιτέρω, προβάλλει ότι η διαδικασία της προσωπικής συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου δεν διεξήχθη κατά τρόπο που να διασφαλίζει την ελεύθερη και ανεπηρέαστη έκθεση των ισχυρισμών της Αιτήτριας.

Ειδικότερα, αναφέρει ότι, πριν από την έναρξη της συνέντευξης, ο αρμόδιος λειτουργός φέρεται να δήλωσε στην Αιτήτρια ότι δεν επρόκειτο να ακούσει ή να αποδεχθεί οποιονδήποτε ισχυρισμό σχετικό με τη μυστική κοινωνία Bondo και ότι, εάν επιθυμούσε να παραμείνει στη Δημοκρατία, όφειλε να αναφέρει ότι είχε μεταβεί στην Κύπρο για σκοπούς φοίτησης και εργασίας, διαβεβαιώνοντάς την ότι θα τη βοηθούσε.

Υπό το κράτος φόβου και πίεσης, η Αιτήτρια συμμορφώθηκε με την εν λόγω «εισήγηση».

Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση, διά της γραπτής τους αγόρευσης, υπεραμύνθηκαν της νομιμότητας και της κανονικότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι η απόφαση εκδόθηκε ορθώς και νομίμως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής άσκησης των εκ του νόμου παρεχόμενων εξουσιών, αφού ελήφθησαν υπόψη όλα τα συναφή γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Επικαλούνται, περαιτέρω, ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.

Κατά την ακροαματική διαδικασία, η συνήγορος της Αιτήτριας επανέλαβε τον ισχυρισμό ότι, πριν από την έναρξη της συνέντευξής της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ο αρμόδιος λειτουργός ανέφερε στην Αιτήτρια ότι δεν επιθυμούσε να ακούσει ότι αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα και της υπέδειξε ότι όφειλε να αναφέρει πως βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία για σκοπούς εργασίας και φοίτησης, διαβεβαιώνοντάς την ότι θα τη βοηθούσε.

Για τον λόγο αυτό, στην αίτηση ασύλου που υπέβαλε, η Αιτήτρια αναφέρθηκε σε διαφορετικά περιστατικά, τα οποία δεν αποτέλεσαν αντικείμενο οποιασδήποτε αναφοράς κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ:

Καταρχάς, σημειώνεται ότι, παρόλο που στο δικόγραφο της προσφυγής προβάλλονται πλείστοι λόγοι ακυρώσεως, η συνήγορος του Αιτητή δεν προέβη σε πλήρη ανάπτυξή τους στο κείμενο της γραπτής της αγόρευσης. Περαιτέρω, διαπιστώνεται ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται εκ μέρους του Αιτητή, σε μεγάλο βαθμό, δεν συνοδεύονται από επαρκή αιτιολόγηση ή εξειδίκευση, ενώ τα ζητήματα που θίγονται εγείρονται με γενικότητα και αοριστία.

Σύμφωνα με τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, κάθε διάδικος υποχρεούται να εκθέτει στις έγγραφες προτάσεις του τα νομικά ζητήματα στα οποία στηρίζεται, αιτιολογώντας τα πλήρως. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένως αποφανθεί ότι δεν εξετάζονται νομικοί ισχυρισμοί οι οποίοι δεν τίθενται με σαφήνεια και ακρίβεια στην προσφυγή (βλ. Δημοκρατία ν. Κουκκουμά (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Οικονόμου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 530, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598). Η δικογραφία αποτελεί το όριο του δικαιοδοτικού ελέγχου και προσδιορίζει τα επίδικα θέματα, ενώ η εξέταση των λόγων ακυρώσεως από το Δικαστήριο προϋποθέτει πλήρως αιτιολογημένη νομική βάση (βλ. Δημοκρατία ν. Ιωσηφίδη (2013) 3 Α.Α.Δ. 59).

Η απλή και συνοπτική αναφορά στους λόγους ακύρωσης, χωρίς επαρκή ανάπτυξη και αιτιολόγηση, δεν ικανοποιεί την επιταγή του Κανονισμού 7, ο οποίος απαιτεί οι νομικοί ισχυρισμοί να διατυπώνονται πλήρως και κατά τρόπον που να καθιστούν εφικτή την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου (βλ. Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384, ANKIT v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Εσωτερικών, Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας 29/2021, ημερ. 4.10.2021).

Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, λόγοι προσφυγής που δεν αναπτύσσονται στην αγόρευση του αιτητή θεωρούνται ως εγκαταλειφθέντες. Το ίδιο ισχύει και για ισχυρισμούς ως προς τους οποίους δεν προβάλλεται οποιαδήποτε επιχειρηματολογία ή τεκμηριωμένη στήριξη (βλ. Kokos Athanasiou Motors Ltd ν. Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ. 21, Υπόθ. Αρ. 1073/2004, Γεωργίας Αντωνίου κ.α. ν. Δημοκρατίας, μέσω Εφόρου ΦΠΑ, ημερ. 6.2.2007).

Υπό το φως των ανωτέρω, όλοι οι εγειρόμενοι λόγοι ακύρωσης απορρίπτονται ως αλυσιτελείς και ως εκ τούτου απαράδεκτοι, λόγω της γενικότητας με την οποία προβάλλονται, εφόσον ο Αιτητής δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε εξειδίκευσή τους σε συνάρτηση με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Πολλώ δε μάλλον, δεν καταδεικνύεται με σαφήνεια ο πυρήνας του αιτήματος διεθνούς προστασίας, ώστε να τεκμηριώνεται η υπαγωγή του σε οποιοδήποτε από τα καθεστώτα προστασίας του περί Προσφύγων Νόμου.

Προχωρώντας θα εξετάσω τον γενικό ισχυρισμό που προβάλλει ο συνήγορος του Αιτητή, περί έλλειψης δέουσας έρευνας, λαμβανομένης υπόψιν και της εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου όπου και σύμφωνα με τον περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018, Ν. 73(Ι)/2018, το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc). Επομένως, προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε σε πλήρη συμμόρφωση με τις σχετικές περί τούτου διατάξεις του Νόμου και της Οδηγίας και είναι δια τούτο επί της ουσίας ορθή.

Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου.Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Α.Ε. Aρ.: 3017, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 5.6.2002, (2002) 3 ΑΑΔ 345) JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, αρ. 128/2008 ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).

Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν ενώπιόν τους.

Κατά την υποβολή του αιτήματός της για διεθνή προστασία, η Αιτήτρια δήλωσε, ως προς τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της, ότι η μητέρα της είναι αρχηγός της κοινωνίας Bondo στο χωριό της και ότι είχε έρθει η στιγμή να αναλάβει η ίδια τον εν λόγω ρόλο. Ανέφερε ότι, πριν από την ανάληψη αυτού, έπρεπε να μυηθεί στην εν λόγω κοινωνία. Για τον σκοπό αυτό, την οδήγησαν στην περιοχή όπου λάμβανε χώρα η τελετή, όπου ανέμενε τη σειρά της για να μυηθεί.

Δήλωσε ότι είδε άλλα κορίτσια να αιμορραγούν και ότι, εξαιτίας αυτού, διέφυγε. Πρόσθεσε ότι, εάν κάποια δει τι συμβαίνει εκεί και αποχωρήσει, αυτό δεν είναι αποδεκτό, καθότι δεν επιθυμείται η αποκάλυψη των όσων λαμβάνουν χώρα. Επιπλέον, ανέφερε ότι αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας που εκδηλώνεται με ρινορραγίες.

Κατά τη διάρκεια της προσωπικής της συνέντευξης ενώπιον αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, η Αιτήτρια δήλωσε ότι γεννήθηκε στη Σιέρα Λεόνε, στην πόλη Gandorhun, Pujehun District. Το 2001 μετοίκησε στην πόλη Blama, Kenema District, όπου διέμεινε μαζί με τη θεία της. Ακολούθως, το έτος 2012 μετοίκησε στην περιοχή Bo District, όπου διέμεινε μαζί με τη μητέρα της μέχρι την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της.

Ως προς το θρήσκευμά της, δήλωσε ότι είναι Χριστιανή και ότι ανήκει στην εθνοτική ομάδα Mende. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι είναι άγαμη και ότι έχει αποκτήσει μία ανήλικη κόρη, ηλικίας έξι ετών, η οποία διαμένει με τη μητέρα της και την αδελφή της στην πόλη Bo, στη Σιέρα Λεόνε. Πρόσθεσε ότι ο πατέρας της ανήλικης τις εγκατέλειψε όταν αυτή ήταν δύο ετών, ωστόσο συνήθιζε να παρέχει οικονομική στήριξη.

Ως προς το μορφωτικό της επίπεδο, δήλωσε ότι είναι απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ότι έχει αποκτήσει πιστοποιητικό από το Πανεπιστήμιο Jala στον κλάδο της Νοσηλευτικής. Τέλος, δήλωσε ότι στη χώρα καταγωγής της εργάστηκε εθελοντικά σε νοσοκομείο κατά το διάστημα 2019–2021.

Ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη Σιέρα Λεόνε, η Αιτήτρια υποστήριξε ότι επιθυμούσε να σπουδάσει και να εργαστεί στο εξωτερικό, προκειμένου να εξασφαλίσει καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και να δύναται να στηρίζει την κόρη της και την οικογένειά της. Ανέφερε ότι ο διακινητής της την παραπλάνησε, ενώ μία φίλη της την παρότρυνε να υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας. Πρόσθεσε ότι μετέβη στο Κέντρο Υποδοχής και Υποστήριξης «Πουρνάρα» και υπέβαλε αίτηση ασύλου.

Επιπλέον, δήλωσε ότι, κατά τη διαμονή της στο εν λόγω κέντρο, μία γυναίκα τη συμβούλεψε να ισχυριστεί ότι εξαναγκαζόταν να υποβληθεί σε μύηση στην κοινωνία Bondo, προκειμένου να εξασφαλίσει καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι το περιστατικό αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, πλην όμως το δήλωσε και το συμπεριέλαβε στην αίτησή της, καθότι επιθυμούσε να παραμείνει στη Δημοκρατία και να εργαστεί, δεδομένου ότι η οικογένειά της την έχει ανάγκη.

Αναφορικά με τις συνέπειες ενδεχόμενης επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι, σε περίπτωση επιστροφής στη Σιέρα Λεόνε, θα διαμείνει με την οικογένειά της και θα προσπαθήσει να εργαστεί ώστε να συνεχίσει να τη στηρίζει. Ανέφερε ότι ουδέποτε συνελήφθη ή κρατήθηκε στη χώρα καταγωγής της για οποιονδήποτε λόγο, ενώ πρόσθεσε ότι οι αρχές της χώρας της θα της επέτρεπαν την επιστροφή.

Ως προς την αίτηση ασύλου, δήλωσε ότι δεν τη συμπλήρωσε η ίδια, αλλά υπάλληλος στο Κέντρο «Πουρνάρα». Ανέφερε ότι έλαβε γνώση του περιεχομένου της και ότι την υπέγραψε η ίδια.

Κατά την αποτίμηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός εντόπισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς.

Ο πρώτος ισχυρισμός αφορά την ταυτότητα και τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, καθώς και τον τόπο τελευταίας διαμονής της, στοιχεία τα οποία έγιναν αποδεκτά.

Ο δεύτερος ισχυρισμός αφορά ότι η Αιτήτρια εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της για εκπαιδευτικούς και εργασιακούς λόγους, ισχυρισμός ο οποίος έγινε ομοίως αποδεκτός. Ειδικότερα, ο λειτουργός κατέγραψε ότι η Αιτήτρια ανέφερε πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής και τον τόπο διαμονής της προκειμένου να σπουδάσει και να εργαστεί.

Σημειώνεται ότι, στην αίτησή της για διεθνή προστασία, την οποία συμπλήρωσε λειτουργός του ΚΕΠΥ «Πουρνάρα», αλλά διάβασε και υπέγραψε η ίδια, δήλωσε ότι αναχώρησε από τη Σιέρα Λεόνε επειδή επιχειρείτο να μυηθεί, με τη βία, στη μυστική κοινωνία Bondo. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, η Αιτήτρια ανακάλεσε τον εν λόγω ισχυρισμό, αναφέροντας ότι είχε συμβουλευθεί από άλλη γυναίκα να παραθέσει την εν λόγω εκδοχή, προκειμένου να εξασφαλίσει καθεστώς διεθνούς προστασίας και να παραμείνει στη Δημοκρατία.

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, κρίθηκε ότι τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια κατά τη συνέντευξη αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός της και ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την περαιτέρω διερεύνηση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης.

Ο λειτουργός έκρινε ότι, όπως προκύπτει από τα δεδομένα της συνέντευξής της, ως προς το εν λόγω σκέλος του αιτήματός της, διαπιστώνεται ότι η Αιτήτρια αφίχθηκε στην Κύπρο με σκοπό να σπουδάσει και να εργαστεί.

Κατά την αξιολόγηση του κινδύνου, στη βάση του πρώτου και του δεύτερου ισχυρισμού, οι οποίοι έγιναν αποδεκτοί, και λαμβάνοντας υπόψη, κατόπιν εξατομικευμένης εξέτασης του αιτήματος, το προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας, καθώς και το γεγονός ότι δεν διαπιστώθηκε πως αυτή είχε υποστεί, στη χώρα καταγωγής της, οποιασδήποτε μορφής δίωξη ή σοβαρή βλάβη, κρίθηκε ότι δεν συντρέχουν εύλογοι και βάσιμοι λόγοι ώστε, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, να αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση, κρίθηκε ότι δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου.

Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε ότι η Αιτήτρια, σε περίπτωση επιστροφής της, δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε δύναται να θεωρηθεί ότι θα εκτεθεί σε πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας.

Περαιτέρω, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Αιτήτρια δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, καθότι η χώρα καταγωγής της δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

Αξιολογώντας, λοιπόν, τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως των εφαρμοστέων νομοθετικών διατάξεων και μελετώντας επισταμένως τόσο την Έκθεση/Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου όσο και τα όσα προέβαλαν οι συνήγοροι των διαδίκων κατά την ενώπιόν μου διαδικασία, καταλήγω στα ακόλουθα:

Όσον αφορά τον αποδεκτό ισχυρισμό περί των προσωπικών στοιχείων, του εν γένει προφίλ και της χώρας καταγωγής της Αιτήτριας, συντάσσομαι με το συμπέρασμα του αρμόδιου λειτουργού και υιοθετώ την κατάληξη των Καθ’ ων η Αίτηση, ήτοι ότι η Αιτήτρια είναι υπήκοος Σιέρα Λεόνε, με τόπο γέννησης την πόλη Gandorhun της επαρχίας Pujehun και με τελευταίο τόπο διαμονής την περιοχή Bo District.

Ομοίως, αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι η Αιτήτρια εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της για εκπαιδευτικούς και οικονομικούς λόγους, κρίνω ότι ορθώς έγινε αποδεκτός από τη Διοίκηση, καθότι προκύπτει με σαφήνεια από τις δηλώσεις της ίδιας κατά τη συνέντευξη ότι ο κύριος σκοπός αναχώρησής της ήταν η αναζήτηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης μέσω σπουδών και εργασίας.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο γεγονός ότι η Αιτήτρια, κατά τη διάρκεια της προσωπικής της συνέντευξης, ανακάλεσε ρητώς τον αρχικό ισχυρισμό περί εξαναγκαστικής μύησης στη μυστική κοινωνία Bondo, διευκρινίζοντας ότι το εν λόγω περιστατικό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αλλά περιλήφθηκε στην αίτησή της κατόπιν συμβουλής τρίτου προσώπου, με σκοπό την εξασφάλιση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Η παραδοχή αυτή πλήττει καίρια την αξιοπιστία της ως προς την ύπαρξη στοιχείων δίωξης.

Υπό το φως των ανωτέρω, δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης για λόγους που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ενώ ούτε προκύπτει ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια θα εκτεθεί σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου.

Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολόγησης, χωρίς να προκύπτει παραβίαση των αρχών της χρηστής διοίκησης ή της ίσης μεταχείρισης.

Στο σημείο αυτό, υπενθυμίζεται συναφώς ότι σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου [Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί]: «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής […]».

Συνακόλουθα, στο Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, σχετικά με τη διάκριση του οικονομικού μετανάστη από τον (πολιτικό) πρόσφυγα, αναφέρονται τα ακόλουθα (βλ. παρ. 62-64):

«62. Μετανάστης είναι το πρόσωπο που για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στον ορισμό εγκαταλείπει οικειοθελώς τη χώρα του με σκοπό να εγκατασταθεί αλλού. Μπορεί δε να ωθείται από την επιθυμία για αλλαγή ή για περιπέτεια ή από οικογενειακούς ή άλλους προσωπικούς λόγους. Εάν ωθείται αποκλειστικά από οικονομικά κίνητρα, είναι οικονομικός μετανάστης και όχι πρόσφυγας.

63. Η διάκριση ωστόσο ανάμεσα στον οικονομικό μετανάστη και τον πρόσφυγα γίνεται μερικές φορές ασαφής, όπως και η διάκριση ανάμεσα στα οικονομικά και τα πολιτικά μέτρα που ισχύουν στη χώρα προέλευσης του αιτούντος δεν είναι πάντοτε σαφής. Πίσω από τα οικονομικά μέτρα που επηρεάζουν την απόκτηση των μέσων διαβίωσης μπορεί να υπάρχουν φυλετικοί, θρησκευτικοί ή πολιτικοί στόχοι ή διαθέσεις εναντίον μιας ορισμένης ομάδας. Σε περιπτώσεις όπου τα οικονομικά μέτρα αφανίζουν την οικονομική υπόσταση ενός συγκεκριμένου τμήματος του πληθυσμού (όπως π.χ. η κατάργηση των δικαιωμάτων άσκησης εμπορίου ή επιβολή άνισης ή υπερβολικής φορολογίας σε συγκεκριμένη εθνική ή θρησκευτική ομάδα), τα πρόσωπα που πλήττονται μπορεί ανάλογα με τις περιστάσεις να γίνουν πρόσφυγες όταν εγκαταλείπουν τη χώρα.

64. Εάν το ίδιο θα μπορούσε να ισχύσει και για τα πρόσωπα που πλήττονται από γενικά οικονομικά μέτρα (δηλαδή μέτρα που αφορούν το σύνολο του πληθυσμού χωρίς διάκριση) εξαρτάται από τα δεδομένα της κάθε περίπτωσης. Αντιρρήσεις σε γενικά οικονομικά μέτρα καθαυτές δεν συνιστούν βάσιμους λόγους προς θεμελίωση της αίτησης προκειμένου να αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα. Εξάλλου, καθετί που εκ πρώτης όψεως εκλαμβάνεται κατά κύριο λόγο ως οικονομικό κίνητρο για την αποδημία, μπορεί στην πραγματικότητα να εμπεριέχει και το πολιτικό στοιχείο, ενδέχεται δε να είναι οι πολιτικές πεποιθήσεις του ατόμου που τον εκθέτουν σε σοβαρές συνέπειες, και όχι οι αντιρρήσεις που προβάλλει στα οικονομικά μέτρα καθαυτά.»

Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω νομοθετικές και ερμηνευτικές αρχές στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι λόγοι που προέβαλε η Αιτήτρια, όπως αυτοί τελικώς διαμορφώθηκαν κατά τη συνέντευξη και ενώπιον της Διοίκησης, δεν εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου.

Ειδικότερα, προκύπτει ότι ο κύριος λόγος εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της συνίστατο στην επιθυμία της να σπουδάσει και να εργαστεί στο εξωτερικό, προς εξασφάλιση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης για την ίδια και την οικογένειά της. Τέτοιοι λόγοι, κατά τα προεκτεθέντα, εντάσσονται κατ’ αρχήν στη σφαίρα των προσωπικών και οικονομικών κινήτρων και δεν συνιστούν, άνευ ετέρου, λόγους που θεμελιώνουν καθεστώς διεθνούς προστασίας.

Περαιτέρω, η αρχικώς προβληθείσα εκδοχή περί εξαναγκαστικής μύησης της Αιτήτριας στη μυστική κοινωνία Bondo, η οποία δυνητικά θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να εγείρει ζητήματα δίωξης λόγω συμμετοχής σε ιδιαίτερο κοινωνικό σύνολο ή λόγω φύλου, δεν δύναται να ληφθεί υπόψη ως αξιόπιστη βάση θεμελίωσης φόβου δίωξης, καθότι η ίδια η Αιτήτρια την ανακάλεσε ρητώς, αναγνωρίζοντας ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ότι προβλήθηκε κατόπιν παρότρυνσης τρίτου προσώπου.

Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της συνεπεία βάσιμου φόβου καταδίωξης για κάποιον από τους λόγους που περιοριστικώς απαριθμούνται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Αντιθέτως, τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης συγκλίνουν προς την ύπαρξη κινήτρων οικονομικής και προσωπικής φύσεως, τα οποία, σύμφωνα και με τις κατευθυντήριες γραμμές του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, δεν αρκούν αφ’ εαυτών για την αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα.

Ως έχει νομολογιακώς παγίως κριθεί, η επίκληση αμιγώς οικονομικών κινήτρων για την εγκατάλειψη της χώρας καταγωγής δεν δικαιολογεί την υπαγωγή στο καθεστώς του πρόσφυγα κατά το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε δύναται να θεμελιώσει την αναγνώριση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας κατά το άρθρο 19 του ίδιου Νόμου.

Συναφώς, έχει περαιτέρω επισημανθεί ότι το ευεργέτημα της αμφιβολίας δεν τυγχάνει εφαρμογής σε περιπτώσεις όπου τα προβαλλόμενα περιστατικά εντάσσονται προδήλως στη σφαίρα της οικονομικής μετανάστευσης, καθότι σε τέτοιες περιπτώσεις η προσωπική ιστορία του αιτητή δεν στοιχειοθετεί, εξ υπαρχής, ανάγκη διεθνούς προστασίας (βλ. ΗΑSSAN ALI v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 12/2023, 12/11/2024).

Συνακόλουθα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η περίπτωση της Αιτήτριας δεν εμπίπτει στο πεδίο προστασίας της Σύμβασης της Γενεύης και της εθνικής νομοθεσίας περί προσφύγων, καθότι δεν στοιχειοθετείται ο απαιτούμενος σύνδεσμος μεταξύ των προβαλλόμενων λόγων αποχώρησης και των αναγνωριζόμενων λόγων δίωξης.

Συναφώς, κατά την απόφαση του ΔΕΕ, C – 277/11 M. κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, αποφ. ημερ. 22/11/2012, η αξιολόγηση μιας αίτησης διεθνούς προστασίας πρέπει να πραγματοποιείται σε «δύο αυτοτελή στάδια», όπου το πρώτο στάδιο «αφορά τη διαπίστωση της συνδρομής των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύουν τη βασιμότητα της αιτήσεως», ενώ το δεύτερο στάδιο «αφορά τη νομική εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων, προκειμένου να αποφασισθεί αν πληρούνται, υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 9 και 10 ή 15 της οδηγίας 2004/83 για την παροχή διεθνούς προστασίας». Η εξακρίβωση των πραγματικών (ή ουσιωδών) περιστατικών είναι ύψιστης σημασίας για την αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου που δύναται να αντιμετωπίσει ο εκάστοτε αιτών, εφόσον από αυτά θα προκύψουν γεγονότα που πιθανόν να τεκμηριώνουν παρελθούσα δίωξη ή γεγονότα που στην συνολική αξιολόγηση της αίτησης είναι καθοριστικά ως προς την ύπαρξη μελλοντικής δίωξης.[1]

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι η ορθή και επαρκής εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών αποτελεί κρίσιμο και καθοριστικό στάδιο της αξιολόγησης, δεδομένου ότι επί τη βάσει αυτών εκτιμάται η ύπαρξη ενδεχόμενης παρελθούσας δίωξης ή η συνδρομή πραγματικού κινδύνου μελλοντικής δίωξης ή σοβαρής βλάβης.

Εφαρμοζόμενης της εν λόγω αρχής στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η Διοίκηση προέβη σε επαρκή και ενδελεχή διερεύνηση των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών, καταλήγοντας σε σαφή συμπεράσματα ως προς τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς της Αιτήτριας. Εν συνεχεία, προχώρησε σε ορθή νομική υπαγωγή των εν λόγω περιστατικών στις εφαρμοστέες διατάξεις, διαπιστώνοντας ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή διεθνούς προστασίας.

Διά της γραπτής αγόρευσης της συνηγόρου της, η Αιτήτρια προβάλλει σειρά ισχυρισμών, οι οποίοι, ωστόσο, τυγχάνουν αόριστοι και αναπόδεικτοι, καθότι δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή αναφορά σε στοιχεία του διοικητικού φακέλου που να τους τεκμηριώνουν.

Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν δύνανται να ληφθούν υπόψη, αφενός λόγω της γενικότητας με την οποία προβάλλονται και, αφετέρου, διότι, κατά πάγια νομολογία, οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο προσκόμισης μαρτυρίας ή θεμελίωσης πραγματικών περιστατικών  (βλ. Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598· Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412· Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384).

Ούτε η συνήγορος της Αιτήτριας, διά της παρούσας διαδικασίας και λαμβανομένου υπόψη του ex nunc ελέγχου που ασκείται σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας, προσκόμισε μαρτυρία ικανή να ανατρέψει τα ευρήματα της Διοίκησης.

Υπενθυμίζεται ότι ο αιτητής διεθνούς προστασίας φέρει το βάρος απόδειξης των ουσιωδών ισχυρισμών του (βλ. άρθρα 16(2)(α) και 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000). Επομένως, σε περίπτωση που δεν προσκομίζονται επαρκή και αξιόπιστα στοιχεία προς τεκμηρίωση των προβαλλόμενων ισχυρισμών ή προς αμφισβήτηση των διαπιστώσεων της Υπηρεσίας Ασύλου, ο αιτητής δεν θεωρείται ότι έχει αποσείσει το εν λόγω βάρος. Εάν ο συνήγορος αποτύχει να παρουσιάσει στοιχεία που να τεκμηριώνουν το αίτημα ή να αμφισβητούν τις διαπιστώσεις της Υπηρεσίας Ασύλου, ο αιτητής θεωρείται ότι δεν απέσεισε το βάρος αυτό. (βλ. B. R. N.   v.  ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 11/2024)

Ως εκ τούτου, οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν δύνανται να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου, ελλείψει αποδεικτικής βάσης που να τους προσδίδει ουσιαστικό περιεχόμενο.

Λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, προκύπτει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση έλαβαν υπόψη και αξιολόγησαν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, προβαίνοντας σε ορθή εκτίμηση της αξιοπιστίας της Αιτήτριας. Ωστόσο, οι λόγοι που η ίδια προέβαλε ως αιτία εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της δεν εμπίπτουν στις προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό της ως πρόσφυγα, καθότι συνίστανται σε προσωπικά και οικονομικά κίνητρα, ήτοι στην επιθυμία της να σπουδάσει και να εργαστεί στο εξωτερικό προς βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής της. Βάσει των ανωτέρω, ορθώς κρίθηκε ότι δεν υφίσταται πιθανότητα η Αιτήτρια να υποστεί μεταχείριση που να συνιστά δίωξη ή να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.

Συναφώς, ως προς το ενδεχόμενο εφαρμογής του «ευεργετήματος της αμφιβολίας», επισημαίνεται ότι τούτο δεν δύναται να τύχει εφαρμογής εν προκειμένω, καθότι η ίδια η Αιτήτρια ανακάλεσε τον αρχικό της ισχυρισμό περί εξαναγκαστικής μύησης στη μυστική κοινωνία Bondo, αναγνωρίζοντας ότι αυτός δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται αξιόπιστη βάση επί της οποίας να μπορεί να θεμελιωθεί ισχυρισμός περί δίωξης.

Περαιτέρω, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας υποβλήθηκαν στην Αιτήτρια ερωτήματα ανοικτής φύσεως, στα οποία της παρασχέθηκε πλήρης δυνατότητα να απαντήσει. Ο αρμόδιος λειτουργός υπέβαλε επαρκείς και στοχευμένες ερωτήσεις, καλύπτοντας τόσο τον πυρήνα του αιτήματος όσο και τις επιμέρους πτυχές αυτού, ακολουθώντας την προσήκουσα διερευνητική διαδικασία και συνεργαζόμενος με την Αιτήτρια κατά τον προσδιορισμό των ουσιωδών στοιχείων της αίτησης.

Επιπλέον, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε ενδελεχή ανάλυση των ουσιωδών ισχυρισμών της Αιτήτριας, προκειμένου να αξιολογήσει τον ενδεχόμενο κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, συνεκτιμώντας ταυτόχρονα τις προσωπικές της περιστάσεις και προβαίνοντας σε έρευνα διαθέσιμων πληροφοριών από τη χώρα καταγωγής, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 18(3) του περί Προσφύγων Νόμου.

Παράλληλα, οι Καθ’ ων η Αίτηση αξιολόγησαν επαρκώς και δεόντως τις δηλώσεις και τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, λαμβάνοντας υπόψη την ατομική της κατάσταση και τις προσωπικές της περιστάσεις, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 13Α(9) του περί Προσφύγων Νόμου[2]. Υπό τα δεδομένα αυτά, ευλόγως κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

Αναφορικά με την αξιολόγηση κινδύνου, το Δικαστήριο λαμβάνει ως αφετηρία τους αποδεκτούς ουσιώδεις ισχυρισμούς της Αιτήτριας, ήτοι τα προσωπικά της στοιχεία, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας διαμονής της, καθώς και το γεγονός ότι εγκατέλειψε τη χώρα της για λόγους εκπαιδευτικής και οικονομικής φύσεως. Επί των εν λόγω αποδεκτών περιστατικών, τα οποία δεν καταδεικνύουν οποιαδήποτε παρελθούσα δίωξη ή στοχοποίηση της Αιτήτριας, δεν προκύπτουν στοιχεία ικανά να θεμελιώσουν αντικειμενικά βάσιμο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.

Ειδικότερα, δεν διαπιστώνεται σύνδεσμος μεταξύ των προσωπικών χαρακτηριστικών της Αιτήτριας και κάποιου εκ των λόγων δίωξης που περιοριστικώς απαριθμούνται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ήτοι φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών πεποιθήσεων. Αντιθέτως, τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά κατατείνουν στο ότι η αναχώρησή της υπαγορεύθηκε από επιδίωξη βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσής της, στοιχείο το οποίο δεν εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο της Σύμβασης της Γενεύης.

Αναφορικά με την εξέταση των προϋποθέσεων υπαγωγής της Αιτήτριας στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν προκύπτει οποιοσδήποτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης. Συγκεκριμένα, από τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά και το προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας δεν διαπιστώνεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, αυτή θα εκτεθεί σε κίνδυνο επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε ότι θα υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία.

Η Αιτήτρια δεν επικαλέστηκε, ούτε προέκυψε από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, οποιαδήποτε προσωπική εμπλοκή ή στοχοποίησή της από κρατικούς ή μη κρατικούς φορείς, η οποία να δύναται να θεμελιώσει τέτοιον κίνδυνο. Αντιθέτως, η ίδια δήλωσε ότι ουδέποτε συνελήφθη ή κρατήθηκε στη χώρα καταγωγής της, ενώ δεν προέβαλε συγκεκριμένα περιστατικά που να καταδεικνύουν έκθεσή της σε πράξεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων.

Ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας βάσει του άρθρου 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.

Συναφώς, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον η επιστροφή της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της θα συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο απαγορεύει την υποβολή προσώπου σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία.

Κατά πάγια νομολογία, η εφαρμογή του εν λόγω άρθρου προϋποθέτει την ύπαρξη πραγματικού και αποδεδειγμένου κινδύνου τέτοιας μεταχείρισης, ο οποίος να στηρίζεται σε συγκεκριμένα και εξατομικευμένα στοιχεία που αφορούν τον αιτητή.(βλ. ΕΔΑΔ  Matsiukhina and Matsiukhin v. Sweden, no. 31260/04, 21.06.2005, Bello v. Sweden, no. 32213/04, 17.Ο1.2006)

Εν προκειμένω, δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια έχει επικαλεστεί ή αποδείξει περιστατικά που να καταδεικνύουν ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε, θα εκτεθεί σε μεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο 3 της Σύμβασης. Αντιθέτως, λαμβανομένου υπόψη του προσωπικού της προφίλ, ήτοι ότι πρόκειται για ενήλικη γυναίκα, σε καλή γενική κατάσταση υγείας, χωρίς να προκύπτει ότι πάσχει από σοβαρή ή απειλητική για τη ζωή ασθένεια, καθώς και του γεγονότος ότι διατηρεί οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της, όπου διαμένουν η μητέρα, η αδελφή και η ανήλικη κόρη της, δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη παραγόντων που να την καθιστούν ιδιαιτέρως ευάλωτη ή να ενισχύουν τον κίνδυνο έκθεσής της σε απαγορευμένη μεταχείριση. Τα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης, σε συνδυασμό με την απουσία οποιασδήποτε προηγούμενης δίωξης ή κακομεταχείρισης, δεν επιτρέπουν την εξαγωγή συμπεράσματος περί ύπαρξης πραγματικού κινδύνου παραβίασης του εν λόγω άρθρου.

Συνεπώς, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η επιστροφή της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της δεν προσκρούει στις επιταγές του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.

Ως προς το άρθρο 19 (2) (γ) του Περί Προσφυγών και ειδικότερα ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το «ΔΕΕ)» επεσήμανε σε απόφασή του ότι συνιστούν «[.] μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10/06/2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28/11/2011), αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, εάν οι συγκρούσεις είναι τοπικές ή εκτεταμένες και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ: «ο όρος ‘προσωπική’ πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. απόφαση στην C-465/07, Meki Elgafaji, Noor ElgafajiStaatssecretaris van Justitie, ημερομηνίας 17/12/2009, παρ. 35). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση (παρ. 39) διευκρίνισε ότι: «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

Ως προς τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας σ Σύμφωνα με το «War Watch»- World Assessment and Tracking of Civilian Harm (πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), μιας πρωτοβουλίας της Ακαδημίας της Γενεύης για την καταγραφή των απωλειών αμάχων εν μέσω ενόπλων συγκρούσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, στη Σιέρρα Λεόνε δεν λαμβάνει χώρα οποιαδήποτε διεθνής ή μη διεθνής ένοπλη σύρραξη.[3] 

Περαιτέρω, σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στην βάση δεδομένων του ACLED και για τη πληρότητα της έρευνας, κατά το προηγούμενο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 31/03/2026) στην νότια περιφέρεια της Σιέρρα Λεόνε, στην οποία ανήκει η περιοχή Bo, καταγράφηκαν 2 περιστατικά ασφαλείας, από τα οποία προκλήθηκαν δύο ανθρώπινες απώλειες.[4] Σημειώνεται, ότι σύμφωνα με τελευταίες εκτιμήσεις, ο πληθυσμός της νότιας περιφέρειας της Σιέρρα Λεόνε το 2021 εκτιμάται ότι ανερχόταν στους 1,830,881 κατοίκους.[5]

Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω κριτήρια στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Ειδικότερα, από τα διαθέσιμα αντικειμενικά στοιχεία αναφορικά με τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στη Σιέρα Λεόνε προκύπτει ότι δεν υφίσταται κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ικανή να ενεργοποιήσει την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης. Η απουσία ενόπλων συγκρούσεων αποκλείει, κατ’ αρχήν, την ύπαρξη αδιάκριτης βίας τέτοιας έντασης ώστε να δημιουργείται πραγματικός κίνδυνος σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχων.

Περαιτέρω, ακόμη και αν ληφθούν υπόψη τα περιορισμένα περιστατικά ασφαλείας που καταγράφηκαν στη νότια περιφέρεια της χώρας, στην οποία εντάσσεται η περιοχή τελευταίας διαμονής της Αιτήτριας (Bo District), αυτά δεν δύνανται να θεωρηθούν ενδεικτικά κατάστασης γενικευμένης ή εκτεταμένης αδιάκριτης βίας. Αντιθέτως, ο εξαιρετικά χαμηλός αριθμός περιστατικών σε συνάρτηση με το συνολικό πληθυσμό της περιοχής καταδεικνύει ότι δεν υφίσταται επίπεδο βίας ικανό να δημιουργήσει, εκ μόνου του λόγου της παρουσίας ενός αμάχου στο εν λόγω έδαφος, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

Επιπλέον, η Αιτήτρια δεν προέβαλε, ούτε προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ότι διαθέτει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή προσωπικές περιστάσεις που να την καθιστούν ειδικώς ευάλωτη ή στοχοποιημένη, κατά τρόπο που να μειώνει το απαιτούμενο επίπεδο αδιάκριτης βίας, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία του ΔΕΕ.

Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν στοιχειοθετείται η ύπαρξη σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας της Αιτήτριας λόγω αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Συνεπώς, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας επί τη βάσει της εν λόγω διάταξης.

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου και κατόπιν εξέτασης τόσο της νομιμότητας όσο και της ουσίας της παρούσας προσφυγής, καταλήγω ότι το αίτημα της Αιτήτριας εξετάστηκε επιμελώς και ενδελεχώς σε κάθε στάδιο της διοικητικής διαδικασίας και ευλόγως η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτησή της.

Ορθώς η Διοίκηση κατέληξε ότι τα πραγματικά περιστατικά της υπό εξέταση περίπτωσης δεν στοιχειοθετούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την αναγνώριση της Αιτήτριας ως πρόσφυγα, κατά τα άρθρα 3 του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών πεποιθήσεων. Ομοίως, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας κατά το άρθρο 19 του ιδίου Νόμου, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι υφίστανται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

Η έρευνα της Διοίκησης υπήρξε επαρκής, καθότι εκτάθηκε στη διερεύνηση όλων των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών που σχετίζονται με την υπό κρίση υπόθεση και παρείχε ασφαλή βάση για την εξαγωγή συμπερασμάτων Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371, Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).Είναι εμφανές ότι η Υπηρεσία Ασύλου διερεύνησε δεόντως όλους τους ισχυρισμούς που τέθηκαν ενώπιόν της και προέβη σε αξιολόγηση του συνόλου των στοιχείων του διοικητικού φακέλου πριν καταλήξει στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Περαιτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός παρείχε επαρκή και σαφή αιτιολογία ως προς τους λόγους μη υπαγωγής της Αιτήτριας στο καθεστώς διεθνούς προστασίας, η οποία ενισχύεται και συμπληρώνεται από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και ιδίως από το πρακτικό της προσωπικής συνέντευξης και την Έκθεση/Εισήγηση ((Παναγιωτίδης v. Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων κ.ά. (1998) 3 ΑΑΔ 342, Θ. Χριστοφή & Σία Λτδ v. Yπουργού Οικονομικών κ.ά. (1998) 3 ΑΑΔ 427).

Υπό το φως των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση κρίνεται ως νόμιμη και επαρκώς αιτιολογημένη και δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε πλημμέλεια που να δικαιολογεί την ακύρωσή της.

Κατά συνέπεια, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με €1000 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας  και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.

 

Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 



[1] European Asylum Support OfficeEASO, ‘Δικαστική ανάλυση – Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου’, 2018, σελ. 132 - 135

[2] M. Κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, C‑277/11 22ας Νοεμβρίου 2012 υποσημείωση 82, σκέψη 65.

 

[3] War Watch, διαθέσιμο σε: https://warwatch.ch/explore/  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)

[4] ACLED Explorer, προσαρμοσμένη έρευνα, διαθέσιμο σε: https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 30/03/2026)

[5] City Population, Sierra Leone, διαθέσιμο σε: https://www.citypopulation.de/en/sierraleone/cities/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο