N.S.I. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω, Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 2322/24, 22/4/2026
print
Τίτλος:
N.S.I. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω, Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 2322/24, 22/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Υπόθεση Αρ.: 2322/24

 

                                                 22 Απριλίου 2026

 

[ Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

N.S.I. από Νιγηρία

Αιτητής

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω,

Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η αίτηση

........

 

Πιερίδης και Πιερίδης (κος), Δικηγόρος για τον Αιτητή

Θεοφανώ Βασιλάκη (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Δ.ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 09/04/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

Γεγονότα 

Όπως εκτίθεται στην ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ’ ων η Αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού διοικητικού φακέλου της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος κατατέθηκε ως τεκμήριο 1 στο πλαίσιο των διευκρινίσεων της παρούσας προσφυγής, ο Αιτητής είναι υπήκοος της Νιγηρίας, την οποία εγκατέλειψε στις 25/10/2021. Στις 26/10/2021 αφίχθηκε στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές, κάνοντας χρήση του διαβατηρίου του καθώς και άδειας εισόδου για σκοπούς φοίτησης.

Ακολούθως, στις 08/08/2022, εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές.

Στις 17/08/2022, υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας.

Στις 18/09/2023, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA), ο οποίος αυθημερόν υπέβαλε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου.

Στη συνέχεια, στις 29/09/2023, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή.

Στις 09/04/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολόγηση της απόφασης. Η εν λόγω επιστολή παραλήφθηκε και υπογράφηκε από τον Αιτητή στις 28/05/2024.

Η απόφαση αυτή αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής, η οποία καταχωρήθηκε από τον συνήγορο του Αιτητή στις 26/06/2024.

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Ο Αιτητής, μέσω του συνηγόρου του, προέβαλε, τόσο με το εισαγωγικό δικόγραφο όσο και με τη γραπτή του αγόρευση, πλείονες λόγους ακυρώσεως.

Ειδικότερα, κατά το στάδιο της γραπτής αγόρευσης, η οποία προωθήθηκε κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων, προέβαλε ισχυρισμούς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατά κατάχρηση και καθ’ υπέρβαση εξουσίας, υπό καθεστώς πραγματικής και/ή νομικής πλάνης, και κατά παράβαση των σχετικών νομοθετικών διατάξεων, των αρχών του διοικητικού και δημοσίου δικαίου, της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), καθώς και των αρχών του φυσικού δικαίου.

Περαιτέρω, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι η επίδικη απόφαση είναι αναιτιολόγητη και λήφθηκε χωρίς τη διενέργεια δέουσας έρευνας, ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα ακρόασής του, ότι η απόφαση πάσχει λόγω κακής σύνθεσης του αποφασίζοντος οργάνου, καθώς και ότι δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία, τόσο κατά τη διενέργεια της συνέντευξης και την ετοιμασία της Έκθεσης/Εισήγησης όσο και κατά το τελικό στάδιο λήψης της απόφασης.

Από τους ανωτέρω λόγους, ο συνήγορος του Αιτητή επικεντρώθηκε, ιδίως στη γραπτή του αγόρευση, στους ισχυρισμούς περί (α) παραβίασης της ορθής και/ή νόμιμης διαδικασίας, (β) αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε την απόφαση, και (γ) έλλειψης δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας.

Αντιθέτως, οι Καθ’ ων η Αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης, υποστηρίζοντας ότι οι νομικοί ισχυρισμοί του Αιτητή είναι γενικοί και αόριστοι, δεν τεκμηριώνονται επαρκώς ούτε υποστηρίζονται με σχετική νομολογία, και δεν συνοδεύονται από την αναγκαία υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως. Κατά συνέπεια, ισχυρίζονται ότι οι λόγοι αυτοί, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία και τις ισχύουσες δικονομικές αρχές, θα πρέπει να θεωρηθούν ως εγκαταλειφθέντες.

Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η Αίτηση προβάλλουν ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν στοιχειοθετούν λόγους ακυρότητας και δεν αναιρούν το βάρος απόδειξης που φέρει ο ίδιος.

Η συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ’ όλα νόμιμη και ορθή, εκδοθείσα κατ’ ενάσκηση νόμιμης αρμοδιότητας, κατόπιν δέουσας και επαρκούς έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων της υπόθεσης. Ειδικότερα, αναφέρει ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά, καθώς και έγκυρες, πρόσφατες και αξιόπιστες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, και ότι η απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη.

Προς υποστήριξη των θέσεών τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση παραπέμπουν στην Ένσταση και τα συνημμένα σε αυτή Παραρτήματα, καθώς και στο περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς τους, τεκμηριώνουν πλήρως τη νομιμότητα και την ουσία της επίδικης απόφασης.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Καταρχάς, παρατηρείται ότι οι λόγοι ακύρωσης που προβάλλονται στην παρούσα αίτηση παρατίθενται κατά τρόπο γενικό και αόριστο. Η απλή καταγραφή της νομικής βάσης της προσφυγής, δια συνοπτικής παράθεσης, δεν ανταποκρίνεται στην επιταγή του Κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, σύμφωνα με την οποία οι νομικοί λόγοι πρέπει να εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια.

Η αναφορά, για παράδειγμα, ότι «η απόφαση πάσχει διότι λήφθηκε χωρίς τη δέουσα έρευνα» –όπως και οι λοιποί λόγοι ακύρωσης– παραμένει αόριστη, καθότι δεν επεξηγεί ποια συγκεκριμένα κατά τους ισχυρισμούς περιστατικά συνιστούν πλημμελή έρευνα ή πλάνη, ούτε παραπέμπει σε επιμέρους πραγματικά δεδομένα που να τεκμηριώνουν παραβίαση αρχών όπως η ίση μεταχείριση ή η χρηστή διοίκηση.

Η προσφυγή θα μπορούσε, ως εκ τούτου, να απορριφθεί για τους πιο πάνω τυπικούς λόγους, οι οποίοι, σημειωτέον, αντανακλούν και επί της ουσίας. Αυστηρώς ερμηνευόμενα, οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του Αιτητή δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, καθότι, κατά πάγια νομολογία, οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο θεμελίωσης πραγματικών γεγονότων (βλ. Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598· Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412· Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384· Υπόθεση Αρ. 1119/2009, Farhan Khalil ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 31.01.2012).

Περαιτέρω, οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί διατυπώνονται με ασαφείς και γενικές αναφορές σε διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου, χωρίς να προσδιορίζεται με ακρίβεια ποια συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια ή αρχή του διοικητικού δικαίου φέρεται να έχει παραβιαστεί. Όπως έχει επισημανθεί στην απόφαση Latomia Estate Ltd. ν. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, η επαρκής αιτιολόγηση των νομικών ισχυρισμών είναι απαραίτητη για την εξέταση από το Διοικητικό Δικαστήριο της νομιμότητας μιας διοικητικής πράξης.

Δεν αρκεί, δηλαδή, η απλή παράθεση νομοθετικών διατάξεων, αλλά απαιτείται και πλήρης αιτιολόγηση των επικαλούμενων νομικών σημείων. Οποιαδήποτε ασάφεια ή αοριστία σε τούτο ενδέχεται να επιφέρει την απόρριψη της προσφυγής (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598).

Το κριτήριο του επιτρεπτού λόγου ακύρωσης απαιτεί πλήρη και επαρκή ανάπτυξη των νομικών ισχυρισμών, συνδυασμένων με ειδική αναφορά στα κρίσιμα πραγματικά δεδομένα. Αντίθετα, η Γραπτή Αγόρευση του Αιτητή περιέχει γενικές διατυπώσεις και απλή παράθεση νομικών διατάξεων, χωρίς συναρμογή με τα ουσιώδη πραγματικά δεδομένα του διοικητικού φακέλου (βλ. Α.Α.Κ. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ΑνΑΠ, Υπ. 949/20, 12.03.2021· H. B. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ΑνΑΠ, Υπ. 1003/2018, 11.10.2019).

Η πάγια νομολογία καθιστά σαφές ότι η αναγραφή των λόγων ακύρωσης με ευκρίνεια και πληρότητα είναι αναγκαία προϋπόθεση για να εξετάσει το Δικαστήριο εάν η απόφαση πάσχει κατά τρόπο ουσιώδη... «Οι τελικές αγορεύσεις που υποβάλλονται μετά την επίδοση των φακέλων εξειδικεύονται και συγκεκριμενοποιούνται επί ειδικά θέματα που προσδιορίζονται στην αίτηση που καλείται το δικαστήριο να επιλύσει» (βλ Δημοκρατία v. Κουκούσκη, 1993, 3 Α.Α.Δ. 598)

Κατά συνέπεια, όσα ακολουθούν εξετάζονται και αποφασίζονται υπό το φως της προαναφερθείσας τοποθέτησης του Δικαστηρίου.

Προχωρώντας, θα εξετάσω των γενικό ισχυρισμό που προβάλλει ο συνήγορος του Αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας σε συνάρτηση με τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεση λαμβανομένης της δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο στις περιπτώσεις που απαριθμούνται υπό του άρθρου 11 του Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος του 2018 (Ν. 73(I)/2018) ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία.

Ως εκ τούτου δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει την ουσιαστική ορθότητα της επίδικης πράξεως, δυνάμενη να προβεί σε νέα εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και των στοιχείων του φακέλου και αποφαίνεται αιτιολογημένως επί των αιτήσεων διεθνούς προστασίας του εκάστοτε προσφεύγοντος (στο πλαίσιο πάντα που καθορίζουν οι ισχυρισμοί του εκάστοτε αιτητή). (βλ. Janelidze (Έφεση Αρ. 17/2021)

Κατόπιν των ανωτέρω και λαμβανομένης υπόψη της εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε σε πλήρη συμμόρφωση με τις σχετικές περί τούτου διατάξεις του Νόμου και της Οδηγίας και είναι δια τούτο επί της ουσίας ορθή.

Έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. Περαιτέρω η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το επίδικο θέμα. Το  κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371,Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).  

Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (Βλ. αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).

Σύμφωνα με τα στοιχεία που προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, ο οποίος κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 1 κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων και δεν αμφισβητείται, καθώς και από την Έκθεση του αρμόδιου λειτουργού, ο Αιτητής, κατά την υποβολή της αίτησής του για διεθνή προστασία στις 17/08/2022, δήλωσε ότι είναι υπήκοος της Νιγηρίας, γεννηθείς στις 28/05/1987 στην Aguanaebere.

Περαιτέρω, δήλωσε ότι είναι χριστιανός καθολικός, ανήκει στη φυλή Igbo, έχει ως μητρική γλώσσα την αγγλική, ενώ ομιλεί επίσης τη γλώσσα Igbo. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, ανέφερε ότι είναι άγαμος.

Ως προς τη διαδρομή του, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 25/10/2021 και αφίχθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Τουρκίας και των μη ελεγχόμενων από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχών στις 08/08/2022, κάνοντας χρήση του διαβατηρίου του καθώς και κάρτας εισόδου για εκπαιδευτικούς σκοπούς (ερ. 4-2, διοικητικού φακέλου).

Αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι ομοφυλόφιλο άτομο και ότι, εξαιτίας του σεξουαλικού του προσανατολισμού, δεν μπορούσε να παραμείνει στη Νιγηρία. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι υφίστατο διακρίσεις, δίωξη και απειλές κατά της ζωής του από μέλη της οικογένειάς του (ερ. 2, διοικητικού φακέλου).

Στις 18/08/2022, ενώ ο Αιτητής βρισκόταν στο Κέντρο Πρώτης Υποδοχής «Πουρνάρα», διενεργήθηκε αξιολόγηση των ειδικών αναγκών και της ευαλωτότητάς του από αρμόδιο λειτουργό, μέσω σχετικής συνέντευξης.

Σύμφωνα με το σχετικό έντυπο αξιολόγησης, το επίπεδο πιθανολόγησης σοβαρού κινδύνου για την προσωπική ασφάλεια του Αιτητή καταγράφηκε ως «χαμηλό», χωρίς να διατυπωθεί σύσταση για επανεξέταση.

Ωστόσο, στο πεδίο καταγραφής ενδείξεων ευαλωτότητας και ειδικών συνθηκών υποδοχής σημειώθηκε ότι ο Αιτητής αυτοπροσδιορίζεται ως άτομο που ανήκει στην κοινότητα ΛΟΑΤΚΙ+, το οποίο ενδέχεται να διατρέχει κίνδυνο έκθεσης σε βία λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού και/ή της ταυτότητας φύλου του, καθώς και ότι έχει υποστεί ψυχολογική και/ή συναισθηματική κακοποίηση (ερ. 24-15, διοικητικού φακέλου).

Κατά τη διάρκεια της εν λόγω συνέντευξης, ο Αιτητής επανέλαβε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού, επικαλούμενος διακρίσεις και απειλές κατά της ζωής του.

Στην τελική αξιολόγηση, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι ο Αιτητής εκφραζόταν με συνοχή, ήταν συνεργάσιμος, παρουσίαζε εικόνα σταθερότητας, δήλωσε ότι αισθάνεται ασφαλής στην Κυπριακή Δημοκρατία και δεν ανέφερε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας (ερ. 17, διοικητικού φακέλου).

Κατά την πρωτοβάθμια συνέντευξη ενώπιον του αρμόδιου λειτουργού, ο Αιτητής επιβεβαίωσε τα προσωπικά του στοιχεία, όπως αυτά είχαν καταγραφεί στη φόρμα της αίτησής του για διεθνή προστασία. Ειδικότερα, δήλωσε ότι ανήκει στη φυλή Igbo και ότι είναι χριστιανός καθολικός στο θρήσκευμα.

Αναφορικά με το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, ανέφερε ότι ολοκλήρωσε την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ενώ δήλωσε ότι ομιλεί την αγγλική γλώσσα καθώς και τη γλώσσα Igbo (ερ. 51, διοικητικού φακέλου).

Ως προς το επαγγελματικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι στη Νιγηρία εργαζόταν ως αυτοεργοδοτούμενος ιδιοκτήτης και οδηγός ταξί στην πολιτεία της Abia για περίοδο επτά ετών.

Αναφορικά με τον τόπο καταγωγής του, δήλωσε ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στην κοινότητα Agunbere, στην πολιτεία της Imo. Ως προς τον τόπο συνήθους διαμονής του, ανέφερε ότι διέμενε στην περιοχή Umuahia, στην πολιτεία της Abia, από το 2011 έως το 2021, όταν εγκατέλειψε τη χώρα του (ερ. 50, διοικητικού φακέλου).

Σε σχέση με την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι είναι άγαμος και άτεκνος. Αναφορικά με τα μέλη της οικογένειάς του, ανέφερε ότι οι γονείς του και τα τέσσερα αδέλφια του διαμένουν στην κοινότητα Agunbere, στην πολιτεία της Imo, ενώ υποστήριξε ότι δεν διατηρεί καμία επαφή μαζί τους, καθώς τον αποκήρυξαν λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι έχει μία θεία που διαμένει στην πολιτεία της Abia (ερ. 49, διοικητικού φακέλου).

Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής, κατά το στάδιο της προφορικής του συνέντευξης και ειδικότερα κατά το σκέλος της ελεύθερης αφήγησής του, δήλωσε ότι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Νιγηρία λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπισε από την οικογένειά του, την κοινότητά του και τις κρατικές αρχές, εξαιτίας του σεξουαλικού του προσανατολισμού, ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς του, θεωρείται κοινωνικά απαράδεκτος.

Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι είναι καταζητούμενος από τη νιγηριανή αστυνομία, ενώ ανέφερε ότι η ζωή του στη χώρα καταγωγής του ήταν ιδιαίτερα δύσκολη, γεγονός που τον οδήγησε στο να καταφύγει σε ιερέα, ο οποίος τον βοήθησε να αναχωρήσει και να έρθει στην Κυπριακή Δημοκρατία (ερ. 48, διοικητικού φακέλου).

Επιπρόσθετα, δήλωσε ότι στη Νιγηρία η ομοφυλοφιλία επισύρει σοβαρές συνέπειες, περιλαμβανομένης της ποινής φυλάκισης έως και δεκατεσσάρων ετών, και εξέφρασε φόβο ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, θα συλληφθεί από τις κρατικές αρχές, ενώ παράλληλα εξέφρασε φόβο και έναντι της οικογένειάς του (ερ. 47, διοικητικού φακέλου).

Σε απάντηση διευκρινιστικών ερωτήσεων του αρμόδιου λειτουργού αναφορικά με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι ομοφυλόφιλος και ότι άρχισε να το συνειδητοποιεί κατά τη διάρκεια της φοίτησής του στη μέση εκπαίδευση, σε ηλικία περίπου 18-19 ετών, όταν φίλος του τον προσέγγισε για ερωτική επαφή.

Ερωτηθείς να περιγράψει την πρώτη φορά που ένιωσε έλξη προς άτομο του ιδίου φύλου, ανέφερε ότι επρόκειτο για ευχάριστη εμπειρία. Ως προς τις σκέψεις και τα συναισθήματά του κατά τη συνειδητοποίηση αυτή, δήλωσε ότι την εξέλαβε ως κάτι φυσιολογικό, ενώ ως προς την επίδραση στην προσωπική του ζωή, ανέφερε ότι αυτή μεταβλήθηκε από «φυσιολογική» σε κάτι διαφορετικό.

Αναφορικά με την οικογένειά του, δήλωσε ότι δεν αποκάλυψε ο ίδιος τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, αλλά ότι οι γονείς του το αντιλήφθηκαν λόγω της απουσίας σχέσεων με γυναίκες. Υποστήριξε ότι η αντίδρασή τους ήταν αρνητική, ότι εξέφρασαν αποδοκιμασία, τονίζοντας ότι κάτι τέτοιο δεν είναι αποδεκτό στην κουλτούρα τους, και ότι τον προειδοποίησαν πως, εάν δεν σταματούσε, θα τον αποκήρυσσαν.

Ερωτηθείς για τα συναισθήματά του μετά την αντίδραση των γονέων του, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν ένιωσε κάτι ιδιαίτερο, αναφέροντας ότι εκείνη την περίοδο διατηρούσε σχέση και εστίαζε περισσότερο σε αυτήν (ερ. 46, διοικητικού φακέλου).

Ο Αιτητής δήλωσε ότι, κατά τη διαμονή του στη Νιγηρία, δεν εξέφραζε ανοικτά τον σεξουαλικό του προσανατολισμό (ερ. 46, διοικητικού φακέλου), αλλά τον απέκρυπτε, πραγματοποιώντας ο ίδιος επισκέψεις στην οικία του συντρόφου του (ερ. 45, διοικητικού φακέλου).

Αναφορικά με τη μεταξύ τους σχέση, ανέφερε ότι αυτή διήρκησε περίπου οκτώ έτη, ότι γνωρίστηκαν στην εκκλησία όπου και οι δύο προσέφεραν υπηρεσίες, και ότι συναντιόνταν τακτικά, περίπου τρεις φορές την εβδομάδα. Περαιτέρω, δήλωσε ότι με την πάροδο του χρόνου μετακόμισε στην οικία του εν λόγω προσώπου και ότι, παρά τις προσπάθειές του να διατηρήσει τη σχέση τους μυστική, αυτό δεν κατέστη εφικτό.

Σε ερωτήσεις του αρμόδιου λειτουργού σχετικά με το προφίλ του συντρόφου του, ο Αιτητής ανέφερε το όνομά του και τον περιέγραψε ως «πολύ καλό άτομο». Ως προς τα στοιχεία που τον έλκυσαν, δήλωσε ότι αισθανόταν έλξη προς αυτόν και προς τον τρόπο ζωής του, τον οποίο χαρακτήρισε ως «εκτός συστήματος» και διαφορετικό από άλλους ανθρώπους, προσθέτοντας ότι «ζούσε σαν κορίτσι και όχι σαν αγόρι» (ερ. 45, διοικητικού φακέλου).

Ερωτηθείς για τις δραστηριότητες που μοιράζονταν, ανέφερε ότι περνούσαν χρόνο μαζί εμπλεκόμενοι σε ερωτικές δραστηριότητες, καθώς και σε κοινωνικές εξόδους, όπως έξοδοι για ποτό και διασκέδαση, ενώ συζητούσαν και για το ενδεχόμενο κοινής μελλοντικής ζωής. Δήλωσε, ωστόσο, ότι μετά την αναχώρησή του από τη Νιγηρία δεν διατήρησε επαφή με το εν λόγω πρόσωπο (ερ. 44, διοικητικού φακέλου).

Σε σχέση με την κατάσταση των ομοφυλόφιλων ατόμων στη Νιγηρία, ο Αιτητής δήλωσε ότι η ομοφυλοφιλία είναι απαγορευμένη και τιμωρείται με φυλάκιση, ενώ ανέφερε ότι υφίσταται βία εις βάρος των ομοφυλόφιλων ατόμων, την οποία απέδωσε στο νομικό και κοινωνικό πλαίσιο της χώρας (ερ. 44, διοικητικού φακέλου).

Ερωτηθείς για τον τρόπο με τον οποίο τα ομοφυλόφιλα άτομα αναζητούν συντροφιά στη Νιγηρία, απάντησε ότι πρόκειται για ατομική υπόθεση, καθώς πολλοί αποφεύγουν τη συναναστροφή με ομοφυλόφιλα άτομα, ότι δεν υπάρχουν εφαρμογές γνωριμιών, και ότι δεν γνωρίζει την ύπαρξη οργανωμένων ΛΟΑΤΚΙ δομών στη χώρα. Περαιτέρω, δήλωσε ότι ούτε στην Κυπριακή Δημοκρατία εκφράζει τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, καθώς δεν γνωρίζει πώς είναι η ζωή των ομοφυλόφιλων ατόμων εκεί (ερ. 43, διοικητικού φακέλου).

Αναφορικά με τα προβλήματα που αντιμετώπισε με την οικογένειά του, δήλωσε ότι οι γονείς του τού εξέφρασαν την απόρριψή τους, λέγοντάς του ότι δεν τον θέλουν, ενώ ο ίδιος δεν αντέδρασε, δεδομένου ότι η ομοφυλοφιλία δεν είναι αποδεκτή στη Νιγηρία. Ανέφερε ότι οι γονείς του τον απαρνήθηκαν, γεγονός που τον επηρέασε συναισθηματικά, ωστόσο αποφάσισε να συνεχίσει τη ζωή του, μετακομίζοντας στην πολιτεία της Abia (ερ. 43, διοικητικού φακέλου).

Τέλος, αναφορικά με τον ισχυρισμό του ότι καταζητείται από την αστυνομία, ο Αιτητής, σε σχετικές διευκρινιστικές ερωτήσεις, δήλωσε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, θα συλληφθεί, ωστόσο παραδέχθηκε ότι δεν αντιμετώπισε στο παρελθόν οποιαδήποτε προβλήματα με την αστυνομία ή άλλες κρατικές αρχές. Συναφώς, επανέλαβε ότι η ομοφυλοφιλία απαγορεύεται από τον νόμο και ότι η κοινωνία είναι εχθρική προς τα ομοφυλόφιλα άτομα (ερ. 43-42, διοικητικού φακέλου).

Κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA) διέκρινε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, απορρέοντες από τις δηλώσεις του Αιτητή.

Ο πρώτος ισχυρισμός αφορά τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, ήτοι την ταυτότητα, το προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής του. Ο δεύτερος ισχυρισμός αφορά τον αυτοπροσδιορισμό του ως ομοφυλόφιλου ατόμου.

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθότι οι δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκαν λεπτομερείς, σαφείς και συνεπείς, ενώ επιβεβαιώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και/ή χαρτογράφησης. Επιπλέον, καταγράφηκε ότι ο Αιτητής προσκόμισε πρωτότυπο διαβατήριο εκδοθέν από τις αρχές της χώρας καταγωγής του, στοιχείο που ενίσχυσε την αξιοπιστία του ως προς τα εν λόγω δεδομένα.

Αντιθέτως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός, ήτοι ο αυτοπροσδιορισμός του Αιτητή ως ομοφυλόφιλου, απορρίφθηκε λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας. Ειδικότερα, εφαρμόζοντας το μοντέλο αξιολόγησης DSSH (Difference, Shame, Stigma, Harm – Διαφορετικότητα, Ντροπή, Στίγμα, Βλάβη), ο λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναπτύξει με επαρκή σαφήνεια, λεπτομέρεια και συνοχή τη διαδικασία συνειδητοποίησης του σεξουαλικού του προσανατολισμού, ούτε να αποδώσει με βιωματικό τρόπο τα συναισθήματα και τις εμπειρίες που σχετίζονται με αυτόν.

Περαιτέρω, διαπιστώθηκε ότι δεν ανέπτυξε επαρκώς τη φύση και τα χαρακτηριστικά της υποτιθέμενης σχέσης του με άλλο άτομο του ιδίου φύλου, ούτε κατέδειξε με πειστικό τρόπο το αίσθημα διαφορετικότητας κατά τη συνειδητοποίηση του προσανατολισμού του. Επίσης, κρίθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να επεξηγήσει με επάρκεια τις συγκεκριμένες προκλήσεις που ισχυρίστηκε ότι αντιμετώπισε στη χώρα καταγωγής του.

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο λειτουργός παρέθεσε πληροφορίες γενικού περιεχομένου αναφορικά με το νομικό και κοινωνικό πλαίσιο που διέπει τα ομοφυλόφιλα άτομα στη Νιγηρία. Συγκεκριμένα, καταγράφηκε ότι ο Νόμος περί (Απαγόρευσης) Γάμου μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου του 2013 ποινικοποιεί τις ενώσεις και πράξεις μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου, προβλέποντας ποινές φυλάκισης έως και δεκατεσσάρων ετών, ενώ ο Ποινικός Κώδικας ποινικοποιεί περαιτέρω τις σχετικές σεξουαλικές πρακτικές. Επιπλέον, αναγνωρίστηκε ότι τα μέλη της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας στη Νιγηρία υφίστανται κοινωνικές διακρίσεις.

Ωστόσο, λόγω της αποτυχίας στοιχειοθέτησης της εσωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού, αυτός απορρίφθηκε στο σύνολό του.

Ακολούθως, ο λειτουργός του EUAA προέβη σε εκτίμηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη Νιγηρία, στη βάση του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού, ήτοι των προσωπικών του στοιχείων.

Στο πλαίσιο αυτό, εξετάστηκε η κατάσταση ασφαλείας στην πολιτεία Abia, όπου διέμενε ο Αιτητής, και διαπιστώθηκε ότι, παρά την ύπαρξη ορισμένων περιστατικών συγκρούσεων, αυτά παραμένουν σε χαμηλό επίπεδο και δεν επηρεάζουν γενικευμένα τον πληθυσμό. Λαμβανομένων υπόψη των προσωπικών χαρακτηριστικών του Αιτητή, ήτοι ότι πρόκειται για υγιή ενήλικα με εκπαιδευτικό υπόβαθρο και επαγγελματική εμπειρία, κρίθηκε ότι δεν προκύπτει πραγματικός κίνδυνος για την ασφάλειά του (ερ. 76, διοικητικού φακέλου).

Υπό το φως των ανωτέρω, ο λειτουργός του EUAA κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε την ύπαρξη βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης στη χώρα καταγωγής του, κατά την έννοια του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, και συνεπώς δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για αναγνώρισή του ως πρόσφυγα.

Περαιτέρω, κρίθηκε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις παροχής επικουρικής προστασίας, καθότι δεν προέκυψαν στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, ο Αιτητής θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια των άρθρων 19(1) και 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου.

Τέλος, διαπιστώθηκε ότι η επιστροφή του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του δεν αντίκειται στην αρχή της μη επαναπροώθησης, ούτε στο Άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δεδομένης της απουσίας πραγματικού κινδύνου υποβολής του σε βασανιστήρια και/ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Έχω εξετάσει με προσοχή τον διοικητικό φάκελο του Αιτητή και, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που περιέχονται σε αυτόν, καθώς και για τους λόγους που εκτίθενται εκτενώς στην εισηγητική έκθεση του αρμόδιου λειτουργού, κρίνω ότι η αξιολόγηση των Καθ’ ων η Αίτηση ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή είναι ορθή και εύλογη.

Ειδικότερα, ο εν λόγω ισχυρισμός, που αφορά τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, ήτοι την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής του, τεκμηριώνεται επαρκώς από τις δηλώσεις του ιδίου, οι οποίες κρίνονται συνεπείς, σαφείς και απαλλαγμένες ουσιωδών αντιφάσεων, καθώς και από τα προσκομισθέντα έγγραφα, περιλαμβανομένου του πρωτότυπου διαβατηρίου του.

Περαιτέρω, τα εν λόγω στοιχεία επιβεβαιώνονται από αντικειμενικές πηγές πληροφόρησης, όπως ορθά επισημαίνεται στην επίδικη απόφαση, γεγονός που ενισχύει την αξιοπιστία του Αιτητή ως προς τα συγκεκριμένα δεδομένα.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει οποιαδήποτε πλημμέλεια στην κρίση της Διοίκησης ως προς την αποδοχή του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος ορθώς έγινε αποδεκτός.

Σε σχέση με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι τον αυτοπροσδιορισμό του ως ομοφυλόφιλου, το Δικαστήριο προβαίνει σε πλήρη και αυτεπάγγελτη αξιολόγηση της ουσίας του ισχυρισμού, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του διοικητικού φακέλου και ιδίως τα πρακτικά της προσωπικής συνέντευξης.

Καταρχάς, διαπιστώνεται ότι η Διοίκηση εφάρμοσε το μοντέλο αξιολόγησης DSSH (Difference, Shame, Stigma, Harm), το οποίο αποτελεί αναγνωρισμένο μεθοδολογικό εργαλείο για την εξέταση ισχυρισμών σχετικών με τον σεξουαλικό προσανατολισμό. Το Δικαστήριο, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην αξιολόγηση της ορθότητας της εφαρμογής του, αλλά προβαίνει σε ίδια εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.

Από τα ενώπιόν του στοιχεία προκύπτει ότι ο Αιτητής παρείχε απαντήσεις αναφορικά με τη διαδικασία συνειδητοποίησης του σεξουαλικού του προσανατολισμού, τη μακροχρόνια σχέση που ισχυρίζεται ότι διατηρούσε, καθώς και την αντίδραση της οικογένειάς του. Πλην όμως, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι απαντήσεις αυτές χαρακτηρίζονται από γενικότητα, έλλειψη συγκεκριμένων λεπτομερειών και απουσία βιωματικής αναφοράς.

Ειδικότερα, ως προς τη διαδικασία συνειδητοποίησης του προσανατολισμού του, ο Αιτητής περιορίστηκε σε γενικές και επιφανειακές διατυπώσεις, αναφέροντας ότι το αντιλήφθηκε ως «φυσιολογικό» και «ευχάριστο», χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ουσιαστική ανάπτυξη της προσωπικής του εμπειρίας. Δεν περιέγραψε δηλαδή την εσωτερική διεργασία μέσω της οποίας οδηγήθηκε στη συνειδητοποίηση αυτή, ούτε αναφέρθηκε σε τυχόν στάδια αμφιβολίας, προβληματισμού ή αυτοαντίληψης, τα οποία, κατά την κοινή λογική και πείρα, συνοδεύουν συνήθως μια τέτοια εξέλιξη, ιδίως σε κοινωνικά περιβάλλοντα όπου ο σεξουαλικός προσανατολισμός στιγματίζεται.

Περαιτέρω, δεν προκύπτει από τις απαντήσεις του οποιαδήποτε αναφορά σε εσωτερική σύγκρουση, συναισθηματική ένταση ή διαδικασία αποδοχής του εαυτού του, ούτε και περιγράφεται οποιαδήποτε διαφοροποίηση στην αυτοαντίληψή του πριν και μετά τη συνειδητοποίηση αυτή. Οι δηλώσεις του παραμένουν αφηρημένες και αποκομμένες από συγκεκριμένα βιώματα, χωρίς χρονική αλληλουχία ή αναφορά σε περιστάσεις που να καθιστούν την αφήγησή του συγκεκριμένη και εξατομικευμένη.

Το Δικαστήριο κρίνει ότι η απουσία τέτοιων στοιχείων στερεί από τον ισχυρισμό το αναγκαίο βιωματικό βάθος και την εσωτερική συνοχή που θα επέτρεπαν την αποδοχή του ως πειστικού. Ιδίως λαμβανομένου υπόψη του κοινωνικού και νομικού πλαισίου της χώρας καταγωγής του Αιτητή, όπου η ομοφυλοφιλία ποινικοποιείται και κοινωνικά αποδοκιμάζεται, θα αναμενόταν η ανάπτυξη μιας πιο σύνθετης και προσωπικά φορτισμένης αφήγησης ως προς τη συνειδητοποίηση και αποδοχή του προσανατολισμού του.

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η σχετική πτυχή της αφήγησης του Αιτητή στερείται της αναγκαίας συγκεκριμενοποίησης και δεν δύναται να στηρίξει την αξιοπιστία του ισχυρισμού του.

Ως προς τη δηλωθείσα μακροχρόνια σχέση διάρκειας οκτώ ετών, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, παρά τη σημασία που μία τέτοια σχέση θα είχε για τη διαμόρφωση της προσωπικής ταυτότητας και της συναισθηματικής ζωής του Αιτητή, οι σχετικές αναφορές του παραμένουν γενικές, αποσπασματικές και στερούμενες ουσιαστικού περιεχομένου. Ειδικότερα, ο Αιτητής περιορίστηκε σε περιγραφές καθημερινών δραστηριοτήτων, όπως ότι περνούσαν χρόνο μαζί, διασκέδαζαν ή είχαν σεξουαλική επαφή, χωρίς να αναπτύξει τη συναισθηματική διάσταση της σχέσης, τη μεταξύ τους δυναμική ή τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που θα καθιστούσαν τη σχέση αυτή μοναδική και προσωπικά σημαντική.

Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι ήταν σε θέση να περιγράψει συγκεκριμένα περιστατικά, κοινές εμπειρίες ή κρίσιμες στιγμές της σχέσης τους, ούτε να αποδώσει το βάθος και την εξέλιξη αυτής κατά τη διάρκεια των ετών. Η απουσία τέτοιων στοιχείων καθιστά την αφήγησή του γενικόλογη και τυποποιημένη, χωρίς τα αναμενόμενα στοιχεία εξατομίκευσης που θα προσέδιδαν αξιοπιστία στον ισχυρισμό του.

Το Δικαστήριο κρίνει ότι, δεδομένης της μεγάλης διάρκειας της σχέσης που επικαλείται, θα ανέμενε κανείς μια πιο αναλυτική, συνεκτική και βιωματικά εμπλουτισμένη περιγραφή, η οποία να καταδεικνύει ουσιαστική συναισθηματική εμπλοκή και προσωπική εμπειρία. Η απουσία τέτοιων στοιχείων αποδυναμώνει σημαντικά την πειστικότητα του σχετικού ισχυρισμού.

Αναφορικά με την αντίδραση της οικογένειάς του, το Δικαστήριο σημειώνει ότι, ενώ ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι οι γονείς του τον αποκήρυξαν λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού, εντούτοις δεν ανέπτυξε με επάρκεια τις περιστάσεις υπό τις οποίες αυτό έλαβε χώρα, ούτε τις συνέπειες που είχε για τον ίδιο σε προσωπικό και συναισθηματικό επίπεδο.

Ιδίως, προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι, ερωτηθείς σχετικά με τα συναισθήματά του μετά την αντίδραση των γονέων του, δήλωσε ότι «δεν ένιωσε κάτι», χωρίς να παράσχει οποιαδήποτε περαιτέρω εξήγηση. Η εν λόγω απάντηση, εξεταζόμενη υπό το πρίσμα της κοινής πείρας και λογικής, δεν συνάδει με τη βαρύτητα ενός τέτοιου γεγονότος, το οποίο, κατά κανόνα, επιφέρει έντονη συναισθηματική επίδραση.

Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής περιέγραψε συγκεκριμένες ενέργειες ή συμπεριφορές εκ μέρους της οικογένειάς του που να συνιστούν σαφείς εκδηλώσεις απόρριψης ή δίωξης, πέραν γενικών αναφορών σε αποδοκιμασία. Ομοίως, δεν κατέστη σαφές πώς η εν λόγω αντίδραση επηρέασε τη μετέπειτα ζωή του ή οδήγησε σε συγκεκριμένες αποφάσεις, πέραν της γενικής αναφοράς ότι μετακόμισε.

Το Δικαστήριο κρίνει ότι η εν λόγω πτυχή της αφήγησης στερείται της αναγκαίας συγκεκριμενοποίησης και συναισθηματικής συνέπειας, στοιχεία που θα αναμένονταν σε περίπτωση πραγματικής και βιωματικά έντονης εμπειρίας απόρριψης από το οικογενειακό περιβάλλον.

Ιδιαιτέρως σημαντική είναι η αξιολόγηση του ισχυρισμού του Αιτητή περί καταζήτησής του από τις αρχές της χώρας καταγωγής του. Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να τον καθιστούν αξιόπιστο ή επαληθεύσιμο.

Ειδικότερα, ενώ ο Αιτητής δήλωσε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, θα συλληφθεί από τις αρχές λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού, εντούτοις παραδέχθηκε ρητώς ότι, καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής του στη χώρα καταγωγής του, ουδέποτε αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα με την αστυνομία ή άλλες κρατικές αρχές. Δεν ανέφερε ότι συνελήφθη, ότι ανακρίθηκε, ότι καταγγέλθηκε ή ότι υπήρξε οποιαδήποτε μορφή κρατικής εμπλοκής εις βάρος του.

Περαιτέρω, δεν προσκόμισε ούτε επικαλέστηκε οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιστατικό που να καταδεικνύει ότι οι αρχές είχαν γνώση του σεξουαλικού του προσανατολισμού ή ότι υπήρξε αντικείμενο ενδιαφέροντος εκ μέρους τους. Ο ισχυρισμός του περί «καταζήτησης» παραμένει, ως εκ τούτου, αόριστος, υποθετικός και αποσυνδεδεμένος από συγκεκριμένα γεγονότα.

Συναφώς, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι ο ίδιος ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν εξέφραζε ανοικτά τον σεξουαλικό του προσανατολισμό και ότι ελάμβανε μέτρα απόκρυψης, στοιχείο που καθιστά ακόμη λιγότερο πιθανό το ενδεχόμενο να είχε περιέλθει στην αντίληψη των αρχών κατά τρόπο που να δικαιολογεί ισχυρισμό περί καταζήτησης.

Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει το γενικό νομικό και κοινωνικό πλαίσιο στη Νιγηρία, όπου η ομοφυλοφιλία ποινικοποιείται και κοινωνικά στιγματίζεται. Ωστόσο, η ύπαρξη γενικού κινδύνου ή δυσμενών συνθηκών δεν αρκεί αφ’ εαυτής για τη στοιχειοθέτηση εξατομικευμένου και πραγματικού κινδύνου δίωξης, ελλείψει συγκεκριμένων περιστατικών που να συνδέουν τον αιτητή προσωπικά με τον κίνδυνο αυτό.

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ισχυρισμός περί καταζήτησης από τις αρχές δεν αποδεικνύεται και δεν δύναται να στηρίξει φόβο δίωξης εκ μέρους του κράτους.

Επιπλέον, η περιορισμένη γνώση του για τον τρόπο ζωής ή δικτύωσης της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας στη χώρα καταγωγής του, καθώς και το γεγονός ότι ο ίδιος δήλωσε ότι δεν εξέφραζε ανοικτά τον σεξουαλικό του προσανατολισμό ούτε στη Νιγηρία ούτε στην Κυπριακή Δημοκρατία, συνιστούν πρόσθετα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη στη συνολική εκτίμηση της αξιοπιστίας του.

Συνεκτιμώντας όλα τα ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να στοιχειοθετήσει κατά τρόπο πειστικό και επαρκή τον ισχυρισμό του περί ομοφυλοφιλικού προσανατολισμού. Οι δηλώσεις του στερούνται της αναγκαίας συνοχής, συγκεκριμενοποίησης και βιωματικής τεκμηρίωσης που θα καθιστούσαν τον ισχυρισμό αξιόπιστο.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καταλήγει, επί της ουσίας, ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή δεν αποδεικνύεται και απορρίπτεται.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις υποθέσεις X, Y, Z (C-199/12, C-200/12 και C-201/12) και A, B, C (C-148/13, C-149/13 και C-150/13), καθώς και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (I.K. κατά Ελβετίας, αριθ. 21417/17), η αξιολόγηση ισχυρισμών που ερείδονται στον σεξουαλικό προσανατολισμό πρέπει να διενεργείται με ιδιαίτερη προσοχή, χωρίς προσφυγή σε στερεότυπα και με σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια του αιτητή. Οι διεθνείς αυτές αποφάσεις καθιστούν σαφές ότι η έλλειψη λεπτομερούς ή βιωματικής αφήγησης δεν μπορεί να οδηγεί αυτομάτως σε αρνητικό συμπέρασμα, καθόσον η ντροπή, το στίγμα ή ο φόβος αποκάλυψης δύνανται να επηρεάζουν την πληρότητα της κατάθεσης.

Πλην όμως, οι ως άνω αρχές δεν αναιρούν την υποχρέωση του αιτητή να εκθέσει, κατά το δυνατόν, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του κατά τρόπο συνεκτικό, συγκεκριμένο και επαρκώς εξατομικευμένο, ώστε να καθίσταται δυνατή η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του. Όπως προκύπτει και από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αξιολόγηση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας στηρίζεται σε εξατομικευμένη εξέταση όλων των σχετικών στοιχείων και περιστάσεων, συμπεριλαμβανομένης της αξιοπιστίας των δηλώσεων του αιτητή, υπό το πρίσμα της συνολικής του αφήγησης.(βλ. M.M. (C-277/11) σκ 88)

Ειδικότερα, η απαγόρευση προσφυγής σε στερεοτυπικές αντιλήψεις δεν συνεπάγεται ότι η Διοίκηση ή το Δικαστήριο στερούνται της δυνατότητας να αξιολογούν την εσωτερική συνοχή, τη λεπτομέρεια και τη βιωματική βάση των δηλώσεων του αιτητή. Αντιθέτως, τα στοιχεία αυτά αποτελούν κρίσιμες παραμέτρους για την εκτίμηση της αξιοπιστίας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν τίθενται ως άκαμπτα ή προκαθορισμένα πρότυπα συμπεριφοράς.(βλ. A, B και C (C-148/13 έως C-150/13) και F (C-473/16).

Περαιτέρω, το γεγονός ότι αισθήματα ντροπής, φόβου ή κοινωνικού στίγματος δύνανται να επηρεάσουν τον τρόπο έκφρασης ενός αιτητή δεν απαλλάσσει τον ίδιο από την υποχρέωση να παράσχει, στο μέτρο του δυνατού, μια αφήγηση που να περιέχει βασικά στοιχεία προσωπικής εμπειρίας και χρονικής συνέχειας. Η έλλειψη τέτοιων στοιχείων δύναται, κατόπιν συνολικής αξιολόγησης, να ληφθεί υπόψη για σκοπούς εκτίμησης της αξιοπιστίας, χωρίς τούτο να συνιστά αφ’ εαυτού προσφυγή σε στερεότυπα.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο, έχοντας πλήρη επίγνωση των πιο πάνω αρχών, δεν στηρίζει την κρίση του σε προκαθορισμένες αντιλήψεις περί της «αναμενόμενης» συμπεριφοράς ενός ομοφυλόφιλου ατόμου, αλλά στη συνολική αξιολόγηση των δηλώσεων του Αιτητή, όπως αυτές προκύπτουν από το περιεχόμενο της συνέντευξης και του διοικητικού φακέλου. Η κρίση περί έλλειψης αξιοπιστίας ερείδεται στη διαπιστωθείσα γενικότητα, την απουσία συγκεκριμένων και βιωματικών στοιχείων και τις εσωτερικές αδυναμίες της αφήγησης, όπως αναλύθηκαν ανωτέρω.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι η απόρριψη του σχετικού ισχυρισμού δεν αντίκειται στις αρχές που απορρέουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά ευρίσκεται εντός των ορίων της επιτρεπτής αξιολόγησης της αξιοπιστίας στο πλαίσιο εξέτασης αιτήσεων διεθνούς προστασίας.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Διοίκηση ενήργησε ορθώς εφαρμόζοντας το μοντέλο DSSH (Difference, Stigma, Shame, Harm) κατά την αξιολόγηση του επίδικου ισχυρισμού. Το μοντέλο αυτό έχει τύχει ευρείας αποδοχής στη διεθνή πρακτική, έχει υποστηριχθεί από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και εφαρμόζεται σε σειρά κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως κατάλληλη μεθοδολογία εξέτασης αιτημάτων διεθνούς προστασίας που στηρίζονται στον σεξουαλικό προσανατολισμό. Εξάλλου, η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (A, B, C – C-148/13, C-149/13, C-150/13) έχει καταστήσει σαφές ότι η αξιολόγηση αξιοπιστίας σε τέτοιες υποθέσεις δεν μπορεί να βασίζεται σε στερεοτυπικές ερωτήσεις ή εξευτελιστικές πρακτικές, αλλά πρέπει να διενεργείται με σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και μέσω μεθοδολογιών που εστιάζουν στην εσωτερική συνοχή της αφήγησης. Παράλληλα, το Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου στις υποθέσεις HJ (Iran) και HT (Cameroon) [2010] UKSC 31 υπογράμμισε ότι δεν μπορεί να απαιτηθεί από αιτητή διεθνούς προστασίας να αποκρύπτει ή να αποσιωπά τον σεξουαλικό του προσανατολισμό προς αποφυγή δίωξης. Συναφώς, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η αξιολόγηση σε SOGI (σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου) υποθέσεις πρέπει να είναι εξατομικευμένη και ευαίσθητη, και ότι τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να προβαίνουν σε ουσιαστική εκτίμηση των ισχυρισμών λαμβάνοντας υπόψη το νομικό και κοινωνικό πλαίσιο στη χώρα καταγωγής (βλ. I.K. v. Switzerland (dec.), no. 21417/17, 19.12.2017· A.N. v. France (dec.), no. 12956/15, 19.04.2016).

Υπό το φως αυτών των κατευθυντηρίων, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η Διοίκηση, εφαρμόζοντας το μοντέλο DSSH, εστίασε σε κρίσιμες παραμέτρους – την αυτοαντίληψη του Αιτητή, το βίωμα της διαφορετικότητας, την εμπειρία κοινωνικού στίγματος και τις επικαλούμενες μορφές βλάβης – και ορθά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αφήγησή του ήταν αντιφατική, ασαφής και μη πειστική. Ως εκ τούτου, η χρήση του μοντέλου DSSH κρίνεται όχι μόνο δικαιολογημένη αλλά και πρόσφορη, και τα πορίσματα στα οποία κατέληξε η Διοίκηση, περί αναξιοπιστίας του ισχυρισμού, υιοθετούνται και από το Δικαστήριο.

Παρά ταύτα, το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι στη θεωρία και σε τμήμα της διεθνούς πρακτικής έχουν διατυπωθεί επιφυλάξεις ως προς τον τρόπο χρήσης του μοντέλου DSSH, καθώς υπάρχει ο κίνδυνος να λειτουργήσει με κανονιστικό τρόπο, να αναπαράγει στερεότυπα ή να αγνοήσει τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες κάθε αιτητή[1]. Ωστόσο, στην προκείμενη υπόθεση, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η Διοίκηση εφάρμοσε το εν λόγω μοντέλο με τρόπο συμβατό προς τις αρχές που έθεσε η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (υποθέσεις A, B, C) και του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου (HJ (Iran), HT (Cameroon)), δηλαδή χωρίς να βασιστεί σε στερεοτυπικές παραδοχές ή σε εξευτελιστικές πρακτικές, αλλά με γνώμονα την εσωτερική συνοχή και πειστικότητα της αφήγησης. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο υιοθετεί την αξιολόγηση της Διοίκησης και αποδέχεται ότι, εν προκειμένω, η εφαρμογή του DSSH οδήγησε σε εύλογο και αιτιολογημένο συμπέρασμα περί αναξιοπιστίας του ισχυρισμού.

Περαιτέρω, η ίδια κατάληξη ενισχύεται και υπό το πρίσμα των αναγνωρισμένων δεικτών αξιοπιστίας, όπως αυτοί καταγράφονται στη διεθνή και ευρωπαϊκή θεωρία (εσωτερική συνέπεια, εξωτερική συνέπεια, επάρκεια λεπτομέρειας και πιθανοφάνεια)[2]. Ειδικότερα, από τη συνέντευξη και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παρουσιάσει μία συνεκτική και επαρκώς συγκεκριμενοποιημένη αφήγηση ως προς τα ουσιώδη στοιχεία του ισχυρισμού του. Οι δηλώσεις του χαρακτηρίζονται από γενικότητα και έλλειψη λεπτομέρειας, ιδίως ως προς τη διαδικασία συνειδητοποίησης του σεξουαλικού του προσανατολισμού και τη φύση της επικαλούμενης σχέσης του, ενώ δεν καταδεικνύεται σαφής χρονική αλληλουχία ή εξέλιξη των γεγονότων.

Περαιτέρω, εντοπίζονται ουσιώδεις εσωτερικές αδυναμίες και αντιφάσεις, όπως ο ισχυρισμός περί καταζήτησής του από τις αρχές, ο οποίος δεν συνοδεύεται από οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιστατικό εμπλοκής με κρατικά όργανα, σε συνδυασμό με τη ρητή παραδοχή του ότι ουδέποτε αντιμετώπισε πρόβλημα με την αστυνομία ή άλλες αρχές. Παράλληλα, η αφήγησή του ως προς τις προκλήσεις που φέρεται να αντιμετώπισε παραμένει αόριστη και δεν τεκμηριώνεται με συγκεκριμένα περιστατικά ή εμπειρίες που να καταδεικνύουν προσωπική και άμεση έκθεση σε δίωξη ή σοβαρή βλάβη.

Επιπλέον, η περιορισμένη ανάπτυξη βιωματικών στοιχείων, σε συνδυασμό με την αδυναμία του να αποδώσει συναισθηματική ή προσωπική διάσταση σε κρίσιμες πτυχές της αφήγησής του, αποδυναμώνει την εσωτερική συνοχή του ισχυρισμού. Τα στοιχεία αυτά, αξιολογούμενα συνολικά, δεν συνάδουν με μια αφήγηση που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως πειστική και αξιόπιστη, ούτε ενισχύονται από εξωτερικά δεδομένα που να επιβεβαιώνουν την εξατομικευμένη του έκθεση σε κίνδυνο.

Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή στερούνται συνοχής και πιθανοφάνειας, ενώ οι αντιφάσεις και οι ελλείψεις τους πλήττουν τόσο την εσωτερική όσο και την εξωτερική αξιοπιστία του. Ως εκ τούτου, η αξιολόγηση της Διοίκησης περί αναξιοπιστίας δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη μεθοδολογία DSSH, αλλά και στις γενικές αρχές που διέπουν την εκτίμηση της αξιοπιστίας κατά το άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τις οποίες το παρόν Δικαστήριο υιοθετεί πλήρως.

Επιπροσθέτως, υπό το πρίσμα των γενικών αρχών του άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αναδιατύπωση) και της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η προσβαλλόμενη κρίση ερείδεται σε ατομική, αντικειμενική και αμερόληπτη αξιολόγηση, διενεργηθείσα με την απαιτούμενη αυστηρή και ενδελεχή εξέταση, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία και εστιάζοντας στα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Οι αρχές αυτές, που συγκροτούν το αναγκαίο πλαίσιο ελέγχου της αξιοπιστίας, έχουν ερμηνευθεί και αναδειχθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. μεταξύ άλλων CJEU, A, B και C, C-148/13, C-149/13, C-150/13, σκ. 70· Y και Z, C-71/11 και C-99/11, σκ. 77· Abdulla και λοιποί, C-175/08 κ.ε., σκ. 90· M.M., C-277/11, σκ. 88), καθώς και από τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η οποία επιβάλλει «στενό έλεγχο» και «αυστηρή αξιολόγηση» σε ζητήματα που άπτονται του άρθρου 3 ΕΣΔΑ (βλ. ΕΔΔΑ, Shamayev κ.ά. κατά Γεωργίας και Ρωσίας, αριθ. 36378/02, §448· JK και λοιποί κατά Σουηδίας [GC], αριθ. 59166/12, §77).

Τέλος, καθόσον ο Αιτητής δεν προσκόμισε επαρκή σχετικά στοιχεία ούτε παρείχε ικανοποιητικές εξηγήσεις για κρίσιμες ελλείψεις, δεν πληρούνται οι σωρευτικές προϋποθέσεις του άρθρου 4(5) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ιδίως ως προς τη συνοχή και την πιθανοφάνεια των δηλώσεών του και τη μη αντίθεσή τους προς τη διαθέσιμη ειδική και γενική πληροφόρηση, χωρίς να απαιτείται, βεβαίως, καθ’ εαυτήν η ύπαρξη εγγράφων για κάθε ισχυρισμό. Η εκτίμηση της αξιοπιστίας οφείλει να είναι ολιστική, σύμφωνα με τα άρθρα 4(1)–(4) της Οδηγίας και τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την οποία οι δηλώσεις του αιτητή μπορούν να γίνουν δεκτές μόνον εφόσον είναι συνεκτικές, εύλογες και δεν αντίκεινται στην αντικειμενική πληροφόρηση (βλ. CJEU, Shepherd, C-472/13· Fathi, C-56/17). Ως εκ τούτου, η διοικητική αξιολόγηση κρίνεται σύμφωνη με το εφαρμοστέο ενωσιακό πλαίσιο και τα πορίσματά της υιοθετούνται.

Επομένως η γενικότητα των απαντήσεων του Αιτητή, η έλλειψη επαρκούς συγκεκριμενοποίησης και η ασάφεια που χαρακτήρισε την περιγραφή της διαδικασίας συνειδητοποίησης του σεξουαλικού του προσανατολισμού οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν κατόρθωσε να θεμελιώσει βάσιμο φόβο διώξεως απορρέοντα από τον εν λόγω ισχυρισμό.

 Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου [Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί], το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας εναπόκειται πρωτίστως στον ίδιο τον Αιτητή, ο οποίος όφειλε να καταβάλει ειλικρινή και ουσιαστική προσπάθεια ώστε να καταδείξει ότι υπήρξε θύμα δίωξης στη χώρα καταγωγής του και, συνεπώς, ότι πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα ή, έστω, για τη χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας. Το Δικαστήριο κρίνει ότι στην παρούσα υπόθεση ο Αιτητής απέτυχε να το πράξει.

Η ανωτέρω κατάληξη ερείδεται και στη συναφή νομολογία, σύμφωνα με την οποία ο αιτητής φέρει το βάρος να θεμελιώσει με ειλικρίνεια και σαφήνεια την αξίωσή του (βλ. William Crisantha Mal Francis Karumarathna ν. Δημοκρατίας, αρ. 1875/08, 1.3.2010· Farhan Khalil ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, αρ. 1119/2009, 31.1.2012· καθώς και το Εγχειρίδιο του Υπάτου Αρμοστή του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες).

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι δηλώσεις του Αιτητή στερούνται της αναγκαίας συνοχής, λεπτομέρειας και αυθεντικής βιωματικής χροιάς που θα τις καθιστούσαν αξιόπιστες και ικανές να θεμελιώσουν βάσιμο φόβο δίωξης. Η γενικότητα και οι ασάφειες που επισημάνθηκαν ανωτέρω, σε συνδυασμό με την αδυναμία του να στηρίξει με πειστικό τρόπο τους ισχυρισμούς του, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα ούτε για υπαγωγή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας όπως θα αναλυθεί κατωτέρω.

Περαιτέρω, σημειώνεται ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση τήρησαν τις θεσμοθετημένες διαδικασίες, παρείχαν στον Αιτητή την ευκαιρία να εκθέσει πλήρως την αφήγησή του και έλαβαν υπόψη όλα τα στοιχεία που ο ίδιος έθεσε ενώπιόν τους, καθώς και τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων στη Νιγηρία. Το γεγονός αυτό ενισχύει το συμπέρασμα ότι η επίδικη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας και με επαρκή αιτιολόγηση.

Λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, προκύπτει ότι οι Καθ’ ων αξιολόγησαν όλα τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που ο Αιτητής προέβαλε. Εντούτοις, λόγω της αναξιοπιστίας που διαπιστώθηκε, τα εν λόγω περιστατικά δεν έγιναν αποδεκτά ως αποδεικτικά βάσης του αιτήματος. Επί της τοιαύτης βάσης, οι Καθ’ ων έκριναν ότι δεν υφίσταται πιθανότητα ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, να υποβαλλόταν σε μεταχείριση ικανή να συνιστά δίωξη ή σοβαρή βλάβη, κατά την έννοια του περί Προσφύγων Νόμου.

Το Δικαστήριο δεν δύναται ούτε να αναγνωρίσει στον Αιτητή το λεγόμενο «ευεργέτημα της αμφιβολίας», όπως αυτό προβλέπεται στην παρ. 204 του Εγχειριδίου του Ύπατου Αρμοστή.[3] Η εφαρμογή του εν λόγω ευεργετήματος προϋποθέτει ότι ο αιτών έχει προσκομίσει όλα τα διαθέσιμα στοιχεία και ότι, κατόπιν ελέγχου, κρίνεται γενικώς αξιόπιστος[4]. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Αιτητής δεν στήριξε με συγκεκριμένα δεδομένα τους ισχυρισμούς του περί δίωξης λόγω ομοφυλοφιλίας, ενώ οι ουσιώδεις αντιφάσεις και ασάφειες που διαπιστώθηκαν αποκλείουν την εφαρμογή του εν λόγω κανόνα. Η νομολογία έχει επανειλημμένως κρίνει ότι η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας ενός αιτούντος και η απόρριψη της αίτησής του για τον λόγο αυτό συνιστούν νόμιμη βάση (βλ. Ανωτ. Δικ. Amiri ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά. (2009) 3 ΑΑΔ 358· Khalil ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. αρ. 466/2010, 28.9.2012).

Περαιτέρω, διαπιστώνεται ότι, κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, ο Αιτητής είχε την ευκαιρία να απαντήσει σε ερωτήματα ανοικτής φύσεως, τα οποία τέθηκαν προς διερεύνηση τόσο του πυρήνα του αιτήματος όσο και των επιμέρους πτυχών του. Ο αρμόδιος λειτουργός υπέβαλε επαρκείς και στοχευμένες ερωτήσεις, ακολουθώντας την ορθή διερευνητική μέθοδο, και συνεργάστηκε με τον Αιτητή στον προσδιορισμό των συναφών στοιχείων της αιτήσεως. Ακολούθως, προέβη σε εκτενή ανάλυση εκάστου ουσιώδους ισχυρισμού του, αξιολογώντας τον ενδεχόμενο κίνδυνο που θα διέτρεχε σε περίπτωση επιστροφής του, και αντιπαρέβαλε τα όσα προέβαλε με διαθέσιμες πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής, κατά το άρθρο 18(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου.

Περαιτέρω, η εξέταση του αιτήματος διεθνούς προστασίας οφείλει να διενεργείται σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές του ενωσιακού δικαίου: (i) ατομική, αντικειμενική και αμερόληπτη αξιολόγηση (άρθρ. 10§3(α) Οδηγίας 2013/32/ΕΕ), (ii) ενδελεχή/εντατική εξέταση με βάση όλα τα σχετικά στοιχεία και επικαιροποιημένη πληροφόρηση για τη χώρα καταγωγής (άρθρ. 4 Οδηγίας 2011/95/ΕΕ· άρθρ. 10§3(β) Οδηγίας 2013/32/ΕΕ· ΔΕΕ, C-277/11, M.M., σκ. 64-68· ΔΕΕ, C-69/10, Aydin Salahadin Abdulla and Others (συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-175/08, C-176/08, C-178/08 και C-179/08) Torubarov, C-556/17), (iii) τήρηση των εγγυήσεων της προσωπικής συνέντευξης και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (άρθρ. 14-16 Οδηγίας 2013/32/ΕΕ), με ρητή αποφυγή στερεοτυπικών ή εξευτελιστικών ερωτήσεων και πρακτικών (ΔΕΕ, A, B και C, C-148/13, C-149/13, C-150/13) και μη προσφυγή σε ψυχομετρικά «τεστ» για επαλήθευση σεξουαλικού προσανατολισμού (ΔΕΕ, C-473/16, F), (iv) ολιστική στάθμιση των ενδείξεων αξιοπιστίας χωρίς να αποδίδεται αυτοτελές καθοριστικό βάρος σε τυχόν καθυστερημένη επίκληση (A, B και C, σκ. 72-73· ΕΔΔΑ, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, §93). Υπό τα ανωτέρω, και ενόψει της υποχρέωσης συνεργασίας της Διοίκησης με τον αιτητή στο στάδιο διαπίστωσης των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών (άρθρ. 4§1-2 Οδηγίας 2011/95/ΕΕ· ΔΕΕ, M.M.), προκύπτει ότι η αρμόδια αρχή τήρησε τις επιταγές της δίκαιης και ενδελεχούς εξέτασης, παρέχοντας ειδική και επαρκή αιτιολογία.

Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, το Δικαστήριο προβαίνει σε αυτοτελή αξιολόγηση του κατά πόσο ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε επαρκή και ορθή εξέταση αυτής.

Καταρχάς, από το περιεχόμενο της εισηγητικής έκθεσης προκύπτει ότι ο λειτουργός έκρινε πως η εξωτερική αξιοπιστία του επίδικου ουσιώδους ισχυρισμού «δεν μπορεί να αξιολογηθεί λόγω της προσωπικής φύσεως των δηλώσεων», επισημαίνοντας περαιτέρω ότι ο Αιτητής δεν προσκόμισε οποιοδήποτε έγγραφο ή αποδεικτικό στοιχείο, όπως π.χ. ένταλμα σύλληψης, προς υποστήριξη του ισχυρισμού του.

Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η προσέγγιση αυτή, κατ’ αρχήν, συνάδει με τη φύση των ισχυρισμών που αφορούν τον σεξουαλικό προσανατολισμό, οι οποίοι εκ της φύσεώς τους σπανίως δύνανται να αποδειχθούν με έγγραφα ή αντικειμενικά αποδεικτικά μέσα. Ως εκ τούτου, η απουσία εγγράφων δεν δύναται να λειτουργήσει εις βάρος του Αιτητή ως καθοριστικός παράγοντας απόρριψης.

Ωστόσο, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο λειτουργός δεν περιορίστηκε σε αυτή τη διαπίστωση, αλλά προχώρησε σε εκτενή παράθεση πληροφοριών χώρας καταγωγής (COI) αναφορικά με το νομικό και κοινωνικό καθεστώς των ομοφυλόφιλων ατόμων στη Νιγηρία. Ειδικότερα, τεκμηριώνεται ότι η ομοφυλοφιλία ποινικοποιείται, με πρόβλεψη ποινών φυλάκισης, ενώ καταγράφονται και σοβαρές κοινωνικές διακρίσεις, περιστατικά βίας και γενικευμένη κοινωνική αποδοκιμασία.

Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο κρίνει ότι, παρά τη διατύπωση περί αδυναμίας αξιολόγησης της εξωτερικής αξιοπιστίας, στην ουσία ο λειτουργός προέβη σε σχετική εξέταση του αντικειμενικού πλαισίου, ήτοι της εξωτερικής διάστασης του ισχυρισμού, μέσω της χρήσης αξιόπιστων πηγών πληροφόρησης. Οι πληροφορίες αυτές επιβεβαιώνουν ότι, σε γενικό επίπεδο, τα πρόσωπα που ανήκουν στη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα στη Νιγηρία ενδέχεται να αντιμετωπίζουν δυσμενείς συνθήκες, γεγονός που καθιστά τον ισχυρισμό κατ’ αρχήν συμβατό με το γενικό πλαίσιο.

Πλην όμως, η εξωτερική αυτή συμβατότητα δεν επαρκεί αφ’ εαυτής για τη θεμελίωση της αξιοπιστίας του ισχυρισμού, ελλείψει αξιόπιστης εσωτερικής αφήγησης. Όπως παγίως γίνεται δεκτό, η εξωτερική αξιοπιστία λειτουργεί επικουρικά και δεν δύναται να θεραπεύσει ελλείψεις στην εσωτερική συνοχή και πειστικότητα των δηλώσεων του αιτητή.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι, παρότι η διατύπωση της έκθεσης ως προς την «αδυναμία αξιολόγησης» της εξωτερικής αξιοπιστίας δεν είναι απολύτως ακριβής, εντούτοις δεν προκύπτει ουσιώδης πλημμέλεια, καθότι ο λειτουργός έλαβε υπόψη και αξιολόγησε το αντικειμενικό πλαίσιο της χώρας καταγωγής. Η τελική κρίση περί αναξιοπιστίας δεν ερείδεται στην εξωτερική διάσταση, αλλά στην έλλειψη εσωτερικής αξιοπιστίας, η οποία, κατά τα ανωτέρω, κρίνεται καθοριστική.

Το Δικαστήριο, εκπληρώνοντας το καθήκον αυτεπάγγελτης έρευνας που του αναγνωρίζεται από το άρθρο 10 παρ. 3 στοιχ. β΄ της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, προέβη σε συνεκτίμηση επικαιροποιημένων και αξιόπιστων πηγών πληροφόρησης αναφορικά με τη νομική και κοινωνική θέση των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων στη Νιγηρία. Δεδομένου ότι η κατ’ ισχυρισμό απειλή κατά του Αιτητή απορρέει από τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, η εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας επικεντρώνεται στο κατά πόσον η αντικειμενική κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής δικαιολογεί τον φόβο του για δίωξη ή κακομεταχείριση από κρατικούς ή μη κρατικούς δρώντες, υπό συνθήκες όπου το κράτος δεν δύναται ή δεν προτίθεται να του παράσχει προστασία.

Ως προς την κατάσταση των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων στη Νιγηρία

Οι σχέσεις μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου απαγορεύονται στη Νιγηρία τόσο σε ομοσπονδιακό όσο και σε κρατικό επίπεδο[5]. Η νομοθεσία περί καταπολέμησης των διακρίσεων δεν περιλαμβάνει τον σεξουαλικό προσανατολισμό ως διακριτό λόγο προστασίας.[6]

Ο Ομοσπονδιακός Ποινικός Κώδικας του 2004, που εφαρμόζεται στις περισσότερες νότιες πολιτείες, προβλέπει ποινή φυλάκισης έως και 14 ετών για συναινετικές ομοφυλοφιλικές σχέσεις, καθώς και ποινή τριών ετών για «βαριά προσβολή της δημοσίας αιδούς»[7]. Ο Ποινικός Κώδικας των βόρειων πολιτειών (Penal Code – Northern States – Federal Provisions Act, 1959) προβλέπει επίσης ποινή φυλάκισης έως 14 ετών για συναινετικές ομοφυλοφιλικές σχέσεις.[8]

Περαιτέρω, σε δώδεκα βόρειες πολιτείες εφαρμόζεται το δίκαιο της Σαρία[9], το οποίο επιτρέπει τη δίωξη για «ομοφυλοφιλικές πράξεις»[10] και προβλέπει ακόμη και τη θανατική ποινή για «αφύσικες σεξουαλικές πράξεις»[11]. Σύμφωνα με τον ιστότοπο Equaldex, τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες στις πολιτείες αυτές δύνανται να αντιμετωπίσουν τη θανατική ποινή για συναινετικές ομοφυλοφιλικές σχέσεις.[12]

Η Human Rights Watch έχει αναφέρει ότι η μέγιστη ποινή για ομοφυλοφιλικές πράξεις μεταξύ ανδρών είναι η θανατική ποινή, ενώ για τις γυναίκες η ποινή μπορεί να περιλαμβάνει μαστίγωμα ή/και φυλάκιση.[13]

Τέλος, ο ομοσπονδιακός Νόμος για την Απαγόρευση του Γάμου μεταξύ Ατόμων του Ίδιου Φύλου (Same-Sex Marriage Prohibition Act – SSMPA), που τέθηκε σε ισχύ το 2014,[14] απαγορεύει όχι μόνο τον γάμο μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου, αλλά και τις δημόσιες εκδηλώσεις ομοφυλοφιλικών σχέσεων, καθώς και τη λειτουργία οργανώσεων που υπερασπίζονται τα δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας[15]. Σύμφωνα με τη Human Rights Watch, η διατύπωση του νόμου είναι τόσο αόριστη ώστε καλύπτει «ουσιαστικά οποιαδήποτε μορφή συγκατοίκησης μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου»[16]. Η δε Πρωτοβουλία για Ίσα Δικαιώματα (TIER), νιγηριανή ΜΚΟ που υπερασπίζεται τα δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, ανέφερε ότι ο εν λόγω νόμος οδήγησε σε σημαντική αύξηση των παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων εις βάρος ΛΟΑΤΚΙ ατόμων[17].

Ως προς την εφαρμογή της νομοθεσίας

Κατά την περίοδο 2002–2023, η ILGA (Lesbian, Gay, Bisexual, Trans and Intersex Association) World κατέγραψε περισσότερες από 80 περιστατικά εφαρμογής νομοθετικών διατάξεων κατά ΛΟΑΤΚΙ ατόμων[18], τα οποία οδήγησαν σε συλλήψεις για συναινετικές ομοφυλοφιλικές σχέσεις, cross-dressing, συμμετοχή σε υποτιθέμενους γάμους μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου, αλλά και για τον λόγο ότι οι συλληφθέντες «έμοιαζαν γκέι» ή κατηγορήθηκαν για «λεσβιασμό»[19].

Ενδεικτικά, τον Ιούνιο του 2022 τρεις άνδρες καταδικάστηκαν σε θάνατο για ομοφυλοφιλία στη βόρεια πολιτεία Bauchi από δικαστήριο Σαρία[20]. Ο νόμος SSMPA χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 2019 για τη δίωξη 47 ανδρών στο Lagos, οι οποίοι κατηγορήθηκαν για ομοφυλοφιλικές σχέσεις· η υπόθεση απορρίφθηκε τελικά από το δικαστήριο λόγω αδυναμίας της αστυνομίας να παρουσιάσει μάρτυρες.[21] Παρόμοιες μαζικές συλλήψεις έχουν καταγραφεί το 2017 στην πολιτεία Kaduna[22] και το 2022 στην πολιτεία Kano[23]. Τον Αύγουστο του 2023, η αστυνομία έκανε έφοδο σε έναν υποτιθέμενο γάμο μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου στην πολιτεία Delta, συλλαμβάνοντας 67 άτομα με βάση τον SSMPA[24], ενώ τον Οκτώβριο του ίδιου έτους συνελήφθησαν 59 άνδρες και 17 γυναίκες στην πολιτεία Gombe με την κατηγορία ότι σχεδίαζαν να τελέσουν γάμο μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου. Τέλος, τον Ιανουάριο του 2024, το νιγηριανό ειδησεογραφικό μέσο No Strings μετέδωσε ότι εκπρόσωπος της αστυνομίας δήλωσε πως οι αρχές θα «καταστείλουν» ομάδα ΛΟΑΤΚΙ ατόμων που εμφανίζονταν σε βίντεο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου δήλωναν δημόσια τη σεξουαλική τους ταυτότητα.[25]

Ως προς την κοινωνική αντιμετώπιση και τη βία

Η διάκριση κατά των σεξουαλικών μειονοτήτων στη Νιγηρία χαρακτηρίζεται ως «διάχυτη», σύμφωνα με την έκθεση του Freedom House[26], με αποτέλεσμα η αυτολογοκρισία να αποτελεί συνηθισμένη πρακτική μεταξύ των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων για λόγους προσωπικής ασφάλειας[27]. Οι συντηρητικοί θρησκευτικοί και κοινωνικοί κανόνες έχουν αναγνωριστεί ως ο βασικός παράγοντας πίσω από την εκτεταμένη ομοφοβία[28], ενώ θρησκευτικά ιδρύματα και προσωπικότητες εξακολουθούν να διαδίδουν ανοιχτά ομοφοβικά μηνύματα[29]. Σύμφωνα με το Equaldex, οι αντιλήψεις αυτές είναι «βαθιά ριζωμένες» στην κοινωνία. Έρευνες καταδεικνύουν κυρίως αρνητικές στάσεις απέναντι στα ΛΟΑΤΚΙ άτομα· ενδεικτικά, σε έρευνα του Pew Research Centre το 2023, το 97% των Νιγηριανών εξέφρασε αντίθεση στον γάμο μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου. Αν και η δημόσια υποστήριξη για τον νόμο SSMPA, η οποία κατά την ψήφισή του ήταν ευρύτατη, μειώθηκε από 77% το 2015 σε 57% το 2019 και σε 48% το 2022, παραμένει ωστόσο υψηλή. Επιπλέον, πηγές αναφέρουν ότι τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα υφίστανται συστηματικά βία από εγκληματίες και οργανωμένες ομάδες· χαρακτηριστικά, η έκθεση του Ιδρύματος Bertelsmann για τη Νιγηρία το 2024 επισημαίνει ότι μέλη πολιτοφυλακών συχνά κακοποιούν ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα.[30]

Ως προς τις παραβιάσεις από φορείς κρατικής εξουσίας και τα μέσα έννομης προστασίας

Οι πηγές αναφέρουν ότι τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα στη Νιγηρία υφίστανται συστηματικά βία από την αστυνομία, περιλαμβανομένων αυθαίρετων συλλήψεων και κρατήσεων, σωματικής κακοποίησης και εκβιασμού. Σύμφωνα με την έκθεση TIER του 2023[31], οι παραβιάσεις από την «Hisbah» (την ηθική αστυνομία που λειτουργεί στις πολιτείες με νόμους Σαρία), αλλά και από τις τακτικές δυνάμεις της αστυνομίας και άλλες αρχές επιβολής του νόμου, αποτελούν «ταχέως αυξανόμενη τάση στη Νιγηρία κατά τα τελευταία τέσσερα χρόνια». Ομοίως, η έκθεση του Ιδρύματος Bertelsmann[32] για το 2024 διαπιστώνει ότι οι δυνάμεις ασφαλείας «κακοποιούν συχνά τα LGBTQ+ άτομα, και η δίωξη είναι πραγματική, ιδίως στις πολιτείες όπου εφαρμόζεται η Σαρία». Στο ίδιο πνεύμα, το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ[33] τόνισε ότι είναι σύνηθες, μετά από συλλήψεις και κράτηση από την αστυνομία, τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα να υπόκεινται σε βασανιστήρια και σε σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, με σκοπό να εξαναγκαστούν σε ομολογία της σεξουαλικής τους ταυτότητας.

Παράλληλα, οι οργανώσεις που υποστηρίζουν τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων είναι ουσιαστικά απαγορευμένες, με εξαίρεση όσες παρέχουν περιορισμένες υπηρεσίες, όπως νομικές συμβουλές ή ενημέρωση για τον ιό HIV και το AIDS.

Προς πληρότητα, σημειώνεται ότι οι σεξουαλικές πράξεις μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου ποινικοποιούνται ήδη από τον Ποινικό Κώδικα της Νιγηρίας του 1916 (Κεφάλαιο 21 – «Αδικήματα κατά της Ηθικής»).[34] Το άρθρο 214 ορίζει ότι όποιος τελεί σαρκική πράξη «ενάντια στην τάξη της φύσης» είναι ένοχος κακουργήματος και τιμωρείται με φυλάκιση δεκατεσσάρων (14) ετών, ενώ το άρθρο 215 προβλέπει ποινή επτά (7) ετών για την απόπειρα τέλεσης των ίδιων πράξεων. Περαιτέρω, το άρθρο 217 επιβάλλει ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών για οποιονδήποτε άνδρα εμπλέκεται σε «προσβολή της δημοσίας αιδούς» με άλλους άνδρες, είτε δημοσίως είτε ιδιωτικώς.

Σύμφωνα με την International Lesbian, Gay, Bisexual, Trans and Intersex Association (ILGA), πολλές πολιτείες στη Βόρεια Νιγηρία έχουν υιοθετήσει το δίκαιο της ισλαμικής Σαρία, ποινικοποιώντας τις σεξουαλικές δραστηριότητες μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου, με την ανώτατη ποινή για τους άνδρες να είναι η θανατική ποινή και για τις γυναίκες το μαστίγωμα ή/και η φυλάκιση. Οι πολιτείες που έχουν υιοθετήσει τέτοιες διατάξεις είναι οι Bauchi, Borno, Gombe, Jigawa, Kaduna, Kano, Katsina, Kebbi, Niger, Sokoto, Yobe και Zamfara[35]. Επισημαίνεται ότι η πολιτεία Enugu, στην οποία αναμένεται να επιστρέψει ο Αιτητής, δεν περιλαμβάνεται σε αυτές.

Η εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του Αιτητή εξετάζεται με την αντιπαραβολή τους προς τις διαθέσιμες ανεξάρτητες πηγές αναφορικά με την κατάσταση των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων στη Νιγηρία. Από τις πηγές αυτές προκύπτει αναμφίβολα ότι το γενικό πλαίσιο είναι εχθρικό: η ποινικοποίηση των σχέσεων μεταξύ προσώπων του ίδιου φύλου, η ύπαρξη αυστηρών ποινών που σε ορισμένες πολιτείες φτάνουν μέχρι τη θανατική ποινή, οι αυθαίρετες συλλήψεις, οι πράξεις βίας από την αστυνομία και οι εκτεταμένες κοινωνικές διακρίσεις, συνθέτουν ένα περιβάλλον στο οποίο τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα εκτίθενται σε πραγματικούς και σοβαρούς κινδύνους. Η εν λόγω κατάσταση έχει επιβεβαιωθεί τόσο από διεθνείς οργανισμούς όσο και από εκθέσεις αναγνωρισμένων οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων[36][37], ενώ νομολογιακά έχει γίνει δεκτό ότι η αξιολόγηση του κινδύνου στηρίζεται όχι μόνο σε ατομικά στοιχεία αλλά και σε γενικές πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής (βλ. ΔΕΕ, Fathi, C-56/17, Shepherd, C-472/13· ΕΔΔΑ, J.K. κ.ά. κατά Σουηδίας, [GC], αρ. 59166/12, 23.8.2016).

Ωστόσο, η ύπαρξη αυτού του γενικού πλαισίου δεν αρκεί αφ’ εαυτής για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του Αιτητή. Καίτοι οι συνθήκες στη Νιγηρία μπορούν να θεωρηθούν ως θετικός δείκτης εξωτερικής αξιοπιστίας, η αφήγηση του Αιτητή, όπως προεκτέθηκε, πάσχει από ουσιώδεις ασάφειες, αντιφάσεις και ελλείψεις, οι οποίες δεν του επιτρέπουν να εδραιώσει την εσωτερική του αξιοπιστία. Συναφώς, το ΔΕΕ έχει κρίνει ότι η κρίσιμη εκτίμηση πρέπει να βασίζεται σε όλα τα σχετικά στοιχεία, με γνώμονα την ατομική αξιολόγηση και τη συνοχή της αφήγησης (βλ. M. κατά Minister for Justice, C-277/11, 22.11.2012, C-148/13 έως C-150/13, A, B, C, C-560/14, M). Στην παρούσα υπόθεση, οι προσωπικές δηλώσεις του Αιτητή παραμένουν η μόνη βάση των ισχυρισμών του· ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας, οι δηλώσεις αυτές δεν μπορούν να στηρίξουν αίτημα διεθνούς προστασίας, ακόμη και ενόψει των γενικώς γνωστών δυσμενών συνθηκών στη χώρα καταγωγής.

Ενόψει τούτων, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, μολονότι η γενική κατάσταση στη Νιγηρία παρέχει ενδείξεις κινδύνου για τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του Αιτητή δεν τεκμηριώνεται επαρκώς και, ως εκ τούτου, η διοικητική απόρριψη κρίνεται δικαιολογημένη.

Λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, προκύπτει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση προέβησαν αρχικώς σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή και, κατόπιν, στη βάση όσων κρίθηκαν αποδεκτά, προχώρησαν στην εκτίμηση του κινδύνου, καταλήγοντας ότι δεν συντρέχει πιθανότητα να υποβληθεί σε μεταχείριση ικανή να συνιστά δίωξη ή σοβαρή βλάβη. Ο καθοριστικός λόγος απόρριψης του αιτήματος ήταν η αδυναμία απόδειξης της αληθοφάνειας των βασικών ισχυρισμών του Αιτητή και ο συνακόλουθος κλονισμός της αξιοπιστίας του, εξαιτίας ουσιωδών αντιφάσεων, ελλείψεων και αδυναμιών που εντοπίστηκαν κατά τις συνεντεύξεις του. Όπως έχει παγίως κριθεί, η διαπίστωση αναξιοπιστίας εκ μέρους του αιτητή και η συνακόλουθη απόρριψη της αίτησης για τον λόγο αυτόν συνιστούν νόμιμη και επαρκή βάση (βλ. Amiri v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά. (2009) 3 ΑΑΔ 358· Khalil v. Δημοκρατίας, Υπόθ. αρ. 466/2010, 28.9.2012).

Σε πλήρη συμφωνία με τα συμπεράσματα των Καθ’ ων η Αίτηση, το Δικαστήριο καταλήγει ότι στην περίπτωση του Αιτητή δεν προκύπτει οποιοσδήποτε βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης στη χώρα καταγωγής του για έναν από τους πέντε (5) λόγους που περιοριστικά απαριθμούνται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Η Υπηρεσία Ασύλου, στο πλαίσιο της εισηγητικής της έκθεσης, προέβη σε ενδελεχή αξιολόγηση κάθε ισχυρισμού του Αιτητή και, για τους λόγους που εκτενώς καταγράφονται σε αυτήν, ευλόγως κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν θα υποστεί δίωξη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπό την έννοια του άρθρου 3(1) του Νόμου. Το παρόν Δικαστήριο, όπως αναλυτικά εκτέθηκε ανωτέρω, υιοθετεί τα πορίσματα αυτά και συντάσσεται πλήρως με την εκτίμηση των Καθ’ ων η Αίτηση ως προς τον πυρήνα του αιτήματος διεθνούς προστασίας.

Ενόψει της απόρριψης του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, το Δικαστήριο προχωρεί στην εκτίμηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου αποκλειστικά επί τη βάσει του πρώτου και μόνου αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, ήτοι των προσωπικών στοιχείων, της ταυτότητας και του προφίλ του Αιτητή ως υπηκόου Νιγηρίας, καταγόμενου από την πολιτεία Imo και με συνήθη διαμονή στην πολιτεία Abia.

Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο συνεκτιμά τα ατομικά χαρακτηριστικά του Αιτητή. Πρόκειται για άνδρα ενήλικης ηλικίας, ο οποίος κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν περί τα 34 έτη, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε προβλήματα υγείας, με βασικό μορφωτικό υπόβαθρο και με επαγγελματική εμπειρία ως αυτοεργοδοτούμενος οδηγός ταξί επί σειρά ετών. Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν ότι πρόκειται για πρόσωπο ικανό προς εργασία και αυτοσυντήρηση, με δυνατότητα επανένταξης στο κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον της χώρας καταγωγής του.

Ως προς το οικογενειακό και κοινωνικό του δίκτυο, προκύπτει ότι τα μέλη της οικογένειάς του εξακολουθούν να διαμένουν στη Νιγηρία, ενώ υφίσταται και ευρύτερο συγγενικό πλαίσιο. Παρά τον ισχυρισμό περί αποξένωσης, δεν προέκυψαν επαρκή στοιχεία που να καταδεικνύουν πλήρη έλλειψη κάθε μορφής υποστήριξης ή αντικειμενική αδυναμία επανασύνδεσης με οποιοδήποτε κοινωνικό ή οικογενειακό δίκτυο.

Αναφορικά με τις συνθήκες στη χώρα καταγωγής και ειδικότερα στην πολιτεία Abia, από τις διαθέσιμες πληροφορίες προκύπτει ότι, παρότι καταγράφονται περιστατικά έντασης και ανασφάλειας, αυτά δεν λαμβάνουν τέτοια ένταση ή έκταση ώστε να δημιουργούν, αφ’ εαυτών, κατάσταση γενικευμένης και αδιάκριτης βίας. Δεν προκύπτει ότι πρόσωπα με το προφίλ του Αιτητή εκτίθενται, λόγω της απλής τους παρουσίας, σε κίνδυνο δίωξης ή άλλης σοβαρής προσβολής.

Υπό τα δεδομένα αυτά, και λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ισχυρισμός περί σεξουαλικού προσανατολισμού απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης για έναν από τους λόγους που προβλέπονται εξαντλητικά στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Δεν προκύπτει δηλαδή σύνδεση μεταξύ των προσωπικών χαρακτηριστικών του Αιτητή και κάποιου εκ των προστατευόμενων λόγων, ούτε εξατομικευμένος κίνδυνος που να τον καθιστά δικαιούχο διεθνούς προστασίας υπό το καθεστώς του πρόσφυγα.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, καθώς και κατά πόσον η επιστροφή του αντίκειται στο άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Ως προς το άρθρο 19(2)(α), το οποίο αφορά την επιβολή ή εκτέλεση θανατικής ποινής, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν προκύπτει οποιοσδήποτε σχετικός κίνδυνος για τον Αιτητή. Ο ίδιος δεν ισχυρίστηκε ότι έχει καταδικαστεί ή ότι εκκρεμεί εις βάρος του οποιαδήποτε ποινική διαδικασία που θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιβολή θανατικής ποινής, ενώ δεν προέκυψαν στοιχεία που να τον συνδέουν με πράξεις ή περιστάσεις που να τον εκθέτουν σε τέτοιο ενδεχόμενο.

Αναφορικά με το άρθρο 19(2)(β), το οποίο αφορά τον πραγματικό κίνδυνο υποβολής σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, μολονότι από τις πληροφορίες χώρας καταγωγής προκύπτει ότι στη Νιγηρία υφίστανται γενικότερες δυσμενείς συνθήκες, καθώς και περιστατικά βίας ή διακρίσεων, εντούτοις δεν τεκμηριώνεται ότι ο Αιτητής, υπό το προσωπικό του προφίλ, διατρέχει εξατομικευμένο και πραγματικό κίνδυνο να υποστεί τέτοια μεταχείριση.

Ειδικότερα, ο μόνος ισχυρισμός που θα μπορούσε να τον εκθέσει σε τέτοιο κίνδυνο, ήτοι ο ισχυρισμός περί σεξουαλικού προσανατολισμού, έχει απορριφθεί ως μη αξιόπιστος. Περαιτέρω, ο ίδιος δήλωσε ότι ουδέποτε αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα με τις κρατικές αρχές, ούτε υπήρξε θύμα βίας ή κακομεταχείρισης από κρατικούς ή μη κρατικούς φορείς κατά τη διαμονή του στη χώρα καταγωγής του. Ως εκ τούτου, δεν προκύπτει συγκεκριμένη και εξατομικευμένη βάση κινδύνου.

Το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η ύπαρξη γενικών δυσχερειών ή ενός δυσμενούς περιβάλλοντος στη χώρα καταγωγής δεν αρκεί αφ’ εαυτής για την υπαγωγή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, ελλείψει στοιχείων που να καταδεικνύουν ότι ο αιτητής θα εκτεθεί προσωπικά σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.(βλ. αποφάσεις ΔΕΕ MBodj (ΔΕΕ, C-542/13), Jawo (ΔΕΕ, C-163/17 - Προτάσεις Γενικού Εισαγγελέα), Elgafaji (ΔΕΕ, C-465/07) και ΕΔΑΔ A.A. κατά Ελβετίας (ΕΔΔΑ, αριθ. προσφυγής 58802/12)

Συναφώς, και υπό το πρίσμα του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο απαγορεύει απολύτως τα βασανιστήρια και την απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν προκύπτει ότι η επιστροφή του Αιτητή στη Νιγηρία θα τον εκθέσει σε πραγματικό κίνδυνο μεταχείρισης αντίθετης προς τη διάταξη αυτή. Δεν διαπιστώνεται, δηλαδή, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που έχει θέσει η σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου περί ύπαρξης «πραγματικού κινδύνου» (“real risk”) στη βάση συγκεκριμένων και εξατομικευμένων στοιχείων.( βλ. Bello v. Sweden, αρ. 32213/04, 17.1.2006, §§ 11 & 13· Vilvarajah and Others v. the United Kingdom, 30.10.1991, §§ 108 & 111· F.G. v. Sweden [GC], αρ. 43611/11, 23.3.2016, §§ 113-115· και J.K. and Others v. Sweden [GC], αρ. 59166/12, 23.8.2016, §§ 91 & 94)

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε προκύπτει παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.

Αναφορικά με το άρθρο 19 (2) (γ) και ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψη για την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) έχει διευκρινίσει ότι μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ένοπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης, καθώς και η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων (βλ. απόφαση ΔΕΕ, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκ. 35· καθώς και απόφαση ΔΕΕ, C-901/19, CF, DN κατά Bundesrepublik Deutschland, ημερ. 10/06/2021, σκ. 43). Συναφώς, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην απόφαση Sufi and Elmi (προσφ. 8319/07 και 11449/07, 29/11/2011), έλαβε υπόψη ως δείκτες τη χρήση τακτικών που αυξάνουν τον κίνδυνο θυμάτων μεταξύ αμάχων ή στοχοποιούν ευθέως άμαχο πληθυσμό, καθώς και τον αριθμό θανάτων, τραυματισμών και εκτοπισμών που προκύπτουν από τη σύγκρουση.

Περαιτέρω, το ΔΕΕ, στην απόφαση Elgafaji (C-465/07, ημερ. 17/12/2009), διευκρίνισε ότι ο όρος «προσωπική» στο άρθρο 15 στοιχ. γ΄ της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ νοείται ως η βλάβη που προξενείται αδιακρίτως σε άμαχους λόγω του βαθμού βίας, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους. Επίσης, υιοθέτησε την έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας», ήτοι ότι όσο περισσότερο ο αιτών αποδεικνύει ότι επηρεάζεται ειδικώς λόγω προσωπικών χαρακτηριστικών, τόσο χαμηλότερο βαθμό αδιακρίτως ασκούμενης βίας απαιτείται να αποδείξει για να δικαιούται επικουρικής προστασίας.

Προκειμένου δε να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση που επικρατεί στη Νιγηρία και ειδικότερα όσον αφορά την Πολιτεία Abia.

Η Νιγηρία έχει επικυρώσει αρκετές από τις βασικές διεθνείς συνθήκες για τα ανθρώπινα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένης της Σύμβασης κατά των Βασανιστηρίων και Άλλων Μορφών Σκληρής, Απάνθρωπης ή Ταπεινωτικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας (CAT), του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (CCPR), της Σύμβασης για την Εξάλειψη Όλων των Μορφών Διακρίσεων κατά των Γυναικών (CEDAW), της Διεθνούς Σύμβασης για την Εξάλειψη Όλων των Μορφών Φυλετικών Διακρίσεων (CERD), της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού (CRC), της Σύμβασης για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες (CRPD).[38] Ωστόσο, η Νιγηρία δεν έχει επικυρώσει το Δεύτερο Προαιρετικό Πρωτόκολλο του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα που αποσκοπεί στην κατάργηση της θανατικής ποινής (CCPR-OP2-DP).

Η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Παρά τις συνταγματικές εγγυήσεις, οι συνεχιζόμενες παραβιάσεις των ανθρωπίνων και πολιτικών δικαιωμάτων υποδηλώνουν συστημικές ελλείψεις στην προστασία των δικαιωμάτων. Οι κύριες προκλήσεις περιλαμβάνουν την ανασφάλεια, την περιορισμένη πρόσβαση στη δικαιοσύνη, τους περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης και τις διακρίσεις εις βάρος των περιθωριοποιημένων ομάδων.[39]

H τελευταία έκθεση του EUAA (Νοέμβριος 2025) για την κατάσταση ασφαλείας στη Νιγηρία αναφέρει:

Η Νιγηρία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μια ποικιλία ταυτόχρονων προκλήσεων ασφαλείας, καθεμία από τις οποίες είναι πολύπλευρη και αποτελεί σοβαρή απειλή για τη σταθερότητα της χώρας. Αυτές οι προκλήσεις έχουν κρατήσει τη χώρα σε κατάσταση κρίσης ασφαλείας τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Η βόρεια Νιγηρία εξακολουθεί να επηρεάζεται από την ισλαμιστική εξέγερση που διαρκεί ενάμιση δεκαετία. Ενώ μια τέτοια εξέγερση, με επικεφαλής την Μπόκο Χαράμ και τις συνδεδεμένες με την Αλ Κάιντα και το Ισλαμικό Κράτος, θεωρούνταν από καιρό ως η σημαντικότερη απειλή για τη σταθερότητα της χώρας, μέχρι τις αρχές του 2024 η βία που προέρχεται από ληστείες έχει γίνει πιο θανατηφόρα και εκτεταμένη. Διαπραχθέντες από ομάδες που περιγράφονται ως «εξαιρετικά κατακερματισμένες» και ποικίλες ως προς τις ικανότητές τους και τον βαθμό οργάνωσής τους, αναφέρθηκαν ληστείες στις βορειοδυτικές και βορειοκεντρικές ζώνες της χώρας, καθώς και στο Λάγος και σε άλλες περιοχές της νοτιοδυτικής Αγγλίας.

Εν τω μεταξύ, οι εντάσεις μεταξύ κτηνοτρόφων και αγροτών για τα μέσα διαβίωσης παρέμειναν ένα ζήτημα σε όλη τη βορειοκεντρική ζώνη (γνωστή και ως Μέση Ζώνη) και σε άλλα μέρη της χώρας. Ορισμένες πηγές απέδωσαν αυτές τις προκλήσεις ασφαλείας σε εθνοθρησκευτικές εντάσεις και, κατά καιρούς, και σε εγκληματική δραστηριότητα. Επιπλέον, η περίοδος αναφοράς γνώρισε τη συνέχιση των αποσχιστικών δραστηριοτήτων της Μπιάφρας στα νοτιοανατολικά, την εγκληματικότητα στο Δέλτα του Νίγηρα, τις δραστηριότητες βίαιων συμμοριών με επίκεντρο τον Νότο-Νότο και τη Νοτιοδυτική Αγγλία, και την προεκλογική βία στην πολιτεία Έντο. Αυτά τα πολλαπλά ζητήματα ασφαλείας έχουν αφήσει τις στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις της χώρας σε εκκρεμότητα.

Ο ΟΗΕ σημείωσε αύξηση της ανασφάλειας κατά το πρώτο εξάμηνο του 2024. Αρκετές πηγές τόνισαν την αστάθεια της κατάστασης ασφαλείας στη βορειοανατολική ζώνη της Νιγηρίας, στις συνοριακές ζώνες μεταξύ Νιγηρίας, Νίγηρα και Μπενίν, και σε ολόκληρη την περιοχή του Σαχέλ γενικότερα. Ο Παγκόσμιος Δείκτης Τρομοκρατίας (GTI) που καλύπτει τα γεγονότα του έτους 2024 κατέταξε τη Νιγηρία στην έκτη θέση μεταξύ των χωρών που επηρεάστηκαν περισσότερο από την τρομοκρατία (επιδείνωση κατά δύο θέσεις από το 2023), με βάση μια σταθμισμένη ανάλυση τρομοκρατικών περιστατικών, θανάτων, τραυματισμών και ομήρων. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Δείκτη Ειρήνης 2025, η Νιγηρία κατατάχθηκε 148η από τις 163 ανεξάρτητες χώρες και εδάφη που ερευνήθηκαν (επιδείνωση κατά τρεις θέσεις από το προηγούμενο έτος). Ο Δείκτης Ευάλωτων Κρατών που καλύπτει το έτος 2024 κατέταξε τη Νιγηρία ως την 15η πιο εύθραυστη χώρα από τις 179 χώρες που αξιολογήθηκαν.

Η Νιγηρία έχει χαρακτηριστεί από υψηλά επίπεδα διαφθοράς, φτώχειας, ανεργίας και υπανάπτυξης. Η κυβέρνηση του Μπόλα Τινούμπου, ο οποίος εξελέγη πρόεδρος τον Φεβρουάριο του 2023, προσπάθησε να μειώσει τη διαφθορά τόσο στους δημόσιους όσο και στους ιδιωτικούς θεσμούς, αλλά το ζήτημα παρέμεινε διάχυτο, ειδικά στον τομέα του πετρελαίου και της ασφάλειας. Οι οικονομικές πολιτικές που εισήγαγε η κυβέρνηση από το 2023, συμπεριλαμβανομένης της κατάργησης της επιδότησης βενζίνης, των περικοπών στις επιδοτήσεις στις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος και των υποτιμήσεων του νομίσματος, έχουν οδηγήσει σε υψηλά ποσοστά πληθωρισμού. Η πολιτική αντιπολίτευση της χώρας έχει αποδυναμωθεί από τις αποσκιρτήσεις στο κυβερνών κόμμα των Προοδευτικών (APC). Ωστόσο, τον Ιούλιο του 2025, οι ηγέτες των δύο κύριων κομμάτων της αντιπολίτευσης ένωσαν τις δυνάμεις τους για να αμφισβητήσουν τον Τινούμπου και το APC στις επόμενες εκλογές.[40]

Η ίδια πηγή αναφέρει συγκεκριμένα για την πολιτεία της Abia (τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή) τα εξής:[41]

Πηγές κατέταξαν την πολιτεία Abia μεταξύ των πέντε ασφαλέστερων πολιτειών της χώρας κατά την περίοδο από το 2011 έως το 2024 (KDI) και μεταξύ των λιγότερο βίαιων εντός του Δέλτα του Νίγηρα όσον αφορά τους θανάτους που σχετίζονται με συγκρούσεις, οι οποίοι μειώθηκαν από 26 το τέταρτο τρίμηνο του 2024 σε 11 το πρώτο τρίμηνο του 2025 πριν αυξηθούν οριακά σε 13 το επόμενο τρίμηνο (PIND). Αιτίες ανασφάλειας ήταν περιστατικά που συνδέονταν με αυτονομιστικές πολιτοφυλακές, εγκληματικότητα (συμπεριλαμβανομένων απαγωγών), κοινοτική βία και συγκρούσεις που σχετίζονται με αίρεση/συμμορίες. Το 2024, η Abia φέρεται να ήταν ένα από τα κράτη του Δέλτα του Νίγηρα που επλήγησαν περισσότερο από τη βία που συνδέεται με αυτονομιστικές πολιτοφυλακές, στα οποία περιλαμβάνονταν περιστατικά που οι αρχές απέδωσαν στο απαγορευμένο κίνημα IPOB και την ένοπλη πτέρυγά του, την ESN. Αναφερόμενος στη Νοτιοανατολική περιοχή γενικά, ένας Νιγηριανός ανώτερος σύμβουλος ασφαλείας που έδωσε συνέντευξη στην EUAA τον Ιούλιο του 2025 δήλωσε ότι το IPOB θεωρείται πλέον γενικά «λιγότερο μαχητικό» από ό,τι στο παρελθόν και φαίνεται να μην έχει εμπλακεί στις περισσότερες από τις πρόσφατες επιθέσεις εναντίον ομοσπονδιακού προσωπικού ασφαλείας. Σύμφωνα με αυτήν την πηγή, αυτές οι επιθέσεις φαίνεται να έχουν πραγματοποιηθεί είτε από εγκληματικές οργανώσεις «μεταμφιεσμένες» σε υποκινητές της Biafran (χρησιμοποιώντας σύμβολα της Biafran και σημαίες) είτε από στοιχεία που συνδέονται με την λεγόμενη Κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Biafran στην Εξορία (BRGIE) του υποκινητή της Biafran με έδρα τη Φινλανδία, Simon Ekpa.

Περιστατικά ασφαλείας – Μη κρατικοί φορείς: Τον Μάιο του 2024, ξέσπασαν θανατηφόρες διαμάχες για τη γη και τα όρια, καθώς κοινότητες στην τοπική περιφέρεια Arochukwu συγκρούστηκαν με κοινότητες στην τοπική περιφέρεια Odukpani (πολιτεία Cross River) και τοπική περιφέρεια Eket (πολιτεία Akwa Ibom). Περαιτέρω θανατηφόρες συγκρούσεις για ζητήματα που σχετίζονται με τη γη αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου του 2025 σε αυτό που το PIND περιέγραψε ως «αναζωπύρωση της κοινοτικής βίας», που αφορούσε κοινότητες στις τοπικές περιφέρειες Ikwuano, Isuikwuato και Obi Ngwa. Οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών ανέφεραν «κλιμακούμενες επιθέσεις» από ύποπτους ένοπλους ληστές Φουλάνι και κτηνοτρόφους σε τοπικές κοινότητες, συμπεριλαμβανομένων των τοπικών περιφέρειων Isuikwuato, Umunneochi και Obi Ngwa, σημειώνοντας επίσης την εμφάνιση απαγωγών και καταστροφής αγροκτημάτων.

Περιστατικά ασφαλείας και επιπτώσεις στον πληθυσμό: Κατά την περίοδο από 1η Ιανουαρίου 2024 έως 31 Αυγούστου 2025, η ACLED κατέγραψε 96 περιστατικά ασφαλείας στην πολιτεία Abia που οδήγησαν σε συνολικά 118 θανάτους. Από αυτά τα περιστατικά, 51 κωδικοποιήθηκαν ως μάχες, 7 ως έκρηξη/βία εξ αποστάσεως, 7 ως ταραχές και 31 ως βία κατά πολιτών. Περιστατικά ασφαλείας καταγράφηκαν από την ACLED και στις 17 Τοπικές Περιφέρειες της πολιτείας, με τον υψηλότερο αριθμό να καταγράφεται στην Τοπική Περιφέρεια Aba South (22 περιστατικά), ακολουθούμενη από τις Τοπικές Περιφέρειες Umuahia North (12) και Umunneochi (γράφεται επίσης Nneochi) (8 περιστατικά). Σύμφωνα με το ACLED, άγνωστες ένοπλες ομάδες, IPOB, άγνωστες πολιτοφυλακές αίρεσης και στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις (κωδικοποιημένες είτε ως «Actor1» είτε ως «Actor2») συμμετείχαν στη συντριπτική πλειοψηφία των περιστατικών που κωδικοποιήθηκαν ως βία κατά των «αμάχων». Κατά τη διάρκεια του έτους 2024, το PIND κατέγραψε 13 περιστατικά που αποδίδονται σε αυτονομιστές μαχητές και οδήγησαν σε περισσότερους από 40 θανάτους, ενώ το Nigeria Watch κατέγραψε 34 τέτοιους θανάτους, τον τέταρτο υψηλότερο αριθμό μεταξύ όλων των πολιτειών. Αυτά τα περιστατικά περιελάμβαναν θανατηφόρες συγκρούσεις κατά τη διάρκεια (ύποπτων) επιθέσεων αυτονομιστών μαχητών που στόχευαν τις δυνάμεις ασφαλείας, μερικά από τα οποία οδήγησαν επίσης σε «θύματα αμάχων». Αρκετοί θάνατοι προκλήθηκαν από «παραβιάσεις ασφαλείας» στην περιφέρεια τοπικής αυτοδιοίκησης Umunneochi τον Ιούνιο του 2025 και μια επίθεση τον Ιούλιο του 2025 σε ένα εργοτάξιο που λειτουργούσε από Κινέζους στην περιφέρεια τοπικής αυτοδιοίκησης Isuikwuato από ύποπτους απαγωγείς που φορούσαν στρατιωτική καμουφλάζ και ήταν οπλισμένοι με ντουφέκια. Επιπλέον, αρκετοί θάνατοι προκλήθηκαν από βία που συνδέεται με αντιπαλότητες μεταξύ αιρέσεων/συμμοριών σε διάφορες τοποθεσίες σε όλη την περιφέρεια τοπικής αυτοδιοίκησης Aba North. Τον Μάιο του 2024, έξι πολίτες ήταν μεταξύ εκείνων που σκοτώθηκαν σε μια αιφνιδιαστική επίθεση από φερόμενα μέλη της IPOB που στόχευαν ένα σημείο ελέγχου ασφαλείας στην περιφέρεια τοπικής αυτοδιοίκησης Aba North, ενώ επιθέσεις από άγνωστους ένοπλους που στόχευαν μια αστυνομική περίπολο στην περιφέρεια τοπικής αυτοδιοίκησης Aba South σκότωσαν τέσσερις πολίτες τον Ιούλιο του 2024 και τον Ιούνιο του 2025. Ύποπτοι απαγωγείς σκότωσαν έναν οδηγό που εργαζόταν για μια κινεζική εταιρεία στην περιφέρεια τοπικής αυτοδιοίκησης Isuikwuato τον Ιούλιο του 2025. Τουλάχιστον επτά άνθρωποι σκοτώθηκαν σε κοινοτικές συγκρούσεις. Οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών ανέφεραν καταστροφή αγροκτημάτων από ύποπτους ένοπλους βοσκούς.

Παρατίθενται τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα για τα περιστατικά ασφαλείας στην πολιτεία της Abia. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά την περίοδο 07/02/2025 - 06/02/2026, σημειώθηκαν 42 περιστατικά ασφαλείας με 74 απώλειες, εκ των οποίων τα 14 κωδικοποιήθηκαν ως διαδηλώσεις, τα 28 ως πολιτική βία (74 απώλειες), τα 4 ως εξεγέρσεις (38 απώλειες), 1 ως φρικαλεότητες (34 απώλειες), 2 ως καταστολές (2 απώλειες), και 15 ως τρομοκρατικές δράσεις (29 απώλειες). Σημειώνεται ότι οι κάποιες από τις απώλειες μπορεί να εμπίπτουν παραλλήλως σε πολλαπλές κατηγοριοποιήσεις περιστατικών.[42]

Σύμφωνα δε με εκτιμήσεις, ο πληθυσμός της πολιτείας Abia υπολογίζεται ότι κατά το 2022 ανερχόταν σε 4,143,100 κατοίκους.[43]

Επί τη βάσει των ανωτέρω στοιχείων, το Δικαστήριο προβαίνει σε συνολική εκτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στην Πολιτεία Abia, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τους ποιοτικούς όσο και τους ποσοτικούς δείκτες που έχουν τεθεί από τη σχετική νομολογία.

Ειδικότερα, από τις επικαιροποιημένες πληροφορίες χώρας καταγωγής προκύπτει ότι, μολονότι υφίστανται περιστατικά βίας, εγκληματικότητας και τοπικών συγκρούσεων, αυτά εμφανίζονται κατά κύριο λόγο αποσπασματικά, γεωγραφικά εντοπισμένα και συνδεόμενα με συγκεκριμένα φαινόμενα, όπως η δράση εγκληματικών ομάδων, οι κοινοτικές διαμάχες και οι περιορισμένης έντασης αποσχιστικές δραστηριότητες. Δεν διαπιστώνεται, δηλαδή, η ύπαρξη γενικευμένης ένοπλης σύρραξης ή κατάστασης εκτεταμένης και ανεξέλεγκτης βίας που να πλήττει αδιακρίτως τον άμαχο πληθυσμό στο σύνολο της επικράτειας ή ειδικότερα στην Πολιτεία Abia.

Περαιτέρω, τα αριθμητικά δεδομένα που καταγράφονται από αξιόπιστες βάσεις, όπως η ACLED, παρότι καταδεικνύουν την ύπαρξη περιστατικών ασφαλείας, δεν αποτυπώνουν επίπεδο βίας τέτοιας έντασης ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι κάθε άμαχος, και μόνο λόγω της παρουσίας του στην εν λόγω περιοχή, διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Αντιθέτως, τα στοιχεία αυτά υποδηλώνουν ότι η βία δεν έχει τον βαθμό έντασης και διάχυσης που απαιτείται, κατά τη νομολογία Elgafaji και Diakité, για την ενεργοποίηση του άρθρου 19(2)(γ).

Συναφώς, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι η Πολιτεία Abia συγκαταλέγεται, σύμφωνα με ορισμένες πηγές, μεταξύ των λιγότερο βίαιων περιοχών της χώρας, ενώ τα καταγεγραμμένα περιστατικά δεν συγκροτούν ένα σταθερό και διαρκές μοτίβο αδιάκριτης βίας, αλλά μάλλον ένα περιβάλλον γενικευμένης εγκληματικότητας και τοπικών εντάσεων.

Υπό το πρίσμα της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» (sliding scale) της νομολογίας Elgafaji, το Δικαστήριο εξετάζει περαιτέρω κατά πόσον ο Αιτητής παρουσιάζει ιδιαίτερα προσωπικά χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να τον καταστήσουν ειδικώς ευάλωτο. Εντούτοις, δεδομένου ότι ο μοναδικός ισχυρισμός που θα μπορούσε να θεμελιώσει τέτοια εξατομικευμένη έκθεση σε κίνδυνο (ήτοι ο σεξουαλικός του προσανατολισμός) έχει απορριφθεί ως μη αξιόπιστος, δεν προκύπτει οποιοδήποτε στοιχείο που να διαφοροποιεί τη θέση του από τον γενικό πληθυσμό.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, δεν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία και συγκεκριμένα στην Πολιτεία Abia, θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας, κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου και αφού εξέτασα τόσο τη νομιμότητα όσο και την ουσία της υπό κρίση υπόθεσης, καταλήγω ότι το αίτημα του Αιτητή εξετάστηκε με την απαιτούμενη επιμέλεια σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και ευλόγως απορρίφθηκε η αίτησή του για διεθνή προστασία. Ορθά η Διοίκηση κατέληξε ότι τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης δεν στοιχειοθετούσαν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα, κατά τα άρθρα 3-3Δ του περί Προσφύγων Νόμου, αφού δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, πολιτικών αντιλήψεων ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας. Ομοίως, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Νόμου για τη χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας, καθόσον ο Αιτητής δεν απέδειξε βάσιμα ότι διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19(2).

Η έρευνα κρίνεται επαρκής, καθώς εκτάθηκε σε κάθε κρίσιμο γεγονός σχετικό με την υπόθεση. Το κριτήριο της πληρότητας έρευνας συνίσταται στη συλλογή και διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων που οδηγούν σε ασφαλή συμπεράσματα (βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά., Α.Ε. 1518/1.11.96· Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97· Motorways Ltd ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 2371, ημερ. 25.6.99). Είναι πρόδηλο ότι η Υπηρεσία Ασύλου διενήργησε τη δέουσα έρευνα επί όλων των ζητημάτων που τέθηκαν ενώπιόν της, συνεκτιμώντας και αξιολογώντας πλήρως τα στοιχεία που της προσκομίστηκαν, πριν καταλήξει στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Περαιτέρω, λαμβάνεται υπόψη ότι ο Υπουργός Εσωτερικών, ασκώντας τις εξουσίες του άρθρου 12Βτρις του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000, με την Κ.Δ.Π. 145/2025 (30.05.2025), καθόρισε τη Νιγηρία ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, κατόπιν διαπίστωσης ότι, βάσει της νομικής τάξης, της εφαρμογής του δικαίου σε δημοκρατικό πλαίσιο και των γενικών πολιτικών συνθηκών, δεν υφίστανται γενικώς και μόνιμα πράξεις δίωξης, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή που προκύπτει από αδιάκριτη βία σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, κατά την έννοια του άρθρου 3Γ του Νόμου.

Για τους λόγους που εκτέθηκαν, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιβάλλονται έξοδα ύψους €1.000 υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή. 

 

 Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π

 

 

 

 

 



[1] βλ. ΕΟU ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 2273/2023, 28/2/2025, όπου η έντιμη συνάδελφος Δικαστής κα Ε. Ρήγα επεσήμανε τον κίνδυνο το εν λόγω μοντέλο να λειτουργήσει με κανονιστικό τρόπο, να ομογενοποιήσει τις εμπειρίες των αιτητών και να ενισχύσει στερεοτυπικές αντιλήψεις.

[2] EUAA, Evidence and Credibility Assessment — Judicial Analysis, 2nd edition, 2023, σ. 121 επ.

[3] ΕΔΔΑ, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, ό.π. υποσημείωση 20. Βλ. επίσης ΕΔΔΑ, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, RH κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 4601/14, σκέψη 58· ΕΔΔΑ, απόφαση της 20ης Ιουλίου 2010, N κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 23505/09, σκέψη 53· ΕΔΔΑ, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2010, RC κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 41827/07, σκέψη 50

[4] Άρθρο 13 του περί Προσφύγων Νόμου

 

[5] ILGA, Our identities under arrest: A global overview on the enforcement of laws criminalizing consensual same sex sexual acts between adults and diverse gender expressions, 30 November 2023, https://ilga.org/wp-content/uploads/2023/12/Our_Identities_Under_Arrest_2023.pdf, pp. 97-98; TIER, 2023

[6] TIER, 2023 Human Rights Violation Report, 2023, https://drive.google.com/file/d/1j8oNMDFk_OTIcAn6jtwvImeeEonR3TeH/view, p. 10

[7] https://drive.google.com/file/d/1j8oNMDFk_OTIcAn6jtwvImeeEonR3TeH/view, p. 10

[7] ILGA, Our identities under arrest: A global overview on the enforcement of laws criminalizing consensual same sex sexual acts between adults and diverse gender expressions, 30 November 2023, https://ilga.org/wp-content/uploads/2023/12/Our_Identities_Under_Arrest_2023.pdf, pp. 97-98

[8] Ό.π.

[9] BBC News, The Nigerians lured into a trap and blackmailed for being gay, 15 May 2023, https://www.bbc.com/news/world-africa-65560062?at_medium=RSS&at_campaign=KARANGA

[11] ILGA, Our identities under arrest: A global overview on the enforcement of laws criminalizing consensual same sex sexual acts between adults and diverse gender expressions, 30 November 2023, https://ilga.org/wp-content/uploads/2023/12/Our_Identities_Under_Arrest_2023.pdf, pp. 98

 

[12] Equaldex, LGBT Rights in Nigeria, n.d., https://www.equaldex.com/region/nigeria

[13] HRW, #outlawed, "The love that dare not speak its name", 2023, https://features.hrw.org/features/features/lgbt_laws/

[14] AI, Nigeria: Authorities must end witch hunt after more than 70 arrested for attending "gay party", 25 October 2023, https://www.amnesty.org/en/latest/news/2023/10/nigeria-authorities-must-end-witch-hunt-after-more-than-70-arrested-for-attending-gay-party/ & Reuters, Transgender Nigerians fear proposals to criminalise cross-dressing, 26 September 2022, https://www.reuters.com/article/idUSL8N2YT5EX/

[15] AI, Nigeria: Authorities must end witch hunt after more than 70 arrested for attending "gay party", 25 October 2023, https://www.amnesty.org/en/latest/news/2023/10/nigeria-authorities-must-end-witch-hunt-after-more-than-70-arrested-for-attending-gay-party/ BBC News, The Nigerians lured into a trap and blackmailed for being gay, 15 May 2023, https://www.bbc.com/news/world-africa-65560062?at_medium=RSS&at_campaign=KARANGA, HRW, #outlawed, "The love that dare not speak its name", 2023, https://features.hrw.org/features/features/lgbt_laws/

[16] HRW, #outlawed, "The love that dare not speak its name", 2023, https://features.hrw.org/features/features/lgbt_laws/

[17] CNN, A life in fear: The dangers of finding love online as a queer woman in Nigeria, 29 January 2024, Gay women in Nigeria: The dangers of finding love online - CNN, ΤIER, Social perception survey on lesbian, gay, bisexual, and transgender persons' rights in Nigeria, [2022], pp. 7

[18] ILGA, Our identities under arrest: A global overview on the enforcement of laws criminalizing consensual same sex sexual acts between adults and diverse gender expressions, 30 November 2023, https://ilga.org/wp-content/uploads/2023/12/Our_Identities_Under_Arrest_2023.pdf, pp. 99

[19] ILGA, Our identities under arrest: A global overview on the enforcement of laws criminalizing consensual same sex sexual acts between adults and diverse gender expressions, 30 November 2023, https://ilga.org/wp-content/uploads/2023/12/Our_Identities_Under_Arrest_2023.pdf, pp. 104-106

[20] Reuters, Nigerian Islamic court orders death by stoning for men convicted of homosexuality, 2 July 2022, https://www.reuters.com/world/africa/nigerian-islamic-court-orders-death-by-stoning-men-convicted-homosexuality-2022-07-02/ & USDOS, International Religious Freedom Report 2022 - Nigeria, 15 May 2023, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2023/05/441219-NIGERIA-2022-INTERNATIONAL-RELIGIOUS-FREEDOM-REPORT.pdf, pp. 2

[21] CNN, Nigeria is trying 47 men arrested in a hotel under its anti-gay laws, 12 December 2019, https://edition.cnn.com/2019/12/12/africa/nigeria-men-trial-anti-gay-law-intl/index.html & HRW, Nigerian Police Arrest Dozens for Alleged Gay Wedding, 30 August 2023, https://www.hrw.org/news/2023/08/30/nigerian-police-arrest-dozens-alleged-gay-wedding

[22] Premium Times, Amnesty International demands release of suspected gays arrested in Gombe, 25 October 2023, https://www.premiumtimesng.com/news/top-news/636935-amnesty-international-demands-release-of-suspected-gays-arrested-in-gombe.html?tztc=1

[23] Germany, BAMF, Briefing Notes Summary, 30 June 2023, https://www.bamf.de/SharedDocs/Anlagen/EN/Behoerde/Informationszentrum/BriefingNotes/2023/Zusammenfassungen/briefingnotes-zf-hj-1-2023-nigeria.pdf?__blob=publicationFile&v=4, p. 1, BBC News, Islamic police raid 'gay wedding' in Nigeria's Kano city, 20 December 2022, https://www.bbc.co.uk/news/world-africa-64033115?at_medium=RSS&at_campaign=KARANGA, Pink News (The), 19 people arrested 'for attending same-sex wedding' in Nigeria, 20 December 2022, https://www.thepinknews.com/2022/12/20/police-in-nigeria-arrest-19-for-attending-gay-wedding/

[24] Delta State Police Command [X], posted on: 29 August 2023, https://x.com/DeltaPoliceNG/status/1696556240678072622?ref_src=twsrc%5Egoogle%7Ctwcamp%5Eserp%7Ctwgr%5Etweet, VOA News, Nigeria Police Raid Same-Sex Wedding; Dozens Arrested, 30 August 2023, https://www.voanews.com/a/nigeria-police-raid-same-sex-wedding-dozens-arrested/7247963.html, AP, More than 60 people detained after a gay wedding in southern Nigeria, 29 August 2023, https://apnews.com/article/nigeria-gay-arrests-8477aa4792a24232b612d9212ac16fef

[24] No Strings, Popular Nigerian police officer threatens LGBT crackdown, 25 January 2024, https://nostringsng.com/popular-nigerian-police-officer-threatens-lgbt-crackdown/

[25] No Strings, Popular Nigerian police officer threatens LGBT crackdown, 25 January 2024, https://nostringsng.com/popular-nigerian-police-officer-threatens-lgbt-crackdown/

[26] Freedom House, Freedom on the Net 2023 - Nigeria, 4 October 2023, https://freedomhouse.org/country/nigeria/freedom-net/2023

[27] Freedom House, Freedom on the Net 2023 - Nigeria, 4 October 2023, https://freedomhouse.org/country/nigeria/freedom-net/2023

[28] CNN, A life in fear: The dangers of finding love online as a queer woman in Nigeria, 29 January 2024, Gay women in Nigeria: The dangers of finding love online - CNN, ΤIER, Social perception survey on lesbian, gay, bisexual, and transgender persons' rights in Nigeria, [2022],https://theinitiativeforequalrights.org/wp-content/uploads/2023/03/SOCIAL-PERCEPTION-SURVEY-ON-LESBIAN-GAY-BISEXUAL-AND-TRANSGENDER-PERSONS-RIGHTS-IN-NIGERIA-1.pdf p. 8

[29] No Strings, Gay-obsessed Nigerian pastor calls homosexuality a propaganda, 20 February 2024, https://nostringsng.com/gay-obsessed-nigerian-pastor-homosexuality-propaganda/, UNHRC, Summary of stakeholders' submissions on Nigeria; Report of the Office of the United Nations High Commissioner for Human Rights, 10 November 2023, https://documents.un.org/doc/undoc/gen/g23/232/17/pdf/g2323217.pdf, para. 36

[30] Equaldex, LGBT Rights in Nigeria, n.d., https://www.equaldex.com/region/nigeria

[31] Σύμφωνα με την Έκθεση παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων που εκδίδει η TIER (The Initiative for Equal Rights) — όπως αυτή αναφέρεται και στην Έκθεση Χώρας των ΗΠΑ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα 2023 — η οποία καταγράφει περιστατικά εξαναγκαστικής «θεραπείας αλλαγής» (conversion practices) και παραβιάσεις δικαιωμάτων LGBTQI+ στη Νιγηρία, ως βάση για τη συνολική εικόνα αναφορικά με το περιβάλλον κινδύνου.» https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_NIGERIA-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf

[32] Bertelsmann Stiftung: BTI 2024 Country Report Nigeria, 19 March 2024
https://www.ecoi.net/en/file/local/2105924/country_report_2024_NGA.pdf

[34] Νιγηρία, 'Criminal Code Act', 1 Ιουνίου 1916, https://laws.lawnigeria.com/2018/04/20/lfn-criminal-code-act/

 

[35] ILGA, 'State-Sponsored Homophobia 2017', Μάιος 2017, https://ilga.org/downloads/2017/ILGA_State_Sponsored_Homophobia_2017_WEB.pdf

[36] Freedom House, Freedom in the World 2023 - Nigeria https://www.ecoi.net/en/document/2090190.html 

[37] USDOS - US Department of State, 2022 Country Report on Human Rights Practices - Nigeria, 20 March 2023, https://www.ecoi.net/en/document/2089140.html

 

[38] UN OHCHR (United Nations Human Rights Office of the High Commissioner), UN Treaty Body Database, Nigeria, n.d., διαθέσιμο στο: https://tbinternet.ohchr.org/_layouts/15/TreatyBodyExternal/Treaty.aspx?CountryID=127&Lang= en (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 13/02/2026).

[39] PLAC, Nigeria Annual Human Rights Report 2024, December 2024, σελ. 5, διαθέσιμο στο: https://placng.org/i/wp-content/uploads/2024/12/Nigeria-Annual-Human-Rights-Report-2024.pdf (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 13/02/2026).

[40] EUAA, Country of Origin Information Report, Nigeria: Security Situation, November 2025, διαθέσιμο στο: https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_11_EUAA_COI_Report_Nigeria_Security_Situation.pdf (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 13/02/2026).

[41] EUAA, Country of Origin Information Report, Nigeria: Security Situation, November 2025, σελ. 117-120, διαθέσιμο στο: https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_11_EUAA_COI_Report_Nigeria_Security_Situation.pdf (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 13/02/2026).

[42] Προσαρμοσμένη έρευνα στο στην βάση ACLED Explorer, ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, διαθέσιμο στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/explorer/, βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Event Types (Demonstrations, Political Violence, Insurgency, Atrocities, Repression, Terrorist Activity, Foreign Military Engangement), Defalt Date Range: Past Year (Last update 06/02/2026),  COUNTRY: Nigeria, ADMIN UNIT: Abia (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 13/02/2026).

[43] City Population, Nigeria, Population Statistics, Maps, Charts, Weather and Wed Information- Abia, διαθέσιμο στο: https://www.citypopulation.de/en/nigeria/admin/NGA001__abia  (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 13/02/2026).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο