Β.Μ.F ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Εσωτερικών, Διευθύντριας Τμήματος Μετανάστευσης, Υπόθεση Αρ. ΔΚ 3/26, 15/4/2026
print
Τίτλος:
Β.Μ.F ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Εσωτερικών, Διευθύντριας Τμήματος Μετανάστευσης, Υπόθεση Αρ. ΔΚ 3/26, 15/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Υπόθεση Αρ. ΔΚ 3/26

 

15 Απριλίου, 2026

[Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, ΔΔΔΔΠ.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Β.Μ.F

Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Εσωτερικών,

Διευθύντριας Τμήματος Μετανάστευσης

Καθ' ων η Αίτηση

 

Μάσσιμο Αμπελώμος (κος) Δικηγόρος για τον Αιτητή

Νικόλας Κουρσάρης (κος) για Ν. ΚΟΥΡΣΑΡΗΣ ΔΕΠΕ, Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η Αίτηση

ΑΠΟΦΑΣΗ 

 

Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής, με την παρούσα προσφυγή, αιτείται:

Α. Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται ως παράνομο το διάταγμα κράτησης του Αιτητή ημερομηνίας 19/02/2026 (Παράρτημα 1), με βάση, ως αναφέρει το σώμα της απόφασης,  το Άρθρο 9 ΣΤ (2)(β) και (δ) του Περί Προσφύγων Νόμου και με την οποία να διατάζει την άμεση απελευθέρωση του Αιτητή.

Β. Διαζευκτικά προς το (Α): Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται και/ή τροποποιείται το ως άνω Διάταγμα Κράτησης που εκδόθηκε εναντίον του Αιτητή ημερ. 19/02/2026 και με την οποία απόφαση να διατάζονται εναλλακτικά της κράτησης του αιτητή μέτρα, κατά τη κρίση του Δικαστηρίου.

Γ. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε να κρίνει ορθή και δίκαια υπό τις περιστάσεις το Σεβαστό Δικαστήριο.

Δ. Έξοδα, πλέον έξοδα επίδοση, πλέον Φ.Π.Α.».

Γεγονότα:

Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως εκτίθενται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ’ ων η Αίτηση και υποστηρίζονται από τα σχετικά Παραρτήματα, καθώς και από το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων που κατατέθηκαν κατά την ακρόαση της παρούσας, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Ο Αιτητής είναι υπήκοος Ιράν, γεννηθείς στις 07/04/1971, ο οποίος αφίχθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία την 01/11/2000 με τουριστική θεώρηση εισόδου, ισχύουσα έως τις 15/11/2000. Στις 15/01/2001, ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για άδεια παραμονής, η οποία εγκρίθηκε. Στις 12/01/2002, η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο απέρριψε την αίτησή του για καθεστώς πρόσφυγα, ενώ κατόπιν επανεξέτασης το αίτημά του απορρίφθηκε οριστικά στις 10/04/2002.

Στις 20/05/2002, ο Αιτητής τέλεσε πολιτικό γάμο με την κα Μ.Σ., Κύπρια πολίτη. Στις 04/07/2002, εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης, τα οποία δεν εκτελέστηκαν. Στις 11/07/2003, το Τμήμα εξέδωσε άδεια παραμονής και εργασίας στον Αιτητή, η οποία ανανεωνόταν κατά διαστήματα.

Ακολούθως, στις 30/10/2008, ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με εγγραφή, η οποία απορρίφθηκε με επιστολή των Καθ’ ων η Αίτηση ημερομηνίας 31/08/2010, λόγω προηγούμενης παράνομης παραμονής του στη Δημοκρατία.

Με απόφαση ημερομηνίας 01/02/2011, η Διευθύντρια του Τμήματος κήρυξε τον Αιτητή ως ανεπιθύμητο μετανάστη, δυνάμει του άρθρου 6(1)(δ) του Κεφ. 105, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων που είχε διαπράξει και για τα οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης.

Στις 02/03/2011, λειτουργός του Τμήματος απέστειλε επιστολή προς τον Αιτητή αναφορικά με την αίτησή του ημερομηνίας 10/03/2010 για άδεια παραμονής και εργασίας, ενημερώνοντάς τον ότι αυτή απορρίφθηκε, καθότι είχε καταδικαστεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού σε ποινή δίμηνης φυλάκισης για αδίκημα επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη και, ως εκ τούτου, θεωρήθηκε απαγορευμένος μετανάστης.

Ο Αιτητής καταχώρησε νέα αίτηση στις 12/04/2011 για χορήγηση προσωρινής άδειας παραμονής και εργασίας, η οποία απορρίφθηκε στις 29/04/2011 για τους ίδιους λόγους. Εναντίον της εν λόγω απόφασης, ο Αιτητής καταχώρησε την προσφυγή αρ. 889/2011 ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση ημερομηνίας 08/10/2015.

Στις 08/10/2013, εκδόθηκαν εκ νέου εναντίον του Αιτητή διατάγματα κράτησης και απέλασης, τα οποία ακυρώθηκαν στις 10/04/2014, καθότι αυτός κρατείτο ήδη στις Κεντρικές Φυλακές δυνάμει ενταλμάτων προστίμου.

Ακολούθως, υποβλήθηκε αίτημα εκ μέρους των τότε δικηγόρων του Αιτητή προς τον Υπουργό Εσωτερικών για αναθεώρηση της απόφασης απόρριψης του αιτήματός του για ανανέωση της άδειας παραμονής και εργασίας του στη Δημοκρατία. Το αίτημα απορρίφθηκε, καθότι ο Αιτητής κρίθηκε ότι αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια τάξη, λόγω της καταδίκης του για σοβαρό ποινικό αδίκημα κατά το έτος 2011. Η απορριπτική απόφαση κοινοποιήθηκε στον Αιτητή με επιστολή ημερομηνίας 08/10/2013, με την οποία καλείτο να αναχωρήσει άμεσα από τη Δημοκρατία, άλλως θα λαμβάνονταν μέτρα για την απομάκρυνσή του.

Στις 27/02/2014, ο Αιτητής συνελήφθη για τροχαία αδικήματα. Στις 14/04/2014, ανεστάλη για περίοδο έξι μηνών η εκτέλεση ενταλμάτων φυλάκισης που εκκρεμούσαν εναντίον του, υπό συγκεκριμένους όρους. Στις 15/04/2014, αποφυλακίστηκε από τις Κεντρικές Φυλακές και την ίδια ημέρα συνελήφθη δυνάμει διαταγμάτων κράτησης και απέλασης.

Εναντίον των εν λόγω διαταγμάτων, ημερομηνίας 15/04/2014, ο Αιτητής καταχώρησε την προσφυγή αρ. 666/2014 ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στις 26/08/2014, ενημερώθηκε ότι η απέλασή του ανεστάλη μέχρι την 01/03/2015 και στις 27/08/2014 απολύθηκε από την κράτηση υπό όρους.

Την 01/02/2017, το Τμήμα εξέδωσε άδεια παραμονής και εργασίας στον Αιτητή ως σύζυγο Κύπριας πολίτιδας, η οποία ανανεωνόταν. Στις 27/04/2019, η σύζυγός του απεβίωσε.

Στις 10/11/2020, ο Αιτητής υπέβαλε εκ νέου αίτηση για απόκτηση κυπριακής υπηκοότητας με εγγραφή, η οποία απορρίφθηκε στις 12/02/2023. Με επιστολή ημερομηνίας 12/04/2023, ενημερώθηκε ότι η αίτησή του δεν εγκρίθηκε βάσει της δεύτερης επιφύλαξης του άρθρου 110(2) του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου 141(Ι)/2002, λόγω παράνομης εισόδου και παραμονής στη Δημοκρατία, καθώς και βάσει της παραγράφου (γ) του ίδιου άρθρου, καθότι δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι είναι πρόσωπο καλού χαρακτήρα.

Στις 28/03/2022, ο Αιτητής υπέβαλε εκ νέου αίτηση για άδεια παραμονής, η οποία απορρίφθηκε στις 11/05/2022, καθότι δεν διατηρούσε δικαίωμα διαμονής ως μέλος οικογένειας Κύπριου πολίτη.

Στις 08/07/2022, υπέβαλε νέα αίτηση για άδεια παραμονής με σκοπό τη μισθωτή απασχόληση, η οποία απορρίφθηκε στις 04/07/2023, καθότι δεν πληρούσε τα σχετικά νομοθετικά κριτήρια. Εναντίον της απόφασης αυτής καταχώρησε την προσφυγή υπ’ αριθμόν 1383/2023.

Στις 14/08/2025, συνελήφθη δυνάμει ενταλμάτων προστίμου και μεταφέρθηκε στις Κεντρικές Φυλακές. Στις 03/09/2025, η ποινή φυλάκισής του ανεστάλη και την ίδια ημέρα συνελήφθη για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία.

Στις 04/09/2025, εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου (Κεφ. 105). Εναντίον των διαταγμάτων αυτών καταχώρησε την προσφυγή υπ’ αριθμόν 1030/2025. Οι προσφυγές υπ’ αριθμόν 1383/2023 και 1030/2025 συνεκδικάστηκαν από το Διοικητικό Δικαστήριο και απορρίφθηκαν με απόφαση ημερομηνίας 05/12/2025.

Στις 05/11/2025 και 12/01/2026 πραγματοποιήθηκε επαναξιολόγηση της κράτησής του.

Στις 18/02/2026, ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση ασύλου και στις 19/02/2026 εκδόθηκε διάταγμα κράτησης δυνάμει του άρθρου 9ΣΤ(2) του περί Προσφύγων Νόμου, ενώ ανεστάλη το διάταγμα απέλασης λόγω της υποβολής της αίτησης ασύλου.

Με την παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει τη νομιμότητα του εν λόγω διατάγματος κράτησης, ημερομηνίας 19/02/2026, το οποίο εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 9ΣΤ(2)(β) και (δ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Νομικοί Ισχυρισμοί: 

Ο Αιτητής, διά του συνηγόρου του, προβάλλει στο εισαγωγικό δικόγραφο της παρούσας διαδικασίας πλείονες λόγους ακύρωσης της επίδικης προσβαλλόμενης απόφασης.

Στο πλαίσιο της γραπτής του αγόρευσης, αρχικώς υποστηρίζει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση επικαλούνται σωρευτικά τόσο το εδάφιο (β) όσο και το εδάφιο (δ) του άρθρου 9ΣΤ(2) του περί Προσφύγων Νόμου.

Ειδικότερα, αναφορικά με το εδάφιο (β), το οποίο επιτρέπει την κράτηση προς σκοπό προσδιορισμού στοιχείων της αίτησης διεθνούς προστασίας, όταν αυτά δεν μπορούν να εξασφαλιστούν με άλλο τρόπο, ιδίως υπό την ύπαρξη κινδύνου διαφυγής, ο Αιτητής προβάλλει ότι οι σχετικές προϋποθέσεις δεν πληρούνται. Υποστηρίζει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση έχουν ήδη στην κατοχή τους όλα τα αναγκαία στοιχεία που τον αφορούν, ενώ παράλληλα δεν υφίσταται κίνδυνος διαφυγής, δεδομένου ότι διαμένει στη Δημοκρατία επί χρονικό διάστημα πέραν των 25 ετών, εκ των οποίων τα 16 έτη διέμενε με τη σύζυγό του, Κύπρια πολίτιδα, απολαμβάνοντας καθεστώς νόμιμης παραμονής, με εξαίρεση το έτος 2023, όταν απορρίφθηκε η αίτησή του για άδεια παραμονής ως μέλος οικογένειας Ευρωπαίου πολίτη.

Ως προς το εδάφιο (δ), το οποίο αφορά την κράτηση στο πλαίσιο διαδικασίας επιστροφής, όταν τεκμαίρεται ότι αίτηση ασύλου υποβλήθηκε καταχρηστικά με σκοπό την καθυστέρηση ή παρεμπόδιση της απομάκρυνσης, ο Αιτητής υποστηρίζει ότι δεν συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, προβάλλει ότι η αίτησή του δεν υποβλήθηκε καταχρηστικά, αλλά σε συνάρτηση με τις εξελίξεις στη χώρα καταγωγής του. Προς τούτο, επισημαίνει ότι το Ιράν δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο ασφαλών χωρών καταγωγής, ενώ η αίτησή του υποβλήθηκε εν μέσω κλιμακούμενης έντασης στην περιοχή, η οποία οδήγησε σε στρατιωτική εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και του Ισραήλ κατά του ιρανικού καθεστώτος. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν προσκόμισαν οποιοδήποτε στοιχείο ή μαρτυρία προς θεμελίωση της αναγκαιότητας της κράτησής του.

Περαιτέρω, ο συνήγορος του Αιτητή προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση της υποχρέωσης δέουσας έρευνας, στερείται επαρκούς αιτιολογίας και αποτελεί προϊόν πλημμελών και παράνομων προπαρασκευαστικών ενεργειών. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν δύνανται να επικαλούνται τα εδάφια (β) και (δ) του άρθρου 9ΣΤ(2), καθότι, λόγω δικής τους πλημμέλειας και ανεπαρκούς διερεύνησης, δεν έλαβαν υπόψη ουσιώδη στοιχεία που αφορούν την αίτηση του Αιτητή, ιδίως υπό το πρίσμα των πρόσφατων εξελίξεων στη χώρα καταγωγής του και των σοβαρών αναταραχών στο Ιράν. Η παράλειψη εξέτασης των λόγων υποβολής της αίτησης ασύλου, σε συνδυασμό με την αγνόηση της πραγματικής κατάστασης στη χώρα καταγωγής, καθιστά το επίδικο διάταγμα ακυρωτέο.

Επιπροσθέτως, γίνεται επίκληση του άρθρου 5 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με τον ισχυρισμό ότι η κράτηση δεν πληροί την αρχή της αναλογικότητας ούτε συνδέεται με θεμιτό σκοπό κατά τρόπο συμβατό με την αρχή της καλής πίστης. Ως εκ τούτου, προβάλλεται ότι η κράτηση είναι αυθαίρετη και κακόπιστη.

Τέλος, ο Αιτητής υποστηρίζει ότι δεν διενεργήθηκε η απαιτούμενη εξατομικευμένη αξιολόγηση της προσωπικής του κατάστασης ως προς την επιβολή εναλλακτικών της κράτησης μέτρων. Ειδικότερα, προβάλλει ότι η Διοίκηση δεν συνεκτίμησε κρίσιμους παράγοντες, όπως η οικογενειακή του κατάσταση, οι προσωπικοί και κοινωνικοί δεσμοί του εντός της Δημοκρατίας, η μακροχρόνια παραμονή του σε αυτήν (πέραν των 25 ετών), ενδεχόμενη ευαλωτότητα (σωματική, ψυχολογική ή κοινωνική), ο βαθμός κοινωνικής και χρονικής ενσωμάτωσής του, καθώς και το ιστορικό άσκησης δικαιωμάτων του, συμπεριλαμβανομένης προηγούμενης αίτησής του ενώπιον της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών.

Καταληκτικά, υποστηρίζει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση περιορίστηκαν σε μια τυπική και μονοδιάστατη ερμηνεία της καταχρηστικότητας της αίτησης, στηριζόμενοι αποκλειστικά στη χρονική συγκυρία υποβολής της, χωρίς ουσιαστική αξιολόγηση εναλλακτικών εξηγήσεων. Ως εκ τούτου, η επίδικη κράτηση είναι δυσανάλογη, μη αναγκαία, ελλιπώς αιτιολογημένη και ασύμβατη με το εθνικό και ενωσιακό δίκαιο.

Αντικρούοντας τους ισχυρισμούς του Αιτητή, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε νόμιμα, κατόπιν δέουσας και επαρκούς έρευνας, δυνάμει του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι προηγήθηκε εξατομικευμένη αξιολόγηση της περίπτωσης του Αιτητή, κατά την οποία ελήφθησαν υπόψη αντικειμενικά και συναφή κριτήρια, τα οποία τεκμηριώνουν την ύπαρξη κινδύνου διαφυγής. Μεταξύ των στοιχείων αυτών περιλαμβάνονται η μη συμμόρφωση του Αιτητή με προηγούμενες αποφάσεις επιστροφής, η προηγούμενη διαφυγή ή εξαφάνισή του, καθώς και η καταχρηστική, κατά την άποψη της Διοίκησης, υποβολή της αίτησης ασύλου.

Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής δεν θα υπέβαλλε μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας, εάν δεν είχε προηγουμένως συλληφθεί, γεγονός το οποίο, κατά την κρίση τους, καταδεικνύει ότι η εν λόγω αίτηση υποβλήθηκε με σκοπό τη ματαίωση ή καθυστέρηση της επιστροφής του.

Ως προς τον ισχυρισμό περί αναιτιολόγητης απόφασης και μη διενέργειας δέουσας έρευνας, οι Καθ’ ων η Αίτηση υποστηρίζουν ότι στο διάταγμα κράτησης ημερομηνίας 19/02/2026 καταγράφονται με επάρκεια και σαφήνεια οι λόγοι κράτησης του Αιτητή, πληρούμενης, ως εκ τούτου, της υποχρέωσης αιτιολόγησης. Κατά συνέπεια, ο σχετικός ισχυρισμός του Αιτητή θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Τέλος, αναφορικά με τον ισχυρισμό περί παραβίασης του άρθρου 5 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ο συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση παραπέμπει στο μεταναστευτικό και ποινικό ιστορικό του Αιτητή και υποστηρίζει ότι η έκδοση του επίδικου διατάγματος δεν συνιστά αυθαίρετη στέρηση της ελευθερίας του, ούτε παρεμποδίζει την άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ή την προστασία των εννόμων συμφερόντων του, αλλά αντιθέτως εντάσσεται στο πλαίσιο νόμιμης και θεμιτής διοικητικής δράσης.

To νομικό πλαίσιο

Ο Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, έχει ως ακολούθως: 

«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18/6/2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού  Δικαστηρίου προσφυγές, εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

Το άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018, προβλέπει τα ακόλουθα (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου):

«Δικαιοδοσία Δικαστηρίου

11.-(1) Κάθε δικαστής του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, ασκεί τις εξουσίες που ανατίθενται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από το Σύνταγμα, τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και οποιουδήποτε άλλου εκάστοτε σε ισχύ νόμου:

[.]

(2) Το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας αποφασίζει επί πάσης προσφυγής, η οποία υποβάλλεται δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος κατά απόφασης ή πράξης εκδιδομένης, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου ή κατά παράλειψης οφειλόμενης ενέργειας, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου.»

Το άρθρο 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου, δυνάμει του οποίου εκδόθηκε η επίδικη πράξη, ορίζει τα ακόλουθα (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου):

«9ΣΤ.-(1) Απαγορεύεται η κράτηση αιτητή λόγω μόνο της ιδιότητάς του ως αιτητή, καθώς και η κράτηση ανήλικου αιτητή.

(2) Εκτός εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3), και εφόσον κρίνεται αναγκαίο και κατόπιν ατομικής αξιολόγησης κάθε περίπτωσης, ο Υπουργός δύναται να εκδίδει γραπτό διάταγμα, με το οποίο να θέτει υπό κράτηση αιτητή, μόνο για οποιοδήποτε από τους ακόλουθους λόγους:

[.]

(β) για να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή·

[.]

(δ) όταν κρατείται στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής, δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, προκειμένου να προετοιμάζεται η επιστροφή ή/και να διεξάγεται η διαδικασία απομάκρυνσης και ο Υπουργός τεκμηριώνει βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι, το πρόσωπο είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης ασύλου, ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι το πρόσωπο υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας, προκειμένου να καθυστερεί απλώς ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής·

[.]

(3) Ο Υπουργός δύναται, αντί να θέσει τον αιτητή υπό κράτηση, να του επιβάλει εναλλακτικά, για όσο χρονικό διάστημα κρίνει σκόπιμο υπό τις περιστάσεις, ορισμένες υποχρεώσεις που στοχεύουν στην αποφυγή του κινδύνου διαφυγής, όπως -

(α) Τακτική εμφάνιση ενώπιον των αρχών της Δημοκρατίας,

(β) κατάθεση χρηματικής εγγύησης,

(γ) υποχρέωση διαμονής σε υποδεικνυόμενο μέρος, περιλαμβανομένου κέντρου φιλοξενίας,

(δ) επιτήρηση από επόπτη.

(4)(α) Η κράτηση αιτητή έχει τη μικρότερη δυνατή διάρκεια και διαρκεί μόνο για όσο διάστημα ισχύει λόγος κράτησης που προβλέπεται στο εδάφιο (2).

(β) Οι διοικητικές διαδικασίες που συνδέονται με λόγο κράτησης που προβλέπεται στο εδάφιο (2), εκτελούνται χωρίς περιττές καθυστερήσεις. Καθυστερήσεις των διοικητικών διαδικασιών που δεν μπορούν να αποδοθούν στον αιτητή, δε δικαιολογούν τη συνέχιση της κράτησης.

(5) Το προβλεπόμενο στο παρόν άρθρο διάταγμα, παραθέτει τους πραγματικούς και νομικούς λόγους, βάσει των οποίων εκδίδεται και αντίγραφό του επιδίδεται στον επηρεαζόμενο αιτητή.

(6)(α) Το διάταγμα κράτησης υπόκειται σε προσφυγή, βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω Άρθρου και υπό τις προϋποθέσεις, υπό τις οποίες το εν λόγω Άρθρο επιτρέπει τέτοια προσφυγή.[...]

(8) Ο Υπουργός ενημερώνει αμέσως και γραπτώς, κάθε υπό κράτηση αιτητή, σε γλώσσα που ο τελευταίος, είτε κατανοεί, είτε εύλογα θεωρείται ότι κατανοεί, για τους λόγους κράτησης, για τις δικαστικές διαδικασίες που αναφέρονται στα εδάφια (6) και (7) και για τη δυνατότητα αίτησης περί δωρεάν νομικής αρωγής και εκπροσώπησης στα πλαίσια αυτών των διαδικασιών, σύμφωνα με τον περί Νομικής Αρωγής Νόμο.[.]»

Από το πλέγμα των πιο πάνω διατάξεων, προκύπτει η βασική αρχή, ότι ένας Αιτητής ασύλου δεν μπορεί να κρατείται μόνο εξ αυτής του της ιδιότητας.

Εντούτοις, στην περίπτωση που συντρέχει ένας εκ των λόγων που εξαντλητικά αναφέρονται στο εδάφιο (2) του άρθρου 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου, η κράτηση Αιτητή διεθνούς προστασίας είναι επιτρεπτή. [Βλ. συναφώς αποφάσεις της 14ης Μαΐου 2020, FMS, C-924/19 PPU και 925/19 PPU, EU:C:2020:367, σκέψη 250 και της 30ης Μαΐου 2013, Mehmet Arslan, C-534/11, EU:C:2013:343, σκέψεις 57-59].

Εν προκειμένω, ο Υπουργός Εσωτερικών, δύναται ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να εκδώσει γραπτό διάταγμα σε σχέση με Αιτητή, ο οποίος είναι ήδη υπό κράτηση, δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, με το οποίο να τον θέτει υπό κράτηση, εφόσον τεκμηριώσει βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, ότι ο Αιτητής επιδιώκει με την αίτησή του για διεθνή προστασία, να καθυστερήσει ή να παρεμποδίσει την απόφαση επιστροφής του.

Περαιτέρω, συνάγεται από τις πιο πάνω διατάξεις ότι, η κράτηση συνιστά το έσχατο μέτρο, καθώς θα πρέπει προηγουμένως να εξεταστεί το ενδεχόμενο επίτευξης του σκοπού της εφαρμογής της απόφασης της απέλασης ή/και της αποφυγής του κινδύνου διαφυγής, με λιγότερο περιοριστικά της προσωπικής ελευθερίας του Αιτητή εναλλακτικά μέτρα, κατόπιν ατομικής αξιολόγησης της περίπτωσής του. Με άλλα λόγια, η κράτηση του αιτούντος διεθνούς προστασίας, θα πρέπει να διέπεται από την αρχή της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας. (βλ. C-601/15 PPU, J.N. κατά Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie (ιδίως σκέψεις 54–56, 61) Saadi v. United Kingdom (2008) (σκέψεις 68–74))

Οι βασικές αυτές αρχές, ως αναγκαίο μέτρο της απόφασης κράτησης του αιτούντος διεθνή προστασία, διατυπώνονται και στο προοίμιο της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ [15η αιτιολογική σκέψη], όπου αναφέρονται τα ακόλουθα (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)

«Η κράτηση των αιτούντων θα πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με τη βασική αρχή ότι, ένα πρόσωπο δε θα πρέπει να κρατείται απλώς και μόνον επειδή επιζητεί διεθνή προστασία, ιδίως σύμφωνα με τις διεθνείς νομικές υποχρεώσεις των κρατών μελών και το άρθρο 31 της σύμβασης της Γενεύης. Η κράτηση αιτούντων θα πρέπει να είναι δυνατή μόνον σε σαφώς καθορισμένες, εξαιρετικές περιστάσεις, οι οποίες προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και να διέπεται από την αρχή της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, όσον αφορά τόσο τον τρόπο, όσο και τον σκοπό της εν λόγω κράτησης. Σε περίπτωση που ένας αιτών τελεί υπό κράτηση, ο αιτών θα πρέπει να έχει αποτελεσματική πρόσβαση στις αναγκαίες διαδικαστικές εγγυήσεις, όπως το δικαίωμα προσφυγής ενώπιον εθνικής δικαστικής αρχής.».

Οι αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας επιβάλλουν την ύπαρξη τεκμηριωμένης και ουσιαστικής σύνδεσης μεταξύ του περιοριστικού μέτρου της κράτησης και του έννομου σκοπού τον οποίο το μέτρο επιδιώκει να εξυπηρετήσει. Εν προκειμένω, το ζητούμενο είναι η διευκόλυνση της διαδικασίας απομάκρυνσης του Αιτητή, εφόσον τελικά απορριφθεί το αίτημά του για διεθνή προστασία. Για να δικαιολογηθεί όμως η προσφυγή στο μέτρο της κράτησης, η διοίκηση φέρει το βάρος να αποδείξει ότι έχουν προηγουμένως διερευνηθεί και αποκλειστεί λιγότερο περιοριστικά μέτρα, ως ανεπαρκή ή αναποτελεσματικά για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού.

Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία τόσο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η ένταση και τα αρνητικά αποτελέσματα της στέρησης ελευθερίας δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να υπερβαίνουν το απολύτως αναγκαίο μέτρο, όπως επιβάλλεται από το άρθρο 5 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Η αρχή της δέουσας επιμέλειας καθιστά σαφές ότι η κράτηση δεν μπορεί να επιβάλλεται μηχανιστικά ή ελλείψει εξατομικευμένης αξιολόγησης, διότι διαφορετικά εκφυλίζεται σε αυθαίρετη στέρηση ελευθερίας, η οποία αντίκειται τόσο στο ενωσιακό δίκαιο όσο και στο άρθρο 5 της ΕΣΔΑ. [Βλ. ΔΕΕ, K. κατά Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie, C-18/16, EU:C:2017:680, σκ. 37· ΔΔΔΠ, ΔΚ 30/2020, Ι.Μ. ν. Δημοκρατίας, 1.9.2020· ΕΔΔΑ, Saadi κατά ΗΒ, απόφ. 29.1.2008, σκ. 68–74· Nabil κατά Ουγγαρίας, απόφ. 22.9.2015]

Μια εξίσου κρίσιμη παράμετρος για τη νομιμότητα της κράτησης αποτελεί η υποχρέωση όπως το σχετικό διάταγμα εκδίδεται εγγράφως, περιλαμβάνοντας ρητή, σαφή και επαρκή αιτιολογία τόσο ως προς τους πραγματικούς, όσο και ως προς τους νομικούς λόγους στους οποίους εδράζεται. Η τήρηση της υποχρέωσης αυτής έχει διττή λειτουργία: αφενός, διασφαλίζει το δικαίωμα του ενδιαφερόμενου να γνωρίζει πλήρως τη νομική και πραγματική βάση της κράτησής του· αφετέρου, επιτρέπει στο δικαστήριο να προβεί σε ουσιαστικό και αποτελεσματικό έλεγχο νομιμότητας της επίδικης πράξης.

Όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η έννοια της «νομιμότητας» περιλαμβάνει όχι μόνο τη συμβατότητα της κράτησης με τη νομική βάση που τη θεμελιώνει, αλλά και την ορθότητα και επάρκεια της διοικητικής κρίσης, υπό το φως των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον της αρμόδιας αρχής. Η ελλιπής ή γενική και αόριστη αιτιολογία καθιστά την πράξη ανεπαρκώς αιτιολογημένη και ως εκ τούτου ακυρωτέα. [Βλ. ΔΕΕ, FMS, EU:C:2020:367, σκ. 256–259, 273, 290–293· Mahdi, C-146/14 PPU, EU:C:2014:1320, σκ. 41 και 45]

Κατάληξη

Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην εξέταση των εγειρόμενων λόγων ακύρωσης σε συνάρτηση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και τις κανονιστικές διατάξεις που παρέθεσα ανωτέρω.

Προχωρώ στη συνέχεια στην εξέτασης των λόγων ακύρωσης, αφού προηγουμένως παραθέσω αυτούσιο το επίδικο διάταγμα:

«ΕΠΕΙΔΗ ο ΒΧΧΧΧΧ ΜΧΧΧΧΧΧ FΧΧΧ υπήκοος ΙΡΑΝ είναι αιτητής διεθνούς προστασίας και επειδή πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι

ο ΒΧΧΧΧΧ ΜΧΧΧΧΧΧ FΧΧΧ κρατείται
(α) Για να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή.

(β) Στο πλαίσιο διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των Άρθρων 18ΟΓ και 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, προκειμένου
να προετοιμαστεί η επιστροφή ή/και να διεξαχθεί η διαδικασία απομάκρυνσης του και επειδή τεκμηριώνεται στη βάση αντικειμενικών κριτηρίων συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι ο ΒΧΧΧΧΧ ΜΧΧΧΧΧΧ
FΧΧΧ αφίχθηκε στη Δημοκρατία το έτος 20000, και η αίτηση ασύλου του υποβλήθηκε το 2026, ως εκ τούτου, υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι η υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας έγινε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα και/ή να ματαιώσει τη διαδικασία επαναπατρισμού του.

ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ κατόπιν ατομικής αξιολόγησης θεώρησα ότι είναι αναγκαίο ο ΒΧΧΧΧΧ ΜΧΧΧΧΧΧ FΧΧΧ να παραμείνει υπό κράτηση βάσει των άρθρων 9ΣΤ(2) (β) και (δ) του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2020), καθότι στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται ότι δεν είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3) του άρθρου 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2020), καθότι με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 18ΟΔ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, υπάρχει κίνδυνος διαφυγής για τους πιο κάτω λόγους:

1. ΕΠΕΙΔΗ δεν έχει συμμορφωθεί με προηγούμενη απόφαση επιστροφής: Διάταγμα απέλασης το οποίο εκδόθηκε εναντίον του στις 04/09/2025.

2. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ δήλωσε την μη πρόθεση του για συμμόρφωση με απόφαση επιστροφής.

3. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ είχε προηγούμενη εξαφάνιση. Παρέμεινε παράνομα από τις 12/08/2023 όταν παρήλθε η προθεσμία αναχώρησης του από τη Δημοκρατία. Επίσης, στις 25/09/2023 τα στοιχεία του τοποθετήθηκαν στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων.  

4. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ θεωρήθηκε απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (κ), του εδαφίου (1), του Άρθρου 6 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (1952-2025), έχει συλληφθεί και σε βάρος του εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης ημερ.04/09/2025.

5. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ κρατείται με σκοπό τον επαναπατρισμό του, κρίνω ότι η αίτηση του για Διεθνή Προστασία υποβλήθηκε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα στη διαδικασία επαναπατρισμού του.

ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΟΠΟ ΑΥΤΟ, ασκώντας τις εξουσίες που δίνουν στον Υπουργό Εσωτερικών το άρθρο 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2020) και το Άρθρο 188.3.(γ) του Συντάγματος, οι οποίες εξουσίες εκχωρήθηκαν σε εμένα, εγώ η Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης με το παρόν διατάσσω όπως ο ΒΧΧΧΧΧ ΜΧΧΧΧΧΧ FΧΧΧ ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΙ υπό κράτηση για όσο διάστημα ισχύουν οι λόγοι κράτησης που αναφέρονται πιο πάνω.»ω

Από την ανάγνωση του λεκτικού του υπό κρίση διατάγματος προκύπτει ότι παρατίθενται ρητώς οι λόγοι για τους οποίους ο Αιτητής τέθηκε υπό κράτηση. Επιπροσθέτως, διατυπώνονται οι πραγματικές περιστάσεις βάσει των οποίων η Διοίκηση έκρινε ότι υφίστανται επαρκείς ενδείξεις πως η αίτηση διεθνούς προστασίας υποβλήθηκε με αποκλειστικό σκοπό την παρεμπόδιση ή καθυστέρηση της εκτέλεσης απόφασης επιστροφής, δυνάμει του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ) του Ν. 6(Ι)/2000. Περαιτέρω, στο σκεπτικό του διατάγματος περιλαμβάνεται και αναφορά στους λόγους για τους οποίους επελέγη το μέτρο της κράτησης αντί εναλλακτικών, λιγότερο περιοριστικών παρεμβάσεων.

Η ως άνω αιτιολογία συμπληρώνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, και συγκεκριμένα από το υπ’ αρ. ημερ. 19/02/2026 υπηρεσιακό σημείωμα της κας Σ. Χ. προς τη Διευθύντρια του ΤΑΠΜ (ερυθρά 113–116 του δ.φ. Α2000-15ΧΧΧ VOL.VI). Εκεί, αποτυπώνεται ότι ελήφθησαν υπόψη το μεταναστευτικό ιστορικό του Αιτητή, το περιεχόμενο της αίτησής του για διεθνή προστασία, η οποία υποβλήθηκε στις 18/02/2026, καθώς και οι ειδικοί λόγοι που, κατά τη διοίκηση, καθιστούσαν τη λήψη εναλλακτικών μέτρων ανεπαρκή.

Η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-146/14 PPU, Mahdi (5.6.2014) καταλείπει ελάχιστο περιθώριο αμφιβολίας ως προς την αυστηρή υποχρέωση επαρκούς αιτιολόγησης κάθε απόφασης κράτησης αιτούντος διεθνή προστασία. Κατά ρητή διατύπωση του Δικαστηρίου (σκ. 41), η πράξη με την οποία παρατείνεται ή επιβάλλεται κράτηση πρέπει να περιλαμβάνει, κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, τόσο τους νομικούς όσο και τους πραγματικούς λόγους στους οποίους στηρίζεται η κρίση της αρμόδιας διοικητικής αρχής. Περαιτέρω, στη σκέψη 45 της ίδιας απόφασης τονίζεται ότι το πρόσωπο που κρατείται οφείλει να είναι σε θέση να κατανοήσει πλήρως τη βάση της στέρησης της ελευθερίας του, ώστε να μπορεί να ασκήσει πλήρες και αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα. Συνεπώς, η απλή επίκληση του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ) του Ν. 6(Ι)/2000, χωρίς ταυτόχρονη παράθεση των συγκεκριμένων περιστατικών και ενδείξεων που στοιχειοθετούν τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής αίτησης, δεν συνιστά επαρκή αιτιολογία κατά τα ενωσιακά κριτήρια και καθιστά την πράξη ευάλωτη σε ακυρωτικό έλεγχο.

Η πιο πάνω αρχή συναντάται και στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο, στο πλαίσιο του άρθρου 5§1 της ΕΣΔΑ, απαιτεί όπως κάθε κράτηση στηρίζεται σε προβλέψιμο, προσβάσιμο και επαρκώς σαφές νομικό πλαίσιο, και να συνοδεύεται από πλήρη και ουσιαστική αιτιολόγηση, ικανή να υποστηρίξει τον δικαστικό έλεγχο (βλ. Baranowski v. Poland, απόφ. 28.3.2000 σκέψη 52).

Στην υπόθεση του Δ.Ε.Ε.  στην C-18/16, Κ κατά Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie 14ης Σεπτεμβρίου 2017 λέχθηκε ότι «η κράτηση αιτούντος διατάσσεται εγγράφως από τις δικαστικές ή διοικητικές αρχές. Στη διαταγή κράτησης αναφέρονται οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι στους οποίους αυτή βασίζεται.». Συνεπώς, από τα ενώπιον μου στοιχεία προκύπτουν με σαφήνεια το νομικό υπόβαθρο, αλλά και τα πραγματικά γεγονότα τα οποία υπήρξαν καθοριστικά για την απόφαση του διοικητικού οργάνου να διατάξει την κράτηση και επί των οποίων βασίστηκε ώστε να προκρίνει την κράτηση έναντι άλλων λιγότερο περιοριστικών της ελευθερίας μέτρων.

Θεωρώ λοιπόν ότι το λεκτικό που παρατίθεται στο ως άνω διάταγμα και συμπληρώνεται από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου ικανοποιεί τις σχετικές πρόνοιες του άρθρου 9 ΣΤ (8) και άρθρου 9 της οδηγίας 2013/33/ΕΕ. (Βλ. απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Eddine v. Δημοκρατία (2008) 3 Α.Α.Δ. 95).

Αποτελεί βεβαίως νομολογιακή αρχή και ισχύει περαιτέρω δυνάμει του άρθρου 29 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (Ν. 158(I)/1999), ότι η αιτιολογία μίας διοικητικής πράξης, δύναται να συμπληρώνεται από το περιεχόμενο των φακέλων. (βλέπε αποφάσεις Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270 και Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1990) 3(Β) Α.Α.Δ. 1175). Εντούτοις, αναμένεται στις περιπτώσεις όπου γίνεται δεκτή η συμπλήρωση της αιτιολογίας από τον διοικητικό φάκελο, να εξάγεται νόημα που να δικαιολογείται να αποδοθεί στο αποφασίζον όργανο. 

Δεν είναι καταρχήν έργο του Δικαστηρίου, η μελέτη των στοιχείων και η διαμόρφωση κρίσης, αναφορικά με το τι θα μπορούσε να επενεργήσει υπέρ ή εναντίον της όποιας προσέγγισης. Το Δικαστήριο δεν επιτελεί τέτοιο πρωτογενούς φύσης έργο. Όπως έχει τονιστεί, είναι νοητή η συμπλήρωση της αιτιολογίας από το περιεχόμενο των φακέλων, αν προκύπτει από αυτό, τι ακριβώς είχε υπόψη το αποφασίζον όργανο, όταν έπαιρνε την απόφαση. Εάν δεν είναι σαφές ως προς τι μέτρησε υπέρ του ενός και τι υπέρ του άλλου, η παραπομπή στα στοιχεία του φακέλου, ως συμπληρωματικών της αιτιολογίας, δεν αποτελεί πανάκεια. Υπάρχει αυτή η δυνατότητα, όταν τα στοιχεία αυτά είναι σαφώς και αρρήκτως συνδεδεμένα με τη ληφθείσα απόφαση, έτσι που να μπορεί να λεχθεί ότι βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω της. Αν δηλαδή, καταδεικνύουν αναμφίβολα και αναντίλεκτα τους λόγους που οδήγησαν στην απόφαση. Η αιτιολόγηση συνεπώς, συναρτάται με το είδος και τη φύση της διοικητικής πράξης. (Βλ. Συμεωνίδου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 145, 168-9, Υπόθεση Αρ. 1517/1999 Nemitsas Ltd v. Δημοκρατίας, (2001) 4 ΑΑΔ 428 και η μνημονευόμενη εκεί νομολογία και η πρόσφατη απόφαση στην Έφεση κατά απόφασης διοικητικού δικαστηρίου αρ. 189/2019, Κ.Α. Preston v. Υπουργείου Εσωτερικών, ημερ. 10/12/2020).

Από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, όπως εκτέθηκαν ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι αυτά αποτέλεσαν το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο επί του οποίου εδράστηκε η έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης (βλ. Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, 21.7.2000· Χρυστάλλα Συμεωνίδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφ. αρ. 911/93 κ.α., 18.4.1997). Επομένως, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί αναιτιολόγητης απόφασης δεν ευσταθεί, καθότι από το σύνολο των διαθέσιμων στοιχείων προκύπτει ότι η αρμόδια αρχή προέβη σε επαρκή και δέουσα έρευνα πριν την έκδοση της πράξης, η οποία φέρει πλήρη και επαρκή αιτιολογία, σύμφωνη με τις αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας.

Ωστόσο, το ζήτημα της ουσιαστικής ορθότητας της προσβαλλόμενης πράξης, και ειδικότερα κατά πόσον πληροί τις απαιτήσεις της αναγκαιότητας και αναλογικότητας, καθώς και της συμβατότητάς της με το ενωσιακό δίκαιο και τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, θα εξεταστεί στη συνέχεια, κατά την ουσιαστική αξιολόγηση της υπόθεσης. Στο πλαίσιο αυτής της στάθμισης, θα κριθεί κατά πόσον η κράτηση αποτελεί, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, το καταλληλότερο και αναγκαίο μέτρο, ή εάν υπήρχαν στον φάκελο επαρκή στοιχεία που θα δικαιολογούσαν την εφαρμογή ηπιότερων, εναλλακτικών μέτρων.

Σχετικά με την έκταση και τη φύση του δικαστικού ελέγχου σε υποθέσεις κράτησης αιτούντων διεθνή προστασία, το Δικαστήριο υιοθετεί τη νομολογιακή θέση που εκτέθηκε στην υπ’ αρ. ΔΚ34/2020, G.S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερομηνίας 5/10/2020 (ενώπιον του Δικαστή κ. Χριστοφόρου), όπου παρατίθεται ενδεικτικά η σκέψη 62 της απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Mahdi, C-146/14 PPU, κατά την οποία:

«Η δικαστική αρχή που αποφαίνεται επί αιτήματος παρατάσεως της κράτησης οφείλει να εξετάζει εις βάθος κάθε κρίσιμο πραγματικό και νομικό στοιχείο της υπόθεσης, προκειμένου να διαπιστώσει εάν εξακολουθούν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της κράτησης.»

Περαιτέρω, στη σκέψη 64 της ίδιας απόφασης, τονίζεται ότι το δικαστήριο οφείλει να αξιολογεί όλα τα πραγματικά και αποδεικτικά στοιχεία, είτε έχουν προσκομιστεί από τη διοικητική αρχή, είτε έχουν προβληθεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ασκώντας πλήρη ανακριτική και εκτιμητική εξουσία.

Η σημασία των αρχών αυτών επιβεβαιώνεται και ενισχύεται στην απόφαση του ΔΕΕ (Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως) στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-924/19 PPU και C-925/19 PPU (FMS), όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 9 της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ υλοποιεί το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Στη σκέψη 293, διευκρινίζεται ότι:

«Το εθνικό δικαστήριο πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αντικαταστήσει με δική του κρίση την απόφαση της διοικητικής αρχής, είτε απορρίπτοντας τη συνέχιση της κράτησης είτε επιβάλλοντας εναλλακτικό μέτρο, υπό την προϋπόθεση ότι η αρχική αιτία της κράτησης εξακολουθεί να ισχύει, πλην όμως η κράτηση δεν είναι ή δεν είναι πλέον αναγκαία ή αναλογική.»

Κατά συνέπεια, βάσει της δεσμευτικής αυτής νομολογίας, καθίσταται σαφές ότι το παρόν Δικαστήριο, κατά τον έλεγχο διατάγματος κράτησης δυνάμει του άρθρου 9ΣΤ του Ν. 6(Ι)/2000, δεν περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας, αλλά ασκεί πλήρη ουσιαστικό έλεγχο, δύναται να επαναξιολογήσει τα πραγματικά περιστατικά και, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις, να αντικαταστήσει την κρίση της Διοίκησης είτε διατάσσοντας την ακύρωση ή παύση της κράτησης, είτε την επιβολή ηπιότερου μέτρου.

Η έκταση της δικαιοδοσίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας επιβεβαιώθηκε ρητώς από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφασή του στην Έφεση αρ. 21/2021 (Janelidze v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, Έφεση κατά απόφασης Δ.Δ.Δ.Π. Αρ. 17/2021, 21/9/2021), όπου κρίθηκε ότι το ΔΔΔΠ, όταν επιλαμβάνεται προσφυγής κατά διατάγματος κράτησης, δεν περιορίζεται σε τυπικό ή ακυρωτικό έλεγχο, αλλά διαθέτει πλήρη εξουσία ουσιαστικής επανεξέτασης της νομιμότητας και της ορθότητας της πράξης. Ειδικότερα, το Ανώτατο επικύρωσε την ενέργεια του ΔΔΔΠ να υποκαταστήσει την κρίση της διοίκησης, εξετάζοντας επί της ουσίας τη βασιμότητα της κράτησης, περιλαμβανομένης της αναγκαιότητας και της αναλογικότητάς της, υπό το πρίσμα των στοιχείων του διοικητικού φακέλου.

Υπό τα ανωτέρω, η ουσιαστική εξέταση της νομιμότητας και της ορθότητας της κράτησης, καθώς και η κρίση περί επιλογής του καταλληλότερου μέτρου υπό τις περιστάσεις, εντάσσονται πλήρως στη δικαιοδοσία του ΔΔΔΠ, ακόμη και όταν η αιτιολογία της διοικητικής πράξης είναι ελλιπής ή πλημμελώς διατυπωμένη.

Σε υποθέσεις της φύσεως της παρούσας, η διερεύνηση της δυνατότητας επιβολής εναλλακτικών της κράτησης μέτρων εμπεριέχει, κατ’ ανάγκην, και την εκτίμηση κατά πόσον, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, η κράτηση αποτελεί πράγματι το καταλληλότερο και αναγκαίο μέτρο. Όταν, κατόπιν ουσιαστικού ελέγχου και στάθμισης βάσει των αρχών της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, όπως αυτές ερμηνεύονται στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, προκύπτει ότι δεν υφίσταται άλλο πρακτικά εφαρμόσιμο ή επαρκές μέτρο, τότε η κράτηση νομιμοποιείται και η επίδικη διοικητική πράξη δύναται να επικυρωθεί.

Σχετικά με τούτο, είναι τα όσα αναφέρονται στο εγχειρίδιο της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, με τίτλο «ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΑΤΗΣΗ ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ ΑΣΥΛΟ», όπου στην παρ.19 λέγεται ότι:

«Στα πλαίσια των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οι αποφάσεις κράτησης θα πρέπει να βασίζονται σε λεπτομερή και εξατομικευμένη αξιολόγηση της αναγκαιότητας για κράτηση, παράλληλα με την παράθεση ενός νόμιμου σκοπού. Ως προς αυτό, τα κατάλληλα μέσα ελέγχου ή αξιολόγησης θα μπορούσαν να καθοδηγήσουν τους υπεύθυνους για τη λήψη αποφάσεων, ενώ θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις ή ανάγκες συγκεκριμένων κατηγοριών αιτούντων άσυλο (βλέπε Κατευθυντήρια Οδηγία 9). Μεταξύ των παραγόντων που καθοδηγούν τη λήψη αυτών των αποφάσεων, μπορεί να είναι το στάδιο που διανύει η εξέταση της αίτησης ασύλου, ο τελικός προορισμός του αιτούντος, οι οικογενειακοί/κοινωνικοί δεσμοί, η προηγούμενη καλή συμπεριφορά και ο χαρακτήρας του ατόμου, καθώς και ο κίνδυνος φυγής ή η προθυμία και η κατανόηση της ανάγκης για συμμόρφωση.»

Περαιτέρω καθοδήγηση, μπορεί να ληφθεί και από την αιτιολογική σκέψη 15 της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ, όπου αναφέρεται ότι, «[.] η κράτηση αιτούντων θα πρέπει να είναι δυνατή μόνον σε σαφώς καθορισμένες, εξαιρετικές περιστάσεις, οι οποίες προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και να διέπεται από την αρχή της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, όσον αφορά τόσο τον τρόπο, όσο και τον σκοπό της εν λόγω κράτησης [.]», οι οποίες δεν μπορεί να είναι άλλες από τις περιοριστικά απαριθμούμενες στο άρ.8 (3) περιπτώσεις, όπου επιτρέπεται η κράτηση Αιτητή, υπό τις διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπονται στο αρ.9 της ίδιας Οδηγίας.

Επίσης βοηθητικό για την ερμηνευτική προσέγγιση του λεκτικού, του αρ.9ΣΤ(2)(δ), είναι και το πιο κάτω απόσπασμα, από την απόφαση του ΔΕΕ C-534/11, Mehmet Arslan v. Policie CR, ημ.30/5/2013, η οποία εξέτασε την αλληλεπίδραση μεταξύ της οδηγίας 2005/118/ΕΚ, που αφορά επιστροφή παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών και των οδηγιών (επαναδιατύπωση), των οποίων είναι οι 2013/33/ΕΕ και 2013/32/ΕΕ.

«58. Συγκεκριμένα, εθνική διάταξη που επιτρέπει, υπό τέτοιες συνθήκες, τη διατήρηση της κρατήσεως του αιτούντος άσυλο είναι συμβατή προς το άρθρο 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 2005/85, εφόσον η κράτηση αυτή δεν προκύπτει από την υποβολή της αιτήσεως ασύλου, αλλά από τις περιστάσεις που χαρακτηρίζουν την ατομική συμπεριφορά του αιτούντος αυτού πριν και κατά την υποβολή της αιτήσεως αυτής.

59. Περαιτέρω, στον βαθμό που η διατήρηση της κρατήσεως φαίνεται ότι υπό παρόμοιες συνθήκες είναι αντικειμενικώς αναγκαία, προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο ο ενδιαφερόμενος να αποφύγει οριστικά την επιστροφή του, η διατήρηση αυτή επιτρέπεται επίσης δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/9.

60. Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι, καίτοι η οδηγία 2008/115 είναι προσωρινώς ανεφάρμοστη κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας εξετάσεως της αιτήσεως ασύλου, τούτο ουδόλως σημαίνει ότι ως εκ τούτου θα τερματιζόταν οριστικά η διαδικασία επιστροφής, καθόσον αυτή μπορεί να συνεχιστεί σε περίπτωση που θα απορριπτόταν η αίτηση ασύλου. Όπως όμως επισήμαναν η Τσεχική, η Γερμανική, η Γαλλική και η Σλοβακική Κυβέρνηση, θα θιγόταν ο σκοπός της οδηγίας αυτής, ήτοι η αποτελεσματική επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, αν ήταν αδύνατο στα κράτη μέλη να αποφύγουν, υπό συνθήκες όπως αυτές που εκτέθηκαν στη σκέψη 57 της παρούσας αποφάσεως, να μπορεί ο ενδιαφερόμενος, με την υποβολή αιτήσεως ασύλου, να επιτυγχάνει αυτομάτως την απόλυσή του (βλ., κατ' αναλογία, απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2011, C-329/11, Achughbabian, Συλλογή 2011, σ. Ι-12695, σκέψη 30).»

(Υπογράμμιση του Δικαστηρίου)

Έχοντας εξετάσει με προσοχή την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το φως του συνόλου των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία αποτέλεσαν τη βάση επί της οποίας αναπτύχθηκαν οι θέσεις των διαδίκων, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το σχετικό διάταγμα κράτησης εκδόθηκε ορθά, δυνάμει του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ) του Περί Προσφύγων Νόμου. Η εν λόγω διάταξη προβλέπει τη δυνατότητα κράτησης αιτητή διεθνούς προστασίας όταν, κατόπιν ατομικής αξιολόγησης, διαπιστώνεται ότι η αίτηση ασύλου υποβλήθηκε με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση ή παρεμπόδιση της εκτέλεσης απόφασης επιστροφής.

Η κρίση περί αναγκαιότητας της κράτησης, ως αποτυπώνεται στο προσβαλλόμενο διάταγμα, ερείδεται σε αντικειμενικά περιστατικά τα οποία προκύπτουν σαφώς από το διοικητικό φάκελο. Ειδικότερα, από το μεταναστευτικό προφίλ του Αιτητή προκύπτει πως υπέβαλε αίτηση ασύλου περί τις 18/11/2001, η οποία απορρίφθηκε οριστικά στις 10/04/2002 (ερυθρά 24,25,27 του δ.φ. Α2000-15ΧΧΧ VOL.I), στη συνέχεια ακολούθησαν επισκέψεις του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του σε τακτά χρονικά διαστήματα, ήτοι το έτος 2002, 2006, 2008 (ερυθρά 213,108,79,76 του δ.φ. Α2000-15ΧΧΧ VOL.I), γεγονός που δεικνύει ότι δεν αντιμετώπιζε ο ίδιος προσωπικά οιονδήποτε κίνδυνο στη χώρα καταγωγής του. Επιπλέον, η τέλεση ποινικών αδικημάτων από τον Αιτητή στη Δημοκρατία, επιδεικνύει συμπεριφορά παραβατική. Περαιτέρω, η αίτηση ασύλου ημερ. 18/02/2026 υποβλήθηκε μετά τη σύλληψη και ενώ ο Αιτητής τελούσε υπό νόμιμη κράτηση από τις 04/09/2025 (επικυρωμένα διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει της απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου ημερ. 05/12/2025 συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 1383/2023 και 1030/2025), σε χρονικό σημείο κατά το οποίο είχε ήδη δρομολογηθεί η διαδικασία επιστροφής του. Η συγκυρία αυτή θεωρήθηκε κρίσιμη, καθώς, ενόψει της προηγηθείσας συμπεριφοράς, επιτρέπει την εύλογη συναγωγή ότι η αίτηση ασύλου, μετά τη πάροδο 5 μηνών, δεν υποβλήθηκε με πρόθεση αναζήτησης προστασίας, αλλά με αποκλειστικό σκοπό την παρεμπόδιση ή την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης επιστροφής.

Η συλλογιστική αυτή ευθυγραμμίζεται πλήρως με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-534/11, Arslan, όπου διατυπώνονται δύο σωρευτικές προϋποθέσεις για τη νομιμότητα της κράτησης υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες: (α) να διαπιστώνεται, βάσει εξατομικευμένων και αντικειμενικών στοιχείων, ότι η αίτηση ασύλου υποβλήθηκε καταχρηστικώς, αποκλειστικά προς αποτροπή της επιστροφής, και (β) να προκύπτει ότι η συνέχιση της κράτησης είναι αντικειμενικά αναγκαία για την αποτροπή διαφυγής ή παρεμπόδισης της εκτέλεσης.

Στην παρούσα περίπτωση, συντρέχουν αμφότερες οι προϋποθέσεις: ο Αιτητής υπέβαλε τη αίτηση ασύλου μόνον αφού είχε τεθεί υπό κράτηση και χωρίς να προκύπτει ότι είχε παρεμποδιστεί προηγουμένως από το να ενεργοποιήσει εγκαίρως τη διαδικασία ασύλου ή ότι στερήθηκε πραγματικής πρόσβασης σε αυτή. Συνεπώς, η κράτηση του, ως ερείδεται στο άρθρο 9ΣΤ(2)(δ) του Ν. 6(Ι)/2000, είναι νόμιμη και αναγκαία υπό τις περιστάσεις.

Ενόψει των ανωτέρω, προκύπτει κατά τρόπο αναντίλεκτο ότι ο Αιτητής δεν προσέφυγε αμέσως και χωρίς καθυστέρηση στη διαδικασία χορήγησης διεθνούς προστασίας, αλλά το έπραξε μόνο κατόπιν της σύλληψής του και ενώ ήδη τελούσε υπό κράτηση, στο πλαίσιο έκδοσης εναντίον του διαταγμάτων κράτησης και απέλασης, δυνάμει του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου. Δεν έχει προσκομιστεί οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι στερήθηκε πρόσβασης στη διαδικασία ασύλου ή ότι παρεμποδίστηκε από το να την ενεργοποιήσει εγκαίρως. Αντιθέτως, το εν λόγω γεγονός συνιστά, κατά την άποψή μου, αντικειμενικό και κρίσιμο κριτήριο, το οποίο στηρίζει ευθέως την κρίση της Διοίκησης ότι υφίσταται βάσιμος λόγος να θεωρείται ότι η αίτηση ασύλου υποβλήθηκε καταχρηστικώς, ήτοι με αποκλειστικό σκοπό την καθυστέρηση ή παρεμπόδιση της εκτέλεσης της απόφασης επιστροφής (βλ. SABRI ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Υπόθεση Αρ. 948/2018, 2/8/2018 και τα όσα ανέφερε ο έντιμος Δικαστής κ. Φ. Κωμοδρόμου στην        A A S ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΑΝ. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Υπόθεση Αρ. 755/2018, 29/6/2018 σκεπτικό το οποίο υιοθετώ καθότι θεωρώ ότι τα όσα λέχθηκαν ανωτέρω τυγχάνουν εφαρμογής και στην υπό εξέταση περίπτωση).

Επιπλέον, κατά του Αιτητή είχαν ήδη εκδοθεί διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει του Κεφαλαίου 105, καθώς είχε χαρακτηριστεί απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει της παραγράφου (κ) του εδαφίου (1) του άρθρου 6 του ιδίου Νόμου, λόγω της παράνομης παραμονής του από τις 12/08/2023, όταν παρήλθε η προθεσμία αναχώρησης του από τη Δημοκρατία.

Κρίνεται σκόπιμο, στο σημείο αυτό, να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με την ημεδαπή νομολογία, η κήρυξη προσώπου ως απαγορευμένου μετανάστη εμπεριέχει λογικά τον κίνδυνο διαφυγής του ανά πάσα στιγμή (βλ. A.A.S. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, Αρ. 755/2018, 29.6.2018). Το ίδιο επεσήμανε και το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Magdalin Mensah ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. 5735/2013, 9.8.2013, όπου τονίστηκε ότι «ο κίνδυνος διαφυγής συναρτάται προς κάθε ατομική περίπτωση» και εκτιμάται κατά εικασία, ενόψει των περιστάσεων και της συμπεριφοράς του αλλοδαπού.(βλ. ΔΕΕ αποφάσεις Sagor, C-430/11 σκ 42, C-146/14 PPU σκ 62).

Επιπροσθέτως, καθοδηγητική επί του ζητήματος είναι η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-534/11, Mehmet Arslan, όπου επισημαίνεται ότι, σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, η υποβολή αίτησης διεθνούς προστασίας μεταγενέστερα της θέσπισης διοικητικών μέτρων επιστροφής, και ενώ το πρόσωπο τελεί ήδη υπό κράτηση λόγω κινδύνου διαφυγής, δεν συνιστά αυτοτελή λόγο άρσης της κράτησης, εφόσον αυτή θεμελιώνεται σε αντικειμενικά περιστατικά που προϋπήρχαν της υποβολής της αίτησης. Όπως σημειώνεται στη σκέψη 58 της εν λόγω απόφασης:

« [.] εφόσον η κράτηση αυτή δεν προκύπτει από την υποβολή της αιτήσεως ασύλου, αλλά από τις περιστάσεις που χαρακτηρίζουν την ατομική συμπεριφορά του αιτούντος αυτού πριν και κατά την υποβολή της αιτήσεως αυτής.»

Η κρίση αυτή ενισχύει το συμπέρασμα ότι, βάσει των πραγματικών περιστατικών και αντικειμενικών δεδομένων, η αίτηση διεθνούς προστασίας υποβλήθηκε εκ των υστέρων, όχι με ειλικρινή πρόθεση αναζήτησης προστασίας, αλλά ως μέσο παρεμπόδισης της επιστροφής.

Αναφορικά με τον προβαλλόμενο ισχυρισμό από την πλευρά του Αιτητή ότι δηλαδή οι Καθ’ ων δεν είχαν στη διάθεσή τους το πλήρες κείμενο της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή και πως οι καθ’ ων η αίτηση δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε ενέργεια για να διασαφηνίσουν τους λόγους για τους οποίους υπέβαλε την αίτηση λαμβανομένου υπόψη των σοβαρών διαδηλώσεων στο Ιράν που οδήγησαν στη τρέχουσα πολεμική σύγκρουση, επισημαίνεται ότι ούτε η Διοίκηση ούτε το Δικαστήριο καλούνται στο παρόν στάδιο να προβούν σε ουσιαστική εκτίμηση της βασιμότητας του αιτήματος.

Σε κάθε περίπτωση, κρίνεται σκόπιμο να υπομνησθεί ότι δεν εμπίπτει στον ρόλο του παρόντος Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας δικαστικής αναθεώρησης διατάγματος κράτησης δυνάμει του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ) του Περί Προσφύγων Νόμου, να εξετάσει την ουσιαστική βασιμότητα ή γνησιότητα του αιτήματος διεθνούς προστασίας καθαυτή. Το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει τη νομιμότητα, επάρκεια αιτιολογίας και αναλογικότητα της κράτησης, στη βάση αντικειμενικών κριτηρίων που συνδέονται με τη συμπεριφορά του Αιτητή πριν και κατά την υποβολή της αίτησης, και όχι να υποκαταστήσει την αρμόδια Αρχή στην ουσιαστική αξιολόγηση των ισχυρισμών του αιτητή.

Η ως άνω προσέγγιση βρίσκει έρεισμα τόσο στη νομολογία του Δικαστηρίου της ΕΕ (βλ. C-534/11, Arslan, σκ. 58), όσο και σε πρόσφατη νομολογία του Διοικητικού Δικαστηρίου (βλ. Δ.Κ. 12/2024[1], SABRI ν. ΚΔ[2]), όπου ρητώς διατυπώνεται ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της αίτησης, αλλά περιορίζεται στον έλεγχο αν συντρέχουν τα νομοθετικά στοιχεία που δικαιολογούν την κράτηση και ειδικά αν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι η αίτηση υποβλήθηκε καταχρηστικά, με σκοπό την καθυστέρηση ή παρεμπόδιση εκτέλεσης απόφασης επιστροφής.

Επιπλέον, σύμφωνα με τις Κατευθυντήριες Οδηγίες της Ύπατης Αρμοστείας (Guideline 4.1[3], παρ. 28), η κράτηση αιτητή ασύλου δεν μπορεί να δικαιολογείται ούτε να διατηρείται για να εξεταστεί η ουσία της αίτησής του, δηλαδή αν λέει αλήθεια για τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξης, καθώς αυτό δεν εμπίπτει στον σκοπό της κράτησης, αλλά αποτελεί αντικείμενο της διαδικασίας διεθνούς προστασίας.

Συναφώς, το Ευρωπαϊκό Γραφείο Υποστήριξης για το Άσυλο (EYAA), στις κατευθυντήριες γραμμές “Judicial Analysis on Detention”[4] (2019, σελ. 27,28), επιβεβαιώνει ότι η κράτηση αιτητή δύναται να είναι σύννομη όταν υπάρχουν ενδείξεις ότι η αίτηση υποβλήθηκε με σκοπό την καθυστέρηση της επιστροφής, χωρίς να απαιτείται αξιολόγηση των ουσιαστικών ισχυρισμών περί δίωξης.

Εν προκειμένω, από την ανάγνωση του λεκτικού του διατάγματος κράτησης, καθώς και από τα στοιχεία των Διοικητικών φακέλων, προκύπτει σαφώς ότι η αιτιολόγηση της κράτησης δεν στηρίχθηκε στην εκτίμηση του πυρήνα της αίτησης ασύλου, αλλά στην προηγούμενη συμπεριφορά του Αιτητή: απόρριψη της αρχικής αίτησης ασύλου του, των επισκέψεων του στη χώρα καταγωγής του, της παραβατικής του συμπεριφοράς στη Δημοκρατία, της παράνομης παραμονής του στη Δημοκρατία, την έλλειψη συνεργασίας και μεταγενέστερη υποβολή νέας αίτησης αφού τέθηκε υπό κράτηση. Όλα τα ανωτέρω στοιχεία αποτελούν αντικειμενικά δεδομένα, ικανά να δημιουργήσουν εύλογες αμφιβολίες ως προς τη σκοπιμότητα της αίτησης και να θεμελιώσουν τη νόμιμη εφαρμογή του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ). Το Δικαστήριο οφείλει να αξιολογήσει αυτά τα στοιχεία με γνώμονα την αναλογικότητα και τη δέουσα αιτιολόγηση της Διοίκησης, και όχι να προβεί σε ουσιαστική εκτίμηση του αν η αίτηση πληροί τις προϋποθέσεις της Σύμβασης της Γενεύης ή της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Ως εκ τούτου, η αναφορά του Αιτητή ότι δεν ελήφθηκαν υπόψη οι λόγοι υποβολής του αιτήματος ασύλου προκειμένου να αμφισβητηθεί η κράτηση, εκφεύγει του σκοπού της παρούσας διαδικασίας και δεν ερείδεται σε κανένα νομικό ή νομολογιακό κριτήριο. Η κρίση περί κράτησης εδράζεται στη συμπεριφορά του Αιτητή και το ιστορικό της διαδικασίας, και συνάδει πλήρως με τις κατευθυντήριες γραμμές της Ύπατης Αρμοστείας, την ερμηνευτική ανάλυση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης Ασύλου (EYΥA) , τη νομολογία του ΔΕΕ αλλά και την πρακτική του ΔΔΔΠ.

Ως προς τον ισχυρισμό του Αιτητή περί μη συνδρομής των προϋποθέσεων του εδαφίου (β) του άρθρου 9ΣΤ(2) του Περί Προσφύγων Νόμου, προκειμένου να αιτιολογηθεί η απόφαση της κράτησης, κρίνεται αναγκαίο να επισημανθεί εκ προοιμίου ότι, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης και τα συνοδευτικά στοιχεία των διοικητικών φακέλων, προκύπτει σαφώς ότι η κράτηση του Αιτητή θεμελιώθηκε σωρευτικά επί αμφοτέρων των εδαφίων (β) και (δ) του άρθρου 9ΣΤ(2) του Περί Προσφύγων Νόμου .

Ειδικότερα, το διάταγμα κράτησης αναφέρεται αφενός στην ανάγκη εξακρίβωσης στοιχείων που δεν ήταν δυνατό να προσδιοριστούν χωρίς την κράτηση [(εδ. (β))], και αφετέρου στην ύπαρξη βάσιμων λόγων να θεωρείται ότι η αίτηση ασύλου υποβλήθηκε καταχρηστικώς, με σκοπό την καθυστέρηση ή παρεμπόδιση της εκτέλεσης απόφασης επιστροφής [(εδ. (δ))]. Ωστόσο, η ταυτόχρονη αυτή επίκληση, χωρίς διάκριση ή ανάλυση του κατά πόσο και πώς πληρούνται αυτοτελώς οι προϋποθέσεις κάθε εδαφίου, αναδεικνύει προβληματισμούς σε σχέση με: τη νομική αυτοτέλεια των λόγων κράτησης· τη σαφήνεια και επάρκεια της αιτιολογίας· και τη συμμόρφωση της πράξης με την αρχή της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας, ως θεμελιώδεις αρχές περιορισμού της ελευθερίας.

Συναφώς, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην απόφαση J.N. (C‑601/15, σκ. 61-62) υπογράμμισε ότι οι λόγοι κράτησης που προβλέπονται στο άρθρο 8(3) της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ είναι εξαντλητικοί, πρέπει να αξιολογούνται διακεκριμένα και να βασίζονται σε εξατομικευμένη εκτίμηση. Η Δικαστική Ανάλυση της ΕUΑΑ (EASO Case Law Analysis, 2021, σελ. 70 επ.) προσθέτει ότι η συνδυαστική επίκληση πλειόνων λόγων είναι επιτρεπτή μόνον υπό την προϋπόθεση ότι τεκμηριώνεται επακριβώς πώς πληρούται καθένας εξ αυτών, με αναφορά σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά και σκοπούς[5].

Επιπλέον, στην απόφαση FMS (C‑924/19 PPU και C‑925/19 PPU,), το ΔΕΕ (σκ. 256-259, 273, 290-293) επανέλαβε την υποχρέωση των κρατών να παρέχουν πλήρη και σαφή αιτιολόγηση για κάθε λόγο κράτησης, ενώ στην Mahdi (C‑146/14 PPU, σκ. 41 και 45) επισήμανε ότι ο αιτών πρέπει να δύναται να κατανοεί επακριβώς τους λόγους της στέρησης της ελευθερίας του, ώστε να μπορεί να ασκήσει αποτελεσματικό ένδικο μέσο.

Επομένως, η επικάλυψη μεταξύ εδαφίων (β) και (δ), χωρίς σαφή προσδιορισμό των σχετικών πραγματικών στοιχείων που να τεκμηριώνουν το καθένα ως διακριτό λόγο κράτησης, δεν ανταποκρίνεται στις αυστηρές απαιτήσεις του ενωσιακού δικαίου περί αιτιολογημένης, αναλογικής και εξατομικευμένης διοικητικής πράξης. Κατ’ επέκταση, ελλοχεύει ο κίνδυνος η διοικητική απόφαση να στερείται επαρκούς νομικής βάσης, αφού δεν διασφαλίζεται η ουσιαστική ανασκόπηση του αν πληρούνται όντως οι προϋποθέσεις του καθενός εκ των επικαλούμενων εδαφίων.

Εντούτοις, το παρόν Δικαστήριο, ασκώντας την αρμοδιότητά του κατά τον διττό του ρόλο, όπως αυτός έχει καθοριστεί από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Mondeke (Αρ. 43/2021) και Janelidze (Αρ. 17/2021), προβαίνει όχι μόνο σε έλεγχο της νομιμότητας, αλλά και της ουσιαστικής ορθότητας της διοικητικής πράξης περί κράτησης[6]. Ομοίως, η πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου της ΕΕ (υποθέσεις C-704/20 και C-39/21, 8.11.2022) καθιστά σαφές ότι ο δικαστικός έλεγχος της κράτησης πρέπει να περιλαμβάνει τόσο τη συμβατότητα της πράξης με το δίκαιο, όσο και την ουσιαστική αξιολόγηση της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας αυτής[7].

Κατ’ εφαρμογή της αρμοδιότητας αυτής, κρίνεται ότι, παρά την πιθανή αδυναμία αυτοτελούς τεκμηρίωσης της εφαρμογής του άρθρου 9ΣΤ(2)(β), ενόψει της απουσίας εξειδίκευσης των στοιχείων της αίτησης που δεν θα μπορούσαν να αποκτηθούν με άλλο τρόπο, η επίκληση του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ) δύναται να σταθεί αυτοτελώς και επαρκώς. Η εν λόγω πρόνοια προνοεί για την κράτηση αιτητή όταν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι η αίτηση διεθνούς προστασίας υποβλήθηκε με σκοπό την καθυστέρηση ή παρεμπόδιση της επιστροφής. Κατά τη νομολογία του ΔΕΕ στην υπόθεση Arslan (C-534/11), η κράτηση μπορεί να διατηρηθεί ακόμα και μετά την υποβολή αίτησης ασύλου, όταν η ατομική συμπεριφορά του αιτητή πριν και κατά την υποβολή της αίτησης αποκαλύπτει καταχρηστικό σκοπό[8].

Στην παρούσα υπόθεση, η αιτιολογία ως προς επίκληση του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ) συμπληρώνεται κατά τρόπο αναπόφευκτα συνδεδεμένο με τα στοιχεία των διοικητικών φακέλων (βλ. Συμεωνίδου ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 145). Οι ενέργειες και παραλείψεις του Αιτητή δημιουργούν αντικειμενική βάση για την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου. Ειδικότερα, διαπιστώνεται ότι:

– η αρχική αίτηση ασύλου του Αιτητή απορρίφθηκε στις 10/04/2002·

– η έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου (Κεφ. 105) κατά την πάροδο των ετών·

– οι ποινικές καταδίκες του·

– οι συνεχείς απορρίψεις του στις αιτήσεις αδειών παραμονής, ακολούθως, ο Αιτητής παρέμεινε παρανόμως στη Δημοκρατία, χωρίς άδεια και χωρίς να επανενεργοποιήσει διαδικασία διεθνούς προστασίας·

– η νέα αίτηση υποβλήθηκε στις 18/02/2026 αφού τελούσε ήδη υπό νόμιμη κράτηση, ενώ είχαν ήδη εκδοθεί εναντίον του διατάγματα απέλασης στις 04/09/2025·

– και τέλος, επέδειξε μη συνεργασία με τις αρχές, καθιστώντας δυσχερή την εκτέλεση των αποφάσεων.

Τα ανωτέρω αποτελούν, κατά την άποψή μου, αντικειμενικά και τεκμηριωμένα στοιχεία, ικανά να στοιχειοθετήσουν την κρίση ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται πως η νέα αίτηση υποβλήθηκε με σκοπό την αναστολή ή αποφυγή της απομάκρυνσης του Αιτητή, κατά την έννοια του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ). Η κρίση αυτή δεν εδράζεται στην αίτηση ασύλου καθεαυτή, αλλά στη χρονική στιγμή υποβολής της και την προηγούμενη συμπεριφορά του αιτητή, όπως απαιτείται από τη σκέψη 58 της απόφασης Arslan[9].

Ως εκ τούτου, ακόμα και αν η επίκληση του εδαφίου (β) ήταν νομικά πλημμελής, η ουσιαστική βάση της κράτησης παραμένει επαρκής και νόμιμη, εφόσον τεκμηριώνεται επαρκώς η εφαρμογή του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ), το οποίο δύναται να στηρίξει από μόνο του την έκδοση διατάγματος κράτησης.

Σε σχέση τώρα με τη δυνατότητα επιβολής εναλλακτικών της κράτησης μέτρων,  η επιβολή κράτησης αιτητή διεθνούς προστασίας συνιστά, κατά το ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο, μέτρο εξαιρετικού χαρακτήρα και έσχατης ανάγκης. Σύμφωνα με το άρθρο 9ΣΤ(3) του Περί Προσφύγων Νόμου και το άρθρο 8(2) της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ, η κράτηση επιτρέπεται μόνο εφόσον έχει προηγηθεί ουσιαστική, εξατομικευμένη αξιολόγηση της περίπτωσης του αιτητή και αποδεικνύεται ότι δεν μπορούν να εφαρμοστούν άλλα, λιγότερο περιοριστικά μέτρα[10].

Περαιτέρω, η υποχρέωση αυτή συμπληρώνεται από την αρχή της αναλογικότητας, την οποία το Δικαστήριο υποχρεούται να διασφαλίζει κατ’ εφαρμογή του άρθρου 52(1) του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, καθώς και από τις κατευθυντήριες οδηγίες της Ύπατης Αρμοστείας (UNHCR Guidelines 4.1 και 4.3) και τη νομολογία του ΔΕΕ (υποθέσεις Mahdi, J.N., Al Chodor)[11].

Η υποχρέωση αυτή διατρέχει ολόκληρη τη νομική αρχιτεκτονική που διέπει την κράτηση αιτητών ασύλου. Όπως επισημαίνεται στην αιτιολογική σκέψη 15 της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ, η κράτηση αιτητών μπορεί να εφαρμοστεί μόνο σε σαφώς καθορισμένες, εξαιρετικές περιστάσεις και πρέπει να διέπεται από την αρχή της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας[12]. Κατ’ αντιστοιχία, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει αναγνωρίσει, σε σωρεία αποφάσεων, ότι η κράτηση είναι επιτρεπτή μόνο εφόσον δεν μπορούν να εφαρμοστούν αποτελεσματικά λιγότερο περιοριστικά μέτρα, και εφόσον αυτό αιτιολογείται ειδικά και επαρκώς για κάθε περίπτωση[13].

Ειδικότερα, στην υπόθεση J.N., C-601/15 PPU, το Δικαστήριο έκρινε ότι η κράτηση επιτρέπεται μόνο μετά από ατομική και τεκμηριωμένη εκτίμηση, με πλήρη αιτιολόγηση των λόγων αποκλεισμού ηπιότερων μέτρων[14]. Ομοίως, στην υπόθεση Al Chodor, C-528/15 έκρινε ότι η κράτηση δεν μπορεί να βασίζεται σε γενικευμένες ή εικαζόμενες υποθέσεις κινδύνου διαφυγής, αλλά απαιτεί προβλεψιμότητα, νομικά κατοχυρωμένα κριτήρια και αντικειμενικά δεδομένα[15].

Ακόμη, στην υπόθεση C-694/20, FMS και στις συνεκδικαζόμενες C-704/20 και C-39/21, το ΔΕΕ επιβεβαίωσε ότι η υποχρέωση εξέτασης και τεκμηριωμένης απόρριψης εναλλακτικών μέτρων είναι εφαρμοστέα ακόμα και σε περιπτώσεις επαναλαμβανόμενων αιτήσεων ασύλου ή σε διαδικασίες επιστροφής[16].

Η παραβίαση της ανωτέρω υποχρέωσης επισημάνθηκε και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) στην υπόθεση S.K. v. Russia (αρ. 52722/15), όπου κρίθηκε ότι η κράτηση χωρίς προηγούμενη ουσιαστική εκτίμηση των εναλλακτικών μέτρων συνιστά παραβίαση του άρθρου 5§1 της ΕΣΔΑ[17].

Περαιτέρω, το άρθρο 8(4) της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ επιβάλλει στα κράτη μέλη να θεσμοθετούν συγκεκριμένα εναλλακτικά μέτρα, όπως: υποχρέωση τακτικής παρουσίας σε καθορισμένο σημείο, κατάθεση εγγύησης, υποχρεωτική διαμονή σε συγκεκριμένο τόπο ή κέντρο υποδοχής, παρακολούθηση μέσω τεχνολογικών μέσων (σε εξαιρετικές περιπτώσεις).

Η UNHCR, στις Κατευθυντήριες Οδηγίες για την Κράτηση, τονίζει ότι οι αρχές φέρουν το βάρος απόδειξης ότι τέτοια μέτρα δεν επαρκούν[18]. Αντίστοιχα, στις Κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης Ασύλου Judicial Analysis 2019 αναφέρει ότι οι αρχές δεν μπορούν να βασίζονται σε γενικές υποθέσεις (όπως η έλλειψη κατοικίας) χωρίς εξέταση ηπιότερων λύσεων και αιτιολογημένη απόρριψή τους[19].

Στην περίπτωση του Αιτητή, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν ήταν λογικά εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα, λιγότερο περιοριστικά, εναλλακτικά μέτρα. Ο Αιτητής κατά το χρόνο σύλληψής του διέμενε παράνομα στη Δημοκρατία για διάστημά σχεδόν δύο ετών χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια να νομιμοποιήσει την παραμονή παρά μόνο όταν συνελήφθη. Επιπλέον ο Αιτητής δεν διατηρεί οποιουσδήποτε δεσμούς με την Κύπρο, η σύζυγος του απεβίωσε στις 27/04/2019,  κατά τη σύλληψη του στις 03/09/2025, δεν ανέφερε την ύπαρξη συντρόφου και/ή πιθανών οικογενειακών δεσμών στη Δημοκρατία, παρά μόνο ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα του (ερυθρά 1 και 9 του δ.φ. Α2000-15ΧΧΧ VOL.VI ). Κρίθηκε περαιτέρω, ότι υπήρχε κίνδυνος διαφυγής του Αιτητή εξ ου και εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου. Ως εκ τούτου οποιοδήποτε άλλο μέτρο μπορούσε να επιβληθεί υπό τις περιστάσεις θα ήταν αναποτελεσματικό και ανεπαρκές ενώ υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ο Αιτητής να μην συμμορφωθεί με εναλλακτικά της κράτησης μέτρα με σκοπό να αποφύγει την επιστροφή του στην χώρα καταγωγής του και να παραμείνει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Μεταξύ των παραγόντων που καθοδηγούν τη λήψη αποφάσεων κράτησης μπορεί να είναι το στάδιο που διανύει η εξέταση της αίτησης ασύλου, ο τελικός προορισμός του αιτούντος, οι οικογενειακοί/κοινωνικοί δεσμοί, η προηγούμενη καλή συμπεριφορά και ο χαρακτήρας του ατόμου, καθώς και ο κίνδυνος φυγής ή η προθυμία και η κατανόηση της ανάγκης για συμμόρφωση (Κατευθυντήριες Οδηγίες για την Κράτηση των Αιτούντων Άσυλο - Κατευθυντήρια Οδηγία 4, παράγραφος 19). Στην παρούσα περίπτωση, θεωρώ ότι οι παράγοντες αυτοί, όπως αναλύθηκαν και ανωτέρω, επενεργούν υπέρ της απόφασης κράτησης που λήφθηκε εναντίον του Αιτητή, ώστε να την δικαιολογήσουν ως αντικειμενικώς αναγκαία για να αποτραπεί το ενδεχόμενο να αποφύγει οριστικά ο Αιτητής την επιστροφή του.

Υπό τα δεδομένα αυτά, των εξατομικευμένων πραγματικών περιστατικών που διέπουν την υπόθεση του Αιτητή, θεωρώ απόλυτα εύλογο να μην εφαρμοστούν άλλα εναλλακτικά μέτρα λιγότερο περιοριστικά, όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο 3 του άρθρου 9ΣΤ, εφόσον είναι εμφανές πως το καταλληλότερο μέτρο ήταν η κράτησή του. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δικαιολογούν τον περιορισμό της ελευθερίας του Αιτητή, παρά το γεγονός ότι αυτός είναι αιτητής ασύλου, και αφετέρου ότι η κράτηση αποτελεί αναγκαίο και ανάλογο μέτρο, εν προκειμένω, για την αποτροπή διαφυγής του και ματαίωσης του σκοπού της απέλασής του, σε περίπτωση που η απόφαση απόρριψης της αίτησής του για άσυλο καταστεί τελική. Σκοπός, ο οποίος θα καθίστατο δύσκολος, αν όχι απραγματοποίητος, σε περίπτωση μη λήψης των ενδεδειγμένων μέτρων για εμπόδιση της παράνομης παραμονής του Αιτητή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Εκ του αποτελέσματος της ανωτέρω στάθμισης προκύπτει περαιτέρω, ότι η κράτηση του Αιτητή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αντίκειται στο εκ του αρ.6 του Χάρτη (ΧΘΔ) και αρ.5 της ΕΣΔΑ προστατευμένο δικαίωμα του Αιτητή στην ελευθερία, αφού, από τη στιγμή που κρίνεται ότι είναι αναγκαία και αναλογική ως προς τον επιδιωκόμενο δια της κράτησης σκοπό - και εφόσον τα κριτήρια που θέτει το επίδικο άρθρο του Νόμου και της Οδηγίας πληρούνται - δεν μπορεί βεβαίως να θεωρείται αυθαίρετη (βλ. απόφαση του ΕΔΑΔ S.K. v. Russia, αρ.52722/15, ημ.14/12/17, παρ.111, καθώς και απόφαση του ΔΕΕ C-18/16 K. v Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie, ημ.14/09/17).

Περαιτέρω το ΕΔΑΔ αναφέρει, ότι σημαντικό είναι η απόφαση για κράτηση στα πλαίσια του αρ.5 (1) (στ) της ΕΣΔΑ να γίνεται καλόπιστα, να συνδέεται στενά με τον λόγο κράτησης στον οποίο βασίζεται το κράτος που την επιβάλλει και να γίνεται με επίγνωση του ότι η κράτηση δεν είναι συνέπεια ποινικού αδικήματος, αλλά αφορά υπηκόους τρίτων χωρών, οι οποίοι συχνά εγκαταλείπουν τις χώρες τους από φόβο για τις ίδιες τους τις ζωές.

Με βάση λοιπόν το σύνολο των ενώπιον μου στοιχείων και δεδομένων, κρίνω ότι και οι ισχυρισμοί που προώθησε ο Αιτητής στερούνται ερείσματος. Διαπιστώνω ότι ενώπιον των Καθ' ων η Αίτηση υπήρχαν όλα τα απαιτούμενα στοιχεία, ήτοι το ιστορικό του Αιτητή, το επιβεβαιωμένο γεγονός ότι είχε πρόσβαση στη διαδικασία παροχής διεθνούς προστασίας, την παράνομη παραμονή του στη Δημοκρατία από τις 12/08/2023, την τοποθέτηση των στοιχείων του Αιτητή στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων από τις 15/09/2023, την υποβολή νέας αίτησης για παροχή διεθνούς προστασίας μετά τη σύλληψη και κράτησή του από τις αρχές, την απουσία οικογενειακών δεσμών, ώστε να καταλήξουν στο ότι η κράτηση του  ήταν αναγκαία και αναλογική και δικαιολογείτο σύμφωνα με τα όσα επιβάλλει το άρθρο 9ΣΤ(2)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου, ώστε να επιβληθεί το κατ' εξαίρεση μέτρο της στέρησης της ελευθερίας αιτητή ασύλου.

Με βάση τα ανωτέρω, το επίδικο διάταγμα κράτησης του Αιτητή εκδόθηκε μετά από δέουσα έρευνα, στη βάση των περιστατικών ως ήταν ενώπιον των Καθ' ων η Αίτηση και δεν παρείσφρησε πλάνη περί τα πράγματα. Η δε αιτιολογία της απόφασης συμπληρώνεται από τα στοιχεία των διοικητικών φακέλων και με βάση τα όσα ανέλυσα πιο πάνω θεωρώ ότι η απόφαση για κράτηση του Αιτητή ήταν ορθή και νόμιμη, σύμφωνη με τις αρχές της αναλογικότητας και αναγκαιότητας και ευθυγραμμισμένη με τις αρχές που αναπτύχθηκαν μέσω της νομολογίας.

Θα πρέπει βεβαίως να αναφερθεί εδώ, ότι είναι φυσικά δεδομένο ότι, από τη στιγμή που ο Αιτητής τελεί υπό κράτηση, η αίτηση ασύλου του θα πρέπει να εξετάζεται με τη δέουσα ταχύτητα, αφού ως και εκ της πιο πάνω παρατεθείσας νομολογίας προκύπτει, η νομιμότητα της κράτησης της δε δικαιολογεί σε καμία περίπτωση καθυστερήσεις και ενέχει τον κίνδυνο να θεωρηθεί - εξαιτίας της παράτασης της για χρόνο πέραν του απολύτως αντικειμενικώς αναγκαίου για τη δέουσα εξέτασή της - παράνομη και αυθαίρετη. Υπέρ της ταχύτητας, εξέτασης αιτημάτων ασύλου, εντάσσεται και πάγια νομολογία των Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων, εναποθέτοντας θετική υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να εξετάζουν αιτήσεις χορήγησης ασύλου των ενδιαφερομένων προσώπων σε σύντομες προθεσμίες, προκειμένου να περιορίζεται στο μέτρο του δυνατού η κατάσταση ανασφάλειας και αβεβαιότητας, στην οποία βρίσκονται τα πρόσωπα αυτά (M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας [GC] αριθ. 30696/09, § 262, 21 Ιανουαρίου 2011)

Όμως σε κάθε περίπτωση, στο εθνικό μας δίκαιο η διάρκεια της κράτησης δεν ελέγχεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, αφού παρέχεται στη διάθεση του Αιτητή το ένδικο βοήθημα της αιτήσεως για έκδοση προνομιακού εντάλματος habeas corpus, δυνάμει του Άρθρου 155.4 [βλ.αρ,9ΣΤ (7)], δι' αυτόν τον σκοπό. Συνεπώς θεωρώ, ότι οποιαδήποτε εξέταση της παραμέτρου της διάρκειας ή και της αναμενόμενης διάρκειας της κράτησης και των συνεπειών που αυτή ενδεχομένως έχει επί της νομιμότητας και του αυθαίρετου της κρατήσεως, εκφεύγει της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου.

Υπό το φως των όσων έχουν επεξηγηθεί ανωτέρω, η παρούσα προσφυγή αποτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

Ενόψει του γεγονότος ότι ο Αιτητής είναι δικαιούχος δωρεάν νομικής αρωγής και λόγω του ότι τελεί υπό κράτηση δεν επιδικάζονται έξοδα της διαδικασίας. Τα έξοδα του δικηγόρου του Αιτητή να καταβληθούν από το Ταμείο Νομικής Αρωγής.

                                                                                    Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] MYA ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Διευθύντριας Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, Υπόθεση Αρ. ΔΚ 12/2024, 19/6/2024

[2] SABRI ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Υπόθεση Αρ. 948/2018, 2/8/2018

[5] EASO, Judicial Analysis: Detention of applicants for international protection, 2019, σ. 25-27.

[6] Mondeke, Αρ. 43/2021, 20/01/2022· Janelidze, Αρ. 17/2021, 21/09/2021

[7] CJEU, C-704/20 και C-39/21, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid κατά C, B, X, 8.11.2022.

[8] CJEU, Mehmet Arslan, C-534/11, EU:C:2013:343, σκ. 58.

[9] Ό.π., σκ. 58.

[10] Άρθρο 9ΣΤ(3) Ν. 6(I)/2000 και Άρθρο 8(2) Οδηγίας 2013/33/ΕΕ

[11] CJEU, Mahdi, C-146/14 PPU, σκ. 87· J.N., C-601/15, σκ. 61-62· Al Chodor, C-528/15, σκ. 43· UNHCR Detention Guidelines 4.3

[12] Οδηγία 2013/33/ΕΕ, αιτιολογική σκέψη 15

[13] ΔΕΕ, J.N., C-601/15 PPU· Al Chodor, C-528/15· K., C-18/16· FMS, C-694/20· Staatssecretaris, C-704/20 και C-39/21

[14] CJEU, J.N., C-601/15 PPU, σκέψη 61

[15] CJEU, Al Chodor, C-528/15, σκέψη 43

[16] CJEU, C-704/20 και C-39/21, 8.11.2022

[17] ECHR, S.K. v. Russia, αρ. 52722/15, σκ. 111

[19] Δικαστική ανάλυση Κράτηση αιτούντων διεθνή προστασία στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλουs 2019 βλ. ενότητα 5.2 (εναλλακτικά της κράτησης μέτρα) https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Detention_JA_EL.pdf

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο