J. O. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθυντή Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 3862/23, 3/4/2026
print
Τίτλος:
J. O. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθυντή Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 3862/23, 3/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

    Υπόθεση Αρ.: 3862/23

 

03  Απριλίου, 2026

 

[Δ. Κατσαρίδης, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

J. O.

Αιτητής

 

και

 

 

Κυπριακής Δημοκρατίας,

μέσω Διευθυντή Υπηρεσίας Ασύλου

  

Καθ' ων η αίτηση

 ........

 

Γ. Καρατσιόλη (κα) για Ν. Λοΐζου & Χρ. Χριστούδια, Δικηγόροι για τον Αιτητή

 

Ν. Νικολάου (κος), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Δ. ΚΑΤΣΑΣΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π. : Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή, αξιώνει την ακύρωση της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 28/08/2023, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 19/09/2023, και με την οποία έλαβε γνώση της απόρριψης της αίτησής του για παραχώρηση σε αυτόν καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 και 19 του Περί Προσφύγων Νόμο.

 

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ως εκτίθεται στην ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση και όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φακέλου της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στο πλαίσιο των διευκρινίσεων της παρούσας προσφυγής (στο εξής «Δ.Φ.»), ο Αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας.

Στις 30/11/2022, ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας. Στις 04/08/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη από αρμόδιο λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για το Άσυλο (European Union Agency for AsylumEUAA).

Στις 22/08/2023, ο εν λόγω αρμόδιος λειτουργός της EUAA ετοίμασε έκθεση και υπέβαλε εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με τη συνέντευξη του Αιτητή. Ακολούθως, στις 28/08/2023, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου, μέσω δεόντως εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργού, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή.

Περαιτέρω, στις 14/09/2023, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολογία της απόφασής της, αναφορικά με το αίτημα του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από τον ίδιο στις 19/09/2023.

Η τελευταία αυτή απόφαση αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής, η οποία καταχωρήθηκε στις 19/09/2023.

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Ο Αιτητής παραθέτει στο εισαγωγικό δικόγραφο της διαδικασίας πλείονες λόγους ακύρωσης, οι οποίοι, ωστόσο, δεν συνοδεύονται από σαφή αιτιολογία ούτε από παραπομπή σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία του διοικητικού φακέλου. Με την ίδια γενικότητα και αοριστία προβάλλει τους εν λόγω λόγους και μέσω της γραπτής του αγόρευσης, όπου, κατ’ ουσίαν, αναπαράγει και επαναλαμβάνει επιγραμματικώς τους λόγους ακύρωσης που προωθεί δια του εισαγωγικού δικογράφου της προσφυγής.

Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση υποστήριξε τη νομιμότητα της απόφασης του αρμόδιου οργάνου και, μέσω της γραπτής του αγόρευσης, ανέφερε ότι, βάσει των δικονομικών ρυθμίσεων της κυπριακής έννομης τάξης, όλοι οι ισχυρισμοί οι οποίοι δεν αναπτύσσονται επαρκώς στη γραπτή αγόρευση του Αιτητή θεωρούνται εγκαταλειφθέντες και θα πρέπει να απορριφθούν από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει εκ του νόμου.

Επιπρόσθετα, προέβαλε ότι ο Αιτητής δεν έχει προβάλει κανέναν βάσιμο ισχυρισμό από τον οποίο να προκύπτει ότι εμφιλοχώρησε πλάνη κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση υπεραμύνθηκε της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, απορρίπτοντας έναν προς έναν όλους τους λόγους ακύρωσης που προβλήθηκαν μέσω της γραπτής αγόρευσης του Αιτητή.

Θα πρέπει, τέλος, να σημειωθεί ότι ο συνήγορος του Αιτητή, κατά τη δικάσιμο της 24/11/2025, κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για διευκρινίσεις και παρουσίαση του διοικητικού φακέλου, απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς που προωθούσε μέσω της γραπτής του αγόρευσης, πλην εκείνων που αφορούν τον ισχυρισμό περί μη δέουσας ενέργειας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Κατά συνέπεια, οι λοιποί νομικοί ισχυρισμοί θεωρούνται αποσυρθέντες και απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Κατόπιν των ανωτέρω, θα προχωρήσω αρχικά στην εξέταση του γενικού ισχυρισμού που προβάλλει ο συνήγορος του Αιτητή, περί μη δέουσας έρευνας λαμβανομένης και της εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου όπου και σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018, Ν.73(Ι)/2018, το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η παρούσα υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 (2) και (3) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν.73(Ι)/2018, οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου της νομιμότητας και ορθότητας της πράξης.

Αποτελεί βασική νομολογιακή αρχή ότι η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγεται δε στην διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Α.Ε. Aρ.: 3017, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 5.6.2002, (2002) 3 ΑΑΔ 345).

Έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. Περαιτέρω η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το  κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97, Α.Ε.2371,Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).

Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).

Κρίνεται σκόπιμο να καταγραφούν οι ισχυρισμοί που προέβαλε ο Αιτητής σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να αξιολογηθεί η ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και να διαφανεί κατά πόσον το αρμόδιο όργανο αποφάσισε κατόπιν δέουσας έρευνας, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της εφαρμοστέας νομοθεσίας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Αιτητή, όπως αυτά καταγράφονται στην έκθεση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, καθώς και όπως προκύπτουν από τον Διοικητικό Φάκελο και δεν αμφισβητούνται, ο Αιτητής είναι ενήλικας υπήκοος Νιγηρίας. Κατά την καταγραφή του αιτήματός του, ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων εκ μέρους της κρατικής εξουσίας, οι οποίες οδήγησαν στην καταστροφή των μέσων διαβίωσής του. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι η κυβέρνηση προέβη στην κατεδάφιση της επιχείρησης πώλησης σνακ που διατηρούσε, χωρίς καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να συντηρήσει την οικογένειά του, η οποία περιήλθε σε κατάσταση ακραίας φτώχειας.

Κατά το κρίσιμο στάδιο της προσωπικής του συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Αιτητής δήλωσε ότι κατάγεται από το Umuahia και ότι τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής του ήταν η πολιτεία Enugu. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, ανέφερε ότι είναι νυμφευμένος στη χώρα καταγωγής του και ότι, κατά τον χρόνο αναχώρησής του, είχε δύο τέκνα, ενώ η σύζυγός του ήταν έγκυος. Η σύζυγός του και τα τρία πλέον τέκνα τους διαμένουν στη Νιγηρία, με τους οποίους διατηρεί επικοινωνία. Περαιτέρω, δήλωσε ότι οι γονείς του και τα επτά αδέλφια του διαμένουν στο Umuahia της Νιγηρίας.

Αναφορικά με το μορφωτικό του επίπεδο, δήλωσε ότι είναι πτυχιούχος Διοίκησης Επιχειρήσεων και ότι ομιλεί την αγγλική και την Igbo γλώσσα. Στη χώρα καταγωγής του εργαζόταν στην ιδιόκτητη επιχείρησή του, γεγονός το οποίο αποτελεί κεντρικό σημείο των ισχυρισμών του.

Κατά την ελεύθερη αφήγησή του, ο Αιτητής επανέλαβε τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, όπως αυτοί είχαν ήδη προβληθεί στην αίτησή του για παροχή διεθνούς προστασίας.

Σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, ο Αιτητής δήλωσε ότι θα αντιμετωπίσει συνθήκες ακραίας φτώχειας. Επιβεβαίωσε, δε, ότι ο μοναδικός λόγος εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του ήταν η καταστροφή της επιχείρησής του, συνεπεία της οποίας δεν ήταν πλέον σε θέση να συντηρήσει την οικογένειά του.

Αναφορικά με τον ισχυρισμό του περί παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι υπέστη παρενόχληση εκ μέρους κρατικών αρχών. Κληθείς να παράσχει περαιτέρω διευκρινίσεις, δήλωσε ότι η παραβίαση συνίστατο, πρωτίστως, στην καταστροφή της επιχείρησής του χωρίς καταβολή αποζημίωσης, στη βιαιότητα της αστυνομίας και, γενικότερα, σε παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Κατόπιν περαιτέρω ερωτήσεων από τον αρμόδιο λειτουργό, ο Αιτητής εξειδίκευσε ότι, τον Φεβρουάριο του 2022, η κυβέρνηση προέβη στην κατάσχεση των εγκαταστάσεων της επιχείρησής του με τη χρήση εκσκαπτικού μηχανήματος, επικαλούμενη ότι αυτές βρίσκονταν σε δεσμευμένη περιοχή, γεγονός για το οποίο ο ίδιος δήλωσε ότι δεν ήταν βέβαιος. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η εν λόγω ενέργεια πραγματοποιήθηκε χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, παρά το γεγονός ότι η επιχείρησή του διέθετε τις απαραίτητες άδειες και εξουσιοδοτήσεις, οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του, ακυρώνονταν λόγω αλλαγών στη διακυβέρνηση.

Ρητώς δήλωσε, επίσης, ότι πέραν της καταστροφής της επιχείρησής του δεν είχε υποστεί οποιαδήποτε άλλη βλάβη.

Περαιτέρω, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι, κατά την ημέρα της κατάσχεσης, υπέστη παρενόχληση από την αστυνομία και συνελήφθη, παραμένοντας υπό κράτηση για τέσσερις ημέρες. Κληθείς να εξηγήσει γιατί δεν είχε αναφέρει νωρίτερα το εν λόγω περιστατικό, δήλωσε ότι, κατά την ημέρα εκείνη, κατά την οποία πραγματοποιούνταν πολλαπλές κατασχέσεις στην περιοχή, επιχείρησε να παρεμποδίσει τις αρχές και, ως εκ τούτου, συνελήφθη.

Σε σχέση με τις συνθήκες της σύλληψης και κράτησής του, ανέφερε ότι μεταφέρθηκε με χειροπέδες στο αστυνομικό τμήμα Aniagu, όπου κρατήθηκε αρχικά για ολόκληρη την ημέρα και στη συνέχεια τοποθετήθηκε σε υπερπλήρες κελί. Όταν ζήτησε να πληροφορηθεί τον λόγο της σύλληψής του, του αναφέρθηκε ότι οι αρχές ανέμεναν σχετική οδηγία πριν την αποφυλάκισή του. Τελικώς, παρέμεινε υπό κράτηση για τέσσερις ημέρες και ακολούθως απολύθηκε υπό όρους εγγύησης, η οποία καταβλήθηκε από τον μεγαλύτερο αδελφό του. Ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να ανακαλέσει την ακριβή ημερομηνία σύλληψης και αποφυλάκισής του.

Σε ό,τι αφορά τη ζωή του στη χώρα καταγωγής του πριν από την καταστροφή της επιχείρησής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι αντιμετώπιζε ήδη οικονομικές δυσχέρειες και δυσκολευόταν να εξασφαλίσει επαρκές εισόδημα για τη συντήρηση της οικογένειάς του (σύζυγος και δύο τέκνα). Παρά τα περιορισμένα έσοδα της επιχείρησής του, κατόρθωνε να επιβιώνει. Ωστόσο, μετά την καταστροφή της επιχείρησής του, η κατάστασή του επιδεινώθηκε σημαντικά, καθιστώντας τη διαβίωσή του εξαιρετικά δυσχερή, λόγω της απώλειας των μέσων διαβίωσής του και της αδυναμίας εκπλήρωσης των οικογενειακών του υποχρεώσεων.

Περαιτέρω, ανέφερε ότι επιχείρησε να συνεργαστεί με φίλο του, πλην όμως τα έξοδα μεταφοράς καθιστούσαν τη συνεργασία αυτή ανέφικτη. Δήλωσε, επίσης, ότι κατέβαλε προσπάθειες για τη συντήρηση του ιδίου και των εξαρτώμενων από αυτόν προσώπων, ωστόσο, ελλείψει κεφαλαίου για την έναρξη νέας δραστηριότητας, και κατόπιν συζητήσεων με την εκκλησία για παροχή βοήθειας, οδηγήθηκε τελικώς στην απόφαση να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του.

Σε απάντηση σχετικών ερωτημάτων, ο Αιτητής ανέφερε ότι η οικογένειά του διαβιεί πλέον ικανοποιητικά με την οικονομική βοήθεια που ο ίδιος αποστέλλει. Εντούτοις, υποστήριξε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, θα περιέλθει σε κατάσταση ψυχολογικής επιβάρυνσης, λόγω της αδυναμίας του να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις τόσο έναντι του εαυτού του όσο και της οικογένειάς του.

Αναφορικά με το ενδεχόμενο εσωτερικής μετεγκατάστασης, ο Αιτητής δήλωσε ότι, παρόλο που θα μπορούσε να διαμείνει σε άλλη περιοχή της χώρας καταγωγής του, η οικονομική κατάσταση είναι παρόμοια σε ολόκληρη τη χώρα και, ως εκ τούτου, δεν θα μπορούσε να εξασφαλίσει βιώσιμες συνθήκες διαβίωσης.

Στο πλαίσιο της έκθεσης–εισήγησης, ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς του Αιτητή: (α) τα προσωπικά στοιχεία του προφίλ του, (β) ότι ο κύριος λόγος εγκατάλειψης της Νιγηρίας ήταν η αδυναμία συντήρησης της οικογένειάς του και (γ) ότι η νιγηριανή κυβέρνηση κατεδάφισε και απομάκρυνε τις εγκαταστάσεις της επιχείρησής του, ενώ ο ίδιος υπέστη κακομεταχείριση και συνελήφθη τον Φεβρουάριο του 2022.

Ο πρώτος ισχυρισμός του Αιτητή έγινε αποδεκτός από τους Καθ’ ων η Αίτηση ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστος.

Ομοίως, αποδεκτός κρίθηκε και ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός. Ειδικότερα, ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του προκειμένου να καταστεί ικανός να συντηρήσει την οικογένειά του. Η κατάθεσή του κρίθηκε συγκεκριμένη, λεπτομερής και συνεπής, καθότι περιέγραψε τις οικονομικές δυσχέρειες που αντιμετώπιζε, το περιορισμένο εισόδημα από την επιχείρησή του, τις ανεπιτυχείς προσπάθειες εξεύρεσης εργασίας σε συνεργασία με φίλο του λόγω υψηλού κόστους μεταφοράς, καθώς και την εξάρτησή του από την υποστήριξη της εκκλησίας. Βάσει του επιπέδου λεπτομέρειας και της συνοχής των δηλώσεών του, η εσωτερική του αξιοπιστία κρίθηκε ικανοποιητική.

Σε ό,τι αφορά την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο λειτουργός κατέγραψε ότι, σύμφωνα με προβλέψεις της Παγκόσμιας Τράπεζας, η επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών στη Νιγηρία εκτιμάται ότι θα οδηγήσει επιπλέον 13.000.000 άτομα κάτω από το εθνικό όριο φτώχειας κατά την περίοδο 2019–2025, συνεπεία της εισοδηματικής ανισότητας, των κλιματικών κινδύνων, της πολιτικής αστάθειας και του υψηλού πληθωρισμού. Υπό το φως των ανωτέρω, ο δεύτερος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός.

Αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, αυτός απορρίφθηκε από τους Καθ’ ων η Αίτηση. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή σχετικά με την κατεδάφιση της επιχείρησής του ήταν ασαφείς, ασυνεπείς και ελλιπείς ως προς τις λεπτομέρειες. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να εξηγήσει επαρκώς τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκε η κατεδάφιση, τους λόγους που την προκάλεσαν, καθώς και τις συνθήκες σύλληψης, κράτησης και αποφυλάκισής του, με αποτέλεσμα οι ισχυρισμοί του περί παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων να κρίνονται αόριστοι και ασύνδετοι.

Περαιτέρω, όταν κλήθηκε να παράσχει διευκρινίσεις, ο Αιτητής επανέλαβε γενικώς ότι η κυβέρνηση προέβη στην κατεδάφιση των εγκαταστάσεων της επιχείρησής του λόγω του ότι αυτές βρίσκονταν σε απαγορευμένη περιοχή και ότι συνελήφθη όταν επιχείρησε να παρέμβει στη διαδικασία, χωρίς να προσθέσει συγκεκριμένα ή εξατομικευμένα στοιχεία. Παρά τον ισχυρισμό του ότι κατείχε τις απαιτούμενες άδειες, δεν ήταν σε θέση να αποσαφηνίσει τους λόγους για τους οποίους το κατάστημά του κατεδαφίστηκε, καθιστώντας την περιγραφή του συμβάντος ανεπαρκή και αόριστη.

Σε ό,τι αφορά τη φερόμενη σύλληψη και κράτησή του, ο Αιτητής περιορίστηκε σε γενικές αναφορές ότι υπέστη κακομεταχείριση, μεταφέρθηκε σε αστυνομικό σταθμό, κρατήθηκε αρχικώς σε χώρο πίσω από τον πάγκο και ακολούθως σε υπερπλήρες κελί για τέσσερις ημέρες, πριν απολυθεί με την καταβολή εγγύησης από τον αδελφό του. Ωστόσο, δεν μπόρεσε να παράσχει συγκεκριμένα στοιχεία, όπως περιγραφή του χώρου κράτησης, ούτε να αιτιολογήσει με συνέπεια το γεγονός ότι δεν είχε αναφέρει το περιστατικό της σύλληψης σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας.

Επιπλέον, οι ισχυρισμοί του περί παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Νιγηρία παρέμειναν σε γενικό και αφηρημένο επίπεδο, χωρίς επαρκή εξατομίκευση. Ο Αιτητής αναφέρθηκε αορίστως σε «παρενόχληση» από τις κρατικές αρχές, αστυνομική βία και κατεδάφιση της επιχείρησής του χωρίς αποζημίωση, χωρίς, ωστόσο, να παραθέσει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να στοιχειοθετούν τους ισχυρισμούς αυτούς.

Υπό το φως των ανωτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι η εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού δεν τεκμηριώνεται.

Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία, καταγράφηκε ότι, παρά τη διενέργεια εκτεταμένης έρευνας, δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν αντικειμενικά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς του Αιτητή. Ως εκ τούτου, ο τρίτος ισχυρισμός απορρίφθηκε.

Κατά την αξιολόγηση του κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι, βάσει των ισχυρισμών που έγιναν αποδεκτοί (ήτοι ο πρώτος και ο δεύτερος), δηλαδή των προσωπικών στοιχείων του Αιτητή, περιλαμβανομένης της χώρας καταγωγής και του τόπου τελευταίας συνήθους διαμονής του, καθώς και της αδυναμίας του να συντηρήσει την οικογένειά του, δεν προκύπτει εύλογη πιθανότητα να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, εκ μόνης της παρουσίας του εκεί.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης στις οποίες στηρίχθηκε ο αρμόδιος λειτουργός της EUAA, αναφορικά τόσο με την οικονομική κατάσταση όσο και με τις συνθήκες ασφάλειας στη χώρα καταγωγής, δεν εντοπίζονται στοιχεία που να τεκμηριώνουν κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης για τον Αιτητή.

Κατά τη νομική ανάλυση, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι τα παρατεθέντα πραγματικά περιστατικά δεν εμπίπτουν στις πρόνοιες του άρθρου 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου.

Εξετάζοντας, περαιτέρω, το ενδεχόμενο υπαγωγής του Αιτητή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, έκρινε ότι, με βάση τόσο τους ισχυρισμούς του Αιτητή όσο και τις διαθέσιμες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των εδαφίων (1) και (2) του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου.

Έχω εξετάσει με προσοχή τον διοικητικό φάκελο του Αιτητή και, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που περιέχονται σε αυτόν, κρίνω ότι ορθώς η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε ότι οι αποδεκτοί ισχυρισμοί του Αιτητή δεν εμπίπτουν στις πρόνοιες της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 ούτε και του περί Προσφύγων Νόμου.

Αναφορικά με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του Αιτητή, διαπιστώνεται ότι ο πρώτος ισχυρισμός, ο οποίος αφορά τα προσωπικά του στοιχεία, καθώς και ο δεύτερος ισχυρισμός, που αφορά την αδυναμία του να συντηρήσει την οικογένειά του, έγιναν ορθώς αποδεκτοί από την αρμόδια αρχή.

Ωστόσο, παρά την αποδοχή του δεύτερου ισχυρισμού, το περιεχόμενό του δεν δύναται να υπαχθεί στο πεδίο εφαρμογής του προσφυγικού καθεστώτος, καθόσον αφορά κατ’ ουσίαν λόγους καθαρά οικονομικής φύσεως. Ειδικότερα, η αδυναμία εξασφάλισης επαρκών μέσων διαβίωσης και η επιδίωξη βελτίωσης των οικονομικών συνθηκών δεν συνιστούν, αφ’ εαυτών, λόγους δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου.

Στο σημείο αυτό υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Ν. 6(Ι)/2000, ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται πρόσωπο το οποίο, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης για συγκεκριμένους λόγους (φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων), αδυνατεί ή δεν επιθυμεί να απολαύσει την προστασία της χώρας καταγωγής του.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (παρ. 62–64), πρόσωπο το οποίο εγκαταλείπει τη χώρα καταγωγής του αποκλειστικά για οικονομικούς λόγους χαρακτηρίζεται ως οικονομικός μετανάστης και όχι ως πρόσφυγας, εκτός εάν αποδεικνύεται ότι τα οικονομικά μέτρα που το επηρεάζουν συνδέονται με κάποιον από τους λόγους δίωξης που προβλέπονται στον ορισμό του πρόσφυγα.

Εν προκειμένω, δεν προκύπτει ότι οι οικονομικές δυσχέρειες που επικαλείται ο Αιτητής συνδέονται με οποιαδήποτε μορφή δίωξης ή διακριτικής μεταχείρισης εις βάρος του για λόγους που εμπίπτουν στο πεδίο προστασίας της Σύμβασης της Γενεύης. Αντιθέτως, πρόκειται για συνθήκες γενικού οικονομικού χαρακτήρα που επηρεάζουν τον πληθυσμό ευρύτερα.

Κατά συνέπεια, ο δεύτερος ισχυρισμός, παρά την αποδοχή του ως πραγματικός, δεν δύναται να θεμελιώσει δικαίωμα υπαγωγής του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα.

Αναφορικά με τον τρίτο ισχυρισμό, ο οποίος αφορά την κατάσχεση της επιχείρησής του και τον επακόλουθο ξυλοδαρμό και σύλληψή του, αφού εξέτασα ενδελεχώς το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, διαπιστώνω ότι, για τους λόγους που εκτενώς αναλύονται στην εισηγητική έκθεση του αρμόδιου λειτουργού —η οποία αποτελεί την αιτιολογική βάση της επίδικης απόφασης— ορθώς ο εν λόγω ισχυρισμός κρίθηκε ως αναξιόπιστος. Δεν εντοπίζεται οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί διαφοροποίηση των σχετικών ευρημάτων.

Εναπόκειται στον Αιτητή να υποβάλει, το συντομότερο δυνατό, όλα τα αναγκαία στοιχεία προς τεκμηρίωση της αίτησής του για διεθνή προστασία και να λαμβάνει θετικά μέτρα προς υποστήριξή της. Όπως έχει νομολογηθεί, ο αιτητής οφείλει να καταβάλει ειλικρινή προσπάθεια προς θεμελίωση της αφήγησής του, ήτοι ότι υπήρξε θύμα δίωξης στη χώρα καταγωγής του, ώστε να πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε καθεστώς διεθνούς προστασίας (βλ. WILLIAM CRISANTHA MAL FRANCIS KARUNARATHNA ν. Κυπριακής Δημοκρατίας).

Παρά το γεγονός ότι δεν υφίσταται υποχρέωση προσκόμισης εγγράφων ή άλλων αποδεικτικών στοιχείων προς υποστήριξη κάθε επιμέρους πραγματικού ισχυρισμού, ο αιτητής φέρει την υποχρέωση προσωπικής συνεργασίας με τις αρμόδιες αρχές για τη διακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσής του. Σε περίπτωση που τα ουσιώδη στοιχεία της αίτησης δεν επιβεβαιωθούν κατά τη διαδικασία αξιολόγησης, το βάρος τεκμηρίωσης φέρει ο ίδιος ο αιτητής.

Λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, διαπιστώνεται ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση προέβησαν σε αξιολόγηση των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή (αξιολόγηση αξιοπιστίας) και, βάσει εκείνων που έγιναν τελικώς αποδεκτοί, προχώρησαν σε αξιολόγηση κινδύνου, καταλήγοντας ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να υποβληθεί σε μεταχείριση που συνιστά δίωξη ή σοβαρή βλάβη.

Ο βασικός λόγος απόρριψης του αιτήματος του Αιτητή έγκειται στη μη στοιχειοθέτηση των κεντρικών ισχυρισμών του, οι οποίοι άπτονται του πυρήνα της υπόθεσής του, καθώς και στον κλονισμό της αξιοπιστίας του, λόγω ουσιωδών ελλείψεων σε λεπτομέρεια, αντιφάσεων και γενικόλογων απαντήσεων που διαπιστώθηκαν κατά τη συνέντευξη.

Πέραν τούτου, διαπιστώνω ότι, κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, υποβλήθηκαν στον Αιτητή ερωτήματα ανοικτού τύπου, στα οποία του παρασχέθηκε πλήρης δυνατότητα να απαντήσει. Ο αρμόδιος λειτουργός υπέβαλε επαρκή και στοχευμένα ερωτήματα, καλύπτοντας τόσο τον πυρήνα του αιτήματος όσο και τα επιμέρους ζητήματα, ακολουθώντας την ενδεδειγμένη διερευνητική διαδικασία. Παράλληλα, διασφαλίστηκε η συνεργασία με τον Αιτητή κατά το στάδιο προσδιορισμού των συναφών στοιχείων της αίτησής του.[1]

Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η Αίτηση προέβησαν σε επαρκή και δεόντως αιτιολογημένη αξιολόγηση των δηλώσεων του Αιτητή, συνεκτιμώντας την ατομική του κατάσταση και τις προσωπικές του περιστάσεις, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 13Α(9) του Περί Προσφύγων Νόμου 2000 (Ν. 6(I)/2000). Επιπλέον, ανέτρεξαν σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης προς εξακρίβωση και αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών του, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 18(7Α)(α) του ίδιου Νόμου.

Επί των όσων προέβαλε ο Αιτητής, διαπιστώνονται εύλογα ουσιώδεις ελλείψεις και γενικότητες στα λεγόμενά του, οι οποίες άπτονται των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και οδηγούν στο σαφές συμπέρασμα ότι οι ισχυρισμοί του στερούνται τόσο εσωτερικής όσο και εξωτερικής αξιοπιστίας.

Ειδικότερα, από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, παρατηρούνται τα ακόλουθα σε σχέση με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή:

Ο Αιτητής παρέθεσε ασαφείς και ασυνεπείς δηλώσεις αναφορικά με την κατ’ ισχυρισμόν κατεδάφιση της επιχείρησής του. Παρά το γεγονός ότι του ζητήθηκε επανειλημμένα να παράσχει λεπτομέρειες, περιορίστηκε σε γενικόλογες αναφορές ότι η κυβέρνηση κατεδάφισε το κατάστημά του με τη χρήση εκσκαπτικού μηχανήματος, επικαλούμενη ότι αυτό βρισκόταν σε απαγορευμένη περιοχή. Όταν του δόθηκαν περαιτέρω ευκαιρίες να διευκρινίσει τα περιστατικά, δεν προσέθεσε συγκεκριμένα στοιχεία, αλλά ισχυρίστηκε ότι συνελήφθη όταν επιχείρησε να ζητήσει εξηγήσεις για την κατεδάφιση. Παρά τον ισχυρισμό του ότι διέθετε τις απαραίτητες άδειες, δεν κατόρθωσε να εξηγήσει με σαφήνεια τους λόγους κατεδάφισης, αναφέροντας απλώς ότι η νέα κυβέρνηση δεν αναγνώριζε τις προηγούμενες εγκρίσεις. Συνολικά, δεν παρείχε συνεκτική και επαρκώς τεκμηριωμένη περιγραφή των περιστάσεων. Επιπλέον, ο ίδιος δήλωσε ότι κατά την ίδια ημέρα πραγματοποιήθηκαν και άλλες κατεδαφίσεις στην περιοχή, στοιχείο που αποδυναμώνει τον ισχυρισμό περί εξατομικευμένης δίωξης (βλ. ερυθρά 28–1Χ και 27–1Χ Δ.Φ.).

Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν έδωσε σαφείς και συγκεκριμένες απαντήσεις αναφορικά με τις συνθήκες της φερόμενης σύλληψης και κράτησής του. Οι δηλώσεις του ήταν αόριστες και, σε σημεία, ασυνάρτητες. Περιορίστηκε να αναφέρει ότι υπέστη κακομεταχείριση, συνελήφθη και μεταφέρθηκε σε αστυνομικό σταθμό, χωρίς να παράσχει ουσιώδεις λεπτομέρειες. Κατά την περιγραφή της κράτησής του, ανέφερε γενικώς ότι αρχικά κρατήθηκε σε χώρο πίσω από γκισέ και εν συνεχεία σε κελί, ενώ η αποφυλάκισή του εξαρτιόταν από σχετική οδηγία. Παρά τον ισχυρισμό ότι κρατήθηκε για τέσσερις ημέρες, δεν μπόρεσε να περιγράψει ούτε τον χώρο κράτησης ούτε το κελί, πέραν της γενικής αναφοράς ότι ήταν μικρό και υπερπλήρες (βλ. ερυθρό 27–2Χ Δ.Φ.).

Επιπλέον, σε σχέση με την αποφυλάκισή του, ανέφερε απλώς ότι αφέθηκε ελεύθερος κατόπιν καταβολής εγγύησης από τον μεγαλύτερο αδελφό του, χωρίς να δώσει περαιτέρω διευκρινίσεις. Δεν κατόρθωσε, επίσης, να αιτιολογήσει με συνέπεια το γεγονός ότι δεν είχε αναφέρει εξαρχής τη σύλληψη και κράτησή του, παρέχοντας ασαφείς και αντιφατικές εξηγήσεις. Ευλόγως, θα αναμενόταν από τον Αιτητή να είναι σε θέση να παραθέσει περισσότερες λεπτομέρειες αναφορικά με ένα τόσο κρίσιμο γεγονός για τον ισχυρισμό του (βλ. ερυθρά 27–2Χ και 26–1Χ Δ.Φ.).

Αναφορικά με τον ισχυρισμό του περί παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο Αιτητής περιορίστηκε σε γενικές και αφηρημένες αναφορές περί «κακοποίησης» από κρατικές αρχές και αστυνομικής βίας. Όταν κλήθηκε να εξειδικεύσει τα προσωπικά του βιώματα, παρέμεινε ασαφής και ασυνεπής, αναφερόμενος κυρίως στην κατεδάφιση της επιχείρησής του και σε γενικές αναφορές περί βίας. Παρά τις επανειλημμένες ευκαιρίες που του δόθηκαν, δεν παρείχε συγκεκριμένα, εξατομικευμένα στοιχεία βιωματικού χαρακτήρα. Αντιθέτως, δήλωσε ρητώς ότι, πέραν της κατεδάφισης της επιχείρησής του, δεν είχε υποστεί οποιαδήποτε άλλη προσωπική παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ως εκ τούτου, οι σχετικοί ισχυρισμοί κρίνονται γενικοί, ασυνεπείς και ανεπαρκώς τεκμηριωμένοι (βλ. ερυθρά 28–Χ–3Χ και 29–1Χ–2Χ Δ.Φ.).

Τέλος, ο Αιτητής δήλωσε ότι θα μπορούσε να διαμείνει σε οποιαδήποτε άλλη πολιτεία της Νιγηρίας, επικαλούμενος αποκλειστικά τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα. Ειδικότερα, ερωτηθείς σχετικά με ενδεχόμενη επιστροφή του στην Abuja, ανέφερε ότι δεν θα αντιμετώπιζε οποιονδήποτε κίνδυνο, διευκρινίζοντας ότι η παρουσία του στην Κύπρο οφείλεται σε καθαρά οικονομικούς λόγους (βλ. ερυθρό 25–2Χ Δ.Φ.).

Υπό το φως των ανωτέρω, η γενικότητα των απαντήσεων του Αιτητή, η έλλειψη επαρκών και συγκεκριμένων λεπτομερειών, η απουσία βιωματικής θεμελίωσης σε κρίσιμα σημεία, καθώς και η ρητή αναφορά του σε οικονομικά κίνητρα, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν κατόρθωσε να θεμελιώσει βάσιμο και εύλογο φόβο δίωξης απορρέοντα από τον υπό εξέταση ισχυρισμό.

Δεδομένου ότι, σε ό,τι αφορά την πιθανότητα υποβολής του Αιτητή σε δίωξη, το στοιχείο του «βάσιμου» στον ορισμό του πρόσφυγα συνιστά πρωτίστως ζήτημα πραγματολογικής εκτίμησης κινδύνου, κατά την εν λόγω εκτίμηση λαμβάνονται υπόψη τόσο η ατομική κατάσταση του Αιτητή όσο και οι πληροφορίες που αφορούν τη γενική κατάσταση στη χώρα καταγωγής του.

Συναφώς, επισημαίνεται ότι η αξιολόγηση επικεντρώνεται, αφενός, στο κατά πόσον ο προβαλλόμενος φόβος είναι βάσιμος κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης επί της αίτησης διεθνούς προστασίας, ήτοι εάν πρόκειται για τρέχοντα φόβο, και, αφετέρου, στο ότι ο «βάσιμος φόβος» εδράζεται σε εκτίμηση κινδύνου μελλοντοστραφούς χαρακτήρα (βλ. άρθρο 4(3) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ).

Κατόπιν ανεξάρτητης έρευνας του παρόντος Δικαστηρίου αναφορικά με τον ως άνω ισχυρισμό του Αιτητή, διαπιστώνεται ότι, σε σχέση με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, λόγω του κατ’ εξοχήν προσωπικού του χαρακτήρα —ο οποίος ερείδεται κυρίως στις δηλώσεις του ίδιου του Αιτητή— δεν καθίσταται δυνατή η επιβεβαίωσή του μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης.

Περαιτέρω, ούτε από την έρευνα του παρόντος Δικαστηρίου κατέστη δυνατός ο εντοπισμός οποιασδήποτε διαθέσιμης, αντικειμενικής πληροφορίας που να στηρίζει τον εν λόγω ισχυρισμό, όπως, άλλωστε, ορθώς καταγράφηκε και στην έκθεση/εισήγηση των Καθ’ ων η Αίτηση.

Συνεπακόλουθα, και λαμβανομένου υπόψη ότι ορθώς η εσωτερική και εξωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή δεν έγιναν αποδεκτές, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν στοιχειοθετείται το στοιχείο του βάσιμου φόβου δίωξης στην περίπτωσή του.

Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του Αιτητή που ορθώς έγιναν αποδεκτοί από τον αρμόδιο λειτουργό, ήτοι τα προσωπικά του στοιχεία και ο τόπος συνήθους διαμονής του (πρώτος ισχυρισμός), καθώς και η αδυναμία του να συντηρήσει την οικογένειά του (δεύτερος ισχυρισμός), δεν συνδέονται με κάποιον από τους λόγους δίωξης που προβλέπονται στη Σύμβαση της Γενεύης του 1951, ήτοι λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων, και, ως εκ τούτου, δεν δύνανται να θεμελιώσουν καθεστώς πρόσφυγα.

Επιπροσθέτως, δεν προκύπτει ότι η επικαλούμενη βλάβη είναι αρκούντως σοβαρή, είτε λόγω της φύσης της είτε λόγω της επανάληψής της, ώστε να συνιστά σοβαρή παραβίαση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κατά την έννοια του άρθρου 3Γ του Περί Προσφύγων Νόμου.

Περαιτέρω, δεν δύναται να αναγνωριστεί στον Αιτητή το «ευεργέτημα της αμφιβολίας», όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.[2]

Ειδικότερα, το εν λόγω ευεργέτημα δύναται να απονεμηθεί μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο αιτητής έχει υποβάλει όλα τα διαθέσιμα σε αυτόν στοιχεία προς υποστήριξη της αίτησής του, τα οποία έχουν τύχει της δέουσας αξιολόγησης, και ο αρμόδιος λειτουργός ή/και ο Προϊστάμενος ικανοποιούνται ότι ο αιτητής είναι, εν γένει, αξιόπιστος.

Εν προκειμένω, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει, ούτε στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας ούτε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, οποιονδήποτε συγκεκριμένο και εξατομικευμένο ισχυρισμό περί δίωξης.

Άλλωστε, όπως έχει παγίως νομολογηθεί, η κρίση περί αναξιοπιστίας του αιτητή και η συνακόλουθη απόρριψη της αίτησής του για τον λόγο αυτόν συνιστούν επιτρεπτή και νόμιμη αξιολογική κρίση της Διοίκησης (βλ. Amiri v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων· Khalil v. Δημοκρατίας).

Επιπροσθέτως, ο Αιτητής δεν εμπίπτει ούτε στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, το οποίο χορηγείται σε περιπτώσεις όπου αποδεικνύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα ιθαγένειας, ο αιτητής διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.

Για τη διαπίστωση της ύπαρξης τέτοιου κινδύνου απαιτείται η συνδρομή «ουσιωδών λόγων», όπως ρητώς προβλέπεται στο άρθρο 19(1) του Περί Προσφύγων Νόμου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 19(2) του ιδίου Νόμου, ως «σοβαρή βλάβη» νοείται ο κίνδυνος επιβολής θανατικής ποινής, ή υποβολής σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ή η ύπαρξη σοβαρής και αδικαιολόγητης απειλής κατά της ζωής, της ασφάλειας ή της ελευθερίας του προσώπου, ως αποτέλεσμα αδιάκριτης βίας στο πλαίσιο ένοπλης σύγκρουσης ή λόγω συστηματικών και γενικευμένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σε βαθμό που να ενεργοποιούνται οι διεθνείς υποχρεώσεις της Δημοκρατίας.

Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω αρχές στην παρούσα υπόθεση και λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχουν «ουσιώδεις λόγοι» που να καταδεικνύουν ότι ο Αιτητής διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, κατά την έννοια του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου.

Ειδικότερα, από τους αποδεκτούς ισχυρισμούς του Αιτητή δεν προκύπτει οποιαδήποτε εξατομικευμένη απειλή κατά της ζωής, της ασφάλειας ή της ελευθερίας του, ενώ ο απορριφθείς τρίτος ισχυρισμός, ο οποίος άπτεται του πυρήνα του ισχυρισμού περί κινδύνου, κρίθηκε ευλόγως ως αναξιόπιστος. Παράλληλα, από τις διαθέσιμες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης δεν τεκμηριώνεται ύπαρξη συνθηκών τέτοιας έντασης ή γενικευμένης βίας που να δημιουργούν, αφ’ εαυτών, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης για τον Αιτητή.

Κατά συνέπεια, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

Αναφορικά με το άρθρο 19(2)(γ) του Περί Προσφύγων Νόμου και τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψη κατά την αξιολόγηση του στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΔΕΕ) έχει επισημάνει ότι, μεταξύ άλλων, πρέπει να συνεκτιμώνται η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης, ως στοιχεία κρίσιμα για την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15 στοιχείο (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Περαιτέρω, το ΔΕΕ υπογράμμισε ότι συναφείς παράγοντες αποτελούν, επίσης, η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης βίας, ο πραγματικός τόπος προορισμού του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής, καθώς και η ύπαρξη εκ προθέσεως επιθέσεων κατά αμάχων εκ μέρους των εμπλεκομένων μερών (βλ. CF και DN κατά Bundesrepublik Deutschland, C-901/19 σκέψη 43, με αναφορά στην απόφαση Diakité C‑285/12).

 

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ), στην απόφασή του Sufi and Elmi κατά Ηνωμένου Βασιλείου αριθ. 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 29/11/2011, επισήμανε ότι, μεταξύ των παραγόντων που δύνανται να ληφθούν υπόψη —χωρίς αυτοί να απαριθμούνται εξαντλητικά— περιλαμβάνονται η χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών που αυξάνουν τον κίνδυνο για άμαχους πληθυσμούς ή τους στοχοποιούν άμεσα, ο βαθμός διάδοσης τέτοιων πρακτικών μεταξύ των αντιμαχόμενων μερών, καθώς και ο αριθμός των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί ή εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

Εξάλλου, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΔΕΕ), στην απόφασή του Elgafaji C-465/07, διευκρίνισε ότι ο όρος «προσωπική απειλή» στο πλαίσιο του άρθρου 15 στοιχείο (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ πρέπει να ερμηνεύεται ως βλάβη που δύναται να πλήξει αμάχους ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν το επίπεδο της αδιακρίτως ασκούμενης βίας είναι τόσο υψηλό ώστε να υφίστανται ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι οποιοσδήποτε άμαχος, λόγω και μόνον της παρουσίας του στην οικεία χώρα ή περιοχή, διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής απειλής.

Περαιτέρω, στο ίδιο πλαίσιο, το ΔΕΕ καθιέρωσε την αρχή της λεγόμενης «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας», σύμφωνα με την οποία όσο περισσότερο ο αιτητής δύναται να αποδείξει ότι επηρεάζεται ειδικώς λόγω των ατομικών χαρακτηριστικών της περίπτωσής του, τόσο χαμηλότερο επίπεδο αδιακρίτως ασκούμενης βίας απαιτείται για τη θεμελίωση δικαιώματος σε επικουρική προστασία.

Λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα ασφαλείας της χώρα καταγωγής του Αιτητή, όπως προκύπτουν από επικαιροποιημένες διεθνείς πηγές, παρατηρώ τα ακόλουθα:

Ως προς τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας σύμφωνα με το διαδραστικό χάρτη του RULAC (Rule of Law in Armed Conflict) της Ακαδημίας της Γενεύης, η Νιγηρία εμπλέκεται σε δύο παράλληλες μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις κατά των μη κρατικών ένοπλων ομάδων Boko Haram και Ισλαμικού Κράτους (Islamic State in West Africa Province/ISWAP). Επιπλέον, υπάρχει μια μη διεθνής ένοπλη σύγκρουση μεταξύ του Ισλαμικού Κράτους (ISWAP) και της Boko Haram[3]

Λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα ασφαλείας στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, όπως προκύπτουν από επικαιροποιημένες διεθνείς πηγές, παρατηρώ τα ακόλουθα: σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED για την χρονική περίοδο ενός έτους περίπου καταγράφηκαν στην πολιτεία Enugu, όπου ήταν η τελευταία συνήθης διαμονή του Αιτητή, 54 περιστατικά ασφαλείας από τα οποία προέκυψαν 58 απώλειες ανθρώπινων ζωών[4]. Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πολιτείας Edo για το 2021 εκτιμάται ότι ανερχόταν στα 4.690.100[5]

Στη βάση των ανωτέρω, καταλήγω ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθόσον τα περιστατικά ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε και στην οποία ευλόγως αναμένεται να επιστρέψει δεν παρουσιάζουν τέτοια συχνότητα ή ένταση ώστε να θεμελιώνεται κίνδυνος εκ μόνης της παρουσίας του στην εν λόγω περιοχή.

Περαιτέρω, δεν διαπιστώνονται ιδιαίτερες περιστάσεις που να διαφοροποιούν ουσιωδώς την κατάσταση του Αιτητή ή να επιτείνουν τον κίνδυνο τον οποίο ενδέχεται να διατρέχει, σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, κατά την εφαρμογή της αρχής της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας», λαμβανομένης υπόψη της φύσεως και της έντασης των καταγεγραμμένων περιστατικών (βλ. CF και DN κατά Bundesrepublik Deutschland C-901/19).

Ειδικότερα, πρόκειται για πρόσωπο νεαρής ηλικίας, κάτοχο πανεπιστημιακού τίτλου στη Διοίκηση Επιχειρήσεων, ικανό προς εργασία και αυτοσυντήρηση, χωρίς οποιαδήποτε προβλήματα υγείας ή άλλους παράγοντες ευαλωτότητας. Επιπλέον, διαθέτει υποστηρικτικό οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του, όπου εξακολουθούν να διαμένουν οι γονείς, τα αδέλφια του, καθώς και η σύζυγος με τα τρία τέκνα τους.

Κατά συνέπεια, δεν προκύπτει ότι στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή επικρατεί κατάσταση αδιακρίτως ασκούμενης βίας τέτοιου βαθμού, ώστε να συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον σε αυτήν, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής απειλής, κατά την έννοια του άρθρου 15 στοιχείο (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (βλ. Elgafaji, σκέψη 43).

Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου καθίσταται εμφανές ότι η Υπηρεσία Ασύλου διενήργησε τη δέουσα και επαρκή έρευνα επί όλων των ζητημάτων που τέθηκαν ενώπιόν της από τον Αιτητή. Οι Καθ’ ων η Αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν το σύνολο των στοιχείων που είχαν ενώπιόν τους, προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία είναι δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη. Η αιτιολογία της απόφασης συμπληρώνεται από την εισηγητική έκθεση του αρμόδιου λειτουργού, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια οι λόγοι απόρριψης του αιτήματος, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 29 του Ν. 158(I)/1999 (άρθρο 29 του Ν. 158 (Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371).

Η δυνατότητα αυτή υφίσταται όταν τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου συνδέονται άρρηκτα με την προσβαλλόμενη απόφαση και αποκαλύπτουν τους λόγους που οδήγησαν στην έκδοσή της, ώστε να δύναται να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα στη βάση της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97).  

Εκ των προβληθέντων ισχυρισμών, αποδεκτοί κρίθηκαν μόνο εκείνοι που αφορούν τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή και την αδυναμία του να συντηρήσει την οικογένειά του. Ωστόσο, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν δύνανται να υπαχθούν στις πρόνοιες του Περί Προσφύγων Νόμου για την αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

Συγκεκριμένα, δεν κατέστη δυνατό να θεμελιωθεί βάσιμος φόβος δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων, ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 και επόμενα του Περί Προσφύγων Νόμου Ν. 6(I)/2000. Περαιτέρω, δεν προέκυψε οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί την αναγνώριση του Αιτητή ως δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας, δυνάμει του άρθρου 19(1) του ιδίου Νόμου, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη, κατά την έννοια του άρθρου 19(2).

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου και κατόπιν εξέτασης τόσο της νομιμότητας όσο και της ουσίας της υπόθεσης, καταλήγω ότι το αίτημα του Αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και ότι η απόρριψή του ήταν εύλογη και νόμιμη. Η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί προϊόν επαρκούς έρευνας και ορθής αξιολόγησης των πραγματικών περιστατικών και των νομικών δεδομένων και είναι πλήρως αιτιολογημένη.

Κατά συνέπεια, ορθώς η Διοίκηση κατέληξε ότι τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης δεν στοιχειοθετούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την αναγνώριση του Αιτητή ως πρόσφυγα, ούτε για την υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

Δια τους λόγους που πιο πάνω αναφέρονται η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.

 

Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



 



[1] M. Κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, C‑277/11 22ας Νοεμβρίου 2012 υποσημείωση 82, σκέψη 65.

[2] ΕΔΔΑ, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, ό.π. υποσημείωση 20. Βλ. επίσης ΕΔΔΑ, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, RH κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 4601/14, σκέψη 58· ΕΔΔΑ, απόφαση της 20ης Ιουλίου 2010, N κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 23505/09, σκέψη 53· ΕΔΔΑ, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2010, RC κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 41827/07, σκέψη 50

[3] RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύηςhttps://warwatch.ch/explore/ (assessed on 26/01/2026)

[4] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Nigeria, Region: Enugu State, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 16/01/2025), https://acleddata.com/platform/explorer (assessed on 26/01/2026)

[5] City Population - Nigeria, Enugu State, https://citypopulation.de/en/nigeria/admin/NGA014__enugu/ (assessed on 26/01/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο