ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 4508/2024
30 Απριλίου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
E.T.
Αιτητή
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας,
μέσω του Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας,
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
.......................................................
Ο αιτητής εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου
Ρενέ Μάρκου, για Κλεοπάτρα Νικολάου, Δικηγόρος για τον αιτητή
Μαρίνα Φιλίππου, Δικηγόρος για τους καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 26/09/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο αιτητής είναι υπήκοος της Λιβερίας και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 08/06/2021, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Ο αιτητής παρέλαβε βεβαίωση υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας στις 15/06/2021.
Στις 23/07/2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (European Union Agency for Asylum - στο εξής: «E.U.A.A.»), ο οποίος στις 13/09/2024, ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας σχετικά με τη συνέντευξη του αιτητή. Στη συνέχεια, ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, αφού υιοθέτησε την Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού απέρριψε το αίτημα του αιτητή στις 26/09/2024.
Στις 10/10/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική του αιτήματος του αιτητή επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την αιτιολόγηση της απόφασής της σχετικά με το αίτημα του αιτητή, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον αιτητή στις 14/10/2024. Στη συνέχεια, ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της προαναφερόμενης απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.
Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή κατά το στάδιο των διευκρινίσεων ενώπιον του Δικαστηρίου, απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς που προωθούσε μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης και δήλωσε πως προωθεί το νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας και δέουσας αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Κατά συνέπεια, οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης και αναφέρει ότι λήφθηκε ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στο αρμόδιο όργανο και είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Επιπλέον, εισηγείται ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρώσεως και των ισχυρισμών του που θεμελιώνουν το αίτημά του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου έτσι ώστε να του αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας. Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.
Ο αιτητής, στο πλαίσιο της αίτησής του για διεθνή προστασία, ανέφερε ότι, κατόπιν του θανάτου της μητέρας του, διέμενε με τον πατέρα και τη μητριά του. Κατά τα λεγόμενά του, σε κάποια χρονική στιγμή, ο πατέρας και η μητριά του μετέβησαν στο χωριό, αφήνοντάς τον στην οικία μαζί με τα ετεροθαλή αδέλφια του. Ενώ ο μικρότερος αδελφός του έπαιζε ποδόσφαιρο, παρασύρθηκε από διερχόμενο όχημα και υπέκυψε στα τραύματά του καθ’ οδόν προς το νοσοκομείο. Ο αιτητής ισχυρίζεται ότι, μετά την επιστροφή της μητριάς του και αφού έλαβε γνώση του περιστατικού, εκείνη τον θεώρησε υπεύθυνο για τον θάνατο του ανηλίκου. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι η μητριά του προέβη στην καταβολή χρηματικού ποσού σε τρίτα πρόσωπα, τα οποία τον προσέγγισαν και του επιτέθηκαν με σκοπό να του αφαιρέσουν τη ζωή του. Δεδομένης της επίμονης στάσης της μητριάς του, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, διακήρυττε ότι δεν θα ηρεμούσε μέχρι να τον σκοτώσει, ο αιτητής αναφέρει ότι εξαναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του (ερυθρό 1, του διοικητικού φακέλου)
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο αιτητής ανέφερε ότι κατάγεται από τη Λιβερία, ότι γεννήθηκε στην πόλη Bahn της περιφέρειας Zoggeh, της κομητείας Nimba, τις χρονιές 2001-2004, διέμενε στη Γουινέα, ακολούθως επέστεψε στη Λιβερία όπου για 1 χρόνο ζούσε στην πόλη Monrovia, της κομητείας Montserrado και έπειτα μέχρι τις 28/03/2021 που εγκατέλειψε τη χώρα ζούσε στη Gardnersville, της περιφέρειας Greater Monrovia, της κομητείας Montserrado. (ερυθρό 51, 2χ του διοικητικού φακέλου). Είναι μουσουλμάνος, απόφοιτος πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και ομιλεί αγγλικά και Mandinka. (ερυθρό 52, 2χ, 1χ του διοικητικού φακέλου). Σε σχέση με την οικογένειά του, δήλωσε ότι οι γονείς του απεβίωσαν, η μητέρα του το 2019 και ο πατέρας του το 2023, και έχει 2 αδελφές, εκ των οποίων η μία ζει μαζί με τη μητριά του στη Monrovia, η άλλη δεν ξέρει που βρίσκεται, ενώ δεν διατηρεί με καμία επαφές. Πρόσθετα, ισχυρίστηκε πως είχε και ένα ετεροθαλή αδελφό ο οποίος απεβίωσε. Όπως ανέφερε, δεν εργαζόταν στη χώρα καταγωγής του και δήλωσε πως τον συντηρούσε οικονομικά ο πατέρας του (ερυθρά 52, 3χ, 51, 1χ του διοικητικού φακέλου).
Ως προς τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του, δήλωσε ότι διέμενε με τον πατέρα και τη μητριά του και ότι ήταν ο μεγαλύτερος μεταξύ των ετεροθαλών αδελφών του. Κατά τους ισχυρισμούς του, σε κάποια χρονική στιγμή, ο πατέρας και η μητριά του αναχώρησαν για κάποια συνάντηση, αφήνοντάς τον στην οικία μαζί με τα δύο αδέλφια του. Κατά τη διάρκεια της απουσίας τους, ενώ ο μικρότερος αδελφός του έπαιζε ποδόσφαιρο, χτυπήθηκε από όχημα και απεβίωσε.
Περαιτέρω, ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι, μετά την επιστροφή της μητριάς του και αφού διαπίστωσε το περιστατικό, εκείνη τον θεώρησε υπεύθυνο για τον θάνατο του ανηλίκου, αποδίδοντάς του αμέλεια ως προς την επίβλεψή του. Έκτοτε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, άρχισε να τον απειλεί ότι θα υφίστατο συνέπειες. Επιπλέον, ανέφερε ότι, σε μεταγενέστερο χρόνο και αφού είχε αποχωρήσει από την οικία της συντρόφου του, δέχθηκε βάναυση επίθεση από ομάδα προσώπων, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, είχαν ενεργήσει κατόπιν εντολής της μητριάς του με σκοπό την αφαίρεση της ζωής του.
Ο αιτητής δήλωσε ότι, τραυματισμένος, κατέφυγε σε παρακείμενη οικία προκειμένου να προστατευθεί, από όπου επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον πατέρα του και του ανέφερε τα όσα συνέβησαν και ο οποίος, κατά τα λεγόμενά του, τον πίστεψε. Ακολούθως, ισχυρίζεται ότι εγκατέλειψε την περιοχή, μετέβη στη Monrovia και κατόπιν συνομιλίας με φίλο του, πληροφορήθηκε για την Κύπρο ως πιθανό προορισμό. Στη συνέχεια, αγόρασε αεροπορικά εισιτήρια και ταξίδεψε στην Κύπρο (Ερυθρό 48, 1χ–2χ του διοικητικού φακέλου).
Σε απάντηση ερωτήσεων αναφορικά με τον θάνατο του αδελφού του, ο αιτητής ανέφερε ότι, τον Μάιο του 2020, ο αδελφός του παρασύρθηκε από όχημα και απεβίωσε καθ’ οδόν προς το νοσοκομείο. Περαιτέρω, δήλωσε ότι, αμέσως μετά το συμβάν και για τις επόμενες δύο ημέρες, δεν διέμενε στην οικογενειακή οικία, εξαιτίας των όσων του έλεγε η μητριά του. Ειδικότερα, κληθείς να διευκρινίσει το περιεχόμενο των δηλώσεών της, ανέφερε ότι εκείνη ισχυριζόταν, τόσο ενώπιον του ίδιου όσο και του πατέρα του, ότι θα «πλήρωνε» για το περιστατικό. Ερωτηθείς ως προς τον λόγο για τον οποίο οι εν λόγω δηλώσεις τον οδήγησαν να απομακρυνθεί από την οικία, απάντησε ότι, κατά τη διάρκεια της κηδείας, η μητριά του ανέφερε σε φίλους της ότι ο αιτητής ευθυνόταν για τον θάνατο του παιδιού της, γεγονός που τον έφερε σε ιδιαίτερα δυσχερή ψυχολογική κατάσταση. Πρόσθεσε δε ότι απουσίασε από την οικία για τρεις ημέρες, κατόπιν επέστρεψε, πλην όμως εκείνη φέρεται να απέστειλε τρίτα πρόσωπα για να του επιτεθούν, συνεχίζοντας παράλληλα να διαδίδει ότι ήταν υπεύθυνος για τον θάνατο του τέκνου της.
Περαιτέρω, ερωτηθείς ως προς τις ενέργειες του πατέρα του και της μητριάς του μετά το περιστατικό, δεδομένου ότι επρόκειτο για τροχαίο ατύχημα, ανέφερε ότι ο πατέρας του δεν το εξέλαβε προσωπικά και δεν τον κατηγόρησε. Επιπλέον, δήλωσε ότι ουδείς εκ των δύο απευθύνθηκε στις αρχές, καθότι, ως μουσουλμάνοι, πίστευαν ότι ο θάνατος επέρχεται όταν «έχει έρθει η ώρα» του κάθε ανθρώπου. Τέλος, κληθείς να αναφέρει κατά πόσον ζητήθηκε οποιαδήποτε χρηματική αποζημίωση για τον θάνατο του παιδιού, απάντησε ότι, κατά τη μεταφορά του αδελφού του στο νοσοκομείο, παρευρέθηκε η αστυνομία, πλην όμως ο ίδιος δεν γνώριζε την εξέλιξη της υπόθεσης σε σχέση με το πρόσωπο που τον παρέσυρε. (ερυθρό 47, 1χ–4χ του διοικητικού φακέλου)
Ο αιτητής δήλωσε ότι, κατόπιν του επίμαχου περιστατικού, η μητριά του επέδειξε επιθετική συμπεριφορά έναντί του. Ενδεικτικά, ανέφερε ότι, ενώ ο ίδιος προέβαινε σε οικιακές εργασίες, όπως το καθάρισμα του δαπέδου, εκείνη παρενέβαινε με τρόπο επιθετικό, κλωτσώντας τον κουβά. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι η μητριά του συνέχιζε να διαδίδει ότι ο ίδιος έφερε ευθύνη για τον θάνατο του παιδιού της, ενώ ο αιτητής αντέκρουε τους ισχυρισμούς αυτούς, αρνούμενος ότι προκάλεσε τον θάνατό του. Πρόσθεσε ότι ούτε ο πατέρας του ούτε η αδελφή του παρενέβαιναν, καθότι ο μεν πατέρας του τελούσε υπό την επιρροή της, η δε αδελφή του τη φοβόταν (Ερυθρά 47, 4χ και 46, 1χ–2χ του διοικητικού φακέλου).
Περαιτέρω, ο αιτητής ανέφερε ότι, ενώ βρισκόταν πλησίον της οικίας του, ομάδα επτά έως δέκα ατόμων τον προσέγγισε, κρατώντας ξύλα και μαχαίρι. Κατά τους ισχυρισμούς του, ένα εκ των προσώπων τον έσπρωξε, ενώ στη συνέχεια τον απείλησαν με μαχαίρι, στοχεύοντας τον στο πίσω μέρος της κεφαλής και στον αγκώνα. Ο αιτητής δήλωσε ότι, εκμεταλλευόμενος στιγμή αδράνειας, κατόρθωσε να διαφύγει. Ερωτηθείς πώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα εν λόγω πρόσωπα ενεργούσαν κατόπιν εντολής της μητριάς του, ανέφερε ότι, όταν κατέφυγε στην οικία γείτονα και ο πατέρας του τον επισκέφθηκε, η μητριά του δεν επέδειξε κανένα ενδιαφέρον για την κατάστασή του. Κληθείς να διευκρινίσει πώς το γεγονός αυτό τον οδήγησε σε τέτοιο συμπέρασμα, δήλωσε ότι η εντύπωσή του βασίστηκε στην αδιαφορία και τη συμπεριφορά της, η οποία, κατά τα λεγόμενά του, υποδήλωνε ότι ενεργούσε ως να μην είχε συμβεί οτιδήποτε. Ερωτηθείς εάν διέθετε άλλες ενδείξεις προς τούτο, απάντησε καταφατικά, προσθέτοντας ότι, μετά την άφιξή του στην Κύπρο, σε συνομιλία με τον πατέρα του, πληροφορήθηκε ότι η μητριά του εξακολουθούσε να ισχυρίζεται ότι ο αιτητής θα «πλήρωνε» για τον θάνατο του παιδιού της (Ερυθρά 46, 3χ–4χ και 45, 1χ–2χ του διοικητικού φακέλου).
Επιπλέον, επισημάνθηκε στον αιτητή προηγούμενη αναφορά του ότι, την ημέρα της επίθεσης, αιμορραγούσε έντονα και ανήρτησε σχετικές φωτογραφίες σε πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης, ζητώντας προσευχές για την επιβίωσή του. Ερωτηθείς ως προς τη φαρμακευτική αγωγή που έλαβε, ανέφερε ότι πλησίον της οικίας όπου κατέφυγε υπήρχε φαρμακείο, από το οποίο του παρασχέθηκαν επίδεσμοι και του χορηγήθηκε ένεση. Κληθείς να επανέλθει στην αντίδραση του πατέρα του, δήλωσε ότι εκείνος, όταν τον επισκέφθηκε στην οικία του γείτονα και διαπίστωσε την κατάστασή του, του ανέφερε ότι θα διερευνούσε το περιστατικό, πλην όμως ουδεμία περαιτέρω ενέργεια έλαβε χώρα, γεγονός που ο αιτητής αποδίδει στον έλεγχο που, κατά τους ισχυρισμούς του, ασκούσε η μητριά του επί του πατέρα του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι παρέμεινε στην οικία του γείτονα για μία έως δύο ημέρες και ακολούθως επέστρεψε στην οικία του. Μετά την επιστροφή του, προέβη στην ανάρτηση των φωτογραφιών και, κατόπιν επικοινωνίας με φίλο του, ενημερώθηκε για την Κύπρο. Δήλωσε ότι παρέμεινε στην οικία του για τρεις έως τέσσερις ημέρες και στη συνέχεια διέμεινε για περίπου τρεις εβδομάδες στην οικία φίλου του. (Ερυθρά 45, 3χ–4χ και 44, 1χ του διοικητικού φακέλου).
Τέλος, ο αιτητής ανέφερε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, δεν θα ήταν σε θέση να τύχει προστασίας, επικαλούμενος ότι οι γονείς του έχουν αποβιώσει, ότι αγνοεί τον τόπο διαμονής της αδελφής του και ότι δεν γνωρίζει πώς να επανενταχθεί. Ερωτηθείς κατά πόσον θα επιδίωκε την προστασία των αρχών σε περίπτωση που δεχόταν διώξεις από τη μητριά του, απάντησε ότι δεν γνωρίζει (Ερυθρό 44, 3χ του διοικητικού φακέλου)
Στη βάση των ανωτέρω ισχυρισμών, ο αρμόδιος λειτουργός του E.U.A.A. σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του αιτητή. O πρώτος ισχυρισμός αφορά το ότι είναι υπήκοος της Λιβερίας, με τόπο καταγωγής την πόλη Bahn της περιφέρειας Zoggeh, της κομητείας Nimba και τελευταίας συνήθους διαμονής τη Gardnersville, της περιφέρειας Greater Monrovia, της κομητείας Montserrado. Ο δεύτερος ισχυρισμός στηρίζεται στο ότι η μητριά του τον κατηγορούσε για το θάνατο του ετεροθαλή αδελφού του που συνέβη το Μάιο του 2020 και το Μάιο του 2021, έστειλε άτομα για να του επιτεθούν.
Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από τους καθ' ων η αίτηση, καθώς κρίθηκε ότι πληρείτο τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών του, λαμβανομένου υπόψη και του διαβατηρίου του αιτητή. Ωστόσο, ο δεύτερος ισχυρισμός δεν έτυχε αποδοχής. Σχετικά με το δεύτερο ισχυρισμό, δηλαδή το ότι η μητριά του τον κατηγορούσε για το θάνατο του ετεροθαλούς αδελφού του και έστειλε άτομα για να του επιτεθούν, ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε ότι τα όσα δήλωσε ο αιτητής δεν ήταν λεπτομερή και συνεκτικά και περαιτέρω, υπήρχαν πολλά κενά στο αφήγημά του.
Συγκεκριμένα, κατά την εκτίμηση της εσωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός του E.U.A.A. κατέγραψε ότι ο αιτητής, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει επαρκή στοιχεία για το περιστατικό που προκάλεσε την από πλευράς της μητριάς του κατηγορία, αφού ανέφερε μόνο ότι εγκατέλειψε τη χώρα του λόγω του ότι η μητριά του τον θεώρησε ως υπόλογο για το θάνατο του ετεροθαλούς αδελφού του και γι’ αυτό άρχισε να τον κατηγορεί και να τον απειλεί. Ο αιτητής ανέφερε γενικά και αόριστα ότι τον αδελφό του τον χτύπησε αυτοκίνητο και απεβίωσε και ότι μετά το περιστατικό και για τις επόμενες 2 μέρες δεν έμενε στο σπίτι και αυτό εξαιτίας των όσων του έλεγε η μητριά του. Παρόλα αυτά δεν ήταν συγκεκριμένος κατά το αφήγημά του στο τι του ανέφερε η μητριά του.
Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει τον λόγο για τον οποίο οι εν λόγω δηλώσεις τον οδήγησαν να εγκαταλείψει την οικία, ο αιτητής ανέφερε ότι η μητριά του διέδιδε πως ο ίδιος ευθυνόταν για τον θάνατο του παιδιού της, γεγονός που τον έκανε να αισθάνεται άσχημα. Πρόσθεσε ότι αποχώρησε από την οικία για τρεις ημέρες και εν συνεχεία επέστρεψε. Η απάντηση αυτή κρίθηκε ως μη συνεπής και ανεπαρκής, καθότι δεν δικαιολογούσε, κατά την εκτίμηση του λειτουργού, την ένταση της πίεσης που ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι υφίστατο, ούτε και την ανάγκη εγκατάλειψης της οικίας.
Περαιτέρω, ο αιτητής ανέφερε ότι η μητριά του επέδειξε επιθετική συμπεριφορά έναντί του, πλην όμως δεν παρέθεσε συγκεκριμένα παραδείγματα που να τεκμηριώνουν επαρκώς τον ισχυρισμό αυτό. Όσον αφορά το περιστατικό της φερόμενης επίθεσης από τρίτα πρόσωπα, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, ενεργούσαν κατόπιν εντολής της μητριάς του, ο αιτητής δεν παρείχε επαρκή και συγκεκριμένα στοιχεία, περιοριζόμενος στη δήλωση ότι, ενώ βρισκόταν πλησίον της οικίας του, ομάδα επτά έως δέκα ατόμων του επιτέθηκε με ξύλα και μαχαίρι, τον ξυλοκόπησε βάναυσα και εν συνεχεία κατόρθωσε να διαφύγει. Επιπλέον, δεν εξήγησε με επάρκεια και συνοχή τον τρόπο διαφυγής του, ούτε και τεκμηρίωσε πώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εν λόγω δράστες είχαν αποσταλεί από τη μητριά του. Ειδικότερα, ανέφερε ότι η πεποίθησή του αυτή βασίστηκε στην αδιαφορία που εκείνη επέδειξε όταν πληροφορήθηκε την επίθεση, στοιχείο το οποίο, κατά την κρίση του λειτουργού, δεν συνιστά επαρκή ένδειξη προς υποστήριξη του ισχυρισμού του.
Κατά την εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός του E.U.A.A. επισήμανε ότι τα όσα ανέφερε ο αιτητής αποτελούσαν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του, και δεν υπήρχαν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούσαν την περαιτέρω ανάλυσή τους μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, ο υπό εξέταση ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός και απορρίφθηκε στο σύνολό του.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός του E.U.A.A., λαμβάνοντας υπόψη τον αποδεκτό ουσιώδη ισχυρισμό, τις ιδιαίτερες προσωπικές περιστάσεις του αιτητή και κατόπιν αξιολόγησης της κατάστασης ασφαλείας στη Λιβερία και ειδικότερα της κομητείας Montserrado στην οποία και βρίσκεται η Greater Monrovia και συγκεκριμένα η Gardnersville, έκρινε πως δεν υπήρχε εύλογη πιθανότητα σε περίπτωση που ο αιτητής επέστρεφε στη χώρα καταγωγής του, να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο αρμόδιος λειτουργός, έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την παραχώρηση προσφυγικού καθεστώτος για κάποιον από τους λόγους του άρθρου 3 (1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Στη συνέχεια, διαπίστωσε πως δεν υπήρχε εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε κίνδυνο σοβαρής βλάβης, όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000, καθότι με βάση έρευνα που διεξήγαγε ο αρμόδιος λειτουργός του E.U.A.A. διαπιστώθηκε ότι η κατάσταση στη χώρα καταγωγής του αιτητή και στην κομητεία Montserrado όπου αναμενόταν να επέστρεφε, δεν χαρακτηριζόταν από διεθνή ή εσωτερική ένοπλη σύγκρουση και ως εκ τούτου, δεν συνέτρεχε οποιοσδήποτε λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης υιοθέτησε ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου και απέρριψε το αίτημα του αιτητή.
Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τη συνήγορό του, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου και αφορά την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του αιτητή, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ.
Όσον αφορά τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ότι ο αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω του ότι η μητριά του τον κατηγορούσε για τον θάνατο του ετεροθαλούς αδελφού του και φέρεται να απέστειλε τρίτα πρόσωπα για να του επιτεθούν, διαπιστώνεται ότι οι δηλώσεις του υπήρξαν αόριστες και ασυνεπείς. Ειδικότερα, ο αιτητής δεν κατόρθωσε να παράσχει σαφείς, συγκεκριμένες και επαρκώς τεκμηριωμένες εξηγήσεις ως προς τον ισχυριζόμενο κίνδυνο που διέτρεχε, ενώ σε αρκετά σημεία οι απαντήσεις του δεν τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του.
Περαιτέρω, από το σύνολο των ισχυρισμών του δεν κατέστη δυνατό να θεμελιωθεί ο προβαλλόμενος φόβος ότι θα ετίθετο σε κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο αιτητής επαναλάμβανε ότι διωκόταν από τη μητριά του, η οποία τον θεωρούσε υπεύθυνο για τον θάνατο του ετεροθαλούς αδελφού του, χωρίς ωστόσο να παραθέτει ουσιώδεις πληροφορίες αναφορικά με το περιστατικό που φέρεται να αποτέλεσε την αφετηρία της εν λόγω κατηγορίας. Συγκεκριμένα, περιορίστηκε στο να δηλώσει ότι ο αδελφός του παρασύρθηκε από όχημα και απεβίωσε, χωρίς να επεξηγεί πώς, υπό τα δεδομένα αυτά, ήταν δυνατόν να του αποδοθεί ευθύνη για ένα προφανώς ακούσιο γεγονός, ούτε να τεκμηριώνει επαρκώς τον τρόπο με τον οποίο η μητριά του κατέληξε να τον κατηγορεί.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, συμφωνώ με τους καθ’ ων η αίτηση ότι, ένεκα της καθαρά προσωπικής φύσης του υπό εξέταση ισχυρισμού, αυτός δεν δύναται να διασταυρωθεί μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης αναφορικά με τη χώρα καταγωγής του αιτητή. Κατά συνέπεια, λαμβανομένου υπόψη ότι ο αιτητής δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του, καθότι προέβη σε γενικές, αόριστες και ασυνεπείς αναφορές κατά την αφήγησή του, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό ο αιτητής δεν έχει στοιχειοθετήσει οποιοδήποτε λόγο για τον οποίο θα μπορούσε να του δοθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας. Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]».
Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).
Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).
Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619. .
Ο αρμόδιος λειτουργός του E.U.A.A., διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, δεν ανευρεθήκαν πηγές που να καταγράφουν οιαδήποτε ένοπλη σύγκρουση, εσωτερική ή μη, στη χώρα, κατάληξη η οποία επιβεβαιώνεται και από τo War Watch, μια πρωτοβουλία της «Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights» για τον προσδιορισμό και την καταγραφή των ενόπλων συγκρούσεων, όπου η Λιβερία δεν συμπεριλαμβάνεται στις χώρες που αντιμετωπίζουν εσωτερικές και/ή εξωτερικές ένοπλες συγκρούσεις.[1]
Η ανωτέρω εικόνα επιβεβαιώνεται και από αριθμητικά και ποιοτικά δεδομένα της πύλης ACLED (Armed Conflict Location & Event Data Project) ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού με έργο τη συλλογή, ανάλυση και χαρτογράφηση δεδομένων σχετικά με τις ημερομηνίες, τους δρώντες, τις τοποθεσίες, τους θανάτους και τους τύπους όλων των καταγεγραμμένων γεγονότων πολιτικής βίας και διαμαρτυρίας σε παγκόσμια κλίμακα, στη διάρκεια ενός έτους (Past year of ACLED Data) και συγκεκριμένα με ημερομηνία καταγραφής το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 30/04/2026), όσον αφορά την κομητεία Montserrado, στην οποία και βρίσκεται η Greater Monrovia και συγκεκριμένα η Gardnersville, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή, έχουν καταγραφεί 10 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 4 θάνατοι.[2] Σημειώνεται ότι σύμφωνα με εκτιμήσεις για το έτος 2022, ο πληθυσμός της Λιβερίας ανέρχεται σε 5,250,187 κατοίκους[3], και ο πληθυσμός της Montserrado ανέρχεται στα 1,920,965[4].
Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, ενήλικος, υγιής, απόφοιτος πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, πλήρως ικανός προς εργασία και χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας . Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα.
Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Συνεπώς, ο ισχυρισμός της ευπαίδευτης συνηγόρου του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτεται στο σύνολό του.
Η συνήγορος του αιτητή στα πλαίσια της Γραπτής της Αγόρευσης, προβάλλει πως η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας. Η συνήγορος των καθ' ων η αίτηση αντιτείνει ότι όλες οι ενέργειες των καθ' ων η αίτηση είναι πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένες κατά τρόπο που καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος.
Η αιτιολόγηση των αποφάσεων της διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (Γρηγορόπουλος κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, (1997) 4 ΑΑΔ 1414).
Μέσα από την αιτιολογία του οργάνου θα πρέπει να διαφαίνεται ο συλλογισμός του, ο οποίος οδήγησε στην προσβαλλόμενη απόφαση ή τουλάχιστον να υπάρχουν στοιχεία στον φάκελο της υπόθεσης που να μπορούν να συμπληρώσουν την αιτιολογία της απόφασης του αρμόδιου οργάνου (βλ. Στέφανος Φράγκου v. Κυπριακή Δημοκρατίας, (1998) 3ΑΑΔ 270).
Η αιτιολογία της απόφασης του διοικητικού οργάνου συμπληρώνεται από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου (άρθρο 29 του Ν. 158 (Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371). Η δυνατότητα αυτή υπάρχει όταν τα στοιχεία που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου συνδέονται με την απόφαση και αποκαλύπτουν τους λόγους που οδήγησαν στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97). Συνεπώς, από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση και ως εκ τούτου ο προβαλλόμενος ισχυρισμός απορρίπτεται.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα της αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια σε όλα τα στάδια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού του E.U.A.A., στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφαση είναι απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας και των εξουσιών του αρμόδιου οργάνου.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] War Watch, Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights, Liberia, διαθέσιμο στο: https://warwatch.ch/explore/
[2] Πλατφόρμα ACLED Explorer, Country: Liberia, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη στο: https://acleddata.com/platform/explorer
[3] City Population, Liberia, διαθέσιμο στο: https://www.citypopulation.de/en/liberia/
[4] City Population, Liberia - Montserrado, διαθέσιμο στο: https://www.citypopulation.de/en/liberia/
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο