ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 4782/24
07 Απριλίου 2026
[ Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
J.J.K.T
Αιτητής
ΚΑΙ
Κυπριακής Δημοκρατίας,
μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
........
Ελισάβετ Φ. Κονοσίδου (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή
Κατερίνα Χρυσοστόμου (κα) Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π. Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή, αξιώνει την ακύρωση της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 11.10.2024, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 12/11/2024, και με την οποία έλαβε γνώση της απόρριψης της αίτησής του για παραχώρηση σε αυτόν καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 και 19 του Περί Προσφύγων Νόμου.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Όπως εκτίθεται στην ένσταση που καταχωρίστηκε από τους Καθ’ ων η Αίτηση και όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φακέλου (εφεξής «Δ.Φ.») της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής, ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (ΛΔΚ).
Στις 26.04.2022 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση διεθνούς προστασίας στην Κυπριακή Δημοκρατία, προσκομίζοντας το σχετικό έντυπο της Υπηρεσίας Ασύλου, ενώ στις 26.05.2022 εκδόθηκε Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας.
Ακολούθως, στις 20.09.2024 πραγματοποιήθηκε η προσωπική συνέντευξη του Αιτητή ενώπιον αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου. Εν συνεχεία, στις 11.10.2024, ο εν λόγω λειτουργός συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή και την επιστροφή του στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.
Η εισήγηση αυτή έγινε αποδεκτή από τον αρμόδιο Προϊστάμενο αυθημερόν, ήτοι στις 11.10.2024, οπότε και εκδόθηκε η απορριπτική απόφαση, με την οποία διατάχθηκε η επιστροφή του Αιτητή. Η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 12.11.2024, ενώ στις 02.12.2024 ο Αιτητής καταχώρισε την παρούσα προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, με αριθμό 4782/2024.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΜΟΙ
Ακολούθως, δια της συνηγόρου του, ο Αιτητής παραθέτει στο εισαγωγικό δικόγραφο της διαδικασίας πλείονες λόγους ακύρωσης, χωρίς αυτοί να συνοδεύονται από σαφή αιτιολογία ή από παραπομπή σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία του διοικητικού φακέλου.
Δια της γραπτής αγόρευσης της συνηγόρου του, ο Αιτητής προωθεί ως λόγους ακύρωσης τον ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε χωρίς τη δέουσα και/ή επαρκή έρευνα, καθώς και τον ισχυρισμό ότι η απόφαση στερείται επαρκούς και δέουσας αιτιολογίας.
Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση, διά της γραπτής τους αγόρευσης, υπεραμύνθηκαν της νομιμότητας και κανονικότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι η απόφαση εκδόθηκε ορθώς και νομίμως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής άσκησης των εκ του νόμου παρεχόμενων εξουσιών, αφού ελήφθησαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Περαιτέρω, υποστηρίζουν ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ:
Καταρχάς, θα πρέπει να λεχθεί ότι ο συνήγορος του Αιτητή, παρόλο που επικαλείται πολλούς λόγους ακυρώσεως στο δικόγραφο της αίτησης ακυρώσεως, εντέλει οι λόγοι αυτοί δεν αναπτύσσονται στην ολότητά τους εντός της γραπτής του αγόρευσης. Περαιτέρω παρατηρώ ότι, οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο Αιτητής εν πολλοίς δεν αιτιολογούνται ή εξειδικεύονται και τα θέματα που εγείρονται στη γραπτή του αγόρευση εγείρονται με γενικότητα και αοριστία.
Σύμφωνα με τον Κανονισμό 7, του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, κάθε διάδικος υποχρεούται να εκθέτει με τις έγγραφες προτάσεις του τα νομικά σημεία επί των οποίων στηρίζεται, αιτιολογώντας ταυτόχρονα αυτά πλήρως. Έχει κατ' επανάληψιν αποφασιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο πως δεν εξετάζονται νομικοί ισχυρισμοί οι οποίοι δεν τέθηκαν επακριβώς στην προσφυγή (βλ. Δημοκρατία ν. Κουκκουμά (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Οικονόμου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 530 , Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598). Η δικογραφία αποτελεί το μέσο προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων και απαιτείται η αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως για την εξέταση των λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο (βλ. Δημοκρατία ν. Ιωσηφίδη (2013) 3 Α.Α.Δ. 59). Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερα συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης επί της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανώτατου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962 όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως (βλ. Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384, ANKIT v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 29/2021, 4/10/2021).
Επίσης, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι λόγοι προσφυγής που δεν αναπτύσσονται στο πλαίσιο της αγόρευσης του αιτητή θεωρούνται εγκαταλειφθέντες. Το ίδιο ισχύει και για τους λόγους σε σχέση με τους οποίους δεν προβάλλεται οποιαδήποτε επιχειρηματολογία προς υποστήριξή τους (Βλ. Kokos Athanasiou Motors Ltd v. Δημοκρατίας (2000) 3 ΑΑΔ 21, Υπόθ. Αρ. 1073/2004, Γεωργίας Αντωνίου κ.α. ν. Δημοκρατίας, μέσω Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ημερ. 6/2/2007).
Το γεγονός ότι το παρόν Δικαστήριο είναι δικαστήριο που εξετάζει όχι μόνο τη νομιμότητα αλλά και την ορθότητα των διοικητικών πράξεων, οι οποίες απαριθμούνται στο εδάφιο (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, δεν αναιρεί την πιο πάνω υποχρέωση του αιτητή (Υπόθ. Αρ. 889/20, N. I. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθυντή Υπηρεσίας Ασύλου, ημερ. 31/8/2021). Πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια και πληρότητα σε τί συνίσταται η συγκεκριμένη παραβίαση που προτείνεται στο νομικό σημείο. Η ακρίβεια βοηθά στην καθαρότητα του δικαστικού λόγου και στην τελεσφόρηση της υπόθεσης κατά τον ορθό και ταχύτερο τρόπο (Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 95/2012, ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ ν. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, ημερ. 6/7/2018).
Περαιτέρω, και εάν ακόμη το παρόν Δικαστήριο εξαντλώντας την επιείκειά του εξετάσει τους λόγους ακύρωσης που προωθεί ο Αιτητής, είναι κρίσιμο και απαραίτητο να καταστεί αντιληπτό ότι η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής τέτοιων ισχυρισμών. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο στις περιπτώσεις που απαριθμούνται υπό του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 [Ν. 73(I)/2018, ως έχει τροποποιηθεί], ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία. Ως εκ τούτου, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει την ουσιαστική ορθότητα της επίδικης πράξεως, δυνάμενο να προβεί σε νέα εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και των στοιχείων του φακέλου και αποφαίνεται αιτιολογημένα επί των αιτήσεων διεθνούς προστασίας του εκάστοτε προσφεύγοντος (στο πλαίσιο πάντα που καθορίζουν οι ισχυρισμοί του εκάστοτε αιτητή).
Συνεπώς, η απλή επίκληση πλημμελειών ή παραβιάσεων γενικών αρχών Διοικητικού Δικαίου, δεν επαρκεί από μόνη της για να ανατρέψει την επίδικη απόφαση. Ο αιτητής θα πρέπει να επεξηγεί τη βλάβη που επήλθε στον ίδιο και να προβάλλει, στο πλαίσιο της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας (βλ. αποφάσεις ΣτΕ 3067/2013, 521/2010, 2650/2009).
Ως εκ των άνω, όλοι οι λόγοι ακυρώσεως κρίνονται ως γενικοί, αόριστοι και αλυσιτελείς, συνεπώς, απορρίπτονται στο σύνολό τους.
Κατόπιν των ανωτέρω, θα προχωρήσω στην εξέταση του γενικού ισχυρισμού που προβάλλει ο συνήγορος του Αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας, λαμβανομένου υπόψιν ότι σύμφωνα με τον Περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018, Ν.73(Ι)/2018, το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό οφείλεται στο ότι η παρούσα υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 (2) και (3) του Περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν.73(Ι)/2018, οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου της νομιμότητας και ορθότητας της πράξης.
Έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. Περαιτέρω, η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλές συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371, Motorways Ltd v. Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).
Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέγει και εξετάζει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέχει ο Αιτητής, όπως αυτά καταγράφονται στην Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού και προκύπτουν από τον Διοικητικό Φάκελο (εφεξής «Δ.Φ.») της Υπηρεσίας Ασύλου, και τα οποία δεν αμφισβητούνται ως προς την καταγραφή τους, ο Αιτητής, κατά την υποβολή της αίτησής του, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας εξαναγκαστικού γάμου.
Όπως ανέφερε, ανατράφηκε στην οικία των παππούδων του και, παράλληλα, τελούσε υπό τη φροντίδα ιδιωτικού δασκάλου, ο οποίος τον φρόντιζε από την παιδική του ηλικία και κάλυπτε τα δίδακτρα της εκπαίδευσής του, από την πρωτοβάθμια έως και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Μετά την αποφοίτησή του, ο εν λόγω δάσκαλος, τον οποίο ο Αιτητής θεωρούσε ως θείο του, προέβη σε πρόταση γάμου προς αυτόν, την οποία ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε.
Πρόσθεσε, περαιτέρω, ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του με τη συνδρομή ιερέα της εκκλησίας, καθότι ο εν λόγω δάσκαλος τον απειλούσε (βλ. ερ. 21 Δ.Φ.).
Κατά τη συνέντευξη ευαλωτότητας (ερ. 12–20 Δ.Φ.), ο Αιτητής δήλωσε ότι τον Ιούλιο του 2021 ενεπλάκη σε ατύχημα. Ειδικότερα, ανέφερε ότι, κατά το εν λόγω περιστατικό, τραυμάτισε άλλο πρόσωπο στην περιοχή των οφθαλμών, ενώ επέβαινε σε μοτοσικλέτα.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, έκτοτε η οικογένεια του τραυματία τον αναζητούσε. Περαιτέρω, δήλωσε ότι μετοίκησε σε άλλη κοινότητα, καθότι η οικογένεια του τραυματία διέθετε ισχυρή επιρροή. Τέλος, πρόσθεσε ότι η οικογένειά του αποφάσισε την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του, με σκοπό τη διασφάλιση της ασφάλειάς του.
Κατά τη διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και ότι γεννήθηκε στην επαρχία Kasai, ενώ διέμενε στην Kinshasa από το έτος 2018 έως ότου εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του. Ως προς το θρήσκευμά του, ανέφερε ότι είναι Χριστιανός Καθολικός. Δήλωσε, περαιτέρω, ότι είναι άγαμος και άτεκνος.
Σε σχέση με το μορφωτικό του επίπεδο, ο Αιτητής ανέφερε ότι είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ότι φοίτησε για δύο έτη σε πανεπιστημιακό ίδρυμα, χωρίς ωστόσο να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Ομιλεί Lingala, γαλλικά και Tshiluba, καθώς και περιορισμένα αγγλικά, ενώ κατανοεί σε βασικό βαθμό την ελληνική γλώσσα.
Όσον αφορά την πατρική του οικογένεια, δήλωσε ότι οι γονείς του διαμένουν στην περιοχή Kasai, στη ΛΔΚ. Πρόσθεσε ότι έχει τρεις αδελφές και πέντε αδελφούς, οι οποίοι διαμένουν στην Kinshasa. Σε ερώτηση αναφορικά με την επαγγελματική του δραστηριότητα στη ΛΔΚ, ο Αιτητής δήλωσε ότι εργάστηκε ως οδηγός ταξί. Τέλος, κατά την παραμονή του στην Κυπριακή Δημοκρατία, ανέφερε ότι εργάστηκε σε πρατήριο καυσίμων, ως βοηθός μάγειρα σε ξενοδοχείο και σε πλυντήριο αυτοκινήτων.
Κληθείς να εξηγήσει τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα του (βλ. ερ. 48–49 Δ.Φ.), ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω απειλών κατά της ζωής του, οι οποίες συνδέονται με την εργασία του ως οδηγού ταξί.
Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι, ενώ κινείτο με μοτοσικλέτα μεταφέροντας πελάτη, ανήλικος επιχείρησε να διασχίσει τον δρόμο και συγκρούστηκε μαζί του, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του ανηλίκου στο μάτι.
Ο Αιτητής δήλωσε ότι, αμέσως μετά το περιστατικό, συγκεντρώθηκε πλήθος ατόμων, τα οποία του επιτέθηκαν και τον ξυλοκόπησαν σοβαρά. Όταν έφθασε η αστυνομία, κάποια άτομα τον βοήθησαν να διαφύγει από το σημείο. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι ο πατέρας του ανηλίκου υπέβαλε καταγγελία στην αστυνομία, η οποία προέβη σε έρευνες στο σημείο του ατυχήματος, χωρίς όμως να τον εντοπίσει, καθώς είχε ήδη διαφύγει. Ωστόσο, εντοπίστηκαν η μοτοσικλέτα του, καθώς και ο πελάτης που επέβαινε μαζί του.
Περαιτέρω, δήλωσε ότι οι αρχές διερεύνησαν τον τόπο διαμονής του, πλην όμως είχε ήδη εγκαταλείψει την οικία του, καθότι το περιστατικό σημειώθηκε πλησίον αυτής και δεν μπορούσε να επιστρέψει. Ανέφερε ότι οι αρχές απέστειλαν επανειλημμένες κλήσεις προς παρουσία του στο αστυνομικό τμήμα, στις οποίες δεν ανταποκρίθηκε, λόγω φόβου σύλληψης. Πρόσθεσε δε ότι πληροφορήθηκε από συναδέλφους οδηγούς ότι ο πατέρας του ανηλίκου ήταν στρατιωτικός και ότι, σε περίπτωση παρουσίας του στις αρχές, θα συλλαμβανόταν άμεσα.
Επιπλέον, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο πατέρας του ανηλίκου φέρεται να κατέβαλε χρηματικά ποσά σε τρίτα πρόσωπα που ανήκαν στην ομάδα «Kuluna», με σκοπό να τον εντοπίσουν και να τον ξυλοκοπήσουν ή να τον οδηγήσουν ενώπιόν του. Κατόπιν τούτων, και αφού ενημέρωσε την οικογένειά του για την κατάσταση, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο. Ως εκ τούτου, αποφασίστηκε η αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του.
Ακολούθως, κληθείς να διευκρινίσει τον λόγο για τον οποίο δεν παρέμεινε στο σημείο ώστε να παράσχει βοήθεια στον ανήλικο, ο Αιτητής δήλωσε ότι διέφυγε για να σώσει τη ζωή του, καθότι είχε δεχθεί χτυπήματα. Πρόσθεσε ότι είχε σκοπό να επιστρέψει και να βοηθήσει τον ανήλικο, πλην όμως, όταν πληροφορήθηκε ότι ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός, κρύφτηκε.
Ερωτηθείς πώς γνωρίζει ότι ο πατέρας του ανηλίκου ήταν στρατιωτικός, ο Αιτητής δήλωσε ότι το πληροφορήθηκε από συναδέλφους του, οι οποίοι το αντιλήφθηκαν κατά την άφιξή του στο σημείο, καθώς φορούσε στρατιωτική στολή.
Ερωτηθείς γιατί διέφυγε από το σημείο και δεν παρέμεινε ώστε να εξηγήσει στην αστυνομία τι είχε συμβεί, δήλωσε ότι δεν μπορούσε να παραμείνει, καθότι είχε δεχθεί σοβαρό ξυλοδαρμό. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η αστυνομία είχε αποστείλει δύο ή τρεις φορές κλήσεις προς εμφάνισή του, ωστόσο, όπως δήλωσε, δεν κατέχει τα εν λόγω έγγραφα. Πρόσθεσε δε ότι συνελήφθη ο αδελφός του, λόγω ομοιότητας με τον ίδιο, πλην όμως αφέθηκε ελεύθερος.
Αναφορικά με το τι εκτιμά ότι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ, δήλωσε ότι θα αντιμετωπίσει πρόβλημα με τον πατέρα του ανηλίκου. Τέλος, σε παρατήρηση του λειτουργού ότι, κατά την καταγραφή της αίτησης ασύλου, είχε δηλώσει ότι εγκατέλειψε τη ΛΔΚ εξαιτίας αναγκαστικού γάμου, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν ήταν παντρεμένος και ότι δεν είχε προβεί σε τέτοια δήλωση.
Κατά την αποτίμηση των ισχυρισμών του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός εντόπισε τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς.
Ο πρώτος ισχυρισμός αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, καθώς και τον τόπο τελευταίας διαμονής του, στοιχεία τα οποία έγιναν αποδεκτά.
Ο δεύτερος ισχυρισμός αφορά σε φερόμενο περιστατικό, κατά το οποίο ο Αιτητής τραυμάτισε ανήλικο με τη μοτοσικλέτα του. Ο ισχυρισμός αυτός δεν έγινε αποδεκτός, καθότι ο λειτουργός έκρινε ότι εντοπίστηκαν ουσιώδεις αντιφάσεις στους ισχυρισμούς του Αιτητή, καθώς και αδυναμία επαρκούς αιτιολόγησής τους.
Ειδικότερα, ο λειτουργός καταγράφει ότι ο Αιτητής, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ευαλωτότητας, δεν ανέφερε ότι το πρόσωπο που τραυμάτισε ήταν ανήλικος, σε αντίθεση με όσα ισχυρίστηκε κατά τη συνέντευξη ασύλου. Επιπροσθέτως, κατά τη συνέντευξη ευαλωτότητας ανέφερε ότι η οικογένεια του προσώπου αυτού τον αναζητούσε και διέθετε ισχυρές διασυνδέσεις, λόγω των οποίων αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, καθότι δεν ήταν ασφαλής.
Αντιθέτως, κατά τη συνέντευξη ασύλου, ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω του ότι ο πατέρας του ανηλίκου τον αναζητούσε, ότι είχε προσφέρει αμοιβή για τον εντοπισμό του, ότι είχε προβεί σε καταγγελία εναντίον του, καθώς και ότι οι αρχές της χώρας τον αναζητούσαν.
Περαιτέρω, ο λειτουργός εντόπισε αλλεπάλληλες αντιφάσεις στους ισχυρισμούς του Αιτητή, ενώ ο τελευταίος δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς εξηγήσεις. Συγκεκριμένα, ενώ αρχικά ανέφερε ότι διέμενε στην ίδια κατοικία και τοποθεσία από το έτος 2018 έως και το 2021, οπότε και εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι είχε αλλάξει τόπο και κατοικία διαμονής.
Επιπλέον, ο Αιτητής ανέφερε ότι κατά τους τελευταίους μήνες πριν από την αναχώρησή του διατηρούσε μια κανονική καθημερινότητα, χωρίς να αναφέρει ότι αντιμετώπιζε οποιονδήποτε φόβο ή ότι κρυβόταν ή απειλείτο από οποιοδήποτε πρόσωπο.
Περαιτέρω, δήλωσε ότι προέβη στην έκδοση του διαβατηρίου του μέσω των νόμιμων διαδικασιών, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την έκδοση ή παραλαβή του.
Τέλος, ανέφερε ότι δέχθηκε επίθεση στον δρόμο και ότι η αστυνομία, ανταποκρινόμενη στις φωνές του, συνέλαβε τα πρόσωπα που τον είχαν χτυπήσει. Ωστόσο, παρά ταύτα, ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να μεταβεί στην αστυνομία, λόγω της εκκρεμούσας καταγγελίας εις βάρος του, αλλά περιορίστηκε στην παραλαβή του διαβατηρίου του και στην επιστροφή του στην οικία του, γεγονός που αντίκειται στους λοιπούς ισχυρισμούς του.
Επιπλέον, σύμφωνα με τον αρμόδιο λειτουργό, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει επαρκώς τους ισχυρισμούς του. Ειδικότερα, ενώ ισχυρίζεται ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω του φερόμενου περιστατικού κατά το οποίο τραυμάτισε ανήλικο με τη μοτοσικλέτα του, ουδέποτε παρουσιάστηκε στις αρμόδιες αρχές προκειμένου να δώσει τη δική του εκδοχή των γεγονότων, παρά το ότι, κατά τους ισχυρισμούς του, επρόκειτο περί ατυχήματος.
Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι επήλθε οποιαδήποτε δυσμενής συνέπεια εις βάρος του ιδίου ή της οικογένειάς του, πέραν του ισχυρισμού ότι συνελήφθη ο αδελφός του λόγω ομοιότητας, ο οποίος όμως αφέθηκε άμεσα ελεύθερος μόλις διαπιστώθηκε η ταυτότητά του.
Επιπροσθέτως, ο Αιτητής δεν αιτιολόγησε επαρκώς γιατί, ενώ δεν είχε δεχθεί προσωπικές απειλές ούτε υπέστη οποιαδήποτε βλάβη ο ίδιος ή η οικογένειά του μετά το επίμαχο περιστατικό, εντούτοις επέλεξε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του χωρίς να παρουσιαστεί ενώπιον της αστυνομίας.
Περαιτέρω, δεν ήταν σε θέση να παράσχει σαφείς και ικανοποιητικές εξηγήσεις ως προς κρίσιμα σημεία των ισχυρισμών του, και δη:
- πώς συγκεντρώθηκαν τρίτα πρόσωπα στο σημείο του περιστατικού,
- πώς, ενώ δέχθηκε επίθεση από ορισμένα άτομα, άλλα τον βοήθησαν να διαφύγει,
- καθώς και για ποιο λόγο δεν παρέμεινε στο σημείο είτε για να παράσχει βοήθεια στον τραυματία ανήλικο είτε για να εξηγήσει τα γεγονότα στις αρχές.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, κρίθηκε ότι, λόγω της ιδιωτικής φύσης του, δεν υφίστανται διαθέσιμες και αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης που να δύνανται να τον επιβεβαιώσουν. Ως εκ τούτου, τα όσα προβάλλει ο Αιτητής αποτελούν το μοναδικό αποδεικτικό μέσο προς υποστήριξη του αιτήματός του, χωρίς να συντρέχουν εύλογοι και αντικειμενικοί λόγοι που να δικαιολογούν περαιτέρω διερεύνηση μέσω εξωτερικών πηγών.
Τέλος, επισημαίνεται ότι ο Αιτητής δεν προσκόμισε οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο προς ενίσχυση των ισχυρισμών του.
Ο τρίτος ισχυρισμός αφορά τον φερόμενο φόβο του Αιτητή ότι καταζητείται από τις αρχές της χώρας καταγωγής του, καθώς και ότι ο πατέρας του ανηλίκου τον αναζητεί. Ο ισχυρισμός αυτός δεν έγινε αποδεκτός, καθότι ο λειτουργός έκρινε ότι εντοπίστηκαν ουσιώδεις αντιφάσεις στους ισχυρισμούς του Αιτητή, ενώ ο τελευταίος δεν ήταν σε θέση να τους αιτιολογήσει επαρκώς.
Ειδικότερα, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο πατέρας του ανηλίκου υπέβαλε καταγγελία εναντίον του και ότι η αστυνομία απέστειλε επανειλημμένες κλήσεις προς παρουσία του, στις οποίες δεν ανταποκρίθηκε λόγω φόβου σύλληψης. Ωστόσο, σε μεταγενέστερο στάδιο της συνέντευξης, ενώ επισημάνθηκε ότι ένας από τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του ήταν ότι οι αρχές τον αναζητούσαν, ο ίδιος αρνήθηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα για τον λόγο αυτό.
Περαιτέρω, ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω του περιστατικού με τον τραυματισμό του ανηλίκου, σε άλλους ισχυρισμούς του ανέφερε ότι αναχώρησε με σκοπό να φοιτήσει σε πανεπιστήμιο στις κατεχόμενες περιοχές. Κατόπιν επισήμανσης της αντίφασης από τον λειτουργό, επιβεβαίωσε ότι η αναχώρησή του συνδεόταν με πρόθεση σπουδών και ότι πράγματι φοίτησε σε πανεπιστήμιο, προσθέτοντας ότι διέκοψε τη φοίτησή του λόγω οικονομικών δυσκολιών και ακολούθως αποφάσισε να μεταβεί στις ελεύθερες περιοχές, προκειμένου να διασφαλίσει την ασφάλειά του.
Επιπλέον, ενώ ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα λόγω φόβου σύλληψης από τις αρχές, σε ερώτηση αναφορικά με τις συνέπειες ενδεχόμενης επιστροφής του, ανέφερε ότι θα αντιμετωπίσει πρόβλημα με τον πατέρα του ανηλίκου. Σε συναφές ερώτημα κατά πόσον οι αρχές θα του επέτρεπαν την είσοδο στη χώρα καταγωγής του, απάντησε ότι δύναται να επιστρέψει, πλην όμως ενδέχεται να αντιμετωπίσει προβλήματα από την οικογένεια του ανηλίκου, καθότι ο πατέρας του φέρεται να είναι στρατιωτικός και, ως εκ τούτου, θα μπορούσε να τον εντοπίσει.
Ο λειτουργός επισημαίνει, περαιτέρω, ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 28.11.2021, ενώ το επίμαχο περιστατικό φέρεται να έλαβε χώρα κατά τους μήνες Ιούνιο–Ιούλιο 2021, χωρίς να προκύπτει ότι, κατά το μεσοδιάστημα, αναζητήθηκε ή εντοπίστηκε από οποιοδήποτε πρόσωπο ή αρχή.
Επιπροσθέτως, σημειώνεται ότι ο Αιτητής δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την έξοδό του από τη χώρα καταγωγής του, ούτε συνελήφθη ή κρατήθηκε από τις αρχές.
Τέλος, παρατηρείται ανακολουθία ως προς την ιδιότητα του πατέρα του ανηλίκου, καθότι στην αίτηση διεθνούς προστασίας αναφέρεται ως αξιωματικός, ενώ κατά τη συνέντευξη ο Αιτητής τον χαρακτήρισε ως στρατιωτικό. Περαιτέρω, οι σχετικές πληροφορίες προέρχονται αποκλειστικά από τρίτα πρόσωπα, δεδομένου ότι ο Αιτητής ουδέποτε γνώρισε τον πατέρα του ανηλίκου και ούτε ο ίδιος ούτε η οικογένειά του έλαβαν οποιαδήποτε άμεση απειλή από αυτόν.
Ενώ ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του ήταν η έκδοση δύο έως τριών ενταλμάτων σύλληψης εναντίον του από την αστυνομία, δεν ήταν σε θέση να διευκρινίσει ούτε τον ακριβή αριθμό των ενταλμάτων ούτε τον χρόνο έκδοσής τους.
Τέλος, ο λειτουργός σημειώνει ότι, εφόσον δεν έγινε αποδεκτό το φερόμενο περιστατικό κατά το οποίο ο Αιτητής τραυμάτισε τον ανήλικο, δεν δύναται να γίνει αποδεκτός ούτε ο συναφής ισχυρισμός περί φόβου σύλληψης από τις αρχές της χώρας καταγωγής του, ούτε ότι ο πατέρας του ανηλίκου τον αναζητεί.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός έκρινε ότι, λόγω της ιδιωτικής φύσης του, δεν υφίστανται διαθέσιμες και αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης που να δύνανται να τον επιβεβαιώσουν. Ως εκ τούτου, τα όσα προβάλλει ο Αιτητής αποτελούν το μοναδικό αποδεικτικό μέσο προς υποστήριξη του αιτήματός του, χωρίς να συντρέχουν εύλογοι και αντικειμενικοί λόγοι που να δικαιολογούν περαιτέρω διερεύνηση μέσω εξωτερικών πηγών. Επιπλέον, ο Αιτητής δεν προσκόμισε οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο προς ενίσχυση των ισχυρισμών του.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, επί τη βάσει των αποδεκτών στοιχείων και λαμβανομένων υπόψη των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή, του γεγονότος ότι δεν έχει υποστεί στη χώρα καταγωγής του οποιαδήποτε μορφή δίωξης ή σοβαρής βλάβης, καθώς και της κατάστασης ασφαλείας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, και δη στην Kinshasa, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση, κρίθηκε ότι δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του ιδίου Νόμου.
Ειδικότερα, ως προς τις προϋποθέσεις του άρθρου 19(2)(α) και (β), κρίθηκε ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας.
Περαιτέρω, ως προς την προϋπόθεση του άρθρου 19(2)(γ), κρίθηκε ότι δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του Αιτητή, λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, καθότι η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό δεν τελεί, κατά τον κρίσιμο χρόνο, υπό συνθήκες τέτοιας σύρραξης.
Αξιολογώντας τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω υπό το φως των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την έκθεση και εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς του Αιτητή, όπως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά τη διοικητική διαδικασία όσο και ενώπιόν μου στη δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής συμπεράσματα.
Όσον αφορά τη ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής, το Δικαστήριο υιοθετεί τη διαπιστωθείσα κρίση των Καθ’ ων η Αίτηση περί του ότι ο Αιτητής τεκμηρίωσε με επάρκεια τα λεγόμενά του και όσα ο ίδιος ανέφερε ήταν σύμφωνα με πληροφορίες από διεθνείς πηγές πληροφόρησης.
Το Δικαστήριο, εξετάζοντας σωρευτικά τον δεύτερο και τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι αφενός το φερόμενο περιστατικό τραυματισμού ανηλίκου με μοτοσικλέτα και αφετέρου τον συνακόλουθο ισχυριζόμενο φόβο σύλληψης από τις αρχές της χώρας καταγωγής του και αναζήτησής του από τον πατέρα του ανηλίκου, καταλήγει ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν είναι αξιόπιστοι και συντάσσεται με τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού, ως αυτά αποτυπώνονται στην Έκθεση-Εισήγηση.
Ειδικότερα, από το περιεχόμενο του Διοικητικού Φακέλου και της προσωπικής συνέντευξης του Αιτητή προκύπτουν ουσιώδεις, επαναλαμβανόμενες και μη επαρκώς αιτιολογημένες αντιφάσεις, οι οποίες πλήττουν τον πυρήνα της αξιοπιστίας του αφηγήματός του. Καταρχάς, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο Αιτητής προέβαλε μεταβαλλόμενους ισχυρισμούς ως προς τον λόγο εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του. Ενώ αρχικά απέδωσε την αναχώρησή του στο επίμαχο περιστατικό και στον συναφή φόβο σύλληψης, εντούτοις σε μεταγενέστερο στάδιο ανέφερε ότι αναχώρησε με σκοπό τη φοίτηση σε πανεπιστήμιο στις κατεχόμενες περιοχές, επιβεβαιώνοντας ότι πράγματι φοίτησε για κάποιο χρονικό διάστημα, προτού διακόψει τις σπουδές του για οικονομικούς λόγους. Η εν λόγω μεταβολή δεν δύναται να θεωρηθεί επουσιώδης, καθότι αφορά τον ίδιο τον λόγο φυγής και υπονομεύει τη συνοχή και αξιοπιστία των ισχυρισμών του.
Περαιτέρω, διαπιστώνεται ουσιώδης ασυνέπεια ως προς τον ισχυριζόμενο κίνδυνο από τις αρχές της χώρας καταγωγής του. Ο Αιτητής, αφενός, ισχυρίστηκε ότι η αστυνομία τον αναζητούσε και είχε αποστείλει επανειλημμένες κλήσεις προς παρουσία του, στις οποίες δεν ανταποκρίθηκε, αφετέρου όμως δήλωσε ρητώς ότι ουδέποτε συνελήφθη ή κρατήθηκε, ούτε αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την έξοδό του από τη χώρα καταγωγής του. Επιπλέον, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με σαφήνεια ούτε τον αριθμό ούτε τον χρόνο έκδοσης των φερόμενων κλήσεων ή ενταλμάτων, ενώ παραδέχθηκε ότι δεν κατέχει οποιοδήποτε σχετικό αποδεικτικό στοιχείο.
Ανακολουθίες προκύπτουν και ως προς την ταυτότητα και τον ρόλο του φερόμενου διώκτη. Ο Αιτητής άλλοτε αναφέρεται γενικώς σε οικογένεια με ισχυρές διασυνδέσεις και άλλοτε ειδικώς στον πατέρα του ανηλίκου ως στρατιωτικό, χωρίς να είναι σε θέση να παράσχει άμεση και προσωπική γνώση των εν λόγω στοιχείων, καθότι, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε, ουδέποτε γνώρισε τον εν λόγω πατέρα και οι σχετικές πληροφορίες του προέρχονται αποκλειστικά από τρίτα πρόσωπα. Περαιτέρω, ούτε ο ίδιος ούτε η οικογένειά του έλαβαν οποιαδήποτε άμεση απειλή ή υπέστησαν οποιαδήποτε βλάβη από το εν λόγω πρόσωπο.
Το Δικαστήριο λαμβάνει, επίσης, υπόψη τη συμπεριφορά του Αιτητή, η οποία δεν συνάδει με το προβαλλόμενο προφίλ προσώπου που αντιμετωπίζει πραγματικό και άμεσο κίνδυνο. Παρά το ότι ο ίδιος χαρακτήρισε το περιστατικό ως ατύχημα, δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια συνεργασίας με τις αρχές, ούτε παρέμεινε στο σημείο για να παράσχει βοήθεια στον τραυματία ανήλικο, αλλά αντιθέτως επέλεξε να διαφύγει και να αποκρύπτεται. Η δε αιτιολόγηση που προβάλλει περί φόβου, λόγω της φερόμενης ιδιότητας του πατέρα του ανηλίκου, δεν κρίνεται πειστική, ιδίως ενόψει του ότι δεν προκύπτει οποιαδήποτε μεταγενέστερη στοχοποίησή του, ενώ κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την αναχώρησή του φαίνεται να διατηρούσε κανονική καθημερινότητα.
Επιπλέον, το Δικαστήριο επισημαίνει τις αντιφάσεις που εντοπίζονται ως προς επιμέρους στοιχεία του περιστατικού, όπως η ιδιότητα του τραυματία, η έκταση του τραυματισμού, καθώς και οι συνθήκες υπό τις οποίες διέφυγε από το σημείο, χωρίς να παρέχει συνεκτική και πειστική εξήγηση. Οι εν λόγω αποκλίσεις δεν δύνανται να αποδοθούν σε απλή ασάφεια ή ατελή μνήμη, αλλά αφορούν ουσιώδη στοιχεία του αφηγήματος.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός περί του φερόμενου περιστατικού δεν καθίσταται αξιόπιστος. Κατά συνέπεια, ο τρίτος ισχυρισμός, ο οποίος ερείδεται επί του ίδιου πραγματικού πυρήνα, ήτοι στον ισχυριζόμενο φόβο σύλληψης και αναζήτησης από τον πατέρα του ανηλίκου, δεν δύναται επίσης να γίνει αποδεκτός.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο υπό εξέταση ισχυρισμός είναι κατ’ εξοχήν ιδιωτικής φύσης και, ως εκ τούτου, δεν προσφέρεται για επιβεβαίωση μέσω αντικειμενικών πηγών πληροφόρησης. Υπό τα δεδομένα αυτά, τα προβαλλόμενα από τον Αιτητή αποτελούν το μοναδικό αποδεικτικό μέσο, χωρίς ο ίδιος να έχει προσκομίσει οποιοδήποτε στοιχείο προς ενίσχυσή τους. Ενόψει τούτου, και λαμβανομένης υπόψη της έλλειψης εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών του, δεν συντρέχουν λόγοι που να επιβάλλουν περαιτέρω διερεύνηση της βασιμότητάς τους μέσω εξωτερικών πηγών.
Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, η ανάγκη προσφυγής σε πληροφορίες χώρας καταγωγής περιορίζεται ή καθίσταται άνευ αντικειμένου, όταν οι ισχυρισμοί του αιτούντος κρίνονται εσωτερικά αναξιόπιστοι, καθότι η εξωτερική επιβεβαίωση προϋποθέτει έναν στοιχειωδώς αξιόπιστο πυρήνα πραγματικών περιστατικών προς διερεύνηση. (βλ. FERDINAND EBELE EWELUKWA v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 18/2023, 31/10/2024, GLORIA LUBANGAMU v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023, 5/12/2024, βλ επίσης εγχειριδίου του EASO (Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System) σελ 116)
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καταλήγει ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν στοιχειοθετούν πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του.
Συναφώς επισημαίνεται ότι ούτε μπορεί να αναγνωριστεί στον Αιτητή «το ευεργέτημα της αμφιβολίας»[1], όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων. Το ευεργέτημα της αμφιβολίας δίδεται μόνο εκεί όπου ο αιτητής έχει υποβάλει όλα τα διαθέσιμα σε αυτόν στοιχεία σε σχέση με την αίτησή του, τα οποία έχουν ελεγχθεί και, ο αρμόδιος λειτουργός ή/και ο Προϊστάμενος ικανοποιούνται ότι είναι γενικά αξιόπιστος[2]. Εν προκειμένω, ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε είτε στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας είτε της παρούσας διαδικασίας οποιοδήποτε ειδικό ισχυρισμό περί δίωξης. Όπως έχει εξάλλου νομολογηθεί, κρίση επί της αξιοπιστίας αιτητή και έγερση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο της αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή. (Βλ. σχετικά απόφαση στην υπόθεση Amiri v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά. (2009) 3 ΑΑΔ 358, καθώς και την απόφαση του Δικαστηρίου τούτου στην υπόθεση Khalil v. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 466/2010, 28.9.2012).
Ως εκ τούτου, και για σκοπούς εξέτασης και υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών του Αιτητή στο εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο για τη χορήγηση διεθνούς προστασίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι ορθώς οι Καθ’ ων η Αίτηση κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δεν στοιχειοθετείται ούτε η εσωτερική ούτε η εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του Αιτητή, σε σχέση με τον δεύτερο και τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό του.
Ειδικότερα, το σύνολο των δηλώσεων του Αιτητή χαρακτηρίζεται από ουσιώδεις αντιφάσεις, ασυνέπειες και έλλειψη επαρκούς τεκμηρίωσης, στοιχεία τα οποία υπονομεύουν τη συνοχή και τη βασιμότητα του αφηγήματός του. Η περιγραφή των γεγονότων δεν φέρει τα χαρακτηριστικά συνεκτικής και βιωματικής αφήγησης, αλλά αντιθέτως παρουσιάζει σοβαρές ενδείξεις κατασκευής ή μεταγενέστερης προσαρμογής των ισχυρισμών του.
Η αξιολόγηση της αξιοπιστίας δεν προϋποθέτει απόλυτη απόδειξη της αλήθειας των ισχυρισμών του Αιτητή. Ωστόσο, απαιτεί να διαπιστωθεί ότι οι δηλώσεις του είναι συνεκτικές, επαρκώς λεπτομερείς και εύλογες, σε συνάρτηση με τα προσκομιζόμενα έγγραφα και τις διαθέσιμες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Σύμφωνα με το άρθρο 4(5)(ε) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, όπως και με το εγχειρίδιο της EUAA «Αξιολόγηση Αποδεικτικών και Αξιοπιστίας»[3] (σελ. 91 & 98), η έλλειψη συνοχής, χρονολογικής αλληλουχίας και σχετικών λεπτομερειών μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη των ισχυρισμών.
Η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες έχει ορίσει την αξιοπιστία ως εξής: «Ο αιτών άσυλο κρίνεται αξιόπιστος όταν έχει προβάλει ισχυρισμούς που παρουσιάζουν συνοχή και είναι εύλογοι, που δεν είναι αντιφατικοί με τα κοινώς γνωστά γεγονότα και κατά συνέπεια μπορεί να οδηγήσουν τον υπεύθυνο λήψης απόφασης στη δημιουργία πεποίθησης για τον βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης που εκφράζει» (UNHCR Handbook, §203–204).
Η ως άνω προσέγγιση έχει υιοθετηθεί και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση J.K. and Others v. Sweden (αρ. 59166/12, §53), όπου κρίθηκε ότι η συνοχή, η επαρκής τεκμηρίωση και η λογική συνέπεια της αφήγησης αποτελούν κρίσιμα κριτήρια αξιολόγησης της αξιοπιστίας.
Αντίστοιχα, στις υποθέσεις C-148/13 έως C-150/13 (A, B και C), μέσα από τις προτάσεις της Γενικής Εισαγγελέως Sharpston, υπογραμμίστηκε ότι:
«Η αξιοπιστία δεν κρίνεται μόνο βάσει της εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών, αλλά και από την ικανότητα του αιτητή να παρέχει επαρκείς λεπτομέρειες και να διατηρεί σταθερότητα στην περιγραφή των γεγονότων.»
Την ίδια γραμμή ακολουθεί και το Εγχειρίδιο της EUAA για την Αξιολόγηση Αποδεικτικών Στοιχείων και Αξιοπιστίας , το οποίο στην σελ. 98 αναφέρει:
«Απαιτείται αντικειμενική και ισορροπημένη εκτίμηση κατά πόσον η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει αυτό που θα ήταν εύλογα αναμενόμενο από ένα πρόσωπο στην κατάστασή του, το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.»
Περαιτέρω, στη σελ. 91 του ίδιου εγχειριδίου, επισημαίνεται ότι η απουσία στοιχειώδους χρονολογικής συνέπειας, η ασάφεια, η αδυναμία παροχής λεπτομερειών και η γενικόλογη διατύπωση αποτελούν ουσιώδεις ενδείξεις αναξιοπιστίας, όταν δεν ερμηνεύονται από ειδικά ευάλωτα χαρακτηριστικά ή αντικειμενικά εμπόδια.
Αναλόγως, η κυπριακή νομολογία, όπως στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση BOLARNINWA Emmanuel Johnson v Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση αρ. 95/2023, ημερ. 27.2.2025, επιβεβαιώνει τη θέση αυτή, καθώς τονίζει μεταξύ άλλων ότι:
«Οι ισχυρισμοί του αιτητή πρέπει να παρουσιάζουν συνοχή και αληθοφάνεια και να μην προκύπτουν αντιφάσεις και ανακρίβειες […]. Δεν παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του, ούτε τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς του με επαρκή λεπτομέρεια».
Συνεπώς, τόσο η νομολογία όσο και οι καθοδηγητικές αρχές των διεθνών και ενωσιακών οργάνων καθιστούν σαφές ότι η εσωτερική συνοχή, η παροχή λεπτομερειών, η σταθερότητα της αφήγησης και η συνέπεια με την εξωτερική πληροφόρηση αποτελούν βασικούς άξονες αξιολόγησης της αξιοπιστίας του αιτητή, επί των οποίων εδράζεται κάθε κρίση περί του βάσιμου χαρακτήρα των ισχυρισμών του.
Η αξιολόγηση στο παρόν πλαίσιο κατατείνει ότι η αφήγηση του Αιτητή, στερείται συνέπειας και εσωτερικής συνοχής, ενώ χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις, ανακρίβειες και έλλειψη ουσιωδών λεπτομερειών ως προς τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται.
Συνεπώς, υπό το φως των ανωτέρω και εφαρμόζοντας τις καθιερωμένες αρχές της EUAA, της Ύπατης Αρμοστείας και της σχετικής νομολογίας του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ, το Δικαστήριο αποδέχεται ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν πληροί τα κριτήρια αξιοπιστίας και δεν δύναται να αποτελέσει βάση για τη χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Περαιτέρω, το Δικαστήριο σημειώνει ότι δεν είναι κάθε ανακρίβεια ή ασάφεια επαρκής για να οδηγήσει αυτοτελώς στην απόρριψη μιας αίτησης διεθνούς προστασίας. Όταν όμως οι ασυνέπειες και οι ασαφείς δηλώσεις του αιτητή άπτονται του κεντρικού πυρήνα του αιτήματος – δηλαδή του φερόμενου κινδύνου δίωξης – και δεν συνοδεύονται από πειστικές εξηγήσεις ή εμπεριστατωμένη τεκμηρίωση, τότε η αναξιοπιστία του αιτητή αποκτά ουσιώδη χαρακτήρα και μπορεί θεμιτά να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης.(βλ. C. E. O. ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 113/2024)
Κατά την παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση ούτε στο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας ούτε στο παρόν στάδιο της προσφυγής να ανατρέψει τα πορίσματα της Διοίκησης αναφορικά με την έλλειψη εσωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών του ή να προσκομίσει οποιαδήποτε πρόσθετα στοιχεία ικανά να διαφοροποιήσουν ουσιωδώς το περιεχόμενο της κρίσης της Υπηρεσίας Ασύλου.
Παράλληλα, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας τηρήθηκαν πλήρως οι απαιτήσεις του Νόμου και των εφαρμοστέων ευρωπαϊκών προτύπων. Ο Αιτητής είχε τη δυνατότητα να εκθέσει ελεύθερα τους ισχυρισμούς του κατά τη διάρκεια συνέντευξης που διεξήχθη με την παρουσία αρμοδίου λειτουργού και διερμηνέα, ενώ του απευθύνθηκαν πλήθος ανοικτών ερωτήσεων αναφορικά με το αντικείμενο της αίτησής του.
Ο αρμόδιος λειτουργός, συμμορφούμενος με το άρθρο 13Α(9) του Περί Προσφύγων Νόμου, προέβη σε εξατομικευμένη και αντικειμενική αξιολόγηση των περιστάσεων του Αιτητή, λαμβάνοντας υπόψη το μορφωτικό και κοινωνικό του υπόβαθρο, τις οικογενειακές του συνθήκες, καθώς και τις αναφορές του στις φερόμενες απειλές. Η κρίση περί αναξιοπιστίας αιτητή επί του ουσιώδους ισχυρισμού του ενισχύεται όχι μόνον από τις εσωτερικές αντιφάσεις, αλλά και από την έλλειψη τεκμηρίωσης, ασάφεια και αδυναμία να παρατεθεί στοιχειώδης χρονολογική αλληλουχία των κρίσιμων περιστατικών.
Το Δικαστήριο, αξιολογώντας το σύνολο των ανωτέρω, καταλήγει ότι τηρήθηκαν οι εγγυήσεις της δίκαιης ακρόασης και της πλήρους εξέτασης των ουσιωδών στοιχείων, ενώ η τελική απόφαση της Διοίκησης πληροί τις απαιτήσεις αιτιολογίας και νομιμότητας σύμφωνα με τα άρθρα 13Α και 18 του Ν. 6(Ι)/2000, όπως αυτός τροποποιήθηκε.
Πέραν τούτου, τονίζεται ότι κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας ο Αιτητής υποβλήθηκε σε επαρκείς ερωτήσεις προκειμένου να του δοθεί η δυνατότητα να εξηγήσει κάθε πτυχή του αιτήματός του, ενώ ο αρμόδιος λειτουργός του υπέβαλε τόσο ανοιχτού τύπου ερωτήσεις όσο και ερωτήσεις διευκρινιστικές των λεγομένων του, προκειμένου να καλυφθεί τόσο ο πυρήνας του αιτήματός του, όσο και τα επιμέρους θέματα, ακολουθώντας την ορθή διερευνητική διαδικασία, ενώ συνεργάστηκε με τον Αιτητή κατά το στάδιο του προσδιορισμού των συναφών στοιχείων της αιτήσεώς του.[4] Συνεπώς, οι Καθ' ων η Αίτηση απέσεισαν την εν λόγω απαίτηση συνεργασίας που τους βαραίνει, ήτοι το καθήκον τους να αξιολογούν ενεργώς, σε συνεργασία με τον αιτούντα, τα συναφή στοιχεία της αιτήσεώς του προκειμένου να καταστεί δυνατή η συλλογή όλων των στοιχείων που τεκμηριώνουν την εν λόγω αίτηση.[5]
Ούτε και στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας ο Αιτητής, προσέφερε περισσότερες λεπτομέρειες επί των ισχυρισμών του. Λαμβανομένου υπόψιν του ελέγχου που ασκεί το παρόν δικαστήριο να εξετάσει την παρούσα υπόθεση επί της ουσίας, θα μπορούσε να δώσει ικανοποιητικές απαντήσεις στα ως άνω σημεία αναξιοπιστίας που εντόπισαν οι Καθ' ων η Αίτηση ανατρέποντας τα συμπεράσματά τους, έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και459/2010).
Προχωρώντας, και λαμβάνοντας υπόψη τον ex nunc έλεγχο που ασκεί το παρόν Δικαστήριο, αυτό προβαίνει σε εξέταση διαθέσιμων πηγών πληροφόρησης αναφορικά με τον επίμαχο ισχυρισμό περί έκδοσης ενταλμάτων σύλληψης εις βάρος του Αιτητή.
Σημειώνεται, καταρχάς, ότι σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο και ειδικότερα το άρθρο 4(3) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ο «βάσιμος φόβος» δίωξης οφείλει να ερείδεται σε αντικειμενικά στοιχεία. Ως εκ τούτου, η αξιολόγηση των δηλώσεων του Αιτητή πρέπει να λαμβάνει χώρα υπό το πρίσμα των επικρατουσών συνθηκών στη χώρα καταγωγής, με συνεκτίμηση των διαθέσιμων, αξιόπιστων και ανεξάρτητων πηγών πληροφόρησης.
Η αρχή αυτή έχει παγίως αναγνωριστεί τόσο από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (βλ. Εγχειρίδιο, §§ 196–198), όσο και από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο (EUAA), η οποία επισημαίνει ότι η εξωτερική αξιοπιστία προϋποθέτει τη συμβατότητα των ισχυρισμών του αιτητή με διαθέσιμες, ανεξάρτητες και αξιόπιστες εξωτερικές πηγές (EUAA, 2018, σ. 92–95).
ο Δικαστήριο ανέτρεξε, συναφώς, στην Έκθεση του Συμβουλίου Μεταναστών και Προσφύγων του Καναδά (Immigration and Refugee Board of Canada – IRB)[6], στην οποία περιγράφεται αναλυτικά το σύστημα έκδοσης και λειτουργίας των αστυνομικών εγγράφων στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.
Σύμφωνα με την εν λόγω Έκθεση, τα αστυνομικά έγγραφα που εκδίδονται από τις αρχές της Λ.Δ.Κ. δύνανται να διαφοροποιούνται ως προς τη μορφή και το είδος χαρτιού, πλην όμως το περιεχόμενό τους παραμένει τυποποιημένο και οφείλει να συμμορφώνεται με τις προβλεπόμενες από τη νομοθεσία απαιτήσεις. Ειδικότερα, οι ειδοποιήσεις καταζητούμενου προσώπου (avis de recherche) εκδίδονται, κατά κανόνα, από τον Officier du Ministère Public (OMP) ή από μέλος της Δικαστικής Αστυνομίας (Officier de Police Judiciaire – OPJ) και συνοδεύονται από ένταλμα εμφάνισης ή σύλληψης (mandat d’amener). Πρόκειται για διαδικαστικά έγγραφα επίσημου χαρακτήρα, τα οποία δημοσιοποιούνται με σκοπό τον εντοπισμό του προσώπου στο οποίο αφορούν.
Περαιτέρω, από τον Οργανικό Νόμο υπ’ αριθ. 11/013 της 11ης Αυγούστου 2011[7], περί οργάνωσης και λειτουργίας της Εθνικής Αστυνομίας του Κονγκό, προκύπτει ότι η Police Nationale Congolaise (PNC) ασκεί καθήκοντα τόσο Διοικητικής όσο και Δικαστικής Αστυνομίας, υπό την εποπτεία του Γενικού Εισαγγελέα, ενώ τα μέλη της που ενεργούν ως Δικαστικοί Αστυνομικοί υπάγονται στη δικαιοδοσία του Officier du Ministère Public[8].
Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι η έκδοση ειδοποίησης καταζητούμενου προϋποθέτει την ύπαρξη προηγούμενης καταγγελίας ή παραπομπής από αρμόδιο όργανο, καθώς και σχετική απόφαση για την αναγκαιότητα της έκδοσής της. Παράλληλα, επισημαίνεται η δυσχέρεια εξασφάλισης αυθεντικών αστυνομικών εγγράφων στη Λ.Δ.Κ., καθώς και η ύπαρξη πρακτικών καταβολής ανεπίσημων χρηματικών ποσών («diligence fee») για την έκδοσή τους, χωρίς ρητή νομική βάση.
Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η έκδοση ειδοποίησης καταζητούμενου ή εντάλματος σύλληψης στη Λ.Δ.Κ. αποτελεί επίσημη διαδικασία, η οποία διέπεται από συγκεκριμένες θεσμικές προϋποθέσεις και αφήνει, κατά κανόνα, ίχνη ικανά να καταστούν διαπιστώσιμα ή τεκμηριώσιμα.
Εντούτοις, ο Αιτητής δεν προσκόμισε οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο ή άλλο αποδεικτικό στοιχείο που να καταδεικνύει ότι τελούσε υπό αναζήτηση ή ότι είχε εκδοθεί εις βάρος του ένταλμα ή ειδοποίηση καταζητούμενου. Περαιτέρω, προκύπτει ότι αναχώρησε νομίμως από τη χώρα καταγωγής του μέσω του αεροδρομίου, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε δυσχέρεια ή παρέμβαση από τις αρχές.
Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με την ήδη διαπιστωθείσα έλλειψη εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών του, υπονομεύει περαιτέρω την αξιοπιστία της σχετικής αφήγησής του και ενισχύει το συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός περί αναζήτησής του από τις αρχές δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, υπό το φως των αντικειμενικών εξωτερικών πηγών και των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, η εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου και συναφώς του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή δεν θεμελιώνεται και οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν δύνανται να τύχουν αποδοχής.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, βάσει των αντικειμενικών εξωτερικών πηγών και των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, η εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή δεν θεμελιώνεται, και ο σχετικός ισχυρισμός δεν δύναται να τύχει αποδοχής.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο συμφωνεί με την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη ο αρμόδιος λειτουργός, στη βάση του μόνου αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο αυτός κατέληξε, ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος. Ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για έναν από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.
Ανεξαρτήτως της κρίσης του Δικαστηρίου επί της εσωτερικής ή εξωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή, υπενθυμίζεται ότι, κατ’ αρχήν, η ποινική δίωξη, η ενδεχόμενη έκδοση εντάλματος σύλληψης ή η επιβολή ποινής για παράβαση διατάξεων του κοινού ποινικού δικαίου δεν συνιστούν, αφ’ εαυτών, δίωξη κατά την έννοια του προσφυγικού δικαίου[9].
Ειδικότερα, πρόσωπα τα οποία αποφεύγουν την ποινική δίωξη ή εκτέλεση ποινής δεν εμπίπτουν, καταρχήν, στην έννοια του πρόσφυγα, εκτός εάν αποδειχθεί ότι η σχετική δίωξη ή ποινή παρουσιάζει μεροληπτικό ή δυσανάλογο χαρακτήρα ή χρησιμοποιείται ως μέσο δίωξης για λόγους που εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο της Σύμβασης της Γενεύης, κατά την έννοια και του άρθρου 9(2)(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.[10]
Στην προκειμένη περίπτωση, ο Αιτητής δεν προσκόμισε οποιοδήποτε στοιχείο ικανό να καταδείξει ότι ενδεχόμενη ποινική δίωξη εις βάρος του στη χώρα καταγωγής του θα είχε μεροληπτικό ή δυσανάλογο χαρακτήρα, ούτε ότι η φερόμενη αναζήτησή του από τις αρχές συνδέεται με λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα.
Αντιθέτως, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι ο ίδιος επέλεξε να απομακρυνθεί από τη χώρα καταγωγής του χωρίς να προσφύγει στις αρμόδιες αρχές ή να εξαντλήσει τα διαθέσιμα ένδικα ή διοικητικά μέσα προστασίας.
Ως προς την εξέταση των προϋποθέσεων χορήγησης συμπληρωματικής προστασίας, δυνάμει του άρθρου 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει την ύπαρξη πραγματικού κινδύνου επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε και κινδύνου υποβολής του Αιτητή σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Ειδικότερα, οι ισχυρισμοί του Αιτητή περί ενδεχόμενης σύλληψης και δίωξής του από τις αρχές της χώρας καταγωγής του δεν κρίθηκαν αξιόπιστοι, για τους λόγους που αναπτύχθηκαν ανωτέρω, ενώ δεν προκύπτει ότι έχει εκδοθεί εις βάρος του οποιοδήποτε ένταλμα ή ότι τελεί υπό πραγματική αναζήτηση από τις αρχές. Περαιτέρω, δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι, ακόμη και στην υποθετική περίπτωση ποινικής δίωξης, αυτή θα λάμβανε μορφή αντίθετη προς τα θεμελιώδη δικαιώματα του Αιτητή ή θα συνοδευόταν από μεταχείριση εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19(2)(β).
Αντιθέτως, από τα δεδομένα της υπόθεσης προκύπτει ότι ο Αιτητής ουδέποτε συνελήφθη ή κρατήθηκε στη χώρα καταγωγής του, ούτε αντιμετώπισε οποιαδήποτε μορφή κακομεταχείρισης από τις αρχές, ενώ εξήλθε νομίμως από τη χώρα, χωρίς να παρεμποδιστεί. Ελλείψει συγκεκριμένων και αξιόπιστων στοιχείων που να θεμελιώνουν πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο, οι προϋποθέσεις των άρθρων 19(2)(α) και (β) δεν πληρούνται.
Αναφορικά με την εφαρμογή του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι απαγορεύεται η απομάκρυνση προσώπου σε χώρα όπου υφίστανται σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι να πιστεύεται ότι θα εκτεθεί σε πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης.
Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου. Οι ισχυρισμοί του Αιτητή περί ενδεχόμενης κακομεταχείρισης από τις αρχές ή από τρίτα πρόσωπα δεν κρίθηκαν αξιόπιστοι, ενώ δεν προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ότι υφίσταται συγκεκριμένος και εξατομικευμένος κίνδυνος εις βάρος του σε περίπτωση επιστροφής του στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.
Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής ανήκει σε κατηγορία προσώπων που εκτίθενται συστηματικά σε μεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, ούτε ότι οι προσωπικές του περιστάσεις διαφοροποιούν ουσιωδώς τη θέση του από τον γενικό πληθυσμό. (βλ. Vilvarajah and Others v. the United Kingdom: Προσφυγή υπ' αριθ. 13163/87 κ.ά., Απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 1991, σκέψεις 111-113. Salah Sheekh v. the Netherlands: Προσφυγή υπ' αριθ. 1948/04, Απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2007. J.K. and Others v. Sweden: Προσφυγή υπ' αριθ. 59166/12, Απόφαση [Ευρείας Σύνθεσης] της 23ης Αυγούστου 2016, σκέψεις 104-105. K.A.B. v. Sweden: Προσφυγή υπ' αριθ. 126027/13, Απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2013, σκέψεις 90-97.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η επιστροφή του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του δεν αντίκειται στις υποχρεώσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας δυνάμει του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.
Αναφορικά με το ενδεχόμενο υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C 285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011, αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζουσα βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie,ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Σημειώνεται ωστόσο κατά την πρόσφατη απόφαση C-901/19, CF και DN[11], το Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχετική εκτίμηση απαιτεί ποιοτική και ποσοτική αξιολόγηση της γεωγραφικής έκτασης, της έντασης των βιαιοτήτων και της φύσης των επιθέσεων.
Προκειμένου δε να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής του Αιτητή.
Σύμφωνα με το «War Watch»- World Assessment and Tracking of Civilian Harm (πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), μιας πρωτοβουλίας της Ακαδημίας της Γενεύης για την καταγραφή των απωλειών αμάχων εν μέσω ενόπλων συγκρούσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, αποτυπώνονται τα ακόλουθα αναφορικά με μη-διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις που λαμβάνουν χώρα στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό για την περίοδο Ιουλίου 2024- Ιουνίου 2025:
Η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) πλήττεται από πολλαπλές, αλληλεπικαλυπτόμενες ένοπλες συγκρούσεις διεθνούς και μη διεθνούς χαρακτήρα. Σε αυτές περιλαμβάνονται ένοπλες συγκρούσεις διεθνούς χαρακτήρα με τη Ρουάντα, οι οποίες λαμβάνουν και την μορφή συγκρούσεων με την ένοπλη οργάνωση «Κίνημα της 23ης Μαρτίου (M23)», που δρα εξ ονόματος της Ρουάντα και έχει προβεί σε στρατιωτική κατάληψη περιοχών της ΛΔΚ. Παράλληλα, εξακολουθούν να σημειώνονται συγκρούσεις μη- διεθνούς χαρακτήρα μεταξύ της ΛΔΚ και ποικίλων οργανωμένων ένοπλων ομάδων, ιδίως των Allied Democratic Forces (ADF) και της Cooperative for the Development of the Congo (CODECO), καθώς και μεταξύ μη κρατικών ένοπλων δρώντων.
Η εμπλοκή πολλαπλών μερών, η ξένη παρέμβαση, η επιβολή κατάστασης πολιορκίας στις επαρχίες Ituri και Βόρειο Kivu, οι αμφισβητούμενες εκλογές και η δημιουργία της Συμμαχίας Fleuve Congo (AFC) με τη συμμετοχή του M23, σε συνδυασμό με κατακερματισμένες ειρηνευτικές πρωτοβουλίες, την επέκταση περιφερειακών στρατιωτικών επιχειρήσεων και την αναζωπύρωση διεθνών προσπαθειών λογοδοσίας, συνέβαλαν περαιτέρω στην πόλωση και την αστάθεια της κατάστασης ασφαλείας.
Ως προς τον άμαχο πληθυσμό, κατά την εξεταζόμενη περίοδο, οι απώλειες αμάχων αυξήθηκαν σημαντικά. Ένοπλες ομάδες και κρατικές δυνάμεις προέβησαν σε εκτεταμένους βομβαρδισμούς, επιδρομές και επιθέσεις κατά χωριών, χώρων φιλοξενίας εσωτερικά εκτοπισμένων προσώπων, αγορών, κατοικιών και χώρων υγειονομικών και ανθρωπιστικών υπηρεσιών, κατά παράβαση των αρχών του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Τεκμηριώθηκαν μαζικές ανθρωποκτονίες, εθνοτικά στοχευμένες σφαγές, απαγωγές, εξαναγκαστικές εξαφανίσεις, λεηλασίες και καταναγκαστική εργασία, ορισμένα εκ των οποίων ενδέχεται να συνιστούν εγκλήματα πολέμου ή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Σημειώνεται επίσης σοβαρή επισιτιστική ανασφάλεια και εκτεταμένος αναγκαστικός εκτοπισμός, όπως και συστηματική παρεμπόδιση της ανθρωπιστικής βοήθειας. Παράλληλα, η σχετιζόμενη με τις ένοπλες συγκρούσεις σεξουαλική βία έλαβε ευρείας κλίμακας διαστάσεις, η στρατολόγηση παιδιών χαρακτηρίστηκε ως άνευ προηγουμένου, ενώ οι δημοσιογράφοι αντιμετώπισαν διάχυτη βία, λογοκρισία, απειλές ή/και θανατική ποινή σε περιπτώσεις δημοσιογραφικής κάλυψης των συγκρούσεων.[12]
Οι συνέπειες της εκτεταμένης βίας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) αποτυπώνονται επίσης στον εκτοπισμό του άμαχου πληθυσμού, καθώς η χώρα συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων με τον μεγαλύτερο αριθμό εκτοπισμένων παγκοσμίως. Πάνω από δεκατρία εκατομμύρια άνθρωποι αντιμετωπίζουν οξεία επισιτιστική ανασφάλεια, ενώ περισσότεροι από πέντε εκατομμύρια έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Η κατάσταση στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό εξακολουθεί να συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον σοβαρών ανθρωπιστικών κρίσεων διεθνώς.[13]
Η Διεθνής Αμνηστία, στην ετήσια διεθνή της έκθεση για τα έτη 2024–2025, αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια του 2024 «οι επιθέσεις κατά αμάχων συνεχίστηκαν, καθώς η σύγκρουση μεταξύ ένοπλων ομάδων και κυβερνητικών δυνάμεων κλιμακώθηκε. Τουλάχιστον 100 άμαχοι σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα αδιάκριτων βομβαρδισμών από κυβερνητικές δυνάμεις και ένοπλες ομάδες. Οι κυβερνητικές δυνάμεις προέβησαν σε εξωδικαστικές εκτελέσεις 250 ατόμων».[14]
Επιπρόσθετα, η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR), στην πρόσφατη έκθεσή της αναφορικά με τις περιοχές Βόρειο Kivu, Νότιο Kivu και Ituri της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, επισημαίνει την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ανθρωπιστικής κατάστασης στις εν λόγω περιοχές από τον Νοέμβριο του 2022 και αναφέρει ότι η ένοπλη βία στις ανατολικές επαρχίες της Λ.Δ.Κ. κλιμακώθηκε τον Ιανουάριο του 2025.[15]
Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος (ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης 23/03/2026) σημειώθηκαν στην επαρχία της Kinshasa συνολικά 153 περιστατικά ασφαλείας (διαδηλώσεις, πολιτική βία, ανταρσία, καταστολή) τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 52 απώλειες.[16] Σημειώνεται ότι από τα εν λόγω περιστατικά 65 έλαβαν χώρα στην Kinshasa, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 3 ανθρώπινες απώλειες. O συνολικός πληθυσμός της επαρχίας της Kinshasa ανέρχεται στους 17.032.300 κατοίκους, σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις του 2024[17].
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο προβαίνει σε ποιοτική και ποσοτική αξιολόγηση της κατάστασης ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή και, ειδικότερα, στην περιοχή της Kinshasa, η οποία αποτελεί τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του και τον πιθανό τόπο επιστροφής του.
Παρά το γεγονός ότι από τις προαναφερθείσες πηγές προκύπτει ότι στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό υφίστανται πολλαπλές ένοπλες συγκρούσεις και σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εντούτοις οι συγκρούσεις αυτές εντοπίζονται κυρίως στις ανατολικές επαρχίες της χώρας, και δη στις περιοχές Βόρειο Kivu, Νότιο Kivu και Ituri. Αντιθέτως, από τα διαθέσιμα στοιχεία δεν προκύπτει ότι η Kinshasa τελεί υπό συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ούτε ότι χαρακτηρίζεται από επίπεδο αδιάκριτης βίας τέτοιας έντασης, ώστε να δημιουργείται, λόγω της παρουσίας και μόνον του αμάχου, πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ).
Τα ποσοτικά δεδομένα που προκύπτουν από τη βάση ACLED καταδεικνύουν ότι, παρά την ύπαρξη περιστατικών ασφαλείας στην Kinshasa, ο αριθμός των θυμάτων παραμένει συγκριτικά περιορισμένος σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, γεγονός που δεν συνηγορεί υπέρ της ύπαρξης γενικευμένης και αδιάκριτης βίας υψηλής έντασης. Παράλληλα, δεν προκύπτει ότι στην εν λόγω περιοχή υφίσταται συστηματική στοχοποίηση αμάχων κατά τρόπο που να πληροί τα κριτήρια που έχουν τεθεί από τη νομολογία του ΔΕΕ και του ΕΔΔΑ.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε ούτε απέδειξε οποιοδήποτε ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ή προσωπική περίσταση που να τον καθιστά ειδικώς εκτεθειμένο σε κίνδυνο, πέραν των ισχυρισμών του οι οποίοι, ως έχει ήδη κριθεί, δεν έγιναν αποδεκτοί. Ως εκ τούτου, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της αρχής της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας κατά την έννοια της νομολογίας Elgafaji.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν υφίστανται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στην Kinshasa, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης βίας στο πλαίσιο διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Ως εκ τούτου, οι προϋποθέσεις υπαγωγής του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου δεν πληρούνται.
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και κατόπιν εξέτασης τόσο της νομιμότητας όσο και της ουσίας της παρούσας προσφυγής, το Δικαστήριο καταλήγει ότι το αίτημα του Αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διοικητικής διαδικασίας και ευλόγως απορρίφθηκε η αίτησή του για διεθνή προστασία. Η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί προϊόν επαρκούς και δέουσας έρευνας, καθώς και ορθής αξιολόγησης όλων των σχετικών δεδομένων και στοιχείων, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις του νόμου, και είναι πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένη.
Ειδικότερα, ορθώς η Διοίκηση κατέληξε ότι τα πραγματικά περιστατικά της υπό εξέταση υπόθεσης δεν στοιχειοθετούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την αναγνώριση του Αιτητή ως πρόσφυγα, κατά τα άρθρα 3–3Δ του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας ή πολιτικών πεποιθήσεων.
Περαιτέρω, ορθώς κρίθηκε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι δεν αποδείχθηκε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 19(2) του Νόμου.
Δια τους λόγους που πιο πάνω αναφέρονται η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
Δ.ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π
[1] ΕΔΔΑ, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, ό.π. υποσημείωση 20. Βλ. επίσης ΕΔΔΑ, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, RH κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 4601/14, σκέψη 58· ΕΔΔΑ, απόφαση της 20ης Ιουλίου 2010, N κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 23505/09, σκέψη 53· ΕΔΔΑ, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2010, RC κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 41827/07, σκέψη 50.
[2] Άρθρο 13 του περί Προσφύγων Νόμου.
[3] https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/EASO-Evidence-and-Credibility-Assessment-JA-EL.pdf
[4] M. Κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, C‑277/11 22ας Νοεμβρίου 2012υποσημείωση 82, σκέψη 65. βλέπε επίσης Βλ. C‑473/16, EU:C:2018:36, σκέψη 28.
[5] Βλ. C‑349/20 σκέψη 65 και 66
[6] Immigration and Refugee Board of Canada (IRB), Democratic Republic of the Congo: Documents issued by the Congolese National Police (Police nationale congolaise, PNC), including wanted notices (avis de recherche), police reports and appearance notices (citations à comparaître); their appearance, their security features and the procedure for obtaining these documents; samples (2021-March 2023) [COD201410.FE], 31 March 2023, https://www.ecoi.net/en/document/2092757.html.
[7] Journal official de la République du Congo, 1 /4/ 2019, σελ. 15 - 16 ως υπάρχει δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα Droit Congolais. https://www.droitcongolais.info/files/352.01.19-Arrete-du-11-janvier-2019_Police-judiciaire.pdf
[8] Interpol, Congo (Democratic Republic of), https://www.interpol.int/en/Who-we-are/Member-countries/Africa/CONGO-Democratic-Rep.
[9] UNHCR, Εγχειρίδιο, https://www.refworld.org/docid/5cb474b27.html, ό.π. υποσημείωση 103, παράγραφος 56.
[10] Upper Tribunal (IAC) (Ηνωμένο Βασίλειο), απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2012, MN και Others (Ahmadis
- Country Conditions - Risk) Pakistan CG [2012] UKUT 00389, https://moj-tribunals-documents-prod.s3.amazonaws.com/decision/pdf_file/37453/00389_ukut_iac_2012_mn_ors_pakistan_cg.pdf. Βλέπε επίσης UNHCR, Εγχειρίδιο https://www.refworld.org/docid/5cb474b27.html, ό.π. υποσημείωση 103, παράγραφος 56.
[10] Βλ. απόφαση ΔΕΕ EZ C‑238/19, σκ 47 και 60-61, όπως επίσης και C‑472/13, Shepherd σκ 47-56 και ποθέσεις X,Y και Z (Joined Cases C-148/13, C-149/13 και C-150/13)
[11] ΔΕΕ, CF και DN κατά Bundesrepublik Deutschland, C-901/19, απόφαση της 10.6.2021, σκέψεις 43-47.
[12] Ιστότοπος War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm -πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, Reporting Period July 2024-June 2025: At a Glance/ The Armed Conflicts/ Civilian Harm, διαθέσιμο σε: https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/03/2026)
[13] Ιστότοπος War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm -πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, Reporting Period July 2024-June 2025: The Humanitarian Situation (last updated on 28 January 2026), διαθέσιμο σε: https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/violations/#attacks-on-civilians (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/03/2026)
[14] AI, The State of the World's Human Rights; Democratic Republic Of The Congo 2024, 29 April 2025, διαθέσιμο σε: Human rights in Democratic Republic of the Congo Amnesty International (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/03/2026)
[15] UN High Commissioner for Refugees (UNHCR), UNHCR Position on Returns to North Kivu, South Kivu and Ituri in the Democratic Republic of the Congo – Update IV (Revision 1), p. 2-6, April 2025, https://www.refworld.org/policy/countrypos/unhcr/2025/en/149580 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/03/2026)
[16] Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Democratic Republic of Congo, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμη σε: https://acleddata.com/platform/explorer
[17] https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/03/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο