A.S.H. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊστάμενου Υπηρεσίας Ασύλου στη βάσει δια Νόμου εκχωρήσεως εξουσιών του Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας παρά τω Προέδρω, Υπόθεση Αριθ.: 4840/2024, 6/4/2026
print
Τίτλος:
A.S.H. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊστάμενου Υπηρεσίας Ασύλου στη βάσει δια Νόμου εκχωρήσεως εξουσιών του Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας παρά τω Προέδρω, Υπόθεση Αριθ.: 4840/2024, 6/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αριθ.: 4840/2024

 

6 Απριλίου  2026

[Β.ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

Μεταξύ:

A.S.H.

Αιτητής

και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

Προϊστάμενου Υπηρεσίας  Ασύλου στη  βάσει δια Νόμου εκχωρήσεως εξουσιών του Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας παρά τω Προέδρω

 

Καθ’ ων η αίτηση.

 

Νικ. Χαραλαμπίδου (κα)για Νικ. Χαραλαμπίδου ΔΕΠΕ , δικηγόρος για τον Αιτητή.

Ραφαέλα Χαραλάμπους  (κα), Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Αίτηση δια κλήσεως για επαναφορά της προσφυγής.

Ο Αιτητής   καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση, δια της οποίας εξαιτείται:

Α.

Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να επαναφέρεται η υπόθεση Υπ. Αρ. 4840/2024, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση  του Δικαστηρίου στις 08/04/2025 λόγω μη συμμόρφωσης με ρήτρα που επέβαλε το Δικαστήριο αναφορικά με την προθεσμία καταχώρισης της γραπτής αγόρευσης του Αιτητή. 

Β

Σε περίπτωση έγκρισης της υπό το Αιτητικό Α θεραπείας, Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να δίδεται άδεια για καταχώρηση της Γραπτής Αγόρευσης του Αιτητή η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση εντός μίας (1) ημέρας από την επαναφορά της Υπόθεσης.

Γ.

Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία κρίνει δίκαιη και ορθή το Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις.

 

Η παρούσα αίτηση βασίζεται στον περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικό Κανονισμό του 2019 (3/2019) (Βασικός κανονισμός) και ειδικότερα στους Δ.Κ 2, 3, 5, 6, 7  στους περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου (Αρ. 1) Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2015 (6/2015) ως έχουν τροποποιηθεί, και ειδικότερα στον Δ.Κ. 2,  στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) (3/1962) και ειδικότερα στους  ΔΚ 16, 17, 18, 19 και 20, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023 και ειδικότερα το Μέρος 23, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στα άρθρα 8 και 30 του Συντάγματος, στα άρθρα 2, 3, 13 και 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ), στα άρθρα 2,4, 6, 18, 19 και 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., στο άρθρο 46 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, στη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, στο κοινοδίκαιο, στη νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα αίτηση εκτίθενται στην συνημμένη Ένορκη Δήλωση της κας Αργυρώς Μιχαήλ,  δικηγόρου από τη Λευκωσία.

Με την ένορκη δήλωση της δήλωση   η κα  Μ. Αργυρού   ισχυρίστηκε  ότι  η ένσταση των Καθ’ ων καταχωρήθηκε στις 14/01/2025. Κατά ή περί τις 3/2/2024, το Δικαστήριο, ανήρτησε ηλεκτρονικό πινάκιο στην ιστοσελίδα του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου αναγράφοντας συσσωρευμένες οδηγίες ήτοι, καταχώρηση της γραπτής αγόρευσης του Αιτητή με ρήτρα απόρριψης εντός 30 ημερών, ήτοι μέχρι τις 6/3/2025 και έπειτα 30 ημέρες για καταχώριση της αγόρευσης των Καθ’ ων η αίτηση ορίζοντας την υπόθεση για οδηγίες εκ νέου στις 8/4/2025. Η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση, μόλις έλαβε την ένσταση των Καθ’ ων απέστειλε επιστολή ημερ. 15/1/2025 στους Καθ’ ων η αίτηση ζητώντας διευθέτηση ημερομηνίας για επιθεώρηση του διοικητικού φακέλου του Αιτητή η οποία πραγματοποιήθηκε τελικά στις  28/1/2025 . Κατά το διάστημα αυτό μέχρι και την ετοιμασία της γραπτής αγόρευση, η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση, έχοντας εντοπίσει σωρεία πλημμελημάτων στο διοικητικό φάκελο με κύρια την απουσία του εντύπου αξιολόγησης της ευαλωτότητας του Αιτητή, επικοινώνησε αρκετές φορές με τον Αιτητή για περαιτέρω διευκρινήσεις ώστε να προωθήσει με επάρκεια τους  λόγους ακύρωσης όπως αυτοί αναγράφονται στην αίτηση ακυρώσεως. Περαιτέρω, η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση ενημερώθηκε από τον ίδιο τον Αιτητή ότι είχε περαιτέρω έγγραφα τα οποία  σχετίζονταν με το αίτημα ασύλου του τα οποία ανέμενε να του σταλούν από τη μητέρα του στην πατρίδα του  και τα οποία έκρινε ότι έπρεπε να αναμένει να της προσκομιστούν ούτως ώστε να μπορέσει να εκπροσωπήσει τον Αιτητή κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο σε σχέση με το αίτημα ασύλου του. Στις  4/4/2025 με οδηγίες της εν λόγω Δικηγόρου,η κα Μιχαήλ  απέστειλε  ηλεκτρονικό μήνυμα αυθημερόν προς το Δικαστήριο, με το οποίο αφού απολογήθηκε αναφορικά με την καθυστέρηση στην καταχώριση της γραπτής αγόρευση εκ μέρους του Αιτητή, εξηγώντας τους λόγους της καθυστέρησης, ζήτησα άδεια για  καταχώρηση της γραπτής αγόρευσης του Αιτητή την ίδια ημέρα.  Περαιτέρω, στο ίδιο μήνυμα ζήτησε άδεια από το Δικαστήριο όπως τους  επιτραπεί να καταχωρήσουν  αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας ώστε να προσκομίστουν ενώπιον του Δικαστηρίου τα σχετικά με το αίτημα ασύλου του Αιτητή έγγραφα, στα οποία έγινε αναφορά στην γραπτή αγόρευση της δικηγόρου που χειρίζεται την υπόθεση, με τον ορθό δικονομικό τρόπο. Η συνήγορος των Καθ’ ων απάντησε με δικό της ηλεκτρονικό μήνυμα στις  6/4/2024 και δεν έφερε ένσταση στο αίτημα που υποβλήθηκε εκ μέρους του Αιτητή. (Το Δικαστήριο απάντησε με ηλεκτρονικό μήνυμα στις  7/4/2025, ζητώντας όπως οι διάδικοι παραστούν ενώπιον του στις  8/4/2025.

Εξ όσων την ενημέρωσε η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση κα Χαραλαμπίδου η οποία εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο αποφάσισε να απορρίψει αυτεπαγγέλτως και χωρίς οποιαδήποτε ένσταση εκ μέρους των Καθ΄ων η αίτηση, την προσφυγή, λόγω μη συμμόρφωσης με τη ρήτρα που έθεσε το Δικαστήριο σε σχέση με την προθεσμία καταχώρησης της γραπτής αγόρευσης εκ μέρους του Αιτητή. Περαιτέρω, απέρριψε αίτημα της δικηγόρου που χειρίζεται την υπόθεση για ορισμό της υπόθεσης για διευκρινήσεις με στόχο να αγορεύσει προφορικά, αφού οι γραπτές αγορεύσεις δεν αποτελούν δικόγραφο αλλά μόνο μέσο προώθησης των δικογραφημένων λόγω ακύρωσης. Εξ όσων κάλλιον γνωρίζει και ενημερώθηκε από τη δικηγόρο πιου χειρίζεται την υπόθεση, η απόρριψη της προσφυγής του Αιτητή έλαβε χώρα χωρίς να προκύπτει από τις περιστάσεις της υπόθεσης οποιαδήποτε πρόθεση  από τον Αιτητή να μην προωθήσει την προσφυγή του ώστε να δικαιολογείται η απόρριψη της. Αντίθετα ο Αιτητής βρισκόταν σε συνεχή επικοινωνία με τους δικηγόρους του  για τη διευκρίνιση όλων των πτυχών του αιτήματός του για άσυλο και για την προσκόμιση περαιτέρω στοιχείων που σχετίζονται με το αίτημα ασύλου του τα οποία καθυστέρησαν να τους αποσταλούν από τη μητέρα του. Επί του όλου ιστορικού της υπόθεσης διαπιστώνεται ότι κατά την επιθεώρηση του Διοικητικού φακέλου του Αιτητή, όπου έγινε τάχιστα περί τις 28/01/2025, έπειτα από μελέτη των ερυθρών του φακέλου διαπίστωθηκε ότι δεν υπήρχε το έντυπο αξιολόγησης της Ευαλώτοτητας του Αιτητή παρότι δήλωσε ότι ήταν θύμα κακοποίησης και έπρεπε να γίνουν συναντήσεις με μεταφραστή ώστε να διακριβωθούν  τα ακριβή γεγονότα του αιτήματος ασύλου του Αιτητή. Παράλληλα ο Αιτητής, ανέμενε την αποστολή σχετικών εγγράφων από τη Σομαλία με σκοπό την προσαγωγή τους στο Σεβαστό Δικαστήριο προς ενίσχυση του αιτήματος ασύλου του και αντίκρουση των ευρημάτων των Καθ΄ων η αίτηση.

Η γραπτή αγόρευση του Αιτητή ήταν έτοιμη πριν τη δικάσιμο ημερομηνίας  8/4/2025, κατά την οποία ήταν ορισμένη η υπόθεση για οδηγίες και αφού δόθηκαν οδηγίες για πρώτη φορά για καταχώριση της γραπτής αγόρευσης του Αιτητή, και είχε ζητηθεί άδεια από τις 4/4/2025, για την  καταχώρηση της γραπτής αγόρευσης λόγω της ρήτρας απόρριψης που είχε υποβάλει το Δικαστήριο εάν δεν καταχωρείτο η γραπτή αγόρευση του Αιτητή εντός 30 ημερών.

Κατά τη δικάσιμο ημερ. 8/4/2025, η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και υπέβαλε εκ νέου το αίτημα για να της επιτραπεί η καταχώριση της γραπτής αγόρευσης του Αιτητή την ίδια μέρα, στο οποίο αίτημα η πλευρά των Καθ΄ων η αίτηση δεν έφερε ένσταση και στην άρνηση του Δικαστηρίου, αιτήθηκε την προφορική αγόρευση εκ μέρους του Αιτητή, αφού κύριο αίτημα του ήταν η προώθηση της προσφυγής του και του αίτηματος ασύλου του, πλην όμως το Δικαστήριο απέρριψε και αυτό το αίτημα απορρίπτοντας την προσφυγή αυτεπαγγέλτως.

Εξ όσων την ενημέρωσε  η δικηγόρος που χειρίζεται την  υπόθεση, ουδεμία πρόθεση υπήρξε για μη προώθηση της προσφυγής, αφού είχε ετοιμαστεί η γραπτή αγόρευση του Αιτητή την οποία και επισυνάπτει ως Τεκμήριο 8 και σε περίπτωση που το Σεβαστό Δικαστήριο επαναφέρει την προσφυγή μπορεί να καταχωριστεί  άμεσα και χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση σύμφωνα με το αιτητικό  Β της αίτησης.

Προβάλλει πως το Δικαστήριο εφάρμοσε κατά γράμμα τον σχετικό Διαδικαστικό Κανονισμό 3/2019 μόνο σε σχέση με τον Αιτητή και όχι και σε σχέση με τους Καθ΄ων η αίτηση. Πιο συγκεκριμένα, το Δικαστήριο παραχώρησε χρόνο από τις 9/12/2024 μέχρι και τις 4/2/2025, 57 δηλαδή μέρες για την καταχώρηση της Ένστασης των Καθ΄ων η αίτηση, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, ενώ όφειλαν σύμφωνα με τον Διαδικαστικό Κανονισμό 3/2019 να την καταχωρήσουν εντός 20 ημερών από τη λήψη της προσφυγής, ήτοι στις 30/12/2024. Σημειώνεται ότι η ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση καταχωρίστηκε τελικά  36 ημέρες έπειτα από την επίδοση  της προσφυγής του Αιτητή.

Το δικαστήριο είπε, άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια δίδοντας διαφορετικές οδηγίες ως αυτές προβλέπονται από το Διαδικαστικό Κανονισμό 3/2019 , αφού έδωσε χρόνο στους Καθ’ ων η αίτηση ακόμη 37 ημέρες για την καταχώρηση της Ένστασής τους από την επίδοση της προσφυγής, ενώ έδωσε 25 επιπλέον μέρες από την ημερομηνίας  1ης έκδοσης οδηγιών (9/1/2025) και ενώ ήδη είχε παρέλθει το χρονικό διάστημα των 20 ημερών από την επίδοση της Αίτησης, όπως αυτό προβλέπεται στο Διαδικαστικό Κανονισμό, χωρίς καμία επίπτωση προς τους καθ΄ων η αίτηση σε σχέση με την καθυστέρηση. Κατά τις 4/2/2025, δόθηκε για πρώτη φορά χρόνος στον Αιτητή για την καταχώρηση της γραπτής του αγόρευσης, ήτοι 30 ημέρες, προθεσμία που εκ του κανονισμού προβλέπται για καταχώρηση της Γραπτής αγόρευσης με  ρήτρα απόρριψης και ακόμη 30 ημέρες για την καταχώρηση της γραπτής αγόρευσης των Καθ’ ων.

 

Προβάλλει πως  η απόρριψη της προσφυγής αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο θα πρέπει να εξισορροπείται μεταξύ της υποχρέωσης για τήρηση των προθεσμιών και οδηγιών του δικαστηρίου από τη μια, και το θεμελιώδες δικαίωμα της πρόσβασης στη δικαιοσύνη και σε αποτελεσματικό ένδικο μέσο το οποίο κατοχυρώνεται από το ενωσιακό δίκαιο, από την άλλη. Θα πρέπει δε να συνάγεται από τη συμπεριφορά, τις πράξεις ή παραλείψεις του Αιτητή ότι δεν υπάρχει βούληση για προώθηση της προσφυγής του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι φανερό ότι δεν υπήρξε καμία τέτοια ένδειξη αφού η γραπτή αγόρευση του Αιτητή ήταν ήδη έτοιμη πριν την εμφάνιση στις 8/4/2025, ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη για οδηγίες και οι δικηγόροι του θα εμφανίζονταν για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου, αφού κατά τις προηγούμενες 2 δικασίμους οι ημερομηνίες αναρτήθηκαν ηλεκτρονικά. Σε κάθε περίπτωση, δόθηκε επαρκής εξήγηση για το λόγο που δεν καταχωρήθηκε η γραπτή αγόρευση του Αιτητή μέχρι την προβλεπόμενη προθεσμία που έθεσε το Δικαστήριο το οποίο έθεσε ρήτρα απόρριψης από την πρώτη φορά έκδοσης οδηγιών για καταχώριση γραπτής αγόρευση εκ μέρους του Αιτητή.  Το διάστημα των 28 ημερών που παρήλθε από την ημερομηνία που εξέπνευσε η προθεσμία καταχώρησης είναι πολύ μικρό ώστε να δεικνύει οποιαδήποτε πρόθεση του Αιτητή για μη προώθηση της προσφυγής του και ενώ παράλληλα έγινε αίτημα εκ των προτέρων για να παραχωρηθεί άδεια καταχώρησης της γραπτής του αγόρευσης.

 

Το Δικαστήριοείπε, έδωσε χρόνο 30 ημερών  για καταχώρηση της γραπτής αγόρευσης του Αιτητή υπό ρήτρα απόρριψης, χωρίς να υπάρξει προηγούμενως οποιαδήποτε άλλη δοθείσα παράταση και χρόνος για καταχώρηση της γραπτής αγόρευσης του Αιτητή με την οποία να μην είχε συμμορφωθεί. Περαιτέρω, ούτε υπήρξε οποιαδήποτε ένδειξη από πλευράς του Αιτητή μη συμμόρφωσης σε οποιαδήποτε οδηγία του Δικαστήριου ώστε να επιβληθεί στην προθεσμία καταχώρισης της γραπτής αγόρευσης του Αιτητή ρήτρα απόρριψης με αποτέλεσμα η προθεσμία των των 30 ημερών, υπό το φως των περιστάσεων της υπόθεσης η οποία αφορά σε Αιτητή ασύλου από μη ασφαλή χώρα καταγωγής και σε διαδικασία η οποία εξετάζει επί της ουσίας,  πλήρως και ex nunc τις αποφάσεις των Καθ΄ων η αίτηση και όχι απλώς ακυρωτικά,  να καταστεί  ασφυκτικό και δυσανάλογο ως προς την μεταχείριση του Αιτητή σε σχέση επίσης με τους Καθ’ ων η αίτηση. Πρόσθετα, το δικαστήριο έδωσε σωρρευμένες οδηγίες για αγορεύσεις ώστε κατά την ημέρα που εξέπνεε η προθεσμία για την καταχώρηση της γραπτής αγόρευση,  η πλευρά του Αιτητή δεν είχε την πραγματική δυνατότητα ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου να ζητήσει παράταση του χρόνου.

Προβάλλει πως με την απόρριψη της προσφυγής ο Αιτητής, ο οποίος έχει σοβαρό αίτημα ασύλου και κατάγεται από μη ασφαλή χώρα καταγωγής, χάνει το καθεστώς του αιτητή ασύλου και ως εκ τούτου το δικαίωμα παραμονής της στη Δημοκρατία και υπάρχει σοβαρός κίνδυνος σύλληψης και απέλασης της στη χώρα καταγωγής του όπου έχει βάσιμο φόβο δίωξης για τους λόγους που αναφέρει στην αίτηση ασύλου του, χωρίς να του δοθεί η δυνατότητα να ακουστεί από ανεξάρτητο, αντικειμενικό και αμερόληπτο δικαστήριο και να ασκήσει το δικαίωμα του σε αποτελεσματικό ένδικο μέσο, αφού η προσφυγή του απορρίφθηκε καθαρά για διαδικαστικούς λόγους, από το ίδιο το Δικαστήριο. Σε τέτοια περίπτωση, ακόμα και εάν ασκήσει το δικαίωμα του σε προσφυγή εναντίον διατάγματος απέλασης και κράτησης που μπορεί να εκδοθεί εναντίον του, με ανασταλτικό αποτέλεσμα, δεν θα έχει τη δυνατότητα να προβάλει ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου την υπόθεση ασύλου του και το βάσιμο του φόβου δίωξής του επί της ουσίας, αφού ο έλεγχος στο εν λόγω Δικαστηρίου είναι μόνο ακυρωτικός ενώ δεν του έχει δοθεί αυτή η δυνατότητα ούτε ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας να προβάλει τους λόγους για τους οποίους έχει βάσιμο φόβο δίωξης σε περίπτωση απέλασης του στη Σομαλία. Ο Αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης στη Σομαλία για λόγους φυλετικούς και σε περίπτωση απέλασής του στη Σομαλία, υπάρχει σοβαρός λόγος να πιστεύεται ότι θα παραβιαστεί η αρχή της απαγόρευσης της επαναπροώθησης.

Περαιτέρω το δικαίωμα του Αιτητή σε αποτελεσματικό ένδικο μέσο, το οποίο κατοχυρώνεται από το ενωσιακό δίκαιο, περιλαμβανομένου του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. το οποίο υπερισχύει ως πρωτογενές δίκαιο τόσο των Οδηγιών της Ε.Ε. όσο και του εθνικού δικαίου, επιβάλλει μεν την ταχύρρυθμη εξέταση των υποθέσεων ασύλου, υπό την προϋπόθεση εντούτοις του πλήρους και ex nunc δικαστικού ελέγχου και την άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας του Αιτητή επιτρέποντας του να παραθέσει του ισχυρισμούς του σε σχέση με το αίτημα ασύλου του ενημερωμένα, πλήρως και να προσκομίσει κάθε μαρτυρία που έχει στη διάθεση του για υποιστήριξη του αιτήματος του.

 

Περαιτέρω, τα ένδικα μέσα που επιλέγονται από τα κράτη μέλη και τα οποία απορρέουν από την υποχρέωση παραχώρησης αποτελεσματικού ένδικου μέσου που προβλέπεται από το Ενωσιακό Δίκαιο, όπως στην παρούσα περίπτωση, θα πρέπει να διασφαλίζουν τις αρχές και της ισοδυναμίας και αποτελεσματικότητας, ήτοι να είναι ισοδύναμα με τα ένδικα μέσα του εθνικού δικαίου, εν προκειμένω το δικαίωμα προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος, και να είναι αποτελεσματικά. Εξ όσων κάλλιον γνωρίζει πιστεύει και ενημερώθηκε από τη Δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, ουδέποτε τέθηκε ρήτρα απόρριψης της προσφυγής από την πρώτη φορά που δίδονται οδηγίες για καταχώρηση γραπτής αγόρευσης εκ μέρους του Αιτητή και ουδέποτε απορρίφθηκε προσφυγή για μη καταχώρηση γραπτής αγόρευσης εντός 30 ημερών, ως προβλέπεται και στον διαδικαστικό κανονισμό που διέπει το Διοικητικό Δικαστήριο με αποτέλεσμα να παραβιάζεται το δικαίωμα του σε αποτελεσματικό ένδικο μέσο αφού δεν τηρήθηκαν οι αρχές της ισοδυναμίας και αποτελεσματικότητας. 

Εξ όσων κάλλιον γνωρίζει, πιστεύει και πληροφορείται από τη δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος επαναφοράς της προσφυγής είναι αναγκαία και απαραίτητη, για σκοπούς διασφάλισης των δικαιωμάτων του Αιτητή σε αποτελεσματικό ένδικο μέσο όπως αυτό κατοχυρώνεται από το ενωσιακό δίκαιο και την ΕΣΔΑ,  λαμβανομένου υπόψην ότι ο Αιτητής επιθυμεί να προωθήσει την προσφυγή του και να έχει την τελική απόφαση του Δικαστηρίου σε σχέση με το αίτημα ασύλου του. Είναι δε άδικο για τον Αιτητή να τιμωρηθεί ο ίδιος ή/και να κινδυνεύει με παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων χωρίς να εξεταστεί κατ΄ουσίαν, πλήρως και ex nunc  από Δικαστήριο το αίτημα ασύλου του για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω. Τονίζει ότι ουδέποτε ο Αιτητή έδωσε οδηγίες για μη προώθηση της προσφυγής του ή για καθυστέρηση της διαδικασίας, αντίθετα βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με τη δικηγόρο που χειρίζεται την  υπόθεση του και ενδιαφέρεται γι΄αυτήν και επιθυμεί να έχει το συντομότερο δυνατό την τελική απόφαση του Δικαστηρίου.

Ενα από τα ουσιαστικά κριτήρια τα οποία λαμβάνονται υπόψην για σκοπούς άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για επαναφορά προσφυγής που απορρίφθηκε είναι η ταχύτητα με την οποία ενεργεί ο Αιτητής ούτως ώστε να λάβει ενέργειες για επαναφορά της. Η προσφυγή απορρίφθηκε στις 8/04/2024 και η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε στις 23/04/2025. Λαμβανομένου υπόψη ότι ζητήθηκαν τα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 8/4/2025 αμέσως, ούτως ώστε να είναι σε γνώση της δικηγόρου που χειρίζεται την υπόθεση ακριβώς το τι λέχθηκε στη συγκεκριμένη δικάσιμο,  αλλά δεν δόθηκαν και του γεγονότος ότι μεσολάβησαν οι αργίες του Πάσχα,  ο Αιτητής ενήργησε άμεσα μετά την απόρριψη της προσφυγής  και παρουσιάζει επίσης έτοιμη την γραπτή του αγόρευση για καταχώρηση.

Περαιτερω τα δικαιώματα των Καθ’ ων η Αίτηση δεν επηρεάζονται με οποιονδήποτε με την επαναφορά της προσφυγής, λαμβάνοντας επίσης υπόψη ότι  Καθ΄ων η αίτηση δεν έφεραν ένσταση στο να δοθεί άδεια  στον Αιτητή για την καταχώριση της γραπτής του αγόρευσης ενώ  ούτε σε οποιοδήποτε στάδιο ζήτησαν την απόρριψη της προσφυγής.

 Εν όψει των ανωτέρω πιστεύει ότι συντρέχουν όλες οι απαραίτητες προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος επαναφοράς της προσφυγής και ότι είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.

Οι καθ΄ων η Αίτηση  δια της ενστάσεως τους ισχυρίστηκαν τα εξής:

1.  Η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη.

2.  Η αίτηση είναι άκυρη και/ή πρέπει να απορριφθεί καθότι εδράζεται δε λανθασμένη νομική βάση.

3.  Τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι μη εύλογα και ακόμη και αν γίνουν δεκτά στην ολότητά τους δεν δικαιολογούν την επαναφορά της δικαστικής διαδικασίας.

4.  Σκοπός της παρούσας αίτησης είναι η υπερφαλάγγιση των δικονομικών διατάξεων και η αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών.

5.  Δεν αποκαλύπτεται κανένας λόγος και/ή κανένας καλός λόγος που να επιτρέπει την επαναφορά της προσφυγής και/ή κανένας λόγος που να αποδεικνύει ότι η μη εμφάνιση του Αιτητή δεν ανταποκρίνεται στην πρόθεση εγκατάλειψης της προσφυγής και/ή δεν αποτελεί απότοκο ανωτέρας βίας.

6.  Δεν επιτρέπεται η επαναφορά στις περιπτώσεις που η πρόθεση του Αιτητή ήταν και/ή είναι η εγκατάλειψη της προσφυγής.

7.  Με την παρούσα αίτηση σκοπείται η κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.

8.  Δεν έχουν καταδειχθεί οιεσδήποτε εξαιρετικές συνθήκες και/ή περιστάσεις και/ή το ότι υπήρχε εύλογη αιτία και/ή ουσιαστική αδυναμία που να δύναται να ικανοποιήσει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αποδοχής του αιτήματος του Αιτητή

9.  Λάθος και/ή αμέλεια και/ή παράλειψη και/ή ισχυρισμοί όπως αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του Αιτητή δεν συνιστούν νομικό και/ή πραγματικό υπόβαθρο αναγέννησης και/ή επαναφοράς της διαδικασίας.

10.     Η αίτηση τελεί σε αντίθεση με τις αρχές της τελεσιδικίας και/ή δεν είναι σύμφωνη με την πρακτική και/ή τη νομολογία.

11.     Δεν έχει καταδειχθεί καμία εύλογη προοπτική επιτυχίας της προσφυγής του Αιτητή σε περίπτωση επαναφοράς της αίτησης ακυρώσεώς του.

12.      Με την παρούσα αίτηση σκοπείται η παράταση της ανατρεπτικής προθεσμίας των 30 ημερών που προνοείται στο άρθρο 146(3) του Συντάγματος και 12Α του Ν.73(Ι)/2018.

Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα ένσταση, εκτίθενται στην Ένορκη Δήλωση της κας. Λώρας Βελίκοβας  η οποία υιοθετεί και επαναλαμβάνει όλους τους λόγους που περιλαμβάνονται στην Ένσταση και όπως ισχυρίζεται  έχει αναγνώσει την Αίτηση ημερ. 24/04/2025, την Ένορκη Δήλωση της κας Α.Μιχαήλ που τη συνοδεύει, το περιεχόμενο των οποίων αρνείται και απορρίπτει.  Ως τυγχάνει νομικής συμβουλής από τη δικηγόρο που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση και ως η ίδια γνωρίζει, η αίτηση του Αιτητή θα πρέπει να απορριφθεί ως παράτυπη και/ή νομικά ανυπόστατη καθότι δεν συμμορφώνεται με τον Τύπο τον οποίο προνοούν οι νέοι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Συγκεκριμένα η αίτηση του Αιτητή δεν είναι σύμφωνη με το Έντυπο 34 και το Μέρος 23 Κανονισμό 4(6) τον Κανονισμών. Παράλληλα, από αυτήν ελλείπει οιαδήποτε νομική βάση και/ή κανόνας και/ή θεσμός ο οποίος επιτρέπει την επαναφορά της προσφυγής του.

Άνευ βλάβης της πιο πάνω ένστασης, ορκίζεται και λέγει τα εξής:

« Ως με ενημερώνει η δικηγόρος που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση και ως διαβάζω στο φάκελο της παρούσας υπόθεσης και πιστεύω ως αληθές, ο Αιτητής καταχώρησε  την προσφυγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό στις 05/12/2024 η οποία ορίστηκε για πρώτη φορά στις 09/01/2025. Οι Καθ’ ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην εν λόγω προσφυγή στις 14/01/2025, καθότι η προσφυγή ήταν ορισμένη από το πινάκιο για τις 04/02/2025 με οδηγίες δύο μέρες πριν τη δικάσιμο όπως καταχωριστεί η ένσταση αυτών. Περαιτέρω κατά το νέο εκδοθέν πινάκιο η προσφυγή ορίστηκε για οδηγίες στις 08/04/2025 με σαφείς οδηγίες όπως καταχωριστεί η γραπτή αγόρευση Αιτητή από τις 04/02/2025 εντός 30 ημερών με ρήτρα απόρριψης και ακολούθως εντός 30 ημερών όπως καταχωριστεί η γραπτή αγόρευση των Καθ’ ων η Αίτηση. Επισυνάπτω στην παρούσα ως Τεκμήριο 1 ανακοίνωση του δικαστηρίου ημερ.30/01/2025 στην ιστοσελίδα του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου.

Ωστόσο, η προθεσμία για τη γραπτή αγόρευση του Αιτητή κατά το δικαστικό πινάκιο παρήλθε και υπόκειτο σε ρήτρα απόρριψης παρότι σε ηλεκτρονικό μήνυμα των συνηγόρων του Αιτητή δεν έφεραν ένσταση οι Καθ’ ων η Αίτηση για εύλογη παράταση του χρόνου για τη γραπτή αγόρευση του Αιτητή. Το Σεβαστό Δικαστήριο κατά την ημέρα της δικασίμου 08/04/2025, απέρριψε το αίτημα των συνηγόρων εκ μέρους του Αιτητή για άδεια καταχώρησης εκπρόθεσμης γραπτής αγόρευσης  του Αιτητή  καθότι δεν τήρησαν και δεν συμμορφώθηκαν ως οι οδηγίες του Σεβαστού Δικαστηρίου. Συνέπεια των ανωτέρω, το Σεβαστό Δικαστήριο προχώρησε σε απόρριψη της προσφυγής λόγω μη προώθησης της (παρότι οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν ενέστη στο αίτημα παράτασης των συνηγόρων του Αιτητή).

Ειδικότερα, εξ όσων καλύτερα γνωρίζω λόγω της επαγγελματικής μου ιδιότητας και εξ όσων με συμβουλεύει η δικηγόρος που χειρίζεται την παρούσα, σύμφωνα με τον Κανονισμό 6(α) των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 ως τροποποιήθηκαν (εφεξής «ο Διαδικαστικός Κανονισμός του 2019») :

α) Τηρουμένου του Κανονισμού 3(ε), υπό την αίρεση διαφορετικών οδηγιών του Δικαστηρίου, ο αιτητής στην προσφυγή θα καταχωρεί γραπτή αγόρευση εντός τριάντα (30) ημερών από της καταχώρησης της ένστασης και ο καθ΄ων η αίτηση σε διάστημα τριάντα (30)  ημερών από της επίδοσης σε αυτούς της γραπτής αγόρευσης του αιτητή (β) Το Δικαστήριο δύναται να ορίσει την υπόθεση για ακρόαση και να διατάξει ένα ή/και τα δύο μέρη να αγορεύσουν μόνο προφορικώς, αναλόγως της πολυπλοκότητας των εγειρόμενων στην προσφυγή νομικών και πραγματικών ζητημάτων.

Επομένως, η διατύπωση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής υποχρεούται να συμμορφώνεται με την προθεσμία στην οποία υπόκειται για καταχώρηση της γραπτής αγόρευσής του όπως στη παρούσα της τριακονταήμερης την οποία διέταξε το Σεβαστό Δικαστήριο.

Ειδικότερα, εξ όσων καλύτερα γνωρίζω λόγω της επαγγελματικής μου ιδιότητας και εξ όσων με συμβουλεύει η δικηγόρος που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση και ως διαβάζω στο φάκελο της παρούσας υπόθεσης και πιστεύω ως αληθές, σύμφωνα με τους  περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019) δεν υπάρχει πρόνοια σε σχέση με αιτήσεις επαναφοράς αίτησης ακυρώσεως που έχει απορριφθεί. Υπάρχει δε πρόνοια, ήτοι ο Κανονισμός 2, ο οποίος προνοεί ότι:

 «Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής τηρουμένων των αναλογιών σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις/προσθήκες που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο».

Ειδικότερα, εξ όσων καλύτερα γνωρίζω λόγω της επαγγελματικής μου ιδιότητας και εξ όσων με συμβουλεύει η δικηγόρος που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση και ως διαβάζω στο φάκελο της παρούσας υπόθεσης και πιστεύω ως αληθές, η αίτηση του Αιτητή για επαναφορά της προσφυγής του είναι καταδικασμένη σε απόρριψη καθότι η παράλειψη και η αποτυχία συμμόρφωσης με βάση τους εφαρμοστέους δικονομικούς κανόνες, την εξουσία που δίδεται και όπως είναι νομολογιακά θεμελιωμένο, οι δικονομικοί κανόνες δεν παρακάμπτονται (βλ. Έφεση Hernia Tchabon Tchioundje v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου (2025)

Περαιτέρω προβάλλει :

«Ως με ενημερώνει η δικηγόρος που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση και ως πληροφορούμαι μετά από μελέτη του φακέλου της παρούσας υπόθεσης και πιστεύω ως αληθές, οι συνήγοροι του Αιτητή καθυστέρησαν την καταχώρηση της γραπτής αγόρευσης του Αιτητή παρά την προειδοποίηση, του Δικαστηρίου δια της θέσης ρήτρας απόρριψης στις τελευταίες του οδηγίες σε περίπτωση μη έγκαιρης και εμπρόθεσμης καταχώρησης της γραπτής αγόρευσης, και αυτό είχε ως συνέπεια κατά τη δικαστική διαδικασία ημερομηνίας  08/04/2025 να απορριφθεί η προσφυγή του Αιτητή ως εγκαταλειφθείσα (βλ. Rousos vRepublic (1985) 3 CLR 119 (η οποία έτυχε αναφοράς στη μεταγενέστερη Σταυρινάκης ν. Δημοκρατίας (2014) 3 Α.Α.Δ. 40) και Ελεύθερο Εργατικό Σωματείο Μεταφορών και Γεωργίας ΣΕΚ Λεμεσού κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1992) 4 Α.Α.Δ. 4853).

Προσθέτει πως ότι κανένας λόγος και επιτρεπτός λόγος δεν έχει παρατεθεί και δεόντως αναφερθεί και προσκομισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να αιτιολογεί την καθυστέρηση και παράλειψη και συμμόρφωση του Αιτητή με τις οδηγίες του Σεβαστού Δικαστηρίου. Τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται με την αίτηση επαναφοράς της προσφυγής του Αιτητή δεν είναι επαρκές ή ικανά να αιτιολογήσουν την παράλειψη συμμόρφωσης τους με τις οδηγίες του Σεβαστού Δικαστηρίου. Περαιτέρω οι δικηγόροι του Αιτητή έπρεπε να είχαν γνώση για την συμμόρφωση με τις οδηγίες του Δικαστηρίου που δόθηκαν στα πλαίσια της προσφυγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο όπως και της υποχρέωσης τήρησης αυτών για σκοπούς προώθησης της υπόθεσης του Αιτητή.

Προβάλλει επίσης πως με την παρούσα αίτηση για επαναφορά, ουσιαστικά επιδιώκεται η παράταση της ανατρεπτικής προθεσμίας του άρθρου 146(3) του Συντάγματος πράγμα ανεπίτρεπτο. Συγκεκριμένα, επιδιώκεται η αναβίωση προσφυγής η οποία έχει ενδυθεί με τον μανδύα της τελεσιδικίας και/ή τυχόν καταχώριση νέας προσφυγής εναντίον της ίδιας απόφασης θα ήταν εκπρόθεσμη και πως την παρούσα αίτηση για επαναφορά, ουσιαστικά επιδιώκεται η καταστρατήγηση της αρχής της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων, πράγμα ανεπίτρεπτο.

Επιπλέον, η ενόρκως δηλούσα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν αποδεικνύει κανένα λόγο ή εξαιρετική συνθήκη ή περίσταση ή εύλογη αιτία, πόσων μάλλον καλό λόγο που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.

Επιπλέον, η ενόρκως δηλούσα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν υποστηρίζει και/ή δεν αποδεικνύει καμία εύλογη προοπτική επιτυχίας της προσφυγής του Αιτητή, σε περίπτωση επαναφοράς της αίτησης ακυρώσεώς του.

Από την αίτηση και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτήν και τα όσα έχει μελετήσει, ειλικρινά πιστεύει ότι δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε λόγος για επαναφορά. Οι λόγοι που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύουν την αίτηση δεν δικαιολογούν την επαναφορά της προσφυγής.

Καθώς τυγχάνει νομικής συμβουλής από τη δικηγόρο που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση και ως η ίδια μπορεί να κατανοήσει από την μελέτη του φακέλου της υπόθεσης, με την παρούσα αίτηση σκοπείται η κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, αφού δεν προβάλλεται κανένας απολύτως λόγος που να είναι ικανός να δικαιολογήσει την επαναφορά της προσφυγής.

Περαιτέρω  προβάλλει πως σκοπός της παρούσας αίτησης είναι η υπερφαλάγγιση των δικονομικών διατάξεων και η αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών, καθότι η υποχρέωση των Αιτητών ή των δικηγόρων τους να συμμορφωθούν με τις εκάστοτε οδηγίες και/ή διαταγές και/ή προθεσμίες ορίζει το Σεβαστό Δικαστήριο όπως συγκεκριμένα και η καταχώριση των δικογράφων και/ή έγγραφων προτάσεων, συνιστά σοβαρή ευθύνη εκ μέρους τους, που σχετίζεται άμεσα με την απονομή της δικαιοσύνης και δεν συνιστά θέμα απλής τυπικότητας, αλλά θέμα ουσίας που άπτεται του θεμελίου της απονομής της δικαιοσύνης.

Προσθέτει πως θέματα που άπτονται του τρόπου οργάνωσης και/ή της εσωτερικής λειτουργίας ενός δικηγορικού γραφείου και ειδικότερα λάθη ή παραλείψεις διαδίκων ή δικηγόρων δεν συνιστούν σύμφωνα με τις νομολογιακές αρχές, λόγους επαναφοράς απορριφθείσας προσφυγής.

Τέλος πιστεύει πως εάν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα κατασπαταληθεί σημαντικός δικαστικός χρόνος και δεν είναι προς το συμφέρον απονομής της Δικαιοσύνης.

Κατά την ακροαματική διαδικασία η συνήγορος του Αιτητή προέβαλε πως  η  απόρριψη της προσφυγής  έγινε πεπλανημένα ως προς τη πρόθεση του Αιτητή να εγκαταλείψει την προσφυγή του και παρέπεμψε στην απόφαση  Σταυρινάκης vs Δημοκρατίας 2014, 3 (α)(α)(δ) 40, η οποία παραπέμπει στην Τσίγκη του 1984, στην Ρούσος του 1985. Πρόσθεσε πως το κριτήριο είναι να υπάρχει και να διαπιστωθεί από το Δικαστήριο πραγματική πρόθεση εγκατάλειψης της προσφυγής. Στην παρούσα υπόθεση είναι η θέση της ότι δεν μπορεί να διαπιστωθεί από τα γεγονότα  η πραγματική πρόθεση εγκατάλειψης. Περαιτέρω  συμφώνησε ότι υπήρχε ρήτρα απόρριψης της προσφυγής  από τις αρχικές οδηγίες για την εν λόγω καταχώρηση.

Πρέπει να ληφθεί υπόψιν είπε, το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο και το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής που έχει ο Αιτητής ως Αιτητής Ασύλου, το οποίο απορρέει από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης μαζί και με την νομολογία και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και το ΔΕΕ, ως προς την διασφάλιση. Υποχρέωση διασφάλισης αυτού του δικαιώματος στην δικαιοσύνη χωρίς τυπολατρικές προσεγγίσεις ως προς τους δικονομικούς κανόνες και στο σύγγραμμα της κυρίας Ηλιάνας Νικολάου, το εγχειρίδιο της Κυπριακής δικονομία όπου γίνεται αναφορά στον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για επαναφορά, η οποία πρέπει να στρέφεται προς δυο κατευθύνσεις ουσιαστικά. Στο ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης και στην ανάγκη διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων που εν προκειμένου η αίτηση επαναφοράς καταχωρίστηκε σχεδόν αμέσως μετά την απόρριψη. Θα πρέπει επίσης να τηρηθεί η αρχή της αναλογικότητα δηλαδή το Δικαστήριο να κρίνει την υπόθεση στην βάση εξισορρόπησης από την μια του δικαιώματος του Αιτητή να ακουστεί και να έχει πρόσβαση σε πραγματικό έντυπο μέσο και από την άλλη την εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και την υποχρέωση ταχείας δικαστικής διαδικασίας ειδικά σε τέτοιες υποθέσεις

Είναι η θέση της ότι στην παρούσα περίπτωση υπό το φως των περιστάσεων  η αρχή της αναλογικότητας θα πρέπει να εφαρμοστεί υπέρ του Αιτητή με την επαναφορά της προσφυγής ενόψει του ότι τόσο τα γεγονότα της υπόθεσης που οδήγησαν στην απόρριψη όσο και η άμεση καταχώρηση αίτησης επαναφοράς καταδεικνύουν πως ούτε πρόθεση εγκατάλειψης υπήρχε, ούτε θα επηρεαστούν με οποιοδήποτε τρόπο είτε τα δικαιώματα των Καθ’ων η Αίτηση, είτε η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης.

Θεωρεί πως  οι ενστάσεις των Καθ’ων η Αίτηση ως προς την νομική βάση, ότι θα πρέπει να απορριφθούν διότι η νομική βάση στηρίχθηκε στους διαδικαστικούς  κανονισμούς του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, του παρόντος Δικαστηρίου και τους θεσμούς της πολιτικής δικονομίας και ειδικότερα το μέρος 23.

Οι Καθ΄ων η αίτηση  υιοθέτησαν την ένσταση τους και επέμειναν στον  1ος λόγος ένστασής ήτοι ότι η παρούσα αίτηση θα έπρεπε να καταχωρηθεί σύμφωνα με τους νέους κανονισμούς πολιτικής δικονομίας και όχι σύμφωνα με τους παλαιούς ως έπραξε ο Αιτητής.  Περαιτέρω αναφέρθηκε τις ημερομηνίες, σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου όπου προκύπτει ότι ο Αιτητής δεν καταχώρησε εμπρόθεσμα την γραπτή του αγόρευση εντός των 30 ημερών που  όρισε αυστηρώς το Δικαστήριο δηλώνοντας το και με τις σαφείς οδηγίες για ρήτρα απόρριψης. Πρόβαλε πως  η προηγούμενη ημερομηνία ορισμού ήτοι  η 4/2/2025 και ότι η προθεσμία  των 30 ημερών έληξε στις 4/3/2025. Ήτοι ένα μήνα μετά την ημερομηνία ορισμού και η πλευρά του Αιτητή είχε την δυνατότητα να ενημερώσει το σεβαστό Δικαστήριο ότι δεν κατέστη δυνατή η καταχώρηση της γραπτής του αγόρευσης επικοινωνώντας τους  λόγους και  να ζητήσει παράταση  πριν τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας γεγονός το οποίο δεν έπραξε.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Καταρχάς θα πρέπει να τονιστεί αναγκαιότητα καταγραφής στην αίτηση,  της ορθής νομικής βάσης . Σύμφωνα και με την πρόσφατη απόφαση του Εφετείου ημερ. 28/6/2024  (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ.33/2023) AHMED GHONIMA V ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ MEΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ:

«Είναι πάγια θεμελιωμένη αρχή της νομολογίας ότι στο σώμα μιας αίτησης, θα πρέπει να αναγράφονται ρητά και συγκεκριμένα οι νομικές και δικονομικές διατάξεις επί των οποίων αυτή βασίζεται (βλ. Παπακοκκίνου κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Αρ. 1) (2012) 1 (Α) Α.Α.Δ. 643).

Είναι πάγια νομολογημένο ότι όπου μια αίτηση δεν εδράζεται στην ορθή νομική βάση οι συνέπειες είναι καταλυτικές. (Βλ. Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 965, Εgiazaryan κ.α. ν Denero Investments Limited (2013) 1 ΑΑΔ 409).   

Όπως προκύπτει από την απόφαση του εφετείου πιο πάνω  στο οποίο παραπέμπω :« Προς επίρρωση των πιο πάνω παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στη Γιαννάκης Φλουρέντζου κ.ά. ν. Cashgrove Betting Ltd κ.ά. (2007) 1 Α.Α.Δ. 393:

«Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 965, Σάββα ν. Κυπριακές Αερογραμμές (1992) 1 Α.Α.Δ. 1146 και Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ. (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 743) μια ενδιάμεση αίτηση πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζει τις δικονομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζεται.  Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει η αίτηση να στηρίζεται στην ορθή δικονομική και/ή νομική διάταξη. Αν η διάταξη στην οποία στηρίζεται είναι εντελώς άσχετη, τότε η νομική της βάση είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη». 

Έχω εξετάσει με  προσοχή τόσο την νομικοί βάση όσο και τις θέσεις και ισχυρισμούς που προβάλλονται,  εκ μέρους των διαδίκων .

Το δικονομικό πλαίσιο βάσει του οποίου του Δικαστήριο εξετάζει την παρούσα αίτηση, κατ' αναλογίαν των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, είναι οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας , οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί του Διοικητικού  Δικαστήριου Διεθνούς Προστασίας του 2019, όπως αυτοί έχουν τροποποιηθεί,ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962.

Συγκεκριμένα:

Ο Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019

Κ. 2 -«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής τηρουμένων των αναλογιών σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις/προσθήκες που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

Κανονισμού 18 και 19 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962:

«Ο κατά την ημέραν της εκδόσεως του παρόντος Κανονισμού ισχύων εν τη Δημοκρατία περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικός Κανονισμός θα εφαρμόζεται τηρουμένων των αναλογιών και εφ' όσον αι περιστάσεις επιτρέπουν τούτο, εις πάσαν διαδικασίαν ενώπιον του Δικαστηρίου, εκτός εάν άλλως προβλέπεται εις τον παρόντα Κανονισμόν ή εκτός το Δικαστήριον ή Δικαστής άλλως ήθελεν ορίσει.»

19. Καθ' οιονδήποτε στάδιον της διαδικασίας το Δικαστήριον ή Δικαστής δύναται να εκδώση τοιαύτας οδηγίας, αι οποίαι απαιτούνται προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.

 

Στην προκείμενη περίπτωση, τυγχάνει εφαρμογής ο Κανονισμός 14  των Νέων Κανονισμών  Πολιτικής Δικονομίας, που τέθηκαν σε ισχύ την 1/9/2023 αναφορά στην οποία επίσης γίνεται στο νομικό υπόβαθρο της αίτησης.

Αναφορικά με το ζήτημα της ‘έλλειψης ορθής Νομικής βάσης την οποία προβάλλουν οι Καθ΄ων η αίτηση υιοθετώ την θέση της αδελφής Δ. κας  Ε. Γαβριήλ στην υπ. αρ. 1463/2019 απόφαση της  (13 Ιουλίου 2021) XXXX BOUZAMMOUR και  ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ τα οποία ισχύουν κατά αναλογία :

«Παρατηρώ πως στη νομική βάση της αιτήσεως, καταγράφεται το νομικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η αίτηση, χωρίς όμως να γίνεται αναφορά στον περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμο του 2015, Ν. 131(Ι)/2015και στους περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2015.

Ζητήματα παρατυπιών, παραλείψεων ή/και ελλείψεων επί της νομικής βάσης νομικού διαβήματος, εξετάστηκαν σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, οι οποίες ακολουθήθηκαν και υιοθετήθηκαν μεταγενέστερα και από το Ανώτατο Δικαστήριο (The Attorney-General and Kyriacos Kouppi & 2 Others 1 R.S.C.C. 115, Σιέπη ν. Δήμου Πάφου (1989) 3Δ Α.Α.Δ 2472).

 

Κατ' αναλογία με τις πολιτικές υποθέσεις, όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς, το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια με γνώμονα πάντοτε τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, λαμβανομένου υπόψη και του δυσμενούς επηρεασμού (prejudice) της άλλης πλευράς, λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας (Wunderlich κ.ά. ν. Παναγιώτου (1999) 1(A) Α.Α.Δ. 366, Πολιτική Έφεση 208/2012 Koza Michael David κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ημερομηνίας 24.11.2017).

Με γνώμονα τη φύση της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι υπάρχει στην υπό εκδίκαση αίτηση, νομική βάση, στην οποία γίνεται αναφορά στον Κανονισμό 19 του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1962, οι οποίοι τυγχάνουν εφαρμογής, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις, σε όλες τις προσφυγές που καταχωρήθηκαν στο Διοικητικό Δικαστήριο μετά την 1.1.2016, δυνάμει του Κανονισμού 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικών Κανονισμών του 2015, κρίνεται, προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, ότι πρόκειται περί παρατυπίας μη δυνάμενης να επιφέρει ακυρότητα σε ό,τι αφορά την υπό εκδίκαση αίτηση.»

Έχω μελετήσει προσεκτικά τις ένορκες δηλώσεις καθώς και τις αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων κατά την ακρόαση της αίτησης και έχω καταλήξει πως η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.  

Επί της ουσίας των ζητημάτων που αφορούν την παρούσα αίτηση τονίζεται πως κατά πάγια νομολογία, είναι πάντοτε με αυστηρότητα που θα πρέπει να αντιμετωπίζεται αίτηση για επαναφορά  απορριφθείσας αίτησης, ιδιαίτερα ενόψει της συνταγματικής προθεσμίας, που δεν μπορεί να επεκταθεί . (βλ. ενδεικτικά Aassy v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1252/2010, ημερ. 17.5.2011 και Matanes v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 540/2012, ημερ. 30.11.2012).

Περαιτέρω η απόφαση επί της αιτήσεως επαναφοράς εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που την εξετάζει . 

Σύμφωνα με τα γεγονότα της παρούσας  η εν λόγω προσφυγή καταχωρήθηκε  στις 5/12 /2024 και το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την καταχώρηση της ένστασης των Καθ΄ων η αίτηση να καταχωρηθεί αυτή 2 μέρες πριν την ημερομηνία που όρισε για οδηγίες την υπόθεση στις 4/2/25 ήτοι στις 2/2/25. Σύμφωνα με το διαδικαστικό κανονισμό η ένσταση καταχωρίζεται 20 μέρες από την επίδοση της προσφυγής στους Καθ΄ων η αίτηση που επιδόθηκε στις 9/12/25 . Η ένσταση των Καθ΄ων η αίτηση καταχωρήθηκε στις 14/1 /25 ήτοι περί τις 16 μέρες μετά την προθεσμία των  20 ημερών .Την επόμενη μέρα στις 15/1/25  η συνήγορος του Αιτητή ζήτησε με επιστολή της να επιθεωρήσει τον Διοικητικό φάκελο και το έπραξε στις 28/1/25. Κατά την προετοιμασία της γραπτής της αγόρευση ενημερώθηκε από τον Αιτητή πως αυτός της ανέφερε ότι ανάμενε έγγραφα να του αποσταλούν από την μητέρα του .

 

Ενώ η ένσταση είχε καταχωρηθεί από τους Καθ΄ων η αίτηση το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για γραπτή αγόρευση συνοδευόμενη από ρήτρα απόρριψης 16 μέρες μετά την καταχώριση της ένστασης και η προθεσμία έληγε περί στις 3/3/25. Το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση στις 8/4/25 για οδηγίες . Στις 4/4/24 όταν ήδη είχε λήξει και η προθεσμία  που δόθηκε στους Καθ΄ων η αίτηση να καταχωρίσουν τη γραπτή του αγόρευση η συνήγορος του Αιτητή απέστειλε ηλεκτρικά μήνυμα  με αίτημα και αφού απολογήθηκε χωρίς να προβάλει οποιοδήποτε λόγο για τον οποίον δεν ενημέρωσε έγκαιρα το δικαστήριο ήτοι πριν την λήξη της προθεσμίας που το Δικαστήριο όρισε για την καταχώριση της γραπτής αγόρευσης ήτοι εφαρμόζοντας τις προθεσμίες που ο διαδικαστικός κανονισμός προβλέπει (30 μέρες ) ζήτησε άδεια να καταχωρίσει την γραπτή της αγόρευση εντός της ημέρας .  

Το Δικαστήριο ακολούθως έδωσε οδηγίες να εμφανιστούν οι διάδικοι ενώπιον του στις 8/4/25 .

Την εν λόγω ημερομηνία η συνήγορος του Αιτητή ενώ της δόθηκε η ευκαιρία να το πράξει καμία αιτιολογία δεν προέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί δεν ενημέρωσε το Δικαστήριο έγκαιρα και πριν την λήξη της προθεσμίας λαμβανομένου μάλιστα υπόψη την ρήτρα απόρριψης και παρά το ότι την ίδια συμπεριφορά επέδειξε και σε άλλες  περιπτώσεις και πάρα το ότι της είχε επανηλλειμένα τονιστεί ότι αιτήματα παράτασης χρόνου καταχώρισης γραπτής αγόρευσης θα γίνονται δεκτά προς εξέταση πριν τον χρόνο λήξης της προθεσμίας ιδιαίτερα όταν οι οδηγίες του δικαστηρίου συνοδεύονται από ρήτρα απόρριψης απλά απολογήθηκε και επανέλαβε το αίτημα της το οποίο ωστόσο απορρίφθηκε. Ωστόσο η συνήγορος πάρα τη θέση του δικαστηρίου ζήτησε να αγορεύσει προφορικά

Το πνεύμα με το οποίο το παρόν Δικαστήριο θα εξετάσει την αίτηση είναι συνυφασμένο με την απόφαση του Διοικητικού εφετείου στην υπ. αρ. υπόθεση

(βλ. Έφεση Hernia Tchabon Tchioundje v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου (2025)  όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα :

Σύμφωνα με τον Κανονισμό 6(α) των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 ως τροποποιήθηκαν (εφεξής «ο Διαδικαστικός Κανονισμός του 2019»), ο αιτητής/προσφεύγων θα καταχωρεί τη γραπτή του αγόρευση εντός 30 ημερών από την καταχώρηση της ένστασης των καθ'ων η αίτηση, υπό την αίρεση διαφορετικών οδηγιών του Δικαστηρίου.

Η διατύπωση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο αιτητής υποχρεούται να συμμορφώνεται με την προθεσμία στην οποία υπόκειται για καταχώρηση της γραπτής αγόρευσής του (της τριακονταήμερης ή άλλης την οποία διατάσσει το πρωτόδικο Δικαστήριο). Η προβλεπόμενη στον Κανονισμό 6(β) του Διαδικαστικού Κανονισμού του 2019 ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου να ορίσει την υπόθεση για ακρόαση, διατάσσοντας τους διάδικους να αγορεύσουν μόνο προφορικώς (αναλόγως της πολυπλοκότητας των εγειρόμενων στην προσφυγή νομικών και πραγματικών ζητημάτων), ουδόλως αναιρεί την υποχρέωση του αιτητή να καταχωρίσει την γραπτή του αγόρευση εντός της προθεσμίας που τον δεσμεύει, άπαξ και το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφασίσει την ενώπιόν του καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων (και  να μην ασκήσει, συνεπώς, την ευχέρεια του Κανονισμού 6(β)).Ομοίως, ούτε το γεγονός ότι ο Κανονισμός 3(γ) του Διαδικαστικού Κανονισμού του 2019 ρητά προβλέπει την απόρριψη (μη εμπροθέσμως επιδοθείσας) προσφυγής ως εγκαταλειφθείσας (εκτός αν άλλως ήθελε ορίσει το πρωτόδικο Δικαστήριο) σημαίνει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν δύναται να απορρίψει προσφυγή ως εγκαταλειφθείσα ένεκα άλλης δικονομικής παράβασης από πλευράς του αιτητή/προσφεύγοντα.

Δεν μπορώ να δεχτώ, ότι δικηγόρος που δεν προτίθεται να εγκαταλείψει την υπόθεση, δυνατόν ενώ γνωριζει πολύ καλα τις οδηγίες του Δικαστηρίο αναφορικά με την προθεσμία που το δικαστήριο όρισε και η παραβίαση της θα οδηγούσε αυτόματα στην απόρριψη της δεν προέβη στις αναγκαίες ενέργειες ώστε να ενημερωθεί το Δικαστήριο  έγκαιρα για τη πρόθεση της να ζητήσει παράταση χρόνου για τους λογούς που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της κα Μιχαήλ πάρα μόνο απολογήθηκε χωρίς να προβάλλει οποιοδήποτε ουσιαστικό λογο όπως πιο πανω έχω αναφέρει .  

Η δικηγόρος της αιτήτριας δεν έδωσε καμία εξήγηση στο Δικαστήριο στη βάση της νομολογίας:

« μη συμμόρφωση με τις πιο πάνω διατάξεις πρέπει να οφείλεται σε λόγο η επέλευση του οποίου δεν οφείλεται στη συνήθη  ανθρώπινη λειτουργία», [Κυβέλη Αναστασίου ν. Δημοκρατίας υπ. αρ. 1208/2006, ημερ. 12/3/2007, απόσπασμα από την αναφερόμενη εκεί απόφαση Ξενοφώντος ν. Χατζηαράπη (1991)1 ΑΑΔ, 221)],

Κατά αναλογία ισχυουν τα όσα επισημαίνονται  στη Matanes v Δημοκρατίας, Υπόθ. αρ. 540/2012, ημερ. 30/11/2012:

«Η υποχρέωση του δικηγόρου να εμφανισθεί κατά τη δικάσιμο συνιστά μια σοβαρή ευθύνη που σχετίζεται άμεσα με την ίδια την απονομή της δικαιοσύνης, εφόσον δεν αποτελεί ζήτημα απλής τυπικότητας, αλλά ζήτημα ουσίας.  Αποφάσεις όπως η Ξενοφώντος ν. Χατζηαράπη (1999) 1 Α.Α.Δ. 221 και Βαρδιάνος ν. Richards -   πιο πάνω -, τονίζουν την επιτακτική ανάγκη συμμόρφωσης με τις οδηγίες του Δικαστηρίου και τον κανόνα ότι λάθος ή παράλειψη του δικηγόρου δεν νοείται να προβάλλεται προς υπερφαλάγγιση των προθεσμιών ή την αναγέννηση των διαδικασιών». 

Στην απουσία οποιασδήποτε, έστω στοιχειώδους, επεξήγησης για τους λόγους για τους οποίους δεν ακολουθήθηκαν οι οδηγίες του Δικαστηρίου για την άμεση επίδοση της προσφυγής, τυχόν αποδοχή της παρούσας αίτησης θεωρώ ότι θα οδηγούσε σε ανεπίτρεπτη παράκαμψη των οδηγιών του Δικαστηρίου. 

Περαιτέρω υιοθετώ και παραπέμπω, στην υποθεση υπ. Αρ. 497/2005) ημερ. 21/11/2005 ΓΙΑΝΝΗΣ Μ. ΔΡΥΑΔΗΣ v. ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΤΕΧΝΙΚΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, όπου λέχθηκε ότι:

 « Οι παραλείψεις του δικηγόρου ή μελών του δικηγορικού του γραφείου, που θα έχουν ως αποτέλεσμα την απόρριψη μιας έφεσης, δεν συνιστούν λόγο που θα δικαιολογούσε την επαναφορά μιας απορριφθείσας έφεσης. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας ((2001) 3 Α.Α.Δ. 1134) η αίτηση επαναφοράς της έφεσης βασίστηκε στο ότι "για την ετοιμασία περιγράμματος ήταν αναγκαία η διαβούλευση και/ή συνεννόηση με τον εφεσείοντα-αιτητή. Λόγω όμως του γεγονότος ότι ο εφεσείων διαμένει από κάποιο χρόνο μόνιμα στο εξωτερικό, δεν κατέστη δυνατό να γίνει η αναγκαία συνάντηση και/ή διαβούλευση και έτσι ο χρόνος για καταχώριση περιγράμματος παρήλθε εκ παραδρομής και/ή λάθους του γραφείου μας". Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού σημείωσε ότι "σφάλματα ή παραλείψεις του δικηγόρου ή του προσωπικού του γραφείου του δεν είναι δυνατό να ταξινομηθούν ως λόγοι «πέραν των δυνάμεων του εφεσείοντα ή αντεφεσείοντα» ώστε να δικαιολογείται η επαναφορά έφεσης", αποφάνθηκε ότι η αίτηση για επαναφορά έπρεπε να απορριφθεί.»(οι υπογραμμίσεις δικές μου)

Επίσης  υιοθετώ και παραπέμπω , στην υπόθεση Ανδρέας Δημητρίου ν. Υπουργείου Οικονομικών (2002) 4 ΑΑΔ 1131– όπου λέχθηκε  ότι «. σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ο διάδικος δεν μπορεί να προβάλει το λάθος, την αμέλεια ή την παράλειψη του δικηγόρου του για να επιτύχει την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών».

Αναφορικά με τα ζητήματα που προβάλει η συνήγορος του Αιτητή περί μη πρόθεσης του Αιτητή να εγκαταλείψει την προσφυγή του και το δικαίωμα του να ακουστεί όσο και την παραβίαση της  αρχής της αναλογικότητας παραπέμπω και υιοθετώ πλήρως την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου στην (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 152/2023) HENRIA TCHABON TCHIOUNDJE  ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,MEΣΩ YΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ ημερ. 14 Ιανουαρίου, 2025

«Εφόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε στον Εφεσείοντα οδηγίες για εμπρόθεσμη καταχώρηση της γραπτής αγόρευσής του υπό ρήτρα απόρριψης (και δη κατ' επανάληψη) και οι οδηγίες δεν ακολουθήθηκαν, η Ελεύθερο Εργατικό Σωματείο Μεταφορών και Γεωργίας ΣΕΚ Λεμεσού κ.ά. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) δεικνύει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε την εξουσία να θεωρήσει άνευ ετέρου την Προσφυγή ως εγκαταλειφθείσα και είχε εξουσία να την απορρίψει για αυτό τον λόγο.

 

Όσον αφορά την εξέταση της αίτησης επαναφοράς, συνυπολογίζεται ο χρόνος καταχώρησής της και, εν προκειμένω, η επίδικη αίτηση επαναφοράς καταχωρίστηκε στις 10.10.2023, μόλις 4 ημέρες μετά από την απόρριψη της Προσφυγής στις 6.10.2023, δηλαδή με σπουδή όπως ρητά αναγνωρίζεται στην εφεσιβαλλόμενη απόφαση (παράγραφος 14).

Πλην όμως, συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι το έγκαιρο της καταχώρησης της αίτησης επαναφοράς δεν είναι ο μόνος παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκασή της, ώστε να δύναται να λεχθεί ότι έγκαιρη αίτηση επαναφοράς εγκρίνεται άνευ ετέρου. 

Σημαντικός, κατά τη γνώμη μας, παράγοντας (ως δεικνύει και η Matanes ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω) είναι και η όλη στάση του προσφεύγοντα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, μέσω των συνηγόρων του οι οποίοι τον αντιπροσωπεύουν και εκφράζουν (με συνέπεια και να τον δεσμεύουν: Πολιτική Έφεση Αρ. 284/2014 Παπαντωνίου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (πρώην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και Marfin Popular Bank Public CoLtd, απόφαση ημερ. 16.1.2023· Πολιτική Έφεση Αρ. 353/2018 Τ & Μ Οικονόμου & Υιός Λτδ κ.ά. ν. Scy Sac Limited, απόφαση ημερ. 28.3.2024). 

Καταρχήν, αφού η δίκη εκκινείται από τον ίδιο τον προσφεύγοντα διά καταχώρησης της προσφυγής του, έχει το πλεονέκτημα να γνωρίζει εκ των προτέρων τους λόγους ακύρωσης τους οποίους προωθεί και συνεπώς υπέχει την υποχρέωση να προωθεί την υπόθεσή του με την δέουσα επιμέλεια, ώστε να τυγχάνουν σεβασμού τόσο τα δικονομικά δικαιώματα των λοιπών διαδίκων ως προς την υπέρ τους έγκαιρη απονομή της Δικαιοσύνης όσο και ο πολύτιμος δικαστικός χρόνος ο οποίος εξ ορισμού δεν είναι αποκλειστικά αφιερωμένος στη συγκεκριμένη προσφυγή.

Όσον αφορά ιδιαίτερα το πρωτόδικο Δικαστήριο, ο Διαδικαστικός Κανονισμός του 2019 θέτει ως κανόνα την καταχώρηση της αγόρευσης του αιτητή/προσφεύγοντα εντός 30 ημερών από την καταχώρηση της ένστασης της καθ' ης η αίτηση.

Aφού ο δικονομικός νομοθέτης όρισε την τριακονταήμερη προθεσμία ως κανόνα, αυτή αναμένεται κανονικώς να θεωρείται επαρκής και να τηρείται, όπερ εμμέσως πλην σαφώς σημαίνει ότι ο συνήγορος του προσφεύγοντα δεν μπορεί να παραβαίνει αυτή την προθεσμία απλά επικαλούμενος φόρτο εργασίας. 

Συνάγεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο θα εδύνατο να δώσει μόνο προθεσμία 30 ημερών στους συνήγορους του Εφεσείοντα για την καταχώρηση γραπτής αγόρευσης. 

Αντ' αυτού, το πρωτόδικο Δικαστήριο χορήγησε προθεσμία από τις 20.9.2022 και ανέμενε τους συνήγορους του Εφεσείοντα να την τηρήσουν μέχρι την 6.10.2023, παρατείνοντας την προθεσμία 3 φορές και προεκτείνοντάς την πέραν του έτους, με αποτέλεσμα να του χορηγηθεί πολλαπλάσιος χρόνος από την κανονική προθεσμία. 

Παράλληλα, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναγκάστηκε να μεταβάλει το πρόγραμμά του, μεταθέτοντας τη δικάσιμο των διευκρινίσεων τρεις φορές, προς όφελος του Εφεσείοντα. 

Μάλιστα δε, στην τελευταία δικάσιμο της 6.10.2023, οι συνήγοροι του Εφεσείοντα επέδειξαν και πάλι ανετοιμότητα, χωρίς καν να ενημερώσουν εκ των προτέρων το πρωτόδικο Δικαστήριο.

Με όλο το σεβασμό προς τους συνήγορους του Εφεσείοντα, μια τέτοια στάση δεν δικαιολογείται κατ' επίκληση φόρτου εργασίας και άνευ ετέρου. 

Μήτε συμφωνούμε με τη θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ευθύνεται καθ' οιονδήποτε τρόπο επειδή έδινε οδηγίες για την καταχώρηση των γραπτών αγορεύσεων όλων των διαδίκων, ορίζοντας ταυτόχρονα τη δικάσιμο των διευκρινίσεων.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει εξουσία να δίνει τέτοιες σωρευτικές οδηγίες, βασιζόμενο στην αναντίλεκτη υποχρέωση των διάδικων να τηρούν τις οδηγίες του (Πολιτική Έφεση Αρ. Ε205/2017, Al Nwili vMaremonte Investments Ltd, απόφαση ημερ. 9.1.2024) εκτός αν το πείσουν εκ των υστέρων να τις μεταβάλει. 

Οδηγίες που -όπως υποδείχθηκε- τελούσαν πάντοτε υπό ρήτρα απόρριψης της τυχόν εκπρόθεσμα καταχωρημένης αγόρευσης από πλευράς του Εφεσείοντα.

Πέραν αυτού, τα αιτήματα των συνήγορων του Εφεσείοντα για παράταση της προθεσμίας καταχώρησης γραπτής αγόρευσης αλλά και αυτή καθ' αυτή η επίδικη αίτηση επαναφοράς συνεπάγονταν τον επαναορισμό των διευκρινίσεων, οπότε θεωρούμε ότι είναι διαφωτιστική η νομολογία ως προς την απόρριψη αίτησης για αναβολή ακρόασης.

Κατά τη νομολογία, το Άρθρο 30 του Συντάγματος, το οποίο διασφαλίζει το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη, δεν εγγυάται στον διάδικο δικαίωμα συνεχών αναβολών (Δημητριάδου ν. Κυπριανίδη (2014) 1 Α.Α.Δ. 883· Πολιτική Έφεση Αρ. Ε205/2017 Al Nwili ν. Maremonte Investments Ltd, ανωτέρω). 

Κατά κανόνα, οι αναβολές ακροάσεων είναι ανεπιθύμητες και πρέπει κατά το δυνατό να αποφεύγονται, αφού οι καθυστερήσεις θέτουν σε κίνδυνο το σύστημα απονομής της Δικαιοσύνης και πλήττουν την αποτελεσματικότητά της (Πολιτική Έφεση Αρ. Ε98/2014, Mazur ν. Jacob, απόφαση ημερ. 16.7.2019· Πολιτική Έφεση Αρ. 398/2014 Zelmanov ν. Kώστα, απόφαση ημερ. 24.6.2022), δεδομένου ότι οι Δικαστές ασκούν δημόσιο καθήκον έναντι ολόκληρης της κοινωνίας (Πολιτική Έφεση Αρ. Ε87/2013 Παπακοκκίνου κ.ά. ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 20.12.2023). 

Στην πρόσφατη Πολιτική Έφεση Αρ. 45/2016 Thomas Kyriacou & Co (LAND PROPERTY DEVELOPERS LTDvDelvin a.o., απόφαση ημερ. 2.12.2024, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέφρασε τα εξής: 

«Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του  Δικαστηρίου για αναβολή ακρόασης είναι καλά εδραιωμένες και από     μακρού χρόνου αποκρυσταλλωμένες από τη νομολογία του Ανωτάτου  Δικαστηρίου.

Η απόφαση για αναβολή ακρόασης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος την υπόθεση Δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά στη βάση των δεδομένων της κάθε υπόθεσης σε συνάρτηση πάντοτε με τους λόγους επί των οποίων το αίτημα εδράζεται.  Το αίτημα αναβολής θα  πρέπει να εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο αφενός του δικαιώματος του διαδίκου να ακουσθεί και της συνταγματικής επιταγής για τη συμπλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας καλείται να εξισορροπήσει τα εκατέρωθεν δικαιώματα των διαδίκων και της απόδοσης δικαιοσύνης σε εύλογο χρόνο. Προεξάρχον κριτήριο στην άσκηση της περί ου ο λόγος διακριτικής ευχέρειας, αποτελεί η αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Οι παράμετροι του κατ' έφεση δικαστικού ελέγχου της διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά το θέμα της αναβολής έχουν, και  αυτοί, σαφώς καθορισθεί στη νομολογία. Δεν αναθεωρείται, εκτός όπου διαπιστώνεται πως ασκήθηκε έξω από το πλαίσιο που παρέχει ο νόμος, όπως όταν διαπιστώνεται ότι υπεισήλθαν στην άσκηση της εξωγενείς  παράγοντες, ή οδηγεί σε πασιφανή αδικία εις βάρος του διάδικου[1]. Επίσης το Εφετείο δεν επεμβαίνει έστω και αν το ίδιο θα μπορούσε  πρωτόδικα να είχε ενεργήσει διαφορετικά.

  [.]

Θα ήταν άτοπο, και βεβαίως ανεπίτρεπτο, να θεωρείται ότι διάδικοι και    μάρτυρες μπορούν να ρυθμίζουν τη διαδικασία του Δικαστηρίου ανάλογα με το δικό τους πρόγραμμα. Τα Δικαστήρια δεν αναβάλλουν τις υποθέσεις για να διευκολύνουν τους δικηγόρους. Δεν πρέπει, δε, να λησμονείται ότι η  ακρόαση των δικαστικών υποθέσεων κατά τον ορισθέντα χρόνο  συναρτάται άμεσα με την εύρυθμη απονομή της δικαιοσύνης, παράγοντας μείζονος  σημασίας για την εκπλήρωση της δικαστικής αποστολής.

 [.]

Κατ' ακολουθίαν όλων των πιο πάνω δεν διαπιστώνουμε ότι υπήρξε, εν  προκειμένω, εσφαλμένη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας, αλλά ούτε και διαφωνούμε με την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Όπως έχει  τονισθεί στην υπόθεση Τσουλόφτας v. Μιχαήλ (Αρ.2) (1992) 1 Α.Α.Δ. 228, «Η εσφαλμένη εντύπωση ότι οποιοσδήποτε διάδικος μπορεί να θεωρεί ως δεδομένο ότι τα Δικαστήρια είναι υπόχρεα να αναβάλουν την υπόθεση του για να ικανοποιούνται οι προσωπικές του διευθετήσεις και επιθυμίες, πρέπει να εξαληφθεί. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης και ο έλεγχος των διαδικασιών για πραγμάτωση του στόχου αυτού, είναι στην τελευταία ανάλυση ευθύνη των Δικαστηρίων και η διακριτική εξουσία τους πρέπει να ασκείται με στόχο τη διατήρηση μιας ισορροπίας μεταξύ του καθιερωμένου δικαιώματος της εκδίκασης υποθέσεων εντός ευλόγου  χρονικού διαστήματος και του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί.» ». 

Ως προς την ενώπιόν μας επίδικη αίτηση επαναφοράς, αυτή  απορρίφθηκε διότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως η συνεχής παράλειψη συμμόρφωσης με τις δικαστικές οδηγίες έπληξε τα  θεμέλια της δικαστικής διαδικασίας, ισοδυναμώντας εν τοις  πράγμασι με εγκατάλειψη της Προσφυγής (παράγραφοι 14 και 16 εφεσιβαλλόμενης  απόφασης).

Συναφής προς την πρωτόδικη κρίση είναι η νομολογία κατά την  οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο δύναται να αρνηθεί να επανανοίξει υπόθεση, εάν η συμπεριφορά διάδικου πλήττει τα θεμέλια απονομής της δικαιοσύνης λόγω (μεταξύ άλλων) εμφανούς καταφρόνησης της δικαστικής  διαδικασίας (Ψαράς ν. Γιάγκου (2015) 1 Α.Α.Δ.1103). 

Στη βάση της άνωθεν νομολογίας, κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εδύνατο να μην επιτρέψει την καταχώρηση γραπτής αγόρευσης από      πλευράς του Εφεσείοντα,  υπό το φως του χειρισμού της υπόθεσης του Εφεσείοντα από τους συνήγορούς του ενώπιον του πρωτόδικου  Δικαστηρίου.

Περαιτέρω τονίζεται ότι δεν είναι επιτρεπτό από τους συνηγόρους στη βάση του ισχυρισμού περί του δικαιώματος να ακουστεί ο Αιτητής  που στη προκυμμένη περίπτωση δεν του στερήθηκε το δικαίωμα (το δικαστήριο του έδωσε τον χρόνο που ο διαδικαστικός κανονισμός προβλέπει ωστόσο η συνήγορος δεν μπήκε καν στη διαδικασία να  ζητήσει παράταση χρόνου πριν τη λήξη της προθεσμίας και δεν έλαβε καν υπόψη την ρήτρα απόρριψης  και ούτε καν έδωσε αιτιολογημένη απάντηση γιατί δεν το έπραξε) να θεωρούν ότι μπορούν να καθορίζουν την διαδικασία κατά παράβαση των οδηγιών του Δικαστηρίου. Περαιτέρω δεν θα σχολιάσω τον ισχυρισμό ότι δεν ακολουθείται η πρακτική της επιβολής της ρήτρας απόρριψής από την πρώτη φορά και θα επαναλάβω πως η διαδικασία καθορίζεται από το Δικαστήριο και όχι από τους διαδίκους. Περαιτέρω ο ισχυρισμός ότι οι Καθ΄ων  η αίτηση δεν υποβάλαν αρχικά ένσταση αυτός δεν είναι λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να εγκρίνει την παρούσα αίτηση

Η συνήγορος η οποία προβάλλει με σθένος  τα δικαιώματα του Αιτητή οφείλει από την άλλη να μην ενεργεί με τρόπο που αυτά θα επηρεάζονται λόγω δικών της παραλείψεων και αυτό γιατί  είχε την ευκαιρία να ζητήσει έγκαιρα παράταση χρόνου αιτιολογώντας το αίτημα της και όχι εκ των υστέρων υποδηλώνοντας στην ουσία πως η ρήτρα απόρριψης δεν θα επηρεάζει την έκβαση της υπόθεσης .

Ο διάδικος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών.  Θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της (Μιχαηλίδης ν. Χρίστου (1996) 1(Β) Α.Α.Δ. 1190, Κληρίδης ν. Σταυρίδη (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1348, Βαρδιάνος ν. Richards (1998) 1 Α.Α.Δ. 698 ).

  Στην Άλκης Χ. Χατζηκυριάκος (Μπισκότα Φρου-Φρου) Λτδ. ν. Τerzian Trading House Ltd (1998) 1(Α) Α.Α.Δ. 102, κρίθηκε πως η απουσία πρόθεσης εκ μέρους του διαδίκου να εγκαταλείψει τη διαδικασία δεν είναι αφ' εαυτής αποφασιστική για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.

Στην Υπóθεση Αρ. 497/2005) ΓΙΑΝΝΗΣ Μ. ΔΡΥΑΔΗΣ,  1. ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΤΕΧΝΙΚΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ,  2. ΔΙΟΙΚΟΥΣΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ Ε.Τ.Ε.Κ., 21 Νοεμβρίου, 2005 κρίθηκε πως :

«Οι παραλείψεις του δικηγόρου ή μελών του δικηγορικού του γραφείου, που θα έχουν ως αποτέλεσμα την απόρριψη μιας έφεσης, δεν συνιστούν λόγο που θα δικαιολογούσε την επαναφορά μιας απορριφθείσας έφεσης. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας ((2001) 3 Α.Α.Δ. 1134) η αίτηση επαναφοράς της έφεσης βασίστηκε στο ότι "για την ετοιμασία περιγράμματος ήταν αναγκαία η διαβούλευση και/ή συνεννόηση με τον εφεσείοντα-αιτητή. Λόγω όμως του γεγονότος ότι ο εφεσείων διαμένει από κάποιο χρόνο μόνιμα στο εξωτερικό, δεν κατέστη δυνατό να γίνει η αναγκαία συνάντηση και/ή διαβούλευση και έτσι ο χρόνος για καταχώριση περιγράμματος παρήλθε εκ παραδρομής και/ή λάθους του γραφείου μας". Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού σημείωσε ότι "σφάλματα ή παραλείψεις του δικηγόρου ή του προσωπικού του γραφείου του δεν είναι δυνατό να ταξινομηθούν ως λόγοι «πέραν των δυνάμεων του εφεσείοντα ή αντεφεσείοντα» ώστε να δικαιολογείται η επαναφορά έφεσης", αποφάνθηκε ότι η αίτηση για επαναφορά έπρεπε να απορριφθεί. 

Στην υπόθεση Ρουβανιάς Λτδ κ.ά. ν. Δημοκρατίας ((2000) 3 Α.Α.Δ. 191) οι εφέσεις απορρίφθηκαν λόγω παράλειψης καταχώρισης εκ μέρους της αιτήτριας εταιρείας της γραπτής της αγόρευσης. Στην αίτηση για επαναφορά της έφεσης υποβλήθηκε με την επισυναφθείσα ένορκη δήλωση ότι,

  "Δυστυχώς λόγω κάποιου εσωτερικού λάθους και/ή ασυνεννοησίας και/ή από παραδρομή δεν σημειώθηκε η ημερομηνία λήξης της προθεσμίας για την καταχώριση του περιγράμματος αγόρευσης της πλευράς μας και ως αποτέλεσμα η έφεση απορρίφθηκε." 

Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το λάθος που παρατηρήθηκε δεν μπορούσε με οποιαδήποτε ερμηνευτική προσέγγιση να δικαιολογήσει την επαναφορά της έφεσης, τονίζοντας ότι "μια τέτοια ερμηνεία θα κακοποιούσε το καθαρό νόημα του κανονισμού" και υποδεικνύοντας ότι η φράση "πέραν των δυνάμεων του εφεσείοντα ή αντεφεσείοντα" στην επιφύλαξη του περί Εφέσεων Διαδικαστικού Κανονισμού του 1996, Κανονισμού 13(ε) δεν μπορεί παρά να σημαίνει, "εξαιρετικό, έκτακτο ή σπάνιο συμβάν ή περίσταση, που είναι απρόβλεπτο εκτός ελέγχου".»

 Στην Αρ. Υπόθεσης:  1483/2013 ΕΥΗΣ  ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ - ΚΑΙ -ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ, 7 Αυγούστου, 2015 ECLI:CY:AD:2015:D555 σε αίτημα επαναφοράς το οποίο υιοθετώ  κρίθηκε πως :

«Υπό τις περιστάσεις κρίνω ότι ουσιαστικά ο αιτητής δια της συμπεριφοράς του, όπως περιγράφηκε ανωτέρω, λειτούργησε περιφρονητικά προς τις οδηγίες του Δικαστηρίου κατά τρόπο που αντικειμενικά δύναται να θεωρηθεί ότι δεν ενδιαφερόταν κατ΄ ουσίαν να προωθήσει την προσφυγή του.»

Ως εκ των ανωτέρων ,η ενδιάμεση αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται.

Λαμβανομένου υπόψη ότι αρχικά οι Καθ΄ων η αίτηση δεν προέβαλαν ένσταση  καμία διαταγή για έξοδα.

 

 

 

 

 

 

 

 Βούλα Κουρουζίδου Καρλεττίδου ΔΔΔΔΠ 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο