B. G. Μ. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 652/24, 6/4/2026
print
Τίτλος:
B. G. Μ. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 652/24, 6/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 652/24

 

06 Απριλίου 2026

[Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, ΔΔΔΔΠ.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

B. G. Μ.

Αιτήτρια

-και-

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,

μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

  ....................

 

 

Κ. Κουππαρή (κα), Δικηγόρος της Αιτήτριας

Θ. Βασιλική (κα) για Θ. Παπανικολάου (κα), Δικηγόρος για τους Kαθ’ ων η αίτηση.

Η Αιτήτρια παρούσα.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Δ. Κατσαρίδης, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η Αιτήτρια, με την παρούσα προσφυγή, αιτείται την ακύρωση της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση, ημερομηνίας 31/01/2024, η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτήν στις 07/02/2024 μέσω σχετικής επιστολής, με την οποία ενημερώθηκε για την απόρριψη της αίτησής της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου.

Γεγονότα

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαιδεύτως εμφανιζόμενη συνήγορο, εκπροσωπούσα τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τα πραγματικά περιστατικά της υπό εξέταση υπόθεσης έχουν ως ακολούθως:

Η Αιτήτρια είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής «ΛΔΚ») και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 25/06/2021. Στις 31/01/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Την ίδια ημέρα, ο εν λόγω λειτουργός ετοίμασε Έκθεση και Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με τη συνέντευξη της Αιτήτριας. Ακολούθως, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας, επίσης κατά την ίδια ημερομηνία, ήτοι στις 31/01/2024. Στις 07/02/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολόγηση της απόφασής της επί του αιτήματος της Αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από την ίδια αυθημερόν.

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Η συνήγορος της Αιτήτριας, με την καταχωρισθείσα προσφυγή, προέβαλε πλείονας λόγους ακύρωσης, τους οποίους, ωστόσο, δεν ανέπτυξε δια της γραπτής της αγόρευσης. Στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης, υποστήριξε ότι δεν διεξήχθη η δέουσα έρευνα από τους Καθ’ ων η αίτηση και ότι η επίδικη απόφαση εκδόθηκε από αναρμόδιο όργανο, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 13 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000.

Κατά τη δικάσιμο των διευκρινίσεων της 25/11/2025, η συνήγορος της Αιτήτριας περιόρισε τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης, διατηρώντας ως μοναδικό λόγο την έλλειψη δέουσας έρευνας. Ως εκ τούτου, ο έτερος ισχυρισμός, ήτοι περί αναρμοδιότητας του οργάνου, απορρίπτεται.

Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της επίδικης πράξης, υποστηρίζοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας και κατ’ ορθή άσκηση των εξουσιών που τους παρέχει ο Νόμος, αφού προηγουμένως αξιολογήθηκαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, και ότι η επίδικη πράξη είναι δεόντως αιτιολογημένη.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Καταρχάς και σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι λόγοι προσφυγής που δεν αναπτύσσονται στο πλαίσιο της αγόρευσης του αιτητή θεωρούνται ως εγκαταλειφθέντες. Το ίδιο ισχύει και με τους λόγους σε σχέση με τους οποίους δεν προβάλλεται οποιαδήποτε επιχειρηματολογία προς υποστήριξή τους. (Βλ. συναφώς Υπόθεση Αρ. 692/89, Level Tachexcavs Ltd v. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας, ημερ. 17.12.1990, (1990) 3 ΑΑΔ 4407, Α.Ε. Αρ. 2421, Kokos Athanasiou Motors Ltd v. Δημοκρατίας, ημερ. 24.1.2020 (2000) 3 ΑΑΔ 21, Υπόθεση Αρ. 1073/2004, Γεωργίας Αντωνίου κ.α. ν. Δημοκρατίας, μέσω Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ημερ. 6.2.2007).

Υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας, όλοι οι λόγοι προσφυγής που αναφέρονται ως τίτλοι στο πλαίσιο του δικογράφου της προσφυγής και δεν προωθούνται με τη γραπτή αγόρευση της Αιτήτριας θεωρούνται ως εγκαταλειφθέντες.

Επιπλέον, παρατηρώ ότι οι λόγοι προσφυγής, όπως αναπτύσσονται στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης της Αιτήτριας χαρακτηρίζονται από γενικότητα και απουσιάζει η υπαγωγή των περιστάσεων της Αιτήτριας και των γεγονότων της υπόθεσης στις κατ’ επίκληση παραβιασθείσες διατάξεις. Η αναγκαιότητα έγερσης των λόγων προσφυγής με ευκρίνεια και λεπτομέρεια είναι θεμελιώδους σημασίας διαφορετικά το Δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να τα εξετάσει αυτεπαγγέλτως, έστω και εάν έχουν εγερθεί με την αγόρευση [Βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533 και Χατζηχάννας ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2) (2009) 3 Α.Α.Δ. 655]. Η δε αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. [Βλ. Α.Ε. Αρ. 3729, Μαραγκός ν. Δημοκρατίας, 3.11.2006, (2006) 3 ΑΑΔ 671, Α.Ε. 1883]., Μαρία Ευθυμίου ν. Ε.Δ.Υ., (1997) 3 ΑΑΔ 281, 14.7.1997].

Προχωρώντας, θα εξετάσω τον προβαλλόμενο ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας, όπως αυτός δικογραφείται και αναπτύσσεται δια της γραπτής αγόρευσης της συνηγόρου της Αιτήτριας, σε συνάρτηση με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης.

Στο πλαίσιο αυτό, και λαμβανομένης υπόψη της εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου, θα εξεταστεί κατά πόσο η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατόπιν δέουσας και επαρκούς έρευνας, σε συμμόρφωση με τις σχετικές διατάξεις του Νόμου και της Οδηγίας, και κατά πόσο, συνακόλουθα, είναι ορθή επί της ουσίας.

Περαιτέρω, βάσει των προνοιών του άρθρου 11, ο ασκούμενος δικαστικός έλεγχος δεν περιορίζεται στη διακρίβωση της νομιμότητας της διοικητικής πράξης, αλλά εκτείνεται και στην εξέταση της ορθότητας αυτής επί της ουσίας (βλ. Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 26/2020, Δημοκρατία ν. Singh, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 10.9.2024). Ο εν λόγω έλεγχος ασκείται επί κάθε διοικητικής απόφασης που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου με προσφυγή (βλ. Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021, Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 21.9.2021).

Σημειώνεται, συναφώς, ότι η αγόρευση αποτελεί το μέσο έκθεσης της επιχειρηματολογίας προς υποστήριξη των προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της δικογραφημένης στοιχειοθέτησής τους (βλ. Α.Ε. Αρ. 3729, Μαραγκός ν. Δημοκρατίας, ημερ. 3.11.2006, (2006) 3 ΑΑΔ 671· Α.Ε. 1883, Μαρία Ευθυμίου ν. Ε.Δ.Υ., ημερ. 14.7.1997, (1997) 3 ΑΑΔ 281).

Έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. Περαιτέρω, η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το επίδικο θέμα. Το  κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97, Α.Ε.2371,Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).

Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (Βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Αιτήτριας, όπως καταγράφονται στην Έκθεση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, καθώς και όπως προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 1 κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, και τα οποία δεν αμφισβητούνται, προκύπτει ότι, κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της εξαιτίας απειλών κατά της ζωής της και κακομεταχείρισης τόσο της ίδιας όσο και της μητέρας και της αδελφής της από τον πατριό της. Προς αποφυγή των εν λόγω περιστατικών, αποφάσισαν να ζητήσουν βοήθεια από την οικογένεια του βιολογικού της πατέρα, προκειμένου να διαφύγουν από τη χώρα (ερυθρά 1 και μετάφραση 23 του Διοικητικού Φακέλου, εφεξής «Δ.Φ.»).

Κατά το κρίσιμο στάδιο της προσωπικής συνέντευξης, και σε σχέση με τα προσωπικά της στοιχεία, η Αιτήτρια δήλωσε ως τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της την πόλη Kinshasa. Είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και έχει φοιτήσει στον κλάδο τουριστικών επαγγελμάτων στο Πανεπιστήμιο ISP Gombe. Ομιλεί Lingala και γαλλικά, ενώ ως προς την επαγγελματική της κατάσταση ανέφερε ότι δεν εργαζόταν και ότι συντηρείτο οικονομικά από τη μητέρα της.

Σε σχέση με την οικογενειακή της κατάσταση, δήλωσε ότι είναι άγαμη και άτεκνη, ότι οι γονείς της είναι διαζευγμένοι, ότι διατηρεί επικοινωνία με τον πατέρα της, αλλά όχι με τη μητέρα της, ότι η αδελφή της διαμένει στην Κύπρο από το 2021, ενώ αγνοεί τον τόπο διαμονής του αδελφού της. Περαιτέρω, ανέφερε ότι διαθέτει ευρεία οικογένεια (θείους και θείες) στη ΛΔΚ. Δήλωσε επίσης ότι είναι υγιής.

Ως προς τον λόγο κράτησής της, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι αυτή οφειλόταν στην προσπάθειά της να μεταβεί στη Γαλλία προς αναζήτηση καλύτερου μέλλοντος, επικαλούμενη ότι οι συνθήκες διαβίωσής της στην Κύπρο είναι δυσχερείς.

Σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια, κατά την ελεύθερη αφήγησή της, ανέφερε ότι ο πατριός της την εξανάγκαζε σε σεξουαλικές πράξεις, υπό την απειλή θανάτωσης. Η ίδια δεν προέβη αρχικά σε καταγγελία των περιστατικών προς τη μητέρα της, επικαλούμενη την επιβαρυμένη κατάσταση της υγείας της τελευταίας.

Ωστόσο, ενημέρωσε τον αδελφό της, ο οποίος διαμαρτυρήθηκε προς τον πατριό, επισημαίνοντας ότι παρόμοια συμπεριφορά είχε επιδείξει και εις βάρος της αδελφής τους. Κατόπιν τούτου, ο πατριός φέρεται να αντέδρασε βίαια και να απήγαγε τον αδελφό της, γεγονός που, κατά την Αιτήτρια, ενίσχυσε τον φόβο της.

Περαιτέρω, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι το 2019 μετέβη στην οικία του βιολογικού της πατέρα, ενώ η αδελφή της παρέμεινε με τον πατριό, ο οποίος φέρεται να συνέχισε να την εξαναγκάζει σε σεξουαλικές πράξεις. Εν συνεχεία, κατόπιν παρεμβάσεων συγγενικών προσώπων και ιδίως θείας τους, αποφασίστηκε η απομάκρυνση και της αδελφής από την οικία του πατριού.

Ακολούθως, ο βιολογικός πατέρας της Αιτήτριας, με τη συνδρομή της οικογένειάς του και κατόπιν εκποίησης περιουσιακών στοιχείων, εξασφάλισε τα απαιτούμενα χρηματικά μέσα, ώστε η Αιτήτρια και η αδελφή της να διαφύγουν στο εξωτερικό.

Τέλος, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι, ακόμη και μετά την αποχώρησή τους από τη χώρα καταγωγής τους, τη ΛΔΚ, ο πατριός εξακολουθούσε να τους αποστέλλει απειλητικά μηνύματα μέσω διαδικτύου, εκβιάζοντάς τες ότι θα διακόψει τη φαρμακευτική αγωγή της μητέρας τους, εάν δεν επιστρέψουν.

Από τις διευκρινιστικές ερωτήσεις που απάντησε η Αιτήτρια προκύπτει ότι η κακοποίηση εκ μέρους του πατριού της άρχισε κατά τη διάρκεια της φοίτησής της στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Κατά την περίοδο νοσηλείας της μητέρας της, ο πατριός της φέρεται να την εξανάγκασε σε σεξουαλική πράξη υπό την απειλή θανάτωσης, επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, τη στρατιωτική του ιδιότητα και το γεγονός ότι η ίδια δεν είχε τη δυνατότητα να καταγγείλει τα περιστατικά. Η Αιτήτρια επιβεβαίωσε ότι, κατόπιν απειλών, υπέκυψε στον εξαναγκασμό.

Το 2019 μετέβη να διαμείνει με τον βιολογικό της πατέρα και, έκτοτε, δεν ανέφερε νέο περιστατικό σωματικής κακοποίησης. Πλην όμως, όπως ισχυρίστηκε, εξακολουθούσε να δέχεται τηλεφωνικές απειλές από τον πατριό της, ο οποίος απαιτούσε την επιστροφή της, άλλως θα διέκοπτε τη φαρμακευτική αγωγή της μητέρας της.

Η Αιτήτρια ανέφερε, επίσης, ότι επέστρεψε προσωρινά στην οικία της μητέρας της, προκειμένου να φροντίσει τα αδέλφια της κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της τελευταίας, και αποχώρησε εκ νέου μετά την έξοδό της από το νοσοκομείο.

Όταν της επισημάνθηκαν διαφοροποιήσεις σε σχέση με προηγούμενες δηλώσεις της, η Αιτήτρια υποστήριξε ότι κατά την αρχική συνέντευξη είχε κληθεί να είναι σύντομη.

Περαιτέρω, δήλωσε ότι εγκατέλειψε οριστικά τη χώρα καταγωγής της τον Μάιο του 2021, καθώς, παρά την αρχική της πεποίθηση ότι ο πατριός της θα σταματούσε, οι απειλές συνεχίζονταν.

Σε περίπτωση επιστροφής στη ΛΔΚ, εξέφρασε φόβο ότι ο πατριός της θα επαναλάβει τον εξαναγκασμό σε σεξουαλικές πράξεις και θα απειλήσει τη ζωή της, ενώ, ταυτόχρονα, δήλωσε ότι οι αρχές της χώρας θα της επιτρέψουν την είσοδο (ερυθρά 28–29 Δ.Φ.).

Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορά τα προσωπικά στοιχεία, το προφίλ, καθώς και τη χώρα καταγωγής και συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, και έγινε αποδεκτός.

Ο δεύτερος ισχυρισμός αφορά την κατ’ ισχυρισμόν κακομεταχείριση της Αιτήτριας από τον πατριό της, ο οποίος απορρίφθηκε, καθότι κρίθηκε ότι δεν τεκμηριώθηκε με επάρκεια, ενώ οι δηλώσεις της Αιτήτριας παρουσίαζαν αντιφάσεις, ασυνέπειες και έλλειψη επαρκούς λεπτομέρειας ως προς την ευλογοφάνεια.

Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ουσιώδης αντίφαση μεταξύ των δηλώσεων της Αιτήτριας κατά τη συνέντευξη ευαλωτότητας και της μεταγενέστερης ελεύθερης αφήγησής της. Συγκεκριμένα, κατά το πρώτο στάδιο ανέφερε ότι ο πατριός της κακοποιούσε σεξουαλικά και σωματικά τη μητέρα και την αδελφή της, ότι επιχείρησε να κακοποιήσει και την ίδια, πλην όμως εκείνη τον απέφυγε, ενώ της απηύθυνε απειλές κατά της ζωής της τον Νοέμβριο 2020. Αντιθέτως, κατά τη μεταγενέστερη αφήγησή της, υποστήριξε ότι ο πατριός της προέβη σε σεξουαλική πράξη μαζί της, στην οποία, παρά την αρχική της άρνηση, ενέδωσε κατόπιν απειλών.

Κληθείσα να εξηγήσει την εν λόγω διαφοροποίηση, δεν παρείχε σαφή και συγκεκριμένη απάντηση, περιοριζόμενη στον ισχυρισμό ότι κατά την αρχική συνέντευξη της ζητήθηκε να είναι σύντομη.

Περαιτέρω, η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες ως προς την κατ’ ισχυρισμόν κακομεταχείριση. Ειδικότερα, περιορίστηκε στην αναφορά ενός μεμονωμένου περιστατικού, χωρίς να παραθέσει περαιτέρω λεπτομέρειες ή άλλα συναφή περιστατικά, παρά το γεγονός ότι επρόκειτο για γεγονότα που άπτονται του πυρήνα των ισχυρισμών της και αφορούν προσωπικά της βιώματα.

Ως προς τον χρονικό προσδιορισμό των γεγονότων, η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν δύναται να προσδιορίσει πότε άρχισε η κακομεταχείριση, αναφέροντας γενικώς ότι αυτή έλαβε χώρα κατά τη φοίτησή της στο γυμνάσιο. Περαιτέρω, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει το τελευταίο περιστατικό κακομεταχείρισης.

Επιπλέον, η εξήγηση που έδωσε ως προς την καθυστέρηση στην αποχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της κρίθηκε μη επαρκώς αιτιολογημένη, καθότι περιορίστηκε να αναφέρει ότι αρχικώς θεωρούσε πως η κατάσταση θα βελτιωνόταν.

Περαιτέρω, ενώ αρχικώς ανέφερε ότι διέμενε με τον πατέρα της από το 2019 μέχρι την αναχώρησή της, στη συνέχεια δήλωσε ότι επέστρεψε προσωρινά στην οικία της μητέρας της, χωρίς να δύναται να προσδιορίσει τον σχετικό χρόνο, αποδίδοντας τη διαφοροποίηση αυτή στη φροντίδα των αδελφών της.

Τέλος, ερωτηθείσα γιατί δεν παρέμεινε στην οικία του πατέρα της, εφόσον δεν υπήρξε νέο περιστατικό εις βάρος της, απάντησε αορίστως ότι δεχόταν απειλητικά τηλεφωνήματα από τη μητέρα και τον πατριό της.

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω αντιφάσεων, της αδυναμίας χρονικού προσδιορισμού ουσιωδών γεγονότων, της έλλειψης συγκεκριμένων περιστατικών και της μη επαρκούς αιτιολόγησης κρίσιμων πτυχών του ισχυρισμού της, κρίθηκε ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν τεκμηριώνουν επαρκώς την ύπαρξη συγκεκριμένου και ενεργού φορέα δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.

Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ως άνω ισχυρισμού του, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι λόγω του προσωπικού χαρακτήρα του ισχυρισμού της Αιτήτριας αυτός δε χρήζει περαιτέρω έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, καθότι μοναδικό τεκμήριο αυτού αποτελούν τα όσα η ίδια ισχυρίσθηκε, καταλήγοντας στην απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού.

Στο πλαίσιο του μοναδικού ισχυρισμού που έγινε αποδεκτός, ήτοι των προσωπικών στοιχείων, του προφίλ, καθώς και του τόπου καταγωγής και συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός, παραθέτοντας πληροφορίες χώρας καταγωγής αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας και συνεκτιμώντας τις προσωπικές της περιστάσεις, κατέληξε, κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στην Kinshasa, η Αιτήτρια δεν διατρέχει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης ούτε υφίσταται εύλογη πιθανότητα να υποστεί σοβαρή βλάβη.

Προχωρώντας στη νομική υπαγωγή, ο λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας σε έναν εκ των πέντε λόγων δίωξης που προβλέπονται περιοριστικά στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και, ως εκ τούτου, δεν δικαιούται καθεστώς πρόσφυγα.

Περαιτέρω, κρίθηκε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη ΛΔΚ, δεν συντρέχει κίνδυνος επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 19(2)(α) του Νόμου, ούτε υφίσταται πραγματικός κίνδυνος υποβολής της σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, δυνάμει του άρθρου 19(2)(β).

Αναφορικά με το άρθρο 19(2)(γ), οι Καθ’ ων η αίτηση, κατόπιν εξέτασης των επικρατουσών συνθηκών στην Kinshasa, κατέληξαν ότι η Αιτήτρια δεν αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης υπό την έννοια της εν λόγω διάταξης, καθότι δεν διαπιστώνονται συνθήκες γενικευμένης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης. Ως εκ τούτου, απορρίφθηκε και το ενδεχόμενο υπαγωγής της σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

Αξιολογώντας τα ανωτέρω υπό το φως των σχετικών νομοθετικών διατάξεων και κατόπιν επισταμένης μελέτης τόσο της Έκθεσης/Εισήγησης του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου όσο και των δηλώσεων της Αιτήτριας στο πλαίσιο της ενώπιόν μου διαδικασίας, καταλήγω στα ακόλουθα:

Ως προς τον αποδεκτό ισχυρισμό που αφορά τα προσωπικά στοιχεία, το προφίλ, καθώς και τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, συμφωνώ με την αξιολόγηση και την κατάληξη των Καθ’ ων η αίτηση, την οποία και υιοθετώ.

Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, που αφορά την κατ’ ισχυρισμόν κακομεταχείριση από τον πατριό της, συντάσσομαι με την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση ως προς την έλλειψη εσωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών της Αιτήτριας. Κρίνω ότι ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε ορθή και επαρκώς αιτιολογημένη αξιολόγηση των επιμέρους πτυχών του εν λόγω ισχυρισμού.

Ειδικότερα, οι δηλώσεις της Αιτήτριας παρουσιάζουν ουσιώδεις αντιφάσεις, ασυνέπειες και έλλειψη επαρκούς συγκεκριμενοποίησης, στοιχεία τα οποία πλήττουν την εσωτερική συνοχή του προβαλλόμενου ισχυρισμού. Διαπιστώνεται, μεταξύ άλλων, σαφής και καίρια αντίφαση μεταξύ των δηλώσεών της κατά τη συνέντευξη ευαλωτότητας και της μεταγενέστερης αφήγησής της, καθότι αρχικώς ανέφερε ότι απέφυγε απόπειρα κακοποίησης εκ μέρους του πατριού της, ενώ στη συνέχεια υποστήριξε ότι υπέκυψε σε σεξουαλική πράξη κατόπιν απειλών. Η εν λόγω διαφοροποίηση δεν αφορά δευτερεύουσα πτυχή, αλλά τον πυρήνα του ισχυρισμού περί δίωξης. Η δε εξήγηση που παρείχε προς άρση της αντίφασης, ότι κατά την αρχική συνέντευξη της ζητήθηκε να είναι σύντομη, δεν κρίνεται εύλογη ή ικανή να γεφυρώσει τις εκ διαμέτρου αντίθετες αυτές εκδοχές.

Περαιτέρω, οι αναφορές της ως προς την κατ’ ισχυρισμόν κακομεταχείριση χαρακτηρίζονται από περιορισμένη συγκεκριμενοποίηση και έλλειψη ουσιωδών λεπτομερειών, καθότι περιορίζονται κατ’ ουσίαν στην περιγραφή ενός μεμονωμένου περιστατικού, χωρίς επαρκή ανάπτυξη της συχνότητας, της διάρκειας ή της εξέλιξης της φερόμενης συμπεριφοράς. Η απουσία περαιτέρω συγκεκριμένων περιστατικών, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για γεγονότα που άπτονται άμεσα της προσωπικής της σφαίρας, ενισχύει την αμφιβολία ως προς την αξιοπιστία των ισχυρισμών της.

Επιπλέον, η Αιτήτρια δεν κατέστη σε θέση να προσδιορίσει βασικά χρονικά στοιχεία της αφήγησής της. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι δεν δύναται να προσδιορίσει ούτε τον χρόνο έναρξης της κακομεταχείρισης, πέραν της γενικής αναφοράς ότι αυτή έλαβε χώρα «κατά τη φοίτησή της στο γυμνάσιο», ούτε το τελευταίο σχετικό περιστατικό, παρά τις σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν. Το εν λόγω χρονικό πλαίσιο είναι υπέρμετρα γενικό και δεν επιτρέπει τη σαφή τοποθέτηση των γεγονότων. Περαιτέρω, η εξήγηση που έδωσε ως προς την καθυστέρηση στην αποχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της, ήτοι ότι αρχικώς θεωρούσε πως η κατάσταση θα βελτιωνόταν, δεν κρίνεται επαρκώς αιτιολογημένη υπό το πρίσμα της σοβαρότητας των ισχυριζόμενων περιστατικών.

Περαιτέρω, εντοπίζονται διαφοροποιήσεις ως προς τον τόπο και τις συνθήκες διαμονής της. Ειδικότερα, ενώ αρχικώς ανέφερε ότι από το 2019 μέχρι την αναχώρησή της διέμενε συνεχώς με τον πατέρα της και ότι κατά το διάστημα αυτό δεν υπήρξε νέο περιστατικό εις βάρος της, στη συνέχεια δήλωσε ότι επέστρεψε προσωρινά στην οικία της μητέρας της, χωρίς να δύναται να προσδιορίσει τον σχετικό χρόνο. Η εν λόγω μεταβολή της αφήγησης, σε συνδυασμό με την αδυναμία χρονικού προσδιορισμού, ενισχύει την εικόνα ασυνέπειας των δηλώσεών της.

Ενόψει των ανωτέρω, ήτοι των ουσιωδών αντιφάσεων, της αδυναμίας χρονικού προσδιορισμού κρίσιμων γεγονότων και της έλλειψης επαρκούς συγκεκριμενοποίησης, κρίνεται ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν τεκμηριώνουν επαρκώς την ύπαρξη συγκεκριμένου και ενεργού φορέα δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.

Συναφώς, επισημαίνεται ότι, κατά τα εφαρμοστέα κριτήρια αξιολόγησης αξιοπιστίας στο πλαίσιο εξέτασης αιτήσεων διεθνούς προστασίας, η συνέπεια, η συνοχή και η επαρκής συγκεκριμενοποίηση των ισχυρισμών αποτελούν καθοριστικά στοιχεία. Η έλλειψη των εν λόγω στοιχείων δύναται να οδηγήσει σε αμφισβήτηση της βασιμότητας του προβαλλόμενου φόβου δίωξης, όπως εν προκειμένω.

Στο εγχειρίδιο του EASO[1] αναφέρεται στην σελίδα 87, παράγραφος 4.5.3 ότι θα πρέπει να γίνεται μια αντικειμενική και ισορροπημένη στάθμιση του κατά πόσον οι ισχυρισμοί του αιτητή αντικατοπτρίζουν αυτό που θα ήταν εύλογα αναμενόμενο από κάποιον με τις περιστάσεις του ο οποίος εκφράζει δια τούτων μια αληθινή προσωπική εμπειρία («[.] a balanced and objective assessment is needed of whether the account presented by an applicant reflects what can be expected from someone in his/her particular circumstances, who is relating a genuine personal experience.»). Περαιτέρω, στην ίδια σελίδα του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι είναι γενικά εύλογο να αναμένεται ότι αίτημα θα πρέπει να παρουσιάζεται τεκμηριωμένα και με επαρκείς λεπτομέρειες αλλιώς οι ελλείψεις στις λεπτομέρειες μπορεί να συνιστούν έλλειψη σχετικών στοιχείων («[.] Generally it is reasonable to expect that a claim for international protection be substantively presented and sufficiently detailed, at least in respect of the most material facts of the claim. Insufficiency of detail may also constitute what is referred to in Article 4(5)(b)

QD (recast) as a lack of 'relevant elements. »). Στην σελ.91 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρεται ότι η κρίση επί της αξιοπιστίας θα πρέπει να διέρχεται μέσα από την αξιοποίηση τον λεγόμενων «δεικτών αξιοπιστίας», όπως η εσωτερική και εξωτερική συνοχή, η επάρκεια της λεπτομέρειας που αυτοί περιέχουν καθώς και η ευλογοφάνεια τους, ιδωμένη εν συνόλω και χωρίς να μπορεί εκ των προτέρων η κρίση επί αξιοπιστίας να περιοριστεί σε αυστηρά κριτήρια και καθοριστικές προϋποθέσεις, είτε προς την κατεύθυνση της αποδοχής αυτών είτε της απόρριψης τους και πρέπει να γίνεται με την απαιτούμενη ευαισθησία και αμεροληψία ώστε να αποφεύγονται λανθασμένες και απλουστευμένες απορρίψεις αλλά ούτε και να υπάρχει αποδοχή αυτών των ισχυρισμών χωρίς την προηγούμενη υποβολή τους στην απαιτούμενη κριτική θεώρηση. («As noted earlier, indicators of credibility are just that: they are indicators, not strict criteria or conditions. Whilst the four indicators identified above (internal and external consistency, sufficiency of detail and plausibility) reflect those applied in practice by courts and tribunals, none can be treated as determinative. Their significance in any particular case will vary considerably. It will always be necessary to consider their cumulative impact (305). In this regard, the Administrative Court of the Republic of Slovenia has introduced a structured approach to credibility assessment in its case-law (306). The above analysis discloses that there is no simple answer to the question of how to assess credibility in international protection cases, save to repeat that the assessment must be carried out on the basis of the evidence as a whole taking into account the principles, methods and indicators set out in this analysis. These need to be applied sensitively (307), objectively and impartially to avoid either an ill-considered and simplistic rejection, or a naïve and unquestioning acceptance, of an account. »)

Σχετικά είναι και τα όσα ανέφερε η Γενική Εισαγγελέας Εleanor Sharpston, στις προτάσεις ημ.17/07/14 που υπέβαλε στα πλαίσια των συνεκδικαζόμενων υποθέσεων  A (C148/13), B (C149/13) και C (C150/13), όπου ανέφερε στις παρ.74,75 και 79 σε σχέση με το αρ.4 της οδηγίας 2004/83/ΕΚ, επαναδιατύπωση της οποίας είναι η 2011/95/ΕΕ (Qualification Directive), που καθορίζει τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, τα εξής:

«Η διαδικασία συνεργασίας του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αναγνώριση δεν συνιστά δίκη. Αντ' αυτού, προσφέρει μια ευκαιρία στον μεν αιτούντα να παρουσιάσει τους ισχυρισμούς του και να προσκομίσει τα συναφή αποδεικτικά στοιχεία, στις δε αρμόδιες αρχές να συλλέξουν πληροφορίες, να δουν και να ακούσουν τον αιτούντα, να αξιολογήσουν τη συμπεριφορά του και ενδεχομένως να αμφισβητήσουν την αξιοπιστία και τη συνοχή των ισχυρισμών του. Η λέξη «συνεργασία» υποδηλώνει ότι αμφότερα τα μέρη εργάζονται για έναν κοινό στόχο (77). Είναι αλήθεια ότι η διάταξη αυτή επιτρέπει στα κράτη μέλη να απαιτούν από τον αιτούντα να υποβάλλει τα στοιχεία που χρειάζονται για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του. Εντούτοις, τούτο δεν σημαίνει ότι το άρθρο 4 της οδηγίας για την αναγνώριση επιτρέπει την εφαρμογή απαιτήσεων ως προς τα αποδεικτικά στοιχεία οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα να καθίσταται για τον αιτούντα πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερής (για παράδειγμα, μέσω επιβολής υψηλού επιπέδου αποδείξεως, όπως είναι η πεποίθηση πέραν πάσης εύλογης αμφιβολίας ή το επίπεδο ποινικής ή οιονεί ποινικής διαδικασίας) η προσκόμιση των στοιχείων που απαιτούνται για την τεκμηρίωση του αιτήματός του στο πλαίσιο της οδηγίας για την αναγνώριση (78). [.] Είναι συχνά απαραίτητο η ενδεχόμενη αμφιβολία να αποβαίνει υπέρ αυτών, όταν πρόκειται για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των δηλώσεών τους και των εγγράφων που υποβάλλονται προς στήριξη των δηλώσεων αυτών. Αυτή θεωρώ ότι είναι η αρχή που διαπνέει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αναγνώριση. Ωστόσο, όταν προσκομίζονται πληροφορίες από τις οποίες προκύπτουν σοβαροί λόγοι για να αμφισβητηθεί το αληθές των ισχυρισμών του αιτούντος άσυλο, το άτομο πρέπει να παρέχει ικανοποιητική εξήγηση για τις προβαλλόμενες ασυμφωνίες (79). [.] Αναλόγως με τις περιστάσεις της υποθέσεως, η παράλειψη i) να ενημερωθεί ο αιτών ότι η αίτησή του πιθανότατα θα απορριφθεί, επειδή οι αρμόδιες αρχές αμφισβητούν την αξιοπιστία του, ii) να γνωστοποιηθούν στον αιτούντα οι λόγοι για την ανωτέρω διαπίστωση και iii) να του δοθεί ευκαιρία να θίξει αυτά τα συγκεκριμένα ζητήματα, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την παραβίαση του εν λόγω γενικού διαδικαστικού όρου.». (βλ.           CHUKWUJI FESTUS UZU v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 36/2022, 30/9/2024)

Στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της συνέντευξης, η Αιτήτρια είχε γνώση και ενημερώθηκε δεόντως για τις αντιφάσεις και τις ελλείψεις που εντοπίστηκαν στα στοιχεία που υπέβαλε και οι οποίες αποτέλεσαν τη βάση για την απόρριψη της αίτησής της για διεθνή προστασία.

Περαιτέρω, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, και ενόψει της εξουσίας του για πλήρη και εξ υπαρχής (ex nunc) έλεγχο τόσο των νομικών ζητημάτων όσο και των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, δόθηκε στην Αιτήτρια η ευκαιρία να προσκομίσει πρόσθετα στοιχεία ή/και μαρτυρία προς ενίσχυση των ισχυρισμών της. Ωστόσο, η ίδια δεν προέβη σε οποιαδήποτε σχετική ενέργεια.

Τα όσα προβάλλονται δια της γραπτής της αγόρευσης δεν δύνανται να ανατρέψουν τα ευρήματα της Διοίκησης, καθότι οι διαπιστωθείσες αντιφάσεις και ελλείψεις δεν είναι επουσιώδεις, αλλά άπτονται του πυρήνα του προβαλλόμενου ισχυρισμού και επηρεάζουν καθοριστικά την αξιοπιστία αυτού. Εν προκειμένω, η Αιτήτρια είχε τη δυνατότητα να αντικρούσει τις διαπιστωθείσες αντιφάσεις και να παράσχει επαρκείς διευκρινίσεις, πλην όμως δεν το έπραξε κατά τρόπο πειστικό. Ως εκ τούτου, οι επισημανθείσες ελλείψεις και αντιφάσεις, όπως ορθώς εντοπίστηκαν από τους Καθ’ ων η αίτηση, παραμένουν και πλήττουν ουσιωδώς την αξιοπιστία των ισχυρισμών της.

Είναι γενικώς εύλογο να αναμένεται ότι μια αίτηση διεθνούς προστασίας θα παρουσιάζεται με ουσιαστική επάρκεια και επαρκή συγκεκριμενοποίηση, τουλάχιστον ως προς τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά επί των οποίων θεμελιώνεται. Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία αναφορικά με το άρθρο 4(1) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (πρώην Οδηγία 2004/83/ΕΚ), εναπόκειται, κατ’ αρχήν, στον αιτούντα να υποβάλει όλα τα αναγκαία στοιχεία προς στήριξη της αίτησής του.

Συνεπώς, η έλλειψη επαρκών λεπτομερειών και συγκεκριμένων στοιχείων ως προς τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά δύναται να συνιστά «έλλειψη σχετικών στοιχείων» κατά την έννοια του άρθρου 4(5)(β) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, γεγονός που επηρεάζει αρνητικά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του αιτούντος.

Εν προκειμένω, λαμβάνοντας υπόψη τα προσωπικά χαρακτηριστικά της Αιτήτριας, ήτοι την ηλικία της, το μορφωτικό της επίπεδο, την οικογενειακή της κατάσταση και την κατάσταση της υγείας της, καθώς και το ότι δεν προκύπτουν ενδείξεις ιδιαίτερης ευαλωτότητας που να επηρεάζουν την ικανότητά της να εκθέσει τους ισχυρισμούς της, κρίνεται ότι θα ήταν εύλογα αναμενόμενο να είναι σε θέση να παρουσιάσει με επάρκεια και συνοχή μια γνήσια προσωπική εμπειρία.[2]

Ωστόσο, οι δηλώσεις και οι επεξηγήσεις που παρείχε δεν προσδίδουν στους ισχυρισμούς της την απαιτούμενη βιωματική χροιά και συγκεκριμενοποίηση, ώστε να ενισχύεται η αξιοπιστία τους, αλλά αντιθέτως χαρακτηρίζονται από γενικότητα και ελλειμματική ανάπτυξη ως προς τα ουσιώδη στοιχεία του προβαλλόμενου φόβου.

Λόγω του κατεξοχήν προσωπικού χαρακτήρα του προβαλλόμενου ισχυρισμού της Αιτήτριας, ο οποίος δύναται να αποδειχθεί πρωτίστως μέσω των ιδίων δηλώσεων και αναφορών της, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι εφικτή η ουσιαστική επαλήθευση των εν λόγω ισχυρισμών μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, συμφωνεί με την αξιολόγηση του αρμόδιου λειτουργού ως προς την εξωτερική αξιοπιστία.

Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, η ανάγκη προσφυγής σε πληροφορίες χώρας καταγωγής περιορίζεται ή καθίσταται άνευ αντικειμένου, όταν οι ισχυρισμοί του αιτούντος κρίνονται εσωτερικά αναξιόπιστοι, καθότι η εξωτερική επιβεβαίωση προϋποθέτει έναν στοιχειωδώς αξιόπιστο πυρήνα πραγματικών περιστατικών προς διερεύνηση. (βλ.       FERDINAND EBELE EWELUKWA v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 18/2023, 31/10/2024, GLORIA LUBANGAMU v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023, 5/12/2024, βλ επίσης εγχειριδίου του EASO (Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System) σελ 116)

Συναφώς επισημαίνεται ότι ούτε μπορεί να αναγνωριστεί στην Αιτήτρια «το ευεργέτημα της αμφιβολίας»[3], όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων. Το ευεργέτημα της αμφιβολίας δίδεται μόνο εκεί όπου ο αιτητής έχει υποβάλει όλα τα διαθέσιμα σε αυτόν στοιχεία σε σχέση με την αίτησή του, τα οποία έχουν ελεγχθεί και, ο αρμόδιος λειτουργός ή/και ο Προϊστάμενος ικανοποιούνται ότι είναι γενικά αξιόπιστος[4]. Εν προκειμένω, η Αιτήτρια δεν τεκμηρίωσε είτε στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας είτε της παρούσας διαδικασίας οποιοδήποτε ειδικό ισχυρισμό περί δίωξης. Όπως έχει εξάλλου νομολογηθεί, κρίση επί της αξιοπιστίας αιτητή και έγερση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο της αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή. (Βλ. σχετικά απόφαση στην υπόθεση Amiri v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά. (2009) 3 ΑΑΔ 358, καθώς και την απόφαση του Δικαστηρίου τούτου στην υπόθεση Khalil v. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 466/2010, 28.9.2012).

Πέραν τούτου, διαπιστώνω ότι κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας υποβλήθηκαν στην Αιτήτρια ερωτήματα ανοικτού τύπου, τα οποία της παρείχαν τη δυνατότητα να εκθέσει ελεύθερα τους ισχυρισμούς της, καθώς και διευκρινιστικές ερωτήσεις επί των απαντήσεών της, με σκοπό την περαιτέρω διερεύνηση των ουσιωδών πτυχών της αίτησής της.

Ο αρμόδιος λειτουργός υπέβαλε επαρκείς και στοχευμένες ερωτήσεις, καλύπτοντας τόσο τον πυρήνα του αιτήματος όσο και τις επιμέρους πτυχές αυτού, ακολουθώντας την προβλεπόμενη και ενδεδειγμένη διερευνητική διαδικασία. Ως εκ τούτου, κρίνεται ότι εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του, όπως αυτές απορρέουν από το άρθρο 18(3) του περί Προσφύγων Νόμου.

Περαιτέρω, από το περιεχόμενο του πρακτικού της συνέντευξης δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια στερήθηκε των βασικών διαδικαστικών εγγυήσεων, όπως αυτές κατοχυρώνονται στα άρθρα 13Α και 18 του Νόμου. Αντιθέτως, προκύπτει ότι της δόθηκε δεόντως η ευκαιρία να παραθέσει την ιστορία της μέσω ελεύθερης αφήγησης, καθώς και να διευκρινίσει σημεία που κρίθηκαν αναγκαία.

Επιπλέον, από την Έκθεση/Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού προκύπτει ότι οι βασικοί ισχυρισμοί της Αιτήτριας καταγράφηκαν με σαφήνεια, διαχωρίστηκαν σε επιμέρους ζητήματα και αξιολογήθηκαν συστηματικά ως προς την εσωτερική και εξωτερική τους αξιοπιστία.

Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η διαδικασία της συνέντευξης κρίνεται ως πλήρως συμβατή με τις προβλεπόμενες νομοθετικές εγγυήσεις και δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε πλημμέλεια ως προς τη διεξαγωγή της ή ως προς την τήρηση των υποχρεώσεων της Διοίκησης για δέουσα και επαρκή διερεύνηση της αίτησης.

Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου και το άρθρο 2(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου δίωξης για έναν εκ των προβλεπόμενων λόγων, αδυνατεί ή δεν επιθυμεί να απολαύσει την προστασία της χώρας καταγωγής του. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 3Γ του Νόμου και 9 της Οδηγίας, η πράξη δίωξης πρέπει να είναι επαρκώς σοβαρή, ενώ απαιτείται και σύνδεση μεταξύ των πράξεων δίωξης και των λόγων που απαριθμούνται περιοριστικά στη νομοθεσία.

Επιπλέον, η φερόμενη δίωξη πρέπει να προέρχεται από τους προβλεπόμενους φορείς ή, σε περίπτωση που αποδίδεται σε ιδιώτη, να αποδεικνύεται ότι το κράτος καταγωγής αδυνατεί ή δεν επιθυμεί να παρέχει αποτελεσματική προστασία.

Εν προκειμένω, ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ότι τα επικαλούμενα περιστατικά έλαβαν χώρα, αυτά αποδίδονται σε ιδιώτη, ήτοι στον πατριό της Αιτήτριας. Δεν προκύπτει, ωστόσο, από τα ενώπιόν μου στοιχεία ότι η Αιτήτρια αποτάθηκε στις αρμόδιες αρχές προς εξασφάλιση προστασίας ή ότι αυτές αδυνατούν ή δεν επιθυμούν να της παράσχουν αποτελεσματική προστασία. Η δε γενική αναφορά στη στρατιωτική ιδιότητα του πατριού της δεν επαρκεί, αφ’ εαυτής, για να τεκμηριώσει αδυναμία κρατικής προστασίας, ελλείψει συγκεκριμένων και εξατομικευμένων στοιχείων.

Περαιτέρω, δεν προκύπτει οποιαδήποτε σύνδεση των επικαλούμενων περιστατικών με έναν από τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους δίωξης. Όπως έχει κριθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση X & Y (C-199/12 και C-200/12), η δίωξη πρέπει να συνδέεται αιτιωδώς με προστατευόμενο λόγο και να μην αποτελεί απλώς έκφανση ιδιωτικής διαφοράς. Το Δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι ο σκοπός της διεθνούς προστασίας δεν είναι να καλύπτει κάθε δυσμενή κατάσταση ή παραβίαση δικαιώματος, αλλά να περιορίζεται σε περιπτώσεις όπου ο κίνδυνος συνδέεται με τα προστατευόμενα χαρακτηριστικά του αιτούντος (σκ. 41). Εν προκειμένω, τέτοια σύνδεση δεν τεκμηριώνεται.

Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, μη κρατικοί φορείς δύνανται να θεωρηθούν ως φορείς δίωξης μόνο εφόσον αποδεικνύεται αδυναμία ή απροθυμία του κράτους να παράσχει προστασία, στοιχείο το οποίο δεν προκύπτει εν προκειμένω.( Βλ. ΔΕΕ Abdulla (C-175/08)

Υπό τα ανωτέρω, δεν στοιχειοθετείται ύπαρξη δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του Νόμου, καθότι δεν αποδεικνύεται ούτε βάσιμος και αξιόπιστος φόβος δίωξης ούτε έλλειψη κρατικής προστασίας. Συνακόλουθα, δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19 του Νόμου σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.

Στη βάση του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού και προς αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου της Αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής της στη ΛΔΚ, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια αναμένεται να υποστεί πράξεις δίωξης ή να διατρέξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την επιστροφή της στη χώρα καταγωγής της.

Ειδικότερα, η Αιτήτρια είναι ενήλικο και υγιές άτομο, χωρίς ενδείξεις ιδιαίτερης ευαλωτότητας, απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με περαιτέρω ακαδημαϊκή φοίτηση, ενώ διαθέτει υποστηρικτικό οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της, συμπεριλαμβανομένου του πατέρα της και ευρύτερων συγγενών. Τα εν λόγω προσωπικά χαρακτηριστικά συντείνουν στο συμπέρασμα ότι είναι σε θέση να επανενταχθεί και να διαβιώσει στη χώρα καταγωγής της χωρίς να εκτίθεται σε πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο.

Αναφορικά με το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, υπενθυμίζεται ότι για να εμπίπτει μια πράξη στο πεδίο εφαρμογής του, η φερόμενη κακομεταχείριση πρέπει να φθάνει σε ένα ελάχιστο επίπεδο σοβαρότητας, το οποίο εκτιμάται με βάση τις ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης.

Κατά πάγια νομολογία, ο αιτών φέρει το βάρος να αποδείξει ότι υφίσταται πραγματικός και εξατομικευμένος κίνδυνος να υποστεί μεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο 3 σε περίπτωση επιστροφής του (βλ. N.A. v. the United Kingdom, no. 25904/07 §§114–115).

Εν προκειμένω, η Αιτήτρια δεν προσκόμισε συγκεκριμένα και αξιόπιστα στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι αντιμετωπίζει πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο μεταχείρισης αντίθετης προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ. Αντιθέτως, οι ισχυρισμοί της κρίθηκαν ως μη αξιόπιστοι, ενώ δεν προκύπτει ότι οι συνθήκες στη χώρα καταγωγής της, και δη στην Kinshasa, είναι τέτοιες που, αφ’ εαυτών, να δημιουργούν κίνδυνο απαγορευόμενης μεταχείρισης.

Συναφώς, κατά πάγια νομολογία του European Court of Human Rights, ο αιτών οφείλει να καταδείξει την ύπαρξη ειδικών διακριτικών χαρακτηριστικών (special distinguishing features) που τον καθιστούν προσωπικό στόχο (βλ. Α.Α. κατά Ελβετίας no. 32218/17, σκ 40, F.G. κατά Σουηδίας no. 43611/11 σκ. 115 Salah Sheekh v. the Netherlands, no. 1948/04, § 136, 11 January 2007, and Vilvarajah and Others, cited above, §§ 107-08.). Εν προκειμένω, τέτοια χαρακτηριστικά δεν έχουν τεκμηριωθεί.

Αναφορικά με τους ισχυρισμούς περί ευαλωτότητας λόγω φύλου και περί έμφυλης ή ενδοοικογενειακής βίας, όπως προβάλλονται δια της γραπτής αγόρευσης, αυτοί παραμένουν γενικοί και αόριστοι και δεν υποστηρίζονται από συγκεκριμένα και αξιόπιστα στοιχεία. Η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε, κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, να αποδείξει ότι διαθέτει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που να την καθιστούν εκτεθειμένη σε πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο.

Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν δύνανται να ληφθούν υπόψη, αφενός λόγω της γενικότητας με την οποία προβάλλονται και, αφετέρου, διότι, κατά πάγια νομολογία, οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο προσκόμισης μαρτυρίας ή θεμελίωσης πραγματικών περιστατικών (βλ. Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598· Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412· Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384).

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η απομάκρυνση της Αιτήτριας δεν θα συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.

Περαιτέρω, βάσει των προσωπικών χαρακτηριστικών της Αιτήτριας και των ισχυρισμών που η ίδια προέβαλε, δεν προκύπτουν ουσιώδεις λόγοι που να δικαιολογούν την πεποίθηση ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη ΛΔΚ, θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, κατά την έννοια του άρθρου 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου.

Ειδικότερα, ως προς το άρθρο 19(2)(α), δεν προκύπτει οποιοσδήποτε κίνδυνος επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης. Ως προς το άρθρο 19(2)(β), δεν τεκμηριώνεται ότι η Αιτήτρια θα υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, καθότι οι σχετικοί ισχυρισμοί της κρίθηκαν ως μη αξιόπιστοι, ενώ δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη φορέα δίωξης ή έλλειψης κρατικής προστασίας.

Περαιτέρω, η εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων προϋποθέτει την ύπαρξη πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου, ο οποίος να θεμελιώνεται σε συγκεκριμένα και αξιόπιστα στοιχεία. Στην παρούσα περίπτωση, τέτοια στοιχεία δεν έχουν προσκομιστεί, ενώ απουσιάζει και οποιαδήποτε ένδειξη προηγούμενης δίωξης ή στοχοποίησης από κρατικό ή μη κρατικό φορέα.

Ως εκ τούτου, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.

Αναφορικά με το ενδεχόμενο υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C 285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011, αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζουσα βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie,ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

Προκειμένου δε να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής, η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, και ειδικότερα στην Kinshasa, την οποία το Δικαστήριο θεωρεί ως τελευταίο τόπο διαμονής της Αιτήτριας, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί σε αυτήν.

Εκ της διενεργηθείσας έρευνας προέκυψε ότι σύμφωνα με τη διαδικτυακή πύλη RULAC αναφορικά με την περίοδο Ιούλιος 2024 έως Ιούνιος 2025 «η ΛΔΚ έχει βιώσει κυκλική βία, από την αποικιακή εκμετάλλευση και τη δικτατορία μετά την ανεξαρτησία έως τους περιφερειακούς πολέμους του Κονγκό, με αποτέλεσμα τη διαρκή εξάπλωση των ένοπλων ομάδων και την ευπάθεια του κράτους. Στην ανατολική ΛΔΚ, η αναζωπύρωση του Κινήματος 23 Μαρτίου (M23), η απειλή που αποτελούν οι οργανωμένες ένοπλες ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των Συμμαχικών Δημοκρατικών Δυνάμεων (ADF), και οι μεγάλης κλίμακας εσωτερικές μετακινήσεις πληθυσμών καταδεικνύουν την επιμονή των μη διεθνών ένοπλων συγκρούσεων (NIAC) που διαμορφώνονται από την ξένη εμπλοκή και τις ανταγωνιστικές περιφερειακές αναπτύξεις. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, η παρουσία και η υποστήριξη της Ρουάντα προς το M23 προκάλεσαν αυξανόμενη διεθνή καταδίκη, ενώ η Αποστολή Σταθεροποίησης των Ηνωμένων Εθνών στη ΛΔΚ (MONUSCO) αντιμετώπισε βίαιες διαμαρτυρίες και αμφιλεγόμενες συζητήσεις σχετικά με την απόσυρσή της. Η κατάσταση πολιορκίας στο Ituri και στο North Kivu, οι αμφισβητούμενες εκλογές και η δημιουργία της Alliance Fleuve Congo (AFC) με το M23, σε συνδυασμό με τις κατακερματισμένες ειρηνευτικές πρωτοβουλίες, την επέκταση των περιφερειακών στρατιωτικών επιχειρήσεων και τις ανανεωμένες προσπάθειες διεθνούς λογοδοσίας, συνέβαλαν στην πόλωση και την αστάθεια της κατάστασης.» [5].

Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση από τον οργανισμό Human Rights Watch για το έτος 2025, διαπιστώνεται πως η κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η ανθρωπιστική κατάσταση στην ΛΔΚ επιδεινώθηκαν σημαντικά στη διάρκεια του έτους λόγω παραβιάσεων των νόμων του πολέμου και άλλων καταχρήσεων στην ανατολική περιοχή, συμπεριλαμβανομένης της αύξησης των επιθέσεων εναντίον αμάχων από την ένοπλη ομάδα Alliance of Democratic Forces (ADF) που συνδέεται με το ISIS και των συγκρούσεων μεταξύ της ένοπλης ομάδας M23 που υποστηρίζεται από τη Ρουάντα και των ενόπλων δυνάμεων της ΛΔΚ. Οι εχθροπραξίες στις επαρχίες North και South Kivu και Ituri οδήγησαν στη δολοφονία χιλιάδων αμάχων, στην παράνομη αναγκαστική εκτόπιση πληθυσμών και σε άλλες παραβιάσεις, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής βίας, από ένοπλες ομάδες[6].

Βάσει των ανωτέρω διαπιστώνεται ότι η κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa δεν επηρεάζεται από τα ανωτέρω γεγονότα καθότι δεν ανήκει στις προαναφερθείσες επηρεαζόμενες από τις υπάρχουσες συνθήκες περιοχές.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία του Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED)[7], για περίοδο περίπου ενός έτους καταγράφηκαν στην Kinshasa 51 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία οδήγησαν σε 60 απώλειες. Λαμβανομένου υπόψη ότι ο πληθυσμός της Kinshasa το 2026 εκτιμάται σε περίπου 18.552.800 κατοίκους[8], ο αριθμός και η ένταση των εν λόγω περιστατικών δεν ανέρχονται σε τέτοιο επίπεδο ώστε να στοιχειοθετούν συνθήκες γενικευμένης βίας στο πλαίσιο διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

Βάσει των ανωτέρω ποσοτικών και ποιοτικών δεδομένων, δεν προκύπτει ότι στον τόπο τελευταίας διαμονής της Αιτήτριας υφίσταται κατάσταση που να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Περαιτέρω, δεν διαπιστώνονται ιδιαίτερες περιστάσεις που να διαφοροποιούν τη θέση της Αιτήτριας από τον γενικό πληθυσμό, ώστε να αυξάνεται ο κίνδυνος που ενδεχομένως θα αντιμετώπιζε σε περίπτωση επιστροφής της. Συναφώς, και υπό το πρίσμα της λεγόμενης «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας», όπως ερμηνεύθηκε στην υπόθεση CF and DN v Bundesrepublik Deutschland[9], η ένταση της βίας στην υπό εξέταση περιοχή δεν είναι τέτοια που να δημιουργεί, αφ’ εαυτής, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης για οποιοδήποτε πρόσωπο.

Αφού εξέτασα το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου, τόσο ως προς τη νομιμότητα όσο και ως προς την ουσία της προσβαλλόμενης απόφασης, καταλήγω στα ακόλουθα:

Από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, έγινε δεκτός μόνο εκείνος που αφορά τα προσωπικά στοιχεία, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας. Ωστόσο, ο εν λόγω ισχυρισμός, αφ’ εαυτού, δεν επαρκεί για την υπαγωγή της στις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου.

Ειδικότερα, δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης για έναν από τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 3 του Νόμου 6(Ι)/2000, ήτοι για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων. Συνεπώς, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η Αιτήτρια διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, κατά την έννοια του άρθρου 19(2) του Νόμου, σε περίπτωση επιστροφής της στη ΛΔΚ και δη στην Kinshasa, τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της. Ως εκ τούτου, δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις υπαγωγής της σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

Κατά συνέπεια, κρίνεται ότι η αίτηση της Αιτήτριας εξετάστηκε επιμελώς και σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Νόμου, και ότι η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε ευλόγως στην απόρριψή της. Δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε πλημμέλεια ως προς τη διεξαγωγή της διοικητικής διαδικασίας ή την αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών, ούτε σφάλμα ως προς την εφαρμογή του Νόμου.

Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της συνηγόρου της Αιτήτριας περί πλημμελειών της διοικητικής διαδικασίας, και δη περί έλλειψης δέουσας έρευνας και ανεπαρκούς αιτιολογίας, επισημαίνεται ότι το παρόν Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ασκούμενης δικαιοδοσίας του, προβαίνει σε πλήρη και εξ υπαρχής (ex nunc) έλεγχο τόσο της νομιμότητας όσο και της ουσίας της προσβαλλόμενης απόφασης, υποκαθιστώντας την κρίση της Διοίκησης με τη δική του.

Υπό το πρίσμα αυτό, τυχόν πλημμέλειες της διοικητικής διαδικασίας καθίστανται, εν πάση περιπτώσει, αλυσιτελείς, εφόσον το Δικαστήριο προβαίνει σε ίδια και αυτοτελή αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών και καταλήγει σε ορθή κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης.(  βλ. C. J. A. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 49/2024)

Περαιτέρω, και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, από το σύνολο του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι η Υπηρεσία Ασύλου προέβη σε δέουσα και επαρκή έρευνα. Ειδικότερα, η έρευνα εκτάθηκε στη διερεύνηση όλων των ουσιωδών στοιχείων του αιτήματος, περιέλαβε την υποβολή ανοικτού και διευκρινιστικού τύπου ερωτήσεων, καθώς και την αξιολόγηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας υπό το πρίσμα αξιόπιστων και επικαιροποιημένων πληροφοριών χώρας καταγωγής.

Συναφώς, η έννοια της δέουσας έρευνας προϋποθέτει τη συλλογή και αξιολόγηση όλων των ουσιωδών στοιχείων που δύνανται να θεμελιώσουν ασφαλή συμπεράσματα, καθώς και τη διερεύνηση κάθε κρίσιμης πτυχής του εξεταζόμενου αιτήματος. Εν προκειμένω, οι απαιτήσεις αυτές πληρούνται, καθότι η Διοίκηση εξέτασε με πληρότητα τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας και προέβη σε αιτιολογημένη αξιολόγηση αυτών.

Ως εκ τούτου, δεν διαπιστώνεται έλλειψη δέουσας έρευνας, ούτε στοιχειοθετείται πλάνη περί τα πράγματα που να επηρεάζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης.

Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με €1000 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.

 

Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π

 



[1]Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System

[2] Βλ. C‑148/13 έως C‑150/13, EU:C:2014:2406, σκέψεις 54 και 57

[3] ΕΔΔΑ, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, ό.π. υποσημείωση 20. Βλ. επίσης ΕΔΔΑ, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, RH κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 4601/14, σκέψη 58· ΕΔΔΑ, απόφαση της 20ης Ιουλίου 2010, N κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 23505/09, σκέψη 53· ΕΔΔΑ, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2010, RC κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 41827/07, σκέψη 50.

[4] Άρθρο 13 του περί Προσφύγων Νόμου.

[5] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/ (assessed on 25/02/2026)

[6] Human Rights Watch, Democratic Republic of Congo – Events of 2025,04/02/2026, https://www.hrw.org/world-report/2026/country-chapters/democratic-republic-of-congo (assessed on 25/02/2026)

[7] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, City: Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 13/02/2026), https://acleddata.com/platform/explorer (assessed on 25/02/2026)

[8] World Review Population, Democratic Republic of Congo: Kinshasa, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (assessed on 25/02/206)

 

[9] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο