ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ: Ο. Ι. Α., Νομική Αρωγή Αρ.: 71/25, 6/4/2026
print
Τίτλος:
ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ: Ο. Ι. Α., Νομική Αρωγή Αρ.: 71/25, 6/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

                                                            Νομική Αρωγή Αρ.: 71/25

06 Απριλίου 2026

 

[Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΑΡ.1 ΤΟΥ 2003, ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΚΑΙ ΤΟΥΣ

ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΝΟΜΟΥΣ ΤΟΥ 2002 ΜΕΧΡΙ 2019

 

 

ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ:

Ο. Ι. Α.

                                                                                                           Αιτήτρια 

......................

 

 

Η Αιτήτρια εμφανίζεται αυτοπροσώπως

Κ. Χρυσοστόμου (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

[Αντρέας Χατζησάββας (κος), μεταφραστής για πιστή μετάφραση από Αγγλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα]

[Yasin Mohamed (κος) μεταφραστής για πιστή μετάφραση από Σομαλικά σε Αγγλικά και αντίστροφα]                            

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, ΔΔΔΔΠ.: Η Αιτήτρια με την αίτησή της ημερομηνίας 28/04/2025, αιτείται την παροχή δωρεάν νομικής αρωγής για την καταχώριση προσφυγής δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος, εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 10/03/2025, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από την Αιτήτρια στις 22/04/2025 και με την οποία απορρίπτεται η αίτησή της για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου.

Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προκύπτουν από το γραπτό σημείωμα που καταχώρισε η συνήγορος που εμφανίζεται για το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας έχουν ως ακολούθως: Η Αιτήτρια κατάγεται από την Σομαλία∙ συμπλήρωσε και καταχώρισε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 18/01/2023. Στις 06/03/2025 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 07/03/2025, ο λειτουργός ετοίμασε έκθεση-εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, σχετικά με την συνέντευξη της Αιτήτριας. Στη συνέχεια, στις 10/03/2025, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας. Στις 22/04/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή ενημέρωσης περί της απόρριψης του αιτήματος της Αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από την Αιτήτρια την ίδια μέρα, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου στη μητρική της γλώσσα.

Στις 28/04/2025 καταχωρήθηκε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας με αρ. 1036/25 κατά της πιο πάνω απορριπτικής απόφασης.

Στο πλαίσιο του έντυπου της αίτησής της για άσυλο, η Αιτήτρια κατέγραψε ότι εγκατέλειψε την χώρα της για λόγους ασφαλείας. Συγκεκριμένα κατέγραψε ότι η οργάνωση «Al-Shaabab» σκότωσε τον πατέρα της εξαιτίας εδαφικών διαφορών και ακολούθως κυνήγησαν την ίδια την Αιτήτρια.

Στο πλαίσιο της συνέντευξης της, η Αιτήτρια ως προς την οικογενειακή της κατάσταση δήλωσε ότι είναι μητέρα 4 τέκνων, ήτοι 3 αγοριών τα οποία βρίσκονται μαζί της στην Κυπριακή Δημοκρατία, και ενός κοριτσιού το οποίο βρίσκεται μαζί με την μητέρα της στην χώρα καταγωγής της. Ο πατέρας της Αιτήτριας, ως ισχυρίστηκε, έχει αποβιώσει το 2022 από μέλη της οργάνωσης «Al-Shaabab» λόγω της άρνησής του να πληρώσει τα χρήματα που του ζητούσαν για μια φάρμα που ενοικίαζε.

Κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι δεχόταν απειλές από μέλη της οργάνωσης «Al-Shaabab». Επιπλέον δήλωσε ότι επειδή φοβήθηκε για την ίδια και τα παιδιά της, με την βοήθεια της οικογένειάς της εγκατέλειψαν την χώρα.

Κατόπιν σχετικών διευκρινιστικών ερωτημάτων η Αιτήτρια ανέφερε ότι δεν θυμάται πότε ξεκίνησαν οι απειλές ωστόσο όπως πρόσθεσε, η χρονική διάρκεια των απειλών ήταν για ένα μήνα, ήταν τηλεφωνικές και πως δέχτηκε απειλητικά τηλεφωνήματα τέσσερις με πέντε φορές. Ως προς το περιεχόμενό τους δήλωσε ότι την προειδοποιούσαν ότι σε περίπτωση που αρνηθεί να πληρώσει ο πατέρας της τα χρήματα, τότε θα πρέπει η ίδια να το πράξει και αν αρνηθεί, τότε θα την σκοτώσουν. Κατόπιν υποβολής σχετικού ερωτήματος, πως γνώριζε ότι ήταν η Al Shabbab που την απειλούσε, η ίδια δήλωσε ότι οι ίδιοι της το ανάφεραν. Πρόσθεσε ότι συμφώνησε στο αίτημα τους ότι θα πρέπει να πληρώσει η ίδια, ενώ μετέπειτα αφαίρεσε την τηλεφωνική κάρτα από τη συσκευή της για να μην μπορούν να την εντοπίσουν. Μετά από αυτό, ως η αιτήτρια ανάφερε, δεν την όχλησαν ξανά τηλεφωνικώς. Ακολούθως, ερωτώμενη για το αν έχει υποβληθεί σε Ακρωτηριασμό Γυναικείων Γεννητικών Οργάνων (FGM), η Αιτήτρια απάντησε θετικά. Όπως ακόμα ανέφερε, σε περίπτωση που επιστρέψει στην χώρα της, δεν είναι δυνατό να υποβληθεί ξανά στην εν λόγω πρακτική γιατί είναι ήδη σε μεγάλη ηλικία.

Αξιολογώντας τα λεγόμενα της Αιτήτριας, ο λειτουργός διέκρινε τρεις (3) ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορούσε την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ της Αιτήτριας, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε ισχυριζόμενες απειλές εναντίον της Αιτήτριας από μέλη της «Al-Shaabab»  και ο τρίτος ότι η Αιτήτρια υπήρξε θύμα της πρακτικής Ακρωτηριασμού Γυναικείων Γεννητικών Οργάνων (ΑΓΓΟ) στη χώρα καταγωγής της. Ο πρώτος και τρίτος ισχυρισμός της Αιτήτριας έγιναν αποδεκτοί από τον αρμόδιο λειτουργό καθώς κρίθηκε ότι στοιχειοθετήθηκαν τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία των λεγομένων της.

Αντιθέτως ο  δεύτερος ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός καθότι κρίθηκε ότι δεν στοιχειοθετήθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού. Ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό, ειδικότερα, ο λειτουργός στην έκθεση-εισήγησή του, επισημαίνει ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται στο πυρήνα του αιτήματός της. Κληθείσα να εισφέρει περαιτέρω πληροφορίες, από τις απαντήσεις της ενέλειπαν επαρκείς πληροφορίες, λεπτομέρειες βιωματικού χαρακτήρα και παρουσιάστηκαν αντιφάσεις.

Πιο συγκεκριμένα, ο λειτουργός επεσήμανε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να ανακαλέσει πότε ακριβώς ξεκίνησαν οι απειλές εναντίον της, ενώ θα αναμενόταν να είναι σε θέση να δώσει ακριβείς πληροφορίες, καθώς οι εν λόγω απειλές ήταν ο λόγος που αναγκάστηκε να φύγει από τη χώρα της. Ακόμα, ο λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια υπήρξε ασαφής στην περιγραφή των τηλεφωνικών απειλών, αναφέροντας ότι μέλη της «Al Shabaab» ζητούσαν χρηματικό ποσό, το οποίο ο πατέρας της αρνήθηκε να πληρώσει, απειλώντας την ίδια ότι θα την σκοτώσουν, χωρίς να παραθέσει περαιτέρω πληροφορίες. Επιπλέον, η Αιτήτρια, σύμφωνα με τον λειτουργό, δεν έδωσε λεπτομέρειες και όταν ρωτήθηκε πώς γνώριζε ότι οι κλήσεις προέρχονταν από την εν λόγω οργάνωση, αφού με αοριστία απάντησε πως οι ίδιοι το εξέφρασαν, χωρίς να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό της.

Επιπλέον, ως επισημάνθηκε, η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι αρχικά συμφώνησε να πληρώσει τα ποσό στην οργάνωση «Al Shabaab» και μετά απέσυρε την κάρτα τηλεφώνου της, μη λαμβάνοντας πλέον απειλητικά τηλεφωνήματα. Ωστόσο, δεν μπόρεσε να εξηγήσει γιατί συνεχίστηκαν οι απειλές μετά το πρώτο τηλεφώνημα, εφόσον δήλωσε ότι συμφώνησε μαζί τους κατά την πρώτη τηλεφωνική κλήση που έλαβε. Πρόσθετα, ως τονίστηκε από τον αρμόδιο λειτουργό, ενώ η αιτήτρια ανάφερε ότι δεν είχε τα χρήματα να πληρώσει την Al Shabbab, εντούτοις η ίδια αλλά και  η οικογένειά της εργάζονταν και ήταν σε θέση να στηρίξουν οικονομικά το ταξίδι της. Επιπλέον, ο λειτουργός εντόπισε αντίφαση στις αναφορές της Αιτήτριας αφού ενώ αρχικά δήλωσε την έλλειψη χρημάτων (για την μη πληρωμή της Al Shabbab), αργότερα ανέφερε πως αν έδινε χρήματα στην οργάνωση, θα απαιτούσαν συνέχεια περισσότερα.

Ο λειτουργός ακόμα, επισήμανε ότι αν και η Αιτήτρια επιβεβαίωσε ότι δεν είχε κανένα πρόβλημα με την οργάνωση «Al Shabaab», πέρα από τις τηλεφωνικές απειλές, μέχρι που εγκατέλειψε τη χώρα της, εντούτοις όταν ρωτήθηκε πώς κατάφερε να αποφύγει οποιονδήποτε κίνδυνο, απάντησε με αοριστία ότι το πέτυχε αφού εγκατέλειψε την χώρα έγκαιρα. Τέλος ο λειτουργός καταγράφει ότι η Αιτήτρια δεν μπόρεσε να αιτιολογήσει επαρκώς γιατί αποφάσισε να φύγει μαζί με τους τρεις γιους της, ενώ η κόρη της παρέμεινε στη Σομαλία, λέγοντας απλά πως η μητέρα της φροντίζει την θυγατέρα της. Ενόψει των πιο πάνω, η εσωτερική αξιοπιστία δεν τεκμηριώθηκε.

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο λειτουργός προέβη σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, που αν και εντοπίστηκαν πληροφορίες που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη της Al Shabbab καθώς και τις απειλές αλλά και την απαίτηση από μέλη της οργάνωσης «Al Shabaab» χρηματικών ποσών εντούτοις κατέληξε ότι το αφήγημά της αιτήτριας δεν τεκμηριώνεται επαρκώς και από τα λεγόμενά της απουσιάζουν βιωματικού χαρακτήρα λεπτομέρειες και ως εκ τούτου, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.

Παρατηρώ ότι η αρμόδια αρχή εξέτασε το ενδεχόμενο της υπαγωγής της Αιτήτριας στο καθεστώς διεθνούς προστασίας κρίνοντας ότι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας δεν στοιχειοθετούν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της όπως προνοείται στο άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου και του άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, όπως επίσης δεν συντρέχει κανένας λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(1) καθότι δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(2),(α),(β),(γ), του Περί Προσφύγων Νόμου.

Το γραπτό σημείωμα με τα επισυνημμένα έγγραφα μεταφράστηκαν στην Αιτήτρια και της δόθηκε χρόνος για να τοποθετηθεί επί του σημειώματος.

Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση μέσω του γραπτού της σημειώματος αναφέρει πως το αίτημα της αιτήτριας εξετάστηκε από τον αρμόδιο λειτουργό επιμελώς σε κάθε στάδιο της προβλεπόμενης από το νόμο διαδικασίας και η απόφαση την οποία αμφισβητεί η αιτήτρια κατά την εισήγησή της ήταν αποτέλεσμα ενδελεχούς έρευνας, ορθής αξιολόγησης των στοιχείων και ορθής εφαρμογής του Νόμου.

Θα πρέπει να αναφερθεί πως η περίπτωση της Αιτήτριας υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 6Β(2)(α) και 6Β(2)(ββ) του σχετικού Νόμου. To άρθρο 6Β του περί Νομικής Αρωγής Νόμου προβλέπει τα εξής (η υπογράμμιση είναι δική μου):

«Νομική αρωγή σε αιτητές και δικαιούχους διεθνούς προστασίας

6Β. (1) [...]

(2) Παρέχεται δωρεά νομική αρωγή σε αιτητή διεθνούς προστασίας, ο οποίος ασκεί προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος -

(α) Kατά δυσμενούς απόφασης του Προϊσταμένου επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του εν λόγω αιτητή, την οποία απόφαση ο Προϊστάμενος έλαβε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5, 12Βδις, 12Βτετράκις, 12Δ ή 13 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, ή

(β) [.]

υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(αα) Η δωρεάν νομική αρωγή αφορά μόνο την πρωτοβάθμια εκδίκαση της προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος, και όχι την εκδίκαση έφεσης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά της δικαστικής απόφασης η οποία εκδίδεται στα πλαίσια της εν λόγω πρωτοβάθμιας εκδίκασης, ούτε άλλο ένδικο μέσο και

(ββ) κατά την κρίση του Διοικητικού Δικαστηρίου, η προσφυγή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας:

Νοείται ότι οι διατάξεις της παραγράφου (ββ) εφαρμόζονται χωρίς να περιορίζουν αυθαίρετα την παροχή της δωρεάν νομικής αρωγής και χωρίς να εμποδίζεται η ουσιαστική πρόσβαση του αιτητή διεθνούς προστασίας στη δικαιοσύνη.». 

Στη βάση των προαναφερόμενων προνοιών της σχετικής νομοθεσίας, δίδεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσον, με βάση τα ενώπιον του στοιχεία, η προσφυγή της αιτήτριας έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας (Νομική Αρωγή αρ. 23/2010, Farshad Khamsen, ημερομηνίας 14/10/2010).

Το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του το δικαίωμα της αιτήτριας να ακουστεί στη βάση του άρθρου 146 του Συντάγματος, αλλά θα πρέπει περαιτέρω να εξετάσει το Δικαστήριο την αίτηση με βάση το υλικό που έχει ενώπιον του χωρίς να δίδονται νομικές αρωγές ανεξέλεγκτα σε υποθέσεις που δεν έχουν πιθανότητες επιτυχίας (Νομική Αρωγή αρ.10/2010 ALALI ABDULHAMID, ημερομηνίας 06/05/2010 και Νομική Αρωγή υπ' αρ. 25/2010, ANTHONIA IDAHOR, ημερομηνίας 13/12/2010).

Κατά την εξέταση των εκατέρωθεν ισχυρισμών, το Δικαστήριο προβαίνει σε εκ πρώτης όψεως εξέταση της υπόθεσης, χωρίς βεβαίως το Δικαστήριο να καλείται να αποφασίσει επί της οριστικής τύχης της προσφυγής που καταχώρησε η αιτήτρια. Σημειώνεται, πως το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης για νομική αρωγή, δεν θα επηρεάσει την τελική έκβαση της προσφυγής που καταχώρησε η Αιτήτρια εφόσον το Δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία δεν αποφασίζει επί της οριστικής τύχης της προσφυγής (Durgo Man v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 278/09, ημερομηνίας 15.7.2009, Baghour και Roud Gad, υπόθ. αρ.7/11 και 8/11, ημερομηνίας 28.3.2011).

Λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες της νομοθεσίας αλλά και όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω αναγκαίο να αναφέρω ότι, σχετικά με τον δεύτερο προβαλλόμενο ισχυρισμό της αιτήτριας περί των απειλών που δέχθηκε από μέλη της Al Shabbab, δεν διακρίνω, εκ πρώτης όψεως, συνεπεία στα όσα η ίδια δήλωσε στην συνέντευξη της. Κρίνω αναγκαίο επίσης να αναφέρω ότι, σχετικά με τoν εν λόγω ισχυρισμό της Αιτήτριας, ως εμφαίνεται, η Αρμόδια Υπηρεσία προέβη στη δέουσα έρευνα προς εξέταση τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής της αξιοπιστίας περί του εν λόγω ισχυρισμού.

Ως προς το τρίτο ισχυρισμό, περί του ότι η Αιτήτρια υπήρξε θύμα της πρακτικής Ακρωτηριασμού Γυναικείων Γεννητικών Οργάνων (ΑΓΓΟ) στη χώρα καταγωγής της, ο οποίος έγινε αποδεκτός, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι βάσει των δηλώσεων της Αιτήτριας περί του ότι σε περίπτωση επιστροφής της δεν θα υποστεί ξανά αυτή την πρακτική, λόγω του γεγονότος ότι είναι μεγάλη ηλικιακά και σε συνδυασμό με τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής της σχετικά με την πρακτική Α.Γ.Γ.Ο και το ενδεχόμενο επανάληψης της εν λόγω πρακτικής, δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι θα υποστεί εκ νέου την πρακτική του ακρωτηριασμού σε συνδυασμό με το προφίλ της και τις προσωπικές της περιστάσεις. Στη βάση όλων των ανωτέρω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι εκ πρώτης όψεως εμφαίνεται ότι ο αρμόδιος λειτουργός ορθώς κατέληξε ότι δεν πιθανολογείται ευλόγως ότι η αιτήτρια θα αναγκαστεί να υποβληθεί εκ νέου σε ακρωτηριασμό των γεννητικών της οργάνων σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα της.

Ως εκ τούτου, διαφαίνεται, εκ πρώτης όψεως, ότι ορθώς η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε στο ότι δεν μπορεί η αιτήτρια να υπαχθεί σε καθεστώς διεθνούς προστασίας σε συνάρτηση με τις προσωπικές της περιστάσεις όπως και με πληροφορίες από την χώρα καταγωγής της, οι οποίες αντλήθηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό.

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, όπως τα έχω αναφέρει και πιο πάνω, καταλήγω εκ πρώτης όψεως ότι το αίτημα της αιτήτριας εξετάστηκε επιμελώς από την Υπηρεσία Ασύλου και δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε πλημμέλεια εκ μέρους της. Η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου κρίνω εκ πρώτης όψεως πως υπήρξε επαρκώς αιτιολογημένη, περιέχουσα ξεκάθαρα το σκεπτικό και τους λόγους που οδήγησαν σε αυτήν, είναι δε προϊόν επαρκούς έρευνας και ορθής αξιολόγησης των δεδομένων και στοιχείων, που τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας.

Όπως έχει αποφασιστεί σε διάφορες υποθέσεις (Tamaga Durgo Man v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 278/09, ημερ.15.7.2009, Nacira Baghour και Maged Amin Roud Gad, υπόθ. αρ. 7/11 και 8/11, ημερ. 28.3.2011 και Yahya Ali Ahmad Odeh, υπόθ. αρ. 10/12, ημερ. 28.3.2012) το Δικαστήριο εξετάζοντας τέτοια αίτηση έχει αφενός διακριτική ευχέρεια για την έγκριση ή απόρριψη της, και αφετέρου δεν προβαίνει σε οριστικά συμπεράσματα για την τύχη της ίδιας της προσφυγής μιας και αυτό που εξετάζει είναι αν έχει πραγματικές πιθανότητες να εκδοθεί δικαστική απόφαση υπέρ της.

Επομένως, για τους λόγους που έχουν εκτεθεί, κρίνω στη βάση των ενώπιον μου στοιχείων πως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η προσφυγή που έχει καταχωρηθεί από την Αιτήτρια έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας.

Με δεδομένη την μη ικανοποίηση της απαραίτητης εκ του Νόμου προϋπόθεσης, η αίτηση αναπόφευκτα απορρίπτεται χωρίς έξοδα.

Τα έξοδα των μεταφραστών να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.

 

                                                                                        Χ.ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο