ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ. 730/2025
27 Απριλίου 2025
[ Β. ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Mr. A. M. A. (ARC…) από Σομαλία και τώρα Λευκωσία
Αιτητή
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
Γεώργιος Βασιλόπουλος (κος) για Γεώργιος Βασιλόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για τον Αιτητή
Έλενα Ιωάννου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η Αίτηση
Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή αιτείται την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο με την οποία να κηρύσσεται άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 25/02/2025 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία, καθώς κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2022 (στο εξής: ο περί Προσφύγων Νόμος). Ταυτόχρονα αιτείται την έκδοση απόφασης από τον παρόν Δικαστήριο με την οποία να αναγνωρίζεται ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ο Αιτητής κατάγεται από την Σομαλία. Εισήλθε παράνομα από τις κατεχόμενες από την Τουρκία και μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές στις 03/09/2024 και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας περί τις 10/09/2024. Στις 03/01/2025 διενεργήθη η συνέντευξη ουσίας του Αιτητή από αρμόδιο Λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 14/02/2025 αρμόδιος Λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση Εισήγηση για απόρριψη της αίτησης προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία εγκρίθηκε στις 25/02/2025. Στις 28/02/2025 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασής της, η οποία παρελήφθη και υπεγράφη από τον Αιτητή αυθημερόν. Στις 27/03/2025 καταχωρήθηκε η Προσφυγή υπ' αριθμόν 730/25 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Τόσο στο εισαγωγικό δικόγραφο της προσφυγής, όσο και στη Γραπτή Αγόρευση, ο Αιτητής δια του συνηγόρου του, επικαλείται πολλούς λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης. Αρχικά, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση της Νομοθεσίας, πλάνη περί το νόμο, έλλειψη δέουσας έρευνας, ότι η απόφαση είναι μη επαρκώς αιτιολογημένη καθώς και ότι ελήφθη από αναρμόδιο όργανο. Περαιτέρω κατά η γραπτή του αγόρευση, εξειδικεύονται τα σημεία στα οποία έγκειται η πλημμελής έρευνας του Λειτουργού. Επίσης, εκθέτονται νομικοί ισχυρισμοί περί παράβασης διαδικασιών εξέτασης της αίτησης (αναφορικά με την αξιολόγηση αξιοπιστίας και το βάρος απόδειξης) όπως και μη επαρκής αιτιολόγηση και νομική πλάνη χωρίς ωστόσο να γίνεται αναφορά στα σημεία της υπόθεσης στα οποία εντοπίζονται.
Ο Αιτητής, δια του δικηγόρου του, προβάλει πλείονες νομικούς ισχυρισμούς προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, αποσύροντας κατά το στάδιο των διευκρινίσεων τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας του οργάνου που έλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση. Πιο συγκεκριμένα:
Ο Αιτητής διά του συνηγόρου προωθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και απουσίας επαρκούς αιτιολογίας. Ως προς τον νομικό ισχυρισμό περί δέουσας έρευνας, ο συνήγορος του Αιτητή αναφέρει ότι δεν υπήρξε δέουσα έρευνα καθώς αφενός η συνέντευξη βασίστηκε σε τυποποιημένα έντυπα συνεντεύξεων και αφετέρου ότι ο αρμόδιος λειτουργός αφιέρωσε ελάχιστο χρόνο κατά τη διεξαγωγή της συνέντευξης. Ως προς τον νομικό ισχυρισμό περί απουσίας επαρκούς αιτιολογίας, αναφέρει ο συνήγορος του Αιτητή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι αιτιολογημένη, καθώς δεν εξειδικεύονται οι λόγοι απόρριψης του αιτήματος και ότι οι Καθ’ ων δεν έχουν προβεί σε εξατομικευμένη κρίση για τους κινδύνους που δύναται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής, παραθέτοντας συγχρόνως πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τη γενική κατάσταση στην Σομαλία και ειδικά σε σχέση με την οργάνωση Al Shabaab. Ακολούθως, ο Αιτητής δια του συνηγόρου του προωθεί ως νομικό ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραλείπει να εξετάσει κατά πόσο πληροί ο Αιτητής τις προϋποθέσεις παροχής καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ως προς αυτό, ο συνήγορος του Αιτητή αναφέρει ότι δεν έχει γίνει έρευνα αναφορικά με το άρθρο 19, ο Αιτητής δεν ακούστηκε σχετικά με αυτό και η προσβαλλόμενη απόφαση, δίχως αιτιολογία, αναφέρει ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται συμπληρωματική προστασία. Προς υπεράσπιση των λεγόμενών του, ο συνήγορος του Αιτητή διατυπώνει ότι ο αρμόδιος λειτουργός αναφέρει στην έκθεση-εισήγηση ότι ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί βλάβη καθώς και ότι θα αντιμετωπίσει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής και της προσωπικής του ακεραιότητας λόγω των συνθηκών διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Ακολούθως, ο συνήγορος του Αιτητή προβαίνει στη παράθεση πηγών πληροφόρησης για τη κατάσταση ασφαλείας στη πόλη Mogadishu, υποστηρίζοντας ότι στην εν λόγω περιφέρεια εκτυλίσσεται ένοπλη σύρραξη, παραθέτοντας συγχρόνως τις αποφάσεις 691/22 ημερομηνίας 05/09/2024, 5152/22 ημερομηνίας 07/10/2024 και 4725/22 ημερομηνίας 06/12/2024 οι οποίες αναφέρουν την έκρυθμη κατάσταση στη Σομαλία λόγω της Al Shabaab. Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων ο συνήγορος του Αιτητή αναφέρθηκε και στην 5333/22 ημερομηνίας 30/10/2025.
Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της ορθότητας της επίδικης πράξης. Επισημαίνουν δε, ότι η επίδικη απόφαση, έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο νόμος στους Καθ΄ ων η αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Είναι δε επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και δεν υπήρχε οποιαδήποτε λανθασμένη εκτίμηση ή παρερμηνεία των στοιχείων, που ο Αιτητής είχε θέσει ενώπιον της διοίκησης. Η Δικηγόρος των Καθ' ων η Αίτηση, με τη γραπτή της αγόρευση, αιτείται την απόρριψη του συνόλου των ισχυρισμών λόγω παραβίασης του άρθρου 7 του Κανονισμού του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 ως γενικούς, αόριστους και ανεπίδεκτους δικαστικής εκτιμήσεως. Yποστηρίζει δε, ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης και να στοιχειοθετήσει τους ισχυρισμούς του, ούτε εισέφερε νέα στοιχεία.
Οι Καθ’ ων η Αίτηση στη γραπτή τους αγόρευση υποστηρίζουν ότι οι νομικοί ισχυρισμοί που προβλήθηκαν από τον συνήγορο του Αιτητή είναι γενικοί και αόριστοι. Υποστηρίζουν δε ότι οι προβληθέντες νομικοί ισχυρισμοί δεν είναι αφενός δεόντως δικογραφημένοι και αφετέρου είναι ατεκμηρίωτοι. Πιο συγκεκριμένα ως προς τον νομικό ισχυρισμό περί δέουσας έρευνας, προωθούν οι Καθ’ ων ότι κατά τη διάρκεια της συνέντευξης τέθηκαν οι δέουσες ερωτήσεις εντός των πλαισίων τις διακριτικής ευχέρειας της αρμοδίου λειτουργού και του βάρους απόδειξης, το οποίο επισημαίνουν ότι εναπόκειται στον Αιτητή. Αναφέρουν οι Καθ’ ων ότι η αρμόδια λειτουργός εξέτασε διεξοδικά τους προβαλλόμενους από τον Αιτητή ισχυρισμούς, κατέγραψε τα ευρήματα της στην σχετική εισήγηση, κρίνοντας ότι ο Αιτητής δεν έδωσε επαρκείς και ικανοποιητικές απαντήσεις αναφορικά με σημαντικά ερωτήματα και ως εκ τούτου κρίθηκε αναξιόπιστος, καθώς και ότι σε περίπτωση που είχε κριθεί αξιόπιστος δεν θα επηρεαζόταν η επίδικη πράξη. Επιπροσθέτως, επισημαίνουν οι Καθ’ ων ότι πραγματοποιήθηκε έρευνα μέσω εξωτερικών πηγών αναφορικά με τη κατάσταση στη χώρα καταγωγής του Αιτητή καθώς και ότι ο τρόπος διεξαγωγής της έρευνας επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του λειτουργού, τονίζοντας ότι ο ισχυρισμός αναφορικά με το χρόνο διεξαγωγής της συνέντευξης στερείται νομικού ερείσματος. Ως προς τις παραπεφθείσες από τον συνήγορο εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, επισημαίνουν οι Καθ’ ων ότι δεν έχουν καμία συνεισφορά στη παρούσα υπόθεση καθότι τα επιμέρους στοιχεία κρίθηκαν στη προσβαλλόμενη απόφαση. Ως προς τον ισχυρισμό του συνηγόρου περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης, αντιτείνουν οι Καθ’ ων ότι είναι ανεπίδεκτος δικαστικής εκτίμησης και σε κάθε περίπτωση δεν προκύπτουν στοιχεία τα οποία οδηγούν στο συμπέρασμα ότι σε περίπτωση επιστροφής ο Αιτητής θα υποστεί μεταχείριση που παραβιάζει το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ. Ακολούθως, ως τον νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας, οι Καθ’ ων προωθούν ότι η απόφαση περί απόρριψης του αιτήματος είναι δεόντως αιτιολογημένη και η αιτιολογία αυτής συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου και ειδικότερα από την Έκθεση της αρμόδιας λειτουργού. Εν κατακλείδι, αναφορικά με τον ισχυρισμό περί ενδεχόμενης υπαγωγής του Αιτητή στο καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας, οι Καθ’ ων προωθούν ότι βάσει της εκτίμησης του κινδύνου και της νομικής ανάλυσης ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής και η αρμόδια λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση του κινδύνου παραθέτοντας επαρκείς πηγές οι οποίες αιτιολογούν τη κατάληξη περί μη ύπαρξης κινδύνου επιστροφής.
Ο Αιτητής διά του συνηγόρου του κατέθεσε απαντητική γραπτή αγόρευση αναλύοντας περαιτέρω τον ισχυρισμό περί μη εξέτασης των προϋποθέσεων υπαγωγής στο καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας, αναφέροντας ότι οι Καθ’ ων έχουν προβεί σε λανθασμένη υπαγωγή των γεγονότων στο Νόμο, αποκλείοντας τον Αιτητή από το εν λόγω καθεστώς. Υποστηρίζει δε ο συνήγορος του Αιτητή ότι οι Καθ’ ων δεν προέβησαν σε επικαιροποιημένη έρευνα, επαλαμβάνοντας τα όσα αναφέρθηκαν στην έκθεση-εισήγηση. Τονίζει δε ο συνήγορος του Αιτητή ότι η κρίση των Καθ’ ων περί ύπαρξης οικογενειακού και υποστηρικτικού δικτύου παραγνωρίζει τις δηλώσεις του Αιτητή ότι η μητέρα του και αδελφές του δεν εργάζονται, συντηρούνται οικονομικά από το θείο τους, καθώς και ότι ο πατέρας του δολοφονήθηκε και ο αδελφός του στρατολογήθηκε από την Al Shabaab.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Η αναγκαιότητα έγερσης των λόγων προσφυγής με ευκρίνεια και λεπτομέρεια είναι θεμελιώδους σημασίας διαφορετικά το Δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να τα εξετάσει αυτεπαγγέλτως, έστω και εάν έχουν εγερθεί με την αγόρευση.
Καταρχάς, παρατηρείται ότι οι λόγοι ακύρωσης που εγείρονται στην παρούσα αίτηση παρατίθενται με γενικότητα και αοριστία. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.
«Η αναφορά, για παράδειγμα, ότι «Η απόφαση πάσχει γιατί λήφθηκε χωρίς την δέουσα έρευνα» (το ίδιο αοριστολόγοι είναι και οι υπόλοιποι λόγοι ακύρωσης), δεν εξηγεί καθόλου, ούτε παραπέμπει σε συγκεκριμένα κατ' ισχυρισμόν δεδομένα που οδήγησαν σε μη έρευνα, ή σε πλάνη, ή καταπάτηση των αρχών της ίσης μεταχείρισης κλπ. Η προσφυγή θα μπορούσε να απορριφθεί για τους πιο πάνω διαδικαστικούς λόγους οι οποίοι αντανακλούν βεβαίως και επί της ουσίας. Αυστηρώς ομιλούντες τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση του δικηγόρου του αιτητή δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον παγίως αναγνωρίζεται ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο για τη θεμελίωση γεγονότων. (δέστε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384) (δέστε Υπόθεση Αρ. 1119/2009 ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012 FARHAN KHALIL, και Κυπριακής Δημοκρατίας).
Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672:
Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης.
Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AAΔ.598).
O συνήγορος του Αιτητή παραθέτει γενικά και αόριστα τα νομικά σημεία στην προσφυγή και επικαλείται παραβιάσεις του Συντάγματος, του περί Προσφύγων Νόμου, των Γενικών Αρχών και του Διοικητικού Δικαίου χωρίς ωστόσο να παραθέτει τις συγκεκριμένες διατάξεις της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμό παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά επίσης ελλείπει οποιαδήποτε τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης.
Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636:
«Παρατηρούμε ότι στο κείμενο της προσφυγής δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ακύρωσης, αν και σχετική επιχειρηματολογία πράγματι προβάλλεται στη γραπτή αγόρευση της εφεσείουσας. Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως λόγος ακύρωσης που δεν εγείρεται στην προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία».
Σχετική είναι και η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4.
«Το γεγονός ότι το άρθρο 146.1. του Συντάγματος καταγράφει ως αιτίες ακυρότητας την αντίθεση προς τις διατάξεις του Συντάγματος, ή του Νόμου και την υπέρβαση ή κατάχρηση εξουσίας, δεν σημαίνει ότι αρκεί η γενική επίκληση κάποιας από αυτές χωρίς άλλο. Η ταξινόμηση κάποιου νομικού λόγου ως υπαγόμενου στα πιο πάνω, είναι εγχείρημα ουσίας που προϋποθέτει την έγερσή του σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις».
Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου.
Στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου, 2010).
Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (KNAI ν. The Republic (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης» (Δημοκρατίας ν. Γιαλλουρίδη και Άλλων), Αναθεωρητικές Εφέσεις 868, 868, ημερομηνίας 13.12.90)».
Ως προς τους προωθούμενους λόγους προσφυγής είναι κρίσιμο και απαραίτητο να καταστεί αντιληπτό ότι η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής των λόγων προσφυγής. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει και την ουσιαστική ορθότητα της de novo και ex nunc. Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελείς χαρακτηρίζονται οι λόγοι προσφυγής, οι οποίοι ακόμα και αν γίνουν δεκτοί δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].
Όπως επισημάνθηκε, αποτελεί βασική νομολογιακή αρχή ότι η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγεται δε στην διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Α.Ε. Aρ.: 3017, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 5.6.2002, (2002) 3 ΑΑΔ 345).
Η γενική αυτή νομολογιακή αρχή θα πρέπει να εξεταστεί εν προκειμένω υπό το φως του ειδικού δικαίου που διέπει τη διαδικασία εξέτασης μίας αιτήσεως ασύλου και των αρχών που θεσπίζει τόσο η εθνική όσο και η ενωσιακή νομοθεσία. Συναφές εν προκειμένω είναι το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτού. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας των αιτητών ασύλου να τεκμηριώσουν με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή τους, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C 277/11, M. M., ECLI:EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).
Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και ειδικότερα όσων ο Αιτητής δήλωσε με την αίτησή του για διεθνή προστασία, κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και όσων προβάλει με την παρούσα Προσφυγή.
Κρίνεται σκόπιμο στο στάδιο αυτό, να καταγραφούν οι ισχυρισμοί που πρόβαλε o Αιτητής στα πλαίσια της εξέτασης του αιτήματός του για διεθνή προστασία από την Υπηρεσία Ασύλου.
Κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας ο Αιτητής δήλωσε εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις αρχές του Ιουνίου του 2024 όταν η οργάνωση Αλ Σαμπάμπ εισέβαλε στην περιοχή τους, αναζητώντας νεαρά άτομα προς στρατολόγηση. Πρόσθεσε ότι ο ίδιος κατάφερε να κρυφτεί με τη βοήθεια του πατέρα του και κατόπιν να μεταβεί στη πόλη Mogadishu καθώς και ότι στρατολόγησαν τον αδερφό του.
Κατά την συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος Σομαλίας, εθνοτικής καταγωγής Rahanweyn και γεννήθηκε στη περιοχή Dhagaxtuur, στη πόλη Afgooye, της επαρχίας Lower Shebelle στη Σομαλία όπου και διέμενε έως και τον Ιούλιο του 2024, όταν και μετέβη στη Mogadishu με σκοπό να αναχωρήσει από τη χώρα. Ως προς το θρήσκευμα δήλωσε πως είναι Μουσουλμάνος. Ως προς το μορφωτικό επίπεδο και το επάγγελμά του, δήλωσε ότι φοίτησε έως την ένατη τάξη, την οποία αναγκάστηκε να σταματήσει λόγω της αναχώρησης του και δεν έχει εργαστεί. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι είναι άγαμος, ο πατέρας του απεβίωσε στις 20/09/2024 και η μητέρα του μαζί με τα τέσσερα αδέλφια του διαβιούν στη πόλη Afgooye, της επαρχίας Lower Shebelle, στη Σομαλία.
Αναφορικά με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής, κατά τη διάρκεια της προσωπικής συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Αιτητής δήλωσε ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής του αφού μέλη της Αλ Σαμπάμπ εισέβαλαν στη περιοχή του με σκοπό τη στρατολόγησή του. Ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια του συμβάντος ο ίδιος δεν ήταν στο σπίτι και έλαβε τηλεφώνημα από το πατέρα του με το οποίο ενημερώθηκε ότι η Αλ Σαμπάμπ είχε πάρει τον αδελφό του και τον συμβούλευσε να μη γυρίσει στο σπίτι. Κατόπιν, έμεινε για είκοσι ημέρες σε φιλικό πρόσωπο και στις αρχές του Ιουλίου 2024 μετέβη στη πόλη Mogadishu με σκοπό την αναχώρηση του από τη χώρα. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ο πατέρας του έλαβε τηλεφωνήματα από μέλη της Αλ Σαμπάμπ στα οποία του ζητήθηκε να επιστρέψει ο Αιτητής, διαφορετικά θα τους σκοτώσουν. Ο Αιτητής ανέφερε ότι μετά την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής πληροφορήθηκε ότι ο πατέρας του σκοτώθηκε από μέλη της Αλ Σαμπάμπ.
Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από τα πρακτικά των συνεντεύξεων και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο αρμόδιος λειτουργός διαμόρφωσε στην εισήγησή του δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς.
Ο πρώτος ισχυρισμός που διέκρινε ο αρμόδιος λειτουργός αφορούσε την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή. Ο εν λόγω ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από τον αρμόδιο λειτουργό ως προς την εσωτερική αξιοπιστία καθώς ο Αιτητής απάντησε με επάρκεια πληροφοριών στα ερωτήματα αναφορικά με τη περιοχή καταγωγής του, τα προσωπικά του στοιχεία, το μορφωτικό του επίπεδο και την οικογενειακή του κατάσταση. Δεδομένου ότι ο Αιτητής δεν προσκόμισε αυθεντικό ταυτοποιητικό έγγραφο, κρίθηκε εύλογο να του υποβληθούν ερωτήματα σχετικά με τη χώρα καταγωγής του και περιοχή συνήθης διαμονής, στα οποία ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι απάντησε ικανοποιητικά. Αναφορικά με τις δηλώσεις του Αιτητή για την έκδοση διαβατηρίου, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής ανέφερε χωρίς συνεκτικότητα ότι δεν μετέβη σε κάποια αρχή ή υπηρεσία και ότι το πρακτορείο που εξέδωσε το διαβατήριο πήγε σπίτι του για την ολοκλήρωση της διαδικασίας, ισχυρισμός ο οποίος δεν έγινε αποδεκτός ως προς την εσωτερική αξιοπιστία. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός παρέθεσε πηγές πληροφόρησης που επικυρώνουν την περιοχή καταγωγής του Αιτητή, την φυλή του ως Rahanweyn και το σχολείο στο οποίο φοίτησε. Αναφορικά με την έκδοση διαβατηρίου, ο αρμόδιος λειτουργός παρέθεσε πηγές πληροφόρησης που δεν δύναται να επιβεβαιώσουν τις δηλώσεις του Αιτητή, στις οποίες αναφέρεται ότι οι Σομαλοί πολίτες πρέπει να ακολουθήσουν τις τυπικές προϋποθέσεις έκδοσης διαβατηρίου, υποβάλλοντας σχετική αίτηση. Εν κατακλείδι, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός γίνεται αποδεκτός, με εξαίρεση το σκέλος που αφορά τη μη προσέλευση του Αιτητή σε αρμόδια υπηρεσία προς έκδοση διαβατηρίου.
Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός που διέκρινε ο αρμόδιος λειτουργός αφορούσε τις δηλώσεις του Αιτητή ότι μέλη της Αλ Σαμπάμπ απείλησαν τον πατέρα του ότι θα τους σκοτώσουν και τους δύο, αν ο Αιτητής δεν επέστρεφε στη πόλη τους. Ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με το περιστατικό κατά το οποίο η Αλ Σαμπάμπ πήγε στο σπίτι του και πήρε τον αδερφό του, ενώ ο ίδιος δεν ήταν παρών, δεν περιείχαν ικανοποιητικές απαντήσεις και επαρκείς πληροφορίες, καθώς αναμενόταν από τον Αιτητή να τεκμηριώσει πως γνώρισε την εν λόγω πληροφορία. Πρόσθεσε ο αρμόδιος λειτουργός αναφορικά με το εν λόγω περιστατικό ότι ο Αιτητής δεν παρείχε ικανοποιητικές απαντήσεις για το που βρισκόταν ή για τον χρόνο κατά τον οποίον συνέβη το εν λόγω συμβάν, πληροφορίες οι οποίες κρίθηκαν εν προκειμένω ουσιώδεις. Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να αποσαφηνίσει τους ισχυρισμούς του αναφορικά με το τι μάθαινε για την Αλ Σαμπάμπ ή τη προστασία που έλαβε από το στρατιωτικό κέντρο στο οποίο απευθύνθηκε ενώ κρυβόταν. Επισήμανε επίσης ο αρμόδιος λειτουργός ότι ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε το λόγο που τον ώθησε να μεταβεί στη πόλη Mogadishu καθώς ισχυρίστηκε ότι για το διάστημα που διέμεινε στη περιοχή Xaawo Taako δεν του συνέβη οποιοδήποτε περιστατικό σχετικό με την Αλ Σαμπάμπ. Αναφορικά με τα τηλεφωνήματα που έλαβε στη συνέχεια ο πατέρας του από μέλη της Αλ Σαμπάμπ, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι αναμενόταν από τον Αιτητή να είναι πιο συγκεκριμένος και να γνωρίζει πως ακριβώς συμπέρανε ότι τα τηλεφωνήματα προέρχονταν από μέλη της εν λόγω οργάνωσης καθώς και τι ακριβώς επιζητούσαν από εκείνους. Ακολούθως ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ακόμα και αν ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι η Αλ Σαμπάμπ ήθελε να τον στρατολογήσει ήταν βάσιμος και δικαιολογημένος, αναμενόταν να είναι σε θέση να εξηγήσει με επάρκεια ικανοποιητικών πληροφοριών πως κατάφερε να προστατευτεί από την εν λόγω οργάνωση. Αναφορικά με τον θάνατο του πατέρα του, τον οποίο πληροφορήθηκε κατά την άφιξη του στην Κύπρο, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι από τις δηλώσεις του Αιτητή δεν προκύπτει λογική συνέχεια δεδομένου ότι η μητέρα του, οι δύο αδελφές του καθώς και ο άλλος αδελφός του παρέμειναν ανεπηρέαστοι από την εν λόγω οργάνωση και εξακολουθούν να διαμένουν στη περιοχή καταγωγής. Εν κατακλείδι, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε ικανοποιητικές ή επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με τις δηλώσεις του περί στοχοποίησης του σε περίπτωση επιστροφής, καθώς οι σχετικές δηλώσεις του ότι δεν βίωσε κάποιο περιστατικό αφαιρούν την αιτιώδη και λογική συνέχεια του αφηγήματος του. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός παρέθεσε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την στρατολόγηση από μέλη της Αλ Σαμπάμπ και τις συνέπειες άρνησης, συμπεραίνοντας ότι παρόλο που πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνουν το γενικότερο πλαίσιο στρατολόγησης ανδρών, δεν δύναται να γίνει συσχέτιση με το πλαίσιο στρατολόγησης του εν λόγω Αιτητή, λαμβάνοντας συγχρόνως υπόψιν ότι λόγω της ιδιωτικής φύσης των ισχυρισμών του Αιτητή δεν ευνοείται περαιτέρω διερεύνηση σε διεθνείς πηγές. Συνεπώς, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ουσιώδης ισχυρισμός δεν γίνεται αποδεκτός.
Εν συνεχεία ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του. Ο λειτουργός εξέτασε την γενική επικρατούσα κατάσταση στη Σομαλία καθώς και τη κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή καταγωγής και συνήθους διαμονής του εν λόγω Αιτητή, στη πόλη Afgooye, επαρχία Lower Shabelle επισημαίνοντας ότι η περιοχή έχει πληγεί από την Αλ Σαμπάμπ και είναι ιδιαίτερα στρατικοποιημένη, με παρουσία πολλαπλών στρατιωτικών δυνάμεων. Λαμβάνοντας υπόψη τη κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή, τον αριθμό περιστατικών ασφαλείας, τους θανάτους, τον αριθμό εκτοπισμένων και τις συνέπειες στους αμάχους, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι σε περίπτωση επιστροφής ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη λόγω της κατάστασης ανασφάλειας στη πόλη Afgooye, της επαρχίας Lower Shabelle, στη Σομαλία.
Ακολούθως, κατά την νομική ανάλυση, ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου έκρινε ότι ο Αιτητής δεν έχει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης και συνεπώς δεν πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο καθεστώς του πρόσφυγα. Ως προς την υπαγωγή του στο καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε τα επιμέρους στοιχεία του άρθρου 19 (2) (γ) αξιολογώντας ότι: α) η περιοχή καταγωγής του εν λόγω Αιτητή, η πόλη Afgooye, της επαρχίας Lower Shabelle, βρίσκεται σε κατάσταση εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ως αυτή έχει ερμηνευθεί από το ΔΕΕ στην απόφαση Diakite C-285/12, β) λόγω της ένοπλης σύρραξης σημειώνονται περιστατικά αδιάκριτης άσκησης βίας κατά τα ερμηνευόμενα στην απόφαση του ΔΕΕ Elgafaji, γ) λαμβάνοντας υπόψη τον πληθυσμό της περιοχής και τα περιστατικά ασφαλείας, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι παρόλο που σημειώνεται υψηλός βαθμός αδιάκριτης άσκησης βίας, αυτή δεν φτάνει σε επίπεδο που η απλή παρουσία ενός αμάχου δημιουργεί κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Λόγω των ανωτέρων, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη στην αξιολόγηση των ιδιαίτερων προσωπικών καταστάσεων του Αιτητή, επισημαίνοντας ότι, πρόκειται για άμαχο, νεαρό ενήλικα άνδρα, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, χωρίς αναφερόμενα προβλήματα υγείας που να επαυξάνουν τον κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής. Όσον αφορά την λανθάνουσα φυματίωση με την οποία διαγνώστηκε κατά την άφιξη του στη Κύπρο, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν πάσχει πλέον από ενεργό φυματίωση, είναι ικανός προς εργασία και συμμετοχής σε ομαδικές εκδηλώσεις ενώ συγχρόνως δεν διατρέχει οποιοδήποτε κίνδυνο μετάδοσης της νόσου, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ενδείξεις ευαλωτότητας δεν συντρέχουν εν προκειμένω. Επιπροσθέτως, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτήτης εξακολουθεί να έχει μέλη της οικογένειάς του στη περιοχή καταγωγής, με τα οποία διατηρεί επικοινωνία, και τα οποία συγκροτούν ένα ισχυρό οικογενειακό και υποστηρικτικό δίκτυο. Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε τις προσωπικές καταστάσεις και το προφίλ του Αιτητή, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Αιτητής δεν ανέφερε κανένα πρόβλημα που έχει αντιμετωπίσει η οικογένειά του λόγω της κατάστασης ανασφάλειας, καθώς και ότι δεν προκύπτουν παράγοντες που θα μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα του προς εργασία, επισημαίνοντας συγχρόνως την ύπαρξη του θείου του Αιτητή στη περιοχή, ο οποίος εργάζεται και έχει στηρίξει οικονομικά την οικογένεια του, και συμπεραίνοντας ότι δεν υπάρχουν εύλογοι/βάσιμοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι ο Αιτητής θα υποστεί κίνδυνο σοβαρής βλάβης ή ότι το επίπεδο διαβίωσης του θα επηρεαστεί δυσμενώς σε περίπτωση επιστροφής στη πόλη Afgooye. Ως εκ τούτου συμπέρανε ο αρμόδιος λειτουργός ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Ενόψει των ανωτέρω, θα προχωρήσω να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης επί τη βάσει του άρθρου 11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018) και ενόψει τούτου να κρίνω αν ορθά το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημα του Αιτητή.
Αρχικά, συντάσσομαι με τους Καθ’ ων η Αίτηση ως προς τον τρόπο που σχημάτισαν τους ισχυρισμούς του Αιτητή.
Αξιολογώντας τον πρώτο ισχυρισμό, συντάσσομαι με τις παρατηρήσεις των Καθ΄ων η αίτηση καθώς παρατηρείται ότι όλα τα στοιχεία στα οποία βασίστηκαν οι Καθ’ ων η αίτηση, αξιολογήθηκαν ορθά.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση του δεύτερου ισχυρισμού του Αιτητή, λαμβάνοντας υπόψιν τις δηλώσεις του καθ’ όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός του, παρατηρώ εκ προοιμίου ότι η γενική αξιοπιστία του δεν συνηγορεί στην υποστήριξη των ισχυρισμών του. Αφενός, κομβικά σημεία της αφήγησης του διέπονται από αοριστία, διέποντας από ουσιώδεις ελλείψεις βιωματικού στοιχείου , κρίσιμα κενά και αοριστίες τα οποία ακόμα και με τις διευκρινιστικές ερωτήσεις που τέθηκαν στον Αιτητή αυτός δεν κατόρθωσε με τις απαντήσεις του να στοιχειοθετήσει την αξιοπιστία των ισχυρισμών του. Τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού προκύπτουν αβίαστα από την αφήγηση του Αιτητή και καταγράφονται στις σελίδες 10-14 της έκθεσης εισήγησης του και δεν θα τα επαναλάβω .
Λαμβάνοντας υπόψιν τα ανωτέρω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν στοιχειοθετείται η εσωτερική αξιοπιστία του Αιτητή αναφορικά με το συγκεκριμένο ισχυρισμό.
Αναφορικά με την εξωτερική του αξιοπιστία κρίνω επίσης ορθές τις αναφορές στην έκθεση εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού και τις υιοθετώ. Περαιτέρω αναφορικά με τους ισχυρισμού του Αιτητή περί στρατολόγησης του από μέλη της Al Shabab, έχουν εντοπιστεί τα εξής :
Πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι, σύμφωνα με τη Zakia Hussen, πρώην Αναπληρώτρια Γενική Επίτροπο της Αστυνομίας, η οποία έδωσε συνέντευξη για την παρούσα έκθεση, η στρατολόγηση της Al-Shabaab λειτουργεί με διαφορετικό τρόπο σε διαφορετικές περιοχές, ανάλογα με το επίπεδο ελέγχου που ασκεί η οργάνωση σε κάθε τόπο και με τις ανάγκες που έχει σε μια δεδομένη χρονική στιγμή. Η οργάνωση στρατολογεί κυρίως πρόσωπα από μειονοτικές ομάδες (η φυλή του αιτητή είναι είναι η κυρίαρχη ομάδα στη περιοχή) , και στρατολογεί μαχητές και βομβιστές αυτοκτονίας, καθώς και πληροφοριοδότες και άτομα που παρέχουν υλικοτεχνική ή άλλη υποστήριξη […] Στο παρελθόν είχε αναφερθεί ότι η Al-Shabaab στρατολογούσε πολλά παιδιά, μερικές φορές από την ηλικία των εννέα ετών και άνω, πολλά από τα οποία με τη βία. Στις αρχές του 2017, ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ εκτίμησε ότι περισσότερο από το ήμισυ των μαχητών της Al-Shabaab ενδέχεται να είναι παιδιά. Μια σομαλική ειδική ομάδα κατέγραψε τη στρατολόγηση 4.213 παιδιών — σχεδόν όλα αγόρια — στην Al-Shabaab μεταξύ 1ης Απριλίου 2010 και 31ης Ιουλίου 2016 […] Στις αγροτικές περιοχές της νότιας Σομαλίας, ιδίως στις περιοχές Middle και Lower Shabelle, Middle και Lower Jubba, Bay και Bakool, όπου η Al-Shabaab ασκεί έλεγχο από το 2007, οι άνθρωποι έχουν εξοικειωθεί με την ιδεολογία της Al-Shabaab· οι νέοι έχουν κοινωνικοποιηθεί μέσα σε αυτήν. Η Zakia Hussen δήλωσε ότι «η στρατολόγηση σε αυτές τις περιοχές είναι εύκολη για την οργάνωση». Νέοι από περίπου 12 ετών και άνω εντάσσονται στην οργάνωση, λαμβάνουν εκπαίδευση και χρησιμοποιούνται ως μαχητές ή βομβιστές αυτοκτονίας από την ηλικία των 15 ή 16 ετών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, άτομα που προέρχονται από άλλες περιοχές αλλά συμμερίζονται τον ιδεολογικό προσανατολισμό της οργάνωσης εντάσσονται σε αυτήν οικειοθελώς.[1]
Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Αιτητή περί άρνησης στρατολόγησης του από την Al Shabab, πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι, η άρνηση ένταξης στην Al-Shabaab ή η άρνηση παράδοσης στρατολογούμενων θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιθέσεις της οργάνωσης εναντίον τοπικών κοινοτήτων. Όσοι απέρριπταν την Al-Shabaab αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν τις περιοχές στις οποίες η οργάνωση ασκούσε έλεγχο.[2]Ωστόσο στην εν λόγω περιοχή η Al-Shabaab δεν ασκεί έλεγχο όπως πιο πάνω αναφέρεται.
Λαμβάνοντας υπόψη το προφίλ του, κρίνω ότι σε περίπτωση επιστροφής στον τόπο καταγωγής του, ο Αιτητής δεν θα κινδυνεύσει να υποβληθεί σε μεταχείριση η οποία θα μπορούσε να ανέλθει σε επίπεδο δίωξης και ως εκ τούτου δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
Επιπροσθέτως, ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε κανένα ουσιώδη λόγο ώστε να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη ώστε να υπαχθεί σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 19 του Περί προσφύγων Νόμου.
Αρχικά, δεν κατάφερε να τεκμηριώσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας στην χώρα καταγωγής του, δυνάμει του άρθρου 19(2), εδάφια (α) και (β), του περί Προσφύγων Νόμου.
Περαιτέρω, αναφορικά με το κατά πόσο ο Αιτητής δικαιούται συμπληρωματικής προστασίας το Άρθρο 15(γ) της Οδηγίας για αναγνώριση προσώπων ως δικαιούχων συμπληρωματικής προστασίας που αντιστοιχεί στο Άρθρο 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου διαλαμβάνει πως «σοβαρή απειλή» σημαίνει η «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.»
Σε αυτό το πλαίσιο υπάρχουν τα στοιχεία που συνιστούν τη διάταξη και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σωρευτικά για να τύχει εφαρμογής η εν λόγω πρόνοια. Η ευρωπαϊκή οδηγία δεν παρέχει ορισμό του στοιχείου της «διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης», εντούτοις στην υπόθεση Aboubacar Diakite ν. Commissaire general aux refugies et aux apatrides, C-285/12 το ΔΕΕ ερμηνεύοντας την έννοια «ένοπλη σύρραξη» κατέληξε πως πρέπει να δοθεί μια ερμηνεία, αυτόνομη από το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, καθώς επίσης έθεσε ένα κατώτατο επίπεδο/όριο (low hreshold) ως προς το κατά πόσο μια «ένοπλη σύρραξη» λαμβάνει χώρα, αναφέροντας στη σκέψη 35:
«[.] το άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας 2004/83 έχει την έννοια ότι η ύπαρξη εσωτερικής ένοπλης συρράξεως πρέπει να γίνεται δεκτή, όσον αφορά την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, όταν οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή όταν δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να είναι δυνατός ο χαρακτηρισμός της συρράξεως αυτής ως ένοπλης συρράξεως που δεν έχει διεθνή χαρακτήρα, υπό την έννοια του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, και χωρίς η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργανώσεως των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων ή η διάρκεια της συρράξεως να αποτελεί αντικείμενο αυτοτελούς εκτιμήσεως σε σχέση με την εκτίμηση του βαθμού βίας που δεσπόζει στην οικεία επικράτεια.»
Περαιτέρω όμως, μια επιπλέον και καθοριστική προϋπόθεση για τη εφαρμογή του άρθρου 15 (γ) είναι η ύπαρξη «αδιάκριτης άσκησης βίας» αφού όπως αναφέρθηκε η ύπαρξη «ένοπλης σύρραξης» αποτελεί μεν αναγκαία, αλλά όχι επαρκή προϋπόθεση όπως τονίζεται και στη δικαστική ανάλυση του EASO. Θα πρέπει συνεπώς να εκτιμάται τόσο η ύπαρξη ένοπλης σύρραξης (διεθνούς ή εσωτερικής) όσο και ο βαθμός της βίας, αφού όπως επισημάνθηκε από το ΔΕΕ, στην απόφαση του στην Diakité (σκέψη 30):
«Επιπλέον, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η ύπαρξη εσωτερικής ένοπλης συρράξεως μπορεί να συνεπάγεται την παροχή της επικουρικής προστασίας μόνο στο μέτρο που οι συγκρούσεις μεταξύ των τακτικών δυνάμεων ενός κράτους και ενός ή περισσοτέρων ενόπλων ομάδων ή μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ενόπλων ομάδων θεωρούνται κατ' εξαίρεση ότι συνεπάγονται σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του αιτούντος την επικουρική προστασία, υπό την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γ), της οδηγίας 2004/83, διότι ο βαθμός της αδιάκριτης ασκήσεως βίας που τις χαρακτηρίζει είναι τόσο μεγάλος ώστε υπάρχουν σοβαροί και βάσιμοι λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να υποστεί την εν λόγω απειλή (βλέπε, υπό την έννοια αυτή, Elgafaji, σκέψη 43).»
Σε σχέση με τον ορισμό της «αδιάκριτης άσκησης βίας» στην απόφαση του ΔΕΕ που εκδόθηκε στην υπόθεση Elgafaji αποφάνθηκε ότι ο όρος «αδιάκριτη» σημαίνει ότι η βία «μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτως των προσωπικών περιστάσεών τους». Το ΔΕΕ έχει επισημάνει ότι απαιτείται η ύπαρξη «εξαιρετικής κατάστασης» για την εφαρμογή του άρθρου 15 στοιχείο γ) στους αμάχους εν γένει.
Στη σκέψη 35 της απόφασης Elgafaji, το Δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι για να ισχύει κάτι τέτοιο:
«[.] ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη . [πρέπει να] είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας.»
Στη σκέψη 39 το ΔΕΕ τόνισε την ίδια στιγμή πως θα:
"[.] πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.»
Παραδείγματα πράξεων αδιακρίτως ασκούμενης βίας μπορεί να είναι τα εξής: μαζικές στοχευμένες βομβιστικές επιθέσεις, αεροπορικοί βομβαρδισμοί, επιθέσεις ανταρτών, παράπλευρες απώλειες σε άμεσες ή τυχαίες επιθέσεις σε περιοχές πόλεων, πολιορκία, καμένη γη, ελεύθεροι σκοπευτές, τάγματα θανάτου, επιθέσεις σε δημόσιους χώρους, λεηλασίες, χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών κ.λπ.
Με βάση και τις σκέψεις 35, 39 και 43 του ΔΕΕ, στην υπόθεση Elgafaji, η EASO αναφέρει πως εκεί όπου υφίσταται «αδιάκριτη άσκηση βίας» μπορεί να γίνει η ακόλουθη διαφοροποίηση σε δύο κατηγορίες ως προς το βαθμό της:
1. Εδάφη όπου ο βαθμός βίας φθάνει σε τέτοιο υψηλό επίπεδο ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας
2. Εδάφη όπου λαμβάνει χώρα αδιάκριτη άσκηση βίας, εντούτοις δεν φθάνει σε τέτοιο υψηλό επίπεδο, και σε σχέση με την οποία περαιτέρω ατομικά χαρακτηριστικά θα πρέπει να αποδειχθούν
Σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία θα πρέπει να αναφερθεί ότι βάσει του άρθρου 15 στοιχείο γ), ένα πρόσωπο που διατρέχει γενικό κίνδυνο δεν αποκλείεται να διατρέχει και ειδικό κίνδυνο, και το αντίστροφο. Πράγματι, το ΔΕΕ διατύπωσε την έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» ('sliding scale'), σύμφωνα με την οποία:
«όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας (Elgafaji, σκέψη 39· Diakité, σκέψη 31).»
Όπως αναφέρεται και στη σχετική δικαστική ανάλυση του EASO για το Άρθρο 15 στοιχείο γ) εν σχέση με τις ενδείξεις αδιάκριτης άσκησης βίας θα πρέπει να εξετάζεται από τα δικαστήρια τι προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία. Τα «κριτήρια Sufi και Elmi» βάσει της απόφασης του ΕΔΔΑ είναι (χωρίς να αποτελούν εξαντλητικό κατάλογο):
· οι αντιμαχόμενες πλευρές και η αντίστοιχη στρατιωτική τους ισχύς·
· οι εφαρμοζόμενες μέθοδοι και τακτικές πολέμου (κίνδυνος θυμάτων μεταξύ του άμαχου πληθυσμού)·
· το είδος των χρησιμοποιούμενων όπλων·
· η γεωγραφική έκταση των μαχών (τοπικές ή εκτεταμένες)·
· ο αριθμός νεκρών, τραυματιών και εκτοπισμένων αμάχων ως αποτέλεσμα των μαχών.
Λαμβάνοντας υπόψιν τα ανωτέρω, το Δικαστήριο προέβη εκ νέου σε έρευνα αναφορικά με την πατρίδα και ειδικότερα με τους τόπους διαμονής του Αιτητή. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 15 (γ) του κατά πόσον υφίσταται ένοπλη σύρραξη στη Σομαλία και την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή, αναφέρονται τα κατωτέρω:
Αναφορικά με τη κατάσταση ασφαλείας στην επαρχία Lower Shebelle, πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για το Άσυλο αναφέρει ότι, εως τον Σεπτέμβριο του 2024, διάφορες πηγές εκτιμούσαν τον πληθυσμό της περιφέρειας Lower Shabelle σε 1.593.117 άτομα (IPC), καθώς και σε 766.835 και 835.126 άτομα (IOM). […] Η Al-Shabaab ήλεγχε σχεδόν το σύνολο των κεντρικών, νότιων και νοτιοδυτικών περιοχών της περιφέρειας, συμπεριλαμβανομένων των πόλεων Mubarak, Kurtunwaarey και Sablaale, καθώς και τη Basra βόρεια του Mogadishu. Αντιθέτως, οι πόλεις Marka, Baraawe, Qoryooley, Bulo Mareer, Afgooye περιοχή που διέμενε ο Αιτητής και Wanla Weyn παρέμειναν υπό τον έλεγχο του συνασπισμού της FGS, ενώ ο έλεγχος των αγροτικών τους ενδοχώρων χαρτογραφήθηκε ως κατά κύριο λόγο μεικτός μεταξύ της Al-Shabaab και του συνασπισμού της FGS.[3]
Αναφορικά με την παρουσία ένοπλων δυνάμεων στη περιοχή, η προαναφερθείσα πηγή αναφέρει ότι η Lower Shabelle έχει επηρεαστεί από ανασφάλεια που προκύπτει από τη δραστηριότητα της Al-Shabaab και από εχθροπραξίες μεταξύ ένοπλων πολιτοφυλακών διαφορετικών φυλών. Η Al-Shabaab «συνέχισε να αποτελεί μείζονα απειλή» στη Lower Shabelle και σε άλλα μέρη της νότιας Σομαλίας. Η οργάνωση χρησιμοποιεί την περιφέρεια ως στρατηγική ζώνη για τον έλεγχο των προμηθειών τροφίμων και τη διεξαγωγή επιθέσεων σε ολόκληρη τη νότια Σομαλία. Οι τακτικές της περιλάμβαναν επιθέσεις τύπου «hit-and-run», επιθέσεις με αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς (IED) και ενέδρες σε μικρές ομάδες στρατιωτών. Κεντρικό σημείο επιθέσεων και ενεδρών της Al-Shabaab αποτέλεσε ο βασικός οδικός άξονας Mogadishu–Baidoa που διέρχεται από το Wanla Weyn. Σύμφωνα με άλλη έκθεση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για το Άσυλο, στην επαρχία Lower Shabelle, τον Μάρτιο του 2025, η Al-Shabaab είχε καταλάβει τον έλεγχο τριών από τις τέσσερις στρατηγικές τοποθεσίες και των αντίστοιχων γεφυρών τους στη Lower Shabelle (district Afgooye), και συγκεκριμένα, από βορρά προς νότο: Sabiid, Bariire, Awdheegle και Janaale, με την τελευταία να παραμένει υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης και της Αφρικανικής Ένωσης (AU). Τον Ιούνιο του 2025, ο Somali National Army (SNA) και οι συμμαχικές του δυνάμεις εξαπέλυσαν την επιχείρηση «Operation Silent Storm», με στόχο την απελευθέρωση των περιοχών αυτών από τον έλεγχο της ένοπλης οργάνωσης. Έως τον Ιούλιο του 2025, η επιχείρηση είχε αποδώσει μόνο μερικώς και είχε οδηγήσει στην ανακατάληψη των Forward Operating Bases (FOB) και των χωριών Sabiid και Anole, των οποίων ο έλεγχος, ωστόσο, παρέμενε αμφισβητούμενος κατά τον χρόνο σύνταξης του παρόντος.[4]
Αναφορικά με τα περιστατικά ασφάλειας, τις εκτιμώμενες απώλειες και τραυματισμούς αμάχων, πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για το Άσυλο αναφέρει ότι, μεταξύ 1ης Απριλίου 2023 και 21ης Μαρτίου 2025, το ACLED κατέγραψε 1.416 περιστατικά ασφάλειας στη Lower Shabelle, συμπεριλαμβανομένων μαχών, εκρήξεων ή άλλων μορφών εξ αποστάσεως βίας και βίας κατά αμάχων, τα οποία προκάλεσαν 2.122 θανάτους. Σε επίπεδο διαμερίσματος, το Afgooye στις αγροτικές του περιοχές και όχι στη πόλη κατέγραψε τα περισσότερα περιστατικά (639), ακολουθούμενο από το Marka (424) και το Qoryooley (169). Το ACLED κατέγραψε 1.302 περιστατικά που αφορούσαν την Al-Shabaab. Από αυτά, 832 περιστατικά αφορούσαν τόσο την Al-Shabaab όσο και τις στρατιωτικές ή αστυνομικές δυνάμεις της Σομαλίας, συμπεριλαμβανομένων πέντε περιστατικών με τις Southwest Special Police Forces. Τέσσερα περιστατικά αφορούσαν συγκρούσεις μεταξύ Gaaljecel clan militia και Shanta Caleemo clan militia, ενώ τρία περιστατικά αφορούσαν συγκρούσεις μεταξύ Gaaljecel clan militia και Rahanweyn-Hubeer subclan militia.[5]
Αναφορικά με τον εκτοπισμό αμάχων λόγω της ένοπλης σύγκρουσης, αναφέρεται ότι, μεταξύ 1ης Απριλίου 2023 και 16ης Μαρτίου 2025, 78.367 άτομα εκτοπίστηκαν από περιοχές της Lower Shabelle λόγω σύγκρουσης ή ανασφάλειας, σύμφωνα με το UNHCR PRMN. Από αυτά, 32.836 άτομα εκτοπίστηκαν εντός της ίδιας περιφέρειας, ενώ 45.531 μετακινήθηκαν σε άλλες περιφέρειες, συμπεριλαμβανομένων των Benadir, Gedo, Hiraan, Lower Juba, Nugal και Bari. Κατά την ίδια περίοδο, μόνο 167 άτομα έφτασαν από άλλες περιφέρειες (Galgaduud και Bay, όλα στο Afgooye). Σε επίπεδο διαμερίσματος, τα Kurtunwaarey (16.824) και Qoryooley (12.344) επηρεάστηκαν περισσότερο από εκτοπισμό προς άλλες περιφέρειες. Το Kurtunwaarey ήταν επίσης το διαμέρισμα με τις περισσότερες ενδοπεριφερειακές μετακινήσεις (24.063). Οι συγκρούσεις μεταξύ των Jiido και Garre clans στο Qoryooley τον Ιούλιο 2024 προκάλεσαν τον εκτοπισμό περίπου 2.100 ατόμων προς Bulo Mareer και Marka.[6]
Επιπροσθέτως, σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στην βάση δεδομένων του ACLED και για τη πληρότητα της έρευνας, κατά το προηγούμενο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 26/01/2026) στην επαρχία Lower Shebelle, καταγράφηκαν 993 περιστατικά ασφαλείας, από τα οποία προκλήθηκαν 1.916 θάνατοι.[7] Ο πληθυσμός της περιοχής ανέρχεται περίπου στο 1,8 εκατομμύρια ωστοσο δεν είναι ακριβής λόγω και των μετακινήσεων.
Εν προκειμένω, πρόκειται για έναν Αιτητή νέο σε ηλικία, υγιή, είναι ικανό να εργαστεί, ο οποίος διαθέτει υποστηρικτικό δίκτυο και το κυριότερο είναι σε θέση να αντιληφθεί την επέλευση του κινδύνου και να προφυλαχθεί δεόντως. Για τους λόγους αυτούς φρονώ ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του τα στοιχεία που θα επέτειναν τον κίνδυνό του.
Συνεπώς και με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκε ενώπιον μου, καταλήγω ότι εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας του Αιτητή. Κρίνω ότι με σαφήνεια καταδεικνύεται και για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί, ότι τα πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετούν τις υπό του Περί Προσφύγων Νόμου (άρθρα 3-3Δ) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, αναγκαίες προϋποθέσεις για την υπαγωγή του εν λόγω Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα. Ο Αιτητής δεν στοιχειοθέτησε βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, όπως αυτοί οι λόγοι εξαντλητικά προνοούνται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Επίσης, δεν δύναται να του αποδοθεί το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου άρθρο 19(1) του προαναφερθέντος πάνω Νόμου, καθότι δεν συντρέχει πραγματικός κίνδυνος να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη με την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, ως καθορίζεται στο άρθρο 19(2) του ιδίου Νόμου.
Υπό το φως των ανωτέρω, προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με € 1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση
Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] EUAA, Somalia: Country Focus, Μάϊος 2025, σελ. 18-19, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-05/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Country_Focus.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 30/01/2026)
[2] EUAA, Somalia: Country Focus, Μάϊος 2025, σελ. 22, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-05/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Country_Focus.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 30/01/2026)
[3] EUAA - European Union Agency for Asylum, Somalia: Security Situation, Μάιος 2025, σελ. 81-82, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-06/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 26/01/2026)
[4] EUAA - European Union Agency for Asylum, Somalia, Major political, security, and humanitarian developments, Αύγουστος 2025, σελ. 9-10, διαθέσιμο σε: https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_08_EUAA_COI_Query_Response_Q24_Somalia_Major_political_security_and_humanitarian_developments.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 26/01/2026)
[5] EUAA - European Union Agency for Asylum, Somalia: Security Situation, Μάιος 2025, σελ. 84-85, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-06/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 26/01/2026)
[6] EUAA - European Union Agency for Asylum, Somalia: Security Situation, Μάιος 2025, σελ. 86, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-06/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 26/01/2026)
[7] ACLED Explorer, προσαρμοσμένη έρευνα, διαθέσιμο σε: https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 26/01/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο