ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 74/2025
14 Απριλίου, 2026
[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
P.T.E. από Καμερούν
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Εμφανίσεις:
Τ. Μπετίτο (κος) για Πιερίδης & Πιερίδης, Δικηγόρος για τον Αιτητή.
Π. Βρυωνίδου (κα), Βρυωνίδου, Αναστασιάδη & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
Ο Αιτητής παρών
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου επιστολής ημερομηνίας 12/12/24 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας ως άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος και είναι αποτέλεσμα πλάνης και κακής εφαρμογής του Νόμου και/ή ζητά απόφαση του Δικαστηρίου για παραχώρηση σε αυτόν καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας στις 30/05/23 και στις 29/09/24 πραγματοποιήθηκε η προσωπική συνέντευξη του. Στις 08/11/24 εκδόθηκε σχετική έκθεση/εισήγηση και ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιος λειτουργός αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης στις 22/11/24, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο συνήγορος για τον Αιτητή υιοθέτησε τους λόγους αιτήματος διεθνούς προστασίας και περιόρισε τους λόγους ακύρωσης στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε χωρίς δέουσα έρευνα. Αποσύρθηκαν δε ρητώς οι υπόλοιποι νομικοί ισχυρισμοί. Σημειώνεται ότι στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασία προσκομίστηκε κατ΄ ισχυρισμό ένταλμα σύλληψης.
Οι Καθ' ων η αίτηση υιοθέτησαν το περιεχόμενο της ένστασης και του διοικητικού φακέλου, τονίζοντας ότι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και είναι δεόντως αιτιολογημένη.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Αρχικά θα πρέπει να υποδειχθεί ότι ένα μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης του Αιτητή μέσω της δικηγόρου του αναλώνεται μόνο στην επανάληψη διατάξεων νόμων και κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται υπαγωγή τους σε πραγματικά γεγονότα και νομικά δεδομένα της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης. (Βλέπε σχετικά, Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599, Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος). Ούτε το κατ΄ ισχυρισμό ένταλμα σύλληψης που υποβλήθηκε στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας μπορεί να εξετασθεί και/ή αξιολογηθεί από το Δικαστήριο για αριθμό λόγων ήτοι:
(Α) ούτε η ένορκη δήλωση του Αιτητή, αλλά ούτε το επισυναπτόμενο κατ΄ ισχυρισμό ένταλμα σύλληψης συνοδεύονται από μετάφραση ως η πάγια νομολογία και/ή νενομισμένη δικαστική διαδικασία επιτάσσει. Επί αυτού του σημείου θα υιοθετήσω σχετική αναφορά επί του θέματος από την αδελφή κα Α. Αγρότου στην ενδιάμεση απόφαση Υποθ. Αρ. 2705/2024, V.M.T. v. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 31/12/25 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα τα οποία εφαρμόζονται και στην παρούσα![]()
«Το θέμα της σύνταξης ένορκων δηλώσεων από άτομα που δεν ομιλούν και κατανοούν την ελληνική γλώσσα, απασχόλησε κατ’ επανάληψη τα Δικαστήρια, και αποτελεί πάγια πλέον νομολογιακή αρχή ότι η ένορκη δήλωση οποιουδήποτε προσώπου, πρέπει να γίνεται σε γλώσσα κατανοητή σ' αυτόν και αυτή να συνοδεύεται με τη μετάφραση της, καθώς επίσης και με σχετική ένορκη δήλωση του μεταφραστή, δια της οποίας να βεβαιώνει το πιστό και αληθές του περιεχομένου της. Επομένως η ενδεδειγμένη και ορθή διαδικασία σύμφωνα με το Annual Practice 1995, σελ. 683, περιλαμβάνει την κατάθεση ένορκης δήλωσης μεταφραστή.
Στην υπο εξέταση περίπτωση, έχουμε ένορκη δήλωση συνταγμένη στην ελληνική γλώσσα από πρόσωπο το οποίο από πουθενά δεν διαφαίνεται ότι γνωρίζει ελληνικά.
Το Εφετείο στην απόφασή του Ε.Κ. ν. D.K. Έφεση 10/22 ημερομηνίας 26/02/2024 αναφέρει τα ακόλουθα σχετικά, με το υπο εξέταση θέμα, στα οποία παραπέμπω:
«Είναι αυτονόητο ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα και, κατ' επέκταση, η ένορκη δήλωση, η οποία συνιστά μαρτυρία, θα πρέπει να δίνεται σε γλώσσα κατανοητή στον συγκεκριμένο μάρτυρα. Ως προς μαρτυρία μέσω ένορκης δήλωσης, σαφής είναι η νομολογία. Ως εξηγείται στην GANNA MAKOVETSKA-GRYNEVYCH v.SERGII GRYNEVYCH, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε57/2017, ημερομηνίας 4.10.2023:
«Είναι ορθή η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου για την Εφεσείουσα ότι, με βάση τη σχετική νομολογία, μία ένορκη δήλωση προσώπου θα πρέπει να γίνεται σε γλώσσα κατανοητή από τον ομνύοντα και αυτή να συνοδεύεται από μετάφραση στην ελληνική καθώς, επίσης, και από σχετική ένορκη δήλωση του μεταφραστή δια της οποίας να βεβαιώνεται το πιστό και αληθές της μετάφρασης. Κατά συνέπεια η ενδεδειγμένη και ορθή διαδικασία σε τέτοια περίπτωση περιλαμβάνει ουσιαστικά την κατάθεση τριών ενόρκων δηλώσεων (βλ. Annual Practice 1995, σελ. 683).
Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Saab Abbas Nazar (2003) 1 Α.Α.Δ. 772:
«Η ένορκη δήλωση συνιστά μαρτυρία και συνεπώς θα πρέπει να είναι συνταγμένη σε γλώσσα κατανοητή στον ενόρκως δηλούντα. Η ένορκη δήλωση θα έπρεπε να γίνεται στη γλώσσα του και να συνοδεύεται με μετάφρασή της, καθώς και από ένορκη δήλωση του μεταφραστή που να βεβαιώνει τη μετάφραση και να ενσωματώνει ως τεκμήριο, τόσο την πρωτότυπη ένορκη δήλωση, όσο και τη μετάφρασή της (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παραγρ. 321).»
(Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)
Λίγο μετά την υπόθεση Nazar (ανωτέρω) ακολούθησε και η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Μάριου Φωτίου και της Bianca Bos (2003) 1 Α.Α.Δ. 782, η οποία αφορούσε ένορκη δήλωση που συνόδευε αίτηση για άδεια για καταχώριση αίτησης για έκδοση Certiorari, η οποία είχε συνταχθεί στα ελληνικά από μέρους Ολλανδής υπηκόου η οποία δεν γνώριζε ελληνικά. Και σ' εκείνη την υπόθεση το Δικαστήριο έκρινε ότι η συγκεκριμένη ένορκη δήλωση δε συνιστούσε ένορκη δήλωση εντός της εννοίας του νόμου, επαναλαμβάνοντας τα εξής:
«Η ένορκη δήλωση θα πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφρασή της στα ελληνικά από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης. Ένορκες δηλώσεις που είναι συντεταγμένες στα ελληνικά από πρόσωπα που δεν γνωρίζουν τη γλώσσα, δεν συνιστούν, κατά τη γνώμη μου, μαρτυρία και δεν θα πρέπει να λαμβάνονται υπ' όψιν (Αναφορικά με τον Saab Abbas Nazar (2003) 1 Α.Α.Δ. 772).»
Το ότι η ένορκη δήλωση πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφραση της στα ελληνικά από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με τη δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης, επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Sangaralingam Κrishnakanthan (2011) 1 Α.Α.Δ. 7 .. »
Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν τηρήθηκαν τα πιο πάνω. Ο εφεσίβλητος αναγνώρισε μη καλή αντίληψη της γλώσσας στην οποία συντάχθηκε η ένορκη δήλωση της μαρτυρίας του, μάλιστα δεν μπορούσε να καταλάβει τι αναφερόταν σε τυχαίο απόσπασμα της ένορκης του δήλωσης. Ο ίδιος, προφανώς αμυνόμενος στις σχετικές ερωτήσεις, παρέπεμψε σε συνομιλίες του, στο παρελθόν, στη ρωσική γλώσσα. Η αναφορά ότι αντιλαμβάνεται αγγλικά σε απλή μορφή δεν απαντά το ζητούμενο, το οποίο πάντοτε είναι η επιβεβαίωση ότι η ένορκη δήλωση/μαρτυρία είναι σε γλώσσα κατανοητή στον μάρτυρα, ώστε τα αναφερόμενα στη μαρτυρία αυτή να είναι προϊόν του μάρτυρα. Κι αυτό, δηλαδή η κατανόηση από τον εφεσίβλητο των όσων καταγράφονται στην ένορκη δήλωση του, με κάθε σεβασμό προς το πρωτόδικο Δικαστήριο, υπό τας περιστάσεις, δεν μπορούσε να διαπιστωθεί. Ενώ, υπήρχαν οι δικονομικοί μηχανισμοί, κατά την επανεξέταση, να διαπιστωθεί τέτοια αντίληψη, εφόσον υφίστατο».
Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Valentina Stoeva v. Δημοκρατίας, αρ. προσφυγής 1405/09, ημερομηνίας 10/11/09, εξετάζοντας προδικαστική ένσταση σε ενδιάμεση αίτηση, ανέφερε τα ακόλουθα:
«Η ύπαρξη του πραγματικού υποβάθρου είναι ένα άλλο βασικό προαπαιτούμενο για την προώθηση της αίτησης.
[.]
Οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας δεν έχουν σχετική πρόνοια για την αντίκριση περιπτώσεων αναγκαιότητας παροχής ένορκης δήλωσης σε ξένη γλώσσα. Καταφεύγουμε για το σκοπό στην αγγλική πρακτική και ιδιαίτερα στους παλιούς αγγλικούς θεσμούς στο Annual Practice 1995 σελ.683 που περιγράφει την αναγκαία διαδικασία. Αυτή περιλαμβάνει την κατάθεση ουσιαστικά τριών ενόρκων δηλώσεων. Αρχικά την ένορκη δήλωση στη γλώσσα του δηλούντα, στη συνέχεια επισύναψη μετάφρασης της ενόρκου δηλώσεως και τέλος μια ένορκη δήλωση του μεταφραστή. Η διαδικασία αυτή επιβεβαιώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ως ορθή και αναγκαία να εφαρμόζεται σε περιπτώσεις αντιμετώπισης ενόρκων δηλώσεων από άτομα που δεν γνωρίζουν την ελληνική γλώσσα, και αναφέρομαι στην υπόθεση Φωτίου κ.α. (2003)1(Β) Α.Α.Δ. 782.» (o τονισμός του παρόντος Δικαστηρίου)»
(Β) από επιδερμικό έλεγχο των καταγραφέντων τόσο της λακωνικής ένορκης δήλωσης του Αιτητή (στην Αγγλική), όσο και των γεγονότων της τροποποιημένης προσφυγής καμία επαρκής δικαιολογία παρέχεται με την οποία να εξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους δεν προσκομίστηκε το εν λόγω έγγραφο κατά την αρχική διαδικασία εξέτασης της αίτησης ασύλου του, ούτε τεκμηριώνεται επαρκώς ενόρκως με γεγονότα και στοιχεία η συνάφειά του με τα επίδικα θέματα (βλέπε Κανονισμός 3 των περί τις Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019).
(Γ) Ούτε κατατέθηκε επιπλέον συμπληρωματική μαρτυρία ή ενισχυτική μαρτυρία επί τούτου μετά από άδεια του Δικαστηρίου κατ΄ εφαρμογή του Κανονισμού 10 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), (Βλέπε επίσης Σταύρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ. 1023 και Ευθυμίου ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 281, Sportsman Betting Co Limited v. Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ. 591 συνεχίζουν να είναι καθοδηγητικές επί του ζητήματος, Ρούσος ν. Ιωαννίδης κ.ά. (1999) 3 Α.Α.Δ. 549, Ζαβρός ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ. 106).
Ανεξάρτητα, όμως, των πιο πάνω διαπιστώσεων αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς έλλειψης δέουσας έρευνας, ανεπαρκούς αιτιολόγησης και πλάνης στη βάση του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου και σε συνάρτηση με την κατάσταση που επικρατεί στο Καμερούν (στο εξής «Δ.Φ.»).
Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης πρόκειται για αγγλόφωνο υπήκοο Καμερούν, κάτοχο διαβατηρίου, με τόπο καταγωγής το χωριό Eyanchang της Νοτιοδυτικής περιφέρειας (South West region) του Καμερούν. Γεννήθηκε και παρέμεινε για 20 περίπου χρόνια στο ανωτέρω χωριό, ενώ τόπος τελευταίας διαμονής του είναι η πόλη Tiko της Νοτιοδυτικής περιφέρειας. Χριστιανός, άγαμος, άτεκνος, υγιής, απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, εργαζόταν ως μηχανικός αυτοκινήτων από το 2014 έως το 2022. Ως προς το οικογενειακό του πλαίσιο, δήλωσε ότι ο πατέρας του απεβίωσε και η μητέρα του εξακολουθεί να διαμένει στο χωριό Eyanchang. Έχει μία αδερφή η οποία απεβίωσε και τέσσερα αδέρφια εκ των οποίων τα τρία εξακολουθούν να διαμένουν στο Καμερούν. Εγκατέλειψε τη χώρα του αεροπορικώς στις 24/02/23. Με την αίτηση του για διεθνή προστασία ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω της πολιτικής αστάθειας και της μακροχρόνιας κρίσης μεταξύ των αγγλόφωνων και γαλλόφωνων περιοχών της χώρας. Ο ίδιος κατάγεται από την Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν και η ζωή των κατοίκων της περιοχής βρίσκεται σε μεγάλο κίνδυνο λόγω της ανασφάλειας. Βρέθηκε απομονωμένος πολλές φορές ενώ δέχθηκε διακρίσεις και ταπείνωση λόγω της καταγωγής του ως πολίτης της Νοτιοδυτικής περιφέρειας. Λόγω των συγκρούσεων μεταξύ του στρατού και των αυτονομιστών δεν έχει εμπιστοσύνη σε καμία από τις δύο ομάδες. Πριν εγκαταλείψει τη χώρα του και οι δύο ομάδες προσπαθούσαν να στρατολογήσουν νεαρά άτομα, και να συλλέξουν πληροφορίες για την αντίθετη ομάδα. Ο ίδιος δεν επιθυμεί να ζει υπό τέτοιες συνθήκες, επιθυμεί μια ζωή χωρίς φόβο και για αυτό εγκατέλειψε τη χώρα του.
Ο λειτουργός στο πλαίσιο της έκθεσης-εισήγησής του εντόπισε τρεις (3) ουσιώδεις ισχυρισμούς ως ακολούθως: (1) υπήκοος Καμερούν με περιοχή καταγωγής το χωριό Eyanchang της Νοτιοδυτικής περιφέρειας και διαμονής την πόλη Tiko (ο οποίος έγινε αποδεκτός), (2) λόγω του ότι κινδύνευε από τους Ambazonians επειδή αρνήθηκε να ενταχθεί στην ομάδα τους, και (3) λόγω του ότι ο στρατός επιθυμούσε να τους υποδείξει τον χώρο όπου κρύβονταν οι αυτονομιστές (separatists). Στην σχετική έκθεση/εισήγηση καταγράφονται, αναφορικά με τους ανωτέρω απορριφθέντες ισχυρισμούς, αρκετά σημεία στα λεγόμενα του Αιτητή όπου διαπιστώθηκε ασάφεια, ανεπάρκεια πληροφοριών και αντιφάσεις. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, προκύπτουν τα ακόλουθα:
- Ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με τις επισκέψεις που δέχθηκε από τους Ambazonians με σκοπό την ένταξη του στην ομάδα τους, καθώς ερωτηθείς σχετικά με τις φορές που τον επισκέφθηκαν ο ίδιος με υπεκφυγές απάντησε αμέτρητες λέγοντας τους ότι θα το σκεφτεί,
- Επιπρόσθετα, παρατηρείται έλλειψη ευλογοφάνειας στις δηλώσεις του, καθώς ενώ αρχικά δήλωσε ότι απειλούσαν να τον σκοτώσουν σε περίπτωση που δεν ενταχθεί στην ομάδα τους, εντούτοις, σύμφωνα με τα λεγόμενα του συνέχιζε να δέχεται επισκέψεις χωρίς να κάνει αναφορά σε οποιαδήποτε πράξη δίωξης εναντίον του,
- Επισημαίνεται ότι ερωτηθείς αν συνέβη οτιδήποτε στον ίδιο από την συγκεκριμένη ομάδα, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά,
- Ομοίως ανεπαρκείς κρίθηκαν και οι δηλώσεις του αναφορικά με τις επισκέψεις του στρατού στο σπίτι του και τον χώρο εργασίας του καθότι δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές πληροφορίες αναφορικά με την σύλληψη του από τον στρατό με σκοπό την υπόδειξη του χώρου συγκέντρωσης των αυτονομιστών, ενώ ως ίδιος πρόβαλε διέφυγε από αυτούς καθότι ήταν μόνος.
- Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία των δύο απορριφθέντων ισχυρισμών, παρατηρείται ότι ο λειτουργός δεν προέβη σε οποιαδήποτε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Στα πλαίσια, όμως, της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου ως προς τον έλεγχο επί της ουσίας της υπόθεσης, συλλέχθηκαν πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης συνδυαστικά και για τους δύο ισχυρισμούς λόγω της στενής διασύνδεσής τους όπου σύμφωνα με έκθεση (2024) του Παρατηρητηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Human Rights Watch), οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις μεταξύ ενόπλων ομάδων και κυβερνητικών δυνάμεων σε όλες τις Αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν επηρέασαν σοβαρά τους αμάχους, με τα περιστατικά παράνομων δολοφονιών, απαγωγών και επιδρομών σε χωριά να αυξάνονται κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2023.[1] Ως προς την αναγκαστική στρατολόγηση (forced recruitment) νέων αντρών, σε έκθεση (2025) της UNHCR και των εταίρων της, οι αυτονομιστές μαχητές παρενοχλούν συνεχώς τους νέους με σκοπό την αναγκαστική στρατολόγησή τους.[2] Σύμφωνα με την ίδια έκθεση οι νέοι άντρες, ηλικίας 18-25 ετών αποτελεί ιδιαίτερα ευάλωτη δημογραφική ομάδα, εκτεθειμένη σε κακοποίηση τόσο από τις κυβερνητικές δυνάμεις όσο και από τις ένοπλες ομάδες αυτονομιστών.[3] Τέλος, σύμφωνα με έκθεση (2023) της EUAA η οποία αποτελεί απάντηση σε ερώτημα (COI Query) αναφορικά με την αναγκαστική στρατολόγηση αντρών από αυτονομιστικές ομάδες, κάνοντας αναφορά σε έκθεση της OCHA, «τα αγόρια και οι άνδρες στην εφηβεία διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο αυθαίρετης σύλληψης και παράνομης κράτησης, αναγκαστικής στρατολόγησης, και σωματικής βίας».[4] Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, οι άντρες που αρνούνται να συμμετάσχουν στην ένοπλη σύγκρουση μπορεί να θεωρηθούν κατάσκοποι και να μην έχουν άλλη επιλογή από το να ενταχθούν (σε ένοπλες ομάδες), να κρυφτούν ή να εγκαταλείψουν την κοινότητά τους.[5]
Μετά από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας του Αιτητή, των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου διαπιστώνω ότι η αξιοπιστία του επί του πιο πάνω σημείου του αιτήματος του, δεν τεκμηριώνεται. Η πλήρης εικόνα που διαμορφώνεται μέσω των στοιχείων του φακέλου του, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους[6], επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα του λειτουργού. Το αφήγημα του εμπεριέχει δηλώσεις που ελλείπουν βιωματικά στοιχεία και ευλογοφάνεια που να τεκμηριώνουν προσωπική εμπλοκή και δίωξη. Δεν παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του, ούτε τεκμηρίωσε για κάθε ένα ξεχωριστά από τα περιστατικά που ισχυρίστηκε ότι έζησε, ούτε τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς του με επαρκή λεπτομέρεια (Βλέπε Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000), βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131, § 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Ούτε θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντα (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Θα αναμενόταν για ένα τόσο σοβαρό γεγονός, στο οποίο στηρίζεται ο πυρήνας του αιτήματος του να είναι σταθερός στις απαντήσεις του, να είναι σε θέση να παρουσιάσει χρονική συνάφεια και επαρκή περιγραφή του αφηγήματος του. Η μη ύπαρξη βιωματικών στοιχείων αποδυναμώνουν σημαντικά τους δείκτες αξιοπιστίας του στο σύνολό τους. Δεν προκύπτει, επομένως, να συντρέχουν στο πρόσωπο του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Υπάρχουν δε επί της έκθεσης/εισήγησης καταγραφές του λειτουργού ως προς τα ευρήματα αναξιοπιστίας του Αιτητή, τα οποία ουδόλως αμφισβητήθηκαν επαρκώς κατά την δικαστική διαδικασία από τον συνήγορο του. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, έρευνα του παρόντος Δικαστηρίου επιβεβαιώνει την ύπαρξη περιστατικών αναγκαστικής στρατολόγησης από ένοπλες ομάδες αυτονομιστών, καθώς και την κακοποίηση που δύναται να δεχθούν πολίτες από κυβερνητικές δυνάμεις ή μη κυβερνητικές ένοπλες ομάδες. Ωστόσο, λόγω μη τεκμηρίωσης της εσωτερικής αξιοπιστίας του Αιτητή, οι ισχυρισμοί δύο και τρία ορθώς δεν έγιναν αποδεκτοί. Συνεπώς, από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ο Αιτητής απέτυχε να τεκμηριώσει ότι σε περίπτωση επιστροφής του, υπάρχει κίνδυνος δίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, συνεπώς, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000).
Ούτε η περίπτωση του εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής σε αυτόν καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ο λειτουργός κατά την νομική ανάλυση και/ή κατά την υπαγωγή των προσωπικών του δεδομένων του Αιτητή εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000), καταλήγοντας ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι ο ίδιος προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός εξέτασε σε συνάρτηση με τη περιοχή προηγούμενης διαμονής του Αιτητή καταλήγοντας ότι δεν θα υποστεί προσωπικά σοβαρή και προσωπική απειλή λόγω της επιστροφής του στη συγκεκριμένη περιοχή. Εξάλλου, η ύπαρξη «ένοπλης σύρραξης» στο έδαφος μιας χώρας ή μιας περιοχής της ή διάφορων περιοχών της, αν και αναγκαία, δεν είναι επαρκής προϋπόθεση από μόνη της για παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας. Συγκεκριμένα, λαμβάνοντας υπόψη την έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» (ως διατυπώθηκε από το ΔΕΕ στην υπόθεση Elgafaji C-465/07[7], σκέψεις 39 και 43, καθώς και στην υπόθεση Diakité C-285/12[8], σκέψεις 30 και 31), λαμβάνοντας υπόψη το προφίλ, το αίτημα του Αιτητή που δεν τεκμηριώθηκε (και/ή κρίθηκε αναξιόπιστος) δεν εγείρονται στοιχεία που να υποδεικνύουν ότι μπορεί να τύχει συμπληρωματικής προστασίας. Βάσει αναθεωρημένης έρευνας του Δικαστηρίου στη βάση δεδομένων ACLED, στην Νοτιοδυτική περιφέρεια (Southwest region) του Καμερούν, όπου βρίσκεται η πόλη Tiko, τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 27/03/26), καταγράφηκαν 1,048 περιστατικά πολιτικής βίας[9] τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 681 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[10] Ειδικότερα, όμως, στην πόλη Tiko, το ανωτέρω χρονικό διάστημα καταγράφηκαν στην εν λόγω βάση δεδομένων, 2 περιστατικά πολιτικής βίας τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 2 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[11] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός στην ευρύτερη νοτιοδυτική περιφέρεια ανερχόταν στα 2,098,500 (2025)[12] και στην πόλη Tiko εκτιμάται ότι ανερχόταν στις 60,796 (2005) κατοίκους.[13] Προσαρμόζοντας τώρα στη βάση της πιο πάνω νομολογίας την περίπτωση του Αιτητή, παρατηρώ ότι πρόκειται για ενήλικο, άρρενα, υγιή, ικανό προς εργασία πρόσωπο, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, με ύπαρξη οικογενειακών δεσμών στη χώρα καταγωγής του, ο οποίος κρίθηκε αναξιόπιστος ως προς τους ισχυρισμούς του. Συνεπώς, το Δικαστήριο κατόπιν επαναξιολόγησης όλων των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή, της κατάστασης ασφαλείας, και τον συνολικό αριθμό θανάτων αμάχων στην πόλη συνήθους διαμονής του, καταλήγει ότι δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι με την επιστροφή του στην συγκεκριμένη περιοχή θα αντιμετωπίσει προσωπικά πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους και μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων του Αιτητή, όπως αναλύεται ανωτέρω, το Δικαστήριο στα πλαίσια των εξουσιών του, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] HRW - Human Rights Watch (Author): World Report 2024 - Cameroon, 11/01/2024, https://www.ecoi.net/en/document/2103168.html
[2] UNHCR, Global Protection Cluster, Cameroon, Protection Analysis Update, March 2025, https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2025-04/pau25_protection_analysis_update_cameroon_march2025_final.pdf σελ. 4 [Ημερομηνία Πρόσβασης: 06/04/2026]
[3] Ibid
[4] EUAA, Cameroon, Forced recruitment of adult men by separatist groups, including prevalence, in Northwest and Southwest (Anglophone) regions; consequences for refusing to join separatist groups., Reference Period: July 2021 – 6 November 2023, σελ. 4, 2023_11_EUAA_COI_Query_Response_Q57_Cameroon_Forced_recruitment.pdf [Ημερομηνία Πρόσβασης: 06/04/2026]
[5] Ibid
[6] Βλέπε High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), IR κατά Minister for Justice Equality & Law Reform & anor, [2009] IEHC 353, ημερομηνίας 24/07/2009.
[7]Απόφαση του ΔΕΕ (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 17/02/09 C-465/07, MekiElgafaji και NoorElgafaji κατά StaatssecretarisvanJustitie
[8]Απόφαση του ΔΕΕ της 30/01/14 στην υπόθεση C-285/12, Aboubacar Diakité κατά Commissaire général aux réfugiés etaux apatrides
[9] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests).
[10] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Cameroon, Sud-Ouest, Tiko) [Ημερομηνία Πρόσβασης: 07/04/2026]
[11] Ibid
[12] City Population, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 07/04/2026]
[13] Ibid
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο