ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.1130/2025
22 Μάϊου 2026
[Β. ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
1. M.S.J.J.
2. Z.S.S.S.
3. Y.M.S.S. (κόρη)
4. D.J. (υιός)
Αιτητές
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
Γεώργιος Βασιλόπουλος (κος) για Γεώργιος Βασιλόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για τους Αιτητές
Άρτεμις Πάλλη (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση
Οι Αιτητές με την παρούσα προσφυγή αιτούνται την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο με την οποία να κηρύσσεται άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 28/02/2025, η οποία κοινοποιήθηκε στους Αιτητές στις 15/04/2025 και με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά τους για διεθνή προστασία, καθώς κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000 ως έχει τροποποιηθεί) (σημείο 1 στο αιτητικό της τροποποιημένης προσφυγής). Ταυτόχρονα αιτούνται την έκδοση απόφασης από τον παρόν Δικαστήριο με την οποία να κηρύσσεται άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 28/02/2025, η οποία κοινοποιήθηκε στους Αιτητές στις 15/04/2025 και με την οποία αποφασίστηκε η επιστροφή τους στη χώρα καταγωγής τους (σημείο 2 στο αιτητικό της τροποποιημένης προσφυγής). Συνάμα, αιτούνται την έκδοση απόφασης από τον παρόν Δικαστήριο με την οποία να αναγνωρίζονται ως δικαιούχοι διεθνούς προστασίας (σημείο 3 στο αιτητικό της τροποποιημένης προσφυγής).
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Οι Αιτητές κατάγονται από το Ιράκ (ο Αιτητής 1 είναι ο σύζυγος της Αιτήτριας 2 και μαζί είναι οι γονείς της ανήλικης Αιτήτριας 3 που γεννήθηκε στο Ιράκ καθώς και του ανήλικου Αιτητή 4 που γεννήθηκε στην Κύπρο). Οι Αιτητές 1, 2 και 3 αναχώρησαν από το Ιράκ στις 06/02/2024 και στις 09/02/2024 εισήλθαν παράνομα από τις κατεχόμενες περιοχές στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, υποβάλλοντας αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 15/02/2024 και παραλαμβάνοντας τη σχετική βεβαίωση υποβολής αίτησης για διεθνή προστασία στις 16/02/2024 (στις 02/05/2024 γεννήθηκε στην Κύπρο ο Αιτητής 4, που συμπεριλήφθηκε στην πιο πάνω αίτηση διεθνούς προστασίας και για τούτο εκδόθηκε σχετική βεβαίωση). Στις 17/10/2024 διενεργήθηκε η συνέντευξη ουσίας του Αιτητή 1 από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου και στις 18/10/2024 διενεργήθηκε η συνέντευξη ουσίας της Αιτήτριας 2 από τον ίδιο λειτουργό, ο οποίος και ετοίμασε την Έκθεση-Εισήγηση. Στις 27/01/2025, λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ολοκλήρωσε τη διαδικασία και υπέβαλε την Έκθεση-Εισήγηση για απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας των Αιτητών, προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία εγκρίθηκε στις 28/02/2025 από εξουσιοδοτημένη από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδια λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 15/04/2025 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την Έκθεση-Εισήγηση ως αιτιολόγηση της απόφασής της, η οποία παρελήφθη και υπεγράφη από τον Αιτητή 1 αυθημερόν. Στις 08/05/2025, οι Αιτητές καταχώρησαν την παρούσα προσφυγή (αυτοπροσώπως) ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Κατά την καταχώρηση της προσφυγής, οι Aιτητές, οι οποίοι τότε δεν εκπροσωπούντο από δικηγόρο, δεν προέβαλαν κανένα νομικό ισχυρισμό εναντίον της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ ο Αιτητής 1 κατέγραψε επί του αιτητικού της προσφυγής ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα του διότι ο πατέρας της γυναίκας του σκότωσε ένα άτομο από τη φυλή Jaff και λόγω τούτου θέλουν να σκοτώσουν τον ίδιο και τα μέλη της οικογένειάς του.
Κατόπιν του διορισμού δικηγόρων από τους Αιτητές στις 06/06/2025, οι εν λόγω συνήγοροι των Αιτητών προέβησαν αυθημερόν στην κατάθεση αίτησης τροποποίησης της προσφυγής, η οποία εγκρίθηκε από το παρόν Δικαστήριο και επί της οποίας εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης της προσφυγής στις 08/07/2025. Ακολούθως, οι Αιτητές διά των συνηγόρων τους προέβησαν στην καταχώρηση τροποποιημένης κατόπιν διατάγματος προσφυγής. Εν συνεχεία, προέβησαν στην κατάθεση της γραπτής τους αγόρευσης, μέσω της οποίας προβάλλουν διάφορους νομικούς ισχυρισμούς προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης και γενικότερα, ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα της ακρόασης των Αιτητών, ότι υπήρχε κακή σύνθεση της αρχής που έλαβε την επίδικη απόφαση ή/και ότι αυτή λήφθηκε από αναρμόδιο πρόσωπο, καθώς και ότι δεν ακολουθήθηκε η ορθή ή/και νόμιμη διαδικασία κατά τη διεξαγωγή της συνέντευξης, την ετοιμασία της Έκθεσης-Εισήγησης και το τελικό στάδιο λήψης της επίδικης απόφασης, ενώ ειδικότερα, ως προς τους λόγους ακύρωσης που προωθούνται, οι Αιτητές προβάλλουν δια των συνηγόρων τους ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και απουσίας επαρκούς αιτιολογίας, πλάνης περί τα πράγματα και περί το νόμο, καθώς και παράληψης εξέτασης κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για παροχή διεθνούς προστασίας.
Ως προς την πλάνη περί τα πράγματα και το νόμο, οι συνήγοροι των Αιτητών προβάλλουν πως έγινε λανθασμένη υπαγωγή των γεγονότων από τους Καθ’ ων η αίτηση, αφού δεν λήφθηκε υπόψη το γεγονός ότι η χώρα καταγωγής των Αιτητών, ήτοι το Ιράκ, δεν έχει υπογράψει τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης για την πρόληψη και καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας, κάνοντας ειδική αναφορά στην Αιτήτρια 2 και την ανήλικη θυγατέρα της (Αιτήτρια 3), υποστηρίζοντας ότι ανήκουν σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα λόγω των κοινωνικών, συστημικών και συστηματικών διακρίσεων κατά των γυναικών στο Ιράκ, και πως με την επιστροφή τους στη χώρα καταγωγής τους δεν θα τυγχάνουν προστασίας εκεί. Οι συνήγοροι των Αιτητών παραπέμπουν επίσης στην απόφαση του Δ.Δ.Δ.Π. ημερ.09/05/2023 στην υπόθεση αρ. 7397/2021, όπου γίνεται αναφορά στην αρχή της απαγόρευσης της χειροτερεύσεως, ενώ αναφέρουν πως η Αιτήτρια 2 εξέφρασε φόβο δίωξης από την οικογένεια του Αιτητή 1 σχετικά με την υποβολή της ίδιας καθώς και της ανήλικης θυγατέρας της (Αιτήτρια 3) στην πρακτική ΑΓΓΟ. Υποβάλλουν δε, ότι συνεπώς, η αποδοχή του εν λόγω ισχυρισμού, αλλά η απόρριψη της αίτησης, συνιστά εσφαλμένη υπαγωγή των γεγονότων στον Νόμο, παραπέμποντας στα άρθρα 3(1), 3Α και 18(4) του περί Προσφύγων Νόμου, στο Άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, καθώς και στην απόφαση του ΔΕΕ ημερ.20/04/2023 στην υπόθεση C-621/21, αναφορικά με την έμφυλη βία εναντίον των γυναικών στη χώρα καταγωγής τους. Συνακόλουθα, υποβάλλουν ότι η κατάληξη των Καθ’ ων η αίτηση πάσχει ως αναιτιολόγητη, αφού οι λόγοι απόρριψης καταρρίπτονται ως ανωτέρω.
Περαιτέρω, οι συνήγοροι των Αιτητών παραθέτουν διαδικτυακούς συνδέσμους (βλ. σχετικά, σελ. 11-12 στη Γραπτή Αγόρευση για τους Αιτητές), με πληροφορίες σχετικά με την πρακτική ΑΓΓΟ στο Ιρακινό Κουρδιστάν, όπου φαίνεται ότι η εν λόγω πρακτική συνέχιζε να υφίσταται στην πράξη στην εν λόγω περιοχή, παρά και την απαγόρευση της δια νόμου και την ποινικοποίηση τέτοιων πράξεων από τις κουρδικές αρχές. Προβάλλουν δε, ότι η Αιτήτρια 2 και η ανήλικη θυγατέρα της (Αιτήτρια 3) κινδυνεύουν να υποβληθούν στην εν λόγω πρακτική του ΑΓΓΟ σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής τους και τούτο δύναται να θεωρηθεί ως δίωξή τους, καθότι χαρακτηρίζεται ως μορφή βασανιστηρίων και απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης, και παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς και της υγείας και της σωματικής ακεραιότητας (παραπέμποντας σε σχετικές πληροφορίες σε διαδικτυακούς συνδέσμους τους οποίους και παραθέτουν - βλ. σελ. 13 στη Γραπτή Αγόρευση για τους Αιτητές). Επίσης, υποβάλλουν ότι καμία έρευνα και/ή αναφορά έγινε από τους Καθ’ ων η αίτηση κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με το ενδεχόμενο μετεγκατάστασης των Αιτητών, προβάλλοντας πως αυτό αποτελεί παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση, παραπέμποντας στο άρθρο 12Γ(3) του περί Προσφύγων Νόμου. Επιπλέον, παραθέτουν και πρόσθετους διαδικτυακούς συνδέσμους αναφορικά με την κατάσταση των γυναικών στο Ιράκ και τη θέση τους στη χώρα αυτή (βλ. σελ. 14 στη Γραπτή Αγόρευση για τους Αιτητές).
Επιπλέον, οι συνήγοροι των Αιτητών υποστηρίζουν ότι πέραν των πιο πάνω, δεν προκύπτει ότι έγινε αξιολόγηση του φόβου για τα ανήλικα τέκνα των Αιτητών 1 και 2 (ήτοι, τους Αιτητές 3 και 4), δεδομένης και της λήψης απόφασης επιστροφής των Αιτητών στη χώρα καταγωγής τους από τους Καθ’ ων η αίτηση, στη βάση των ισχυρισμών μόνο των Αιτητών 1 και 2. Ούτε δε, λήφθηκε υπόψη το βέλτιστο συμφέρον των ανηλίκων Αιτητών 3 και 4, που οφείλει να είναι πρωταρχικό μέλημα σύμφωνα με την παράγραφο 18 στο Προοίμιο της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και που εφαρμόζεται σε όλα τα παιδιά αιτητές ασύλου, ανεξαρτήτως εάν συνοδεύονται, με βάση και τις σχετικές κατευθυντήριες οδηγίες της UNHCR, ως αναφέρουν οι συνήγοροι των Αιτητών. Επιπλέον, παραπέμπουν στην απόφαση του ΕΔΔΑ ημερ.05/07/2011, στην υπόθεση αρ. 8687/08, καθώς και σε άρθρο αναφορικά με ψήφιση νόμου στο Ιράκ που επιτρέπει στα κορίτσια να παντρεύονται από την ηλικία των 9 ετών (παραθέτοντας τον σχετικό διαδικτυακό σύνδεσμο - βλ. σελ. 15 στη Γραπτή Αγόρευση για τους Αιτητές). Συνεπώς, ως υποβάλλουν, δεν έγινε δέουσα έρευνα από τους Καθ’ ων η αίτηση, κατά παράβαση βασικού κανόνα του Διοικητικού Δικαίου (παραπέμποντας σε σχετική νομολογία ως προς την απουσία δέουσας έρευνας και μη επαρκούς αιτιολογίας).
Καταλήγοντας, οι συνήγοροι των Αιτητών ισχυρίζονται (επιπρόσθετα) ότι στην επίδικη απόφαση δεν γίνεται καμία αναφορά στο κατά πόσο εξετάστηκαν οι προϋποθέσεις χορήγησης συμπληρωματικής προστασίας στους Αιτητές, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου και το Άρθρο 2(στ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Οι Καθ' ων η αίτηση, με τη γραπτή τους αγόρευση, υποβάλλουν (αρχικά) ότι η επίδικη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής ενάσκησης των εκ του Νόμου παρεχόμενων τους εξουσιών, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, ως επίσης, ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.
Αντικρούοντας τους ισχυρισμούς που οι Αιτητές προβάλλουν ως λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης, οι Καθ’ ων η αίτηση υποβάλλουν καταρχάς ότι ουδόλως κατάφεραν οι Αιτητές να αποσείσουν το βάρος απόδειξης των λόγων ακύρωσης που προωθούν μέσω της γραπτής τους αγόρευσης, καθότι οι ισχυρισμοί που προβάλλουν είναι γενικοί και αόριστοι, ενώ σχετικά με τους λόγους ακύρωσης που οι Αιτητές προβάλλουν δια της προσφυγής τους, οι Καθ’ ων η αίτηση υποβάλλουν ότι αυτοί δεν εγείρονται σύμφωνα με τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962 (παραπέμποντας σε σχετική νομολογία). Περαιτέρω, υποστηρίζουν ότι τα νομικά σημεία που προβάλλουν οι Αιτητές με την προσφυγή τους, δεν αναπτύσσονται και/ή δεν εξειδικεύονται και/ή δεν συγκεκριμενοποιούνται στην γραπτή τους αγόρευση, όπου παραθέτουν απλά και αόριστα κάποιους από αυτούς, με αποτέλεσμα όλοι οι λόγοι ακύρωσης που δεν αναπτύσσονται επαρκώς και/ή δεν συγκεκριμενοποιούνται στην γραπτή αγόρευση των Αιτητών, να θεωρούνται ως νομολογιακά εγκαταλειφθέντες, ως διατείνονται οι Καθ’ ων η αίτηση (παραπέμποντας σε σχετική νομολογία).
Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών, επί των οποίων θεμελιώνεται αίτημα για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, το φέρουν οι ίδιοι οι Αιτητές, σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου (παραπέμποντας σε σχετική νομολογία), υποβάλλοντας επίσης, ότι οι Αιτητές δεν κατάφεραν να αποδείξουν βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται από το άρθρο 3(1) του περί Προσφυγών Νομού, ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ούτε και τεκμηριώθηκε ότι υπάρχουν εύλογοι/βάσιμοι λόγοι πως σε περίπτωση που επιστρέψουν στη χώρα καταγωγής τους θα αντιμετωπίσουν δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ως εκ τούτου, ορθά και εύλογα (ως υποστηρίζουν οι Καθ’ ων η αίτηση) δεν τους παραχωρήθηκε προσφυγικό καθεστώς ή συμπληρωματική προστασία.
Ακολούθως, αντικρούοντας τους (νομικούς) ισχυρισμούς που προωθούν οι Αιτητές με την γραπτή τους αγόρευση, οι Καθ’ ων η αίτηση αντιτείνουν ότι πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, έγινε πλήρης και δέουσα έρευνα, καθώς επίσης, αξιολογήθηκαν όλα τα στοιχεία του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, ενώ καμία πλάνη δεν εμφιλοχώρησε στην κρίση της Διοίκησης καθότι έγινε ορθή υπαγωγή των γεγονότων στον Νόμο (ως διατείνονται οι Καθ’ ων η αίτηση). Όσον αφορά τον ουσιώδη ισχυρισμό περί προσπάθειας υποβολής της Αιτήτριας 3 σε ΑΓΓΟ από την οικογένεια του Αιτητή 1, οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι κατόπιν πλήρους αξιολόγησης των δεδομένων και των σχετικών πληροφοριών που υπήρχαν ενώπιον της Διοίκησης, καθώς και μετά από εξατομίκευση του αιτήματος των Αιτητών, κρίθηκε ότι δεν υπήρχαν εύλογοι/βάσιμοι λόγοι σε περίπτωση που επιστρέψουν στη χώρα καταγωγής τους να αντιμετωπίσουν δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ούτε μπορεί να αμφισβητηθεί η πληρότητα της έρευνας, αφού όπως προκύπτει από τη συνέντευξη των Αιτητών, τους υποβλήθηκαν αρκετές ερωτήσεις ανοικτού τύπου, καθώς και λεπτομερείς και διευκρινιστικές ερωτήσεις, οι οποίες διερευνήθηκαν εις βάθος από τον αρμόδιο λειτουργό με βάση την Έκθεση-Εισήγηση, λαμβάνοντας υπόψη τις απαντήσεις τους καθώς και στοιχεία αναφορικά με τη χώρα καταγωγής τους. Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση υποβάλλουν ότι όλες οι ενέργειες που έγιναν προς εξέταση του αιτήματος των Αιτητών για διεθνή προστασία, είναι πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένες, κατά τρόπο που καθίσταται εφικτός και ευχερής ο δικαστικός έλεγχος, ενώ από το ίδιο το σώμα της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου προκύπτουν σαφώς και συγκεκριμένα όλοι οι λόγοι για τους οποίους, εύλογα και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας, απορρίφθηκε το εν λόγω αίτημα των Αιτητών, αφού κρίθηκε πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, ώστε να τους χορηγηθεί προσφυγικό καθεστώς, αλλά ούτε και οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου, ώστε να τους παραχωρηθεί συμπληρωματική προστασία με βάση το άρθρο 19(2) του ιδίου Νόμου.
Συνακόλουθα, ως αναφέρουν οι Καθ’ ων η αίτηση, έγινε αξιολόγηση κινδύνου για την περίπτωση επιστροφής των Αιτητών στη χώρα καταγωγής τους (γίνεται παραπομπή στα ερ. 215-210 του Δ.Φ.) πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, ως επίσης, αναφορικά με τον ουσιώδη ισχυρισμό περί πιέσεων από την οικογένεια του Αιτητή 1 για να υποβληθεί η Αιτήτρια 3 σε ΑΓΓΟ, λήφθηκαν υπόψη τα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης κατά την αξιολόγηση του εν λόγω κινδύνου δίωξης, ήτοι, το γεγονός ότι οι γονείς της Αιτήτριας 3 (Αιτητές 1 και 2) αντιτίθενται στην εν λόγω πρακτική, η Αιτήτρια 2 δεν έχει υποβληθεί σε ΑΓΓΟ, η Αιτήτρια 2 είχε αποτρέψει στο παρελθόν τους συγγενείς του Αιτητή 1 όταν επιχείρησαν μία φορά να υποβάλουν τη θυγατέρα της (Αιτήτρια 3) σε ΑΓΓΟ και έκτοτε καμία άλλη προσπάθεια δεν έγινε περί αυτού, οι συγγενείς του Αιτητή 1 προσπαθούσαν μόνο προφορικά και χωρίς τη χρήση βίας ή οποιαδήποτε μορφή εξαναγκασμού ώστε να υποβληθεί η Αιτήτρια 3 σε ΑΓΓΟ, η πρακτική ΑΓΓΟ έχει ποινικοποιηθεί στο Ιρακινό Κουρδιστάν (γίνεται παραπομπή σε σχετικό διαδικτυακό σύνδεσμο - βλ. σελ. 11 στη Γραπτή Αγόρευση των Καθ’ ων η αίτηση), ενώ το ποσοστό των γυναικών που έχουν υποβληθεί σε ΑΓΓΟ στο Ιράκ ήταν 7,4% σύμφωνα με στοιχεία έρευνας του 2018 (γίνεται παραπομπή στο ερ. 216 του Δ.Φ.).
Καταλήγοντας, οι Καθ’ ων η αίτηση υποβάλλουν πως τα όσα οι Αιτητές ανέφεραν δεν μπορούν να οδηγήσουν στο ότι το επίπεδο βίας στη χώρα καταγωγής τους είναι τέτοιο ώστε να θεωρείται πως υπάρχει εύλογη πιθανότητα να κινδυνέψουν οι ζωές και η ασφάλεια τους σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα τους. Ούτε και αντιμετώπισαν το οποιοδήποτε πρόβλημα στη χώρα καταγωγής τους, ώστε να υφίστανται βάσιμοι λόγοι που τους ανάγκασαν να εγκαταλείψουν τη χώρα τους. Τέλος, διατείνονται ότι ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε ανάλυση σχετικά με το βέλτιστο συμφέρον των παιδιών των Αιτητών 1 και 2 (ήτοι Αιτητές 3 και 4) σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα τους, καταλήγοντας πως αυτά θα έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη εκεί (γίνεται παραπομπή στα ερ. 212-211 του Δ.Φ.), ενώ όσον αφορά το ζήτημα της έμφυλης βίας για τα κορίτσια και τις γυναίκες στο Ιράκ, καθώς και το γεγονός ότι το Ιράκ δεν είναι μέλος της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, οι Καθ’ ων η αίτηση αντιπαραβάλουν ότι η πρακτική ΑΓΓΟ έχει ποινικοποιηθεί στο Ιρακινό Κουρδιστάν και παρόλο που συνεχίζει να εφαρμόζεται στο Ιράκ, το ποσοστό των γυναικών που είχαν υποβληθεί σε ΑΓΓΟ στη χώρα ήταν 7,4% για το 2018.
Οι Αιτητές, διά των συνηγόρων τους, κατέθεσαν απαντητική γραπτή αγόρευση, αναλύοντας περαιτέρω τους νομικούς ισχυρισμούς περί έλλειψης δέουσας έρευνας, απουσίας επαρκούς αιτιολόγησης, πλάνης περί τα πράγματα και το νόμο, καθώς και περί παράλειψης εξέτασης κατά πόσο πληρούνται ο προϋποθέσεις παροχής διεθνούς προστασίας. Ως προς τούτα, οι συνήγοροι των Αιτητών προβάλλουν ότι τα δεδομένα για την πρακτική του ΑΓΓΟ στο Ιράκ που παρέθεσαν οι Καθ’ ων η αίτηση, αφορούν στοιχεία του 2018 και άρα δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα. Επαναλαμβάνουν επίσης, ότι δεν έγινε αξιολόγηση για το βέλτιστο συμφέρον των παιδιών στην περίπτωση των ανήλικων Αιτητών 3 και 4, επικαλούμενοι πως ούτε έγινε αντίκρουση του εν λόγω ισχυρισμού από τους Καθ’ ων η αίτηση, ενώ η απουσία τέτοιας αξιολόγησης ως προς τα 2 ανήλικα τέκνα των Αιτητών 1 και 2, ως υποβάλλουν, αποτελεί παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας καθώς και ουσιώδη πλημμέλεια εκ μέρους της Υπηρεσίας Ασύλου, που κατ’ επέκταση συνιστούν ελλιπή ή/και λανθασμένη αιτιολογία, αλλά και παραβίαση της υποχρέωσης της Διοίκησης για τη διεξαγωγή δέουσας έρευνας πριν από την έκδοση της απόφασης (παραπέμποντας στην απόφαση του Δ.Δ.Δ.Π. ημερ.28/04/2025 στην υπόθεση αρ. 3845/2022). Παραθέτουν δε, ως ‘Παράρτημα Α’, δεδομένα από έκθεση του 2019 (η οποία, ωστόσο, βασίζεται σε στοιχεία από έρευνα του 2011), σύμφωνα με τα οποία στην περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψουν οι Αιτητές το ποσοστό επικράτησης της πρακτικής ΑΓΓΟ ανέρχεται στο 55,8%, καθώς και ‘Παράρτημα Β’ με δεδομένα από την UNICEF (χωρίς ημερομηνία), σύμφωνα με την οποία η πρακτική ΑΓΓΟ λαμβάνει κατ’ εξοχήν χώρα στην εν λόγω περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψουν οι Αιτητές.
Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (τελευταία δικάσιμος ημερ.04/02/2026), οι συνήγοροι των Αιτητών υιοθέτησαν το περιεχόμενο της αίτησης, της γραπτής αγόρευσης και της απαντητικής γραπτής αγόρευσης, επισημαίνοντας ότι στην περιοχή από όπου κατάγονται οι Αιτητές η πρακτική ΑΓΓΟ ανέρχεται σχεδόν στο 56%. Οι Καθ’ ων η αίτηση, από την πλευρά τους, υιοθέτησαν το περιεχόμενο της ένστασης και της γραπτής αγόρευσης, παραπέμποντας ως προς το συγκεκριμένο θέμα της πρακτικής ΑΓΓΟ στη χώρα καταγωγής των Αιτητών, στο ότι το Δικαστήριο θα προβεί και στην ανάλογη έρευνα επί του εν λόγω ζητήματος.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Η αναγκαιότητα έγερσης των λόγων προσφυγής με ευκρίνεια και λεπτομέρεια είναι θεμελιώδους σημασίας, αφού σε διαφορετική περίπτωση, το Δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να τα εξετάσει αυτεπαγγέλτως, έστω και εάν έχουν εγερθεί με την αγόρευση (πλην των ζητημάτων δημοσίας τάξης, που οφείλει το δικαστήριο να εξετάσει αυτεπάγγελτα σε κάθε περίπτωση).
Καταρχάς, παρατηρείται ότι οι λόγοι ακύρωσης που εγείρονται στην παρούσα αίτηση παρατίθενται με γενικότητα και αοριστία. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται και αιτιολογούνται πλήρως.
Η αναφορά, για παράδειγμα, ότι «η απόφαση πάσχει γιατί λήφθηκε χωρίς την δέουσα έρευνα» (το ίδιο αοριστολόγοι είναι και οι υπόλοιποι λόγοι ακύρωσης), δεν εξηγεί καθόλου, ούτε παραπέμπει σε συγκεκριμένα κατ' ισχυρισμό δεδομένα που οδήγησαν σε μη έρευνα, ή σε πλάνη, ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, ή άλλης πλημμέλειας κλπ. Η προσφυγή θα μπορούσε να απορριφθεί για τους πιο πάνω διαδικαστικούς λόγους οι οποίοι αντανακλούν βεβαίως και επί της ουσίας. Αυστηρώς ομιλούντες, τα όσα αναφέρονται στις αγορεύσεις των συνηγόρων των Αιτητών δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον παγίως αναγνωρίζεται ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο για τη θεμελίωση γεγονότων. [δέστε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384] [δέστε επίσης, Υπόθεση Αρ. 1119/2009, ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012, FARHAN KHALIL και Κυπριακής Δημοκρατίας]
Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672: «Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης.».
Περαιτέρω, δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμό παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AAΔ. 598).
O συνήγορος του Αιτητή παραθέτει γενικά και αόριστα τα νομικά σημεία στην προσφυγή και επικαλείται παραβιάσεις του Συντάγματος, του περί Προσφύγων Νόμου, των Γενικών Αρχών και του Διοικητικού Δικαίου, χωρίς ωστόσο να παραθέτει τις συγκεκριμένες διατάξεις της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμό παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά επίσης ελλείπει οποιαδήποτε τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης.
Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας (2004) 3 Α.Α.Δ. 636: «Παρατηρούμε ότι στο κείμενο της προσφυγής δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ακύρωσης, αν και σχετική επιχειρηματολογία πράγματι προβάλλεται στη γραπτή αγόρευση της εφεσείουσας. Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως λόγος ακύρωσης που δεν εγείρεται στην προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία.».
Σχετική είναι και η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, όπου λέχθηκαν τα εξής (σελ. 4): «Το γεγονός ότι το άρθρο 146.1. του Συντάγματος καταγράφει ως αιτίες ακυρότητας την αντίθεση προς τις διατάξεις του Συντάγματος, ή του Νόμου και την υπέρβαση ή κατάχρηση εξουσίας, δεν σημαίνει ότι αρκεί η γενική επίκληση κάποιας από αυτές χωρίς άλλο. Η ταξινόμηση κάποιου νομικού λόγου ως υπαγόμενου στα πιο πάνω, είναι εγχείρημα ουσίας που προϋποθέτει την έγερσή του σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις.».
Πέραν των πιο πάνω, παρατηρείται συνάμα, ότι η ανάπτυξη των νομικών ισχυρισμών στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης και της απαντητικής γραπτής αγόρευσης των Αιτητών, δεν ακολουθεί τον Κανονισμό 7(α) των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019 ως έχουν τροποποιηθεί), που επιτάσσει όπως κάθε γραπτή αγόρευση ‘χωρίζεται ευκρινώς σε ανάλογες παραγράφους, μια για κάθε νομικό σημείο, το οποίο θα αναφέρεται συνοπτικά’.
Περαιτέρω, διαπιστώνεται ότι στη γραπτή αγόρευση καθώς και στην απαντητική γραπτή αγόρευση των Αιτητών, γίνεται παραπομπή σε πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής (ΠΧΚ), οι οποίες στην περίπτωση που αφορά την πρακτική ΑΓΓΟ στο Ιράκ, αυτές αναφέρονται συνοπτικά εντός του κειμένου της εν λόγω αγόρευσης και επίσης παρατίθενται οι σχετικοί διαδικτυακοί σύνδεσμοι (βλ. σχετικά, σελ. 11-12 στη Γραπτή Αγόρευση για τους Αιτητές), ενώ στην περίπτωση που αφορά τη ψήφιση του νόμου στο Ιράκ για τις αρμοδιότητες σε θέματα που αφορούν τους γάμους στη χώρα, γίνεται μια πολύ συνοπτική αναφορά και υπάρχει επίσης παραπομπή σε σχετικό άρθρο (βλ. σχετικά, σελ. 15 στη Γραπτή Αγόρευση για τους Αιτητές), ωστόσο, σε μια άλλη περίπτωση, περιορίζονται στο να παραθέσουν σειρά ηλεκτρονικών συνδέσμων εντός του κειμένου της αγόρευσης, προκειμένου να υποστηρίξουν γενικούς (ως παρατηρείται) ισχυρισμούς, σε σχέση με την κατάσταση/θέση των γυναικών στο Ιράκ, ως οι ίδιοι προβάλλουν (βλ. σελ. 14 στη Γραπτή Αγόρευση για τους Αιτητές). Στην απαντητική γραπτή αγόρευσή τους, οι Αιτητές παραθέτουν αυτούσια αποσπάσματα από ΠΧΚ ως παραρτήματα, ενώ στο κείμενο της εν λόγω αγόρευσης κάνουν μια γενική αναφορά στο αντίστοιχο αντικείμενο των εν λόγω ΠΧΚ, καθώς επίσης, παραπέμπουν στους σχετικούς διαδικτυακούς συνδέσμους. Σε κάθε περίπτωση δε, επισημαίνεται πως οι εν λόγω ΠΧΚ δεν υποβάλλονται κατά τρόπο που να συμμορφώνεται πλήρως με τις διατάξεις του Καν. 10(β) των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019 ως έχουν τροποποιηθεί).
Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό τις πιο πάνω τοποθετήσεις του Δικαστηρίου.
Υπό το φως των πιο πάνω, συμφωνώ (εν μέρει) με τη θέση των Καθ' ων η αίτηση ως προς το ότι όσοι λόγοι ακύρωσης εγείρονται με γενικότητα και αοριστία, δεδομένου ότι ελλείπει η οποιαδήποτε υπαγωγή στα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, καθώς και η οποιαδήποτε επί της ουσίας τεκμηρίωση και διασαφήνιση του θεμελίου επί του οποίου οι εν λόγω ισχυρισμοί στηρίζονται, θεωρούνται ως νομολογιακά εγκαταλειφθέντες. Εξαίρεση αποτελούν στην παρούσα υπόθεση/περίπτωση, οι νομικοί ισχυρισμοί περί απουσίας/πλημμελούς άσκησης της αρμοδιότητας των Καθ’ ων η αίτηση (βλ. σημ. 14 στη σελ. 5 και σημ. 20 στη σελ. 7 στο αιτητικό της προσφυγής των Αιτητών) καθώς και περί πραγματικής πλάνης (βλ. σημ. 19 στη σελ. 6 στο αιτητικό της προσφυγής των Αιτητών), όπου φαίνεται να υπάρχει κάποια επιχειρηματολογία/εξειδίκευσή τους στο δικόγραφο της παρούσας προσφυγής.
Παρά δε, το γεγονός ότι, ο μεν πρώτος πιο πάνω ισχυρισμός ουδόλως αναπτύσσεται στη γραπτή αγόρευση των Αιτητών (σε αντίθεση με το δεύτερο εν λόγω ισχυρισμό, που προωθείται με τη γραπτή τους αγόρευση), δύναται σε κάθε περίπτωση αυτός να εξεταστεί και αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο (ως ζήτημα δημόσιας τάξεως). Ως προς τον εν λόγω νομικό ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας οργάνου, οι Αιτητές δια των συνηγόρων τους, προβάλλουν ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε από λειτουργό που δεν ήταν εξουσιοδοτημένος από τον τότε Υπουργό Εσωτερικών, ότι η αρμοδιότητα του εν λόγω λειτουργού περιορίζεται σε αποφάσεις επί αιτημάτων διεθνούς προστασίας για τα οποία υποβάλλεται εισηγητική έκθεση από ορισμένη κατηγορία λειτουργών, ότι η αρμοδιότητα του εν λόγω λειτουργού δεν εκτείνεται στις πρόνοιες του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, νόμος που ρυθμίζει την έκδοση απόφασης επιστροφής, καθώς και ότι από τις 09/12/2022 η Υπηρεσία Ασύλου λειτουργεί χωρίς Προϊστάμενο, κατόπιν που η απόσπαση συγκεκριμένης λειτουργού στην εν λόγω θέση έπαψε να είναι σε ισχύ, συνεπώς, καμία ισχύ δεν έχει και η εξουσιοδότηση οιουδήποτε άλλου λειτουργού να λαμβάνει αποφάσεις με βάση τον περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμο.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας οργάνου, ως διακρίνεται, στην παρούσα περίπτωση, η απόφαση λήφθηκε από δεόντως εξουσιοδοτημένη, από τον (τότε) Υπουργό Εσωτερικών, αρμόδια λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (την κα Αν.Αν. – βλ. ερ. 226 του Δ.Φ.) και ουδεμία απεμπόληση αρμοδιότητας δεν φαίνεται να υπήρξε. Ειδικότερα, στα πλαίσια και της σχετικής διάταξης στο άρθρο 17(4) του Ν. 158(Ι)/1999, αναφέρεται ότι το άρθρο 2 του Περί Προσφύγων Νόμου (ως ίσχυε κατά τη λήψη της επίδικης απόφασης), ορίζει την έννοια του «Προϊστάμενου», που δύναται να αποφασίζει επί των αιτήσεων διεθνούς προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 13(2) του περί Προσφύγων Νόμου, ως εξής: «"Προϊστάμενος" σημαίνει αρμόδιο λειτουργό ο οποίος προΐσταται της Υπηρεσίας Ασύλου και περιλαμβάνει οποιοδήποτε άλλο αρμόδιο λειτουργό της εν λόγω Υπηρεσίας που εξουσιοδοτείται από τον Υπουργό, για να ασκεί όλες ή οποιεσδήποτε από τις εξουσίες ή να εκτελεί όλα ή οποιαδήποτε από τα καθήκοντα του Προϊσταμένου·». Κατά το χρόνο λήψης της επίδικης απόφασης, η κα Αν.Αν. ήτο εγκύρως εξουσιοδοτημένη από τον Υπουργό Εσωτερικών για να «ασκεί όλες τις εξουσίες και να εκτελεί όλα τα καθήκοντα Προϊσταμένου, περιλαμβανομένης της έκδοσης αποφάσεων επί αιτημάτων διεθνούς προστασίας και αποφάσεων επιστροφής» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου), ως προκύπτει από τη σχετική επιστολή εξουσιοδότησης ημερ.25/05/2022 από τον τότε Υπουργό Εσωτερικών (βλ. ερ. 205 του Δ.Φ.). Ούτε προκύπτει οτιδήποτε από τον διοικητικό φάκελο που να συνηγορεί πως η εν λόγω εξουσιοδότηση προς την κα Αν.Αν. έχει ανακληθεί, άρα θεωρείται πως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Επίσης, η εν λόγω εξουσιοδότηση εκδόθηκε από τον (τότε) Υπουργό Εσωτερικό υπό τη θεσμική του ιδιότητα, άρα η αλλαγή προσώπου που εκτελεί χρέη Υπουργού (που φαίνεται να μεσολάβησε), δεν μπορεί να θεωρείται πως επιφέρει παύση της εν λόγω εξουσιοδότησης. Συνεπώς, η εν λόγω μεταβίβαση αρμοδιότητας στην κα Αν.Αν. εξακολουθούσε να ισχύει κατά την έκδοση της επίδικης απόφασης. Περαιτέρω, διαπιστώνεται ότι η κα Αν.Αν. έλαβε την επίδικη απόφαση ‘κατόπιν εξέτασης της Έκθεσης-Εισήγησης επί της εν λόγω αίτησης διεθνούς προστασίας’ (βλ. ερ. 226 του Δ.Φ.), η οποία υποβλήθηκε από αρμόδια λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, σε πλήρη συμμόρφωση με τις διατάξεις του άρθρου 17(8) του Ν. 158(Ι)/1999.
Αναφορικά δε, με το ζήτημα που εγείρεται και αφορά στο περί ότι η Υπηρεσία Ασύλου λειτουργούσε χωρίς Προϊστάμενο, κατόπιν που η απόσπαση συγκεκριμένης λειτουργού στην εν λόγω θέση έπαψε να είναι σε ισχύ, διακρίνεται καταρχάς ότι η σχετική εξουσιοδότηση ημερ.10/11/2020 από τον (τότε) Υπουργό Εξωτερικών προς τη συγκεκριμένη λειτουργό (βλ. ερ. 204 του Δ.Φ.), η οποία φαίνεται να εκτελούσε (τότε) χρέη Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, αφορούσε στις εξουσίες υπό τα άρθρα 18ΟΗ και 18ΟΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (που εξάλλου, δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας προσφυγής) και επιπλέον, ουδεμία ενέργεια/εμπλοκή από την εν λόγω λειτουργό δεν φαίνεται να υπήρχε κατά τη λήψη της επίδικης απόφασης, αλλά ούτε και προκύπτει ότι το εν λόγω καθεστώς/εξουσιοδότηση αυτής επηρέασε (ενδεχομένως) την εξουσιοδότηση ημερ.25/05/2022 του Υπουργού Εσωτερικών προς την κα Αν.Αν., που έλαβε και την επίδικη απόφαση στη βάση του περί Προσφύγων Νόμου.
Περαιτέρω το Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα σε σωρεία προσφυγών και παραπέμπει στην απόφαση του Υπόθεση αρ.4640/2024 ημερ. 27 Φεβρουαρίου 2026 A. Y. ARC {...} από τη Σομαλία και τώρα στη Λεμεσό Και Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου του Υφυπουργείου Μετανάστευσης τα οποία ισχύουν και για την κα Α. Α. αρμόδια λειτουργό να αποφασίζει σύμφωνα με την εξουσιοδότηση ημερ. 25 Μαΐου 2022 η οποία ουδέποτε καταργήθηκε (ερ. 205 του Δ.φ.)
Ως εκ των ανωτέρω, όλοι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται από τους Αιτητητές και αφορούν στην αναρμοδιότητα οργάνου, απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό των Αιτητών ότι η απόφαση λήφθηκε υπό πλάνη, οι Καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι η Υπηρεσία Ασύλου έλαβε υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, προβαίνοντας στην ορθή υπαγωγή τους στον Νόμο, αφού εξέτασαν πλήρως το αίτημα των Αιτητών και προτού καταλήξουν στην απόφαση τους για απόρριψη του εν λόγω αιτήματός τους.
Έχει νομολογηθεί ότι δεν υφίσταται πλάνη περί τα πράγματα όταν η Διοίκηση σταθμίζει και αξιολογεί στοιχεία και γεγονότα όπως αυτά τίθενται ενώπιον της προς κρίση. Πλάνη περί τα πράγματα στοιχειοθετείται όταν αποδεικνύεται η αντικειμενική ανυπαρξία γεγονότων που έλαβε υπόψη του το αρμόδιο όργανο για να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Όταν η πλάνη του αρμόδιου οργάνου έγκειται στη λανθασμένη ερμηνεία του Νόμου, τότε η απόφαση του αρμόδιου οργάνου πάσχει διότι η πλάνη του αυτή οδήγησε σε εσφαλμένη εφαρμογή του Νόμου και κατά συνέπεια με αυτό τον τρόπο συντρέχει πλάνη περί το Νόμο.
Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού περί ύπαρξης πλάνης το φέρει ο εκάστοτε αιτητής (βλ. Παπαδόπουλος v. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων (1190) 3ΑΑΔ 262, 267). Η υπό κρίση απόφαση λήφθηκε στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, ήτοι της Υπηρεσίας Ασύλου, κατόπιν συνεκτίμησης των πραγματικών στοιχείων και δεδομένων, στηριζόμενη στο ορθό νομικό υπόβαθρο. Ειδικότερα, και σε συμφωνία με τους Καθ' ων η αίτηση, διαπιστώνεται ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση εξετάστηκαν όλα τα ουσιώδη γεγονότα καθώς και τα όσα είχαν θέσει οι Αιτητές ενώπιον της Διοίκησης αναφορικά με τους ισχυρισμούς που προέβαλαν ως προς το αίτημά τους, προβαίνοντας στη δέουσα στάθμιση και επαρκή αξιολόγηση των ενώπιον τους δεδομένων, ενώ ουδόλως προκύπτει σε οποιοδήποτε σημείο πως ενήργησαν υπό πλάνη.
Πιο συγκεκριμένα, ως προκύπτει από τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη καταρχάς στο σχηματισμό και αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας των ουσιωδών ισχυρισμών των Αιτητών, αντιπαραβάλλοντας τους και με σχετικές πληροφορίες από εξωτερικές πηγές. Κατόπιν δε, προέβη σε αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής των Αιτητών στη χώρα καταγωγής τους, εξετάζοντας επαρκώς την περίπτωσή τους και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τις προσωπικές τους περιστάσεις, ως επίσης, λήφθηκε υπόψη και το βέλτιστο συμφέρον των δύο ανήλικων τέκνων (Αιτητές 3 και 4) των Αιτητών 1 και 2 (σε αντίθεση με τα όσα προβάλλουν οι συνήγοροι των Αιτητών περί του αντιθέτου). [βλ. σχετικά, ερ. 215-211 του Δ.Φ.] Επιπλέον, αφού κρίθηκε ότι δεν θα μπορούσε οι Αιτητές να υπαχθούν στο καθεστώς του πρόσφυγα, ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε και σε αξιολόγηση του κατά πόσο στην περίπτωση των Αιτητών πληρούνται οι προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου για τη χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας (και πάλι σε αντίθεση με τα όσα προβάλλουν οι συνήγοροι των Αιτητών περί του αντιθέτου), καταλήγοντας τεκμηριωμένα (με βάση και τα όσα αναλύθηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό στα πλαίσια της προηγηθείσας αξιολόγησης κινδύνου) στο ότι οι Αιτητές δεν εμπίπτουν στις εν λόγω προϋποθέσεις. [βλ. ερ. 210-209 του Δ.Φ.]
Ουδόλως δε, από την όλη διαδικασία που ακολουθήθηκε, προκύπτει ότι υπήρξε παραβίαση της αρχής περί της απαγόρευσης χειροτερεύσεως της θέσης αιτητή (ως διατείνονται οι συνήγοροι των Αιτητών), αφού (εξάλλου) η απόρριψη του αιτήματος των Αιτητών έγινε στη βάση συγκεκριμένων (διαδοχικών) σταδίων εξέτασης του εν λόγω αιτήματός τους (ως αναφέρθηκαν ανωτέρω), κατόπιν αξιολόγησης όλων των ισχυρισμών που προβλήθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, αλλά και της υπαγωγής των όσων γεγονότων έγιναν αποδεκτά στις σχετικές πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου. Επίσης, ως διαπιστώθηκε κατόπιν εξατομικευμένης αξιολόγησης της περίπτωσής τους, καμία παρελθούσα δίωξη ή σοβαρή βλάβη στη χώρα καταγωγής δεν παρατηρήθηκε για τους Αιτητές, ούτε δε, ο αποδεκτός ισχυρισμός περί πιέσεων για να υποβληθεί η Αιτήτρια 3 σε ΑΓΓΟ εκτιμήθηκε πως φθάνει σε τέτοιο επίπεδο πράξεων δίωξης (ως αξιολογήθηκε στην περίπτωση των Αιτητών).
Συνεπώς, εκ της ανωτέρω ανάλυσης, οι ισχυρισμοί περί νομικής και πραγματικής πλάνης ή ότι η απόφαση λήφθηκε υπό πεπλανημένα κριτήρια, ή/και ότι υπήρξαν διαδικαστικές πλημμέλειες από μέρους των Καθ’ ων η αίτηση, απορρίπτονται.
Ούτε ισχύουν και τα όσα προβάλλονται περί παράλειψης οφειλόμενης ενέργειας από μέρους των Καθ’ ων η αίτηση, που (κατά τους συνηγόρους των Αιτητών) δεν εξέτασαν το ενδεχόμενο μετεγκατάστασης στη βάση του άρθρου 12Γ(3) του περί Προσφύγων Νόμου, αφού το συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου αφορά σε διακριτική ευχέρεια και όχι σε δέσμια αρμοδιότητα της Διοίκησης. Συγκεκριμένα, η σχετική πρόνοια του άρθρου 12Γ του περί Προσφύγων Νόμου, αφορά στη συγκεκριμένη ‘δυνατότητα΄ που δίδεται στον Προϊστάμενο (ως προκύπτει από το λεκτικό στο εδάφιο (1) του εν λόγω άρθρου 12Γ) και άρα δεν αποτελεί υποχρέωση για τη Διοίκηση. Οι διατάξεις δε, που υπάρχουν στο εδάφιο (3) του πιο πάνω άρθρου 12Γ του Νόμου, εξετάζονται κατά περίπτωση και στα πλαίσια της (δυνητικής) πρόνοιας που υπάρχει στο εδάφιο (1) του ιδίου άρθρου του Νόμου.
Περαιτέρω, οι συνήγοροι των Αιτητών (γενικά και αόριστα) προβάλλουν ότι η Αιτήτρια 2 καθώς και η ανήλικη της θυγατέρα (Αιτήτρια 3) κινδυνεύουν επειδή ανήκουν σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα λόγω φύλου και (κατά τους συνηγόρους των Αιτητών) δεν τυγχάνουν προστασίας στη χώρα καταγωγής τους, όπου (και πάλι κατά τους συνηγόρους των Αιτητών) υπάρχει έμφυλη βία και παρατηρούνται κοινωνικές, συστημικές και συστηματικές διακρίσεις κατά των γυναικών εκεί. Ως προς την Αιτήτρια 2, επικαλούνται πως δεν εξετάστηκαν τα δεδομένα σχετικά με την κατάσταση/θέση των γυναικών στο Ιράκ, ενώ πιο συγκεκριμένα, για την (ανήλικη) Αιτήτρια 3, υποβάλλουν ότι δεν έγινε εξατομικευμένη αξιολόγηση της περίπτωσής της, ως ανήλικο παιδί, κάνοντας αναφορά σε ένα νόμο που ψηφίστηκε στο Ιράκ (περί τις αρχές του 2025), ο οποίος (κατά τους συνηγόρους των Αιτητών) ‘επιτρέπει’ τους γάμους ανηλίκων κοριτσιών από την ηλικία των 9 ετών.
Καταρχάς, τα όσα πιο πάνω προβάλλονται από τους συνήγορους των Αιτητών, ουδόλως τούτα βρίσκουν έρεισμα υπό τα γεγονότα και δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, ούτε δε, οι Αιτητές 1 και 2 (γονείς και της Αιτήτριας 3) υπέδειξαν κάποιον (εν δυνάμει) κίνδυνο, αλλά ούτε και προέβαλαν οιουσδήποτε συναφείς ισχυρισμούς που να παραπέμπουν σε κάτι τέτοιο, είτε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου ή/και εμφανιζόμενοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια 2 ουδόλως αναφέρθηκε σε οιαδήποτε σοβαρή δυσχέρεια ή δυσμενή διάκριση/μεταχείριση της στη χώρα καταγωγής της, εξαιτίας του ότι είναι γυναίκα, αλλά και εξάλλου, ούτε και η ίδια κατέδειξε οποιαδήποτε αποστέρηση, δυσμένεια ή ευαλωτότητα (πλέον) ως νυμφευμένη γυναίκα (με τον Αιτητή 1), ιδιαίτερα όσον αφορά τα βασικά της δικαιώματα. Ούτε και ανέφερε/υπέδειξε οιαδήποτε τέτοια προβλήματα ή ζητήματα που ενδεχομένως να αντιμετώπιζε με τον γάμο της. Ειδικότερα δε, όσον αφορά την Αιτήτρια 3 (που αποτελεί ανήλικη θυγατέρα των Αιτητών 1 και 2), καμία τέτοια (επιπλέον) ευαλωτότητα δεν προκύπτει να υφίσταται στην περίπτωσή της, αφού πέραν του ότι η ίδια αποτελεί εξαρτώμενο πρόσωπο και των δύο της γονέων (Αιτητές 1 και 2), ουδέποτε οι Αιτητές 1 και 2 εξέφρασαν οτιδήποτε που να παραπέμπει σε κάτι ενάντια στην προστασία/συμφέρον του παιδιού τους ή/και οποιαδήποτε τέτοια άποψη και δη, σε πρόθεσή τους για ενδεχόμενη παντρειά της θυγατέρας τους πριν από την ενηλικίωσή της. Εξάλλου, από τα δεδομένα της περίπτωσής της, αλλά και τις περιστάσεις της οικογένειάς της, η Αιτήτρια 3, βάση και της ηλικίας στην οποία βρίσκεται σήμερα, δεν θεωρείται ότι εμπίπτει στη δυνητική κατηγορία/ομάδα των ανήλικων και προς παντρειά κοριτσιών στο Ιράκ, για τα οποία ενδεχομένως να προκύπτει ένας τέτοιος ειδικός κίνδυνος σε περίπτωση παντρειάς τους μετά την ηλικία των 9 ετών.
Ούτε δε, με βάση τις σχετικές πληροφορίες σε εξωτερική πηγή, αναφορικά με τον εν λόγω νόμο στο Ιράκ (που ψηφίστηκε κατά τον Ιανουάριο του 2025), φαίνεται να εξειδικεύεται κάποιος κίνδυνος που να αφορά συγκεκριμένα τις περιστάσεις και δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, αλλά γενικότερα αναφέρεται ότι η τροποποίηση αυτή του (βασικού) νόμου στο Ιράκ εισάγει αλλαγές που «μειώνουν σημαντικά την προστασία των γυναικών και των παιδιών, εκθέτοντάς τα σε μεγαλύτερους κινδύνους εκμετάλλευσης και κακοποίησης», ενώ «περιορίζει επίσης την πρόσβαση των γυναικών σε θεμελιώδη δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένου του διαζυγίου, της επιμέλειας των παιδιών και της κληρονομιάς, τα οποία είναι όλα σημαντικά για την αυτονομία και την ασφάλειά τους».[1] Φέρεται δε, βάσει αναφορών σε εξωτερικές πηγές, ότι «αυτοί οι περιορισμοί θα μπορούσαν να καταστήσουν τις γυναίκες και τα κορίτσια ολοένα και πιο ευάλωτα σε μια χώρα που ήδη αντιμετωπίζει σημαντική αστάθεια»[2], καθώς και ότι τούτο «θα επιφέρει ‘καταστροφικές’ επιπτώσεις στα δικαιώματα των γυναικών και των κοριτσιών, μέσω του γάμου των κοριτσιών σε νεαρή ηλικία, κάτι που παραβιάζει το δικαίωμά τους στη ζωή ως παιδιά, και θα ‘διαταράξει’ τους μηχανισμούς προστασίας για το διαζύγιο, την επιμέλεια και την κληρονομιά για τις γυναίκες»[3]. Ωστόσο, ως προκύπτει από τα δεδομένα, οι εν λόγω περιορισμοί και αλλαγές δεν αναφέρονται ρητά στον εν λόγω (τροποποιητικό) νόμο, αλλά ενδεχομένως να προκύπτουν σε κάποιες περιπτώσεις, όσον αφορά ζητήματα του οικογενειακού δικαίου, ως απόρροια αυτού του νόμου. Συγκεκριμένα, εν λόγω νόμος, που ‘πρωτίστως’ υποστηρίχθηκε από ‘συντηρητικούς σιίτες νομοθέτες’ στο Ιράκ και φαίνεται να αποσκοπεί στην ‘ευθυγράμμιση’ της νομοθεσίας στη χώρα με τις ‘ισλαμικές αρχές’, θα ‘επέτρεπε’ στους κληρικούς να αποφασίζουν σύμφωνα με την ερμηνεία τους για τον ισλαμικό νόμο και (άρα) θα μπορούσε να ερμηνευτεί/εκληφθεί πως ‘νομιμοποιεί’ τους γάμους ανήλικων κοριτσιών από την ηλικία των 9 ετών.[4],[5] Ειδικότερα, ως αναφέρεται σε εξωτερική πηγή, τούτη η ‘νομιμοποίηση της παντρειάς κοριτσιών από την ηλικία των 9 ετών’, ισχύει ‘υπό ορισμένες περιστάσεις’, με βάση δε, τις ‘θρησκευτικές ερμηνείες’, ενώ συγκριμένα, ο νόμος που ψηφίστηκε «δίνει στις θρησκευτικές αρχές την εξουσία να αποφασίζουν για οικογενειακά ζητήματα, συμπεριλαμβανομένου του γάμου, του διαζυγίου και της επιμέλειας των παιδιών, και καταργεί τη μακροχρόνια απαγόρευση του γάμου παιδιών κάτω των 18 ετών».[6]
Σε κάθε περίπτωση, η ψήφιση του εν λόγω νόμου στη χώρα καταγωγής των Αιτητών, δεν μπορεί να συνιστά έναν τέτοιο απόλυτο κίνδυνο, που να εκτείνεται συγκεκριμένα και στην παρούσα περίπτωση, ώστε να μπορεί να θεωρείται ότι (ενδεχομένως) οι Αιτήτριες 2 και 3 να κινδυνεύουν προσωπικά στη χώρα τους να αντιμετωπίσουν/υποστούν παραβίαση θεμελιωδών/βασικών τους δικαιωμάτων, για τη μεν Αιτήτρια 2 ως γυναίκα και για τη δε Αιτήτρια 3 ως ανήλικο κορίτσι (το γεγονός δε, ότι ένας νόμος σε μια χώρα επιτρέπει/νομιμοποιεί κάτι, δεν σημαίνει ταυτόχρονα και ότι το επιβάλλει/υποχρεώνει τούτο σε όσους αφορά, ενώ στην περίπτωση του εν λόγω νόμου που ψηφίστηκε στο Ιράκ, δεν μπορεί να θεωρείται πως το εν λόγω νομοθέτημα αυτό από μόνο του επηρεάζει όσες γυναίκες είναι παντρεμένες ή/και όσα ανήλικα κορίτσια είναι ανύπαντρα, είτε αυτά είναι κάτω, είτε άνω, της πλέον ‘προβλεπόμενης’ ηλικίας των 9 ετών).
Περαιτέρω, οι συνήγοροι των Αιτητών ισχυρίζονται (παραθέτοντας και σχετικές πληροφορίες από εξωτερικές πηγές, αναφορικά με την πρακτική ΑΓΓΟ γενικότερα στο Ιράκ και ειδικότερα στην επικράτησή της στο Ιρακινό Κουρδιστάν – βλ. σελ. 11-12 στη Γραπτή Αγόρευση για τους Αιτητές) ότι η Αιτήτρια 2 και η ανήλικη θυγατέρα της (Αιτήτρια 3) κινδυνεύουν να υποβληθούν στην πρακτική ΑΓΓΟ σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής τους. Υποβάλλουν δε, ότι η εν λόγω πρακτική συνέχιζε να υφίσταται στην πράξη στην περιοχή του Ιρακινού Κουρδιστάν, παρά και την απαγόρευση της δια νόμου και την ποινικοποίηση τέτοιων πράξεων από τις κουρδικές αρχές. Επιπλέον, προβάλλουν ότι παρά την αποδοχή του ισχυρισμού περί πιέσεων από την οικογένεια του Αιτητή 1 ώστε να υποβληθεί η Αιτήτρια 3 σε ΑΓΓΟ, εντούτοις, η κατάληξη περί απόρριψης του εν λόγω αιτήματος των Αιτητών, πάσχει καθότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν προέβησαν σε συνεκτίμηση του μελλοντικού κινδύνου, λαμβάνοντας επίσης υπόψη τις περιστάσεις και γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, στη βάση και των σχετικών διατάξεων/προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου αναφορικά με τις πράξεις δίωξης και την παρελθούσα δίωξη ή σοβαρή βλάβη.
Ωστόσο, σε συμφωνία με τους Καθ’ ων η αίτηση, οι πιο πάνω προβαλλόμενοι από τους συνηγόρους των Αιτητών ισχυρισμοί κρίνονται ως αβάσιμοι/ανυπόστατοι, εφόσον από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και τα δεδομένα που είχε η Υπηρεσία Ασύλου ενώπιον της, προκύπτει ότι, όσον αφορά τον εν λόγω ουσιώδη ισχυρισμό των Αιτητών (που έγινε αποδεκτός στη βάση και σχετικών στατιστικών στοιχείων από εξωτερικές πηγές, αναφορικά με την πρακτική ΑΓΓΟ στο Ιράκ καθώς και στο Ιρακινό Κουρδιστάν – βλ. ερ. 216-215 του Δ.Φ.), λήφθηκαν (δεόντως) υπόψη τα δεδομένα και περιστάσεις της παρούσας περίπτωσης κατά την αξιολόγηση του (μελλοντικού) κινδύνου δίωξης από τον αρμόδιο λειτουργό (βλ. ερ. 213-212 του Δ.Φ.), ειδικότερα ως τα εν λόγω σημεία συνοψίζονται (επίσης) στη γραπτή αγόρευση των Καθ’ ων η αίτηση (βλ. σχετικά, σημ. 47 στη σελ. 11 στη Γραπτή Αγόρευση των Καθ’ ων η αίτηση).
Περαιτέρω, τα όσα παραθέτουν οι συνήγοροι των Αιτητών υπό τη μορφή πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής (βλ. σελ. 11-12 στη Γραπτή Αγόρευση για τους Αιτητές), παρατηρείται πως αυτά αποτελούν κυρίως εκθέσεις του 2020 με στοιχεία για την πρακτική ΑΓΓΟ, ειδικότερα για περιοχές στο Ιρακινό Κουρδιστάν, χωρίς δε, να αναφέρεται το επίπεδο/διεύρυνση της εν λόγω πρακτικής ή να υπάρχει μια συγκριτική εκτίμηση των εν λόγω δεδομένων, αλλά γενικότερα προκύπτει πως συνεχιζόταν η εν λόγω πρακτική στο Ιρακινό Κουρδιστάν, παρά και τη ψήφιση του σχετικού νόμου από τον Ιούνιο του 2011 για την ποινικοποίησή της. Ωστόσο, διαπιστώνεται (εξάλλου) ότι οι Καθ’ ων η αίτηση, κατά την εκτίμηση του (μελλοντικού) κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής των Αιτητών στη χώρα καταγωγής τους, βασίστηκαν (πέραν του εν λόγω απαγορευτικού νόμου και των διαθέσιμων στατιστικών στοιχείων) και σε αρκετά άλλα σημεία που προκύπτουν με βάση τα δεδομένα και περιστάσεις της περίπτωσης των Αιτητών. Όσον αφορά τα δεδομένα από επιπλέον πληροφορίες για την πρακτική του ΑΓΓΟ, που παραθέτουν οι συνήγοροι των Αιτητών (βλ. σελ. 12-13 στη Γραπτή Αγόρευση για τους Αιτητές), διαπιστώνεται πως τούτα αφορούν γενικότερα δεδομένα, για την εν λόγω πρακτική (που συνιστά έμφυλη βία και πράξη δίωξης), καθώς και για τις επιπτώσεις της στα θύματα ΑΓΓΟ. Ωστόσο, σημειώνεται ότι στην παρούσα περίπτωση (ως αναφέρθηκε και πιο πάνω), δεν διαπιστώθηκε οιαδήποτε παρελθούσα βλάβη αλλά ούτε και κίνδυνος δίωξης για την περίπτωση (ειδικότερα) της Αιτήτριας 3.
Αναφορικά δε, με τα στοιχεία που παραθέτουν οι συνήγοροι των Αιτητών στην απαντητική τους γραπτή αγόρευση (υπό τα Παραρτήματα Α και Β αυτής), υποβάλλοντας ότι τα δεδομένα για την πρακτική του ΑΓΓΟ στο Ιράκ τα οποία παρέθεσαν οι Καθ’ ων η αίτηση δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα, παρατηρείται καταρχάς πως τα εν λόγω δεδομένα που παρέθεσαν οι Καθ’ ων η αίτηση, αφορούν σε στοιχεία έρευνας του 2018, ενώ τα δεδομένα που παραθέτουν οι συνήγοροι των Αιτητών, αφορούν σε έκθεση του 2019, που όμως βασίζεται σε στοιχεία από έρευνα του 2011, καθώς και σε στοιχεία από την UNICEF (χωρίς ημερομηνία), που ως διαπιστώνεται (κατόπιν σχετικής διερεύνησης του παρόντος Δικαστηρίου), αφορά σε δεδομένα από έκθεση της UNICEF του 2020, που όμως βασίζεται σε στοιχεία από έρευνα του 2018[7] (άρα, ουσιαστικά, παραπέμπουν στην ίδια πηγή στην οποία βασίστηκαν και οι Καθ’ ων η αίτηση όσον αφορά τα σχετικά στατιστικά στοιχεία που παρέθεσαν για την πρακτική ΑΓΓΟ στο Ιράκ).
Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του, τις επικαιροποιημένες πληροφορίες και στοιχεία, καθώς και τις διαχρονικές αλλαγές (συγκριτικά με τα παλαιότερα στοιχεία). Στην παρούσα περίπτωση, τα πιο πρόσφατα (διαθέσιμα) στατιστικά στοιχεία για την πρακτική ΑΓΓΟ στη χώρα καταγωγής των Αιτητών, ως προκύπτει, αφορούν στην εν λόγω έκθεση της UNICEF του 2020, η οποία βασίζεται σε στοιχεία από επίσημη έρευνα του 2018 στο Ιράκ (όπου με βάση του κύριους δείκτες επικράτησης του ΑΓΓΟ στη χώρα, 0,5% των κοριτσιών κάτω των 15 ετών είχαν υποβληθεί στην εν λόγω πρακτική, 7,4% των κοριτσιών και γυναικών μεταξύ 15-49 ετών είχαν υποστεί ΑΓΓΟ, ενώ 93,6% των γυναικών, μεταξύ 15-49 ετών, πίστευαν πως το ΑΓΓΟ θα πρέπει να εξαληφθεί)[8], ενώ τα παλαιότερα στοιχεία, αφορούσαν προηγούμενη επίσημη έρευνα του 2011 στο Ιράκ[9].
Περαιτέρω, στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρουν κατά περίπτωση (βλ. Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου, 2010).
Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (KNAI ν. The Republic (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης (Δημοκρατίας ν. Γιαλλουρίδη και Άλλων), Αναθεωρητικές Εφέσεις 868, 868, ημερομηνίας 13.12.90).».
Ως προς τους προωθούμενους λόγους προσφυγής είναι κρίσιμο και απαραίτητο να καταστεί αντιληπτό ότι η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής των λόγων προσφυγής. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει και την ουσιαστική ορθότητα της από τούδε και στο εξής (ex nunc) [βλ. σχετικά, άρθρο 11(3)(α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου]. Εν προκειμένω, οι Αιτητές αναμένεται να προβάλουν, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή τους στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής (π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης). Εν προκειμένω, οι Αιτητές εκπροσωπούμενοι και δια συνηγόρων, έχουν την ευκαιρία να εκθέσουν τους ισχυρισμούς τους και να λάβουν όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου», Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελείς χαρακτηρίζονται οι λόγοι προσφυγής, οι οποίοι ακόμα και αν γίνουν δεκτοί δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. «Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας», Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].
Όπως επισημάνθηκε, αποτελεί βασική νομολογιακή αρχή ότι η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλουν ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγονται δε, στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Α.Ε. Aρ.: 3017, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 5.6.2002, (2002) 3 ΑΑΔ 345).
Η γενική αυτή νομολογιακή αρχή θα πρέπει να εξεταστεί εν προκειμένω υπό το φως του ειδικού δικαίου που διέπει τη διαδικασία εξέτασης μίας αιτήσεως ασύλου και των αρχών που θεσπίζει τόσο η εθνική όσο και η ενωσιακή νομοθεσία. Συναφές εν προκειμένω είναι το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτού. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας των αιτητών ασύλου να τεκμηριώσουν με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή τους, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον αιτητή σε αυτή την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195, Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία, Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C 277/11, M. M., ECLI:EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).
Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και ειδικότερα όσων οι (ενήλικοι) Αιτητές 1 και 2 δήλωσαν με τις αιτήσεις τους για διεθνή προστασία και κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων τους ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, καθώς και των όσων προβάλλουν με την παρούσα Προσφυγή τους και ειδικότερα των όσων ανέφεραν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.
Κρίνεται σκόπιμο στο στάδιο αυτό, να καταγραφούν οι ισχυρισμοί που πρόβαλαν οι Αιτητές 1 και 2 στα πλαίσια της εξέτασης του αιτήματός τους για διεθνή προστασία από την Υπηρεσία Ασύλου.
Κατά την υποβολή του αιτήματός του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής 1 δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει για λόγους ασφάλειας επειδή ο πεθερός του ήταν μπλεγμένος με κάποιους κατόπιν που σκότωσε κάποιον μετά από προσωπική (επιχειρηματική) διαμάχη. Ο ίδιος και η οικογένειά του, δέχθηκαν απειλές από εκείνα τα άτομα (της φυλής Jaff), που τους ανάγκασαν να φύγουν (ως επίσης κατέγραψε ο Αιτητής 1). [βλ. ερ. 4 του Δ.Φ.]
Κατά τη συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Αιτητής 1 δήλωσε ότι είναι υπήκοος του Ιράκ, Κουρδικής εθνοτικής καταγωγής, σουνίτης μουσουλμάνος στο θρήσκευμα και γεννήθηκε στην πόλη Sulaymaniyah (της ομώνυμης περιφέρειας στο Ιρακινό Κουρδιστάν), όπου και έζησε για κάποια περίοδο, ενώ διέμενε για αρκετό διάστημα κατόπιν που παντρεύτηκε στην πόλη Darbandikhan (της περιφέρειας Sulaymaniyah στο Ιρακινό Κουρδιστάν) και για 1,5-2 μήνες προτού αναχωρήσει από τη χώρα του, είχε μετοικήσει (μαζί με την οικογένεια του) στην πόλη Sulaymaniyah. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι είναι νυμφευμένος με την Αιτήτρια 2 από το 2017 και μαζί απέκτησαν δυο παιδιά (την Αιτήτρια 3 και τον Αιτητή 4), ενώ δήλωσε επίσης ότι οι δύο γονείς του βρίσκονται στην πόλη Sulaymaniyah του Ιράκ, καθώς και ότι έχει 4 αδέλφια εκεί και δύο αδελφές που βρίσκονται σε διαφορετικές χώρες στο εξωτερικό. Ως προς το μορφωτικό επίπεδο και το επάγγελμά του, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε το σχολείο μέχρι το δεύτερο έτος της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (αφού σταμάτησε το σχολείο λόγω οικονομικών προβλημάτων όπως είπε) και διατηρούσε κατάστημα πώλησης τσαγιού για περίπου 5,5-6 έτη προτού φύγει από τη χώρα του. Ουδέποτε ο ίδιος συμμετείχε σε οποιοδήποτε δραστηριότητα, ομάδα, ή στρατιωτική/παραστρατιωτική οργάνωση, ως δήλωσε ο Αιτητής 1. Αναχώρησε νόμιμα από τη χώρα καταγωγής του (μαζί με την οικογένεια του), αεροπορικώς με το επίσημο του διαβατήριο, ενώ δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε σημαντικό πρόβλημα κατά την έξοδο του από τη χώρα, αλλά ούτε και κατά το ταξίδι του. [βλ. ερ. 136/1Χ, 135, 134, 133/1Χ,2Χ, 132, 131/1Χ,2Χ, 130/1Χ,3Χ του Δ.Φ.]
Αναφορικά με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει, κατά τη συνέντευξή του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Αιτητής 1 ανέφερε ότι ο πατέρας της Αιτήτριας 2, που εξαιτίας του παρελθόντος του ως υψηλόβαθμο στέλεχος στις Κουρδικές δυνάμεις ‘peshmerga’ ήταν νευρικός και ασταθής χαρακτήρας, σκότωσε κάποιο άτομο που ανήκε σε μια άλλη φυλή, τους Jaff, κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης/διαπραγμάτευσης μεταξύ τους για την αγοραπωλησία ενός οχήματος, στο συνεργείο αυτοκινήτων όπου εργαζόταν εκείνος (ήτοι, ο πατέρας της Αιτήτριας 2. Ως επίσης ανέφερε ο Αιτητής 1, ο ίδιος είχε ειδοποιηθεί από κάποιον τρίτο για το συμβάν τούτο και έτσι πήγε μαζί του στο συνεργείο του πεθερού του. Έπειτα από το συμβάν, ως ο Αιτητής 1 ανέφερε, τα μέλη της οικογένειας του αποβιώσαντα δεν δέχονταν κάποια ‘ειρηνική λύση’ όταν προσπάθησε ο ίδιος να διαμεσολαβήσει για να επιλύσει το εν λόγω πρόβλημα, αφού τους γνώριζε επειδή ήταν και τακτικοί πελάτες στο μαγαζί του, αλλά εκείνοι επέμεναν στο να σκοτώσουν κάποιον από την οικογένεια της Αιτήτριας 2 για εκδίκηση. Ο Αιτητής 1 επικαλέστηκε επιπλέον, ότι ο πεθερός του είχε συλληφθεί μετά το εν λόγω περιστατικό, αλλά κατάφερε να βγει από τη φυλακή μετά από 2 ημέρες κράτησης αφού είχε διασυνδέσεις λόγω της προηγούμενης του ιδιότητας και είχε πληρώσει ένα αρκετά μεγάλο ποσό, ενώ έκτοτε εκείνος παρέμεινε κρυμμένος και μόνο η γυναίκα του γνώριζε που βρισκόταν. Ακολούθως, όπως είπε ο Αιτητής 1, δέχονταν απειλές από την οικογένεια του εν λόγω ατόμου που σκότωσε ο πεθερός του και έτσι, αποφάσισαν να μετοικήσουν (οικογενειακώς) στην πόλη των γονέων του, όπου αρχικά διέμεναν σε μια άλλη οικία για κάποιο διάστημα, όπου και η σύζυγός του (Αιτήτρια 2) διατηρούσε μαγαζί, αλλά επειδή συνέχιζαν οι απειλές εναντίον τους, έπειτα πήγαν να ζήσουν μαζί με τους γονείς του ιδίου, μέχρι που έφυγαν από τη χώρα τους. Ο Αιτητής 1 είχε εντωμεταξύ πωλήσει τα πάντα και μετέβη ο ίδιος μόνος στο Ιράν, ενώ προσπάθησε να πείσει και τη σύζυγό του (Αιτήτρια 2) να πάει μαζί με το παιδί τους (Αιτήτρια 3) εκεί, αλλά αυτή δεν ήθελε να τον ακολουθήσει λόγω της κατάστασης στο Ιράν, ούτε και ο ίδιος ήταν ευχαριστημένος εκεί, έτσι ο Αιτητής 1 επέστρεψε στο Ιράκ, οπότε και αποφάσισαν να φύγουν από τη χώρα τους. [βλ. ερ. 129-127 του Δ.Φ.]
Ακολούθως, ο Αιτητής 1 επιβεβαίωσε ότι ο (κύριος) λόγος που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του ήταν εξαιτίας του ότι ο πεθερός του σκότωσε το εν λόγω άτομο, καθώς επίσης, λόγω της εμπλοκής/παρέμβασης που είχε ο ίδιος και των απειλών εναντίον του, και καθότι κινδύνευε και η σύζυγός του (Αιτήτρια 2) επειδή τα μέλη από την οικογένεια του αποβιώσαντα ατόμου ήθελαν να πάρουν εκδίκηση. Περαιτέρω, επικαλέστηκε και το γεγονός ότι πλέον ο ίδιος αδυνατεί να βοηθήσει οικονομικά τους γονείς του, όντας εκτός της χώρας του και μη μπορώντας να επιστρέψει. Πέραν τούτου, ο Αιτητής 1 δήλωσε ότι το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η ασφάλεια της συζύγου του (Αιτήτρια 2) και των παιδιών του (Αιτητές 3 και 4). [βλ. ερ. 127/1Χ του Δ.Φ.]
Επικαλέστηκε επίσης ότι ο ίδιος φοβάται, σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, από τη φυλή στην οποία άνηκε το άτομο που σκότωσε ο πεθερός του, η οποία είναι μεγάλη φυλή και τα πλείστα άτομα αυτής γνώριζαν τον ίδιο, όπως είπε. Αναφορικά με τις απειλές που λάμβανε, ο Αιτητής 1 είπε πως αυτές ήταν αρκετές και γίνονταν μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας και μηνυμάτων, όπου τον απειλούσαν ότι θα πάρουν εκδίκηση, ενώ η πρώτη απειλή που έλαβε ήταν τηλεφωνικώς, την ίδια ημέρα που συνέβη το εν λόγω περιστατικό και προερχόταν από τον υιό του αποβιώσαντα ατόμου. Όπως ανέφερε, ο ίδιος ανησυχούσε για την οικογένεια του, ενώ προσπάθησε συνομιλώντας, με τον εν λόγω υιό του αποθανόντα, ώστε να επιλύσουν ‘ειρηνικά’ το θέμα, προσφέροντας του χρήματα, αλλά εκείνος αρνήθηκε, λέγοντας του ότι ήθελαν να πάρουν εκδίκηση. Επιπλέον, ισχυρίστηκε πως λίγο προτού φύγουν από το Ιράκ και όταν ο ίδιος βρισκόταν μόνος του στο Ιράν, είχαν αφήσει ένα απειλητικό σημείωμα έξω από το μαγαζί όπου εργαζόταν η γυναίκα του (Αιτήτρια 3). [βλ. ερ. 127-125 του Δ.Φ.]
Ως προς τις δύο (διαφορετικές) φυλές, που ανήκε ο πεθερός του και το άτομο που εκείνος είχε σκοτώσει, ο Αιτητής 1 ανέφερε ότι από τη μία πλευρά, ο πεθερός του ανήκε στη φυλή Hamawand και από την άλλη πλευρά, το άτομο που σκότωσε ανήκε στη φυλή Jaff, διευκρινίζοντας ότι μόνο ο πεθερός του και η ομήγυρη του εμπλέκονταν στο εν λόγω ζήτημα, χωρίς να επηρεάζεται η άλλη φυλή, ούτε και υπήρχαν προηγούμενα ζητήματα στο παρελθόν μεταξύ των δύο οικογενειών, ήτοι του πεθερού του και του ατόμου που σκότωσε, αν και υποστήριζαν διαφορετικές πολιτικές παρατάξεις. Ως προς τη φυλή Jaff, ο Αιτητής 1 ανέφερε ότι ήταν μεγάλη φυλή και η εν λόγω οικογενειακή φυλή του ατόμου που σκότωσε ο πεθερός του, είχε πολύ καλές πολιτικές διασυνδέσεις, ήταν πολύ γνωστή και τα άτομά της είχαν αρκετά χρήματα και καλές επιχειρήσεις. Ως επιβεβαίωσε, τα άτομα της φυλής Jaff ήταν επίσης Κουρδικής καταγωγής, σουνίτες μουσουλμάνοι ως προς το θρήσκευμά τους και ζούσαν κυρίως σε περιοχές του Ιρακινού Κουρδιστάν. Ανέφερε επιπλέον, ότι ο ίδιος τους γνώριζε επειδή ορισμένοι ήταν πελάτες στο μαγαζί του και πάντα οπλοφορούσαν, ενώ όλοι στην περιοχή τους, ακόμη και οι τοπικές αρχές, γνώριζαν για αυτούς καθώς και για το περιστατικό με τον πεθερό του, ως ισχυρίστηκε. Πέραν του υιού του ατόμου που σκότωσε ο πεθερός του, στην εν λόγω ‘έχθρα’ εμπλέκονταν επίσης τα δύο αδέλφια του, καθώς και κάποια ξαδέρφια τους, που ήταν επίσης πελάτες στο μαγαζί του, ενώ από την πλευρά του πεθερού του, πέραν εκείνου, εμπλέκονταν ο αδελφός του και ο υιός του, καθώς και αρκετά άλλα άτομα από την άμεση οικογένεια του. [βλ. ερ. 125-124 του Δ.Φ.]
Αναφορικά με το περιστατικό με τον πεθερό του, που έγινε στο συνεργείο αυτοκινήτων, ο Αιτητής 1 ισχυρίστηκε πως ο πεθερός του ήθελε να αγοράσει κάποιο εξάρτημα από έναν τρίτο και όταν ένα άλλο άτομο πρόσφερε περισσότερα χρήματα για το ίδιο αντικείμενο, τότε ήρθαν σε αντιπαράθεση μεταξύ τους και ο πεθερός του, που οπλοφορούσε πάντα, πυροβόλησε το εν λόγω άτομο επιτόπου στο κεφάλι. Ο Αιτητής 1 ανέφερε πως το εν λόγω περιστατικό έγινε περί τους 2-2,5 μήνες προτού φύγουν από το Ιράκ, ενώ επικαλέστηκε πως ο πεθερός του και το άλλο άτομο ανήκαν σε διαφορετικά πολιτικά κόμματα και τούτο οδήγησε στην επίταση της εχθρότητας μεταξύ τους, αφού οι δύο τους είχαν ήδη μια ‘έχθρα’ μεταξύ τους από το παρελθόν, ως επίσης ισχυρίστηκε. Το άτομο που πυροβόλησε ο πεθερός του, είχε μεταφερθεί ακολούθως με ασθενοφόρο σε νοσοκομείο, αλλά πέθανε καθοδόν, ενώ ο πεθερός του διέφυγε αμέσως μετά το εν λόγω περιστατικό, ως επίσης ανέφερε ο Αιτητής 1, δηλώνοντας ότι έμαθε για όλα αυτά από έναν φίλο του, που τον είχε ενημερώσει σχεδόν άμεσα (εντός 20 λεπτών ως ανέφερε). [βλ. ερ. 123-121 του Δ.Φ.]
Ακολούθως, ο Αιτητής 1 επανέλαβε πως γνώριζε ήδη, πριν από το εν λόγω περιστατικό με τον πεθερό του, τα άτομα της φυλής Jaff, αφού ήταν πελάτες στο μαγαζί του. Σχετικά με την οικογενειακή συγκέντρωση που έλαβε χώρα μετά το εν λόγω περιστατικό, ο Αιτητής 1 ανέφερε ότι μαζεύτηκαν όλοι τους σε έναν ιδιωτικό ‘κήπο’ που είχε ο πεθερός του, όπου παρευρίσκονταν, πέραν του ιδίου, της συζύγου του (Αιτήτρια 2) και του παιδιού τους (Αιτήτρια 3), ο αδελφός του πεθερού του, που είχε καλέσει την εν λόγω οικογενειακή συνάντηση, καθώς και η σύζυγος και τα παιδιά του πεθερού του, ως επίσης, η σύζυγος και τα παιδιά του αδελφού του πεθερού του. Ανέφερε επίσης, ότι ο αδελφός του πεθερού του και τα παιδιά του προσπάθησαν επικοινωνώντας τηλεφωνικώς με τον υιό του ατόμου που σκότωσε ο πεθερός του, ώστε να επιλύσουν το θέμα, όπως προσπάθησε και ο ίδιος ο Αιτητής 1, αλλά η άλλη πλευρά ήταν αδιάλλακτοι και ήθελαν να πάρουν εκδίκηση ως ισχυρίστηκε, απειλώντας επίσης τον ίδιο και την οικογένεια του. Ο Αιτητής 1 δήλωσε επίσης ότι συνέχισε να λαμβάνει απειλητικά τηλεφωνήματα και μηνύματα, επικαλούμενος ότι πέραν του εαυτού του, φοβόταν επίσης ότι μπορούσε να βιάσουν τη σύζυγό του (Αιτήτρια 2) και τη θυγατέρα του (Αιτήτρια 3). Ως επίσης ανέφερε, την ίδια νύχτα μετά το περιστατικό, παρέμειναν όλοι τους στον κήπο του πεθερού του, ενώ το επόμενο πρωί, ο Αιτητής 1 μαζί με τη σύζυγό του (Αιτήτρια 2) και το παιδί τους (Αιτήτρια 3) μετέβηκαν στην οικογένεια των γονιών του στην πόλη τους, αλλά ο πεθερός του και η γυναίκα του παρέμειναν για 2-3 ημέρες στο ίδιο μέρος (ήτοι στον κήπο του πεθερού του) και ο ίδιος δεν γνωρίζει τι απέγιναν έπειτα. [βλ. ερ. 121-119 του Δ.Φ.]
Στη συνέχεια, ερωτηθείς σχετικά, ο Αιτητής 1 δήλωσε πως πέραν των εν λόγω απειλητικών τηλεφωνημάτων και μηνυμάτων που λάμβανε, καθώς και ενός απειλητικού σημειώματος που άφησαν έξω από το μαγαζί της συζύγου του (Αιτήτρια 2), δεν συνέβη οτιδήποτε άλλο σχετικά με το εν λόγω ζήτημα, επικαλούμενος συνάμα ότι εάν επέστρεφε στη χώρα του, τότε θα τον σκότωναν, εκτός εάν εκδικούνταν σκοτώνοντας κάποιο μέλος από την οικογένεια της συζύγου του (Αιτήτρια 2), οπότε και θα ήταν ασφαλής ο ίδιος. Ούτε και συνάντησε ο ίδιος οποτεδήποτε κάποιο άτομο από την οικογένεια του ατόμου που είχε σκοτώσει ο πεθερός του, ως επίσης δήλωσε ο Αιτητής 1. [βλ. ερ. 118/1Χ του Δ.Φ.]
Ως επίσης ανέφερε ο Αιτητής 1, οι δυνάμεις ασφαλείας και οι αστυνομικές αρχές προσπάθησαν να επέμβουν προς επίλυση της εν λόγω κατάστασης, ωστόσο, απέτυχαν ως ισχυρίστηκε, επικαλούμενος πως η οικογένεια του ατόμου που σκότωσε ο πεθερός του είχαν αρκετά άτομα που ήταν μέλη των εν λόγω αρχών και επίσης, είχαν επιρροή στην κυβέρνηση. Ούτε η οικογένεια του ατόμου που σκότωσε ο πεθερός του προέβησαν σε κάποια καταγγελία για το εν λόγω περιστατικό, αν και μερικές ημέρες μετά το συμβάν, ο πεθερός του μπήκε στη φυλακή για 2 ημέρες, κατόπιν που παραδόθηκε από μόνος του στην αστυνομία, αλλά βγήκε από τη φυλακή όταν ο αδελφός του πλήρωσε αρκετά χρήματα για να τον αφήσουν ελεύθερο, αφού φοβούνταν ότι κάποιος μπορεί να τον σκότωνε εκεί. [βλ. ερ. 118-117 του Δ.Φ.]
Ερωτηθείς ακολούθως ο Αιτητής 1 σχετικά με το τι φοβάται πως θα συμβεί σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, ο ίδιος αποκρίθηκε επαναλαμβάνοντας ότι θα σκοτώσουν τον ίδιο και τη σύζυγό του (Αιτήτρια 2) και τα παιδιά του (Αιτητές 3 και 4), επικαλούμενος τον τρόπο σκέψης και την ιδεολογία της οικογένειας του ατόμου που σκότωσε ο πεθερός του (βλ. ερ. 117/3Χ του Δ.Φ.). Επιβεβαίωσε δε, ότι οι γονείς του ιδίου δεν αντιμετώπισαν οποιαδήποτε προβλήματα εξαιτίας της όλης κατάστασης, ισχυριζόμενος ωστόσο ότι τα μέλη της οικογένειας του είχαν τρομοκρατηθεί, αλλά δεν δέχθηκαν οιεσδήποτε απειλές (βλ. ερ. 116/1Χ του Δ.Φ.). Πέραν του εν λόγω ζητήματος, ως ο Αιτητής 1 δήλωσε, δεν υπήρχε οποιοδήποτε άλλο πρόβλημα για τον ίδιο, τη σύζυγο του (Αιτητρια 2) ή τα παιδιά του (Αιτητές 3 και 4) που ενδεχομένως να αντιμετώπιζαν κατά την επιστροφή τους στη χώρα καταγωγής τους (βλ. ερ. 116/3Χ του Δ.Φ.). Ουδέποτε ο ίδιος, ως επίσης δήλωσε, είχε προβεί σε καταγγελία για τις απειλές που δέχθηκε, αφού όπως είπε, δεν τον αφορούσε άμεσα το εν λόγω περιστατικό, απλά ο ίδιος είχε εμπλακεί στο θέμα εξαιτίας του ότι αφορούσε την πλευρά της γυναίκας του (Αιτήτρια 2) (βλ. ερ. 116 του Δ.Φ.). Σε σχετική ερώτηση κατά πόσο θα μπορούσε να αναζητήσει βοήθεια από τις τοπικές αρχές ώστε να προστατεύσουν τον ίδιο και την οικογένεια του σε περίπτωση που επιστρέψουν στη χώρα τους, ο Αιτητής 1 επικαλέστηκε πως στη χώρα του υπάρχει διαφθορά και οι δικαστές χρηματίζονται, άρα δεν υπάρχει τρόπος να είναι ασφαλείς εκεί, ενώ ούτε και η φυλή στην οποία ανήκει μπορεί να ‘διορθώσει’ την κατάσταση που υπάρχει (βλ. ερ. 115 του Δ.Φ.). Τέλος, ερωτηθείς κατά πόσο θα μπορούσε να ζήσει με ασφάλεια σε άλλη περιοχή του Ιράκ, ο Αιτητής 1 αποκρίθηκε αρνητικά, ισχυριζόμενος πως στο Erbil/Hawlir ζουν άτομα που ανήκουν στο ίδιο (κυβερνών) πολιτικό κόμμα με αυτό της φυλής του ατόμου το οποίο σκότωσε ο πεθερός του, ενώ επιπλέον επικαλέστηκε πως ούτε σε κάποιο άλλο μέρος της χώρας θα μπορούσε να πάει, αφού, ακόμα και στην πόλη όπου ζουν οι γονείς του, θα μπορούσαν εύκολα να τον εντοπίσουν και να τον προσεγγίσουν (βλ. ερ. 115 του Δ.Φ.).
Κατά την υποβολή του αιτήματός της για διεθνή προστασία, η Αιτήτρια 2 δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει για λόγους ασφάλειας επειδή ο πατέρας της ήταν μπλεγμένος με κάποιους κατόπιν που σκότωσε κάποιον μετά από προσωπική (επιχειρηματική) διαμάχη. Η ίδια και η οικογένειά της, δέχθηκαν απειλές από εκείνα τα άτομα (της φυλής Jaff), που τους ανάγκασαν να φύγουν (ως επίσης κατέγραψε η Αιτήτρια 2). Η Αιτήτρια 2 δήλωσε επίσης ότι ήταν (τότε) 6 μηνών έγκυος. [βλ. ερ. 1 του Δ.Φ.]
Κατά τη συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, η Αιτήτρια 2 δήλωσε ότι είναι υπήκοος του Ιράκ, Κουρδικής εθνοτικής καταγωγής, σουνίτισσα μουσουλμάνα στο θρήσκευμα και γεννήθηκε στην πόλη Darbandikhan (της περιφέρειας Sulaymaniyah στο Ιρακινό Κουρδιστάν), όπου διέμενε για αρκετό διάστημα εκεί, ενώ για περίπου 2 μήνες ή και λιγότερο προτού αναχωρήσει από τη χώρα της, είχε μετοικήσει (μαζί με την οικογένεια της) στην πόλη Sulaymaniyah (της ομώνυμης περιφέρειας στο Ιρακινό Κουρδιστάν), όπου και επίσης έζησε για κάποια περίοδο στο παρελθόν. Ως προς την οικογενειακή της κατάσταση, δήλωσε ότι είναι νυμφευμένη με τον Αιτητή 1 από το 2017 και μαζί απέκτησαν δυο παιδιά (την Αιτήτρια 3 και τον Αιτητή 4), ενώ δήλωσε επίσης ότι οι δύο γονείς της και τα δύο αδέλφια της βρίσκονταν στην Sulaymaniyah του Ιράκ, καθώς και ότι έχει και έναν αδελφό που βρίσκεται στο εξωτερικό. Ως προς το μορφωτικό επίπεδο και το επάγγελμά της, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε το πανεπιστήμιο, ενώ γενικότερα δεν εργαζόταν στη χώρα της, πέραν ενός σύντομου διαστήματος που δούλευε σε κατάστημα πώλησης ενδυμάτων λίγο προτού αποχωρήσει από τη χώρα της. Ουδέποτε η ίδια συμμετείχε σε οποιαδήποτε οργάνωση, κίνημα, ή συγκεκριμένη ομάδα ή πολιτικό κόμμα ή δραστηριότητα, πλην του πατέρα της, ο οποίος ήταν (πρώην) μέλος στις Κουρδικές δυνάμεις ‘peshmerga’ καθώς και μέλος σε (αντιπολιτευόμενο) πολιτικό κόμμα στο Κουρδιστάν, ως δήλωσε η Αιτήτρια 2. Αναχώρησε νόμιμα από τη χώρα καταγωγής της (μαζί με την οικογένεια της), αεροπορικώς με το επίσημο της διαβατήριο, ενώ δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε σημαντικό πρόβλημα κατά την έξοδο της από τη χώρα, αλλά ούτε και κατά το ταξίδι της. [βλ. ερ. 163/1Χ, 162, 161/2X, 160, 159 και 158 του Δ.Φ.]
Αναφορικά με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει, κατά τη συνέντευξή της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, η Αιτητρια 2 ανέφερε ότι μετά τον γάμο της ζούσε για κάποιο διάστημα στην Sulaymaniyah, αλλά κατόπιν επέστρεψε με τον σύζυγο της (Αιτητής 1) στην πόλη τον γονιών της, όπου ζούσαν μαζί τους, ωστόσο, μια μέρα ο πατέρας της αποφάσισε να πάει από μόνος του στο συνεργείο αυτοκινήτων, όπου πήγαινε περιστασιακά και έπειτα από 2 ώρες περίπου, ο σύζυγός της (Αιτητής 1) επέστρεψε ξαφνικά στο σπίτι και της είπε να ετοιμάσει κάποια απαραίτητα πράγματα για να φύγουν. Η Αιτήτρια 2 έπραξε τούτο και κατόπιν μετέβησαν απευθείας στον ‘κήπο’ όπου ήδη βρισκόταν ο πατέρας της και όπου έπειτα κατέφθασε ο θείος της και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, ενώ ο πατέρας της άρχισε να τους περιγράφει αυτό που του συνέβη, λέγοντας τους πως όταν πήγε στο συνεργείο ήθελε να αγοράσει ένα αυτοκίνητο από κάποιον τρίτο, αλλά ένα άλλο άτομο, που ήδη δεν είχε καλή σχέση με τον πατέρα της, πρόσφερε περισσότερα χρήματα για το ίδιο αυτοκίνητο, ώστε να προκαλέσει τον πατέρα της, και αυτό οδήγησε σε αντιπαράθεση μεταξύ τους, ενώ κατέληξε με τον πατέρα της να πυροβολεί το εν λόγω άτομο με το όπλο που πάντα έφερε μαζί του. Κατόπιν ο πατέρας της διέφυγε από το συμβάν και κατέληξε στον ‘κήπο’, όπου μαζεύτηκαν όλοι και όπου τους περιέγραψε τα πιο πάνω, παροτρύνοντας τους επίσης για να φύγουν ώστε να προστατευθούν καθότι δεν επιθυμούσε να εμπλακούν στο πρόβλημα που εκείνος είχε δημιουργήσει. Έτσι, η Αιτήτρια 2 μαζί με το σύζυγο της (Αιτητής 1) και το παιδί τους (Αιτήτρια 3) μετέβηκαν στην πόλη των γονιών του συζύγου της (Αιτητής 1), όπου αργότερα έμαθαν πως το εν λόγω άτομο που πυροβόλησε ο πατέρας της, είχε ήδη πεθάνει, έτσι χειροτέρευσε η όλη κατάσταση και ενώ προσπάθησαν να επιλύσουν το ζήτημα, ο υιός του ατόμου που σκότωσε ο πατέρας της ήταν αδιάλλακτος και παρέμενε επικίνδυνος, απειλώντας τους πως θα σκότωνε κάποιο μέλος από την οικογένεια της για εκδίκηση. Το εν λόγω άτομο που ανήκε στην οικογενειακή φυλή των Jaff, που είχαν αρκετή δύναμη ως οικογένεια στην περιοχή καθώς και διασυνδέσεις με (το κυβερνών) πολιτικό κόμμα, όπως ανέφερε η Αιτήτρια 2, δεν δεχόταν να διαπραγματευθούν, αλλά ούτε και χρήματα ή οτιδήποτε άλλο για να επιλυθεί το εν λόγω ζήτημα, ενώ συνάμα η ίδια ανησυχούσε επειδή κινδύνευαν εξαιτίας των απειλών που λαμβάναν και εφόσον δεν μπορούσαν να προστατευθούν από μια τέτοια δυνατή φυλή με πολιτικές διασυνδέσεις, επικαλούμενη επιπλέον, ότι θα μπορούσε να βίαζαν την ίδια, τη θυγατέρα της (Αιτήτρια 3), ή ακόμα και τις αδελφές της. Τον ίδιο κίνδυνο ένιωθαν και όταν μετέβηκαν στην πόλη των γονιών του συζύγου της (Αιτητής 1), ενώ η ίδια, ενόσω εργαζόταν σε ένα κατάστημα εκεί, αντιμετώπιζε επίσης και κάποια επιπλέον προβλήματα με τους γονείς του συζύγου της (Αιτητής 1), που ήταν πολύ θρησκευόμενοι και ήταν ενάντια στο να εργάζεται η ίδια μόνη της στο εν λόγω κατάστημα και επίσης είχαν την ιδεολογία πως η ίδια θα πρέπει να φέρει την παραδοσιακή ενδυμασία, πέραν του κυρίως ζητήματος που υπήρχε. Ως επίσης ανέφερε η Αιτήτρια 2, το μόνο θετικό ήταν το γεγονός ότι ο σύζυγός της (Αιτητής 1) ήταν πάντα με το μέρος της ίδιας [βλ. ερ. 157-156 του Δ.Φ.]
Ακολούθως, η Αιτήτρια 2 ανέφερε πως η μητέρα και οι αδελφές του συζύγου της (Αιτητής 1), είχαν όλες υποβληθεί σε ΑΓΓΟ και είναι υπέρ της εν λόγω ‘πρακτικής’, έτσι η ίδια ουδέποτε εμπιστευόταν τα πεθερικά της, ώστε να αφήσει την κόρη της (Αιτήτρια 3) μαζί τους, ενώ εκείνοι την ενοχλούσαν και την πίεζαν και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο έκτοτε που γεννήθηκε η κόρη της (Αιτήτρια 3), ώστε να πείσουν την ίδια να την υποβάλει σε ΑΓΓΟ, κάτι στο οποίο η ίδια, ως δήλωσε, ήταν ενάντια και ουδέποτε ήθελε να πράξει κάτι τέτοιο, αν και εκείνοι επέμεναν για τούτο, όπως πρόσθεσε (βλ. ερ. 156/2Χ του Δ.Φ). Ως επίσης ανέφερε η Αιτήτρια 2, όταν κάποια στιγμή στο παρελθόν είχαν επισκεφθεί την οικογένεια του Αιτητή 1 στην πόλη τους, ενώ η ίδια είχε βγει από το σπίτι για ψώνια, αφήνοντας την σχεδόν δυόμιση ετών (τότε) κόρη της (Αιτήτρια 3) μαζί με τα πεθερικά της στο σπίτι, όταν επέστρεψε πίσω αντιλήφθηκε ότι εκείνοι έφεραν μια τυχαία γυναίκα στο σπίτι για να εφαρμόσει την πρακτική ΑΓΓΟ στην κόρη της (Αιτήτρια 3), οπότε και η ίδια την ‘άρπαξε’ αμέσως και ειδοποίησε τον σύζυγο της (Αιτητής 1), που δεν ήταν παρόν κατά το εν λόγω περιστατικό, ο οποίος ήταν επίσης ενάντια στην εν λόγω πρακτική, ως είπε (βλ. ερ. 155/1Χ του Δ.Φ.). Ως επιβεβαίωσε η Αιτήτρια 2, η θυγατέρα της (Αιτήτρια 3) δεν είχε υποβληθεί τότε κατά το εν λόγω συμβάν σε ΑΓΓΟ, ούτε και κάτι τέτοιο συνέβη μετέπειτα, αφού η ίδια την είχε πάρει αμέσως από κοντά τους και δεν τους επέτρεψε να πράξουν τούτο στην κόρη της (βλ. ερ. 155/1Χ του Δ.Φ.).
Κληθείσα στη συνέχεια να απαντήσει σε σχετικά (διευκρινιστικά) ερωτήματα αναφορικά με το περιστατικό με τον πατέρα της, η Αιτήτρια 2 ανέφερε πως ο πατέρας της μετέβη μόνος του οδικώς στον ‘κήπο’, ενώ το επόμενο πρωί έμαθαν για τον θάνατο του ατόμου που πυροβόλησε ο πατέρας της, όπως είπε, από έναν φίλο του συζύγου της (Αιτητής 1), δηλώνοντας πως την ημέρα που έγινε το εν λόγω συμβάν, η ίδια δεν γνώριζε για τον θάνατο του εν λόγω ατόμου, παρά μόνο ότι τον πυροβόλησαν, χωρίς να γνωρίζει κατά πόσο ζούσε ή πέθανε (βλ. ερ. 155 του Δ.Φ.).
Ως προς τη φυλή της, η Αιτήτρια 2 ανέφερε ότι είναι πολύ συντηρητικοί, ενώ κάθε οικογένεια της εν λόγω φυλής έχουν όπλο στο σπίτι τους (βλ. ερ. 154/2Χ του Δ.Φ.). Επιπλέον, δήλωσε πως ο πατέρας της έβαζε εμπόδια στην ίδια όσον αφορά τη μόρφωση της, εφόσον δεν την ήθελε να προχωρήσει με τις σπουδές της και την παρότρυνε να σταματήσει καθότι ως γυναίκα δεν θα μπορούσε να βρει εργασία και να έχει πρόσβαση σε στέγαση, ωστόσο, η ίδια όπως είπε, ήταν δυναμικός χαρακτήρας και παρόλα αυτά κατάφερε να ολοκληρώσει τις σπουδές της (βλ. ερ. 154/2Χ του Δ.Φ.). Ερωτηθείσα κατά πόσο φορούσε την παραδοσιακή ενδυμασία στη χώρα της, η Αιτήτρια 2 δήλωσε ότι ο πατέρας της πάντοτε της έλεγε να την φοράει επειδή του άρεσε, αλλά η ίδια κάποτε, συνήθως όταν ήταν στο σπίτι, την φόραγε και κάποτε όχι, όταν έβγαινε εκτός (βλ. ερ. 154/3Χ του Δ.Φ.). Όσον αφορά το θέμα του διαζυγίου στη φυλή τους, η Αιτήτρια 2 ανέφερε ότι αυτό αποτελεί ντροπή και δεν είναι αποδεκτό (βλ. ερ. 154/3Χ του Δ.Φ.), ενώ στην οικογένεια του συζύγου της (Αιτητής 1), ήταν κάπως πιο ανοικτοί στο εν λόγω θέμα αν και ήταν επίσης ενάντια σε τούτο, ως επίσης ανέφερε, ενώ δεν αποδέχτηκαν πλήρως το γεγονός ότι η ίδια ήταν παντρεμένη πριν και πήρε διαζύγιο, αν και η ίδια με τον (νυν) σύζυγο της (Αιτητής 1) αγαπιούνταν πραγματικά και άρα η οικογένεια του δεν μπορούσε να κάνει κάτι και τον άφησαν να την παντρευτεί παρά την εν μέρει διαφωνία τους λόγω του ότι η ίδια ήταν διαζευγμένη, όπως επιπλέον ανέφερε (βλ. ερ. 154/4Χ του Δ.Φ.).
Αναφορικά με το ζήτημα της πρακτικής ΑΓΓΟ, ερωτηθείσα σχετικά, η Αιτήτρια 2 ανέφερε πως στην οικογένεια της δεν υπάρχει η εν λόγω πρακτική, ενώ τα πεθερικά της ακολουθούν αυτή την πρακτική και για το λόγο αυτό, η ίδια είχε αποφασίσει (στο παρελθόν) να αφήσει τα πεθερικά της και να επιστρέψει στην πόλη της για να ζήσει με τους γονείς της, δηλώνοντας επίσης ότι η ίδια και ο σύζυγος της (Αιτητής 1) ανήκουν στην φυλή των Hamawand, όπως και η οικογένεια του συζύγου της (βλ. ερ. 154/1Χ του Δ.Φ.). Ανέφερε επίσης, ότι η εν λόγω πρακτική είχε απαγορευτεί προ καιρού στη χώρα της δια νόμου, αν και κάποιοι συνεχίζουν να την ακολουθούν εντός της δικής τους οικογένειας στα κρυφά, ενώ δήλωσε ότι η πεθερά της προσπαθούσε επιμένοντας να πείσει τον σύζυγο της (Αιτητής 1), ενόσω οι δύο τους βρίσκονταν στην πόλη των γονιών της, ώστε να βρει κάποια για να υποβάλει τη θυγατέρα τους (Αιτήτρια 3) σε ΑΓΓΟ (βλ. ερ. 153/2Χ του Δ.Φ.). Ουδέποτε η Αιτήτρια 2, ως η ίδια δήλωσε, είχε υποβληθεί στην εν λόγω πρακτική, αφού στην οικογένεια της δεν είναι υπέρ σε κάτι τέτοιο, ενώ στην οικογένεια του συζύγου της (Αιτητής 1), αν και ακολουθούν την εν λόγω πρακτική και επέμεναν σε κάτι τέτοιο με διάφορους τρόπους (βλ. ερ. 153/4Χ του Δ.Φ.), η ίδια ήταν ενάντια σε τούτο καθώς και στο να υποβληθεί η κόρη της (Αιτήτρια 3) σε αυτή την πρακτική (βλ. ερ. 153/6Χ του Δ.Φ.). Όσον αφορά τον σύζυγο της (Αιτητής 1), η Αιτήτρια 2 δήλωσε πως και αυτός ήταν ενάντια στην εν λόγω πρακτική του ΑΓΓΟ και συμμερίζονταν την ίδια άποψη και για τη θυγατέρα τους (Αιτήτρια 3), αρνούμενοι στο να την υποβάλουν σε κάτι τέτοιο (βλ. ερ. 153/5Χ του Δ.Φ.). Ως επίσης δήλωσε, η ίδια δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα εξαιτίας της άρνησής της στο να υποβληθεί στην πρακτική ΑΓΓΟ, παρά την επιμονή από την πλευρά της οικογένειας του συζύγου της (Αιτητής 1) ώστε να πράξει κάτι τέτοιο (βλ. ερ. 153 του Δ.Φ), ενώ σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα της, φοβάται όχι για την ίδια αλλά για την κόρη της πως μπορεί να της συμβεί τούτο (βλ. ερ. 152/1Χ του Δ.Φ.). Επικαλέστηκε δε, ότι η πεθερά της, της είπε πως σε κάθε περίπτωση και οποτεδήποτε προκύψει, με τον ένα τρόπο ή τον άλλο, θα κάνουν ΑΓΓΟ στην κόρη της (Αιτήτρια 3) και αυτό είναι κάτι το αναπόφευκτο για την ίδια, αναφέροντας επίσης, ότι στο παρελθόν κατάφερε η ίδια να αποτρέψει κάτι τέτοιο, απειλώντας ότι θα αυτοκτονούσε και είχε αυτοτραυματιστεί ώστε να γίνει πιο πειστική (βλ. ερ. 152 του Δ.Φ), ενώ έκτοτε η Αιτήτρια 2 με τη θυγατέρα της (Αιτήτρια 3) επέστρεψαν στην πόλη τους μαζί με τον Αιτητή 1, από την ίδια ημέρα (βλ. ερ. 152/2Χ του Δ.Φ) και παρέμειναν στη χώρα για ακόμη 2,5 έτη περίπου, μέχρι που έφυγαν (βλ. ερ. 151 του Δ.Φ.). Ως επιβεβαίωσε, κατά το εν λόγω διάστημα ουδέποτε επιχείρησαν ξανά οι γονείς του Αιτητή 1 να υποβάλουν τη θυγατέρα της (Αιτήτρια 3) σε ΑΓΓΟ, εφόσον δεν τους επισκέπτονταν τότε συχνά, ενώ όταν τύχαινε να τους επισκεφτούν, αυτό ήταν πολύ σύντομο και η ίδια σε κάθε περίπτωση ήταν συνεχώς μαζί με την κόρη της (βλ. ερ. 151/1Χ του Δ.Φ.). Εντωμεταξύ ωστόσο, ως ανέφερε επιπλέον η Αιτήτρια 2, μετά το πρόβλημα με τον πατέρα της αναγκάστηκαν να μεταβούν στην πόλη των γονιών του συζύγου της (Αιτητής 1), όπου και αρχικά διέμεναν για κάποιο διάστημα στο ίδιο σπίτι μαζί τους, αλλά αργότερα, μετοίκησαν στο δικό τους σπίτι, ωστόσο, η ίδια ουδέποτε δέχθηκε να αφήσει την κόρη της (Αιτήτρια 3) κοντά τους, ακόμη και όταν εργαζόταν στο μαγαζί της, παρά τις προσπάθειες που έκαναν εκείνοι ώστε να την πείσουν περί τούτου (βλ. ερ. 151 του Δ.Φ).
Ερωτηθείσα ακολούθως αναφορικά με το πως η Αιτήτρια 2 και ο σύζυγος της (Αιτητής 1) θα μπορούσαν να αποτρέψουν να υποβληθεί η κόρη τους (Αιτήτρια 3) σε ΑΓΓΟ σε περίπτωση που επιστρέψουν στη χώρα καταγωγής τους, η ίδια επικαλέστηκε πως δεν πιστεύει ότι θα είναι σε θέση να κάνουν κάτι για να σταματήσουν τούτο, λόγω της ιδεολογίας και επιμονής από μέρους της οικογένειας του Αιτητή 1, πέραν από το να διασφαλίσει πως η ίδια θα βρίσκεται συνεχώς μαζί με την κόρη της. Κληθείσα να αναφέρει ποιες θα είναι οι συνέπειες σε περίπτωση που δεν επιτρέψει να υποβληθεί η θυγατέρα της (Αιτήτρια 3) σε ΑΓΓΟ, η Αιτήτρια 2 είπε πως εάν συνεχίσει να εναντιώνεται στη θέληση των πεθερικών της, τότε ίσως καταλήξουν να πάρουν την κόρη της από κοντά της ή να πείσουν τον σύζυγο της (Αιτητής 1) ώστε να πάψει να είναι με το μέρος της ίδιας. [βλ. ερ. 151 του Δ.Φ.]
Περαιτέρω, η Αιτήτρια επανέλαβε ότι η πρακτική ΑΓΓΟ έχει απαγορευτεί δια νόμου στο Ιράκ, ωστόσο, συνεχίζει να γίνεται στα κρυφά και το μόνο που μπορεί να κάνει κάποιος είναι να υποβάλει παράπονο στο δικαστήριο, αλλά στην περίπτωσή της, η ίδια δεν μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο καθότι αυτό αφορά τα πεθερικά της και άρα τούτο θα της δημιουργούσε προβλήματα με τον σύζυγο της. Κληθείσα να αναφέρει το λόγο για τον οποίο η ίδια δεν αναφέρθηκε στο εν λόγω ζήτημα στο πλαίσιο της αίτησης της για διεθνή προστασία, η Αιτήτρια 2 είπε ότι τούτο αφορά ένα ευαίσθητο θέμα για την ίδια και δεν αισθανόταν άνετα να το αναφέρει προηγουμένως και στην παρουσία άνδρα διερμηνέα. Ούτε κατά την προηγηθείσα συνέντευξη ευαλωτότητας που της έγινε το ανέφερε καθότι ήταν πολύ σύντομη και συγκεκριμένη η εν λόγω συνέντευξη και δεν είχε πραγματικά την ευκαιρία να το αναφέρει, ως επικαλέστηκε. [βλ. ερ. 150 του Δ.Φ.]
Κληθείσα ακολούθως να σχολιάσει το γεγονός ότι ούτε ο σύζυγος της (Αιτητής 1) αναφέρθηκε στο εν λόγω ζήτημα κατά τη συνέντευξη του, η Αιτήτρια 2 αποκρίθηκε λέγοντας ότι δεν το ανέφερε αφού αυτό αφορά την οικογένεια του και τους γονείς του, αλλά και ίσως επειδή δεν αισθανόταν άνετα να μιλήσει για αυτό ή και δεν το θεώρησε σημαντικό ένεκα του ότι βρίσκονται πλέον εκτός της χώρας τους και σε μια ασφαλή χώρα (βλ. ερ. 150/2Χ του Δ.Φ.).
Στη συνέχεια, η Αιτήτρια 2 επιβεβαίωσε πως οι λόγοι που έφυγε από τη χώρα καταγωγής της ήταν επειδή ο πατέρας της σκότωσε κάποιον, του οποίου έπειτα η οικογένεια απειλούσε τη δική της οικογένεια, ως επίσης, εξαιτίας του ότι φοβάται πως η οικογένεια του συζύγου της (Αιτητής 1) θα υποβάλουν τη θυγατέρα της (Αιτήτρια 3) σε ΑΓΓΟ (βλ. ερ. 150/1Χ του Δ.Φ.). Σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα της, η Αιτήτρια 2 φοβάται (ως δήλωσε) από την οικογένεια του συζύγου της (Αιτητής 1) που ανήκουν στη φυλή Jaff και έχουν αρκετή δύναμη, είναι επικίνδυνοι και θα μπορούσε να τους σκοτώσουν ή να βιάσουν την ίδια και τη θυγατέρα της (Αιτήτρια 3), ή να πληρώσουν για να τους κάνουν κακό, ούτε δε, θα μπορούσαν να κρυφτούν από εκείνους (βλ. ερ. 149/1Χ του Δ.Φ.).
Όσον αφορά το περιστατικό με τον πατέρα της, η Αιτήτρια 2 ανέφερε αρχικά ότι η ίδια δεν ήταν παρόν κατά το εν λόγω περιστατικό και αυτά που γνωρίζει είναι από τα όσα τους αφηγήθηκε ο πατέρας της όταν μαζεύτηκαν όλοι μετά από το συμβάν, επαναλαμβάνοντας ότι εκείνος ήταν στο συνεργείο αυτοκινήτων και ήθελε να αγοράσει ένα αυτοκίνητο, όπου ένα άλλο άτομο σκοπίμως πρόσφερε περισσότερα χρήματα για το ίδιο αυτοκίνητο και τούτο οδήγησε σε μια συζήτηση μεταξύ τους, που κατέληξε σε διαμάχη, και εν τέλει ο πατέρας της πήρε το όπλο του και σκότωσε το άλλο άτομο. Τοποθέτησε χρονικά το εν λόγω περιστατικό περί τους 2,5 μήνες προτού φύγουν από τη χώρα τους. Ανέφερε επίσης, ότι ο πατέρας της είχε πυροβολήσει το εν λόγω άτομο στο κεφάλι και εκείνος απεβίωσε κατά τη μεταφορά του στο νοσοκομείο, όπως έμαθαν από έναν φίλο του συζύγου της (Αιτήτης 1) το επόμενο πρωί. [βλ. ερ. 149 του Δ.Φ.]
Αναφορικά με την οικογενειακή συνάντηση που ακολούθησε, η Αιτήτρια 2 είπε ότι το βράδυ συναντήθηκαν στον ‘κήπο’ του πατέρα της, που βρισκόταν σε μια περιοχή λίγο έξω από την πόλη, στην οποία παρευρίσκονταν μεταξύ άλλων και πέραν εκείνου και της ίδιας, ο θείος της και ο υιός του, τα αδέλφια της, καθώς και ο σύζυγος της (Αιτητής 1), όπου ο πατέρας της, τους ανέφερε τι συνέβη στο συνεργείο αυτοκινήτων, λέγοντας τους επίσης ότι θα προσπαθούσε ο ίδιος να επιλύσει ‘ειρηνικά’ το θέμα, αφού αφορά δικό του ‘λάθος’ όπως είπε. Η Αιτήτρια 2 ανέφερε επίσης ότι ο σύζυγος της (Αιτητής 1), ο θείος της και ο υιός του, καθώς και ο πατέρας της, προσπάθησαν να επικοινωνήσουν με την οικογένεια του ατόμου που σκοτώθηκε, ωστόσο, ο υιός εκείνου ήταν αρνητικός και αδιάλλακτος, και επέμενε πως ήθελε να πάρει εκδίκηση. Επιπλέον, η Αιτήτρια 2 επανέλαβε ότι το επόμενο πρωί έμαθαν πως το άτομο που πυροβόλησε ο πατέρας της κατά το εν λόγω περιστατικό, είχε εν τέλει αποβιώσει. [βλ. ερ. 148 του Δ.Φ.]
Σχετικά με τις απειλές που λάμβαναν από την οικογένεια του αποβιώσαντα, η Αιτήτρια 2 δήλωσε πως η ίδια προσωπικά δεν είχε δεχθεί τέτοιες απειλές άμεσα, αλλά αυτές γίνονταν μέσω του πατέρα της και του συζύγου της (Αιτητής 1), τηλεφωνικώς, όπου τους έλεγαν πως θα σκότωναν ή θα βίαζαν την ίδια και την κόρη της (Αιτήτρια 3), καθώς και ότι θα σκότωναν τον σύζυγο της (Αιτητής 1). Επανέλαβε δε, ότι η οικογένεια του ατόμου που σκότωσε ο πατέρας της, είχαν αρκετή δύναμη καθώς και διασυνδέσεις με (το κυβερνών) πολιτικό κόμμα, άρα θα μπορούσαν να τους εντοπίσουν οπουδήποτε και να τους κάνουν οτιδήποτε. Έλαβαν επίσης, όπως είπε, ένα απειλητικό σημείωμα στο μαγαζί όπου εργαζόταν η ίδια, ενόσω ο σύζυγος της βρισκόταν (τότε) στο Ιράν, γεγονός το οποίο την είχε τρομοκρατήσει. Κατόπιν, όπως ανέφερε, η ίδια μαζί με τη θυγατέρα της (Αιτήτρια 3) πήγαν να μείνουν στο σπίτι των γονιών του συζύγου της (Αιτητής 1), όπου η ίδια ανησυχούσε για τη θυγατέρα της (Αιτητρια 3), αλλά αναγκαστικά παρέμειναν εκεί για δύο εβδομάδες περίπου. Ανέφερε επίσης, ότι οι απειλές που λάμβανε ο σύζυγος της (Αιτητής 1), προέρχονταν από τον υιό του ατόμου που σκότωσε ο πατέρας της και γίνονταν δια τηλεφώνου κυρίως και μέσω μηνυμάτων ορισμένες φορές, ενώ η πρώτη απειλή εναντίον του συζύγου της (Αιτητής 1), έγινε το ίδιο βράδυ μετά το συμβάν με τον πατέρα της. Ο σύζυγος της, όπως πρόσθεσε, αρχικά προσπαθούσε να επιλύσει το θέμα με καλό τρόπο, ωστόσο, όταν συνεχίστηκαν οι απειλές, τότε τους μίλησε προκλητικά. Πέραν από τις εν λόγω απειλές που λάμβαναν, δεν συνέβη οτιδήποτε άλλο, τόσο στους ίδιους, όσο και στην οικογένεια της, ως δήλωσε η Αιτήτρια 2. [βλ. ερ. 148-146 του Δ.Φ.]
Στη συνέχεια, η Αιτήτρια 2 δήλωσε ότι ο σύζυγος της (Αιτητής 1) ήταν αυτός που αποφάσισε όπως μετοικήσουν στους γονείς του στην πόλη τους, κατόπιν που συζήτησε το θέμα με τον πατέρα της και αφού εκείνος δεν έφερε αντίρρηση, ενώ η ίδια γνώριζε ότι ο σύζυγος της (Αιτητής 1) ήθελε να πράξει τούτο για να τους προστατεύσει, έτσι τον ακολούθησε και πήγε μαζί του στην πόλη των γονιών του (βλ. ερ. 146/2Χ του Δ.Φ.). Επίσης, δήλωσε ότι ο λόγος που η ίδια άρχισε να εργάζεται σε μαγαζί εκεί, ήταν επειδή το εν λόγω μαγαζί πωλούσε γυναικεία ρούχα, αλλά και επειδή ήθελαν να φτιάξουν τη ζωή τους εκεί με τα λίγα χρήματα που είχαν, ωστόσο, όταν διαπίστωσαν πως δεν ήταν ασφαλείς και ούτε μπορούσαν να διαβιώσουν εκεί, αλλά εφόσον επίσης, η ίδια ανησυχούσε αφού μπορεί να τους εντόπιζαν και εκεί, τότε αποφάσισαν να φύγουν (βλ. ερ. 146/Χ και 145/1Χ του Δ.Φ.).
Κληθείσα να απαντήσει σε συγκεκριμένα ερωτήματα σχετικά με προηγούμενη αναφορά της στο ότι ο πατέρας της παρέμεινε στη φυλακή για 2 ημέρες μετά το περιστατικό που σκότωσε κάποιον, η Αιτήτρια 2 ανέφερε ότι μετά αφότου πήγαν στην πόλη των γονιών του συζύγου της (Αιτητής 1), ο πατέρας της, λίγες ημέρες μετά το εν λόγω συμβάν, πήγε στην αστυνομία και παραδόθηκε από μόνος του, ενώ παρέμεινε στα κρατητήρια για 2 ημέρες και κατόπιν, ο θείος της πλήρωσε αρκετά χρήματα για να αφεθεί ο πατέρας της ελεύθερος με εγγύηση, ως επίσης η ίδια δήλωσε (βλ. ερ. 145/4Χ του Δ.Φ.). Επικαλέστηκε δε, ότι παρά τις διασυνδέσεις της οικογένειας Jaff, στην οποία ανήκε το άτομο που είχε σκοτώσει ο πατέρας της, είχε και εκείνος γνωριμίες και δύναμη, καθώς επίσης, διέμενε σε δικό του δωμάτιο στα κρατητήρια και δεν θα μπορούσαν να έχουν πρόσβαση ώστε να τον σκοτώσουν εκεί, αλλά ούτε και ενδεχομένως να τους ήταν χρήσιμος για να πάρουν εκδίκηση σκοτώνοντάς τον, λόγω της ήδη κακής διανοητικής του κατάστασης (βλ. ερ. 145 του Δ.Φ.).
Ερωτηθείσα ακολούθως η Αιτήτρια 2 σχετικά με το τι φοβάται πως θα συμβεί σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της, η ίδια αποκρίθηκε επαναλαμβάνοντας ότι μπορεί να σκοτώσουν την ίδια, τον σύζυγό της (Αιτητής 1) ή την κόρη τους (Αιτήτρια 3), ή ίσως να βιάσουν την ίδια και την κόρη της, επικαλούμενη τις απειλές εναντίον τους, που δέχονταν στη χώρα τους, ενώ υπάρχει και η πιθανότητα (όπως είπε) να υποβληθεί η θυγατέρα της (Αιτήτρια 3) σε ΑΓΓΟ, εξαιτίας και της επιμονής για τούτο από μέρους της πεθεράς της (βλ. ερ. 144 του Δ.Φ.). Επιβεβαίωσε δε, ότι πέραν τούτων, δεν υπάρχει οτιδήποτε άλλο που θα μπορούσε η ίδια να υποστεί ως γυναίκα στη χώρα της, ούτε και κάποιος περαιτέρω κίνδυνος για τα παιδιά της (Αιτητές 3 και 4) σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα τους, πέραν του κινδύνου να υποβληθεί η θυγατέρα της (Αιτήτρια 3) σε ΑΓΓΟ από την πεθερά της, που η ίδια προανέφερε (βλ. ερ. 144/1Χ του Δ.Φ.). Σε σχετική ερώτηση κατά πόσο θα μπορούσε να αναζητήσει βοήθεια από τις τοπικές αρχές ώστε να προστατεύσουν την ίδια και την οικογένεια της σε περίπτωση που επιστρέψουν στη χώρα τους, η Αιτήτρια 2 επικαλέστηκε πως δεν υπάρχει αποτελεσματική προστασία στη χώρα της, δίδοντας ως παράδειγμα τον πατέρα της που σκότωσε κάποιον και τον άφησαν ελεύθερο μετά από 2 ημέρες κράτησης στη φυλακή, ενώ αναφορικά με την πρακτική ΑΓΓΟ, επανέλαβε πως παρά το ότι αυτή έχει απαγορευτεί δια νόμου, εντούτοις κάποιοι καταφέρνουν ακόμη να συνεχίζουν να την εφαρμόζουν στη χώρα της (βλ. ερ. 144 του Δ.Φ.).
Η Αιτήτρια 2 επικαλέστηκε επίσης, ότι στη χώρα της, οι νόμοι είναι ‘απλά διακοσμητικοί’ και εφαρμόζονται μόνο στις περιπτώσεις ατόμων που δεν έχουν αρκετά χρήματα ή διασυνδέσεις, ενώ όποιος έχει χρήματα και είναι καλά δικτυωμένος, τότε δεν εφαρμόζεται ο νόμος στην περίπτωσή του. Όσον αφορά την οικογένειά της, η Αιτήτρια 2 δήλωσε πως εκείνοι είναι ενάντια στην πρακτική ΑΓΓΟ, ως επίσης, ότι προσπάθησαν αρκετές φορές να επέμβουν στο εν λόγω ζήτημα, ενώ η μητέρα της συνομίλησε και με την πεθερά της, ωστόσο, η οικογένεια του συζύγου της (Αιτητής 1) ήταν ανένδοτοι και κάθετοι στο να τηρηθεί η δική τους παράδοση περί υποβολής των κοριτσιών/γυναικών σε ΑΓΓΟ, ενώ η πεθερά της προσπάθησε επίσης να πείσει τη μητέρα της ώστε να υποβληθεί και η ίδια (ήτοι, η Αιτήτρια 2) σε ΑΓΓΟ. [βλ. ερ. 143 του Δ.Φ.]
Τέλος, ερωτηθείσα κατά πόσο θα μπορούσε να ζήσει με ασφάλεια σε άλλη περιοχή του Ιράκ, για παράδειγμα στο Erbil/Hawlir, η Αιτήτρια 2 αποκρίθηκε ισχυριζόμενη πως εκεί ζουν άτομα που ανήκουν στο ίδιο (κυβερνών) πολιτικό κόμμα με αυτό της φυλής Jaff στην οποία ανήκε το άτομο το οποίο σκότωσε ο πατέρας της και άρα δεν θα είναι ασφαλής εκεί, ενώ επικαλέστηκε επιπλέον πως λόγω των πεθερικών της, δεν θα μπορούσε να διαμείνει οπουδήποτε στη χώρα της χωρίς να έχει προβλήματα (βλ. ερ. 143 του Δ.Φ.).
Λαμβάνοντας υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς των Αιτητών 1 και 2, η αρμόδια λειτουργός σχημάτισε συνολικά 3 ουσιώδεις ισχυρισμούς ως προς το εν λόγω αίτημα των Αιτητών (βλ. ερ. 222 του Δ.Φ.), ως ακολούθως:
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός που διέκρινε η λειτουργός αφορούσε την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής των Αιτητών και αυτός έγινε αποδεκτός από την λειτουργό, αφού οι σχετικές τους δηλώσεις κρίθηκαν ως επαρκείς και συγκεκριμένες, καθώς επίσης, είχαν συνέπεια και συνοχή, ενώ συνάμα, η σχέση τους και η καταγωγή τους επιβεβαιώθηκε από εξωτερικές πληροφορίες καθώς και από τα σχετικά έγγραφα που προσκόμισαν στην Υπηρεσία Ασύλου. [βλ. ερ. 221-220 του Δ.Φ.]
Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός που διέκρινε η αρμόδια λειτουργός αφορούσε τη στοχοποίηση των Αιτητών από την οικογένεια ενός ατόμου που ανήκε στη φυλή Jaff, τον οποίο (κατ’ ισχυρισμό) σκότωσε ο πατέρας της Αιτήτριας 2 μετά από μια συζήτηση που είχαν μεταξύ τους. Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, η λειτουργός διαπίστωσε ότι οι Αιτητές 1 και 2 δεν ήταν σε θέση να παραθέσουν επαρκώς λεπτομερείς και με συνοχή πληροφορίες σχετικά με το εν λόγω αίτημά τους. Ειδικότερα, η λειτουργός κατέγραψε ότι ο Αιτητής 1 δεν έδωσε επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες αναφορικά με τα όσα συνέβησαν στα μέλη της οικογένειας της Αιτήτριας 2 μετά το (κατ’ ισχυρισμό) περιστατικό με τον πατέρα της και συγκεκριμένα, όσον αφορά τον πεθερό του, για τον οποίο ο ίδιος είχε αναφέρει ότι μπήκε στη φυλακή και κατόπιν αφέθηκε ελεύθερος, ενώ (αν και εύλογα αναμενόταν) ο Αιτητής 1 δεν γνώριζε να αναφέρει περαιτέρω λεπτομέρειες για το τι ακολούθησε, σε σχέση και με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας της Αιτήτριας 2. Ομοίως, ούτε η Αιτήτρια 2 ήταν σε θέση να αναφέρει τι απέγιναν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας της, παρά και το γεγονός ότι η όποια ενδεχόμενη κατάληξη, πιθανότατα να επηρέαζε και τους ίδιους τους Αιτητές, ιδιαίτερα ως προς τη μελλοντική τους ασφάλεια. Περαιτέρω, όσον αφορά τις κατ’ ισχυρισμό απειλές που λάμβαναν, ο Αιτητής 1 αναφέρθηκε γενικότερα στο ότι λάμβανε αρκετές απειλές μετά το περιστατικό με τον πεθερό του και μέχρι που εγκατέλειψε τη χώρα του, χωρίς ωστόσο (ως παρατηρήθηκε) να δώσει συγκεκριμένες λεπτομέρειες ως προς το περιεχόμενο και τη σημασία των εν λόγω απειλών, ενώ παρά και το ότι αναμενόταν να υπάρχει συνέπεια στις δηλώσεις των Αιτητών 1 και 2, η Αιτήτρια 2 δεν γνώριζε να αναφέρει κατά πόσο ο σύζυγος της συνέχισε να λαμβάνει απειλές όταν βρισκόταν μόνος του στο Ιράν. Επιπλέον, η λειτουργός εντόπισε ουσιώδη αντίφαση στις δηλώσεις των Αιτητών 1 και 2, όπου ο Αιτητής 1 είχε δηλώσει πως περί τις 2,5 ημέρες μετά το περιστατικό με τον πεθερό του, ουδείς έκτοτε άκουσε οτιδήποτε για τα μέλη της οικογένειας της Αιτήτριας 2, ενώ η ίδια δήλωσε πως είχε μιλήσει με τη μητέρα της περίπου 4 ημέρες προτού φύγει από τη χώρα της (ήτοι περί τους 2 μήνες μετά το περιστατικό με τον πατέρα της). Όταν δε, επισημάνθηκε η εν λόγω αντίφαση στην Αιτήτρια 2, η ίδια απλά ανέφερε ότι η επικοινωνία που είχαν έγινε κατά την εν λόγω περίοδο μεταξύ των ημερών που αναφέρθηκαν, χωρίς δε, να δώσει κάποια ικανοποιητική εξήγηση ή περαιτέρω διευκρίνηση για το εν λόγω χρονικό κενό των δύο περίπου μηνών, που εντοπίστηκε με βάση τις δηλώσεις τους. Συνακόλουθα, ως σημείωσε η λειτουργός, οι Αιτητές 1 και 2 δεν κατάφεραν να εξηγήσουν με συνοχή το πως κατάφεραν να ξεκινήσουν τη δική τους επιχείρηση ενώ ταυτόχρονα, ως ισχυρίστηκαν, τα μέλη της οικογένειας του ατόμου που (κατ’ ισχυρισμό) σκότωσε ο πατέρας της Αιτήτριας 2 και που ανήκαν στη φυλή Jaff τους αναζητούσαν για να πάρουν εκδίκηση. Τούτη η ασυνέπεια, ως επίσης επεσήμανε η λειτουργός, ενισχύεται και από το γεγονός ότι σύμφωνα με τις δηλώσεις των Αιτητών 1 και 2, κατόπιν του εν λόγω περιστατικού, είχαν μετοικήσει από την πόλη των γονιών της Αιτήτριας 2 στην πόλη των γονιών του Αιτητή 1, ενώ ισχυρίστηκαν πως τα μέλη της εν λόγω οικογενειακής φυλής Jaff θα μπορούσαν να τους βρουν ακόμη και εκεί όπου μετοίκησαν. Ομοίως, έλλειψη συνοχής παρατηρήθηκε και στο γεγονός ότι, οι Αιτητές 1 και 2 ανέφεραν πως ο πατέρας της Αιτήτριας 2 παρέμεινε στον ‘κήπο’ του για τουλάχιστον περίπου δύο μήνες μετά από το κατ’ ισχυρισμό περιστατικό όπου σκότωσε κάποιον της φυλής Jaff, ενώ συνάμα ισχυρίστηκαν πως τα μέλη της οικογένειας του θα μπορούσαν να τους βρουν οπουδήποτε λόγω των διασυνδέσεων που είχαν, χωρίς δε, να συγκεκριμενοποιήσουν κάποιο άτομο από την πλευρά της οικογενειακής φυλής Jaff αλλά ούτε και την ιδιότητα/προφίλ αυτού. Καταλήγοντας, η λειτουργός επεσήμανε ότι, αφού σύμφωνα με τις εν λόγω δηλώσεις των Αιτητών 1 και 2, ο πατέρας της Αιτήτριας 2 κατάφερε να παραμείνει κρυμμένος στο ίδιο μέρος για αρκετό καιρό μετά το κατ’ ισχυρισμό περιστατικό όπου σκότωσε κάποιον, τούτο καταρρίπτει τους οιουσδήποτε ισχυρισμούς περί ότι η οικογενειακή φυλή Jaff είχαν αρκετή δύναμη ώστε να τους εντοπίσουν οπουδήποτε. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν τεκμηριώθηκε η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων των Αιτητών. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ουσιώδη ισχυρισμού, η αρμόδια λειτουργός παρέθεσε στοιχεία του 2019 από εξωτερική πηγή, αναφορικά με τους θανάτους λόγω βίας προερχόμενης από τη χρήση οπλισμού στο Ιράκ, ενώ σημείωσε ότι από σχετική έρευνα που έγινε σε εξωτερικές πηγές, δεν βρέθηκε οτιδήποτε αναφορικά με την (κατ’ ισχυρισμό) δολοφονία του ατόμου που κατονόμασαν οι Αιτητές 1 και 2, το οποίο φέρεται να πυροβόλησε και να σκότωσε ο πατέρας της Αιτήτριας 2. Καταλήγοντας, η λειτουργός κατέγραψε πως δεν προκύπτουν πληροφορίες που να επιβεβαιώνουν τις εν λόγω δηλώσεις των Αιτητών, ως εκ τούτου, ούτε η εξωτερική αξιοπιστία μπορεί να θεωρηθεί ως τεκμηριωμένη. Εν κατακλείδι, λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, ο υπό αναφορά ουσιώδης ισχυρισμός των Αιτητών δεν έγινε αποδεκτός. [βλ. ερ. 220-217 του Δ.Φ.]
Όσον αφορά τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, περί ότι η οικογένεια του Αιτητή 1 ασκούσε πιέσεις στους Αιτητές 1 και 2 ώστε να υποβάλουν την ανήλικη θυγατέρα τους (Αιτήτρια 3) σε ΑΓΓΟ, αυτός έγινε αποδεκτός, εφόσον ως διέκρινε η αρμόδια λειτουργός, οι σχετικές δηλώσεις της Αιτήτριας 2 αναφορικά με τον τρόπο που δεχόταν πιέσεις από την οικογένεια του Αιτητή 1 και τις προσπάθειες που ανέφερε ότι έκαναν τα πεθερικά της για να τους πείσουν να υποβάλουν τη θυγατέρα τους (Αιτήτρια 3) σε ΑΓΓΟ, καθώς και τα όσα ανέφερε για το περιστατικό όταν τα πεθερικά της επιχείρησαν μία φορά στο παρελθόν να πράξουν τούτο και το πως η ίδια αντέδρασε τότε, ήταν συγκεκριμένες και είχαν επαρκή λεπτομέρεια καθώς και συνοχή. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ουσιώδη ισχυρισμού, η αρμόδια λειτουργός σημείωσε ότι η δήλωση της Αιτήτριας 2 περί ότι η πρακτική ΑΓΓΟ απαγορεύεται δια νόμου στη χώρα καταγωγής της επιβεβαιώνεται από πληροφορίες σε εξωτερική πηγή (που παρέθεσε), ως επίσης, παρέθεσε στατιστικά στοιχεία με βάση την τελευταία (επίσημη) επισκόπηση που έγινε στο Ιράκ το 2018 (τα κύρια αποτελέσματα της εν λόγω επισκόπησης κατέδειξαν ότι ποσοστό 7,4% των γυναικών μεταξύ 15 και 49 ετών είχαν υποβληθεί σε ΑΓΓΟ στο Ιράκ, με τις πλείστες πρακτικές ΑΓΓΟ να καταγράφονται στο Ιρακινό Κουρδιστάν με ποσοστό 37,5%, κυρίως στις αγροτικές περιοχές εκεί). Συναφώς, η λειτουργός σημείωσε πως οι γονείς του Αιτητή 1 διαμένουν σε πόλη (ήτοι, σε αστική περιοχή), ενώ καταλήγοντας κατέγραψε πως τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων των Αιτητών έχουν τεκμηριωθεί. Εν κατακλείδι, λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, ο υπό αναφορά ουσιώδης ισχυρισμός των Αιτητών έγινε αποδεκτός. [βλ. ερ. 216-215 του Δ.Φ.]
Εν συνεχεία, η αρμόδια λειτουργός προχώρησε στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής των Αιτητών στη χώρα καταγωγής τους, αρχικά σημειώνοντας πως ο Αιτητής 1 κατέχει βασική μόρφωση και εργασιακή εμπειρία στη χώρα του, καθώς επίσης ότι έχει καταδείξει πως μπορεί να αυτοσυντηρείται αλλά και ότι είναι σε θέση να παρέχει τα απαραίτητα για τη διαβίωση της οικογένειάς του, ενώ για την Αιτήτρια 2 σημείωσε πως αυτή κατέχει πανεπιστημιακή μόρφωση, καθώς και ότι, ως η ίδια δήλωσε, δεν θα αντιμετώπιζε οιονδήποτε κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα της λόγω του ότι είναι γυναίκα. Ως προς τα δύο παιδιά τους (Αιτητές 3 και 4), η λειτουργός σημείωσε ότι αναμένεται να διαμένουν μαζί με τους δύο γονείς τους (Αιτητές 1 και 2) στο Ιράκ και θα είναι υπό την επιτήρησή τους. Επιπλέον, κατέγραψε ότι δεν υποδείχθηκαν οποιαδήποτε σοβαρά ιατρικά ζητήματα για κανέναν από τους Αιτητές, καθώς και ότι οι Αιτητές έχουν ουσιαστικό υποστηρικτικό δίκτυο στην περιοχή τους. Ειδικότερα, όσον αφορά τον Αιτητή 4 που γεννήθηκε στην Κύπρο, η λειτουργός παρέθεσε σχετικό άρθρο του νόμου περί υπηκοότητας του Ιράκ, από το οποίο προκύπτει ότι αυτός έχει αυτομάτως την Ιρακινή υπηκοότητα από τους γονείς του. Επίσης, η λειτουργός παρέθεσε πληροφορίες για την κατάσταση ασφαλείας που επικρατούσε γενικότερα στο Ιράκ, καθώς και στοιχεία για τα περιστατικά βίας και ασφαλείας, συγκεκριμένα στην περιφέρεια συνήθους διαμονής των Αιτητών (ήτοι στο Sulaymaniyah Governorate), επισημαίνοντας ότι, από τα εν λόγω δεδομένα, προκύπτει πως ο δείκτης απωλειών αμάχων είναι χαμηλός, άρα συμπεραίνεται ότι δεν υφίσταται εύλογος βαθμός πιθανότητας ότι οι Αιτητές ενδέχεται να αντιμετωπίσουν δίωξη ή σοβαρή βλάβη κατά την επιστροφή τους στη χώρα καταγωγής. [βλ. ερ. 215-213 του Δ.Φ.]
Αναφορικά με τον άλλο αποδεκτό ουσιώδη ισχυρισμό, περί πιέσεων προς τους Αιτητές 1 και 2 για να υποβάλουν τη θυγατέρα τους (Αιτήτρια 3) σε ΑΓΓΟ, η λειτουργός σημείωσε αρχικά πως οι εν λόγω ‘πιέσεις’ από την οικογένεια του Αιτητή 1 δεν έφθαναν στο βαθμό του εξαναγκασμού ή της βλάβης. Επίσης, επεσήμανε ότι οι Αιτητές 1 και 2 είχαν την ευθύνη για τη θυγατέρα τους (Αιτήτρια 3) και ξεκάθαρα δήλωσαν ότι και οι δύο τους είναι ενάντια στην πρακτική του ΑΓΓΟ. Επιπλέον, κατέγραψε το γεγονός ότι η Αιτήτρια 2 ουδέποτε είχε υποβληθεί σε ΑΓΓΟ, ούτε και εξαναγκάστηκε ποτέ σε κάτι τέτοιο, είτε από το σύζυγό της (Αιτητής 1), ή/και από τα πεθερικά της (γονείς του Αιτητή 1), ενώ ως η ίδια δήλωσε, όταν τα πεθερικά της προσπάθησαν στο παρελθόν να υποβάλουν σε ΑΓΓΟ την τότε 2,5 ετών θυγατέρα της (Αιτήτρια 3), η Αιτήτρια 2 κατάφερε να τους αποτρέψει από το να προχωρήσουν με κάτι τέτοιο και έκτοτε ουδέποτε επιχείρησαν ξανά να υποβάλουν τη θυγατέρα της (Αιτήτρια 3) σε ΑΓΓΟ, απλά προσπαθούσαν λεκτικά να πείσουν τους Αιτητές 1 και 2 προς τούτο. Περαιτέρω, η λειτουργός σημείωσε ότι η οικογένεια του Αιτητή 1 δεν έχουν μια τέτοια επιρροή ή δύναμη ώστε να τους εξαναγκάσουν σε κάτι τέτοιο, δεδομένου ότι η Αιτήτρια 2 ανέφερε πως η οικογένεια του συζύγου της (Αιτητής 1) υποβάλλουν σε ΑΓΓΟ τα κορίτσια από την ηλικία μόλις 40 ημερών και κυρίως όταν γίνουν ενός έτους, ωστόσο, η Αιτήτρια 3 ήταν περίπου 4,5 ετών όταν έφυγαν από τη χώρα τους και δεν είχε υποβληθεί σε ΑΓΓΟ. Ως εκ τούτου, ως κατέληξε η λειτουργός, καταδεικνύεται πως το γεγονός ότι και οι δύο γονείς της (Αιτητές 1 και 2) είναι εναντίον της εν λόγω πρακτικής, ήταν αρκετό ώστε να διασφαλίσει ότι η θυγατέρα τους (Αιτήτρια 3) δεν θα υποβαλλόταν σε αυτή την πρακτική. Γενικότερα δε, ως επίσης επεσήμανε η λειτουργός, για τα δύο περίπου χρόνια που Αιτήτρια 3 διέμενε στο Ιράκ μαζί με την οικογένεια της, ουδέποτε οι γονείς του Αιτητή 1 δεν χρησιμοποίησαν βία ή οποιασδήποτε άλλης μορφής εξαναγκασμό ώστε να υποβάλουν το παιδί σε ΑΓΓΟ ενάντια στη θέληση των γονιών της. Περαιτέρω, η λειτουργός σημείωσε ότι η πρακτική ΑΓΓΟ απαγορεύεται δια νόμου στο Ιράκ και ως εκ τούτου, οι γονείς της θα μπορούσαν να αποταθούν στις αρχές ώστε να την προστατεύσουν από την εν λόγω πρακτική. Εν κατακλείδι, η αρμόδια λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει εύλογος βαθμός πιθανότητας για την Αιτήτρια 3 (ανήλικη θυγατέρα των Αιτητών 1 και 2) να υποβληθεί σε ΑΓΓΟ, αλλά ούτε και για τους γονείς της (Αιτητές 1 και 2) να εξαναγκαστούν να την υποβάλουν σε ΑΓΓΟ. [βλ. ερ. 213-212 του Δ.Φ.]
Περαιτέρω, η λειτουργός προχώρησε σε αξιολόγηση των προσωπικών περιστάσεων των ανηλίκων Αιτητών 3 και 4, σημειώνοντας αρχικά ότι οι Αιτητές 1 και 2 δεν αναφέρθηκαν σε οποιαδήποτε σοβαρά ιατρικά προβλήματα ή άλλους (ενδεχόμενους) κινδύνους για τα παιδιά τους σε περίπτωση που επιστέψουν στη χώρα καταγωγής τους. Συνακόλουθα, ως κατέγραψε η λειτουργός, τόσο από τα δεδομένα στο φάκελο, όσο και από πληροφορίες σε εξωτερικές πηγές (που παρέθεσε) σχετικά με την πρόσβαση των παιδιών στη βασική εκπαίδευση καθώς και σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στο Ιράκ, δεν προκύπτει οτιδήποτε ώστε να θεωρείται πως οι Αιτητές 3 και 4 δεν θα είναι σε θέση να έχουν πρόσβαση στους εν λόγω τομείς με την επιστροφή τους στη χώρα καταγωγής. [βλ. ερ. 212-211 του Δ.Φ.]
Εν κατακλείδι, η αρμόδια λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, λαμβανομένων υπόψη και των ιδιαίτερων τους περιστάσεων, δεν μπορεί να γίνει αποδεχτό πως υπάρχει εύλογος βαθμός πιθανότητας για τους Αιτητές να αντιμετωπίσουν μεταχείριση που θα μπορούσε να αναχθεί σε δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής τους στον τόπο συνήθους διαμονής τους στο Ιράκ (βλ. ερ. 210 του Δ.Φ.).
Υπό το φως των ανωτέρω και προχωρώντας στη νομική ανάλυση, η αρμόδια λειτουργός κατέληξε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής των Αιτητών σε προσφυγικό καθεστώς καθώς δεν θεμελιώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης για κάποιον από τους (εξαντλητικά) αναφερόμενους λόγους στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου καθώς και στο Άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης για το Καθεστώς των Προσφύγων του 1951.
Εξετάζοντας δε, την ενδεχόμενη υπαγωγή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, κρίθηκε ότι βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών των Αιτητών και την (προαναφερθείσα) αξιολόγηση κινδύνου, ότι: (α) δεν θεωρείται πως οι Αιτητές με την επιστροφή τους στον τόπο συνήθους διαμονής τους στο Ιράκ θα αντιμετωπίσουν πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης δυνάμει του άρθρου 19(2)(α) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 15(α) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, (β) δεν θεωρείται πως οι Αιτητές με την επιστροφή τους στον τόπο συνήθους διαμονής τους στο Ιράκ θα αντιμετωπίσουν πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 15(β) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, καθώς και (γ) συνεκτιμώντας την κατάσταση ασφαλείας που επικρατούσε στον τόπο συνήθους διαμονής τους στο Ιράκ, δεν θεωρείται πως οι Αιτητές με την επιστροφή τους εκεί διατρέχουν πραγματικό κίνδυνο να υποστούν σοβαρή βλάβη λόγω αδιάκριτης βίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, αφού στον τόπο συνήθους διαμονής τους δεν υφίστατο κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. [βλ. ερ. 210-209 του Δ.Φ.]
Ως εκ των ανωτέρω, η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε στην απόρριψη του αιτήματος των Αιτητών για διεθνή προστασία (βλ. ερ. 209 του Δ.Φ).
Ενόψει των ανωτέρω, θα προχωρήσω να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης επί τη βάσει του άρθρου 11(3)(α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018) και ενόψει τούτου να κρίνω αν ορθά το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημα των Αιτητών.
Αρχικά, συντάσσομαι με τους Καθ' ων η αίτηση ως προς τον τρόπο που σχημάτισαν τους (τρεις) ουσιώδεις ισχυρισμούς των Αιτητών. Περί τούτου, συνηγορούν και τα όσα οι Αιτητές 1 και 2 ανέφεραν κατά την ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου διαδικασία και συγκεκριμένα κατά τις διευκρινήσεις (δικάσιμος ημερ.04/02/2026), όπου ο Αιτητής 1 επανέλαβε τον ισχυρισμό περί ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής του καθότι ο πατέρας της συζύγου του (Αιτήτρια 2) σκότωσε κάποιον και προέκυψαν ορισμένα ζητήματα, καθώς και ότι κινδυνεύουν όλοι λόγω τούτου εάν επιστρέψουν στη χώρα τους, ενώ η Αιτήτρια 2 αναφέρθηκε στους ίδιους λόγους ως ο Αιτητής 1, καθώς επίσης, αναφέρθηκε επιπλέον και στο γεγονός ότι τα πεθερικά της ήθελαν να υποβάλουν τη θυγατέρα της (Αιτήτρια 3) σε ΑΓΓΟ, εξαιτίας των παραδόσεών τους, επιβεβαιώνοντας ότι η ίδια δεν είχε υποβληθεί σε ΑΓΓΟ, αλλά ούτε και η ίδια ή/και ο σύζυγός της (Αιτητής 1) ήθελαν να πράξουν κάτι τέτοιο στην κόρη τους (Αιτήτρια 3). Ισχυρίστηκε δε, ότι κατά τους 2 τελευταίους μήνες προτού φύγουν από το Ιράκ, όπου διέμεναν με τους γονείς του συζύγου της (Αιτητής 1), εκείνοι της συμπεριφέρονταν με πολύ άσχημο τρόπο και προσπαθούσαν να πάρουν την κόρη της (Αιτήτρια 3) από κοντά της.
Έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, δέον να αναφερθούν τα ακόλουθα:
Καταρχάς, κρίνω ως ορθή την αποδοχή από τους Καθ' ων η αίτηση του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος και αφορά τα προσωπικά στοιχεία, την ταυτότητα/προφίλ και τον τόπο συνήθους διαμονής των Αιτητών στο Ιράκ. Ομοίως, υπό τις περιστάσεις που αναλύονται στην αξιολόγηση του εν λόγω ισχυρισμού από την αρμόδια λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, εν προκειμένω, κρίνω επίσης ως ορθή την αποδοχή από τους Καθ' ων η αίτηση του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού, που αφορά στο γεγονός ότι οι Αιτητές 1 και 2, γονείς της Αιτήτριας 3, δέχονταν πιέσεις (υπό μορφή λεκτικών παροτρύνσεων) από την οικογένεια του Αιτητή 1, ώστε να ‘πειστούν’ για να υποβάλουν την εν λόγω (ανήλικη) θυγατέρα τους στην πρακτική του ΑΓΓΟ.
Όσον αφορά το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, περί ότι οι Αιτητές κινδυνεύαν στο Ιράκ εξαιτίας του ότι ο πατέρας της Αιτήτριας 2 σκότωσε κάποιον και η οικογένεια του ήθελαν να πάρουν εκδίκηση, συντάσσομαι επίσης με τους Καθ' ων η αίτηση, στο ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, κατόπιν αξιολόγησής του, ορθά δεν έγινε αποδεκτός.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση των όσων οι Αιτητές 1 και 2 ανέφεραν περί του πιο πάνω ισχυρισμού τους, παρατηρώ εκ προοιμίου ότι η γενική αξιοπιστία τους δεν συνηγορεί στην υποστήριξη αυτού. Ειδικότερα, ως επιβεβαίωσαν με σχετικές τους δηλώσεις οι Αιτητές 1 και 2, κατά την οικογενειακή συνάντηση μετά το κατ’ ισχυρισμό συμβάν με τον πατέρα της Αιτήτριας 2 ήταν παρόντες, πέραν και των ιδίων (ήτοι, των Αιτητών 1 και 2), ο πατέρας και η μητέρα της Αιτήτριας 2, ο θείος της Αιτήτριας 2 καθώς και η γυναίκα του και τα παιδιά του, ως επίσης, και τα αδέλφια της Αιτήτριας 2, όπου δε, ο πατέρας της Αιτήτριας 2 ανέφερε σε όλους το τι συνέβη κατά το (κατ’ ισχυρισμό) περιστατικό στο συνεργείο αυτοκινήτων. Ωστόσο, σε αρκετές από τις (υπόλοιπες) δηλώσεις των Αιτητών 1 και 2 αναφορικά με τον εν λόγω ισχυρισμό, προκύπτει έλλειψη ευλογοφάνειας και ασυνέπεια στα ίδια τα λεγόμενα τους σε διαφορετικά σημεία της κάθε συνέντευξης τους, καθώς και ορισμένες ασάφειες και γενικότερες αποκλίσεις συγκρίνοντας τις μεταξύ τους δηλώσεις.
Πιο συγκεκριμένα, η Αιτήτρια 2 δήλωσε πως ο πατέρας της αποτελούσε (από το 2012 – βλ. ερ. 170 του Δ.Φ.) μέλος του συνδέσμου των ανάπηρων βετεράνων των Κουρδικών δυνάμεων ‘peshmerga’, αφού εξαιτίας ενός τραυματισμού στο σώμα και τον εγκέφαλο του, εκείνος κατέστη ανάπηρος (βλ. ερ. 162/1Χ του Δ.Φ.). Δεδομένου τούτου, προκύπτουν εύλογες αμφιβολίες σχετικά με τον ισχυρισμό περί ότι ο πατέρας της Αιτήτριας 2 μετά από μια προσωπική διαμάχη πυροβόλησε κάποιο άτομο με το όπλο που κατείχε (βλ. ερ. 157/1Χ του Δ.Φ.). Επιπλέον, η Αιτήτρια 2 δήλωσε για τον πατέρα της ότι ο ιατρός του διέγνωσε πως σιγά σιγά εκείνος ‘θα χάσει τα λογικά του’ εξαιτίας του εν λόγω τραυματισμού/αναπηρίας του (βλ. ερ. 162 του Δ.Φ.), ως εκ τούτου, προκύπτουν επίσης ερωτηματικά σε σχέση με τον ισχυρισμό περί ότι ο πατέρας της οπλοφορούσε (βλ. ερ. 157/1Χ του Δ.Φ.) αλλά και σε σχέση με το κατά πόσο εκείνος ήταν ικανός να κάνει χρήση όπλου, σκοτώνοντας μάλιστα κάποιον (βλ. ερ. 157/1Χ του Δ.Φ.). Πέραν τούτου, παρατηρείται και έλλειψη ευλογοφάνειας από το γεγονός ότι η Αιτήτρια 2 δήλωσε πως ο πατέρας της (λόγω προφανώς της αναπηρίας του) δεν επιτρεπόταν να οδηγεί αυτοκίνητο, αφού του το απαγόρευσε ο γιατρός του (βλ. ερ. 162/2Χ του Δ.Φ.), ενώ για την ημέρα που έγινε το κατ’ ισχυρισμό συμβάν, η Αιτήτρια ανέφερε πως ο πατέρας της οδήγησε μόνος του προς και από το εν λόγω συνεργείο αυτοκινήτων όπου έγινε το περιστατικό (βλ. ερ. 157 και 155 του Δ.Φ.), ως επίσης (ομοίως) ανέφερε και ο Αιτητής 1 (βλ. ερ. 129 του Δ.Φ.).
Περαιτέρω, αναφερόμενος στο εν λόγω περιστατικό, ο Αιτητής 1 με ασάφεια είπε πως όταν ο ίδιος όδευε προς το συνεργείο του πατέρα της Αιτήτριας 2, η ίδια, ο θείος της καθώς και η πεθερά του, προσπαθούσαν να τον καλέσουν (βλ. ερ. 129 του Δ.Φ.), ωστόσο, η Αιτήτρια 2 ανέφερε κατά την αφήγησή της πως μόνο κατόπιν που πήγε σπίτι ο σύζυγος της (Αιτητής 1), τότε εκείνη έμαθε για το εν λόγω συμβάν (βλ. ερ. 157 του Δ.Φ.). Επίσης, η Αιτήτρια ανέφερε ότι, ο πατέρας της, μετά το εν λόγω συμβάν και όταν μαζεύτηκαν όλοι στο σπίτι, περιλαμβανομένου και του συζύγου της (Αιτητής 1), τους είπε πως πυροβόλησε το άτομο που σκότωσε με το όπλο που πάντα είχε μαζί του (βλ. ερ. 157/1Χ του Δ.Φ.), λεπτομέρεια στην οποία αρχικά και συγκεκριμένα κατά την ελεύθερη του αφήγηση δεν είχε αναφερθεί ο Αιτητής 1 (βλ. ερ. 129/1Χ του Δ.Φ.), αν και ο ίδιος το ανέφερε έπειτα κατά τις διευκρινιστικές ερωτήσεις που του έγιναν (βλ. ερ. 123 του Δ.Φ.). Ομοίως, η Αιτήτρια 1, κατά την ελεύθερη της αφήγηση (βλ. ερ. 156 του Δ.Φ.), δεν αναφέρθηκε συγκεκριμένα στα όσα επικαλέστηκε ο Αιτητής 1 κατά τη δική του ελεύθερη αφήγηση, περί διαμεσολάβησης του για επίλυση του όλου προβλήματος (βλ. ερ. 128/1Χ του Δ.Φ.). Χωρίς συνάφεια δε, με τα όσα σχετικά είχε αναφέρει ο Αιτητής 1, περί ότι έμαθαν σχεδόν αμέσως από έναν φίλο του, που τον πληροφόρησε σχετικά για τούτο, αναφορικά με το ότι άτομο που πυροβόλησε ο πεθερός του είχε εν τέλει αποβιώσει (βλ. ερ. 121/1Χ του Δ.Φ.), η Αιτήτρια 2 ανέφερε πως έμαθαν ότι εν τέλει απεβίωσε το εν λόγω άτομο που (κατ’ ισχυρισμό) πυροβόλησε ο πατέρας της, μετά τη φυγή τους από την εν λόγω περιοχή και μετοίκησαν σε άλλη τοποθεσία (βλ. ερ. 156/1Χ του Δ.Φ.). Με ασυνέπεια δε, ο Αιτητής 1 αναφέρθηκε σε μια (τελευταία) τηλεφωνική συνομιλία που είχε με την οικογένεια του αποβιώσαντα, κατά την οποία τους απείλησε, στην παρουσία της συζύγου του (Αιτήτρια 2) και της πεθεράς του, ισχυριζόμενος επίσης πως έτσι τα πράγματα χειροτέρευσαν και εκείνες φοβήθηκαν, ενώ έπειτα δέχθηκαν απειλές και αποφάσισαν να φύγουν (βλ. ερ. 128 του Δ.Φ.), ενώ σύμφωνα με τα λεγόμενα της Αιτήτριας 2, ο πατέρας της ήταν αυτός που τους παρότρυνε για να φύγουν ώστε να προστατευθούν, επειδή δεν ήθελε να εμπλακούν στο πρόβλημα που είχε εκείνος δημιουργήσει (βλ. ερ. 156 του Δ.Φ.). Επίσης, ως προς τα συγκεκριμένα άτομα από την οικογένεια του αποβιώσαντα που (κατ’ ισχυρισμό) τους απειλούσαν, παρατηρείται ότι ο Αιτητής 1 κατά την αρχική του αφήγηση αναφέρθηκε γενικότερα στην οικογένεια του εν λόγω ατόμου καθώς και σε κάποια απειλητικά τηλεφωνήματα/μηνύματα που λάμβανε από εκείνους (βλ. ερ. 128/2Χ του Δ.Φ.), ενώ η Αιτήτρια 2 κατά την αρχική της αφήγηση αναφέρθηκε εξαρχής σε συγκεκριμένα μέλη της εν λόγω οικογένειας (βλ. ερ. 156/1Χ του Δ.Φ.).
Πέραν των πιο πάνω, παρατηρείται επιπρόσθετα ότι ο Αιτητής 1 δήλωσε πως δεν υπήρχαν συγκεκριμένα ζητήματα στο παρελθόν μεταξύ των δύο οικογενειών, ήτοι του πεθερού του και του ατόμου που (κατ’ ισχυρισμό) σκότωσε (βλ. ερ. 125 του Δ.Φ.), ωστόσο στη συνέχεια (με ασυνέπεια) ισχυρίστηκε πως ο πεθερός του και το εν λόγω άτομο είχαν προηγούμενα (βλ. ερ. 123 και 122 του Δ.Φ.), ενώ η Αιτήτρια 2 ισχυρίστηκε (εξαρχής) πως πατέρας της και το εν λόγω άτομο που εκείνος (κατ’ ισχυρισμό) σκότωσε, από πριν το συμβάν, ήδη δεν είχαν καλή σχέση μεταξύ τους (βλ. ερ. 157/1Χ του Δ.Φ.). Με ασάφεια δε, ο Αιτητής 1 αναφέρθηκε αρχικά στο ότι ο πεθερός του εργαζόταν σε συνεργείο αυτοκινήτων και κατά το συμβάν με το άτομο που εν τέλει εκείνος (κατ’ ισχυρισμό) σκότωσε, διαπραγματευόταν για την πώληση ενός αυτοκινήτου (βλ. ερ. 129 του Δ.Φ.), ωστόσο, έπειτα δήλωσε πως ο πεθερός του και το άτομο που (κατ’ ισχυρισμό) σκότωσε, διαπραγματεύονταν με ένα τρίτο πρόσωπο, τον ιδιοκτήτη/πωλητή, για την αγορά ενός εξαρτήματος αυτοκινήτου (βλ. ερ. 123 του Δ.Φ.). Ομοίως, με ασάφεια (αλλά και σε αντίθεση με τα όσα σχετικά είπε ο Αιτητής 1) η Αιτήτρια 2 είχε ισχυριστεί (εξαρχής) ότι ο πατέρας της, που είχε αφυπηρετήσει (βλ. ερ. 162/1Χ του Δ.Φ.) και περιστασιακά επισκεπτόταν το συνεργείο αυτοκινήτων (βλ. ερ. 157 του Δ.Φ.), αποφάσισε μια μέρα να πάει στο εν λόγω συνεργείο για να αγοράσει ένα αυτοκίνητο από κάποιον τρίτο και όταν ένας άλλος ήθελε να αγοράσει το ίδιο όχημα, ήρθαν σε αντιπαράθεση και ο πατέρας της τότε τον πυροβόλησε (βλ. ερ. 157 του Δ.Φ.). Περαιτέρω αντίφαση προκύπτει δε, από τα όσα σχετικά είχε δηλώσει η Αιτήτρια 2 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, όπου η ίδια ανέφερε ότι ο πατέρας της ασχολείτο με αγοραπωλησίες αυτοκινήτων.
Περαιτέρω, προκύπτει χρονική ασυνέπεια από τα όσα δήλωσε ο Αιτητής 1 περί της διαμεσολάβησης του και των απειλών που δέχθηκε, τα οποία τοποθέτησε χρονικά μετά το συμβάν με τον πεθερό του και πριν μετοικήσουν οικογενειακώς με την Αιτήτρια 2 σε άλλη πόλη (βλ. ερ. 128/2Χ του Δ.Φ.), ενώ η Αιτήτρια 2 τοποθέτησε χρονικά τα εν λόγω (κατ’ ισχυρισμό) γεγονότα μετά που μετοίκησαν στην άλλη πόλη (βλ. ερ. 156/1Χ το Δ.Φ.). Επιπλέον ασυνέπεια διαπιστώνεται και στις δηλώσεις των Αιτητών 1 και 2 αναφορικά με τον τόπο όπου διέμεναν στην άλλη πόλη που κατέφυγαν προτού φύγουν από τη χώρα τους, αφού ο Αιτητής 1 ανέφερε ότι εκεί έμειναν αρχικά για ένα βράδυ μαζί με τους γονείς του, έπειτα πήγαν σε μια άλλη οικία όπου παρέμειναν για λίγο καιρό και (εν τέλει) επέστρεψαν στο πατρικό του σπίτι προτού φύγουν από τη χώρα (βλ. ερ. 128/2Χ του Δ.Φ.), ενώ η Αιτήτρια 2 δήλωσε ότι στην πόλη όπου μετέβησαν, αρχικά διέμεναν μαζί με τους γονείς του συζύγου της (Αιτητής 1) και έπειτα πήγαν σε μια άλλη οικία, όπου και παρέμειναν μέχρι να φύγουν από τη χώρα τους (βλ. ερ. 163/1Χ και 159 του Δ.Φ.).
Επιπλέον, παρατηρείται πως ενώ ο Αιτητής 1 ανέφερε εξαρχής κατά την ελεύθερη του αφήγηση ότι ο πεθερός του (ήτοι, ο πατέρας της Αιτήτριας 2) μπήκε στη φυλακή για 2 ημέρες και κατόπιν αφέθηκε ελεύθερος (βλ. ερ. 128 του Δ.Φ.), εντούτοις, η Αιτήτρια 2 δεν αναφέρθηκε σε τούτο κατά την ελεύθερη της αφήγηση, παρά μόνο το ανέφερε (απλά και αόριστα) σε ένα άλλο σημείο της συνέντευξης της (βλ. ερ. 148 του Δ.Φ.). Επίσης, αντίφαση προκύπτει και στα ίδια τα λεγόμενα του Αιτητή 1 αναφορικά με το εν λόγω (κατ’ ισχυρισμό) γεγονός, αφού κατά την ελεύθερη του αφήγηση, ο ίδιος επικαλέστηκε πως ο πεθερός του είχε συλληφθεί μετά το κατ’ ισχυρισμό περιστατικό (όπου εκείνος σκότωσε κάποιον), αλλά κατάφερε να βγει από τη φυλακή μετά από 2 ημέρες επειδή είχε διασυνδέσεις λόγω της προηγούμενης του ιδιότητας και αφού πλήρωσε ένα αρκετά μεγάλο ποσό (βλ. ερ. 128 του Δ.Φ.), ενώ σε άλλο σημείο της συνέντευξης του, ο Αιτητής 1 διευκρίνισε ότι ο πεθερός του είχε παραδοθεί στην αστυνομία και βγήκε από τη φυλακή μετά από 2 ημέρες, κατόπιν που ο αδελφός του πλήρωσε αρκετά χρήματα για να τον αφήσουν ελεύθερο, αφού φοβούνταν ότι κάποιος μπορεί να τον σκότωνε εκεί (βλ. ερ. 117/1Χ του Δ.Φ.). Όταν κλήθηκε δε, η Αιτήτρια 2 να αναφέρει περισσότερες λεπτομέρειες περί του εν λόγω ισχυρισμού, η ίδια δήλωσε (όπως και ο Αιτητής 1) ότι ο πατέρας της παραδόθηκε στην αστυνομία και παρέμεινε για 2 ημέρες στη φυλακή, ωστόσο, σε ασυνέπεια με τα όσα δήλωσε ο Αιτητής 1 σχετικά με τον τρόπο και τον λόγο που βγήκε ο πεθερός του από τη φυλακή, η Αιτήτρια 2 ανέφερε ότι ο θείος της πλήρωσε αρκετά χρήματα για να βγει με εγγύηση από τη φυλακή ο πατέρας της (βλ. ερ. 145/4Χ του Δ.Φ.), δηλώνοντας συνάμα πως ο πατέρας της δεν κινδύνευε στη φυλακή λόγω της κατάστασής του, αλλά και αφού δεν μπορούσαν να τον βλάψουν εκεί λόγω των γνωριμιών και της ισχύς που είχε (βλ. ερ. 145 του Δ.Φ.). Εξάλλου, σε σχέση και με τα πιο πάνω, ο Αιτητής 1 ανέφερε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ότι ο πεθερός του είχε δύναμη λόγω της προηγούμενης του ιδιότητας ως στρατιωτικός και ως εκ τούτου δεν μπήκε στη φυλακή.
Περαιτέρω ασυνέπειες εντοπίζονται και σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς των Αιτητών 1 και 2 αναφορικά με κατ’ ισχυρισμό γεγονότα που αφορούν το συμβάν με τον πατέρα της Αιτήτριας 2. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής 1 ανέφερε ότι μετά το εν λόγω συμβάν, κλήθηκε επιτόπου ασθενοφόρο για να μεταφέρει στο νοσοκομείο το άτομο που (κατ’ ισχυρισμό) πυροβόλησε ο πατέρας της Αιτήτριας 2 (βλ. ερ. 122 του Δ.Φ.), ενώ η Αιτήτρια 2 ανέφερε (γενικά) ότι το εν λόγω άτομο μεταφέρθηκε για το νοσοκομείο (βλ. ερ. 149 του Δ.Φ.). Επίσης, ο Αιτητής 1 επικαλέστηκε πως τόσο η αστυνομία όσο και κάποιος υψηλόβαθμος της περιοχής, είχαν επέμβει μετά το εν λόγω συμβάν προς επίλυση της κατάστασης (βλ. ερ. 119 και 118 του Δ.Φ.), ωστόσο, η Αιτήτρια 2 ουδόλως αναφέρθηκε σε κάτι τέτοιο κατά τη συνέντευξη της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου.
Γενικότερα δε, εντοπίζεται ασάφεια/ασυνέπεια σχετικά με το ότι η Αιτήτρια 2 είπε πως ο πατέρας της, τους ανέφερε μετά το εν λόγω συμβάν ότι θα προσπαθούσε ο ίδιος να επιλύσει ‘ειρηνικά’ το θέμα, αφού αφορούσε δικό του ‘λάθος’ και τους προέτρεψε να μην εμπλακούν στο εν λόγω ζήτημα (βλ. ερ. 156 και 148 του Δ.Φ.), ωστόσο, οι Αιτητές 1 και 2 ισχυρίστηκαν πως ο Αιτητής 1, μαζί και με άλλα μέλη από την οικογένεια της Αιτήτριας 2, είχαν εμπλακεί στο όλο θέμα προσπαθώντας να επιλύσουν το εν λόγω ζήτημα (βλ. ερ. 148 και 124 του Δ.Φ.). Επιπλέον, ασάφεια/ασυνέπεια παρατηρείται στον ισχυρισμό περί ότι αντιμετώπιζαν προβλήματα με την οικογένεια του ατόμου που κατ’ ισχυρισμό σκότωσε ο πατέρας της Αιτήτριας 2, τα οποία δεν μπορούσαν να επιλύσουν με άλλο (ειρηνικό) τρόπο και άρα κινδύνευαν από την οικογένεια του εν λόγω αποβιώσαντα (βλ. ερ. 156/1Χ, 149/1Χ, 128/1Χ και 117/3Χ του Δ.Φ.), ενώ συνάμα, η Αιτήτρια 2 δήλωσε πως ο πατέρας της ήταν μέλος στις Κουρδικές δυνάμεις ‘peshmerga’ καθώς και μέλος σε (αντιπολιτευόμενο) πολιτικό κόμμα στο Κουρδιστάν (βλ. ερ. 158 του Δ.Φ.), καθώς και ότι εκείνος είχε ισχύ και γνωριμίες/διασυνδέσεις λόγω της προηγούμενης του ιδιότητας (βλ. ερ. 145 του Δ.Φ.), ως ομοίως ανέφερε και ο Αιτητής 1 (βλ. ερ. 128 του Δ.Φ.).
Επιπλέον, παρατηρείται αντίφαση μεταξύ της δήλωσης του Αιτητή 1, περί ότι η οικογένεια του ατόμου που (κατ’ ισχυρισμό) σκότωσε ο πατέρας της Αιτήτριας 2 είχαν αρκετά μέλη στις δυνάμεις ασφαλείας και στις αστυνομικές αρχές και άρα δεν κατάφεραν οι εν λόγω αρχές να επιλύσουν την κατάσταση (βλ. ερ. 118 του Δ.Φ.), και της δήλωσης της Αιτήτριας 2 πως δεν μπορούσαν να πειράξουν τον πατέρα της στη φυλακή λόγω της δύναμης και των γνωριμιών του (βλ. ερ. 145 του Δ.Φ.), δεδομένο που παραπέμπει (εξάλλου) στο γεγονός ότι ο πατέρας της Αιτήτριας 2 ενδεχομένως να είχε περισσότερη δύναμη/επιρροή από την οικογένεια του ατόμου που κατ’ ισχυρισμό σκότωσε. Στερείται ευλογοφάνειας δε, η αναφορά του Αιτητή 1 πως κατά το κατ’ ισχυρισμό περιστατικό, υπήρχαν και άλλα άτομα που ήταν παρόν εκεί, ωστόσο, δεν φαίνεται να αντέδρασαν (βλ. ερ. 123 του Δ.Φ.), αλλά και πως ούτε έγινε κάποια καταγγελία από την οικογένεια του αποβιώσαντα εναντίον του πεθερού του (βλ. ερ. 128 και 117/1Χ του Δ.Φ.), όμως εντούτοις, σύμφωνα με άλλες δηλώσεις των Αιτητών 1 και 2, το άτομο που (κατ’ ισχυρισμό) πυροβόλησε ο πατέρας της Αιτήτριας 2 μεταφέρθηκε για το νοσοκομείο μετά το εν λόγω περιστατικό (βλ. ερ. 149 και 122 του Δ.Φ.), ενώ επίσης (σύμφωνα με δηλώσεις του Αιτητή 1), οι αστυνομικές αρχές επενέβησαν μετά το συμβάν (βλ. ερ. 118 και 117/1Χ του Δ.Φ.), αλλά εν τέλει ο πατέρας της παραδόθηκε από μόνος του, αφού ήταν κάτι που έπρεπε να πράξει (βλ. ερ. 145/4Χ και 117/1Χ του Δ.Φ.), και επιπλέον, η αστυνομία τον κρατούσε στη φυλακή για 2 ημέρες μέχρι που βγήκε με εγγύηση (βλ. ερ. 145/4Χ, 128 και 117/1Χ του Δ.Φ.), ενώ έπειτα εκείνος παρέμεινε ‘κρυμμένος’ και έκτοτε κανείς δεν γνώριζε που βρισκόταν (βλ. ερ. 161/2Χ, 128/2Χ και 119/1Χ-3Χ του Δ.Φ.). Με ασάφεια δε, ο Αιτητής 1 δήλωσε κατά τη διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ότι οι γονείς της Αιτήτριας 2 παρέμειναν στην περιοχή τους μετά το εν λόγω περιστατικό, ενώ με ασυνέπεια, η Αιτήτρια 2, κατά την ίδια διαδικασία δήλωσε πως δεν γνωρίζει που διαμένουν οι γονείς της, ωστόσο, γνωρίζει ότι έφυγαν από την περιοχή τους, όπως επίσης είπε.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο προέβη σε δική του έρευνα σε εξωτερικές πηγές, γενικότερα για τις διαφορετικές φυλές και πολιτικές παρατάξεις των Κούρδων στο Ιράκ, καθώς και ενδεχόμενα περιστατικά εντάσεων μεταξύ τους, αλλά και συγκεκριμένα για πληροφορίες για τις φυλές Hamawand (ήτοι, τη φυλή του πατέρα της Αιτήτριας 2) και Jaff (ήτοι, την οικογενειακή φυλή του ατόμου που κατ’ ισχυρισμό σκότωσε ο πατέρας της Αιτήτριας 2 και πεθερός του Αιτητή 1).
Ως προκύπτει από την εν λόγω έρευνα του παρόντος Δικαστηρίου, οι Κουρδικές φυλές στο Ιράκ εντοπίζονται στα βορειοανατολικά της χώρας και (μεταξύ άλλων) συμπεριλαμβάνουν τις φυλές Jaff και Hamawand[10]. Επίσης, ως προκύπτει, οι δύο εν λόγω φυλές, συγκεκριμένα, εντοπίζονται (κυρίως) στο αστικό κέντρο της περιφέρειας Sulaymaniyah[11]. Επιπλέον, ο φυλετισμός φέρεται να αποτέλεσε (ιστορικά) σημαντικό παράγοντα για τις δύο κύριες παρατάξεις στο Ιρακινό Κουρδιστάν (που όμως δεν περιλαμβάνουν τις δύο πιο πάνω φυλές), οι οποίες και συνδέονται με τα δύο κύρια πολιτικά κόμματα στο Ιρακινό Κουρδιστάν.[12] Πιο συγκεκριμένα, αυτή η φυλετική επιρροή ‘φαίνεται να εξακολουθεί να έχει’ ρόλο στην κουρδική πολιτική[13], όπου ο ηγέτης του κόμματος KDP και ο επικεφαλής του κόμματος PUK ‘προέρχονται από αντίπαλες φυλές’[14],[15].
Ιστορικά δε, αναφέρεται ότι οι περιφέρειες Dohuk και Erbil στο Ιρακινό Κουρδιστάν ήταν υπό τον έλεγχο του κόμματος KDP (ήτοι, του κυβερνώντος κόμματος στο Ιρακινό Κουρδιστάν[16]), ενώ η περιφέρεια Sulaymaniyah στο Ιρακινό Κουρδιστάν ήταν υπό τον έλεγχο του κόμματος PUK (ήτοι, του αντιπολιτευόμενου κόμματος στο Ιρακινό Κουρδιστάν[17]).[18] Πλέον δε, ως επίσης προκύπτει από πληροφορίες σε εξωτερικές πηγές, οι δύο αυτές ‘διοικητικές περιοχές/ζώνες’ είχαν ‘ενοποιηθεί’ (από το 2005), ωστόσο, διατήρησαν (έκτοτε) και διατηρούν (ακόμα) τις δικές τους (ξεχωριστές) υπηρεσίες ασφαλείας και πληροφοριών στις εν λόγω περιοχές που βρίσκονται ‘υπό την επιρροή τους’, ήτοι στις περιφέρειες Dohuk και Erbil όσον αφορά το κόμμα KDP (που είναι και το κυβερνών κόμμα στο Ιρακινό Κουρδιστάν) και στην περιφέρεια Sulaymaniyah καθώς και σε μέρος της περιφέρειας Kirkuk όσον αφορά το κόμμα PUK (που αποτελεί αντιπολιτευόμενο κόμμα στο Ιρακινό Κουρδιστάν).[19],[20] Συναφώς και ομοίως, οι ένοπλες δυνάμεις ‘peshmerga’ του Ιρακινού Κουρδιστάν, ‘διαιρούνται’ κυρίως μεταξύ των δύο κύριων πολιτικών κομμάτων, ήτοι του KDP και του PUK[21] και ‘λειτουργούν σε μεγάλο βαθμό’ υπό ξεχωριστές διοικήσεις και (κατ’ επέκταση) περιοχές[22].
Περαιτέρω, διακρίνεται από σχετικές πληροφορίες σε εξωτερικές πηγές πως οι δύο εν λόγω παρατάξεις (ήτοι το KDP και το PUK), πέραν ενός εμφύλιου πολέμου μεταξύ τους περί τα μέσα της δεκαετίας του 1990, πλέον δεν βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση, αν και ‘εξακολουθούν να ανταγωνίζονται έντονα για τον πολιτικό έλεγχο στο Ιρακινό Κουρδιστάν’[23], με ‘αυξανόμενες εντάσεις’ να παραμένουν μεταξύ τους (σε πολιτικό επίπεδο)[24],[25]. Ειδικότερα δε, οι φυλετικές και πολιτικές εντάσεις φαίνεται να αποτελούν ιστορικά διαχρονικό φαινόμενο στο Ιρακινό Κουρδιστάν, ιδιαίτερα μεταξύ των τοπικών φυλών και του κυβερνώντος κόμματος KDP, οι οποίες συνήθως οδηγούν σε συγκρούσεις λόγω διαμάχης σε θέματα γης, δικαιωμάτων των υδάτων και πολιτικής εξουσίας[26], που φαίνεται να έχουν (ωστόσο) ως επίκεντρο την ευρύτερη περιοχή του Erbil (που ‘ελέγχεται’ από το KDP)[27], ενώ παρατηρείται συνάμα ότι σε μία (άλλη) περίπτωση, όπου εμπλεκόταν το κόμμα PUK και ένα τρίτο κόμμα του Ιρακινού Κουρδιστάν, τούτο το περιστατικό συνέβη συγκεκριμένα στην περιοχή Sulaymaniyah[28] (που εξάλλου ‘ελέγχεται’ από το PUK[29]).
Περαιτέρω πληροφορίες σε εξωτερική πηγή, συγκεκριμένα για τη φυλή Jaff (στην οποία ανήκε το άτομο που κατ’ ισχυρισμό σκότωσε ο πατέρας της Αιτήτριας 2), αναφέρουν ότι η εν λόγω φυλή ‘ήταν κάποτε μια μεγάλη κουρδική νομαδική συνομοσπονδία που ζούσε στο νότιο Ιρακινό Κουρδιστάν και στην περιοχή Sanandaj του Ιρανικού Κουρδιστάν’, της οποίας (αργότερα) το κυρίως μέρος των ανθρώπων της μετακόμισαν και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της περιφέρειας Sulaymaniyah του Ιράκ[30]. Όσον αφορά τη φυλή Hamawand (στην οποία δήλωσαν ότι ανήκουν οι Αιτητές 1 και 2, καθώς και ο πατέρας της Αιτήτριας 2), πληροφορίες αναφέρουν ότι η εν λόγω φυλή ‘αποτελεί Κουρδική φυλή του βορειοανατολικού Ιράκ, η οποία έχει χαρακτηριστεί ως «η πιο διάσημη μαχητική φυλή του νότιου Κουρδιστάν»’, της οποίας (σταδιακά) το κυρίως μέρος των ανθρώπων της εγκαταστάθηκαν στην περιοχή μεταξύ του Kirkuk και της Sulaymaniyah του Ιράκ[31].
Επικουρικώς, αναφέρεται ότι από τις σχετικές δηλώσεις των Αιτητών 1 και 2 κατά τις συνεντεύξεις τους στην Υπηρεσία Ασύλου, προκύπτει ότι ενόσω βρίσκονταν στη χώρα καταγωγής τους, διέμεναν σε περιοχές εντός πόλεων (ήτοι σε αστική ζώνη) της περιφέρειας Sulaymaniyah (βλ. ερ. 163/1Χ και 136/1Χ του Δ.Φ.). Σύμφωνα δε, με τους ισχυρισμούς των Αιτητών 1 και 2, το περιστατικό όπου ο πατέρας της Αιτήτριας 2 κατ’ ισχυρισμό σκότωσε ένα άτομο της φυλής Jaff, έγινε στην πόλη Darbandikhan (βλ. ερ. 149 και 123 του Δ.Φ.), που βρίσκεται στα νοτιοανατολικά της περιφέρειας Sulaymaniyah (μακριά από το αστικό κέντρο της εν λόγω περιφέρειας, που είναι η ομώνυμη πόλη Sulaymaniyah).
Σε κάθε περίπτωση, σαφώς διαπιστώνεται ότι οι Αιτητές ουδόλως αιτιολόγησαν τέτοιο κίνδυνο για τους ίδιους προσωπικά, ως επικαλέστηκαν πως υπάρχει για την περίπτωσή τους εξαιτίας της εν λόγω (κατ’ ισχυρισμό) ενέργειας του πατέρα της Αιτήτριας 2 (και πεθερού του Αιτητή 1), που πυροβόλησε και σκότωσε κάποιον. Καταρχάς, ως προκύπτει από τους ισχυρισμούς των Αιτητών 1 και 2, το εν λόγω περιστατικό αφορούσε μια μεμονωμένη ενέργεια από μέρους του πατέρα της Αιτήριας 2, ενώ σύμφωνα με σχετικές δηλώσεις τους, ο πατέρας της Αιτήτριας 2 ανέλαβε την ευθύνη για το εν λόγω συμβάν, καθώς επίσης, εκείνος αναγνώρισε το γεγονός ότι το εν λόγω ζήτημα τον αφορούσε αποκλειστικά και ότι θα έπρεπε να προσπαθήσει προσωπικά να το επιλύσει. Ωστόσο, από τις αναφορές των Αιτητών 1 και 2, προκύπτει (συνάμα) πως στο εν λόγω ζήτημα εμπλέκονταν και άλλα μέλη της οικογένειας της Αιτήτριας 2, που μαζί και με τον Αιτητή 1, είχαν μεσολαβήσει για την επίλυση του. Παρά ταύτα, παρατηρείται ασυνέπεια στις δηλώσεις των Αιτητών 1 και 2, αφού καμία αναφορά δεν έγινε σε απειλές που ενδεχομένως να είχαν δεχθεί και τα υπόλοιπα άτομα που κατ’ ισχυρισμό εμπλέκονταν στο εν λόγω θέμα (πέραν του πατέρα της Αιτήτριας 2 και του Αιτητή 1), ενώ με ασάφεια οι Αιτητές 1 και 2 επικαλέστηκαν ότι απειλούνταν οι ίδιοι συγκεκριμένα και ότι κινδυνεύουν επίσης και τα παιδιά τους (Αιτητές 3 και 4), λόγω των κατ’ ισχυρισμό γεγονότων, εφόσον δε, ως η Αιτήτρια 2 δήλωσε, δεν φαίνεται να συνέβη οτιδήποτε σχετικά με το κατ’ ισχυρισμό περιστατικό στα υπόλοιπα εμπλεκόμενα μέλη από την οικογένεια της (βλ. ερ. 146/2Χ του Δ.Φ.). Επιπλέον, ουδόλως οι Αιτητές αποσαφήνισαν το λόγο που δεν θα μπορούσε (ενδεχομένως) ο πατέρας της Αιτήτριας 2 να προστατεύσει τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του, αλλά και τους ιδίους, αφού εκείνος (ως επικαλέστηκαν οι Αιτητές 1 και 2), λόγω και της προηγούμενης ιδιότητας του (ως πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος στις Κουρδικές δυνάμεις), είχε δύναμη, γνωριμίες/διασυνδέσεις και επιρροή, αλλά και επίσης (μάλιστα) τούτο ήταν κάτι το δεδομένο για εκείνον, ως φαίνεται (σύμφωνα και πάλι με δηλώσεις των Αιτητών 1 και 2).
Εν προκειμένω δε, διακρίνεται ότι οι (κατ’ ισχυρισμό) απειλές εναντίον των Αιτητών ήταν συγκεκριμένα λεκτικές, ενώ σε καμία περίπτωση (σύμφωνα και με τα λεγόμενα των Αιτητών 1 και 2) δεν προκύπτει πως συνέβη οτιδήποτε (ούτε και οιαδήποτε βλάβη) στους Αιτητές κατά την παραμονή τους στη χώρα τους, μετά και τα κατ’ ισχυρισμό γεγονότα και ενόσω συνεχίζονταν (ως ισχυρίστηκαν οι Αιτητές 1 και 2) οι εν λόγω απειλές εναντίον τους, αλλά και ουδέποτε τους συνάντησαν/προσέγγισαν οποιαδήποτε άτομα από την πλευρά της οικογένειας του ατόμου που είχε (κατ’ ισχυρισμό) σκοτώσει ο πατέρας της Αιτήτριας 2 (ως ξεκάθαρα δήλωσαν οι Αιτητές 1 και 2 – βλ. ερ. 146 και 118/1Χ του Δ.Φ.). Εξάλλου, ο ίδιος ο Αιτητής 1 ανέφερε ότι μόνο ο πεθερός του και η ομήγυρη του εμπλέκονταν στο εν λόγω ζήτημα, χωρίς να επηρεάζεται η άλλη φυλή, ούτε και υπήρχαν προηγούμενα ζητήματα στο παρελθόν μεταξύ των δύο οικογενειών, ήτοι του πεθερού του και του ατόμου που κατ’ ισχυρισμό εκείνος σκότωσε (βλ. ερ. 125 του Δ.Φ.), άρα δεν προκύπτει οτιδήποτε περί (προηγούμενης) διαμάχης μεταξύ των δύο (διαφορετικών) φυλών, ούτε και προκύπτει πως υπήρχε κάποια παλαιότερη ‘έχθρα’ σε προσωπικό ή οικογενειακό επίπεδο μεταξύ τους, λόγω και του ότι ήταν από διαφορετικές φυλές και πολιτικές παρατάξεις.
Γενικότερα δε, παρατηρείται πως ασυνάρτητα οι Αιτητές 1 και 2 επικαλούνται διάφορους ισχυρισμούς στις συνεντεύξεις τους προς υποστήριξη ότι (ενδεχομένως) διατρέχουν κάποιο κίνδυνο στη χώρα καταγωγής τους (εξαιτίας του εν λόγω περιστατικού με τον πατέρα της Αιτήτριας 2), αφού χωρίς συνάφεια εναλλάσσουν διαδοχικά τους ισχυρισμούς τους, όπου αρχικά ισχυρίστηκαν ότι το άτομο που (κατ’ ισχυρισμό) σκότωσε ο πατέρας της Αιτήτριας 2 ανήκε σε μια πολύ δυνατή οικογενειακή φυλή, με πολιτικές διασυνδέσεις και επιρροή, έπειτα επικαλέστηκαν τα περί διεφθαρμένου συστήματος αστυνόμευσης και δικαιοσύνης στη χώρα τους, αλλά και μετέπειτα ανέφεραν (σε πλήρη αντίθεση με τα πιο πάνω) ότι ο πατέρας της Αιτήτριας 2 είχε ισχύ και επιρροή λόγω της προηγούμενης του ιδιότητας. Εύλογα θεωρείται εξάλλου, πως λόγω της προηγούμενης του ιδιότητας, ο πατέρας της Αιτήτριας 2 θα μπορούσε να είχε κάποια υποστήριξη ή ‘προστασία’ ή/και ενδεχομένως να είχε σοβαρές επιφυλάξεις κάποιος στο να βλάψει τον ίδιο ή/και κάποιο μέλος της οικογένειάς του. Ως εκ τούτου, τα περί εξουσίας/επιρροής της οικογένειας του ατόμου που (κατ’ ισχυρισμό) σκότωσε ο πατέρας της Αιτήτριας 2, λόγω του ότι το εν λόγω άτομο ανήκε στην οικογενειακή φυλή Jaff (που φέρεται να είχε μεγάλη ισχύ και διασυνδέσεις στην περιοχή), καταρρίπτονται.
Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν στοιχειοθετείται η αξιοπιστία των Αιτητών αναφορικά με τον συγκεκριμένο ισχυρισμό (περί στοχοποίησης των Αιτητών από την οικογένεια ενός ατόμου τον οποίο κατ’ ισχυρισμό σκότωσε ο πατέρας της Αιτήτριας 2, που ανήκε στην οικογενειακή φυλή Jaff). Ως εκ τούτου και κατόπιν εκ νέου αξιολόγησης των ως άνω δεδομένων και γεγονότων από το Δικαστήριο, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του, λόγω αρκετών σημείων αναξιοπιστίας που εντοπίζονται στις δηλώσεις και σχετικές αναφορές των Αιτητών, ως αναλύθηκαν πιο πάνω.
Στο σημείο αυτό, κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί ότι, σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε αιτητή να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, οι Αιτητές δεν κατάφεραν να τεκμηριώσουν κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης εις βάρος τους, ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής τους συνέντευξης, αλλά ούτε κατά την ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου διαδικασία.
Εν πάση περιπτώσει, κρίνω ότι η λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό των Αιτητών και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή της, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία τους δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά (εξάλλου) δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας (όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Η.Ε. για τους Πρόσφυγες).
Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι η ευλογοφάνεια και συνοχή/συνέπεια μεταξύ των δηλώσεων του αιτητή / των αιτητών συνιστά δείκτη της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του/τους (βλ. σχετικά EUAA, Practical Guide on Evidence and Risk Assessment, January 2024, σελ.70, καθώς επίσης, EUAA, Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System - Judicial analysis (Second edition), February 2023, σελ.107-108). Όταν δε, ο αιτητής κρίνεται αναξιόπιστος, δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω διερεύνησης των εν λόγω ισχυρισμών του (βλ. υπόθ. αρ. 1964/06, ημερ. 11.3.08, Obaidul Haque v. Δημοκρατίας).
Αξιολογώντας τον (μελλοντικό) κίνδυνο που θα αντιμετώπιζαν οι Αιτητές σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής, λαμβάνονται υπόψη τα προσωπικά τους στοιχεία και περιστάσεις, ως επίσης και το ζήτημα με την πρακτική ΑΓΓΟ, που αφορά (ειδικότερα) την Αιτήτρια 2 καθώς και την ανήλικη θυγατέρα της Αιτήτρια 3.
Ως παρατηρείται, ο Αιτητής 1 ανέφερε κατά το αρχικό στάδιο της συνέντευξής του στην Υπηρεσία Ασύλου, όταν ρωτήθηκε σχετικά με την κατάσταση της υγείας του, ότι έχει πρόβλημα με το νεφρό του, ωστόσο, ο ίδιος δήλωσε επίσης πως τον είχε δει ιατρός και του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή, την οποία παίρνει καθημερινά, καθώς και ότι, ο ίδιος είναι σε καλή κατάσταση για τη συνέντευξη του (βλ. ερ. 139/1Χ του Δ.Φ.). Επιπλέον, διακρίνεται ότι κατά την αρχική συνέντευξη ευαλωτότητας που του έγινε, ο Αιτητής 1 είχε δηλώσει (τότε) πως δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε ιατρικό ζήτημα ή πρόβλημα υγείας (βλ. ερ. 34 του Δ.Φ.), όπως επίσης κατέγραψε και στο πλαίσιο της αρχικής του αίτησης για διεθνή προστασία (βλ. ερ. 4 του Δ.Φ.).
Σε κάθε περίπτωση δε, ο ίδιος ο Αιτητής 1 δήλωσε κατά την κύρια συνέντευξη του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε (γενικότερο) πρόβλημα για τον ίδιο, που ενδεχομένως να αντιμετώπιζε κατά την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του (βλ. ερ. 116/3Χ του Δ.Φ.). Ούτε (εξάλλου) στα πλαίσια της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, ή/και συγκεκριμένα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, δεν αναφέρθηκε ο Αιτητής 1 σε οιανδήποτε ενδεχόμενη εξέλιξη στο εν λόγω ιατρικό του θέμα, ούτε και προέβαλε κάτι περαιτέρω σε σχέση με οιανδήποτε ενδεχόμενη επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του, σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του.
Επικουρικώς δε, σε σχετική έκθεση του Υπουργείου Υγείας του Ιράκ (Σεπτέμβριος 2020), αναφέρεται (γενικότερα) ότι: «Όλοι οι Ιρακινοί καλύπτονται από τις δημόσιες υπηρεσίες υγείας [βάσει σχετικής νομοθεσίας του 1981]. Με άλλα λόγια, όλοι είναι επιλέξιμοι για υπηρεσίες δημόσιας υγείας, οι οποίες επιδοτούνται σε μεγάλο βαθμό από την κυβέρνηση. Η κυβέρνηση κατέχει όλες τις εγκαταστάσεις υγειονομικής περίθαλψης στον δημόσιο τομέα και όλοι οι πάροχοι υγειονομικής περίθαλψης που εργάζονται εκεί είναι κυβερνητικοί υπάλληλοι που λαμβάνουν μηνιαίους μισθούς.».[32] Επίσης, από ενδεικτικές πληροφορίες σε άλλη σχετική έκθεση για το Ιράκ (Ιανουάριος 2021), φαίνεται ότι στην περιοχή του Ιρακινού Κουρδιστάν υπάρχουν νοσοκομεία/κλινικές που παρέχουν βασική θεραπεία καθώς και φαρμακεία που μπορούν να παρέχουν κατάλληλα φάρμακα, όσον αφορά τον τομέα της νεφρολογίας, ήτοι για ασθένειες του ύπατος (συγκεκριμένα οι εν λόγω υποδομές/υπηρεσίες που αναφέρονται ενδεικτικά, αφορούν ιδιωτικές εγκαταστάσεις και φαρμακεία στην πόλη Erbil του Ιρακινού Κουρδιστάν).[33] Περαιτέρω, σε έκθεση της EUAA για το Ιράκ (Νοέμβριος 2024), αναφέρεται γενικότερα ότι «τα νοσοκομεία, οι γιατροί και άλλες υπηρεσίες υγείας είναι συγκεντρωμένα σε μεγάλο βαθμό στις αστικές περιοχές»[34], ενώ ειδικότερα για την περιοχή του Ιρακινού Κουρδιστάν, αναφέρεται πως «η ποιότητα και η διαθεσιμότητα της υγειονομικής περίθαλψης περιγράφεται ως ελαφρώς καλύτερη από ό,τι στην υπόλοιπη χώρα»[35], και για την πόλη της Sulaymaniyah, αναφέρεται συγκεκριμένα ως προς την πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες ότι «ανεξάρτητα από τον τόπο καταγωγής τους και το εθνο-θρησκευτικό τους προφίλ, όλοι οι Ιρακινοί έχουν πρόσβαση στη δημόσια εκπαίδευση και τις υπηρεσίες υγείας στη Sulaymaniyah».[36]
Περαιτέρω, παρατηρείται ότι η Αιτήτρια 2 αναφέρθηκε σε συγκεκριμένο ζήτημα σχετικά με την οικογένεια του συζύγου της (Αιτητής 1), που ακολουθούσαν την ‘παράδοση’ της πρακτικής ΑΓΓΟ για τα κορίτσια, στην οποία ήθελαν να υποβάλουν και τη θυγατέρα τους (Αιτήτρια 3), ως δήλωσε η Αιτήτρια 2 (βλ. ερ. 156/2Χ και 154/1Χ του Δ.Φ.). Ωστόσο, διακρίνεται ότι η Αιτήτρια 2 μαζί με τον σύζυγο της (Αιτητής 1) και τη θυγατέρα τους (Αιτήτρια 3), στο παρελθόν, ενώ αρχικά ζούσαν με την οικογένεια του συζύγου της (Αιτητής 1) στην πόλη Sulaymaniyah, μετέπειτα, είχαν μετοικήσει μακριά από εκείνους σε άλλη περιοχή, ήτοι στην πόλη Darbandikhan (που επίσης βρίσκεται στην ίδια περιφέρεια του Ιρακινού Κουρδιστάν), η οποία και (εξάλλου) θεωρείται ως ο τόπος συνήθους διαμονής των Αιτητών στο Ιράκ (όπου και αναμένεται να επιστρέψουν). [βλ. ερ. 163/1Χ, 157, 136/1Χ του Δ.Φ.]
Σε κάθε περίπτωση, σημειώνεται ότι η Αιτήτρια 2 δήλωσε ξεκάθαρα ότι η θυγατέρα της (Αιτήτρια 3) ουδέποτε είχε υποβληθεί στην πρακτική του ΑΓΓΟ στο Ιράκ (βλ. ερ. 155/1Χ του Δ.Φ.), ενώ ούτε η ίδια είχε υποβληθεί σε ΑΓΓΟ (βλ. ερ. 153/3Χ του Δ.Φ.) και εξάλλου, ήταν ενάντια στην εν λόγω πρακτική (βλ. 156/2Χ και 153/4X,6Χ του Δ.Φ.). Ως επίσης δήλωσε η Αιτήτρια 2, η φυλή της καθώς και η οικογένεια από την πλευρά της ίδιας, δεν ακολουθούσαν την εν λόγω πρακτική (βλ. ερ. 154/1Χ και 153/6Χ του Δ.Φ.), ενώ η ίδια ουδέποτε είχε αντιμετωπίσει οποιαδήποτε ζητήματα λόγω της άρνησής της στην εν λόγω πρακτική, παρά και τις πιέσεις/παροτρύνσεις που δεχόταν από τους γονείς του συζύγου της (βλ. ερ. 153 του Δ.Φ.), αλλά και ούτε πιστεύει (ως δήλωσε) ότι κινδυνεύει η ίδια από κάτι τέτοιο σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της (βλ. ερ. 152/1Χ του Δ.Φ.). Ομοίως, ο σύζυγός της (Αιτητής 1), ως η Αιτήτρια 2 ανέφερε, ήταν επίσης ενάντια στην εν λόγω πρακτική (βλ. ερ. 153/5Χ του Δ.Φ.), αλλά και συγκεκριμένα, ενάντια στο να υποβληθεί η θυγατέρα τους (Αιτήτρια 3) σε ΑΓΓΟ (βλ. ερ. 155/1Χ και 151 του Δ.Φ.), ενώ συνάμα, υποστήριζε και την Αιτήτρια 2 σε αυτό (βλ. ερ. 153/5Χ του Δ.Φ.). Η Αιτήτρια 2 επιβεβαίωσε δε, ότι μόνο μία φορά στο παρελθόν είχαν επιδιώξει οι γονείς του Αιτητή 1 να πράξουν τούτο στην Αιτήτρια 3, χωρίς (όμως) να το καταφέρουν, αφού το είχε αποτρέψει η ίδια η Αιτήτρια 2 (βλ. ερ. 155/1Χ του Δ.Φ.), ενώ έκτοτε καμία άλλη προσπάθεια δεν φαίνεται να έγινε περί αυτού από τους γονείς του Αιτητή 1 (βλ. ερ. 151/1Χ του Δ.Φ.), αν και προσπαθούσαν να πείσουν τους ίδιους (ήτοι τους Αιτητές 1 και 2) ώστε να υποβληθεί η θυγατέρα τους (Αιτήτρια 3) σε ΑΓΓΟ (ωστόσο, προφορικά μόνο και χωρίς τη χρήση βίας ή οποιαδήποτε μορφή εξαναγκασμού, ως προκύπτει από τις σχετικές δηλώσεις της Αιτήτριας 2 – βλ. ερ. 153/2Χ και 151 του Δ.Φ.).
Συναφώς, αναφέρεται ότι με βάση σχετική έκθεση της UNICEF του 2020 (που βασίστηκε σε στοιχεία από επίσημη έρευνα του 2018 για την πρακτική ΑΓΓΟ στο Ιράκ), προκύπτει μεν για το Ιράκ ότι ‘η πρακτική επικεντρώνεται στα βορειοανατολικά, ιδιαίτερα στο Erbil και τη Sulaymaniyah’[37], ωστόσο δε, μόνο ένα (πολύ μικρό) ποσοστό (της τάξης του 3%) των κοριτσιών και γυναικών μεταξύ 15-49 υποστήριζαν τη συνέχιση της εν λόγω πρακτικής στη χώρα[38], ενώ εξάλλου, στις εν λόγω δύο περιφέρειες του Ιρακινού Κουρδιστάν, υπήρξε μείωση τα τελευταία 30 έτη (όπου συγκεκριμένα για την περιφέρεια της Sulaymaniyah, η εν λόγω μείωση στο ποσοστό εφήβων κοριτσιών ηλικίας 15 έως 19 ετών που έχουν υποστεί ΑΓΓΟ, ήταν από 64% το 1988 σε 25% το 2018)[39].
Σχετικά δε, με το γεγονός ότι ο Αιτητής 1 ουδόλως αναφέρθηκε στο πρόβλημα που ανέφερε η σύζυγός του (Αιτήτρια 2) αναφορικά με το ότι οι γονείς του ήθελαν να υποβληθεί η θυγατέρα τους (Αιτήτρια 3) στην πρακτική του ΑΓΓΟ (βλ. ερ. 156/2Χ του Δ.Φ.), η Αιτήτρια 2 ερωτηθείσα περί τούτου, επικαλέστηκε διάφορους λόγους, χωρίς ωστόσο να παραπέμπει σε οτιδήποτε περί ενδεχόμενης αποδοχής της εν λόγω πρακτικής από τον σύζυγό της (Αιτητής 1), ή στο ότι ο ίδιος συνηγορεί με ή/και δεν αντιτίθεται στην υποβολή της θυγατέρας τους (Αιτήτριας 3) στην εν λόγω πρακτική (βλ. ερ. 150/2Χ του Δ.Φ.).
Επιπλέον, διαπιστώνεται ότι οι Αιτητές 1 και 2 παντρεύτηκαν νομότυπα και με θρησκευτικό γάμο στο Ιράκ (βλ. ερ. 160 και 133/1Χ του Δ.Φ.), τον Ιούλιο του 2017 (βλ. σχετικό πιστοποιητικό που προσκόμισαν οι Αιτητές στο ερ. 168 του Δ.Φ.), ενώ κατά τις (ξεχωριστές) συνεντεύξεις ευαλωτότητας που τους έγιναν, τόσο ο Αιτητής 1 (βλ. ερ. 34 του Δ.Φ.) όσο και η Αιτήτρια 2 (βλ. ερ. 47 του Δ.Φ.), δήλωσαν (τότε) πως η μεταξύ τους σχέση, καθώς και η σχέση τους με το παιδί τους (Αιτήτρια 3), ήταν ‘πολύ καλή’. Ούτε στα πλαίσια της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, ή/και συγκεκριμένα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αναφέρθηκε η Αιτήτρια 2 σε οτιδήποτε που να παραπέμπει σε κάτι διαφορετικό από τα πιο πάνω, αλλά ούτε και εντοπίζεται ότι υπήρχε (ενδεχομένως) κάποιο πρόβλημα ή διαφωνία μεταξύ των Αιτητών 1 και 2.
Εκ των ανωτέρω, δεν προκύπτει οτιδήποτε που να ενισχύει το (δυνητικό) ενδεχόμενο υποβολής της θυγατέρας των Αιτητών 1 και 2 (Αιτήτριας 3) σε ΑΓΓΟ, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, ενώ ούτε προκύπτει ότι αναιρούνται ή (ενδεχομένως) ότι δεν ισχύουν τα όσα η Αιτήτρια 2 δήλωσε περί ότι ο σύζυγός της (Αιτητής 1) ήταν με το μέρος της ίδιας και ενάντια στην εν λόγω πρακτική (κάτι που επιβεβαίωσε επίσης η Αιτήτρια 2 ενώπιον του Δικαστηρίου, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας), εφόσον δε, η Αιτήτρια 2 είχε δηλώσει κατά τη συνέντευξη της στην Υπηρεσία Ασύλου, ότι το αίτημα τους είναι από κοινού με τον σύζυγό της (Αιτητής 1) και ότι η ίδια (άρα) δεν έχει κάποιο θέμα με το να εξεταστεί μαζί το εν λόγω αίτημα και των δύο τους, ως επίσης δήλωσε (βλ. ερ. 166/1Χ του Δ.Φ.). Τούτο εξάλλου και επιβεβαίωσε ο Αιτητής 1 όταν ρωτήθηκε σχετικά (βλ. ερ. 123/1Χ του Δ.Φ.).
Αναφορικά δε, με τα όσα (επιπλέον) επικαλέστηκε η Αιτήτρια 2 κατά τη συνέντευξή της στην Υπηρεσία Ασύλου, σχετικά με κάποιες δυσμένειες που αντιμετώπισε η ίδια προσωπικά, ως γυναίκα, στη χώρα καταγωγής της, διαπιστώνονται τα εξής:
Αρχικά η Αιτήτρια 2 ανέφερε πως όταν σπούδαζε στο πανεπιστήμιο σε διαφορετική πόλη από αυτήν που διέμενε τότε στη χώρα της, οι γονείς της ήταν ενάντια στο να διαμένει η ίδια μόνη της εκεί και έτσι μαζί με άλλες συμφοιτήτριες της, μετέβαιναν οδικώς στο πανεπιστήμιο στην άλλη πόλη και έπειτα επέστρεφαν στην πόλη τους (βλ. ερ. 159 του Δ.Φ.). Ωστόσο, περί τούτου, η Αιτήτρια 2 δεν αναφέρθηκε σε οιαδήποτε ενδεχόμενη δυσχέρεια εξαιτίας του πιο πάνω γεγονότος, ούτε δε, αναφέρθηκε σε οιαδήποτε περαιτέρω δυσμένεια που ενδεχομένως να βίωσε διαμένοντας με τους γονείς της. Παρά δε, τα όποια εμπόδια και τις προσπάθειες αποθάρρυνσης της από τον (συντηρητικό) πατέρα της (βλ. ερ. 154/2Χ του Δ.Φ.), η ίδια ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο εν λόγω πανεπιστήμιο (βλ. ερ. 159/1Χ του Δ.Φ.), άρα ούτε μπορεί να θεωρείται πως στερήθηκε οτιδήποτε εξαιτίας του όποιου ‘περιορισμού’ ενδεχομένως να της είχε ‘επιβληθεί’ λόγω των απόψεων των γονιών της.
Όσον αφορά τα όσα η Αιτήτρια 2 επικαλέστηκε πως βίωσε ενόσω διέμεναν προτού φύγουν από τη χώρα τους και για κάποιο σύντομο διάστημα μαζί με τον σύζυγο της (Αιτητής 1) και το παιδί τους (Αιτήτρια 3) στην πόλη όπου ζούσαν και οι γονείς του συζύγου της, ήτοι ότι εκείνοι ήταν αρκετά θρήσκοι και ήταν ενάντια στο να εργάζεται μόνη η ίδια στο κατάστημα που είχε, καθώς επίσης, την ‘ήθελαν’ να φοράει την παραδοσιακή ενδυμασία, παρατηρείται καταρχάς ότι η Αιτήτρια 2 δεν αναφέρθηκε σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη δυσμένεια εξαιτίας των πιο πάνω, ούτε σε οιαδήποτε περαιτέρω δυσχέρεια που ενδεχομένως να αντιμετώπισε εκεί, η ίδια προσωπικά (βλ. ερ. 156 του Δ.Φ.). Παρά ταύτα δε, ο σύζυγός της (Αιτητής 1) ήταν πάντοτε με το μέρος της και την υποστήριζε (βλ. ερ. 156/2Χ του Δ.Φ.), ενώ η ίδια συνέχισε να εργάζεται κανονικά στο κατάστημά της και εξάλλου, για κάποιο διάστημα προτού φύγει από τη χώρα της, διέμεναν σε διαφορετικό σπίτι από τους γονείς του συζύγου της. Περαιτέρω, διακρίνεται ότι κατά την αρχική συνέντευξη ευαλωτότητας που της έγινε, η Αιτήτρια 2 είχε δηλώσει (τότε) ότι ουδέποτε είχε αντιμετωπίσει η ίδια (ή το παιδί της, ήτοι η Αιτήτρια 3) στη χώρα καταγωγής της, οποιαδήποτε πράξη βλάβης ή κάποιο βίαιο περιστατικό (βλ. ερ. 48 του Δ.Φ.). Επίσης, ως παρατηρείται από τα λεγόμενα του Αιτητή 1 κατά τη συνέντευξή του (βλ. ερ. 131/2Χ του Δ.Φ.), οι γονείς του είχαν συνοδεύσει την Αιτήτρια 2 και το παιδί τους (Αιτήτρια 3) σε άλλη πόλη του Ιρακινού Κουρδιστάν (προφανώς για να συναντηθούν με τον ίδιο, που είχε μεταβεί στο Ιράν για κάποιες ημέρες, προτού έρθουν στην Κύπρο), άρα ούτε φαίνεται να προκύπτει πως υπήρχε (ενδεχομένως) οποιαδήποτε ‘εχθρότητα’ μεταξύ τους.
Επικουρικώς, αναφέρεται ότι με βάση σχετικές πληροφορίες σε εξωτερική πηγή, οι νόμοι στο Ιρακινό Κουρδιστάν «ποινικοποιούν την ενδοοικογενειακή βία και απαγορεύουν την ‘τιμή’ ως ελαφρυντική περίσταση για τη βία κατά των γυναικών», ως επίσης, προκύπτει ότι η κυβέρνηση του Ιρακινού Κουρδιστάν ‘διατηρεί’ μια εξειδικευμένη ομάδα για τη ‘διερεύνηση της βίας με βάση το φύλο’ (αν και, ως επίσης αναφέρεται, οι ομάδες υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν αμφισβητήσει την αποτελεσματικότητά της), όμως, ενώ η περιφερειακή νομοθεσία ‘ποινικοποιεί τον αναγκαστικό γάμο’, «πολλοί νόμοι του [Ιρακινού Κουρδιστάν] απηχούν το ομοσπονδιακό οικογενειακό δίκαιο και αναφέρονται ευρύτερες κοινωνικές και νομικές διακρίσεις».[40]
Σε κάθε περίπτωση, όσον αφορά και τα πιο πάνω ζητήματα, διακρίνεται ότι η Αιτήτρια 2, κατά την κύρια συνέντευξη της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, δήλωσε πως δεν υπάρχει οτιδήποτε που θα μπορούσε η ίδια να αντιμετωπίσει (γενικότερα) ως γυναίκα στη χώρα της, αλλά ούτε και κάποιος περαιτέρω κίνδυνος για τα παιδιά της (Αιτητές 3 και 4) σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής (βλ. ερ. 144/1Χ του Δ.Φ.). Συναφώς, ο Αιτητής 1 είχε επίσης δηλώσει (κατά τη συνέντευξη του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου) πως δεν υπήρχε οποιοδήποτε (άλλο) πρόβλημα για τη σύζυγο του (Αιτητρια 2) ή τα παιδιά του (Αιτητές 3 και 4), που ενδεχομένως να αντιμετώπιζαν κατά την επιστροφή τους στη χώρα καταγωγής τους (βλ. ερ. 116/3Χ του Δ.Φ.).
Λαμβάνοντας υπόψη την ανωτέρω ανάλυση με βάση το προσωπικό προφίλ και τις ατομικές περιστάσεις των Αιτητών, κρίνω ότι σε περίπτωση επιστροφής στον τόπο συνήθους διαμονής τους (ήτοι στην πόλη Darbandikhan της περιφέρειας Sulaymaniyah) στο Ιρακινό Κουρδιστάν, οι Αιτητές δεν αναμένεται να κινδυνεύσουν να υποβληθούν σε μεταχείριση η οποία θα μπορούσε να ανέλθει σε επίπεδο δίωξης, ούτε δε, προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης στην περίπτωσή τους, για κάποιον από τους λόγους που (εξαντλητικά) αναφέρονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και στη Σύμβαση της Γενεύης για το Καθεστώς των Προσφύγων του 1951.
Συνακόλουθα, στα πλαίσια της αξιολόγησης του κινδύνου σοβαρής και αδικαιολόγητης βλάβης σε περίπτωση επιστροφής των Αιτητών στη χώρα καταγωγής τους (σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί προσφύγων Νόμου), δέον να εξεταστεί η (γενικότερη) κατάσταση στο Ιρακινό Κουρδιστάν (όπου και αναμένεται να επιστρέψουν οι Αιτητές).
Το Ιρακινό Κουρδιστάν αποτελεί από το 1991 μια (de-facto) αυτόνομη περιοχή στο βόρειο Ιράκ, που διοικείται από μια (κεντρική) κυβέρνηση, ωστόσο, η διοίκηση των δύο (ιστορικά διαχωρισμένων) ζωνών εντός της επικράτειας του Ιρακινού Κουρδιστάν, παρά και την (μετέπειτα από τον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ τους περί τα μέσα της δεκαετίας του 1990) ενοποίησή τους, παρέμεινε υπό τον ξεχωριστό έλεγχο των δύο κύριων Κουρδικών παρατάξεων στο Ιράκ, ήτοι του KDP (που ελέγχει την περιοχή εντός των περιφερειών Dohuk και Erbil) και του PUK (που ελέγχει μέρος της περιοχής του Kirkuk και την περιφέρεια Sulaymaniyah), μέσω ξεχωριστών στρατιωτικών δυνάμεων και αρχών ασφαλείας που υπάρχουν στην κάθε ζώνη ελέγχου.[41],[42]
Περαιτέρω, εξωτερικές πληροφορίες αναφέρουν πως «η κουρδική πολιτική συνεχίζει να κυριαρχείται από το KDP και το PUK, τα οποία διασπάστηκαν το 1975» και «κάθε ένα διατηρεί τις δικές του ένοπλες δυνάμεις και περιοχές επιρροής»[43] στο Ιρακινό Κουρδιστάν, ενώ φαίνεται ότι συνεχίζουν να υπάρχουν τριβές/αντιθέσεις σε πολιτικό επίπεδο και ανάμεσα στις εν λόγω δύο παρατάξεις, ως προς την ‘διεκδίκηση’ θέσεων στην κεντρική κυβέρνηση, μετά και το αποτέλεσμα των τελευταίων βουλευτικών εκλογών του 2024 στο Ιρακινό Κουρδιστάν.[44] Επίσης, αναφέρεται πως παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση του Ιρακινού Κουρδιστάν «έλαβε σημαντικά μέτρα για την τήρηση του κράτους δικαίου», προκύπτει εντούτοις ότι ‘ο κομματισμός επιμένει’ καθώς επίσης, ότι η ‘οικογενειοκρατία’ παραμένει όσον αφορά τα κόμματα KDP και PUK[45], αν και (ιστορικά/διαχρονικά) το κόμμα PUK φέρεται να επηρεάζεται λιγότερο από φυλετισμό και ‘οικογενειοκρατία’ σε σχέση με το κόμμα KDP[46].
Ως (εξάλλου) προκύπτει από το προφίλ και τις προσωπικές περιστάσεις των Αιτητών 1 και 2, αυτοί αποτελούν νυμφευμένο ζευγάρι στη χώρα καταγωγής τους και οι δύο τους κατέχουν μόρφωση και εργασιακή εμπειρία εκεί, δεν παρουσιάζουν οποιαδήποτε ιδιαίτερη/σοβαρή ευαλωτότητα, ενώ έχουν την ικανότητα για να εργαστούν και να αυτοσυντηρηθούν/διαβιώσουν ως οικογένεια, ως επίσης, δεν ανήκουν (σύμφωνα με τις δηλώσεις τους) σε κάποια πολιτική/στρατιωτική οργάνωση στη χώρα τους, αλλά ούτε και συμμετείχαν σε οιανδήποτε ομάδα ή δραστηριότητα εκεί (ούτε και επέδειξαν στοιχεία ακτιβισμού), διαθέτουν δε, ευρύ οικογενειακό/συγγενικό δίκτυο στον τόπο καταγωγής τους, καθώς και στον τόπο συνήθους διαμονής τους, στο Ιρακινό Κουρδιστάν. Όσον αφορά δε, τα παιδιά των Αιτητών 1 και 2 συγκεκριμένα (ήτοι, την Αιτήτρια 3 και τον Αιτητή 4), παρατηρείται πως αυτά αφορούν εξαρτώμενα και από τους δύο γονείς τους πρόσωπα, που έχοντας τα παιδιά τους υπό την κηδεμονία τους, οφείλουν και να τα προστατεύουν μέχρι και την ενηλικίωσή τους, ενώ ουδέποτε ανέφεραν οι Αιτητές 1 και 2 οτιδήποτε αντίθετο προς τούτο. Συναφώς, εφόσον η Αιτήρια 3 έχει ήδη την Ιρακινή υπηκοότητα (καθώς και σχετικά έγγραφα ταυτοποίησης/ιθαγένειας), ενώ ο Αιτητής 4 θεωρείται πως αυτομάτως την έχει αποκτήσει (βάσει του σχετικού νόμου στο Ιράκ, ως προαναφέρθηκε), άρα θα μπορεί επίσης να αποκτήσει και τα σχετικά έγγραφα ταυτοποίησης/ιθαγένειας, εύλογα θεωρείται, με βάση και τη σχετική ανάλυση που προηγήθηκε παραπάνω, πως οι Αιτητές 3 και 4 θα έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης σε βασικά τους δικαιώματα και τομείς, όπως στην εκπαίδευση καθώς και σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, κατά την επιστροφή τους στη χώρα καταγωγής τους, ενώ εν προκειμένω, δεν προκύπτει οτιδήποτε που να συνηγορεί περί του αντιθέτου (δεδομένου και του γεγονότος ότι είναι παιδιά από νομότυπα νυμφευμένους γονείς, που κατέχουν τα σχετικά έγγραφα γάμου και ταυτοποίησης/ιθαγένειας, και οι οποίοι εξάλλου δεν τα έχουν αποχωριστεί).
Ως εκ των ανωτέρω, δεν προκύπτει οτιδήποτε στην προκειμένη περίπτωση των Αιτητών που να συνηγορεί στο ότι (ενδέχεται) να αντιμετωπίσουν κατά την επιστροφή τους στο Ιρακινό Κουρδιστάν, πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων, ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας στη χώρα καταγωγής τους, δυνάμει του άρθρου 19(2), εδάφια (α) και (β), του περί Προσφύγων Νόμου.
Περαιτέρω, αναφορικά με το κατά πόσο οι Αιτητές δικαιούται συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το Άρθρο 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου), ήτοι λόγω «σοβαρής και προσωπική απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης», σχετική είναι η ακόλουθη ανάλυση του παρόντος Δικαστηρίου:
Σύμφωνα με το Άρθρο 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, θα πρέπει να πληρούνται σωρευτικά τα πιο πάνω στοιχεία και προϋποθέσεις που συνιστούν την εν λόγω διάταξη. Ως προς την έννοια της ‘διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης’, στην υπόθεση C-285/12, Aboubacar Diakite ν. Commissaire genera aux refugies et aux apatrides, ημερ. 30/01/2014, το ΔΕΕ ερμηνεύοντας την έννοια της «ένοπλης σύρραξης» κατέληξε στα εξής (σκέψη 35): «[.] το άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας 2004/83 έχει την έννοια ότι η ύπαρξη εσωτερικής ένοπλης συρράξεως πρέπει να γίνεται δεκτή, όσον αφορά την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, όταν οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή όταν δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να είναι δυνατός ο χαρακτηρισμός της συρράξεως αυτής ως ένοπλης συρράξεως που δεν έχει διεθνή χαρακτήρα, υπό την έννοια του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, και χωρίς η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργανώσεως των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων ή η διάρκεια της συρράξεως να αποτελεί αντικείμενο αυτοτελούς εκτιμήσεως σε σχέση με την εκτίμηση του βαθμού βίας που δεσπόζει στην οικεία επικράτεια.».
Σε σχέση με τον ορισμό της «αδιάκριτης άσκησης βίας», στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v Staatssecretaris van Justitie, ημερ. 17/02/2009, το ΔΕΕ αποφάνθηκε ότι ο όρος «αδιάκριτη» σημαίνει ότι η βία «μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτως των προσωπικών περιστάσεών τους» και επεσήμανε ότι απαιτείται η ύπαρξη «εξαιρετικής κατάστασης» για την εφαρμογή του άρθρου 15 στοιχείο γ) στους αμάχους εν γένει. Στη σκέψη 35 της πιο πάνω απόφασης (στην υπόθεση C-465/07), το ΔΕΕ κατέστησε σαφές επίσης ότι: «[.] ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη [πρέπει να] είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας.». Επιπλέον, στη σκέψη 39 της ίδιας απόφασης (στην υπόθεση C-465/07), το ΔΕΕ τόνισε συνάμα πως θα «[.] πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».
Περαιτέρω, επιπλέον καθοριστική προϋπόθεση για την εφαρμογή του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ως προς το στοιχείο της «σοβαρής και προσωπικής απειλής», όπως επισημάνθηκε από το ΔΕΕ, στην απόφαση του στην υπόθεση C-285/12, Aboubacar Diakite ν. Commissaire genera aux refugies et aux apatrides, ημερ. 30/01/2014 (σκέψη 30): «Επιπλέον, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η ύπαρξη εσωτερικής ένοπλης συρράξεως μπορεί να συνεπάγεται την παροχή της επικουρικής προστασίας μόνο στο μέτρο που οι συγκρούσεις μεταξύ των τακτικών δυνάμεων ενός κράτους και ενός ή περισσοτέρων ενόπλων ομάδων ή μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ενόπλων ομάδων θεωρούνται κατ' εξαίρεση ότι συνεπάγονται σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του αιτούντος την επικουρική προστασία, υπό την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γ), της οδηγίας 2004/83, διότι ο βαθμός της αδιάκριτης ασκήσεως βίας που τις χαρακτηρίζει είναι τόσο μεγάλος ώστε υπάρχουν σοβαροί και βάσιμοι λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να υποστεί την εν λόγω απειλή (βλέπε, υπό την έννοια αυτή, Elgafaji, σκέψη 43).».
Συναφώς, ως κρίθηκε από το ΕΔΔΑ στην υπόθεση Sufi και Elmi, στην ανωτέρω ανάλυση θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη, ως ελάχιστα κριτήρια (χωρίς να αποτελούν εξαντλητικό κατάλογο), τα εξής: οι αντιμαχόμενες πλευρές και η αντίστοιχη στρατιωτική τους ισχύς, οι εφαρμοζόμενες μέθοδοι και τακτικές πολέμου (κίνδυνος θυμάτων μεταξύ του άμαχου πληθυσμού), το είδος των χρησιμοποιούμενων όπλων, η γεωγραφική έκταση των μαχών (τοπικές ή εκτεταμένες), ο αριθμός θανάτων, τραυματιών και εκτοπισμένων αμάχων ως αποτέλεσμα των μαχών.
Λαμβάνοντας υπόψιν τα ανωτέρω, το παρόν Δικαστήριο προέβη σε επικαιροποιημένη έρευνα αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής και ειδικότερα, στον τόπο συνήθους διαμονής των Αιτητών εκεί (ήτοι την περιφέρεια Sulaymaniyah στο Ιρακινό Κουρδιστάν).
Σύμφωνα με σχετικά δεδομένα από την πλατφόρμα War Watch, όπου καταγράφονται οι διεθνείς και μη-διεθνείς ένοπλες συρράξεις ανά το παγκόσμιο, προκύπτει (γενικότερα) ότι οι περιοχές στο Ιρακινό Κουρδιστάν επηρεάζονταν από τις ‘συνεχιζόμενες διασυνοριακές εχθροπραξίες’ στο βόρειο Ιράκ μεταξύ της ένοπλης ομάδας του PKK και της Τουρκίας, καθώς επίσης, καταγράφεται ότι υπήρξαν ‘σοβαρές ανησυχίες’ για τον ‘αναγκαστικό’ εκτοπισμό κουρδικών κοινοτήτων λόγω των συγκρούσεων ως αποτέλεσμα των τουρκικών στρατιωτικών επιχειρήσεων, όπου οι «υποδομές (συμπεριλαμβανομένων κατοικιών, χωριών, χώροι συγκέντρωσης εκτοπισμένων, αντικειμένων απαραίτητων για την επιβίωση του άμαχου πληθυσμού και πολιτιστικής περιουσίας) δέχονταν τακτικά επιθέσεις, ιδίως από τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις».[47]
Ειδικότερα δε, όσον αφορά την κατάσταση στην περιφέρεια της Sulaymaniyah (περιοχή εντός της οποίας αναμένεται να επιστρέψουν οι Αιτητές), σύμφωνα με σχετικές πληροφορίες που υπάρχουν σε έκθεση της EUAA για το Ιράκ, προκύπτει ότι εντός του 2024 αναφέρθηκε πως υπήρξε παρουσία του PKK στην εν λόγω περιφέρεια καθώς και ‘πολύ περιορισμένη’ παρουσία του ISIS στην περιοχή του Ιρακινού Κουρδιστάν (γενικότερα), όπου «τα κύρια περιστατικά ασφαλείας στην περιοχή περιλάμβαναν επιχειρήσεις που πραγματοποιούνταν από τουρκικές δυνάμεις εναντίον στόχων του PKK και επιχειρήσεις κατά του ISIS», ενώ τα περιστατικά ασφαλείας που καταγράφηκαν αφορούσαν κυρίως στόχους των τουρκικών δυνάμεων και στόχους του PKK.[48]
Σύμφωνα δε, με πληροφορίες σε άλλη (μεταγενέστερη) έκθεση της EUAA, εντός του 2025 αναφέρθηκαν τουρκικές επιχειρήσεις κατά του ΡΚΚ στο Ιρακινό Κουρδιστάν, «συμπεριλαμβανομένων αεροπορικών επιδρομών και βομβαρδισμών», που συνεχίστηκαν στην περιοχή, με ‘αυξημένο’ (ωστόσο) επίκεντρο σε βορειότερη περιοχή της περιφέρειας του Dohuk[49] (ήτοι, σε πολύ μακρινή απόσταση από το κέντρο της περιφέρειας της Sulaymaniyah).
Για την πληρότητα της έρευνας, όσον αφορά τα (αριθμητικά) δεδομένα για την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή προηγούμενης συνήθους διαμονής των Αιτητών στο Ιράκ και συγκεκριμένα στην περιφέρεια Sulaymaniyah του Ιρακινού Κουρδιστάν, σύμφωνα με (επικαιροποιημένα) στοιχεία που καταγράφονται στη βάση δεδομένων της πλατφόρμας ACLED (Armed Conflict Location & Event Data), κατά τους τελευταίους 12 μήνες (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 17/04/2026), στην εν λόγω περιφέρεια καταγράφηκαν συνολικά 332 περιστατικά[50] (από τα οποία προκλήθηκαν 23 θάνατοι[51]), τα οποία συμπεριλαμβάνουν 71 περιστατικά πολιτικής βίας (“political violence”)[52] από τα οποία προκλήθηκαν 16 θάνατοι[53], καθώς και 184 περιστατικά διαδηλώσεων (“demonstrations”)[54] χωρίς θανάτους[55]. Σημειώνεται πως ο πληθυσμός για την περιφέρεια Sulaymaniyah ανερχόταν στους 2.287.798 κατοίκους (σύμφωνα με επίσημη καταμέτρηση πληθυσμού το 2024[56]).
Ειδικότερα, όσον αφορά την πόλη Darbandikhan, που εντοπίζεται (γεωγραφικά) εντός της περιφέρειας Sulaymaniyah του Ιρακινού Κουρδιστάν, από τα στοιχεία για τα περιστατικά βίας στην πλατφόρμα ACLED (Armed Conflict Location & Event Data), κατά τους τελευταίους 12 μήνες (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 17/04/2026), στην εν λόγω πόλη (Darbandikhan) καταγράφηκαν μόνο 9 περιστατικά[57], χωρίς θανάτους[58]. Σημειώνεται πως ο πληθυσμός για την πόλη Darbandikhan ανερχόταν στους 52,113 κατοίκους (σύμφωνα με επίσημη καταμέτρηση πληθυσμού το 2024[59]).
Ως εκ των ανωτέρω στοιχείων και δεδομένων, συμπεραίνεται ότι στην περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψουν οι Αιτητές (ήτοι στην πόλη Darbandikhan της περιφέρειας Sulaymaniyah του Ιράκ), δεν υφίστανται περιστατικά σε τέτοιο βαθμό ώστε να προκύπτει ότι στοχοποιούνται αδιακρίτως άμαχοι πολίτες λόγω και μόνο της παρουσίας τους στην εν λόγω περιοχή. Τα εν λόγω στοιχεία δε, καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν άμαχο πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά από την παρουσία του και μόνο στην εν λόγω περιοχή και περιφέρεια, υπό την έννοια του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Εν προκειμένω, ούτε από τις προσωπικές περιστάσεις των Αιτητών προκύπτει ότι συντρέχουν ιδιαίτερα στοιχεία στην περίπτωσή τους, που θα επέτειναν έναν τέτοιο κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής τους.
Ως εκ των ανωτέρω, από την (εκ νέου) αξιολόγηση του κινδύνου κατά την επιστροφή των Αιτητών στη χώρα καταγωγής τους, δεν προκύπτουν παράγοντες στην περίπτωσή τους και με βάση τα όσα έγιναν αποδεκτά ως προς τις προσωπικές τους περιστάσεις, που να καταδεικνύουν ότι θα αντιμετωπίσουν δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ειδικότερα δε, διακρίνεται πως οι Αιτητές ουδόλως υπέδειξαν/τεκμηρίωσαν οιαδήποτε παρελθούσα δίωξη ή σοβαρή βλάβη στη χώρα καταγωγής τους, αλλά και ούτε προκύπτει πως αντιμετώπισαν οποιαδήποτε σοβαρή δυσχέρεια, δυσμενή μεταχείριση ή διάκριση στη χώρα καταγωγής τους, λόγω και μόνο της ταυτότητάς τους / του προσωπικού τους προφίλ.
Εν προκειμένω και υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, προκύπτει ότι ορθά η λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, κατέληξε με βάση τα ευρήματά της, στο συμπέρασμα πως δεν υφίσταται βάσιμος και δικαιολογημένος λόγος ότι οι Αιτητές θα υποστούν δίωξη ή σοβαρή βλάβη κατά την επιστροφή τους στη χώρα καταγωγής τους.
Συνεπώς και με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκε ενώπιον μου, καταλήγω ότι εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε το αίτημα για παροχή διεθνούς προστασίας των Αιτητών. Κρίνω ότι με σαφήνεια καταδεικνύεται και για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί, ότι τα πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετούν τις υπό του περί Προσφύγων Νόμου (άρθρα 3-3Δ) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, αναγκαίες προϋποθέσεις για την υπαγωγή των Αιτητών στο καθεστώς του πρόσφυγα. Οι Αιτητές δεν στοιχειοθέτησαν βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, όπως αυτοί οι λόγοι εξαντλητικά προνοούνται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Επίσης, δεν κρίνεται αναγκαίο να τους χορηγηθεί το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι δεν συντρέχει πραγματικός κίνδυνος να υποστούν σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη με την επιστροφή τους στη χώρα καταγωγής τους, ως καθορίζεται στο άρθρο 19(2) του ιδίου Νόμου.
Υπό το φως των ανωτέρω, η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με €1500 έξοδα εναντίον των Αιτητών και υπέρ των Καθ΄ ων η αίτηση.
Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Walk Free (International Human Rights group), Iraq’s new law allowing children as young as 9 to marry undermines women and girls’ rights, 31 Jan 2025, https://www.walkfree.org/news/2025/iraqs-new-law-allowing-children-as-young-as-9-to-marry-undermines-women-and-girls-rights/ [ημερ. πρόσβασης 03/04/2026]
[2] Walk Free (International Human Rights group), Iraq’s new law allowing children as young as 9 to marry undermines women and girls’ rights, 31 Jan 2025, https://www.walkfree.org/news/2025/iraqs-new-law-allowing-children-as-young-as-9-to-marry-undermines-women-and-girls-rights/ [ημερ. πρόσβασης 03/04/2026]
[3] Guardian (The), Iraq passes laws that critics say will allow child marriage, 21 Jan 2025, https://www.theguardian.com/society/2025/jan/21/iraq-passes-laws-that-critics-say-will-allow-child-marriage [ημερ. πρόσβασης 03/04/2026]
[4] Guardian (The), Iraq passes laws that critics say will allow child marriage, 21 Jan 2025, https://www.theguardian.com/society/2025/jan/21/iraq-passes-laws-that-critics-say-will-allow-child-marriage [ημερ. πρόσβασης 03/04/2026]
[5] SAVERA (UK), Iraq passes laws that could legalise child marriage, January 22, 2025, https://www.saverauk.co.uk/iraq-passes-laws-that-could-legalise-child-marriage/ [ημερ. πρόσβασης 03/04/2026]
[6] Walk Free (International Human Rights group), Iraq’s new law allowing children as young as 9 to marry undermines women and girls’ rights, 31 Jan 2025, https://www.walkfree.org/news/2025/iraqs-new-law-allowing-children-as-young-as-9-to-marry-undermines-women-and-girls-rights/ [ημερ. πρόσβασης 03/04/2026]
[7] United Nations Children’s Fund (UNICEF), Female Genital Mutilation in the Middle East and North Africa, [2020], https://www.unicef.org/mena/media/7096/file/FGM%20English%20.pdf, σελ. 23 [ημερ. πρόσβασης 03/04/2026]
[8] United Nations Children’s Fund (UNICEF), UNICEF Data Warehouse, [2026], https://data.unicef.org/resources/data_explorer/unicef_f/?ag=UNICEF&df=GLOBAL_DATAFLOW&ver=1.0&dq=IRQ.PT_F_15-49_FGM+PT_M_15-49_FGM_ELIM+PT_F_0-14_FGM+PT_F_15-49_FGM_ELIM..&startPeriod=1970&endPeriod=2026 (Geographic area: Iraq, Time period: 2018) [ημερ. πρόσβασης 03/04/2026]
[9] United Nations Children’s Fund (UNICEF), UNICEF Data: Female genital mutilation (FGM), [March 2025], https://data.unicef.org/topic/child-protection/female-genital-mutilation/ (Data sources) [ημερ. πρόσβασης 03/04/2026]
[10] UN OCHA, Humanitarian Information Center (HIC) for Iraq, Tribes in Iraq [map], [undated], διαθέσιμο στο https://www.ecoi.net/en/file/local/1317514/1222_1189764344_tribes-in-iraq.pdf [ημερ. πρόσβασης 22/04/2026]
[11] Encyclopedia Iranica, KURDISH TRIBES (article by Oberling, P.), March 12, 2010, https://www.iranicaonline.org/articles/kurdish-tribes/ [ημερ. πρόσβασης 22/04/2026]
[12] Ursinus College, The Shaikh’s Republic: The Kurdish Regional Government’s Incorporation of Tribalism (Brian A. Kennedy), 27-04-2015, διαθέσιμο στο https://digitalcommons.ursinus.edu/cgi/viewcontent.cgi?article=1002&context=pol_hon, σελ.55 [ημερ. πρόσβασης 22/04/2026]
[13] Vice, Media, The Legendary Tribe That’s Fought Everyone from the Ottomans to ISIS (By Sulome Anderson), June 15, 2016, https://www.vice.com/en/article/the-legendary-tribe-fighting-isis-with-the-united-states/ [ημερ. πρόσβασης 22/04/2026]
[14] Vice, Media, The Legendary Tribe That’s Fought Everyone from the Ottomans to ISIS (By Sulome Anderson), June 15, 2016, https://www.vice.com/en/article/the-legendary-tribe-fighting-isis-with-the-united-states/ [ημερ. πρόσβασης 22/04/2026]
[15] BBC News, Profile: Who are the Peshmerga?, 12 August 2014, https://www.bbc.com/news/world-middle-east-28738975 [ημερ. πρόσβασης 22/04/2026]
[16] Kurdistan Parliament – Iraq, Parties in the Kurdistan Parliament – Sixth Term, [2026], https://www.parliament.krd/english/members-and-parties/parties-sixth-term/ [ημερ. πρόσβασης 22/04/2026]
[17] Kurdistan Parliament – Iraq, Parties in the Kurdistan Parliament – Sixth Term, [2026], https://www.parliament.krd/english/members-and-parties/parties-sixth-term/ [ημερ. πρόσβασης 22/04/2026]
[18] International Institute for Strategic Studies (IISS), The rising tension between Iraqi Kurdistan's two major parties, Volume 29, August 2023, https://www.iiss.org/publications/strategic-comments/2023/the-rising-tension-between-iraqi-kurdistans-two-major-parties/ [ημερ. πρόσβασης 22/04/2026]
[19] International Institute for Strategic Studies (IISS), The rising tension between Iraqi Kurdistan's two major parties, Volume 29, August 2023, https://www.iiss.org/publications/strategic-comments/2023/the-rising-tension-between-iraqi-kurdistans-two-major-parties/ [ημερ. πρόσβασης 22/04/2026]
[20] EASO, COI QUERY RESPONSE - Possible differences between the PUK and KDP Asayish forces, and their respective regions of responsibility , 24 April 2018, https://www.ecoi.net/en/file/local/1431347/1226_1525354053_67-q-iraq-asayish.pdf, σελ.3 [ημερ. πρόσβασης 22/04/2026]
[21] BBC News, Profile: Who are the Peshmerga?, 12 August 2014, https://www.bbc.com/news/world-middle-east-28738975 [ημερ. πρόσβασης 22/04/2026]
[22] EASO, COI QUERY RESPONSE - Possible differences between the PUK and KDP Asayish forces, and their respective regions of responsibility , 24 April 2018, https://www.ecoi.net/en/file/local/1431347/1226_1525354053_67-q-iraq-asayish.pdf, σελ.3 [ημερ. πρόσβασης 22/04/2026]
[23] GPF – Geopolitical Futures, The Kurds: Not Quite a Nation, December 8, 2016, https://geopoliticalfutures.com/the-kurds-not-quite-a-nation/ [ημερ. πρόσβασης 22/04/2026]
[24] Vice, Media, The Legendary Tribe That’s Fought Everyone from the Ottomans to ISIS (By Sulome Anderson), June 15, 2016, https://www.vice.com/en/article/the-legendary-tribe-fighting-isis-with-the-united-states/ [ημερ. πρόσβασης 22/04/2026]
[25] International Institute for Strategic Studies (IISS), The rising tension between Iraqi Kurdistan's two major parties, Volume 29, August 2023, https://www.iiss.org/publications/strategic-comments/2023/the-rising-tension-between-iraqi-kurdistans-two-major-parties/ [ημερ. πρόσβασης 22/04/2026]
[26] Iran Press, Tribal Dispute Sparks Fatal Armed Clashes in Iraqi Kurdistan, 09 July 2025, https://iranpress.com/content/307801/tribal-dispute-sparks-fatal-armed-clashes-iraqi-kurdistan [ημερ. πρόσβασης 22/04/2026]
[27] Amwaj Media, Clashes in Iraqi Kurdistan show power of tribes acting outside state control, Jul. 17, 2025, https://amwaj.media/en/media-monitor/clashes-in-iraqi-kurdistan-show-power-of-tribes-acting-outside-state-control [ημερ. πρόσβασης 22/04/2026]
[28] Middle East Broadcasting Networks (MBN), Kurdistan: The Specter of Civil War, 09-04-2025, https://alhurra.com/en/4108 [ημερ. πρόσβασης 22/04/2026]
[29] Amwaj Media, Clashes in Iraqi Kurdistan show power of tribes acting outside state control, Jul. 17, 2025, https://amwaj.media/en/media-monitor/clashes-in-iraqi-kurdistan-show-power-of-tribes-acting-outside-state-control [ημερ. πρόσβασης 22/04/2026]
[30] Encyclopedia Iranica, JAF (JĀF) (article by Hamzeh’ee, M.R.F.), April 5, 2012, https://www.iranicaonline.org/articles/jaf/ [ημερ. πρόσβασης 23/04/2026]
[31] Encyclopedia Iranica, ḤAMĀVAND (article by Oberling, P.), June 5, 2013, https://www.iranicaonline.org/articles/hamavand/ [ημερ. πρόσβασης 23/04/2026]
[32] Ministry of Health of the Republic of Iraq in collaboration with the World Health Organization, Iraq Pharmaceutical Country Profile, September 2020, https://moh.gov.iq/upload/1375.pdf, σελ.14 [ημερ. πρόσβασης 23/04/2026]
[33] UK Home Office, Country Policy and Information Note - Iraq: Medical and healthcare provision, January 2021 (Version 2.0), διαθέσιμο στο https://www.google.com/url?sa=t&rct=j&q=&esrc=s&source=web&cd=&cad=rja&uact=8&ved=2ahUKEwjNr_feuIOUAxUFUUEAHVQxOggQFnoECCAQAQ&url=https%3A%2F%2Flifos.migrationsverket.se%2Fdokument%3FdocumentAttachmentId%3D48877&usg=AOvVaw3Y44DJnLqrFhImURNsSsYt&opi=89978449, σελ.50-53 [ημερ. πρόσβασης 23/04/2026]
[34] EUAA, Country Guidance: Iraq, November 2024, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2024-11/20241113_CG_Iraq.pdf, σελ.92 [ημερ. πρόσβασης 23/04/2026]
[35] EUAA, Country Guidance: Iraq, November 2024, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2024-11/20241113_CG_Iraq.pdf, σελ.92 [ημερ. πρόσβασης 23/04/2026]
[36] EUAA, Country Guidance: Iraq, November 2024, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2024-11/20241113_CG_Iraq.pdf, σελ.90 [ημερ. πρόσβασης 23/04/2026]
[37] United Nations Children’s Fund (UNICEF), Female Genital Mutilation in the Middle East and North Africa, [2020], https://www.unicef.org/mena/media/7096/file/FGM%20English%20.pdf, σελ.6 [ημερ. πρόσβασης 23/04/2026]
[38] United Nations Children’s Fund (UNICEF), Female Genital Mutilation in the Middle East and North Africa, [2020], https://www.unicef.org/mena/media/7096/file/FGM%20English%20.pdf, σελ.13 [ημερ. πρόσβασης 23/04/2026]
[39] United Nations Children’s Fund (UNICEF), Female Genital Mutilation in the Middle East and North Africa, [2020], https://www.unicef.org/mena/media/7096/file/FGM%20English%20.pdf, σελ.18 [ημερ. πρόσβασης 23/04/2026]
[40] UK House of Commons, Kurdistan Region of Iraq: Introductory profile (By Philip Loft), Research Briefing, 5 December 2025, Number 10398, https://researchbriefings.files.parliament.uk/documents/CBP-10398/CBP-10398.pdf, σελ.12 [ημερ. πρόσβασης 24/04/2026]
[41] International Institute for Strategic Studies (IISS), The rising tension between Iraqi Kurdistan's two major parties, Volume 29, August 2023, https://www.iiss.org/publications/strategic-comments/2023/the-rising-tension-between-iraqi-kurdistans-two-major-parties/ [ημερ. πρόσβασης 24/04/2026]
[42] UK House of Commons, Kurdistan Region of Iraq: Introductory profile (By Philip Loft), Research Briefing, 5 December 2025, Number 10398, https://researchbriefings.files.parliament.uk/documents/CBP-10398/CBP-10398.pdf, σελ.1-3, 5 [ημερ. πρόσβασης 24/04/2026]
[43] UK House of Commons, Kurdistan Region of Iraq: Introductory profile (By Philip Loft), Research Briefing, 5 December 2025, Number 10398, https://researchbriefings.files.parliament.uk/documents/CBP-10398/CBP-10398.pdf, σελ.5 [ημερ. πρόσβασης 24/04/2026]
[44] UK House of Commons, Kurdistan Region of Iraq: Introductory profile (By Philip Loft), Research Briefing, 5 December 2025, Number 10398, https://researchbriefings.files.parliament.uk/documents/CBP-10398/CBP-10398.pdf, σελ.6-9 [ημερ. πρόσβασης 24/04/2026]
[45] UK House of Commons, Kurdistan Region of Iraq: Introductory profile (By Philip Loft), Research Briefing, 5 December 2025, Number 10398, https://researchbriefings.files.parliament.uk/documents/CBP-10398/CBP-10398.pdf, σελ.5,14 [ημερ. πρόσβασης 24/04/2026]
[46] Ursinus College, The Shaikh’s Republic: The Kurdish Regional Government’s Incorporation of Tribalism (Brian A. Kennedy), 27-04-2015, διαθέσιμο στο https://digitalcommons.ursinus.edu/cgi/viewcontent.cgi?article=1002&context=pol_hon, σελ.52-54 [ημερ. πρόσβασης 24/04/2026]
[47] WAR WATCH (World Assessment and Tracking of Civilian Harm) - Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights, Armed conflicts in Iraq - Snapshot (Reporting period: July 2024 - June 2025), https://warwatch.ch/situations/armed-conflicts-in-iraq/ [ημερ. πρόσβασης 24/04/2026]
[48] EUAA, Country Guidance: Iraq, November 2024, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2024-11/20241113_CG_Iraq.pdf, σελ.79 [ημερ. πρόσβασης 24/04/2026]
[49] EUAA, Iraq: Country Focus, October 2025, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-10/2025_10_EUAA_COI_Report_Iraq_Country_Focus.pdf, σελ.69-70 [ημερ. πρόσβασης 24/04/2026]
[50] ACLED, ACLED Explorer – Iraq (All Events - Events), Latest update: 17/04/2026, https://apps.acleddata.com/newexplorer/standard/?time=year&type=events&disorder=all#/country/368 [ημερ. πρόσβασης 24/04/2026]
[51] ACLED, ACLED Explorer – Iraq (All Events - Fatalities), Latest update: 17/04/2026, https://apps.acleddata.com/newexplorer/standard/?time=year&type=fatalities&disorder=all#/country/368 [ημερ. πρόσβασης 24/04/2026]
[52] ACLED, ACLED Explorer – Iraq (Events – Political violence), Latest update: 17/04/2026, https://apps.acleddata.com/newexplorer/standard/?time=year&type=events&disorder=politicalviolence#/country/368 [ημερ. πρόσβασης 24/04/2026]
[53] ACLED, ACLED Explorer – Iraq (Fatalities – Political violence), Latest update: 17/04/2026, https://apps.acleddata.com/newexplorer/standard/?time=year&type=fatalities&disorder=politicalviolence#/country/368 [ημερ. πρόσβασης 24/04/2026]
[54] ACLED, ACLED Explorer – Iraq (Events – Demonstrations), Latest update: 17/04/2026, https://apps.acleddata.com/newexplorer/standard/?time=year&type=events&disorder=demonstrations#/country/368 [ημερ. πρόσβασης 24/04/2026]
[55] ACLED, ACLED Explorer – Iraq (Fatalities – Demonstrations), Latest update: 17/04/2026, https://apps.acleddata.com/newexplorer/standard/?time=year&type=fatalities&disorder=demonstrations#/country/368 [ημερ. πρόσβασης 24/04/2026]
[56] City Population, Iraq: Governorates - As-Sulaymāniyah Governorate population [table], 23/04/2026, https://www.citypopulation.de/en/iraq/cities/ [ημερ. πρόσβασης 24/04/2026]
[57] ACLED, ACLED Explorer – Iraq [map with all events], Latest update: 17/04/2026, https://apps.acleddata.com/newexplorer/standard/?time=year&type=events&disorder=all#/country/368 [ημερ. πρόσβασης 24/04/2026]
[58] ACLED, ACLED Explorer – Iraq [map with all events], Latest update: 17/04/2026, https://apps.acleddata.com/newexplorer/standard/?time=year&type=fatalities&disorder=all#/country/368 [ημερ. πρόσβασης 24/04/2026]
[59] City Population, Iraq: Cities & Urban Centers – Darbandikhān town population [table], 23/04/2026, https://www.citypopulation.de/en/iraq/cities/ [ημερ. πρόσβασης 24/04/2026]
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο