A.C. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1296/24, 21/5/2026
print
Τίτλος:
A.C. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1296/24, 21/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 1296/24

21 Μαΐου, 2026

[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

A.C.

Αιτητού,

και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η αίτηση

Ο Αιτητής είναι παρών

KKουπαρή (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή

Κ. Σάββα (κα), Δικηγόρος,  για τους Καθ' ων η αίτηση

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή αιτείται την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο με την οποία να κηρύσσεται παράνομη, άκυρη, και στερούμενη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος, η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 14.12.2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023.

 Γεγονότα

1.             Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής κατάγεται από τη  Δημοκρατία του Καμερούν (στο εξής: Καμερούν) και περί τις 16.8.2019 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 17.11.2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από  λειτουργό, ο οποίος υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 14.12.2023, ο οποίος εξέδωσε παράλληλα και απόφαση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 10.4.2024, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

Νομικοί Ισχυρισμοί

2.             Ο Αιτητής, δια της συνηγόρου του, κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, προωθεί ως μοναδικό λόγο προσφυγής την έλλειψη δέουσας έρευνας. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι ο Αιτητής παρέθεσε στοιχεία τα οποία αποδεικνύουν την ενεργό συμμετοχή του στο έργο ηλεκτροδότησης του χωριού του και ισχυρίζεται ότι ο όνομά του συνδέεται με το έργο και οι αρχές της χώρας του το γνωρίζουν. Προς τούτο, ευλόγως ως υποστηρίζει αναμένεται να διωχθεί από τις αρχές της χώρας του και συνεπώς δικαιολογείται η υπαγωγή του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.

3.             Από την πλευρά τους, οι Καθ' ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης υποστηρίζοντας ότι η απόφαση ήταν προϊόν δέουσας έρευνας. Ως προς την ουσία της υπόθεσης παραπέμπουν στα επιμέρους ευρήματά τους κατά το διοικητικό στάδιο εξέτασης της αίτησης.  

Το νομικό πλαίσιο

4.             Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations Unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».

5.             Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2023 έχει ως ακολούθως:

6.             Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2025 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.

7.             Το άρθρο 3 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (στο εξής: ο περί Προσφύγων Νόμος)καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα. 

8.             Το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:

«Υποχρεώσεις Αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών

16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο Αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).

(2) Ιδίως, ο Αιτητής οφείλει-

(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του Αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο Αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙ [...]».

9.             Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

Κατάληξη

10.          Ως προς τους προωθούμενους λόγους προσφυγής, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι το παρόν Δικαστήριο, ως δικαστήριο ουσίας, δικάζει την ενώπιόν του προσφυγή αξιολογώντας εξ υπαρχής την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία, τόσο κατά το νόμο όσο και κατ’ ουσίαν. Δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc.  (Βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C 283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024). Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552].

11.          Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτών. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του Αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C‑277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).

12.          Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών του Αιτητή, επισημαίνονται συναφώς τα ακόλουθα. Στην αίτησή του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω της ένοπλης σύγκρουσης μεταξύ των αποσχιστικών δυνάμεων του Νότιου Καμερούν και της Δημοκρατίας του Καμερούν, η οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο πολιτών, κυρίως νεαρών αγοριών, στην περιοχή καταγωγής του, ήτοι στη Βορειοδυτική Περιφέρεια. Ο ίδιος ανέφερε ότι η κατάσταση αυτή είχε ως συνέπεια πολλοί πολίτες να εξαναγκάζονται να πολεμήσουν εναντίον των στρατιωτικών δυνάμεων και ότι, σε περίπτωση παραμονής του στη χώρα, θα αναγκαζόταν και ο ίδιος να ενταχθεί στις συγκρούσεις, γεγονός που θα έθετε τη ζωή του σε κίνδυνο (βλ. ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου, στο εξής «δ.φ.»).

13.          Στο πλαίσιο της συνέντευξής του και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε το 1988 στην πόλη Bamenda της Βορειοδυτικής Περιφέρειας του Καμερούν. Ως τελευταίο τόπο διαμονής του δήλωσε το χωριό Mbatu, το οποίο υπάγεται στη Βορειοδυτική Περιφέρεια (Northwest Region) και ειδικότερα στο διοικητικό διαμέρισμα Mezam (Mezam Division), όπου διέμενε μαζί με την οικογένειά του. Όπως ανέφερε, η οικογένειά του αποτελείται από τους γονείς του και έξι αδέλφια, εκ των οποίων τα δύο είναι υιοθετημένα. Σύμφωνα με τις δηλώσεις του, όλα τα μέλη της οικογένειάς του, πλην ενός αδελφού του, εξακολουθούν να διαμένουν στο χωριό Mbatu. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι ελεύθερος και πατέρας ενός αγοριού, γεννηθέντος το 2017, το οποίο διαμένει μαζί με τους γονείς του Αιτητή, με τους οποίους ο ίδιος διατηρεί επικοινωνία. Ως προς το θρήσκευμά του, δήλωσε χριστιανός καθολικός, εθνοτικής καταγωγής Mpatu, ενώ ανέφερε ότι ομιλεί την αγγλική, τη γαλλική και την ελληνική γλώσσα, με μητρική του γλώσσα τη Ngemba. Αναφορικά με το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, ο Αιτητής δήλωσε ότι φοίτησε στο κυβερνητικό τεχνικό σχολείο της πόλης Bamenda και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο τεχνικό σχολείο «Nacho», επίσης στην πόλη Bamenda. Ως προς την επαγγελματική του δραστηριότητα, ανέφερε ότι από το 2014 μέχρι το 2019 διατηρούσε δική του επιχείρηση παραγωγής και προμήθειας άμμου για οικοδομικά και κατασκευαστικά έργα, μέχρι τον χρόνο εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του.

14.          Σε σχέση με το ταξίδι του, ο Αιτητής ανέφερε ότι στις 11.8.2019 ταξίδεψε αεροπορικώς από τη πόλη Yaoundé του Καμερούν και μέσω Τουρκίας έφτασε στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση περιοχές της Δημοκρατίας από όπου εισήλθε στη Δημοκρατία. Ο Αιτητής ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του κάνοντας χρήση των ταξιδιωτικών του εγγράφων.

15.          Ως προς τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα του, ο Αιτητής ανέφερε ότι από όταν ήταν μαθητής είχε ενδιαφέρον για την ανάπτυξη του χωριού του Mbatu και συγκεκριμένα της γειτονιάς (κοινότητας) Ntengefor. Εξαιτίας της κρίσης στο Καμερούν και των διαφορετικών ιδεολογιών των πολιτών, η περιοχή επηρεάστηκε σοβαρά δημιουργώντας ένταση και ανασφάλεια, με τον Αιτητή να αναλαμβάνει ενεργό ρόλο στην κινητοποίηση των νέων του χωριού του. Στις 20.5.2018, στρατιωτικές δυνάμεις εισέβαλαν στη γειτονιά του Αιτητή και συγκέντρωσαν όλους τους νέους άνδρες, ζητώντας πληροφορίες για τους μαχητές Ambazonians. Όσα αγόρια δε μπόρεσαν να ταυτοποιηθούν και να δώσουν απαντήσεις θεωρήθηκαν ύποπτοι και συνελήφθησαν· κάποιοι αφέθηκαν ελεύθεροι, ενώ άλλοι δεν επέστρεψαν ποτέ. Σύμφωνα με πληροφορίες που έλαβαν αργότερα, το γειτονικό χωριό Nchomba είχε βοηθήσει τον στρατό στην επιχείρηση. Ο Αιτητής εξήγησε ότι η ηλεκτρική ενέργεια στη γειτονία του Ntengefor δεν ήταν σταθερή και η παροχή εξαρτάτο από το κοντινό  χωριό Nsungwa. Μετά τα γεγονότα, ο Αιτητής συνελήφθη προσωρινά από τις στρατιωτικές δυνάμεις και αφέθηκε ελεύθερος. Ανέφερε περαιτέρω ότι ο ίδιος συμμετείχε σε πρωτοβουλίες για συγκέντρωση χρημάτων με σκοπό να επαναφέρουν ηλεκτρικό ρεύμα στη γειτονιά από το χωριό Nsungwa παρά το ότι η ενέργεια αυτή ήταν παράνομη. Μαζί με άλλους κατοίκους συγκέντρωσαν χρήματα και προχώρησαν στη τοποθέτηση εξοπλισμού και ηλεκτρικών συνδέσεων ώστε να αποκτήσει η κοινότητα ηλεκτρικό ρεύμα. Έτσι, δεδομένου ότι το ηλεκτρικό ρεύμα περνούσε από τη γειτονιά τους, διέκοψαν την υψηλή τάση των 15.000KW που τροφοδοτούσε ολόκληρη τη πόλη Bamenda, με αποτέλεσμα από το 2018 έως το τέλος του 2018, για σχεδόν ένα χρόνο, να υπάρχει διακοπή ρεύματος, λόγω των όσων συνέβησαν  στη γειτονιά του. Ο λόγος για αυτή την ιδέα ήταν ότι αν διέκοπταν τη παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, η εταιρεία ηλεκτρικής ενέργειας θα ερχόταν να το επιδιορθώσει, και όταν θα έρχονταν, θα τους αντιμετώπιζαν πιέζοντάς τους να παρέχουν ηλεκτρικό ρεύμα στη γειτονιά. Ο διευθυντής της εταιρείας επισκέφθηκε το χωριό ζητώντας να μάθει ποιος ήταν υπεύθυνος για τη παράνομη σύνδεση όμως κανείς δεν αποκάλυψε. Λίγους μήνες αργότερα ο Διευθυντής επέστρεψε με στρατιωτικούς οι οποίοι προκάλεσαν συγκρούσεις με θύματα στη περιοχή. Στη περιοχή έφτασαν επίσης ηλεκτρολόγοι για να επιδιορθώσουν το πρόβλημα.  Μετά την αποχώρηση των αρχών, ο Αιτητής και άλλα άτομα της κοινότητας συνέχισαν την παράνομη σύνδεση ηλεκτρικού ρεύματος προς το χωριό τους, χρησιμοποιώντας στύλους και εξοπλισμό που τοποθετήθηκε με δική τους πρωτοβουλία, παράνομα χωρίς να πληρώνουν λογαριασμούς μέχρι και σήμερα. Ωστόσο, το γειτονικό χωριό Nsungwa κατήγγειλε την ενέργεια αυτή στον νέο διευθυντή της εταιρείας ηλεκτρισμού.  Στις 19.4.2019, ο διευθυντής επέστρεψε στην περιοχή συνοδευόμενος από στρατιωτικούς και κυβερνητικούς εκπροσώπους. Το όνομα του Αιτητή αναφέρθηκε ως ενός από τα πρόσωπα που είχαν οργανώσει και υλοποιήσει το έργο. Ο Αιτητής δέχθηκε έντονες πιέσεις να αποκαλύψει τα ονόματα όσων συμμετείχαν στις ενέργειες αυτές, όμως αρνήθηκε να συνεργαστεί. Παράλληλα, σύμφωνα με τον Αιτητή, οι αρχές ανέφεραν ότι οι υπεύθυνοι θα υποχρεώνονταν να πληρώσουν τους ανεξόφλητους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και να λογοδοτήσουν για την παράνομη σύνδεση. Φοβούμενος για την ασφάλεια και τη ζωή του, ο Αιτητής αποφάσισε να εγκαταλείψει το Καμερούν. Για τον σκοπό αυτό επικοινώνησε με τη φίλη του που βρισκόταν στη Δημοκρατία, η οποία τον βοήθησε στην προετοιμασία των ταξιδιωτικών εγγράφων και στην οργάνωση του ταξιδιού του.

16.          Κληθείς να αναφέρει τι πιστεύει ότι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, ο Αιτητής ανέφερε ότι θα κατηγορηθεί, θα φυλακιστεί, θα αναγκαστεί να πληρώσει πρόστιμο και όλα τα χρήματα από τους ανεξόφλητους λογαριασμούς της κοινότητας. Πρόσθεσε ότι το έργο εξακολουθεί να υπάρχει και δεν υπάρχουν αποδείξεις για τα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για την υλοποίησή του.

17.          Ακολούθησαν διευκρινιστικά ερωτήματα για τον ρόλο του στο έργο ηλεκτροδότησης. Ειδικότερα, ο Αιτητής ανέφερε ότι ήταν μέλος πενταμελούς επιτροπής της κοινότητας και στόχος τους ήταν να προστατεύσουν τη περιοχή τους και να προωθήσουν την ανάπτυξη παρά τη συνεχιζόμενη κρίση. Διευκρίνισε ότι ο ίδιος ήταν γενικός γραμματέας και ταμίας∙ επιπλέον ανέφερε ότι πρότεινε ιδέες, κινητοποιούσε τους κατοίκους της γειτονιάς και μάζευε χρήματα από σπίτι σε σπίτι. Ακόμα, λόγω των τεχνικών του γνώσεων ήταν υπεύθυνος για τη μεταφορά της ηλεκτρικής γραμμής και για την τοποθέτηση 418 στύλων στο πλαίσιο του έργου, το οποίο ξεκίνησε περί το τέλος του 2018.  Ο Αιτητής ανέφερε ότι στο έργο ηλεκτροδότησης συμμετείχε πρόσωπο που εργαζόταν στην εταιρεία ηλεκτρισμού «ENEO», το οποίο προμήθευσε τους στύλους έναντι αμοιβής, καθώς και ο Πρόεδρος της κοινότητας Njoud, ο οποίος βοήθησε στη μεταφορά τους. Σύμφωνα με τον ίδιο, αρκετοί κάτοικοι της κοινότητας υποστήριξαν την πρωτοβουλία, ωστόσο ο ίδιος είχε πιο ηγετικό ρόλο, καθώς οι περισσότεροι φοβούνταν να αναλάβουν ευθύνη. Ως προς το πώς έγινε γνωστή η συμμετοχή του στο έργο, ο Αιτητής δήλωσε ότι η κοινότητα γνώριζε σχετικά, ενώ εκτιμά ότι κάτοικοι του γειτονικού χωριού Nsungwa πιθανόν να τον είδαν κατά τη μεταφορά ή τοποθέτηση των στύλων. Ανέφερε ότι το έργο υλοποιήθηκε με τη βοήθεια και προστασία μαχητών της Ambazonia, οι οποίοι παρενέβαιναν σε περίπτωση επέμβασης του στρατού. Ερωτηθείς αν του συνέβη οτιδήποτε μετά τις 19.4.2019, απάντησε αρνητικά.

18.          Αναφορικά με την επίσκεψη του Διευθυντή της εταιρείας ηλεκτρισμού στο χωριό τους στις 19.4.2019, συνοδευόμενου από κυβερνητικούς εκπροσώπους και στρατιωτικούς, ο Αιτητής εικάζει ότι κάτοικοι του χωριού Nsungwa προέβησαν σε καταγγελία λόγω των εντάσεων μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Ο ίδιος ανέφερε ότι απέφυγε να συναντήσει τον Διευθυντή, θεωρώντας ότι θα δεχόταν πίεση ή βίαιη μεταχείριση για να αποκαλύψει πληροφορίες. Ο Αιτητής παραδέχθηκε ότι τελικά δεν συναντήθηκε ποτέ με τον Διευθυντή. Δήλωσε ότι μετά τις 19.4.2019 εγκαταστάθηκαν στρατιωτικά φυλάκια στην περιοχή και ότι δεν του συνέβη οτιδήποτε περαιτέρω, επειδή παρέμενε στο σπίτι και απέφευγε τις μετακινήσεις.  Ως προς τη σχέση του με τους μαχητές της Ambazonia, ο Αιτητής ανέφερε ότι τους γνώριζε επειδή μεγάλωσαν στην ίδια κοινότητα και φοίτησαν στο ίδιο σχολείο, χωρίς ωστόσο ο ίδιος να συμμετέχει ποτέ στις δραστηριότητες της ομάδας.  Αναφορικά με το έργο ηλεκτροδότησης, ο Αιτητής ανέφερε ότι εξακολουθεί να τελεί υπό διερεύνηση και ότι, παρότι δεν υπάρχει επίσημη αναζήτηση εναντίον του, θεωρεί ότι αντιμετωπίζεται ως βασικός ύποπτος και διατρέχει κίνδυνο σύλληψης σε περίπτωση επιστροφής του στο Mbatu ή γενικότερα στο Καμερούν. Πρόσθεσε ότι, εάν αποκαλύψει τους πραγματικούς υπευθύνους, ενδεχομένως να θεωρηθεί απλώς ένας από τους εμπλεκόμενους που θα κληθούν να καταβάλουν αποζημιώσεις.

19.          Ως προς τη δυνατότητα μετεγκατάστασής του σε άλλη περιοχή του Καμερούν, όπως στη Douala ή στη Yaoundé, ο Αιτητής ανέφερε ότι, παρά τη γνώση της γαλλικής γλώσσας, δεν θα μπορούσε να εγκατασταθεί εκεί, διότι σε περίπτωση ελέγχου της ταυτότητάς του οι αρχές θα διαπίστωναν την εμπλοκή του στο συγκεκριμένο έργο και θα του απήγγελλαν κατηγορίες. Τέλος, δήλωσε ότι κατά την αναχώρησή του από τη χώρα δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα.

20.          Αξιολογώντας τις δηλώσεις του Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς: πρώτον ταυτότητα προφίλ/προσωπικά στοιχεία και χώρα καταγωγής του Αιτητή και δεύτερον ότι η ταυτότητα (όνομα) του Αιτητή γνωστοποιήθηκε λόγω της συμμετοχής του στο παράνομο έργο ηλεκτροδότησης της γειτονιάς του Ntengefor του χωριού Mbatu στις 19.4.2019.

21.          Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός του έγινε αποδεκτός, καθώς κρίθηκε ότι ο Αιτητής απάντησε σε όλα τα ερωτήματα που του τέθηκαν με ακρίβεια και κατέβαλε πραγματική προσπάθεια να παράσχει όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες, ενώ επίσης οι πληροφορίες που παρείχε επιβεβαιώνονται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, καθώς και από την προσκομισθείσα ταυτότητά του.

22.          Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή απορρίφθηκε, λόγω έλλειψης επαρκών λεπτομερειών, συνοχής και ευλογοφάνειας στο αφήγημά του. Συγκεκριμένα, οι Καθ' ων η αίτηση επεσήμαναν ότι οι αναφορές του Αιτητή σχετικά με το έργο ηλεκτροδότησης ήταν σαφείς και λεπτομερείς. Η αφήγηση του Αιτητή ως προς τη πρότασή του με στόχο την ανάπτυξη της περιοχής τους, τη συγκέντρωση χρημάτων και τη μεταφορά ηλεκτρικού ρεύματος όπως επίσης το πως υλοποιήθηκε το έργο και την επίσκεψη του νέου διευθυντή για αναζήτηση των υπευθύνων κρίθηκε ως συνεπής.

23.          Ωστόσο, κρίθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει συγκεκριμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο ίδιος θεωρείται βασικός ύποπτος για το έργο ηλεκτροδότησης. Αν και πληροφορήθηκε ότι ο Διευθυντής ζήτησε να τον δει, ο Αιτητής χωρίς λεπτομέρειες και σαφείς αναφορές παραδέχτηκε ότι δε γνωρίζει τι ακριβώς ειπώθηκε καθώς δεν ήταν παρών και βασίστηκε στο τι ειπώθηκε από τρίτους. Επιπλέον, κρίθηκε ότι κληθείς να εισφέρει περισσότερες αποδείξεις για το ότι θεωρείται ο βασικός ύποπτος δεν αναφέρθηκε σε συγκεκριμένα περιστατικά αλλά εξέφρασε προσωπική εκτίμηση, υποστηρίζοντας ότι επειδή το έργο συνεχίζει να υφίσταται και ο ίδιος εξακολουθεί να είναι ο βασικός ύποπτος της υπόθεσης.  

24.          Επιπλέον οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν τη ρητή και με σαφήνεια αρνητική του απόκριση ως προς το ότι δε του συνέβη το οτιδήποτε από τις 19.4 2019 και έπειτα και πως ο διευθυντής δε επισκέφθηκε ξανά την περιοχή. Ακόμα, κρίθηκε ότι παρότι ο Αιτητής υποστήριξε ότι το όνομά του είχε συνδεθεί με την υπόθεση, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει πειστικά γιατί δεν αντιμετώπισε καμία συνέπεια, δίνοντας αντιφατικές δηλώσεις σχετικά με το αν παρέμενε κυρίως στο σπίτι αν και ταυτόχρονα συνέχισε να μεταβαίνει στην εργασία του. Συνολικά, κρίθηκε ότι δεν παρείχε συνεκτική ή συγκεκριμένη περιγραφή γεγονότων και της έντασής τους που να δικαιολογούν την αποχώρησή του από το Καμερούν για λόγους ασφαλείας. Επιπλέον, παραδέχθηκε ότι δεν υπάρχει εκκρεμής έρευνα εναντίον του.

25.          Στο πλαίσιο της εκτίμησης της εξωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού, η μοναδική σχετική πληροφορία που εντοπίστηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση αφορά ανακοίνωση  σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης (Facebook) ημερομηνίας 5.8.2019, η οποία πληροφορεί για την αποκατάσταση της ηλεκτροδότησης στη περιοχή μετά από πέραν των 2 μηνών διακοπών, χωρίς να εντοπίζεται άλλη πηγή που να επιβεβαιώνει τις αναφορές του Αιτητή σχετικά με την περιοχή καταγωγής του, το χωριό Mbatu.

Top of Form

26.          Στη βάση του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού του Αιτητή, ήτοι της χώρας καταγωγής και του προφίλ του, κατόπιν αξιολόγησης του μελλοντοστραφούς κινδύνου, οι Καθ' ων η αίτηση παρέπεμψαν σε εξωτερικές πληροφορίες αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη Βορειοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, στην οποία ανήκει το χωριό Mbatu, του διοικητικού διαμερίσματος Mezam (Mezam Division), της βορειοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν, από όπου ο Αιτητής κατάγεται και δήλωσε ως το τελευταίο τόπο διαμονής του και κατέληξαν ότι καταρχήν υφίστανται εύλογοι λόγοι ώστε να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στο Καμερούν, αυτός θα κινδυνεύσει να υποστεί μεταχείριση ισοδυναμούσα με δίωξη ή σοβαρή βλάβη. Ως εκ τούτου κρίθηκε ότι η εσωτερική και εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του Αιτητή δεν τεκμηριώθηκαν και ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.

27.          Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι δεν τεκμηριώνεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στο Καμερούν για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1)  και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Στη συνέχεια, διαπίστωσαν πως δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 19 του προαναφερθέντος Νόμου και κατά συνέπεια, δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ειδικά σε σχέση με το εδάφιο (γ) του άρθρου 19 (2), οι Καθ' ων η αίτηση κατέγραψαν ότι παρά την έκρυθμη κατάσταση ασφαλείας στη Βορειοδυτική περιφέρεια, απ’ όπου κατάγεται και όπου διέμενε ο Αιτητής, το επίπεδο της αδιάκριτης βίας που επικρατεί στην περιοχή σε συνάρτηση με τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι εκ της παρουσίας του και μόνο διατρέχει σοβαρή και προσωπική απειλή. Αναφορικά με τις προσωπικές του περιστάσεις, οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν ότι ο Αιτητής είναι νεαρός, άμαχος υγιής ενήλικα, ικανοποιητικού μορφωτικού επιπέδου, χωρίς θέματα ευαλωτότητας, ικανός να εργαστεί και με οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο στη περιοχή καταγωγής του.

28.          Στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, ο Αιτητής στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει τη προσφυγή του προβάλλει ότι σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα του κινδυνεύει, καθότι οι στρατιωτικές αρχές τον αναζητούν γιατί θεωρούν ότι είναι μέλος των μαχητών της Ambazonia. Επανέλαβε ότι ενεπλάκη σε παράνομο έργο παροχής ηλεκτρικής ενέργειας και η ταυτότητα του γνωστοποιήθηκε ως πρόσωπο που συνέβαλε στη διεκπεραίωση του έργου.  Εξήγησε ότι ο ρόλος του ήταν να συνδράμει στην υλοποίηση του έργου λόγω των γνώσεων του ως ηλεκτρολόγος ωστόσο, θεωρήθηκε (από το στρατό και την κυβέρνηση) ότι μπορούσε να επηρεάσει και να βοηθήσει τους αποσχιστές, έτσι θεώρησαν ότι είναι μέλος τους και ως εκ τούτου τον αναζητούν για να τον σκοτώσουν. Ο Αιτητής, προσκόμισε ως Τεκμήριο 1 λίστα με ονόματα κατοίκων της περιοχής του που συνέδραμαν οικονομικά στην υλοποίηση του έργου και ως Τεκμήριο 2 τα χρήματα που συγκέντρωσε. Ο λόγος όπως περαιτέρω εξήγησε, δεν προσκόμισε τα εν λόγω έγγραφα κατά τη διοικητική εξέταση του αιτήματός του ήταν γιατί δε του ζητήθηκε.

29.          Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία ο Αιτητής δια της συνηγόρου του υποστηρίζει οι Καθ’ ων η αίτηση εξέτασαν πλημμελώς και χωρίς δέουσα έρευνα την υπόθεση του Αιτητή. Υποστηρίζει ότι με τα στοιχεία που προσκόμισε αποδεικνύουν τη συμμετοχή του στην υλοποίηση του παράνομου έργου ηλεκτροδότησης της περιοχής του και ως εκ τούτου την αναζήτησή του από τις αρχές της χώρας του. Είναι η θέση του ότι παρά το ότι ο Αιτητής αναχώρησε από τη χώρα του νομίμως με τα ταξιδιωτικά του έγγραφα, δεν αναιρείται ο κίνδυνος που διατρέχει καθότι μέχρι σήμερα εξακολουθεί να διατρέχει κίνδυνο. 

30.          Προχωρώντας το Δικαστήριο σε de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν του δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[1]

31.          Αρχικά το Δικαστήριο συντάσσεται με το εύρημα των Καθ' ων η αίτηση περί αξιοπιστίας του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού. Ειδικότερα, διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής υπήρξε σαφής ως προς τα προσωπικά του στοιχεία. Η αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού εδραιώνεται περαιτέρω και από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες συγκεντρώνονται στο διοικητικό φάκελο και από τη ταυτότητα του. διαβατήριό του. 

32.          Ως προς την αξιολόγηση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή, ήτοι της συμμετοχής του στην παράνομη υλοποίηση του έργου ηλεκτροδότησης της κοινότητάς του και της συνακόλουθης αναζήτησής του από τις αρχές του Καμερούν, το Δικαστήριο διαπιστώνει τα ακόλουθα ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού αυτού. Καταρχάς, το Δικαστήριο συντάσσεται με το εύρημα των Καθ’ ων η αίτηση ότι ο Αιτητής υπήρξε σαφής, συνεπής και λεπτομερής ως προς τον τρόπο υλοποίησης του έργου, τον ρόλο του στη κοινότητα, την ενεργή του συμμετοχή στην πρωτοβουλία ηλεκτροδότησης και την εμπλοκή του στην οργάνωση και εκτέλεση του έργου. Οι αναφορές του ως προς τη συγκέντρωση χρημάτων, την τοποθέτηση των στύλων, τη συνεργασία με κατοίκους της περιοχής και την υποστήριξη που λάμβανε η κοινότητα από μαχητές της Ambazonia παρουσιάζονται κατ’ αρχήν συνεκτικές και επαρκώς λεπτομερείς.

33.          Εντούτοις, παρά τη λεπτομερή περιγραφή της συμμετοχής του στο έργο, δεν προκύπτει από τις δηλώσεις του ή από τα στοιχεία που προσκόμισε ότι ο ίδιος αποτέλεσε αντικείμενο συγκεκριμένης ή εξατομικευμένης δίωξης από τις αρχές του Καμερούν. Ειδικότερα, ο Αιτητής παραδέχθηκε ότι ουδέποτε συνελήφθη, ανακρίθηκε ή αναζητήθηκε επισήμως από τις αρχές σε σχέση με το εν λόγω έργο, ενώ ο ίδιος δήλωσε ρητώς ότι μετά τα γεγονότα της 19.4.2019 δεν του συνέβη οτιδήποτε περαιτέρω. Επιπλέον, ο ίδιος αναγνώρισε ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε ανοικτή ή εκκρεμής έρευνα εναντίον του ούτε επίσημη αναζήτησή του από τις αρχές. Οι δε αναφορές του ότι θεωρείται «βασικός ύποπτος» στηρίζονται αποκλειστικά σε προσωπικές εκτιμήσεις και υποθέσεις, χωρίς συγκεκριμένα περιστατικά ή αντικειμενικά δεδομένα που να επιβεβαιώνουν ότι οι αρχές πράγματι τον αναζητούν. Περαιτέρω, παρατηρείται ότι, παρά τον ισχυρισμό του περί φόβου δίωξης, ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα του νομίμως, κάνοντας χρήση των ταξιδιωτικών του εγγράφων, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την αναχώρησή του, στοιχείο που αποδυναμώνει τον προβαλλόμενο φόβο άμεσης αναζήτησής του από τις αρχές. Επιπλέον, το Δικαστήριο αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι κατά την αρχική καταγραφή της αίτησής του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δεν προέβαλε καθόλου τον ισχυρισμό περί συμμετοχής του στο έργο ηλεκτροδότησης ούτε ανέφερε ότι αυτός αποτέλεσε τον λόγο εγκατάλειψης της χώρας του. Αντιθέτως, ο εν λόγω ισχυρισμός αναπτύχθηκε μεταγενέστερα και ειδικότερα στο στάδιο της συνέντευξης και περαιτέρω ενισχύθηκε κατά το στάδιο της παρούσας διαδικασίας.

34.          Ομοίως, η μεταγενέστερη αναφορά του στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την προσφυγή του, ότι οι στρατιωτικές αρχές τον θεωρούν υποστηρικτή ή μέλος των αποσχιστών Ambazonia και τον αναζητούν προς θανάτωση λόγω της εμπλοκής του στο έργο, προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου και συνιστά ουσιωδώς διαφοροποιημένο και καινοφανή ισχυρισμό, ο οποίος δεν υποστηρίζεται από συγκεκριμένα περιστατικά βιωματικής φύσεως ή αποδεικτικά στοιχεία. Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή δεν τεκμηριώθηκε κατά τον απαιτούμενο βαθμό αξιοπιστίας.

35.          Εξετάζοντας την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, από έρευνα του παρόντος Δικαστηρίου, εντοπίστηκαν πληροφορίες σχετικά με προβλήματα ηλεκτροδότησης τα οποία αντιμετωπίζει η περιοχή της Bamenda στη Βορειοδυτική περιφέρεια του Καμερούν. Σύμφωνα με δημοσίευμα του «Cameroon News Agency», κάτοικοι της περιοχής Mile 90 στη Bamenda παρέμειναν χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα για περισσότερους από επτά μήνες λόγω βλάβης μετασχηματιστή, ενώ η τοπική κοινότητα αναγκάστηκε να συγκεντρώσει χρήματα για την αποκατάσταση της ηλεκτροδότησης, εξαιτίας της καθυστερημένης παρέμβασης της εταιρείας ηλεκτρισμού «Eneo Cameroon». Tο ίδιο δημοσίευμα συνδέει την επιδείνωση της κατάστασης με την κρίση ασφαλείας στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν.[2] Παράλληλα, η εταιρεία «Eneo Cameroon» αναφέρει ότι η παράνομη ηλεκτροδότηση και η κλοπή ηλεκτρικής ενέργειας αποτελούν σημαντικό πρόβλημα για το δίκτυο της χώρας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «The Guardian Post», η «Eneo» εκτιμά ότι περίπου το 30% της διανεμόμενης ηλεκτρικής ενέργειας χάνεται μέσω παράνομων συνδέσεων, πειραγμένων μετρητών και μη εξουσιοδοτημένων δικτύων, προκαλώντας οικονομικές απώλειες ύψους περίπου 60 δισεκατομμυρίων CFA ετησίως.[3]  Στο πλαίσιο των επιχειρήσεων κατά της ηλεκτρικής απάτης, το ειδησεογραφικό μέσο «Actu Cameroon»,  ανέφερε ότι οι αρχές προχώρησαν στη σύλληψη 162 «ψεύτικων ηλεκτρολόγων» (“faux électriciens”), οι οποίοι κατηγορούνταν ότι πραγματοποιούσαν παράνομες συνδέσεις και διαχειρίζονταν ανεπίσημα δίκτυα ηλεκτροδότησης για περίπου 100 νοικοκυριά το καθένα. [4]

36.          Βάσει των ανωτέρω, παρότι επιβεβαιώνονται εν μέρει ορισμένες πτυχές των αναφορών του Αιτητή αναφορικά με την ύπαρξη του έργου ηλεκτροδότησης και τη συμμετοχή του σε αυτό, εντούτοις ο ίδιος δεν προσκόμισε οποιοδήποτε στοιχείο ή παρουσίασε συγκεκριμένες ενδείξεις που να καταδεικνύουν ότι πράγματι διώκεται ή αναζητείται από τις αρχές της χώρας καταγωγής του. Προς τούτο επισημαίνεται ότι, παρά το γεγονός ότι μέλη της οικογένειάς του, με τα οποία φαίνεται να διατηρεί επικοινωνία (βλ. ερ. 34 και 35 του δ.φ.), εξακολουθούν να διαμένουν στη χώρα καταγωγής του, και παρά το ότι ο ίδιος εγκατέλειψε το Καμερούν προ περίπου επτά ετών, δεν προκύπτει ότι σημειώθηκε οποιαδήποτε νεότερη εξέλιξη ή ενέργεια των αρχών εναντίον του. Επιπλέον, δεν διαφαίνεται ότι εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης, ότι κινήθηκε ποινική διαδικασία ή ότι οι αρχές προέβησαν σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη ενέργεια προς εντοπισμό ή αναζήτησή του κατά το διάστημα που μεσολάβησε από την αναχώρησή του από τη χώρα. Τα ανωτέρω ευρήματα συναρτώνται και με την αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου που έπεται, στο πλαίσιο της οποίας δεν προκύπτει, σε εξατομικευμένη βάση, ότι ο Αιτητής διατρέχει ευλόγως κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Τούτο, παρά το γεγονός ότι οι εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνουν γενικότερα την ύπαρξη φαινομένων παράνομων παρεμβάσεων στο δίκτυο ηλεκτροδότησης, καθώς και περιστατικά συλλήψεων προσώπων συνδεόμενων με σχετικές ενέργειες. Ωστόσο, οι εν λόγω πληροφορίες αφορούν περιστατικά που έλαβαν χώρα προ τεσσάρων περίπου ετών και δεν συνδέονται ειδικώς με τον Αιτητή ούτε καταδεικνύουν ότι ο ίδιος εξακολουθεί να αποτελεί πρόσωπο ενδιαφέροντος για τις αρχές του Καμερούν.

37.          Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να διατρέχει ο Αιτητής, πέραν των όσων ο ίδιος δήλωσε και τα οποία απορρίφθηκαν ανωτέρω, σημειώνεται ότι ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε οποιονδήποτε πρόσθετο ή ανεξάρτητο κίνδυνο απορρέοντα από το προσωπικό του προφίλ ή τις ιδιαίτερες περιστάσεις του. Στη βάση του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού του, ήτοι η χώρα καταγωγής, το προφίλ του και ο τόπος συνήθους διαμονής του, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του Αιτητή και αναφορικά με την θρησκεία του.

38.          Ως προς τη γενική κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, αναφέρονται τα ακόλουθα, ως προκύπτουν από έγκυρες πηγές πληροφόρησης.

39.           Βάσει πληροφοριών από τον ανεξάρτητο οργανισμό ACAPS, η κρίση που ξέσπασε στις Αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν (ήτοι στις περιφέρειες Northwest και Southwest) περί τα τέλη του 2016 οδήγησε στην εμφάνιση διαφόρων αποσχιστικών ομάδων και σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ του κρατικού στρατού και των ενόπλων δυνάμεων των αυτονομιστών, που έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις αγγλόφωνες περιοχές, «αφήνοντας πάνω από 334.000 άτομα εσωτερικά εκτοπισμένα και περισσότεροι από 76.000 να αναζητούν καταφύγιο στη γειτονική Νιγηρία, μέχρι τον Φεβρουάριο του 2025.».[5]

40.          Εκ των όσων επίσης αναφέρονται στην ίδια πηγή, οι απαρχές της σύγκρουσης εντοπίζονται στα μακροχρόνια προβλήματα στην αγγλόφωνη κοινότητα στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές της χώρας, λόγω της περιθωριοποίησης τους από τη γαλλόφωνη κυβέρνηση, «που κλιμακώθηκαν σε εκτεταμένες διαμαρτυρίες και απεργίες περί τα τέλη του 2016».[6]

41.          Έκθεση του Global Centre for the Responsibility to Protect του Νοεμβρίου του 2025, αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, οι δυνάμεις ασφαλείας έχουν διαπράξει εξωδικαστικές δολοφονίες και εκτεταμένη σεξουαλική και έμφυλη βία, έχουν κάψει αγγλόφωνα χωριά και έχουν υποβάλει άτομα με ύποπτους αυτονομιστικούς δεσμούς σε αυθαίρετη κράτηση, βασανιστήρια και κακομεταχείριση. Ένοπλοι αυτονομιστές έχουν επίσης σκοτώσει, απαγάγει και τρομοκρατήσει πληθυσμούς, ενώ παράλληλα διατηρούν σταθερά τον έλεγχο μεγάλων τμημάτων των αγγλόφωνων περιοχών. Οι αυτονομιστές και οι κυβερνητικές δυνάμεις έχουν διαπράξει στοχευμένες επιθέσεις σε εγκαταστάσεις υγείας και εργαζόμενους σε ανθρωπιστικές οργανώσεις, περιορίζοντας την παροχή και την πρόσβαση σε ζωτικής σημασίας βοήθεια και αναγκάζοντας διάφορους διεθνείς ανθρωπιστικούς οργανισμούς να αναστείλουν τις δραστηριότητές τους. Οι αυτονομιστές έχουν επίσης απαγορεύσει την κρατική εκπαίδευση και συχνά επιτίθενται, απειλούν και απαγάγουν μαθητές και εκπαιδευτικούς, καθώς και καίνε, καταστρέφουν και λεηλατούν σχολεία.[7]

42.          Η ανωτέρω έκθεση αναφέρει επίσης ότι στις 12 Οκτωβρίου 2025 πραγματοποιήθηκαν προεδρικές εκλογές στο Καμερούν, στις οποίες ανακηρύχθηκε νικητής ο Paul Biya, εξασφαλίζοντας την όγδοη θητεία. Η αντιπολίτευση και οι αυτονομιστικές ομάδες απέρριψαν το αποτέλεσμα, καταγγέλλοντας έλλειψη διαφάνειας και πολιτικές ελευθερίες υπό περιορισμό. Πριν από τις εκλογές, αυτονομιστές στις αγγλόφωνες περιοχές επέβαλαν πολύμηνο lockdown, κλείνοντας επιχειρήσεις και σχολεία και περιορίζοντας την κυκλοφορία σε πόλεις όπως η Buea και η Limbe. Μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, ξέσπασαν εκτεταμένες διαδηλώσεις με καταγγελίες για νοθεία. Οι δυνάμεις ασφαλείας φέρονται να σκότωσαν τουλάχιστον 48 πολίτες και να προχώρησαν σε πάνω από 100 συλλήψεις. Οι συγκρούσεις συνεχίζονται μεταξύ των κρατικών κυβερνητικών δυνάμεων και των αυτονομιστικών ομάδων και επηρεάζουν τους πολίτες, οι οποίοι αντιμετωπίζουν απειλές, όπως αδέσποτες σφαίρες, αυθαίρετες κρατήσεις, στοχευμένες επιθέσεις, απαγωγές για λύτρα, παράνομη φορολογία, οδοφράγματα, εκβιασμούς και περιορισμούς στην κυκλοφορία.[8]

43.          Η υπό εξέταση σύγκρουση έχει ήδη διάρκεια περίπου εννέα ετών και επηρεάζει τόσο τη Βορειοδυτική όσο και τη Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν. Τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι πρόκειται για μια μακροχρόνια και σταθερά εγκατεστημένη κρίση. Επιπλέον, δεν φαίνεται να υπάρχει καμία πρόθεση επίλυσής της στο άμεσο μέλλον, καθώς η σύγκρουση δεν συζητήθηκε ούτε στην πρόσφατη συνεδρίαση της Ομάδας Υπουργικής Δράσης της Κοινοπολιτείας του Καμερούν τον Μάρτιο του 2025.[9]

44.          Ως προς τα ποσοτικά δεδομένα της σύγκρουσης, σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού με έργο τη συλλογή, ανάλυση και χαρτογράφηση δεδομένων σχετικά με τις ημερομηνίες, τους δρώντες, τις τοποθεσίες, τους θανάτους και τους τύπους όλων των καταγεγραμμένων γεγονότων πολιτικής βίας και διαμαρτυρίας σε παγκόσμια κλίμακα, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 8.5.2026) στην Βορειοδυτική περιφέρεια (Nord - Ouest) του Καμερούν, καταγράφηκαν συνολικά 1991 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 561 θάνατοι. Στην Bamenda-Mbatu, τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή καταγράφηκε 1 περιστατικό ασφαλείας, το οποία είχε ως συνέπεια την απώλεια 2 ανθρώπινων ζωών.[10] Σημειωτέον ότι ο πληθυσμός της Βορειοδυτικής περιφέρειας εκτιμάται στους 2,428,200 κατοίκους (με εκτίμηση του 2025).[11]

45.          Ειδικώς ως προς το θρησκευτικό του προφίλ ως χριστιανού δεν προκύπτει κάποιος κίνδυνος. Πηγές αναφέρουν πως στο Καμερούν, οι Χριστιανοί αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού, με περίπου 70% να ανήκουν σε διάφορα χριστιανικά δόγματα. Ωστόσο, υπάρχουν περιοχές όπου οι Χριστιανοί αντιμετωπίζουν προκλήσεις. Στις βόρειες περιοχές, όπου κυριαρχεί το Ισλάμ, έχουν αναφερθεί περιστατικά  κοινωνικών εντάσεων μεταξύ χριστιανικών και μουσουλμανικών κοινοτήτων. Επιπλέον, η παρουσία εξτρεμιστικών ομάδων, όπως η Boko Haram, έχει οδηγήσει σε επιθέσεις κατά χριστιανικών κοινοτήτων στα βόρεια σύνορα με τη Νιγηρία και όχι στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή. Παρά τις προκλήσεις αυτές, οι Χριστιανοί στο Καμερούν γενικά ασκούν τη θρησκεία τους ελεύθερα.[12]

46.          Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, ως αυτό έγινε αποδεκτό και ειδικότερα ότι ο Αιτητής είναι νεαρός, υγιής, ικανοποιητικού μορφωτικού επιπέδου, ομιλεί την αγγλική και τη γαλλική γλώσσα, και χωρίς οποιοδήποτε σημείο ευαλωτότητας ή αποδεδειγμένο περιστατικό παρελθούσας δίωξης, διαθέτοντας στην περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψει οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο, κρίνεται πως σε συνάρτηση με τις παρατεθείσες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του στη χώρα καταγωγής του, δεν πιθανολογείται ότι σε περίπτωση επιστροφής του εκεί, θα εκτεθεί ευλόγως σε σοβαρό κίνδυνο.

47.          Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης κινδύνου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης για τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

48.           Ούτε επίσης τεκμηριώνεται, η υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου), καθώς ο Αιτητής δεν τεκμηριώνει, αλλά και από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.

49.          Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό και δεδομένου ότι ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε, ότι ενόψει των προσωπικών του περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32)] ότι αυτός διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του [βλ άρθρο 19(2)(α) και (β)].

50.          Επιπροσθέτως, δεδομένης της κατάστασης που επικρατεί στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή και στην ευρύτερη περιφέρεια που αυτός εμπίπτει, δέον να εξεταστούν τα επιμέρους συστατικά στοιχεία του άρθρου 19(2)(γ) και ειδικότερα, κατά πόσον συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο Αιτητής, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94 Elgafaji, σκέψη 43].

51.          Σημειώνεται συναφώς ότι «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε Αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δε βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής». Ως  «σοβαρή» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» ορίζεται δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) ως «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».

52.          Ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ, διευκρίνισε ότι της έννοιας της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως, η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I‑11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. (Βλ.  απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28).

53.          Ακολούθως ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν κατά την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε ότι λαμβάνονται υπόψη «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (Βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (Βλ. C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

54.          Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 and 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

55.          Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.» (απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».

56.          Αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη Βορειοδυτική περιφέρεια στην οποία βρίσκεται ο τόπος καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, διαπιστώνεται ότι στην εν λόγω περιοχή εξελίσσεται εσωτερική ένοπλη σύρραξη μεταξύ των δυνάμεων του εθνικού στρατού και αποσχιστικών ομάδων που δραστηριοποιούνται εκεί. Εξωτερικές πηγές περαιτέρω καταδεικνύουν ότι στην περιοχή αυτή εκδηλώνονται φαινόμενα αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια που επηρεάζει πρόσωπα ανεξαρτήτως των προσωπικών τους περιστάσεων (βλ. ανωτέρω Elgafaji, σκ. 34, ΔΕΕ· Diakité, απόφαση της 30.01.2014, C-285/12). Λαμβανομένων υπόψη των ποσοτικών και ποιοτικών χαρακτηριστικών της σύρραξης, όπως αναλύθηκαν ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προερχόμενη από αυτήν αδιάκριτη βία κυμαίνεται σε μέτριο προς υψηλό επίπεδο έντασης, χωρίς ωστόσο να ανέρχεται σε τέτοιο βαθμό ώστε, και μόνη η παρουσία ενός αμάχου στην περιοχή, να αρκεί για τη στοιχειοθέτηση πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του 19(2)(γ), ανεξαρτήτως των προσωπικών του περιστάσεων. Ως προς τις περιστάσεις του Αιτητή, επισημαίνεται ότι ο Αιτητής είναι άνδρας νεαρής ηλικίας, χωρίς προβλήματα υγείας, με ολοκληρωμένη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και γνώση αγγλικών και γαλλικών. Στη χώρα καταγωγής του διαθέτει ενεργό οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο, καθώς στην περιοχή Mbatu διαμένουν οι γονείς του και το τέκνο του αλλά και τα αδέρφια του, γεγονός που καταδεικνύει ότι διαθέτει ουσιαστικούς δεσμούς, δυνατότητες επανένταξης και ρεαλιστική προοπτική επιστροφής στη χώρα καταγωγής του. Επιπρόσθετα, ο Αιτητής είναι εξοικειωμένος με την περιοχή, άρα σε θέση να γνωρίζει και να αξιολογεί επαρκώς τους κινδύνους. Ως εκ τούτου, κρίνεται ότι ο Αιτητής ως άμαχος δεν διατρέχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, ένεκα του επιπέδου των ένοπλων συγκρούσεων που λαμβάνουν χώρα στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του.

57.          Ως προς δε την απόφαση επιστροφής του, από τα ενώπιόν μου στοιχεία, δεν προκύπτει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα συναφές με την αρχή της μη επαναπροώθησης και των προϋποθέσεων έκδοσης της απόφασης επιστροφής, πέραν των όσων ήδη εξετάστηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω (Βλ. απόφαση της της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C- 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51).

Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, με €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.

 

                                                                                                Κ. Κ. Κλεάνθους,  Δ.Δ.Δ.Δ.Π.    



[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition, EUAA  https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system, σ. 120-134 και επίσης UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status

[2] Cameroon News Agency, August 28, 2023 “Bamenda: Inhabitants of Mile 90 go 7 months without Electricity”, διαθέσιμο σε: https://cameroonnewsagency.com/bamenda-inhabitants-of-mile-90-go-7-months-without-electricity/

[3] The Guardian Post, 24 March, 2026 “Eneo, authorities intensify crackdown on electricity fraud”, διαθέσιμο σε https://theguardianpostcameroon.com/post/6848/en/homeeneo-authorities-intensify-crackdown-on-electricity-fraud?utm_source=chatgpt.com

[4] Actu Cameroon, “Electricity Fraud: 162 fake electricians arrested”, September 6, 2022, διαθέσιμο σε: https://actucameroun.com/2022/09/06/fraude-a-lelectricite-162-faux-electriciens-arretes/?utm_source=chatgpt.com#google_vignette

[5] ΑCAPS, Country analysis: Cameroon

 https://www.acaps.org/en/countries/cameroon# 

[6] Ό. π.

[7] Global Center with the Responsibility to Protect, Cameroon, November 2025

https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/

[8] Ό. π.

[9] Taylor and Fransis, Cameroon, the Commonwealth, and crisis: Commonwealth intervention in Cameroon's Anglophone conflict, June 2025

https://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/00358533.2025.2516706?src=#abstract

[10] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Northwest (Nord-Ouest – Bamenda/Mbatu) Region, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15.5.2026).

[11] City Population, Cameroon, North West (Nord-Ouest) Region

https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/?admid=6823

[12] USDOS - US Department of State: 2023 Report on International Religious Freedom: Cameroon, 26 June 2024

https://www.ecoi.net/en/document/2111838.html ;

USDOS -US Department of State: 2023 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, 23 April 2024

https://www.ecoi.net/en/document/2107637.html 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο