M.T. κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, Υπόθεση Αρ.: 1337/2020, 19/5/2026
print
Τίτλος:
M.T. κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, Υπόθεση Αρ.: 1337/2020, 19/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.:  1337/2020

19 Μαΐου, 2026

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

1.    M.T.,

2.    S.A.

3.    A.T. (ανήλικη), δια του πατέρα της, Αιτητή 1

4.    N.T. (ανήλικος), δια του πατέρα του, Αιτητή 1

5.    Y.T. (ανήλικος), δια του πατέρα του, Αιτητή 1

6.    A.T. (ανήλικη), δια του πατέρα της, Αιτητή 1

                                                       Αιτητές

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων

                                            Καθ' ων η Αίτηση

 

Δικηγόρος για Αιτητές: Νικ. Χαραλαμπίδου (κα) για Νικολέττα Χαραλαμπίδου Δ.Ε.Π.Ε.

Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Αθ. Αχιλλέως (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής αποτελεί η απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων (στο εξής αναφερόμενη ως η «ΑΑΠ») ημερ. 03.12.2020, με την οποία απορρίφθηκε η Ιεραρχική Προσφυγή του Αιτητή για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο το διοικητικού φακέλου, που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.»).

 

Οι Αιτητές είναι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες οι οποίοι μεγάλωσαν και ζούσαν στον  προσφυγικό καταυλισμό Ein El-Hilweh στο Λίβανο. Οι Αιτητές αρ. 1 και 2 είναι σύζυγοι και οι Αιτητές 3-6 είναι τα ανήλικα τέκνα τους. Ολόκληρη η οικογένεια, πλήν των Αιτητών 5-6 οι οποίοι γεννήθηκαν στην Κύπρο, είναι εγγεγραμμένη στην United Nations Relief and Works Agency (στο εξής αναφερόμενη ως «η UNRWA»). Οι Αιτητές 1-4 εισήλθαν στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές τον Σεπτέμβριο του 2015, ενώ οι Αιτητές 5-6 γεννήθηκαν στην Δημοκρατία. Ο Αιτητής 1 υπέβαλλε στις 16.09.2015 στην Υπηρεσία Ασύλου, αίτημα χορήγησης διεθνούς προστασίας για λογαριασμό του ιδίου και της οικογένειάς του. Στις 21.03.2016 πραγματοποιήθηκαν προσωπικές συνεντεύξεις των Αιτητών 1 και 2 από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Ακολούθως, στις 18.04.2016 ο Προϊστάμενος της υπηρεσίας Ασύλου, λαμβάνοντας υπόψη την από 21.03.2016 Έκθεση/Εισήγησή του αρμοδίου λειτουργού αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης. Η απόφαση με την αιτιολογία αυτής κοινοποιήθηκε νομότυπα στους Αιτητές στις 23.05.2016. Εναντίον της απόφασης αυτής, οι Αιτητές καταχώρισαν στις 01.06.2016 διοικητική προσφυγή  ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφυγών (στο εξής αναφερόμενη ως «Α.Α.Π.») η οποία με απόφαση της ημερ. 03.12.2020, η οποία κοινοποιήθηκε στους Αιτητές στις 11.12.2020, απέρριψε την προσφυγή αυτή επί της ουσίας της επικυρώνοντας την προσβαλλόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Στις 14.12.2020 οι Αιτητές προσέφυγαν κατά της απόφασης  της Α.Α.Π. ενώπιον του Δ.Δ.Δ.Π. Η τελευταία αυτή προσφυγή, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσης διαδικασίας.

 

 

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

 

Με την πολυσέλιδη και εμπεριστατωμένη αγόρευσή της αλλά και με τις θέσεις που ανέπτυξε προφορικά ενώπιόν του Δικαστηρίου, η συνήγορος των Αιτητών, υποστηρίζει ότι, ως ανιθαγενείς Παλαιστίνιοι πρόσφυγες εγγεγραμμένοι στην UNRWA και διαμένοντες στον καταυλισμό Ein El-Hilweh στον Λίβανο, εμπίπτουν στο ειδικό καθεστώς προστασίας του άρθρου 1Δ της Σύμβασης της Γενεύης και του αντίστοιχου άρθρου 5 του περί Προσφύγων Νόμου. Προβάλλουν ότι η προστασία ή συνδρομή που θα έπρεπε να απολαμβάνουν από την UNRWA είχε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, καταστεί στην πράξη ανεπαρκής και αναποτελεσματική, λόγω των συνθηκών γενικευμένης ανασφάλειας, της δράσης ένοπλων οργανώσεων, της απουσίας ουσιαστικού κρατικού ελέγχου και της αδυναμίας εξασφάλισης συνθηκών ασφαλούς και αξιοπρεπούς διαβίωσης εντός του καταυλισμού Ein El-Hilweh. Προς τούτο, επικαλούνται τόσο τις προσωπικές τους εμπειρίες όσο και εκτενή διεθνή τεκμηρίωση αναφορικά με την κατάσταση που επικρατεί στους παλαιστινιακούς καταυλισμούς του Λιβάνου.

 

Ειδικότερα, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής 1 υπέστη στοχοποίηση και παρενόχληση από μέλος του λιβανέζικου στρατού, γεγονός που, κατά τους ισχυρισμούς τους, οδήγησε σε σύλληψη, κράτηση, παραπομπή ενώπιον στρατιωτικού δικαστηρίου και επιβολή ποινής φυλάκισης. Παράλληλα, προβάλλουν ότι τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένειά του αντιμετώπισαν πιέσεις και απειλές από ένοπλες οργανώσεις που δραστηριοποιούνται εντός του καταυλισμού, περιλαμβανομένων προσπαθειών στρατολόγησής του. Υποστηρίζουν δε ότι οι συνθήκες αυτές δημιούργησαν καθεστώς διαρκούς ανασφάλειας για τους ίδιους και τα ανήλικα τέκνα τους, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς τους, εκτέθηκαν σε περιστατικά βίας και σοβαρής ψυχολογικής επιβάρυνσης.

 

Περαιτέρω, οι Αιτητές υποστηρίζουν ότι η Διοίκηση και η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων προσέγγισαν την υπόθεσή τους επί εσφαλμένης νομικής βάσης, εξετάζοντας την αίτησή τους υπό το πρίσμα του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης και της ύπαρξης δικαιολογημένου φόβου δίωξης, αντί να επικεντρωθούν στο ουσιώδες ζήτημα κατά πόσον η προστασία ή συνδρομή της UNRWA είχε παύσει ή καταστεί αναποτελεσματική για λόγους ανεξάρτητους της βούλησής τους. Υποστηρίζουν ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως την απόφαση El Kott, σε περίπτωση διαπίστωσης τέτοιας παύσης, τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο άρθρο 1Δ δικαιούνται αυτοδικαίως τα ευεργετήματα της Σύμβασης, χωρίς να απαιτείται απόδειξη «κλασικού» φόβου δίωξης.

 

Προς ενίσχυση των θέσεών τους, οι Αιτητές προσκόμισαν ενώπιον του Δικαστηρίου σειρά εγγράφων και τεκμηρίων, περιλαμβανομένων εγγράφων του PLO αναφορικά με απειλές εις βάρος του Αιτητή 1, εγγράφων του στρατιωτικού δικαστηρίου που σχετίζονται με την καταδίκη του, ιατρικής βεβαίωσης αναφορικά με την ψυχολογική κατάσταση ανήλικου τέκνου της οικογένειας, καθώς και διεθνών εκθέσεων και ανακοινώσεων αναφορικά με τις συνθήκες ασφαλείας στον Λίβανο και στους παλαιστινιακούς καταυλισμούς (βλ. Τεκμήρια 1-9 της ένορκης δήλωσης ημερ. 07.09.2022). Υποστηρίζουν ότι τα εν λόγω στοιχεία πρέπει να αξιολογηθούν συνολικά και υπό το πρίσμα της πλήρους και ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου.

 

Από την άλλη πλευρά, οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι νόμιμη, δεόντως αιτιολογημένη και εκδόθηκε κατόπιν πλήρους και επαρκούς έρευνας. Προβάλλουν ότι οι Αιτητές, ως Παλαιστίνιοι εγγεγραμμένοι στην UNRWA, εξακολουθούσαν να εμπίπτουν στο πεδίο προστασίας και συνδρομής της και ότι δεν αποδείχθηκε παύση της προστασίας αυτής κατά την έννοια του άρθρου 1Δ της Σύμβασης της Γενεύης. Υποστηρίζουν περαιτέρω ότι οι Αιτητές εγκατέλειψαν τον Λίβανο κυρίως λόγω γενικών δυσχερειών διαβίωσης και αναζήτησης καλύτερων συνθηκών ζωής και όχι λόγω κατάστασης που να καθιστά αδύνατη ή μη εύλογη τη συνέχιση της παραμονής τους εντός της ζώνης επιχειρήσεων της UNRWA.

 

Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση αμφισβητούν την αξιοπιστία της μεταγενέστερης μαρτυρίας και των εγγράφων που προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, επισημαίνοντας ότι αυτά δεν είχαν προσκομιστεί κατά το πρωτοβάθμιο στάδιο της διαδικασίας, ότι ορισμένα εξ αυτών δεν φέρουν ημερομηνία ή επαρκή εχέγγυα γνησιότητας και ότι στηρίζονται κυρίως σε ισχυρισμούς του ίδιου του Αιτητή. Υποστηρίζουν επίσης ότι τα σχετικά έγγραφα, ακόμη και αν ληφθούν υπόψη, δεν τεκμηριώνουν εξατομικευμένο και πραγματικό κίνδυνο διεθνούς προστασίας, αλλά αφορούν είτε γενικές συνθήκες ανασφάλειας είτε ζητήματα κοινού ποινικού δικαίου.

Τέλος, οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι, ακόμη και υπό το πρίσμα της σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν αποδείχθηκε ότι οι Αιτητές αδυνατούν σήμερα να επανενταχθούν στη ζώνη επιχειρήσεων της UNRWA ή να επωφεληθούν εκ νέου ουσιαστικής και αποτελεσματικής προστασίας ή συνδρομής από αυτήν. Ως εκ τούτου, ζητούν την απόρριψη της προσφυγής και την επικύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ

ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ

 

Οι λόγοι που προβλήθηκαν από τον Αιτητή κατά τα διάφορα στάδια της διαδικασίας, ως προς το αίτημα του για παροχή διεθνούς προστασίας

 

Κρίσιμη κρίνεται καταρχάς η παράθεση των λόγων που ο Αιτητής προέβαλε κατά τη διάφορα στάδια της διαδικασίας, ούτως ώστε να μπορέσει στη συνέχεια να εξεταστεί ο πυρήνας του αιτήματός των Αιτητών για παροχή διεθνούς προστασίας υπό το φως της εφαρμοστέας νομοθεσίας αλλά και της νομολογίας που ερμηνεύει αυτήν.

 

Κατά την υποβολή της αίτησης του:

 

Με την υποβληθείσα αίτησή του ο Αιτητής 1 ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε το Λίβανο εξαιτίας των άσχημων συνθηκών διαβίωσης καθώς και της διακριτικής μεταχείρισης που βίωνε λόγω της παλαιστινιακής καταγωγής του. Ειδικότερα, δήλωσε ότι είναι αναγνωρισμένος πρόσφυγας στο Λίβανο. Τόσο στο Camp Ein El Helwi, όσο και σε ολόκληρη την επικράτεια του Λιβάνου δεν απολαμβάνει δικαιωμάτων, ενώ περιέγραψε ότι οι συνθήκες στο camp είναι υποβαθμισμένες και επικρατούν διαρκείς συγκρούσεις, εξεγέρσεις, εμπόριο όπλων και ναρκωτικών.

 

Κατά τη συνέντευξη:

 

Κατά την συνέντευξη του, ο Αιτητής 1 δήλωσε παλαιστίνιος αναγνωρισμένος πρόσφυγας, γεννημένος στο camp Ein al-Hilweh στον Λίβανο, που αποτελεί και το συνήθη τόπο διαμονής του, και κάτοχος κάρτας UNRWA. Μουσουλμάνος σουνίτης, με χαμηλό εκπαιδευτικό υπόβαθρο. Έγγαμος με την Αιτήτρια 1, η οποία τύγχανε εγκυμονούσα, με δύο παιδιά. Η πατρική του οικογένεια αποτελείται από τους γονείς του και 7 αδέρφια, όλοι τους διαμένοντες στον στον καταυλισμό Ein El Hilweh στον Λίβανο, πλην μια αδερφής που βρίσκεται στην Γερμανία. Ο ίδιος ζούσε στον καταυλισμό και εργαζόταν ως φούρναρης, αρχικά ως υπάλληλος και στη συνέχεια ανοίγοντας δικό του φούρνο.

 

Αναχώρησε από τον Λίβανο στις 03.06.2015, εισήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 06.09.2015 παράτυπα και υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας στις 22.09.2015.

 

Σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να εγκαταλείψει τον Λίβανο το 2015, ο Αιτητής αναφέρθηκε στη στοχοποίησή του από τις αρχές, τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης, καθώς και στην αναζήτηση ενός καλύτερου περιβάλλοντος για την οικογένειά του.

 

Όσον αφορά τη στοχοποίησή του, δήλωσε ότι περί τα τέλη του 2014 ήρθε σε διαπληκτισμό με στρατιώτη, ο οποίος έπαιρνε προϊόντα από το φούρνο του χωρίς να πληρώσει το αντίτιμο. Όταν του ζήτησε τα χρήματα, ο στρατιώτης τον κατηγόρησε για προσβολή και του επιτέθηκε και ο Αιτητής κρατήθηκε για 1 ημέρα από τις αρχές. Όταν και λόγω της συνέχισης της ίδια πρακτικής από τον στρατιώτη, απευθύνθηκε στις αρχές, συνελήφθη για δέκα ημέρες. Παράλληλα, ανέφερε ότι κάθε φορά που επιχειρούσε να εξέλθει του καταυλισμού, τον καθυστερούσαν σκόπιμα στον έλεγχο. Η παρενόχληση αυτή διήρκεσε για 10 περίπου μήνες, μέχρι να κλείσει το μαγαζί του.

Επιπλέον, αναφέρθηκε στην εγκληματικότητα που επικρατούσε, αναφέροντες τις διαμάχες μεταξύ οργανώσεων όπως η Fatah και ISIS, με τους ίδιους να είναι μάρτυρες περιστατικών που τους επηρέασαν ψυχολογικά. Τέλος, ανέφερε πως την προσπάθεια διαφόρων οργανώσεων για να στρατολογηθεί μαζί τους, με τον ίδιο να το αποφεύγει.

 

Σε ερώτηση σχετικά με τον κίνδυνο επιστροφής, δήλωσε ότι ο ίδιος αν επέστρεφε ίσως επιβίωνε, όμως δεν ισχύει το ίδιο για την οικογένειά του.

 

Από τη μεριά της η Αιτήτρια 1 δήλωσε επίσης παλαιστίνια αναγνωρισμένη πρόσφυγας, γεννημένη στο camp Ein al-Hilweh στον Λίβανο και κάτοχος κάρτας UNRWA. Σουνίτισσα μουσουλμάνα, χωρίς εκπαιδευτικό υπόβαθρο. Η πατρική της οικογένεια, αναγνωρισμένοι πρόσφυγες, διαβιούσαν στον καταυλισμό Ein El Hilweh, αλλά αποχώρησαν λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν. Σε σχέση με το τελευταίο ανέφερε ότι αν κάποιος δεν είναι μέλος κάποιας οργάνωσης δεν λαμβάνει προστασία. Επιπλέον, αναφέρθηκε και στα περιστατικά που αντιμετώπισε ο σύζυγός της λόγω του διαπληκτισμού με τον στρατιώτη, μεταξύ των οποίων και η κράτηση του για 10 ημέρες.

 

Σχετικά με τους λόγους που εγκατέλειψαν την χώρα, επικαλέστηκε τον κίνδυνο που αντιμετώπιζε ο σύζυγός της, Αιτητής 1, από τις οργανώσεις, αναφέροντας πως σε περίπτωση που στρατολογούνταν μαζί τους, το ίδιο θα γινόταν και με το τέκνο της. Επίσης αναφέρθηκε στην αναζήτηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης για την ίδια και την οικογένειά της.

 

Τέλος, σχετικά με τον φόβο επιστροφής τους, αναφέρθηκε εκ νέου στον κίνδυνο που θα αντιμετωπίσουν ο σύζυγός της και τα τέκνα της από τις οργανώσεις.

 

Κατά την απόφαση πρώτου βαθμού:

 

Στην Εισηγητική του Έκθεση ο αρμόδιος λειτουργός σημείωσε ότι οι ισχυρισμοί των Αιτητών σχετικά με την εγκατάλειψη της χώρα συνήθους διαμονής τους, αφορούσαν τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης εντός του καταυλισμού, την αναζήτηση καλύτερων συνθηκών για τα τέκνα τους και τον κίνδυνο που αντιμετώπιζε ο Αιτητής από οργανώσεις εντός του καταυλισμού.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση των ισχυρισμών που αφορούσαν τη παρενόχλησή τους από στρατιώτες, λαμβάνοντας υπόψη τις δηλώσεις των Αιτητών ότι παρόμοια περιστατικά συμβαίνουν σε όλους τους Παλαιστίνιους και ότι κατά την έξοδό τους από τον καταυλισμό, απλώς καθυστερούσαν στα σημείου ελέγχου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν αποτελεί προσωπική δίωξη και ότι οι πραγματικοί λόγοι φυγή τους είναι οικονομικού περιεχομένου.

 

Ακολούθως, κατά την νομική αξιολόγηση, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης των Αιτητών σε περίπτωση επιστροφής τους στην χώρα συνήθους διαμονής τους στο πλαίσιο του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, καθώς συνιστούν οικονομικούς μετανάστες. Περαιτέρω, εξετάζοντας την εφαρμογή του αρ. 1Δ της Σύμβασης της Γενεύης, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι Αιτητές τυγχάνουν ανιθαγενείς Παλαιστίνιοι του Λιβάνου, εγγεγραμμένοι  στον οργανισμό UNRWA, οι οποίοι τον εγκατέλειψαν λόγω δικής τους υπαιτιότητας και όχι λόγω παύσης της προστασίας που παρέχει, χωρίς συνεπώς να τεκμηριώνεται πραγματικός κίνδυνος για τους Αιτητές.

 

Κατά τη διαδικασία ενώπιον της Α.Α.Π.

 

Οι Αιτητές προσέφυγαν ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων προβάλλοντας ότι η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου εκδόθηκε κατόπιν εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 1Δ της Σύμβασης της Γενεύης. Υποστήριξαν ότι, ως Παλαιστίνιοι καταγεγραμμένοι στην UNRWA και διαμένοντες στον καταυλισμό Ein El-Hilweh, δεν απολάμβαναν αποτελεσματικής προστασίας ή συνδρομής, λόγω των συνθηκών ανασφάλειας, της δράσης ένοπλων οργανώσεων και της απουσίας ουσιαστικού κρατικού ελέγχου. Περαιτέρω, προέβαλαν ότι οι προσωπικοί τους ισχυρισμοί περί απειλών, πιέσεων και περιστατικών βίας δεν αξιολογήθηκαν ορθά από τη Διοίκηση.

 

Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η αίτηση υποστήριξαν ότι οι Αιτητές εξακολουθούσαν να εμπίπτουν στο πεδίο προστασίας και συνδρομής της UNRWA και ότι δεν αποδείχθηκε παύση της προστασίας αυτής κατά την έννοια του άρθρου 1Δ της Σύμβασης της Γενεύης. Περαιτέρω, έκριναν ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν τεκμηρίωναν εξατομικευμένο και πραγματικό κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής και ότι τα γενικά προβλήματα ασφάλειας στον καταυλισμό δεν αρκούσαν αφ’ εαυτών για θεμελίωση διεθνούς προστασίας.

 

Με την απόφασή της, η ΑΑΠ απέρριψε την προσφυγή και επικύρωσε την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου. Η Αρχή αναφέρθηκε στο εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο του άρθρου 1Δ της Σύμβασης της Γενεύης και στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πλην όμως κατέληξε ότι δεν τεκμηριώθηκε ότι οι Αιτητές εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το πεδίο δράσης της UNRWA λόγω παύσης της προστασίας ή συνδρομής της, ούτε ότι οι συνθήκες που επικαλούνταν θεμελίωναν κίνδυνο ικανό να ανατρέψει την κρίση της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

ΕΛΕΓΧΟΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΒΑΛΛΟΜΕΝΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

ΥΠΟ ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ

 

Καταρχάς, σε σχέση με την προδικαστική ένσταση που προώθησαν οι Καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με το αιτητικό (Β) της προσφυγής, ήτοι τον προβαλλόμενο κίνδυνο επαναπροώθησης, με το επιχείρημα ότι δεν υφίσταται εκτελεστή πράξη απομάκρυνσης και ότι, ως εκ τούτου, το σχετικό αίτημα είναι απαράδεκτο και εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, παρατηρώ ότι το εν λόγω αιτητικό, ως προκύπτει από το δικόγραφο της προσφυγής, προβάλλεται επικουρικώς και διαζευκτικώς προς την κύρια θεραπεία που επιδιώκεται με το αιτητικό (Α). Υπό τις περιστάσεις, δεν κρίνω αναγκαία την εξέταση της εν λόγω προδικαστικής ένστασης στο παρόν στάδιο, καθότι αυτή θα καταστεί αντικείμενο εξέτασης μόνο σε περίπτωση απόρριψης του κύριου αιτήματος των Αιτητών, ως τούτο προωθείται μέσω του αιτητικού (Α).

 

Έχω εξετάσει με δέουσα προσοχή όλα τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν κατά την ενώπιόν μου διαδικασία και επί τη βάση αυτών, κρίνεται πρωτίστως αναγκαίο να εξεταστεί το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου όφειλε να εξεταστεί η αίτηση που υπέβαλε ο Αιτητής 1.

 

Επισημαίνεται εν πρώτοις, ότι οι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες αποτελούν μία ιδιαίτερη κατηγορία αιτητών, οι οποίοι χρήζουν διαφορετικής αντιμετώπισης από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951, ως εντασσόμενοι σε ειδικό καθεστώς προστασίας. Ως καταγράφεται και στη σελ. 91 του Εγχειριδίου σχετικά με την ευρωπαϊκή νομοθεσία σε θέματα ασύλου, συνόρων και μετανάστευσης, 2014:

 

«Για τους Παλαιστίνιους πρόσφυγες υφίσταται ειδικό καθεστώς προστασίας. Η Υπηρεσία Αρωγής και Έργων του ΟΗΕ για τους Παλαιστίνιους Πρόσφυγες στην Εγγύς Ανατολή (UNRWA) έχει θεσπιστεί ώστε να τους παρέχει προστασία και αρωγή».

 

Η UNRWA είναι λοιπόν οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών που συστάθηκε για την προστασία και παροχή συνδρομής στους Παλαιστίνιους υπό την ιδιότητά τους ως «Παλαιστινίων προσφύγων». Η εντολή της, η οποία παρατάθηκε έως τις 30 Ιουνίου 2026[1], εκτείνεται στη ζώνη επιχειρήσεών της, η οποία περιλαμβάνει πέντε περιοχές δράσης, ήτοι τη Λωρίδα της Γάζας, τη Δυτική Όχθη (συμπεριλαμβανομένης της Ανατολικής Ιερουσαλήμ), την Ιορδανία, το Λίβανο και τη Συρία. Επομένως, οποιοδήποτε πρόσωπο, το οποίο είναι εγγεγραμμένο στην UNRWA δικαιούται προστασία και συνδρομή από τον οργανισμό αυτόν προκειμένου να διατηρεί ως πρόσφυγας ένα επίπεδο καλής διαβίωσης[2].

 

Λόγω αυτού του ειδικού προσφυγικού καθεστώτος που ισχύει στις εν λόγω περιοχές της Εγγύς Ανατολής για τους Παλαιστίνιους, τα πρόσωπα που έχουν εγγραφεί στην UNRWA αποκλείονται κατ’ αρχήν, βάσει του άρθρου 12 παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρώτη περίοδος, της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[3], που αντιστοιχεί στο άρθρο 1(Δ), πρώτο εδάφιο, της Σύμβασης της Γενεύης, από το καθεστώς του πρόσφυγα στην Ένωση[4].

 

Το άρθρο 1(Δ) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, προβλέπει ότι τα πρόσωπα που βρίσκονται επί του παρόντος υπό την προστασία και συνδρομή οργάνων των Ηνωμένων Εθνών εκτός της Ύπατης Αρμοστείας, δεν υπάγονται στο προστατευτικό πλαίσιο της Σύμβασης αυτής και συνεπώς δεν επωφελούνται των διατάξεων της. Πρόκειται στην ουσία για ρήτρα αποκλεισμού, η οποία εισήχθη προκειμένου να αποφευχθεί η αλληλοεπικάλυψη αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ύπατης Αρμοστείας και άλλων οργανισμών των Ηνωμένων Εθνών συμπεριλαμβανομένου του Οργανισμού UNRWA[5]. Ωστόσο και προκειμένου να διασφαλιστεί η συνεχής προστασία και βοήθεια προς τους Παλαιστίνιους Πρόσφυγες, η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 1(Δ) καθορίζει πως όταν η προστασία αυτή παύσει για οποιονδήποτε λόγο, χωρίς να έχει διευθετηθεί οριστικά η κατάσταση των προσώπων αυτών σύμφωνα με τα οικεία ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών τα πρόσωπα αυτά θα δικαιούνται αυτοδικαίως τα ευεργετήματα της Σύμβασης. Το άρθρο 1(Δ) αποτυπώνεται στο άρθρο 12(1)(α) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[6], όπως εξάλλου έχει μεταφερθεί στην εθνική μας νομοθεσία διά του άρθρου 5(1) του περί Προσφύγων Νόμου και το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα (-έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου)

 

«5.-(1) Αιτητής αποκλείεται από το καθεστώς του πρόσφυγα-

(α) σε περίπτωση που τυγχάνει ήδη διεθνούς προστασίας ή συνδρομής από όργανα ή οργανισμούς ή γραφεία των Ηνωμένων Εθνών άλλα από την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες· εάν η εν λόγω προστασία ή συνδρομή έχει παύσει για οποιοδήποτε λόγο, χωρίς να έχει διευθετηθεί οριστικά η κατάσταση τέτοιου προσώπου σύμφωνα με τα οικεία ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, τέτοιο πρόσωπο δικαιούται αυτοδικαίως τα ευεργετήματα του παρόντος Νόμου».

 

Λόγω του ότι, ως προαναφέρθηκε, το άρθρο 5 της εθνικής  μας νομοθεσίας, μεταφέρει αυτούσιο το άρθρο 12 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (στο εξής αναφερόμενη ως «η Οδηγία»), κρίνεται σκόπιμη η αναφορά στο άρθρο αυτό (αρ. 12 της Οδηγίας)  και στην ερμηνεία που τούτο έλαβε μέσα από τη νομολογία του ΔΕΕ.

 

Ως λοιπόν έχει καθοριστεί από τη νομολογία του ΔΕΕ, το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, δεύτερη περίοδος, της Οδηγίας, εφαρμόζεται όταν αποδεικνύεται, βάσει εξατομικευμένης εκτίμησης όλων των συναφών στοιχείων, ότι πρόκειται για ανιθαγενή παλαιστινιακής καταγωγής ευρισκόμενο σε προσωπική κατάσταση σοβαρής ανασφάλειας και ότι η UNRWA, της οποίας τη συνδρομή έχει ζητήσει το εν λόγω πρόσωπο, αδυνατεί να του διασφαλίσει, εντός της ζώνης επιχειρήσεών της, συνθήκες διαβίωσης οι οποίες συνάδουν προς την αποστολή της, πράγμα που αναγκάζει τον εν λόγω ανιθαγενή, για λόγους ανεξάρτητους από τη βούλησή του, να εγκαταλείψει τη ζώνη επιχειρήσεων της UNRWA. Στην περίπτωση αυτή, αν δεν συντρέχει κάποιος άλλος λόγος αποκλεισμού από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, ο εν λόγω ανιθαγενής δικαιούται αυτοδικαίως τα ευεργετήματα του Νόμου αυτού, χωρίς να απαιτείται κατ’ ανάγκη να αποδείξει εύλογο φόβο δίωξης, υπό την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο δʹ της Οδηγίας[7].

Ως προς το σημείο αυτό πρέπει, ωστόσο, να διευκρινισθεί ότι το γεγονός ότι ορισμένο πρόσωπο δικαιούται αυτοδικαίως των ευεργετημάτων της εν λόγω οδηγίας κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, δεν συνεπάγεται ανεπιφύλακτο δικαίωμα να του χορηγηθεί το καθεστώς του πρόσφυγα. Συνεπώς, μολονότι, βεβαίως, το πρόσωπο που δικαιούται αυτοδικαίως τα δικαιώματα της Οδηγίας, δεν υποχρεούται κατ’ ανάγκην να αποδείξει φόβο διώξεως κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο γʹ του νόμου αυτού, πρέπει, εντούτοις, να υποβάλει, όπως έπραξε ο εδώ Αιτητής, αίτηση χορηγήσεως του καθεστώτος πρόσφυγα η οποία πρέπει να εξεταστεί από τις αρμόδιες αρχές του υπεύθυνου κράτους μέλους[8].

 

Υπό τις συνθήκες αυτές, η εν λόγω αξιολόγηση πρέπει να στηρίζεται σε εξατομικευμένη εκτίμηση όλων των συναφών στοιχείων ή παραγόντων της επίμαχης κατάστασης, ως αυτή έχει κατά τον χρόνο της αναχώρησης του οικείου αιτητή από τη ζώνη επιχειρήσεων της UNRWA[9], λαμβανομένων, επίσης, υπόψη των περιστάσεων ως αυτές έχουν κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο οι αρμόδιες διοικητικές αρχές εκδίδουν την απόφασή τους επί της αιτήσεως του ενδιαφερομένου για τη χορήγηση του καθεστώτος του πρόσφυγα ή οι αρμόδιες δικαστικές αρχές αποφαίνονται επί προσφυγής κατά αποφάσεως περί αρνήσεως χορηγήσεως του εν λόγω καθεστώτος. Ειδικότερα, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος είναι σε θέση να επιστρέψει στη ζώνη επιχειρήσεων της UNRWA, καθόσον έχουν παύσει να υφίστανται οι συνθήκες που οδήγησαν στην αναγνώρισή του ως πρόσφυγα[10].

 

Η ανάγκη διενέργειας μιας τέτοιας αξιολόγησης συνάδει με την όλη οικονομία του συστήματος που καθιερώνει η Οδηγία 2011/95/ΕΕ. Συναφώς, από το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της εν λόγω Οδηγίας αλλά και από το άρθρο 5, παράγραφος 1 αυτής, προκύπτει ότι για την έκδοση αποφάσεως επί αιτήσεως διεθνούς προστασίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλα τα συναφή στοιχεία που σχετίζονται με τη χώρα καταγωγής «κατά τον χρόνο λήψης απόφασης σχετικά με την αίτηση» καθώς και, κατά περίπτωση, γεγονότα τα οποία επήλθαν μετά την αναχώρηση του αιτούντος από τη χώρα καταγωγής του.

 

Πέραν των ως άνω, έχει επισημανθεί από το ΔΕΕ στην υπόθεση C-349/20 NB και AB κατά Secretary of State for the Home Department, απόφαση ημερ. 03.03.2022, ακόμη και αν ένα πρόσωπο υποχρεώθηκε, στο παρελθόν, να εγκαταλείψει τη ζώνη επιχειρήσεων ως ευρισκόμενο σε προσωπική κατάσταση σοβαρής ανασφάλειας, εντούτοις, τίποτα δεν θα δικαιολογούσε να του αναγνωριστεί αυτοδικαίως το καθεστώς πρόσφυγα δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, δεύτερο εδάφιο της Οδηγίας 2004/83[11] (νυν άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, δεύτερο εδάφιο της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ), αν η κατάσταση στη ζώνη επιχειρήσεων βελτιώθηκε σημαντικά στο μεταξύ, με αποτέλεσμα το εν λόγω πρόσωπο να μην ευρίσκεται πλέον σε προσωπική κατάσταση σοβαρής ανασφάλειας και να είναι εκ νέου δυνατόν στην UNRWA να του διασφαλίσει συνθήκες διαβίωσης οι οποίες συνάδουν προς την αποστολή της. Κατά συνέπεια, οι αρχές και τα δικαστήρια που καλούνται να αποφανθούν επί της δυνατότητας αυτοδίκαιης υπαγωγής στο καθεστώς πρόσφυγα οφείλουν, επίσης, να εξακριβώσουν αν είναι δυνατή επί του παρόντος η επιστροφή στη ζώνη επιχειρήσεων της UNRWA. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο αιτών θα πρέπει να αποκλειστεί από το καθεστώς πρόσφυγα, σύμφωνα με τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου[12].  Συμπερασματικά λοιπόν απαιτείται εξατομικευμένη εκτίμηση όλων των συναφών στοιχείων, προκειμένου να εξακριβωθεί:

 

(α) όχι μόνο αν η αναχώρηση, από τη ζώνη επιχειρήσεων της UNRWA, προσώπων τα οποία έχουν ζητήσει να υπαχθούν στο καθεστώς πρόσφυγα δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, δεύτερη περίοδος, της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ ενδέχεται να δικαιολογείται, σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ[13], από λόγους που εκφεύγουν του ελέγχου τους και είναι ανεξάρτητοι από τη βούλησή τους, οι οποίοι, ως εκ τούτου, εμπόδισαν τα εν λόγω πρόσωπα να τύχουν της προστασίας ή συνδρομής της UNRWA,

 

(β) αλλά και αν, επί του παρόντος, δεν δύνανται να τύχουν της εν λόγω προστασίας ή συνδρομής λόγω της προβαλλόμενης επιδείνωσης της κατάστασης στην οικεία ζώνη επιχειρήσεων για λόγους που εκφεύγουν του ελέγχου τους και είναι ανεξάρτητοι από τη βούλησή τους.

 

Τις προϋποθέσεις αυτές καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει.

 

Η κατ’ ισχυρισμόν νομική πλάνη των Καθ’ ων η αίτηση

 

Είναι η θέση της κας Χαραλαμπίδου ότι οι Αιτητές είναι Παλαιστίνιοι ανιθαγενείς, οι οποίοι εμπίπτουν στο Άρθρο 1 Δ της Σύμβασης της Γενεύης και συνεπώς η εξέταση της αίτησης ασύλου από την Υπηρεσία Ασύλου δεν έπρεπε να είχε εξεταστεί βάσει του άρθρου 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης όπως ουσιαστικά έπραξαν οι Καθ΄ων η Αίτηση αλλά βάσει του άρθρου 1 Δ της Σύμβασης της Γενεύης και του αντίστοιχου άρθρου του περί Προσφύγων Νόμου (βλ. παράγραφο 48 και 63 της γραπτής τους αγόρευσης) .

 

Ως προκύπτει συνεπώς εκ των όσων έχουν ανωτέρω αναλυθεί, το αρμόδιο όργανο οφείλει να εξετάσει εάν πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι είναι Παλαιστίνιος πρόσφυγας, κρίνεται ως τέτοιος βάση συγκεκριμένων στοιχείων που καθορίζονται, από την σχετική επί του θέματος νομολογία του ΔΕΕ. Έχοντας τους διοικητικούς φακέλους της υπόθεσης ενώπιόν μου, διαπιστώνω ότι οι Αιτητές 1-4 είναι πράγματι κάτοχοι της κάρτας UNRWA, γεγονός το οποίο αποτελεί καταρχήν απόδειξη ότι λάμβαναν βοήθεια από τον εν λόγω οργανισμό και ότι υπάγονται στην πρώτη περίοδο του άρθρου 12(α) της Οδηγίας [αντίστοιχο άρθρο 5(1)(α) του περί Προσφύγων Νόμου]. Τα δε ανήλικα τέκνα τους, Αιτητές 5 και 6, γεννήθηκαν στη Δημοκρατία. Σημειώνεται συναφώς ότι ως έχει ήδη κριθεί από το ΔΕΕ στην υπόθεση Bolbol[14] «η εγγραφή στην UNRWA συνιστά επαρκή απόδειξη της πραγματικής συνδρομής εκ μέρους της UNRWA». Εν πάση περιπτώσει, εν προκειμένω δεν αμφισβητείται η ιδιότητα αυτή των Αιτητών 1-4 ως Παλαιστίνιων πρόσφυγων, η οποία αναγνωρίστηκε τόσο από την Υπηρεσία Ασύλου όσο και από την ΑΑΠ (βλ. ερ. 66 του δ.φ.). Αυτό που έπεται συνεπώς να εξεταστεί, είναι εάν οι Αιτητές αποκλείονται από το καθεστώς πρόσφυγα ή εάν πληρούν τις προϋποθέσεις της Σύμβασης και απολαμβάνουν των ευεργετημάτων της.  Το άρθρο 1Δ της Σύμβασης της Γενεύης τους 1951 στοχεύει στη διασφάλιση της προστασίας των προσώπων αυτών, τα οποία έχουν ήδη αναγνωριστεί ως πρόσφυγες.

 

Προκύπτει από τη νομολογία του ΔΕΕ πως οι Παλαιστίνιοι Πρόσφυγες επωφελούνται από την προστασία της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 όταν παύσει με οποιοδήποτε τρόπο η προστασία της UNRWA.

 

Οι κατευθυντήριες γραμμές αναφορικά με την εφαρμογή του άρθρου 1(Δ) της Οδηγίας διατυπώνονται στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στην υπόθεση C-364/2011, Mostafa Abed El Karem El Kott κ.ά. κατά Bevándorlási es Állampolgársági Hivatal, ημερ. 19.12.2012, (στο εξής αναφερόμενη ως «El Kott»). Συγκεκριμένα:

 

-         Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να προβαίνουν σε χωριστή εκτίμηση όλων των κρίσιμων στοιχείων, ούτως ώστε να διαπιστώνουν αν, ένα πρόσωπο δεν είχε, πράγματι, πλέον τη δυνατότητα να τυγχάνει της συνδρομής η οποία του παρεχόταν πριν εγκαταλείψει τη ζώνη επιχειρήσεων του UNRWA, για λόγους που εκφεύγουν του ελέγχου του και είναι ανεξάρτητοι της βουλήσεώς του (βλ. σκέψη 64, El Kott)

 

-           στην παύση της προστασίας ή συνδρομής εκ μέρους άλλου, πλην της HCR, οργάνου ή οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών «για οποιοδήποτε λόγο» περιλαμβάνεται επίσης η περίπτωση προσώπου ως προς το οποίο η ως άνω προστασία ή συνδρομή, της οποίας αυτό έχει όντως κάνει χρήση, παύει για λόγο που εκφεύγει του ελέγχου του και είναι ανεξάρτητος της βουλήσεώς του. Εναπόκειται στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της υποβληθείσας από το πρόσωπο αυτό αιτήσεως παροχής ασύλου να εξακριβώσουν, βάσει εξατομικευμένης αξιολογήσεως της αιτήσεως, αν το πρόσωπο αυτό εξαναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη ζώνη επιχειρήσεων του ως άνω οργάνου ή οργανισμού, πράγμα το οποίο συμβαίνει στην περίπτωση που το ως άνω πρόσωπο βρισκόταν σε προσωπική κατάσταση σοβαρής ανασφάλειας και το οικείο όργανο ή οργανισμός αδυνατούσε να του διασφαλίσει, εντός της ζώνης αυτής, συνθήκες διαβιώσεως οι οποίες συνάδουν προς την αποστολή του εν λόγω οργάνου ή οργανισμού (βλ. σκέψη 65, El Kott)

 

-               H φράση «θα δικαιούνται αυτοδικαίως τα ευεργετήματα της [ως άνω] οδηγίας» πρέπει να τύχει σύμφωνης ερμηνείας προς το άρθρο 1, Δ, δεύτερο εδάφιο, της συμβάσεως της Γενεύης, δηλαδή να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι καθιστά δυνατό να εφαρμόζονται «αυτομάτως» ως προς τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα οι ρυθμίσεις της συμβάσεως αυτής και αυτά να τυγχάνουν των προβλεπόμενων σε αυτή «ευεργετημάτων». (βλ. σκέψη 71, El Kott)

 

Προκύπτει λοιπόν αναμφίβολα από τις ως άνω παρατιθέμενες καθοδηγητικές γραμμές και νομολογία του ΔΕΕ, πως οι αρμόδιες αρχές του υπεύθυνου κράτους μέλους όταν έχουν να αντιμετωπίσουν Παλαιστίνιους πρόσφυγες οφείλουν να προβαίνουν σε εξατομικευμένη αξιολόγηση των στοιχείων που έχουν ενώπιόν τους στη βάση του άρθρου 12 της Οδηγίας (αντίστοιχο άρθρο 5 του περί Προσφύγων Νόμου) χωρίς να εφαρμόζονται τα κριτήρια του άρθρου 1Α περί δικαιολογημένου φόβου δίωξης. 

 

Αυτό που εν προκειμένω παρατηρείται είναι ότι τόσο η Υπηρεσία Ασύλου όσο και η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων προσέγγισαν πεπλανημένα και επί εσφαλμένης νομικής βάσης την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας των Αιτητών. Ειδικότερα, οι αρμόδιες αρχές εξέτασαν την αίτηση υπό το πρίσμα της συνήθους διαδικασίας αναγνώρισης καθεστώτος πρόσφυγα δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, επικεντρώνοντας την ανάλυσή τους στη στοιχειοθέτηση δικαιολογημένου φόβου δίωξης για έναν εκ των λόγων της Σύμβασης της Γενεύης. Με τον τρόπο αυτό αναζήτησαν την ύπαρξη υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων φόβου δίωξης, όπως θα έπρατταν σε μία κοινή αίτηση ασύλου, παραγνωρίζοντας το ειδικό νομικό καθεστώς που διέπει τους Παλαιστίνιους πρόσφυγες που είναι εγγεγραμμένοι στην UNRWA.

 

Η προσέγγιση αυτή αντίκειται στην ορθή μεθοδολογία εξέτασης αιτήματος διεθνούς προστασίας προσώπου που υπάγεται στην προστασία ή συνδρομή της UNRWA. Στις περιπτώσεις αυτές, η αίτηση οφείλει να εξετάζεται πρωτίστως στη βάση του άρθρου 1Δ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, όπως αυτό ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο μέσω του άρθρου 5 του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι πρόκειται περί sui generis κατηγορίας αιτούντων διεθνούς προστασίας. Όπως έχει παγίως αναγνωριστεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως στην El Kott, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι η απόδειξη «κλασικού» φόβου δίωξης κατά το άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης, αλλά κατά πόσον η προστασία ή συνδρομή της UNRWA έχει στην πράξη παύσει να παρέχεται ή έχει καταστεί αναποτελεσματική για λόγους ανεξάρτητους της βούλησης του αιτητή.

 

Εντούτοις, στην παρούσα υπόθεση, οι διοικητικές αρχές δεν προέβησαν στην απαιτούμενη εξατομικευμένη αξιολόγηση αναφορικά με την αποτελεσματικότητα της προστασίας που παρείχε η UNRWA στον Αιτητή. Παρότι ενώπιόν τους τέθηκαν στοιχεία αναφορικά με τις συνθήκες ανασφάλειας στον καταυλισμό Ein El-Hilweh, τη δράση ένοπλων και ισλαμιστικών οργανώσεων, τις συνεχείς συγκρούσεις εντός του καταυλισμού, καθώς και έγγραφο του PLO σύμφωνα με το οποίο ο Αιτητής καταζητείτο από ισλαμιστικές ομάδες, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αξιολογήθηκαν υπό το πρίσμα του άρθρου 1Δ, ούτε εξετάστηκε επαρκώς κατά πόσον η UNRWA αδυνατούσε να του διασφαλίσει πραγματικές συνθήκες ασφάλειας και αξιοπρεπούς διαβίωσης.

 

Περαιτέρω, οι αρμόδιες αρχές περιορίστηκαν στην εσφαλμένη διαπίστωση ότι ο Αιτητής 1 εγκατέλειψε τον Λίβανο εκουσίως και όχι λόγω παύσης της προστασίας της UNRWA, χωρίς όμως να διερευνήσουν ουσιαστικά εάν οι επικρατούσες συνθήκες βίας και αστάθειας στον καταυλισμό καθιστούσαν αντικειμενικά ανεπαρκή ή αναποτελεσματική την παρεχόμενη προστασία. Η δε αναφορά γενικώς στη συνέχιση ορισμένων υπηρεσιών της UNRWA, όπως η παροχή ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, δεν αρκούσε αφ’ εαυτής για να αποκλείσει την εφαρμογή του άρθρου 1Δ, εφόσον παρέλειψαν να αξιολογήσουν συνολικά κατά πόσον ο Αιτητής 1 απολάμβανε πραγματική και αποτελεσματική προστασία υπό συνθήκες προσωπικής ασφάλειας.

 

Κατ’ επέκταση, η Υπηρεσία Ασύλου και η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων εφάρμοσαν εσφαλμένο νομικό κριτήριο, αγνόησαν το ειδικό καθεστώς των Παλαιστινίων προσφύγων και παρέλειψαν να εφαρμόσουν την ορθή νομική δοκιμασία που απορρέει από το άρθρο 1Δ της Σύμβασης της Γενεύης, όπως αυτό ερμηνεύεται υπό το φως της σχετικής νομολογίας του ΔΕΕ.

Top of Form

Bottom of Form

Επισημαίνεται ότι για τις περιπτώσεις που αφορούν στο άρθρο 1Δ της Συνθήκης της Γενεύης και 12 (1) (α) της Οδηγίας, δεν απαιτείται ειδικότερος καθορισμός του βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης[15]. Ειδικότερα, στην El Kott το Δικαστήριο προχώρησε στην ερμηνεία της «αυτόματης» απόλαυσης των ευεργετημάτων της Συμβάσεως της Γενεύης, και συνακόλουθα της Οδηγίας, από τα πρόσωπα που, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1Δ της Συμβάσεως. Tο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο όρος «αυτοδικαίως» του άρθρου 12 παρ. 1 της Οδηγίας θα πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι καθιστά δυνατό να εφαρμόζονται «αυτομάτως», ως προς τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, οι ρυθμίσεις τη Συμβάσεως και αυτά να τυγχάνουν των προβλεπομένων σε αυτήν «ευεργετημάτων», ανεξάρτητα από το εάν μπορούν να αποκτήσουν την ιδιότητα του πρόσφυγα λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης[16].

 

Μπορεί οι διακρίσεις ανάμεσα στις έννοιες «δικαιολογημένος φόβος δίωξης» και «λόγοι προσωπικής ανασφάλειας» να είναι πράγματι λεπτές, το Δικαστήριο, ωστόσο, ξεκαθάρισε ότι οι έννοιες αυτές δεν ταυτίζονται, αποσυνδέοντας σαφώς την εφαρμογή του άρθρου 1Δ από το άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης. Ως εκ τούτου, βασίμως θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι «λόγοι προσωπικής ανασφάλειας» δεν απαιτείται να είναι τόσο σοβαροί ώστε να τεκμηριώνουν και «δικαιολογημένο φόβο δίωξης» του αιτούντος άσυλο Παλαιστινίου. Εναπόκειται πλέον στον εκάστοτε εθνικό δικαστή, που αποτελεί τον κατεξοχήν εφαρμοστή του ενωσιακού δικαίου, αφού τοποθετήσει στη μείζονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού τα σχετικά πορίσματα του Δικαστηρίου, να διασφαλίσει ότι η ενωσιακή έννομη τάξη ανταποκρίνεται στο ειδικό καθεστώς προστασίας που οφείλει να αναγνωρίζει στους Παλαιστίνιους πρόσφυγες.

 

Είναι συνεπώς η κατάληξη μου ότι υφίσταται νομική πλάνη της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς η ΑΑΠ αποφάνθηκε ότι ο Αιτητής δεν απέδειξε οποιαδήποτε μορφή προσωπικής δίωξης καθώς και ότι αυτός συνιστά οικονομικό μετανάστη (βλ. σελ. 5 της απόφασης της ΑΑΠ, ερ. 196 του δ.φ.), γεγονός που καταδεικνύει την πεπλανημένη προσέγγιση της ως προς την εφαρμογή του άρθρου 5 του περί Προσφύγων Νόμων. Όπως ανωτέρω επισημαίνεται,  τα πρόσωπα που εμπίπτουν στην περίμετρο εφαρμογής του άρθρου 5, δεν υποχρεούνται να καταδείξουν προσωπικό φόβο δίωξης, ως τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά αρκεί να καταδειχθεί ότι η προστασία ή συνδρομή της UNRWA έχει παύσει ουσιαστικά να είναι αποτελεσματική για λόγους ανεξάρτητους της βούλησής τους.

 

Η κατ’ ισχυρισμόν έλλειψη δέουσας έρευνας από τους Καθ’ ων η αίτηση

 

Άλλο ήταν το κρίσιμο ζήτημα το οποίο όφειλαν να εξετάσουν οι Καθ’ ων η αίτηση, ήτοι κατά πόσον η παρεχόμενη προστασία ή συνδρομή της UNRWA είχε στην πράξη παύσει ή καταστεί αναποτελεσματική για λόγους εκφεύγοντες του ελέγχου και ανεξάρτητους της βούλησης των Αιτητών, σύμφωνα με τα κριτήρια που έχουν τεθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως την απόφαση El Kott. Υπό το πρίσμα αυτό, η Διοίκηση, αλλά και η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων κατά την εξέταση της προσφυγής, όφειλαν να προβούν σε εξατομικευμένη αξιολόγηση των ουσιωδών ισχυρισμών των Αιτητών, εξετάζοντας τόσο τα προσωπικά περιστατικά που επικαλέστηκαν όσο και το γενικό πλαίσιο ανασφάλειας που επικρατούσε στον καταυλισμό Ein El-Hilweh και ευρύτερα στον Λίβανο.

 

Οι ισχυρισμοί των Αιτητών δεν περιορίζονταν σε γενική επίκληση δυσχερών κοινωνικοοικονομικών συνθηκών ή σε αναζήτηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης, αλλά περιλάμβαναν συγκεκριμένα περιστατικά που, κατά τους ισχυρισμούς τους, επηρέαζαν άμεσα την προσωπική τους ασφάλεια και την καθημερινή τους διαβίωση. Ειδικότερα, ο Αιτητής 1 αναφέρθηκε σε περιστατικό διαπληκτισμού με μέλος του λιβανέζικου στρατού, το οποίο οδήγησε σε σύλληψη, κράτηση και μεταγενέστερη ποινική καταδίκη του, καθώς και σε συνεχιζόμενη παρενόχληση από τις αρχές κατά τις μετακινήσεις του εντός και εκτός του καταυλισμού. Παράλληλα, τόσο ο ίδιος όσο και η Αιτήτρια 2 επικαλέστηκαν την παρουσία ένοπλων οργανώσεων εντός του καταυλισμού, περιστατικά βίας και εγκληματικότητας, καθώς και πιέσεις προς στρατολόγηση του Αιτητή, υποστηρίζοντας ότι οι συνθήκες αυτές δημιουργούσαν καθεστώς διαρκούς ανασφάλειας για τους ίδιους και τα ανήλικα τέκνα τους.

Περαιτέρω, από τις δηλώσεις των Αιτητών προέκυπτε ότι οι συνθήκες διαβίωσης στον καταυλισμό χαρακτηρίζονταν, κατά τους ισχυρισμούς τους, από απουσία ουσιαστικής κρατικής προστασίας και σοβαρή ψυχολογική επιβάρυνση της οικογένειας. Προβαλλόταν δε ότι τα ανήλικα τέκνα είχαν εκτεθεί σε περιστατικά βίας και ένοπλων συγκρούσεων, ενώ ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομίστηκε και ιατρικό πιστοποιητικό αναφορικά με την ψυχολογική κατάσταση ανήλικου τέκνου της οικογένειας. Τα στοιχεία αυτά, ανεξαρτήτως της τελικής αποδεικτικής τους αξιολόγησης, συνιστούσαν ουσιώδεις ισχυρισμούς που όφειλαν να εξεταστούν ειδικώς και όχι συλλήβδην.

 

Ωστόσο, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, μολονότι η ΑΑΠ προέβη σε αναφορά στο άρθρο 1Δ της Σύμβασης της Γενεύης και στη σχετική νομολογία, η ουσιαστική αξιολόγηση της αίτησης περιορίστηκε τελικώς στη διαπίστωση ότι οι Αιτητές εγκατέλειψαν τον Λίβανο κυρίως για οικονομικούς λόγους και ότι δεν στοιχειοθετείτο προσωπικός και δικαιολογημένος φόβος δίωξης κατά το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Η προσέγγιση αυτή καταδεικνύει ότι οι Καθ’ ων αντιμετώπισαν την υπόθεση υπό το πρίσμα της «κλασικής» εξέτασης προσφυγικής ιδιότητας, αντί να επικεντρωθούν στο ουσιώδες ερώτημα κατά πόσον η προστασία ή συνδρομή της UNRWA είχε καταστεί στην πράξη ανεπαρκής ή αναποτελεσματική για τους συγκεκριμένους Αιτητές.

 

Ειδικότερα, η ΑΑΠ δεν αξιολόγησε επαρκώς κατά πόσον οι Αιτητές τελούσαν, κατά τον χρόνο εγκατάλειψης της χώρας προηγούμενης συνήθους διαμονής τους, σε κατάσταση σοβαρής προσωπικής ανασφάλειας, ούτε κατά πόσον η UNRWA ήταν πράγματι σε θέση να τους διασφαλίσει συνθήκες διαβίωσης συμβατές με την αποστολή της. Παρά το ότι τέθηκαν ενώπιόν της στοιχεία αναφορικά με τις συνθήκες ανασφάλειας στον καταυλισμό Ein El-Hilweh, τη δράση ένοπλων οργανώσεων, τις συγκρούσεις εντός του καταυλισμού, καθώς και έγγραφα του PLO αναφορικά με απειλές εις βάρος του Αιτητή, η αξιολόγηση των στοιχείων αυτών παρέμεινε αποσπασματική. Αντιθέτως, δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στο ότι η UNRWA εξακολουθούσε να παρέχει ορισμένες υπηρεσίες και στο ότι οι Αιτητές εγκατέλειψαν τον Λίβανο οικειοθελώς, χωρίς να εξεταστεί συνολικά η επάρκεια και αποτελεσματικότητα της παρεχόμενης προστασίας υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης.

Υπό το φως των ανωτέρω, η συλλήβδην αντιμετώπιση των ισχυρισμών των Αιτητών ως αφορώντων αποκλειστικώς οικονομικά κίνητρα δεν συνιστά επαρκή και αιτιολογημένη αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης ούτε ανταποκρίνεται στην υποχρέωση πλήρους και εξατομικευμένης εξέτασης που επιβάλλει το ειδικό καθεστώς προστασίας του άρθρου 1Δ της Σύμβασης της Γενεύης και του άρθρου 5 του περί Προσφύγων Νόμου. Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει πλημμελούς έρευνας, ανεπαρκούς αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του εφαρμοστέου νομικού πλαισίου.

 

ΕΛΕΓΧΟΣ ΟΡΘΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΒΑΛΛΟΜΕΝΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

 

Η ως άνω διαπίστωση θα ήταν, αφ’ εαυτής, ικανή να κρίνει την τύχη της παρούσας προσφυγής, εάν το παρόν Δικαστήριο ασκούσε αποκλειστικά ακυρωτική δικαιοδοσία. Υπενθυμίζεται, ωστόσο, ότι το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας διαθέτει διευρυμένες εξουσίες και, ενεργώντας και ως Δικαστήριο ουσίας, έχει δικαιοδοσία, δυνάμει του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2019, να ελέγχει όχι μόνο τη νομιμότητα αλλά και την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο προβαίνει σε πλήρη και ex nunc εξέταση των πραγματικών και νομικών ζητημάτων της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη και συναφή γεγονότα ή ισχυρισμούς των Αιτητών που δεν λήφθηκαν υπόψη κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, ανεξαρτήτως του εάν αυτά είναι προγενέστερα ή μεταγενέστερα αυτής.

 

Ενόψει της πιο πάνω δικαιοδοσίας, επιβάλλεται, πριν από την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 1Δ της Σύμβασης της Γενεύης και του άρθρου 5 του περί Προσφύγων Νόμου, να απομονωθούν και να αξιολογηθούν οι ουσιώδεις ισχυρισμοί των Αιτητών -στάδιο το οποίο οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν- καθώς και το αποδεικτικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ουσιώδεις αυτοί ισχυρισμοί δύνανται να διακριθούν σε τέσσερις βασικές κατηγορίες, ήτοι: α) περιστατικά που αφορούν τη σχέση του Αιτητή με τις λιβανικές αρχές και ειδικότερα το περιστατικό με μέλος του λιβανέζικου στρατού, β) ισχυρισμοί περί πιέσεων, απειλών και προσπαθειών στρατολόγησης από ένοπλες οργανώσεις εντός του καταυλισμού Ein El-Hilweh, γ) ισχυρισμοί αναφορικά με τις γενικότερες συνθήκες ανασφάλειας, εγκληματικότητας και περιορισμένης δυνατότητας αποτελεσματικής προστασίας εντός του καταυλισμού και δ) ισχυρισμοί που αφορούν την ευαλωτότητα και ψυχολογική επιβάρυνση των ανήλικων τέκνων της οικογένειας.

 

(α) Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό

 

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά τα περιστατικά που, κατά τους ισχυρισμούς του Αιτητή 1, έλαβαν χώρα σε σχέση με μέλος του λιβανέζικου στρατού, τη μετέπειτα εμπλοκή του με τις αρχές και την παρενόχληση που, κατά τα λεγόμενά του, υπέστη συνεπεία των γεγονότων αυτών.

 

Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού αυτού, παρατηρώ καταρχάς ότι ο βασικός πυρήνας των δηλώσεων του Αιτητή παρέμεινε ουσιωδώς σταθερός καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Ήδη από το στάδιο της προσωπικής του συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Αιτητής ανέφερε ότι ήρθε σε αντιπαράθεση με στρατιώτη ο οποίος λάμβανε προϊόντα από τον φούρνο του χωρίς να πληρώνει, ότι συνελήφθη κατόπιν του περιστατικού αυτού, ότι κρατήθηκε και ότι ακολούθησε περαιτέρω παρενόχλησή του από τις αρχές, περιλαμβανομένων καθυστερήσεων και ελέγχων κατά τις μετακινήσεις του εκτός του καταυλισμού. Οι ίδιοι ουσιώδεις ισχυρισμοί επαναλήφθηκαν και κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, όπου ο Αιτητής παρείχε περισσότερες λεπτομέρειες αναφορικά με το περιστατικό, τη διαδικασία ενώπιον του στρατιωτικού δικαστηρίου και τις συνέπειες που, κατά τους ισχυρισμούς του, είχε το περιστατικό στην επαγγελματική και προσωπική του ζωή.

 

Περαιτέρω, οι δηλώσεις του εμφανίζουν εσωτερική συνοχή ως προς τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων. Ο Αιτητής συνέδεσε με σταθερό τρόπο τον αρχικό διαπληκτισμό με τον στρατιώτη, την κράτησή του, τη μεταγενέστερη καταδίκη του σε δεκαήμερη φυλάκιση και την επακόλουθη παρενόχληση που, κατά τα λεγόμενά του, οδήγησε τελικώς στην απώλεια της εργασίας του και στην αποχώρησή του από τον Λίβανο. Οι σχετικές αναφορές του δεν παρουσιάζουν ουσιώδεις αντιφάσεις ως προς τα κεντρικά πραγματικά περιστατικά.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού αυτού, παρατηρώ καταρχάς ότι ορισμένα στοιχεία του ενισχύονται από τα προσκομισθέντα Τεκμήρια 5 και 6, ήτοι την κλήση ενώπιον στρατιωτικού δικαστηρίου και τη σχετική απόφαση καταδίκης σε ποινή δεκαήμερης φυλάκισης. Τα εν λόγω έγγραφα συνάδουν, τουλάχιστον ως προς τον βασικό τους πυρήνα, με τις δηλώσεις του Αιτητή περί εμπλοκής του με στρατιωτικές αρχές και ύπαρξης σχετικής διαδικασίας ενώπιον στρατιωτικού δικαστηρίου. Δεν παραγνωρίζω, βεβαίως, ότι οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν πως τα έγγραφα αυτά προσκομίστηκαν μεταγενέστερα και όχι κατά το πρωτοβάθμιο στάδιο εξέτασης της αίτησης, καθώς και ότι τα ίδια, αυτοτελώς θεωρούμενα, δεν αποδεικνύουν αφ’ εαυτών δίωξη ή στοχοποίηση. Ωστόσο, ο Αιτητής παρείχε εξήγηση ως προς τη μεταγενέστερη προσκόμισή τους, αναφέροντας ότι δεν έφερε έγγραφα μαζί του κατά την άφιξή του διά θαλάσσης και ότι αυτά παρέμειναν στον Λίβανο και του απεστάλησαν μεταγενέστερα από τους γονείς του. Η εξήγηση αυτή δεν μπορεί εκ προοιμίου να θεωρηθεί παράλογη ή ασύμβατη με τις περιστάσεις υπό τις οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του, εγκατέλειψε τον Λίβανο.

 

Περαιτέρω, οι δηλώσεις του Αιτητή συνάδουν με τις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής αναφορικά με το καθεστώς των Παλαιστινίων προσφύγων στον Λίβανο και ειδικότερα με τις συνθήκες που επικρατούν στον καταυλισμό Ein El-Hilweh. Οι διεθνείς πηγές επιβεβαιώνουν ότι οι Λιβανικές Ένοπλες Δυνάμεις διατηρούν σημεία ελέγχου γύρω από τον καταυλισμό και παρακολουθούν τις μετακινήσεις προσώπων προς και από αυτόν, ενώ η είσοδος και έξοδος από τον καταυλισμό πραγματοποιείται μέσω ελέγχων των Lebanese Armed Forces. Παράλληλα, οι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες υπόκεινται σε περιορισμούς μετακίνησης[17] και αντιμετωπίζουν συστηματικές διακρίσεις στην πρόσβαση στην εργασία και στα κοινωνικά δικαιώματα[18].

 

Παράλληλα, οι ίδιες πηγές καταγράφουν ότι οι παλαιστινιακοί καταυλισμοί λειτουργούν σε μεγάλο βαθμό εκτός αποτελεσματικού κρατικού ελέγχου, με περιορισμένη δυνατότητα επιβολής του νόμου και με συνθήκες γενικευμένης ανασφάλειας και παρουσίας ένοπλων οργανώσεων. Σχετικά με τις συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες του Λιβάνου, η έκθεση Country Focus της EUAA για το Λίβανο του 2025, αναφέρει ότι οι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες, ειδικά εκείνοι που ανήκουν το Σουνιτικό δόγμα[19], αντιμετώπιζαν ανέκαθεν διακρίσεις στον Λίβανο[20]. Σε αντίθεση με την Ιορδανία και τη Συρία[21], σύμφωνα με το Νόμο του Λιβάνου[22], τους έχουν απαγορεύτηκαν 39 είδη εργασίας[23] που επιφέρουν υψηλότερους μισθούς[24] και έχουν αποκλειστεί από την κρατική εκπαίδευση και υγειονομική περίθαλψη[25] και τους απαγορεύεται η κατοχή ακίνητης περιουσίας[26]. Η δε έκθεση Country Focus της EUAA για το Λίβανο το 2025, αναφέρει ότι οι παλαιστινιακές παρατάξεις λειτουργούν εδώ και καιρό με σχετική αυτονομία στους 12 καταυλισμούς προσφύγων της χώρας, οι οποίοι δεν εμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό εντός της κρατικής δικαιοδοσίας[27]. Παραδοσιακά ελεγχόμενες από τη Φατάχ[28], οι Λαϊκές Επιτροπές και οι παλαιστινιακές παρατάξεις ήταν υπεύθυνες για την ασφάλεια και τη διακυβέρνηση των καταυλισμών[29], με ορισμένες από αυτές να μην έχουν ορκιστεί πίστη στην Παλαιστινιακή Αρχή[30]. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Χαμάς έχει ισχυρή παρουσία στα στρατόπεδα παράλληλα με τη Φατάχ[31]. Βάσει σιωπηρής συμφωνίας ωστόσο, τόσο το κίνημα Φατάχ όσο και η αντίπαλή του Χαμάς διατηρούν την ασφάλεια στους καταυλισμούς[32].

 

Τα στοιχεία αυτά, αξιολογούμενα συνολικά, δεν επιβεβαιώνουν κατ’ ανάγκην κάθε επιμέρους πτυχή των ισχυρισμών του Αιτητή. Ενισχύουν, ωστόσο, εξωτερικά τον βασικό πυρήνα των δηλώσεών του αναφορικά με την εμπλοκή του με τις αρχές, τις δυσκολίες στις μετακινήσεις, την παρενόχληση που, κατά τους ισχυρισμούς του, υπέστη και το γενικό πλαίσιο περιορισμένης και αναποτελεσματικής προστασίας που επικρατούσε στον καταυλισμό Ein El-Hilweh.

 

Ο πρώτος λοιπόν ισχυρισμός γίνεται αποδεκτός ως αξιόπιστος.

 

(β) Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό

 

Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος αφορά τις πιέσεις, απειλές και προσπάθειες στρατολόγησης του Αιτητή από ένοπλες οργανώσεις εντός του καταυλισμού Ein El-Hilweh, παρατηρώ ότι ο βασικός πυρήνας των δηλώσεων των Αιτητών παρέμεινε ουσιωδώς σταθερός καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας.

 

Ειδικότερα, ήδη κατά το στάδιο της καταγραφής της αίτησης και ακολούθως κατά την προσωπική συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Αιτητής αναφέρθηκε στη δράση ένοπλων οργανώσεων εντός του καταυλισμού, στις συγκρούσεις μεταξύ οργανώσεων, καθώς και στις προσπάθειες στρατολόγησής του, τις οποίες, κατά τα λεγόμενά του, απέφευγε. Παράλληλα, η Αιτήτρια επιβεβαίωσε ουσιωδώς τους σχετικούς ισχυρισμούς, αναφέροντας ότι εντός του καταυλισμού επικρατούσε καθεστώς ανασφάλειας και ότι πρόσωπα που δεν ανήκαν σε οργανώσεις δεν απολάμβαναν ουσιαστικής προστασίας. Επίσης, συνέδεσε τον φόβο επιστροφής της οικογένειας με τον κίνδυνο που, κατά τους ισχυρισμούς της, αντιμετώπιζε ο σύζυγός της από οργανώσεις εντός του καταυλισμού.

 

Περαιτέρω, ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Αιτητής επανήλθε στους ίδιους ουσιώδεις ισχυρισμούς, παρέχοντας περισσότερες λεπτομέρειες αναφορικά με τις απειλές που, κατά τα λεγόμενά του, δεχόταν και αναφέροντας ότι εξαναγκάστηκε να αλλάξει τόπο διαμονής εντός του καταυλισμού πριν εγκαταλείψει τελικώς τον Λίβανο. Οι σχετικές αναφορές εμφανίζονται ουσιωδώς συνεπείς ως προς τα κύρια πραγματικά περιστατικά και δεν παρουσιάζουν ουσιώδεις αντιφάσεις ως προς τον βασικό πυρήνα του ισχυρισμού. Περαιτέρω, οι δηλώσεις των δύο Αιτητών εμφανίζονται αλληλοσυμπληρούμενες ως προς τα ουσιώδη στοιχεία του ισχυρισμού, ήτοι την ύπαρξη οργανώσεων εντός του καταυλισμού, το κλίμα ανασφάλειας και τον φόβο που, κατά τους ισχυρισμούς τους, προκαλούσαν οι πιέσεις και οι προσπάθειες στρατολόγησης. Οι σχετικές αναφορές εντάσσονται επίσης με συνοχή στο γενικό πραγματικό πλαίσιο που περιέγραψαν οι Αιτητές αναφορικά με τις συνθήκες που επικρατούσαν στον καταυλισμό Ein El-Hilweh. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι ο εν λόγω ισχυρισμός παρουσιάζει επαρκή εσωτερική συνοχή ως προς τον βασικό πυρήνα του, ήτοι ότι ο Αιτητής και η οικογένειά του βίωναν περιβάλλον έντονης ανασφάλειας λόγω της δράσης ένοπλων οργανώσεων εντός του καταυλισμού και ότι ο ίδιος προέβαλλε, ήδη από τα αρχικά στάδια της διαδικασίας, ισχυρισμούς περί πιέσεων και φόβου έναντι των οργανώσεων αυτών.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ισχυρισμού, παρατηρώ καταρχάς ότι ορισμένα στοιχεία του ενισχύονται από τα προσκομισθέντα Τεκμήρια 4 και 9, τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Αιτητή, αφορούν έγγραφα του PLO αναφορικά με απειλές που δεχόταν από ισλαμιστικές οργανώσεις. Ειδικότερα, κατά την προφορική του μαρτυρία, ο Αιτητής ανέφερε ότι τα έγγραφα αυτά επιβεβαιώνουν ότι καταδιωκόταν από ισλαμικές οργανώσεις και ότι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον τόπο διαμονής του λόγω φόβου για τη ζωή του. Δεν παραγνωρίζω, βεβαίως, ότι οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν αδυναμίες ως προς τα εν λόγω τεκμήρια, ιδίως αναφορικά με το ότι το Τεκμήριο 4 δεν φέρει ημερομηνία, καθώς και ότι τα έγγραφα αυτά δεν είχαν προσκομιστεί κατά το πρωτοβάθμιο στάδιο εξέτασης της αίτησης. Επιπλέον, ορισμένες πτυχές των δηλώσεων του Αιτητή ως προς τον χρόνο έκδοσης και παραλαβής των εγγράφων δεν παρουσιάζονται απολύτως σαφείς. Ωστόσο, οι αδυναμίες αυτές δεν αρκούν, υπό τις περιστάσεις, για να ανατρέψουν πλήρως την αποδεικτική αξία των εγγράφων ως στοιχείων που συνάδουν με τον βασικό πυρήνα των ισχυρισμών του περί ύπαρξης απειλών και φόβου έναντι ένοπλων οργανώσεων εντός του καταυλισμού.

 

Περαιτέρω, οι δηλώσεις των Αιτητών αναφορικά με τη δράση ένοπλων οργανώσεων, το καθεστώς ανασφάλειας και τις πιέσεις που, κατά τους ισχυρισμούς τους, επικρατούσαν εντός του καταυλισμού Ein El-Hilweh, συνάδουν με τις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής. Ειδικότερα, η έκθεση Country Focus της EUAA για το Λίβανο το 2025, αναφέρει ότι οι παλαιστινιακές παρατάξεις λειτουργούν εδώ και καιρό με σχετική αυτονομία στους 12 καταυλισμούς προσφύγων της χώρας, οι οποίοι δεν εμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό εντός της κρατικής δικαιοδοσίας[33]. Παραδοσιακά ελεγχόμενες από τη Φατάχ[34], οι Λαϊκές Επιτροπές και οι παλαιστινιακές παρατάξεις ήταν υπεύθυνες για την ασφάλεια και τη διακυβέρνηση των καταυλισμών[35], με ορισμένες από αυτές να μην έχουν ορκιστεί πίστη στην Παλαιστινιακή Αρχή[36]. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Χαμάς έχει ισχυρή παρουσία στα στρατόπεδα παράλληλα με τη Φατάχ[37]. Βάσει σιωπηρής συμφωνίας ωστόσο, τόσο το κίνημα Φατάχ όσο και η αντίπαλή του Χαμάς διατηρούν την ασφάλεια στους καταυλισμούς[38].

 

Περαιτέρω, σύμφωνα με επίσημη δημοσίευση της UNRWA (Ιανουάριος 2024) παρά τη λειτουργία βασικών δομών (οκτώ σχολεία, δύο κέντρα υγείας, προγράμματα κοινωνικής προστασίας) στον προσφυγικό καταυλισμό Ein El Hilweh, η κατάσταση χαρακτηρίζεται από έντονη κοινωνικοοικονομική πίεση και δομική ευαλωτότητα. Οι κάτοικοι πλήττονται από διαχρονική περιθωριοποίηση, περιορισμούς στο δικαίωμα εργασίας, τις συνέπειες της οικονομικής κατάρρευσης του Λιβάνου, χρόνια υπερπληθυσμό και επαναλαμβανόμενα επεισόδια ένοπλης βίας. Η παρουσία πολλαπλών ένοπλων δρώντων και η ευρεία διαθεσιμότητα όπλων καθιστούν το περιβάλλον ασφάλειας απρόβλεπτο, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις σοβαρές συγκρούσεις μεταξύ Ιουλίου και Σεπτεμβρίου 2023 που άφησαν τουλάχιστον 30 νεκρούς, εκατοντάδες τραυματίες και εκτεταμένες ζημιές σε καταλύματα και υποδομές, οδηγώντας ακόμη και σε διακοπή λειτουργίας σχολείων και υπηρεσιών της UNRWA. Ταυτόχρονα, καταγράφονται υψηλά επίπεδα φτώχειας, εγκληματικότητας δρόμου, χρήσης ναρκωτικών, έμφυλης βίας και βίας κατά παιδιών, με τα θύματα συχνά να αποφεύγουν την αναζήτηση βοήθειας λόγω στίγματος ή φόβου αντιποίνων. Η ελευθερία κίνησης περιορίζεται περαιτέρω, καθώς η είσοδος και έξοδος από τον καταυλισμό πραγματοποιείται αποκλειστικά μέσω σημείων ελέγχου των Lebanese Armed Forces, γεγονός που λειτουργεί ως πρόσθετο εμπόδιο ιδίως για άτομα χωρίς νόμιμο καθεστώς παραμονής, ενώ η επιδείνωση των ψυχοκοινωνικών αναγκών του πληθυσμού συνδέεται άμεσα με το περιβάλλον ανασφάλειας και τη συνεχιζόμενη αβεβαιότητα.[39]

 

Επιπλέον, η έκθεση της EUAA αποσαφηνίζει, ότι αν και οι δυνάμεις ασφαλείας γενικά απέφυγαν να εισέλθουν σε καταυλισμούς προσφύγων της Παλαιστίνης[40] και παρακολουθούσαν όλες τις μετακινήσεις προσώπων και αντικειμένων προς και από τους καταυλισμούς[41],μετά την αναδιάρθρωση και τη νέα διοίκηση το 2025, άρχισαν να λαμβάνουν επιχειρήσεις εντός των καταυλισμών[42], οι οποίες είχαν ως αποστολή την επιβολή της τάξης και της πειθαρχίας, συμπεριλαμβανομένης της απαγόρευσης της χρήσης όπλων[43].

 

Τα στοιχεία αυτά, αξιολογούμενα συνολικά, ενισχύουν εξωτερικά τον βασικό πυρήνα των ισχυρισμών των Αιτητών αναφορικά με την παρουσία και δράση ένοπλων οργανώσεων εντός του καταυλισμού Ein El-Hilweh, το περιβάλλον ανασφάλειας που επικρατούσε εκεί και τον φόβο που, κατά τους ισχυρισμούς τους, προκαλούσαν οι πιέσεις και οι προσπάθειες στρατολόγησης από οργανώσεις εντός του καταυλισμού. Ο ισχυρισμός λοιπόν αυτός γίνεται αποδεκτός.

 

(γ) Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό

 

Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος αφορά τις γενικότερες συνθήκες ανασφάλειας, εγκληματικότητας και έλλειψης αποτελεσματικής προστασίας εντός του καταυλισμού Ein El-Hilweh, παρατηρώ ότι οι δηλώσεις των Αιτητών παρουσιάζουν ουσιώδη συνοχή και συνέπεια καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας.

 

Ήδη κατά το στάδιο καταγραφής της αίτησης, ο Αιτητής ανέφερε ότι στον καταυλισμό επικρατούσαν συγκρούσεις, εξεγέρσεις, εμπόριο όπλων και ναρκωτικών, καθώς και γενικότερα υποβαθμισμένες συνθήκες διαβίωσης. Αντίστοιχα, κατά την προσωπική του συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, επανήλθε στις ίδιες αναφορές, περιγράφοντας κλίμα εγκληματικότητας, δράσης ένοπλων οργανώσεων και συνεχών συγκρούσεων εντός του καταυλισμού. Οι σχετικοί ισχυρισμοί επιβεβαιώθηκαν ουσιωδώς και από την Αιτήτρια, η οποία ανέφερε ότι πρόσωπα που δεν ανήκαν σε οργανώσεις δεν απολάμβαναν ουσιαστικής προστασίας, ενώ επανέλαβε ότι οι συνθήκες εντός του καταυλισμού δημιουργούσαν σοβαρό αίσθημα ανασφάλειας για την οικογένεια.

 

Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί αυτοί επαναλήφθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς ουσιώδεις αντιφάσεις ως προς τον βασικό τους πυρήνα. Οι Αιτητές συνέδεσαν με σταθερό τρόπο την αποχώρησή τους από τον Λίβανο με το γενικότερο περιβάλλον ανασφάλειας που, κατά τους ισχυρισμούς τους, επικρατούσε στον καταυλισμό Ein El-Hilweh, περιλαμβανομένων της ένοπλης βίας, της εγκληματικότητας, της απουσίας ουσιαστικού κρατικού ελέγχου και του φόβου που προκαλούσε η παρουσία ένοπλων οργανώσεων.

 

Δεν παρατηρούνται ουσιώδεις εσωτερικές αντιφάσεις ως προς τα κύρια στοιχεία του ισχυρισμού αυτού. Αντιθέτως, οι δηλώσεις των δύο Αιτητών εμφανίζονται αλληλοσυμπληρούμενες και εντάσσονται με συνοχή στο γενικό πραγματικό πλαίσιο που περιέγραψαν αναφορικά με τη διαβίωσή τους στον καταυλισμό. Το γεγονός ότι οι περιγραφές τους αφορούν σε μεγάλο βαθμό γενικές συνθήκες και όχι αποκλειστικά εξατομικευμένα περιστατικά δεν αποδυναμώνει, αφ’ εαυτού, την αξιοπιστία τους, ιδίως ενόψει της φύσεως του συγκεκριμένου ισχυρισμού, ο οποίος αφορά το συνολικό περιβάλλον ασφάλειας και διαβίωσης εντός του καταυλισμού.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός παρουσιάζει επαρκή εσωτερική συνοχή και αξιοπιστία ως προς τον βασικό πυρήνα του, ήτοι ότι οι Αιτητές διέμεναν σε περιβάλλον το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς τους, χαρακτηριζόταν από διαρκή ανασφάλεια, ένοπλη βία, εγκληματικότητα και περιορισμένη δυνατότητα αποτελεσματικής προστασίας εντός του καταυλισμού Ein El-Hilweh.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού, παρατηρώ ότι οι δηλώσεις των Αιτητών αναφορικά με τις γενικότερες συνθήκες ανασφάλειας, εγκληματικότητας και περιορισμένης προστασίας εντός του καταυλισμού Ein El-Hilweh συνάδουν ουσιωδώς με τις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής

 

Ειδικότερα, σύμφωνα με επίσημη δημοσίευση της UNRWA (Ιανουάριος 2024), η κατάσταση στον προσφυγικό καταυλισμό Ein El Hilweh «χαρακτηρίζεται από έντονη κοινωνικοοικονομική πίεση και δομική ευαλωτότητα», ενώ οι κάτοικοι «πλήττονται από διαχρονική περιθωριοποίηση, περιορισμούς στο δικαίωμα εργασίας, τις συνέπειες της οικονομικής κατάρρευσης του Λιβάνου, χρόνια υπερπληθυσμό και επαναλαμβανόμενα επεισόδια ένοπλης βίας». Η ίδια πηγή αναφέρει ότι «η παρουσία πολλαπλών ένοπλων δρώντων και η ευρεία διαθεσιμότητα όπλων καθιστούν το περιβάλλον ασφάλειας απρόβλεπτο», ενώ γίνεται ειδική μνεία σε «σοβαρές συγκρούσεις μεταξύ Ιουλίου και Σεπτεμβρίου 2023 που άφησαν τουλάχιστον 30 νεκρούς, εκατοντάδες τραυματίες και εκτεταμένες ζημιές σε καταλύματα και υποδομές». Περαιτέρω, η ίδια δημοσίευση καταγράφει ότι στον καταυλισμό παρατηρούνται «υψηλά επίπεδα φτώχειας, εγκληματικότητας δρόμου, χρήσης ναρκωτικών, έμφυλης βίας και βίας κατά παιδιών», ενώ σημειώνεται ότι τα θύματα συχνά αποφεύγουν να αναζητήσουν βοήθεια «λόγω στίγματος ή φόβου αντιποίνων». Παράλληλα, αναφέρεται ότι «η ελευθερία κίνησης περιορίζεται περαιτέρω, καθώς η είσοδος και έξοδος από τον καταυλισμό πραγματοποιείται αποκλειστικά μέσω σημείων ελέγχου των Lebanese Armed Forces», ενώ γίνεται αναφορά και σε «επιδείνωση των ψυχοκοινωνικών αναγκών του πληθυσμού» λόγω του περιβάλλοντος ανασφάλειας και της συνεχιζόμενης αβεβαιότητας [44].

 

Η δε έκθεση Country Focus της EUAA για το Λίβανο το 2025, αναφέρει ότι οι παλαιστινιακές παρατάξεις λειτουργούν εδώ και καιρό με σχετική αυτονομία στους 12 καταυλισμούς προσφύγων της χώρας, οι οποίοι δεν εμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό εντός της κρατικής δικαιοδοσίας[45]. Παραδοσιακά ελεγχόμενες από τη Φατάχ[46], οι Λαϊκές Επιτροπές και οι παλαιστινιακές παρατάξεις ήταν υπεύθυνες για την ασφάλεια και τη διακυβέρνηση των καταυλισμών[47], με ορισμένες από αυτές να μην έχουν ορκιστεί πίστη στην Παλαιστινιακή Αρχή[48]. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Χαμάς έχει ισχυρή παρουσία στα στρατόπεδα παράλληλα με τη Φατάχ[49]. Βάσει σιωπηρής συμφωνίας ωστόσο, τόσο το κίνημα Φατάχ όσο και η αντίπαλή του Χαμάς διατηρούν την ασφάλεια στους καταυλισμούς[50].

 

Τα στοιχεία αυτά ενισχύουν εξωτερικά τον βασικό πυρήνα των δηλώσεων των Αιτητών αναφορικά με τις συνθήκες γενικευμένης ανασφάλειας, εγκληματικότητας, ένοπλης βίας και περιορισμένης δυνατότητας αποτελεσματικής προστασίας που, κατά τους ισχυρισμούς τους, επικρατούσαν στον καταυλισμό Ein El-Hilweh. Ο ισχυρισμός λοιπόν αυτός γίνεται αποδεκτός ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστος.

 

(δ) Ως προς τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό

 

Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του τέταρτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος αφορά την ευαλωτότητα και την ψυχολογική επιβάρυνση των ανήλικων τέκνων της οικογένειας λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν στον καταυλισμό Ein El-Hilweh, παρατηρώ ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί παρουσιάζουν ουσιώδη συνοχή και συνέπεια καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας.

 

Ειδικότερα, ήδη κατά τη συνέντευξή τους ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, οι Αιτητές συνέδεσαν την αποχώρησή τους από τον Λίβανο όχι μόνο με ζητήματα προσωπικής ασφάλειας αλλά και με την ανάγκη εξασφάλισης ασφαλέστερου περιβάλλοντος για τα τέκνα τους. Ο Αιτητής 1 αναφέρθηκε στις συγκρούσεις και στα περιστατικά βίας που επικρατούσαν εντός του καταυλισμού, ενώ η Αιτήτρια 2 εξέφρασε φόβους αναφορικά με το μέλλον και την ασφάλεια των παιδιών της, επισημαίνοντας ότι οι οργανώσεις δρούσαν ανεξέλεγκτα και ότι υπήρχε κίνδυνος ακόμη και στρατολόγησης των τέκνων σε περίπτωση παραμονής τους στον καταυλισμό.

 

Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του τέταρτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος αφορά την ευαλωτότητα και την ψυχολογική επιβάρυνση των ανήλικων τέκνων της οικογένειας λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν στον καταυλισμό Ein El-Hilweh, παρατηρώ ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί παρουσιάζουν ουσιώδη συνοχή και συνέπεια καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας.

 

Ειδικότερα, ήδη κατά τη συνέντευξή τους ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, οι Αιτητές συνέδεσαν την αποχώρησή τους από τον Λίβανο όχι μόνο με ζητήματα προσωπικής ασφάλειας αλλά και με την ανάγκη εξασφάλισης ασφαλέστερου περιβάλλοντος για τα τέκνα τους. Ο Αιτητής 1 αναφέρθηκε στις συγκρούσεις και στα περιστατικά βίας που επικρατούσαν εντός του καταυλισμού, ενώ η Αιτήτρια 2 εξέφρασε φόβους αναφορικά με το μέλλον και την ασφάλεια των παιδιών της, επισημαίνοντας ότι οι οργανώσεις δρούσαν ανεξέλεγκτα και ότι υπήρχε κίνδυνος ακόμη και στρατολόγησης των τέκνων σε περίπτωση παραμονής τους στον καταυλισμό.

 

Περαιτέρω, ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομίστηκε το Τεκμήριο 7, ήτοι ιατρική βεβαίωση αναφορικά με την ψυχολογική κατάσταση ανήλικου τέκνου της οικογένειας (Αιτήτρια 3). Κατά την προφορική του μαρτυρία, ο Αιτητής 1 ανέφερε ότι το παιδί παρουσίαζε κατάσταση σοκ, εφιάλτες και φόβο, επειδή υπήρξε μάρτυρας περιστατικού πυροβολισμού γυναίκας εντός του καταυλισμού. Οι σχετικές δηλώσεις του παρέμειναν ουσιωδώς σταθερές και δεν παρουσιάζουν ουσιώδεις αντιφάσεις ως προς τον βασικό τους πυρήνα.

 

Δεν παραγνωρίζω ότι οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν ότι το εν λόγω τεκμήριο δεν είχε προσκομιστεί κατά το πρωτοβάθμιο στάδιο εξέτασης της αίτησης και ότι το πιστοποιητικό εκδόθηκε από παιδίατρο. Ωστόσο, ο Αιτητής 1 παρείχε εξήγηση ως προς τη μεταγενέστερη προσκόμιση του εγγράφου, αναφέροντας ότι αυτό βρισκόταν στον Λίβανο και ότι κατά το στάδιο της συνέντευξης δεν του ζητήθηκαν σχετικά αποδεικτικά στοιχεία. Περαιτέρω, το γεγονός ότι το πιστοποιητικό δεν προέρχεται από εξειδικευμένο ψυχίατρο δεν αναιρεί αφ’ εαυτού τη σημασία του ως στοιχείου που συνδέεται με τους ισχυρισμούς περί ψυχολογικής επιβάρυνσης του τέκνου, ιδίως όταν αξιολογείται σε συνδυασμό με τις λοιπές δηλώσεις των Αιτητών αναφορικά με το περιβάλλον βίας και ανασφάλειας εντός του καταυλισμού.

 

Οι σχετικοί ισχυρισμοί των Αιτητών εμφανίζονται αλληλοσυμπληρούμενοι και εντάσσονται με συνοχή στο γενικό πραγματικό πλαίσιο που περιέγραψαν αναφορικά με τις συνθήκες διαβίωσης της οικογένειας στον καταυλισμό Ein El-Hilweh. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι ο τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός παρουσιάζει επαρκή εσωτερική συνοχή και αξιοπιστία ως προς τον βασικό πυρήνα του, ήτοι ότι τα ανήλικα τέκνα της οικογένειας είχαν εκτεθεί σε περιβάλλον βίας και ανασφάλειας το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς των Αιτητών, επέφερε ουσιώδη ψυχολογική επιβάρυνση.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του τέταρτου ουσιώδους ισχυρισμού, παρατηρώ ότι οι δηλώσεις των Αιτητών αναφορικά με την έκθεση των ανήλικων τέκνων σε περιβάλλον βίας, ανασφάλειας και ψυχολογικής επιβάρυνσης συνάδουν με τις πληροφορίες χώρας καταγωγής που έχουν ήδη παρατεθεί και αξιολογηθεί ανωτέρω κατά την εξέταση του δεύτερου και τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού. Ειδικότερα, οι αναφορές περί επαναλαμβανόμενων επεισοδίων ένοπλης βίας, παρουσίας πολλαπλών ένοπλων δρώντων, γενικευμένης ανασφάλειας, βίας κατά παιδιών και επιδείνωσης των ψυχοκοινωνικών αναγκών του πληθυσμού εντός του καταυλισμού Ein El-Hilweh ενισχύουν εξωτερικά τον βασικό πυρήνα των ισχυρισμών των Αιτητών αναφορικά με την ψυχολογική επιβάρυνση και την ιδιαίτερη ευαλωτότητα των ανήλικων τέκνων της οικογένειας υπό τις συνθήκες που, κατά τους ισχυρισμούς τους, επικρατούσαν στον καταυλισμό.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του τέταρτου ουσιώδους ισχυρισμού, παρατηρώ καταρχάς ότι ορισμένα στοιχεία του ενισχύονται από το προσκομισθέν Τεκμήριο 7, ήτοι την ιατρική βεβαίωση αναφορικά με την ψυχολογική κατάσταση ανήλικου τέκνου της οικογένειας (Αιτήτριας 3). Σύμφωνα με τις δηλώσεις του Αιτητή, το εν λόγω έγγραφο αφορά θεραπεία του παιδιού λόγω κατάστασης σοκ, φόβου και εφιαλτών που συνδέονταν με περιστατικό ένοπλης βίας εντός του καταυλισμού. Δεν παραγνωρίζω, βεβαίως, ότι οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν ότι το τεκμήριο αυτό δεν είχε προσκομιστεί κατά το πρωτοβάθμιο στάδιο εξέτασης της αίτησης, καθώς και ότι το πιστοποιητικό εκδόθηκε από παιδίατρο και όχι από εξειδικευμένο ψυχίατρο. Ωστόσο, ο Αιτητής παρείχε εξήγηση ως προς τη μεταγενέστερη προσκόμισή του, αναφέροντας ότι το έγγραφο βρισκόταν στον Λίβανο και ότι κατά το στάδιο της συνέντευξης δεν του ζητήθηκαν σχετικά αποδεικτικά στοιχεία. Περαιτέρω, το γεγονός ότι το πιστοποιητικό προέρχεται από παιδίατρο δεν αναιρεί αφ’ εαυτού την αποδεικτική του αξία ως στοιχείου που συνάδει με τους ισχυρισμούς περί ψυχολογικής επιβάρυνσης του τέκνου, ιδίως όταν αξιολογείται σε συνδυασμό με τις λοιπές δηλώσεις των Αιτητών και το γενικότερο πλαίσιο των συνθηκών που επικρατούσαν στον καταυλισμό.

 

Περαιτέρω, οι δηλώσεις των Αιτητών αναφορικά με την έκθεση των ανήλικων τέκνων σε περιβάλλον βίας, ανασφάλειας και ψυχολογικής επιβάρυνσης συνάδουν με τις πληροφορίες χώρας καταγωγής που έχουν ήδη παρατεθεί και αξιολογηθεί ανωτέρω κατά την εξέταση του δεύτερου και τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού. Ειδικότερα, οι αναφορές περί επαναλαμβανόμενων επεισοδίων ένοπλης βίας, παρουσίας πολλαπλών ένοπλων δρώντων, γενικευμένης ανασφάλειας, βίας κατά παιδιών και επιδείνωσης των ψυχοκοινωνικών αναγκών του πληθυσμού εντός του καταυλισμού Ein El-Hilweh ενισχύουν εξωτερικά τον βασικό πυρήνα των ισχυρισμών των Αιτητών αναφορικά με την ψυχολογική επιβάρυνση και την ιδιαίτερη ευαλωτότητα των ανήλικων τέκνων της οικογένειας υπό τις συνθήκες που, κατά τους ισχυρισμούς τους, επικρατούσαν στον καταυλισμό.

 

Και ο τέταρτος λοιπόν ισχυρισμός των Αιτητών γίνεται αποδεκτός ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστος.

 

Υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στο άρθρο 1Δ της Σύμβασης της Γενεύης

 

Κατόπιν της ανωτέρω αξιολόγησης των ουσιωδών ισχυρισμών των Αιτητών και της αξιοπιστίας αυτών, απομένει η υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στο εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο του άρθρου 1Δ της Σύμβασης της Γενεύης, όπως αυτό ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο μέσω του άρθρου 5 του περί Προσφύγων Νόμου και ερμηνεύθηκε από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως τις αποφάσεις Bolbol, El Kott και Alheto.

 

Δεν αμφισβητείται εν προκειμένω ότι οι Αιτητές αποτελούν ανιθαγενείς Παλαιστινίους με χώρα προηγούμενης συνήθους διαμονής τον Λίβανο και ότι είναι καταγεγραμμένοι στην UNRWA. Ως εκ τούτου, εμπίπτουν καταρχήν στο ειδικό καθεστώς του άρθρου 1Δ της Σύμβασης της Γενεύης, το οποίο συνιστά lex specialis σε σχέση με το γενικό καθεστώς προστασίας του άρθρου 1Α της Σύμβασης.

 

Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως την El Kott, το κρίσιμο ζήτημα στις περιπτώσεις προσώπων που υπάγονται στην προστασία ή συνδρομή της UNRWA δεν είναι η στοιχειοθέτηση δικαιολογημένου φόβου δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης, αλλά κατά πόσον η προστασία ή συνδρομή της UNRWA έχει παύσει, εν τοις πράγμασι, για λόγους ανεξάρτητους της βούλησης των ενδιαφερομένων και εκφεύγοντες του ελέγχου τους. Περαιτέρω, κατά την ίδια νομολογία, τέτοια παύση δύναται να διαπιστωθεί όταν ο ενδιαφερόμενος περιέρχεται σε προσωπική κατάσταση σοβαρής ανασφάλειας και όταν η UNRWA αδυνατεί να του διασφαλίσει συνθήκες διαβίωσης συμβατές με την αποστολή της.

 

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω αρχών, κρίνω ότι τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης δεν δύνανται να αξιολογηθούν αποσπασματικά ούτε αποκλειστικά υπό το πρίσμα ύπαρξης «κλασικού» φόβου δίωξης. Αντιθέτως, απαιτείται συνολική εκτίμηση τόσο των προσωπικών περιστατικών που επικαλέστηκαν οι Αιτητές όσο και του γενικότερου περιβάλλοντος που επικρατούσε στον καταυλισμό Ein El-Hilweh κατά τον κρίσιμο χρόνο εγκατάλειψης της χώρας προηγούμενης συνήθους διαμονής τους αλλά και κατά τον χρόνο εξέτασης της αίτησής τους.

Από την αξιολόγηση των ισχυρισμών των Αιτητών προέκυψε ότι ο Αιτητής 1 αντιμετώπισε περιστατικά σύγκρουσης και παρενόχλησης από μέλος του λιβανέζικου στρατού, τα οποία, ανεξαρτήτως του εάν συνιστούν αφ’ εαυτών δίωξη κατά την έννοια του άρθρου 1Α της Σύμβασης, συνδέονται με το γενικότερο καθεστώς περιορισμένης προστασίας και ευαλωτότητας των Παλαιστινίων προσφύγων στον Λίβανο. Παράλληλα, κρίθηκαν ουσιωδώς αξιόπιστοι οι ισχυρισμοί περί πιέσεων και απειλών από ένοπλες οργανώσεις εντός του καταυλισμού, περί προσπαθειών στρατολόγησής του, καθώς και περί γενικευμένης ανασφάλειας, εγκληματικότητας και απουσίας αποτελεσματικού κρατικού ελέγχου.

 

Οι διαπιστώσεις αυτές ενισχύονται ουσιωδώς από τις πληροφορίες χώρας καταγωγής που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, οι πηγές επιβεβαιώνουν ότι ο καταυλισμός Ein El-Hilweh αποτελεί τον μεγαλύτερο παλαιστινιακό καταυλισμό στον Λίβανο, ότι η ασφάλεια και διοίκησή του ασκείται κυρίως από παλαιστινιακές φατρίες και λαϊκές επιτροπές και ότι η πρόσβαση στον καταυλισμό ελέγχεται από τις Λιβανικές Ένοπλες Δυνάμεις μέσω σημείων ελέγχου. Παράλληλα, οι ίδιες πηγές καταγράφουν περιορισμένη δυνατότητα ουσιαστικού κρατικού ελέγχου, παρουσία πολλαπλών ένοπλων οργανώσεων και επαναλαμβανόμενα επεισόδια βίας και ανασφάλειας εντός των καταυλισμών[51].

 

Περαιτέρω, οι διαθέσιμες πληροφορίες καταδεικνύουν ότι οι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες στον Λίβανο αντιμετωπίζουν διαχρονικά σοβαρούς περιορισμούς στα κοινωνικά και οικονομικά τους δικαιώματα, περιλαμβανομένων περιορισμών στην εργασία, στην πρόσβαση σε κρατικές υπηρεσίες και στην ελευθερία διακίνησης. Ειδικότερα, οι πηγές αναφέρουν ότι οι Λιβανικές αρχές παρακολουθούν τις μετακινήσεις προς και από τους καταυλισμούς, ότι οι Παλαιστίνιοι υπόκεινται σε αυστηρότερους περιορισμούς μετακίνησης σε σχέση με τους Λιβανέζους πολίτες και ότι αντιμετωπίζουν εκτεταμένες διακρίσεις στην αγορά εργασίας και στις συνθήκες διαβίωσης[52].

 

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδω επίσης στις πληροφορίες που αφορούν τη γενικότερη κατάσταση των Παλαιστινίων προσφύγων στον Λίβανο και την ίδια τη δυνατότητα της UNRWA να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στην αποστολή της. Από τις σχετικές εκθέσεις προκύπτει ότι οι δραστηριότητες της UNRWA στον Λίβανο τελούν υπό καθεστώς χρόνιας υποχρηματοδότησης, ότι οι ανάγκες των προσφύγων υπερβαίνουν σημαντικά τις διαθέσιμες δυνατότητες του Οργανισμού και ότι οι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες εξαρτώνται σχεδόν αποκλειστικά από την UNRWA για βασικές υπηρεσίες υγείας, εκπαίδευσης και επιβίωσης. Παράλληλα, καταγράφεται ότι μεγάλος αριθμός Παλαιστινίων προσφύγων ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, ενώ η ανεργία και η επισιτιστική ανασφάλεια παραμένουν σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα[53].

 

Πρόσθετα, σύμφωνα με την έκθεση Country Focus της EUAA, η οποία αφορά το Λίβανο και εκδόθηκε το Νοέμβριο του 2025, οι παλαιστινιακές παρατάξεις διατηρούν ένοπλες ομάδες εντός των 12 επίσημων καταυλισμών προσφύγων του Λιβάνου, που βρίσκονται σε όλη τη Βηρυτό, τον βόρειο Λίβανο, τη Σαϊντά, την Τύρο και την κοιλάδα Μπεκάα. Σε αυτές περιλαμβάνονται όχι μόνο η Φατάχ, η Χαμάς, η Παλαιστινιακή Ισλαμική Τζιχάντ, αλλά και άλλες μικρότερες παρατάξεις. Οι καταυλισμοί έχουν επίσης φιλοξενήσει ομάδες που συνδέονται με τον διεθνή τζιχαντισμό, όπως η Φατάχ αλ-Ισλάμ, η οποία εμπλέκεται ιδιαίτερα στη σύγκρουση Ναχρ αλ-Μπάρεντ το 2007[54]. Σύμφωνα άλλωστε με την Υπηρεσία Αρωγής και Έργων των Ηνωμένων Εθνών (UNRWA), εδώ και πολλά χρόνια ένοπλες παλαιστινιακές παρατάξεις έχουν εμπλακεί σε μάχες εντός των καταυλισμών, παραβιάζοντας μερικές φορές το απαραβίαστο των εγκαταστάσεων της UNRWA, όπως στο Ein El Hilweh όπου τα σχολεία παρέμειναν κλειστά για μεγάλο μέρος του 2025[55]. Η UNRWA έχει επίσης επισημάνει την απουσία αποτελεσματικής διακυβέρνησης, δικαστικής εξουσίας και δομών επιβολής του νόμου σε αυτούς τους καταυλισμούς[56].

 

Δεν παραγνωρίζω ότι η UNRWA εξακολουθεί να λειτουργεί στον Λίβανο και να παρέχει ορισμένες υπηρεσίες στους καταγεγραμμένους πρόσφυγες. Ωστόσο, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το γεγονός και μόνον της συνέχισης ορισμένων ανθρωπιστικών ή διοικητικών υπηρεσιών δεν αρκεί αφ’ εαυτού για να αποκλειστεί η εφαρμογή του άρθρου 1Δ, εφόσον από τα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι ο ενδιαφερόμενος δεν απολάμβανε στην πράξη αποτελεσματική προστασία ή συνδρομή υπό συνθήκες προσωπικής ασφάλειας και αξιοπρεπούς διαβίωσης. Η έννοια της «προστασίας ή συνδρομής» στο πλαίσιο του άρθρου 1Δ δεν εξαντλείται στην τυπική συνέχιση λειτουργίας της UNRWA ούτε στην παροχή ορισμένων βασικών υπηρεσιών, αλλά προϋποθέτει πραγματική δυνατότητα του ενδιαφερομένου να ζει υπό συνθήκες ασφάλειας και στοιχειώδους αξιοπρέπειας εντός της ζώνης επιχειρήσεων του Οργανισμού.

 

Εν προκειμένω, λαμβάνοντας υπόψη σωρευτικά το γενικό περιβάλλον ανασφάλειας στον καταυλισμό Ein El-Hilweh, την παρουσία και δράση ένοπλων οργανώσεων, την απουσία ουσιαστικού κρατικού ελέγχου, τους περιορισμούς που αντιμετωπίζουν οι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες στον Λίβανο, τις προσωπικές περιστάσεις που επικαλέστηκαν οι Αιτητές, καθώς και την ιδιαίτερη ευαλωτότητα των ανήλικων τέκνων της οικογένειας, κρίνω ότι οι Αιτητές είχαν περιέλθει, κατά τον χρόνο εγκατάλειψης της χώρας προηγούμενης συνήθους διαμονής τους, σε κατάσταση σοβαρής προσωπικής ανασφάλειας.

 

Περαιτέρω, από το σύνολο των στοιχείων της υπόθεσης προκύπτει ότι η παρεχόμενη από την UNRWA προστασία ή συνδρομή είχε καταστεί, στην πράξη, ανεπαρκής και αναποτελεσματική για λόγους ανεξάρτητους της βούλησης των Αιτητών. Οι τελευταίοι δεν εγκατέλειψαν τον Λίβανο απλώς προς αναζήτηση οικονομικά καλύτερων συνθηκών, αλλά υπό συνθήκες σωρευτικής ανασφάλειας, κοινωνικής περιθωριοποίησης, έλλειψης αποτελεσματικής προστασίας και φόβου περαιτέρω έκθεσης των ίδιων και των ανήλικων τέκνων τους σε περιβάλλον ένοπλης βίας και αστάθειας.

 

Στη βάση λοιπόν των όσων εκτενώς παρατέθηκαν ανωτέρω και κατόπιν εξατομικευμένης εκτιμήσεως όλων των κρίσιμων για την υπό κρίση υπόθεση στοιχείωνκαταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι Αιτητές, ως ανιθαγενείς παλαιστινιακής καταγωγής, ευρισκόμενοι, κατά το έτος αναχώρησης τους, σε κατάσταση σοβαρής προσωπικής ανασφάλειας, η οποία απορρέει τόσο από τις ατομικές τους περιστάσεις όσο και από τις γενικότερες συνθήκες που επικρατούσαν στη ζώνη επιχειρήσεων της UNRWA. Περαιτέρω, προκύπτει ότι η UNRWA, ανεξαρτήτως της τυπικής λειτουργίας της, δεν ήταν σε θέση να τους διασφαλίσει, εντός της ζώνης επιχειρήσεών της, συνθήκες διαβίωσης συμβατές με την αποστολή της, ήτοι συνθήκες ασφάλειας και αξιοπρέπειας[57]. Ως εκ τούτου, η αποχώρηση των Αιτητών δεν δύναται να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα ελεύθερης επιλογής, αλλά ως συνέπεια αντικειμενικών περιστάσεων ανεξάρτητων της βουλήσεώς του, οι οποίες τους εξανάγκασαν να εγκαταλείψουν τη ζώνη επιχειρήσεων της UNRWA[58].

 

Υπό το πρίσμα αυτό, οι ανωτέρω συνθήκες δεν συνάδουν με την έννοια των «αξιοπρεπών συνθηκών διαβίωσης», όπως αυτή έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά το οποίο η παρεχόμενη προστασία ή συνδρομή από την UNRWA προϋποθέτει τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να διαβιοί με ασφάλεια και υπό συνθήκες αξιοπρέπειας εντός της σχετικής ζώνης επιχειρήσεων.

 

Κατά συνέπεια, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 1Δ της Σύμβασης της Γενεύης, καθότι η παρεχόμενη από την UNRWA συνδρομή πρέπει να θεωρηθεί ότι έπαυσε για λόγους ανεξάρτητους της βουλήσεως του Αιτητή.

 

Ως προς τη δυνατότητα επιστροφής των Αιτητών στη ζώνη επιχειρήσεων της UNRWA.

 

Η εξέταση του Δικαστηρίου δεν ολοκληρώνεται εδώ. Σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ, ως αυτή έχει παρατεθεί ανωτέρω (βλ. NB και ΑΒ ανωτέρω) ακόμη και αν ένα πρόσωπο υποχρεώθηκε, στο παρελθόν, να εγκαταλείψει τη ζώνη επιχειρήσεων ως ευρισκόμενο σε προσωπική κατάσταση σοβαρής ανασφάλειας, εντούτοις, τίποτα δεν θα δικαιολογούσε να του αναγνωριστεί αυτοδικαίως το καθεστώς πρόσφυγα δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, δεύτερο εδάφιο της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ αν η κατάσταση στη ζώνη επιχειρήσεων βελτιώθηκε σημαντικά στο μεταξύ, με αποτέλεσμα το εν λόγω πρόσωπο να μην ευρίσκεται πλέον σε προσωπική κατάσταση σοβαρής ανασφάλειας και να είναι εκ νέου δυνατόν στην UNRWA να του διασφαλίσει συνθήκες διαβίωσης οι οποίες συνάδουν προς την αποστολή της.

 

Κατά συνέπεια, το παρόν Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει κατά πόσον, κατά τον χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης, είναι πράγματι δυνατή η επιστροφή των Αιτητών στη ζώνη επιχειρήσεων της UNRWA και κατά πόσον αυτοί δύνανται να επωφεληθούν εκ νέου ουσιαστικής και αποτελεσματικής προστασίας ή συνδρομής από τον Οργανισμό. Προς τούτο, λαμβάνω υπόψη τις πλέον πρόσφατες και επικαιροποιημένες πληροφορίες χώρας καταγωγής που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με την κατάσταση που επικρατεί στον Λίβανο και ειδικότερα στους παλαιστινιακούς καταυλισμούς και στον καταυλισμό Ein El-Hilweh, ως αυτές ανωτέρω αναφέρθηκαν. Από τις πληροφορίες αυτές προκύπτει ότι η κατάσταση ασφαλείας στον καταυλισμό εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από σοβαρή αστάθεια, παρουσία πολλαπλών ένοπλων οργανώσεων και επαναλαμβανόμενα επεισόδια ένοπλης βίας. Οι σχετικές πηγές καταγράφουν ότι οι παλαιστινιακές παρατάξεις εξακολουθούν να διατηρούν ένοπλες δομές εντός των καταυλισμών, ενώ η άσκηση αποτελεσματικού κρατικού ελέγχου και επιβολής του νόμου παραμένει περιορισμένη.

 

Περαιτέρω, οι ίδιες πληροφορίες επιβεβαιώνουν ότι η UNRWA συνεχίζει να αντιμετωπίζει σοβαρές επιχειρησιακές και οικονομικές δυσχέρειες, οι οποίες επηρεάζουν ουσιωδώς την ικανότητά της να ανταποκρίνεται αποτελεσματικά στις αυξημένες ανάγκες του παλαιστινιακού προσφυγικού πληθυσμού στον Λίβανο. Παράλληλα, εξακολουθούν να καταγράφονται υψηλά επίπεδα φτώχειας, ανεργίας και κοινωνικής περιθωριοποίησης των Παλαιστινίων προσφύγων, καθώς και σοβαροί περιορισμοί στην πρόσβαση σε βασικά κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα.

 

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδω επίσης στο γεγονός ότι οι πλέον πρόσφατες πληροφορίες δεν καταδεικνύουν ουσιώδη ή σταθερή βελτίωση των συνθηκών ασφαλείας εντός του καταυλισμού Ein El-Hilweh σε σχέση με τον χρόνο αναχώρησης των Αιτητών. Αντιθέτως, προκύπτει ότι οι ένοπλες συγκρούσεις και η δράση ενόπλων οργανώσεων εξακολουθούν να επηρεάζουν άμεσα την καθημερινή ζωή των διαμενόντων στον καταυλισμό, ενώ η ίδια η UNRWA έχει αναφερθεί σε περιστατικά παραβίασης του απαραβίαστου των εγκαταστάσεών της και σε διακοπή λειτουργίας σχολικών μονάδων λόγω των συγκρούσεων.

 

Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη ότι οι Αιτητές αποτελούν οικογένεια με ανήλικα τέκνα, των οποίων η ιδιαίτερη ευαλωτότητα έχει ήδη αξιολογηθεί ανωτέρω. Η επιστροφή τους σε περιβάλλον που εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από σοβαρή ανασφάλεια, παρουσία ένοπλων οργανώσεων και απουσία αποτελεσματικής προστασίας θα τους εξέθετε εκ νέου σε συνθήκες αστάθειας και ανασφάλειας ασύμβατες με την έννοια της ουσιαστικής και αποτελεσματικής προστασίας κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι στην απόφαση El Kott το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διευκρίνισε ότι η παύση της προστασίας ή συνδρομής της UNRWA δεν περιορίζεται μόνο στην τυπική κατάργηση ή παύση λειτουργίας του Οργανισμού, αλλά καταλαμβάνει και περιπτώσεις όπου καθίσταται αδύνατο για τον Οργανισμό να εκπληρώσει αποτελεσματικά την αποστολή του έναντι συγκεκριμένου προσώπου. Περαιτέρω, το Δικαστήριο επεσήμανε ότι Παλαιστίνιος πρόσφυγας πρέπει να θεωρείται ότι εξαναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη ζώνη επιχειρήσεων της UNRWA όταν η προσωπική του ασφάλεια τελεί σε σοβαρό κίνδυνο και όταν ο Οργανισμός αδυνατεί να του διασφαλίσει συνθήκες διαβίωσης συμβατές με την αποστολή του.

 

Στο ίδιο πνεύμα, το Σημείωμα της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες του 2013 επισημαίνει ότι η προστασία της UNRWA θεωρείται ότι παύει όταν συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι εκτός του ελέγχου του ενδιαφερομένου, οι οποίοι καθιστούν αδύνατη την επιστροφή του στη ζώνη επιχειρησιακής δράσης της UNRWA για λόγους που αφορούν, μεταξύ άλλων, την προσωπική του ασφάλεια και ελευθερία.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι δεν προκύπτει ουσιώδης μεταβολή των συνθηκών στη ζώνη επιχειρήσεων της UNRWA και ειδικότερα στον καταυλισμό Ein El-Hilweh, τέτοια που να επιτρέπει το συμπέρασμα ότι οι Αιτητές δύνανται, κατά τον χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης, να επιστρέψουν με ασφάλεια και να επωφεληθούν εκ νέου ουσιαστικής και αποτελεσματικής προστασίας ή συνδρομής από την UNRWA.

 

Καταλήγω, συνεπώς, ότι εξακολουθούν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 1Δ της Σύμβασης της Γενεύης και του άρθρου 5 του περί Προσφύγων Νόμου και ότι οι Αιτητές δικαιούνται ipso facto τα ευεργετήματα της Σύμβασης. Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δύναται να διατηρηθεί και πρέπει να τροποποιηθεί.

 

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου, όπως αυτά έχουν ανωτέρω αξιολογηθεί, κρίνω ότι οι Αιτητές δεν δύνανται, κατά τον χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης, να επιστρέψουν με ασφάλεια στη ζώνη επιχειρήσεων της UNRWA και να επωφεληθούν εκ νέου ουσιαστικής και αποτελεσματικής προστασίας ή συνδρομής από αυτήν. Υπό τις περιστάσεις αυτές, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 1Δ της Σύμβασης της Γενεύης και του άρθρου 5(1)(α) του περί Προσφύγων Νόμου και οι Αιτητές δικαιούνται ipso facto τα ευεργετήματα της Σύμβασης.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή επιτυγχάνει ως προς την αιτούμενη υπό το στοιχείο (Α) του αιτητικού της προσφυγής, με έξοδα πλέον Φ.Π.Α. υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

Η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται δυνάμει του άρθρου 146(4)(δ) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου (Ν. 73(Ι)/2018), με αναγνώριση των Αιτητών ως προσφύγων δυνάμει του άρθρου 5(1)(α) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

 

Ε. Ρήγα,  Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[2] ΔΕΕ, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Alheto, C- 585/16, EU:C:2018:584, σκέψη 84.

[3] Οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011 , σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση)

[4] ΔΕΕ, Απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2021, Bundesrepublik Deutschland (Καθεστώς πρόσφυγα ενός ανιθαγενούς παλαιστινιακής καταγωγής), C‑507/19, EU:C:2021:3, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία.

[5] Δεν αμφισβητείται ότι η UNRWA συνιστά έναν εκ των οργανισμών και οργάνων των Ηνωμένων Εθνών εκτός του UNHCR που προβλέπουν το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας και το άρθρο 1Δ της Συμβάσεως της Γενεύης, καθόσον συνεστήθη ακριβώς λόγω της ιδιαίτερης καταστάσεως των προσφύγων της Παλαιστίνης που ετύγχαναν της συνδρομής ή προστασίας του UNRWA, όπως προκύπτει, ιδίως, από την υποβληθείσα στις 12 Σεπτεμβρίου 2001 από την Επιτροπή πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου [COM (2001) 510 τελικό] – βλπ. σκέψη 44 της απόφασης C-31/2009, Nawras Bolbol κατά Bevándorlási es Állampolgársági Hivatal, ημερομηνίας 17/6/2010.

[6] Οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011 , σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση)

[7] ΔΕΕ, απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2021, Bundesrepublik Deutschland (Καθεστώς πρόσφυγα ενός ανιθαγενούς παλαιστινιακής καταγωγής), C 507/19, EU:C:2021:3, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία.

[8]  ΔΕΕ, απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2012, Abed El Karem El Kott κ.λπ., C 364/11, EU:C:2012:826, σκέψεις 75 και 76.

[9] Μολονότι το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της Οδηγίας, δεν αναφέρει επακριβώς το χρονικό σημείο που είναι κρίσιμο για την αξιολόγηση, από την αρμόδια αρχή, του κατά πόσον έχει παύσει η συνδρομή ή προστασία της UNRWA, εντούτοις, η χρήση της φράσεως «που απολαύουν σήμερον», η οποία περιλαμβάνεται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 1, Δ, της Σύμβασης της Γενεύης, και «[προστασία ή συνδρομή] παύση παρεχόμενη», η οποία περιλαμβάνεται στο δεύτερο εδάφιο της ίδιας διατάξεως, συνηγορεί υπέρ μιας αξιολογήσεως η οποία αφορά το κατά πόσον η εν λόγω συνδρομή ή προστασία έχει πράγματι παύσει κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της Οδηγίας ΔΕΕ, NB και AB κατά Secretary of State for the Home Department, C-349/20, 03.03.2022, σκέψη 52.

[10] ΔΕΕ, αποφάσεις της 19ης Δεκεμβρίου 2012, Abed El Karem El Kott κ.λπ., C‑364/11, EU:C:2012:826, σκέψη 77, και της 13ης Ιανουαρίου 2021, Bundesrepublik Deutschland (Καθεστώς πρόσφυγα ενός ανιθαγενούς παλαιστινιακής καταγωγής), C‑507/19, EU:C:2021:3, σκέψεις 59 και 66.

[11] Οδηγία η οποία καταργήθηκε από την Οδηγία 2011/95.

[12]   ΔΕΕ, C-349/20 NB και AB κατά Secretary of State for the Home Department, απόφαση ημερ. 03.03.2022, σκέψη 56.

[13] ΔΕΕ, απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2021, Bundesrepublik Deutschland (Καθεστώς πρόσφυγα ενός ανιθαγενούς παλαιστινιακής καταγωγής), C‑507/19, EU:C:2021:3, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία.

[14] ΔΕΕ, C-31/09, Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 17ης Ιουνίου 2010, Nawras Bolbol κατά Bevándorlási és Állampolgársági Hivatal, σκέψη 52.

[15] Βλ. «Αναθεωρημένη Έκδοση του Σημειώματος για την εφαρμογή του άρθρου 1Δ της Σύμβασης του 1951 για το καθεστώς των Προσφύγων στους Παλαιστίνιους Πρόσφυγες, Οκτώβριος 2009» από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο προδικαστικού ερωτήματος του Δικαστηρίου της Βουδαπέστης για την ερμηνεία του άρθρου 12(1) της Οδηγίας 2004/83/ΕΚ, όπου διαλαμβάνεται ότι: «Τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εδαφ. 2 του άρθρου 1Δ απολαύουν ipso facto τα ευεργετήματα της Σύμβασης του 1951, εφόσον η υπόθεσή τους δεν πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 1Γ, 1Ε και 1ΣΤ της Σύμβασης. Δεν απαιτείται ειδικότερος καθορισμός του βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης του 1951». 

[16] ΔΕΕ C-364/11, Abed El Karem El Kott κλπ., σκ. 70-71.

[17]  Khouri, R. G., Palestinian Disarmament in Lebanon: Small Steps with Regional Implications, ACW, 4 September 2025, https://arabcenterdc.org/resource/palestinian-disarmament-in-lebanon-small-steps-with-regional-implications/,  Freedom House, Freedom in the World 2025 – Lebanon, 2025, Section G1, https://freedomhouse.org/country/lebanon/freedom-world/2025, (28/02/2026)

[18]  Freedom House, Freedom in the World 2025 – Lebanon, 2025, Section G1, G4, https://freedomhouse.org/country/lebanon/freedom-world/2025, (28/02/2026)

[19] Al Jazeera, Palestinians in Lebanon, refugees living in fear of Israeli air strikes, 6 October 2024, https://www.aljazeera.com/news/2024/10/6/palestinians-in-lebanon-refugees-living-in-fear-of-israeli-airstrikes, (28/02/2026)

[20] UNRWA, Where We Work, last updated February 2025, https://www.unrwa.org/where-we-work/lebanon, (28/02/2026)

[21]  Arab Weekly (The), Lebanon’s push to disarm Palestinian camps faces major hurdles, doubts emerge, 11 June 2025, https://thearabweekly.com/lebanons-push-disarm-palestinian-camps-faces-major-hurdles-doubts-emerge, (28/02/2026)

[22]  Al-Akhbar, Lebanese law designates Palestinian refugees as foreigners and requires them to obtain work permits, 1 May 2025, https://en.al-akhbar.com/news/palestinian-workers-in-lebanon--still-under-siege, (28/02/2026)

[23]  Freedom House, Freedom in the World 2025 – Lebanon, 2025, Section F4, https://freedomhouse.org/country/lebanon/freedom-world/2025, (28/02/2026)

[24]  Al Jazeera, Palestinians in Lebanon, refugees living in fear of Israeli air strikes, 6 October 2024, https://www.aljazeera.com/news/2024/10/6/palestinians-in-lebanon-refugees-living-in-fear-of-israeli-airstrikes, (28/02/2026)

[25]  UNRWA, UNRWA Strategic Assessment - UN80 Initiative, Report to the Secretary-General, 20 June 2025, para. 38, https://www.un.org/pga/wp-content/uploads/sites/109/2025/07/Report-to-the-Secretary-General-UNRWA-Strategic-Assessment-20-June-2025-002.pdf, (28/02/2026)

[26]  UNRWA, Where We Work, last updated February 2025, https://www.unrwa.org/where-we-work/lebanon, (28/02/2026)

[27] Reuters, Lebanon says it is beginning disarmament of Palestinian factions in refugee camps, 22 August 2025, https://www.reuters.com/world/middle-east/lebanon-says-it-is-beginning-disarmament-palestinian-factions-refugee-camps-2025-08-21/, (28/02/2026)

[28] NRC, No Place Like Home: an assessment of the Housing, Land and Property rights of Palestinian refugee Women in camps and gatherings in Lebanon, 15 Dec 2013, σελ. 32, https://www.nrc.no/globalassets/pdf/reports/no-place-like-home.pdf, (28/02/2026)

[29] UNRWA, Burj Barajneh Camp., διαθέσιμο σε: https://www.unrwa.org/where-we-work/lebanon/burj-barajneh-camp (28/02/2026)

[30]  Al Jazeera English, Lebanon begins disarming Palestinian groups in refugee camps, 1 September 2025, https://www.youtube.com/watch?v=ODs9nXWNqlM, (28/02/2026)

[31]  DW, Will Lebanon succeed in asserting state control over Palestinian camps and disarming armed factions?, 21 May 2025, https://www.youtube.com/watch?v=MpZv2pH94Ew&t=99s, (28/02/2026)

[32] This is Beirut, Explainer: What Are the 12 Palestinian Camps in Lebanon?, 23 May 2025, https://thisisbeirut.com.lb/articles/1316380/what-are-the-12-palestinian-camps-in-lebanon, (28/02/2026)

[33] Reuters, Lebanon says it is beginning disarmament of Palestinian factions in refugee camps, 22 August 2025, https://www.reuters.com/world/middle-east/lebanon-says-it-is-beginning-disarmament-palestinian-factions-refugee-camps-2025-08-21/, (28/02/2026)

[34] NRC, No Place Like Home: an assessment of the Housing, Land and Property rights of Palestinian refugee Women in camps and gatherings in Lebanon, 15 Dec 2013, σελ. 32, https://www.nrc.no/globalassets/pdf/reports/no-place-like-home.pdf, (28/02/2026)

[35] UNRWA, Burj Barajneh Camp., διαθέσιμο σε: https://www.unrwa.org/where-we-work/lebanon/burj-barajneh-camp (28/02/2026)

[36]  Al Jazeera English, Lebanon begins disarming Palestinian groups in refugee camps, 1 September 2025, https://www.youtube.com/watch?v=ODs9nXWNqlM, (28/02/2026)

[37]  DW, Will Lebanon succeed in asserting state control over Palestinian camps and disarming armed factions?, 21 May 2025, https://www.youtube.com/watch?v=MpZv2pH94Ew&t=99s, (28/02/2026)

[38] This is Beirut, Explainer: What Are the 12 Palestinian Camps in Lebanon?, 23 May 2025, https://thisisbeirut.com.lb/articles/1316380/what-are-the-12-palestinian-camps-in-lebanon, (28/02/2026)

[39] UNRWA, Profile: Ein El Hilweh Camp, January 2024, διαθέσιμο σε: https://www.unrwa.org/where-we-work/lebanon/ein-el-hilweh-camp

[40]  Israel, ITIC, Disarming the Palestinian Factions in Lebanon, 11 May 2025, σελ. 2, https://www.terrorism-info.org.il/app/uploads/2025/24/E_092_25.pdf, (28/02/2026)

[41]  Khouri, R. G., Palestinian Disarmament in Lebanon: Small Steps with Regional Implications, ACW, 4 September 2025, https://arabcenterdc.org/resource/palestinian-disarmament-in-lebanon-small-steps-with-regional-implications/, (28/02/2026)

[42] CLDH, Human Rights Developments in a Week September 1 - September 7 2025, 7 September 2025, σελ. 2, https://www.cldh-lebanon.org/HumanRightsBrie/ea762a47-29fb-4506-baa9-6b0af68ae539_HR%20Brief%20(September%201%20to%20September%207).pptx%20(1).pdf, (28/02/2026)

[43]  Beiruter (The), Palestinian authority advances security restructuring in Lebanon, 1 October 2025, https://www.thebeiruter.com/article/palestinian-authority-advances-security-restructuring-in-lebanon/193, (28/02/2026)

[44] UNRWA, Profile: Ein El Hilweh Camp, January 2024, διαθέσιμο σε: https://www.unrwa.org/where-we-work/lebanon/ein-el-hilweh-camp

[45] Reuters, Lebanon says it is beginning disarmament of Palestinian factions in refugee camps, 22 August 2025, https://www.reuters.com/world/middle-east/lebanon-says-it-is-beginning-disarmament-palestinian-factions-refugee-camps-2025-08-21/, (28/02/2026)

[46] NRC, No Place Like Home: an assessment of the Housing, Land and Property rights of Palestinian refugee Women in camps and gatherings in Lebanon, 15 Dec 2013, σελ. 32, https://www.nrc.no/globalassets/pdf/reports/no-place-like-home.pdf, (28/02/2026)

[47] UNRWA, Burj Barajneh Camp., διαθέσιμο σε: https://www.unrwa.org/where-we-work/lebanon/burj-barajneh-camp (28/02/2026)

[48]  Al Jazeera English, Lebanon begins disarming Palestinian groups in refugee camps, 1 September 2025, https://www.youtube.com/watch?v=ODs9nXWNqlM, (28/02/2026)

[49]  DW, Will Lebanon succeed in asserting state control over Palestinian camps and disarming armed factions?, 21 May 2025, https://www.youtube.com/watch?v=MpZv2pH94Ew&t=99s, (28/02/2026)

[50] This is Beirut, Explainer: What Are the 12 Palestinian Camps in Lebanon?, 23 May 2025, https://thisisbeirut.com.lb/articles/1316380/what-are-the-12-palestinian-camps-in-lebanon, (28/02/2026)

[51] UNRWA, Ein El Hilweh Camp, διαθέσιμο σε: https://www.unrwa.org/where-we-work/lebanon/ein-el-hilweh-camp (28/02/2026)

[52] Forced Migration Review, Palestinian refugees in Lebanon, n.d., https://www.fmreview.org/elsayedali/, (28/02/2026)

[55] UNRWA, UNRWA Strategic Assessment - UN80 Initiative, Report to the Secretary-General, 20 June 2025, https://www.un.org/pga/wp-content/uploads/sites/109/2025/07/Report-to-the-Secretary-General-UNRWA-Strategic-Assessment-20-June-2025-002.pdf, par. 39, (28/02/2026)

[56] UNRWA, Where we work, Lebanon, updated in February 2025, information observed on 17 September 2025, https://www.unrwa.org/where-we-work/lebanon, (28/02/2026)

[57]    Πρβλ. απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2021, Bundesrepublik Deutschland (Καθεστώς πρόσφυγα ενός ανιθαγενούς παλαιστινιακής καταγωγής) (C‑507/19, EU:C:2021:3, σκέψη 54.

[58] ΔΕΕ, Απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2021, Bundesrepublik Deutschland (Καθεστώς πρόσφυγα ενός ανιθαγενούς παλαιστινιακής καταγωγής) (C‑507/19, EU:C:2021:3, σκέψη 51.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο