ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.1347/24
19 Μαΐου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
J. A. M.
Αιτήτρια
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κα Χρ. Λαζάρου Αρτέμη, Δικηγόρος για Αιτήτρια
Κος Ν. Νικολάου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή η αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία της κοινοποιήθηκε αυθημερόν με επιστολή ημ.08/04/24, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε, ως άκυρης, αντισυνταγματικής, παράνομης, και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου (ΔΦ) που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, η αιτήτρια έρχεται από το Καμερούν, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 23/01/20 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 27/02/20 (ερ.1-3, 40).
Στις 08/02/24 και 16/02/24 πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις με την αιτήτρια από την Υπηρεσία προς εξέταση της επίδικης αιτήσεως διεθνούς προστασίας, όπου της δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα της (ερ.30-40, 42-47). Μετά τη συνέντευξη ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση και στις 26/03/24 η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε (ερ.124-150). Ακολούθως ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την επίδικη απόφαση, η οποία της δόθηκε διά χειρός στις 08/04/24, στην μητρική της γλώσσα (ερ.152, 3).
Στην επίδικη αίτηση η αιτήτρια καταγράφει ότι έφυγε από το Καμερούν λόγω της πολιτικής αστάθειας και του θανάτου του πατέρα της και η (σ.σ. μητέρα της), λόγω του στρες είχε αποβιώσει και με τη βοήθεια της θείας και «άλλων μελών της οικογένειας» της η αιτήτρια έφτασε στην Κύπρο, καθώς, επειδή ο πατέρας της ήταν στον στρατό, «κάποια άτομα» ήθελαν να την σκοτώσουν, όπως αναφέρει, και έτσι «το ένα οδήγησε στο άλλο και [βρήκε] τον εαυτό [της] εδώ, μέσω ατόμων από τους οποίους [ζήτησε] συμβουλή».
Στη συνέντευξη που διενεργήθηκε η αιτήτρια ανέφερε ότι γεννήθηκε και διέμενε με τους γονείς της στην Bamenda, όταν οι γονείς της χώρισαν και η μητέρα της ξαναπαντρεύτηκε η αιτήτρια διέμενε με τον πατέρα της, όταν δε αυτός απεβίωσε στις 20/05/18, καθότι ήταν στρατιωτικός, η αιτήτρια μετοίκησε στην Buea με την μητέρα της και όταν και η μητέρα της (αρρώστησε και) απεβίωσε στις 13/03/19, επειδή, ως ανέφερε, δεν ήθελε να μείνει με τον πατριό της, πήγε πίσω στην Bamenda, όπου και διέμενε – μαζί με τη θεία της – μέχρι που έφυγε από τη χώρα. Η θεία της με την οποία διέμενε, ως ανέφερε, απεβίωσε το 2022, ως η αιτήτρια πληροφορήθηκε από «κάποιον [που] της έστειλε γραπτό μήνυμα από το κινητό της» θείας της. Η αιτήτρια είναι απόφοιτη πανεπιστημίου (2017), δεν έχει εργαστεί στη χώρα καταγωγής, καθώς, ως ανέφερε, ήταν φοιτήτρια.
Ερωτώμενη σχετικά η αιτήτρια ανέφερε ότι έφυγε από το Καμερούν «κυρίως λόγω της πολιτικής αστάθειας και λόγω του ότι οι Amba Boys (Ambazonians) έρχονταν στο σπίτι του πατέρα [της] και έψαχναν το όπλο του πατέρα [της] […] κάθε φορά που έρχονταν, ένας απ’ αυτούς κοιμόταν [μ’ αυτήν]». Σημειώνω ότι στα πλείστα σημεία του πρακτικού των επίδικων συνεντεύξεων, όπου γίνεται σχετική αναφορά, χρησιμοποιείται η φράση «my father’s gone», το οποίο – ως καθίσταται σαφές από σχετική στιχομυθία που είχε η αιτήτρια με τον λειτουργό (ερ.45 – 1Χ) – αναφέρεται στο όπλο του πατέρα της.
Ερωτώμενη επί των ως άνω η αιτήτρια ανέφερε ότι ο πατέρα της ήταν στρατιωτικός, στην «στρατιωτική αστυνομία» και γι’ αυτό όποτε πήγαιναν στο σπίτι της έψαχναν το όπλο του, αυτός πυροβολήθηκε στις 20 Μαΐου, που είναι σημαντική μέρα για το Καμερούν, καθώς, ως ανέφερε η αιτήτρια, ο στρατός «βγαίνει για να προστατέψει τα παιδιά», τότε οι Ambazonians βγήκαν κι’ αυτοί, υπήρξε ανταλλαγή πυροβολισμών, ο πατέρας της ήταν σε υπηρεσία, που – ως ανέφερε ερωτώμενη σχετικά - συνήθως αφορούσε τον έλεγχο σημεία ελέγχου ταυτότητας στους δρόμου, χωρίς να είναι σε θέση να αναφέρει η αιτήτρια περισσότερα επ’ αυτού, και σκοτώθηκε, ως η ίδια πληροφορήθηκε από συναδέλφους του πατέρα της.
Αναφορικά με τους κατ’ ισχυρισμό βιασμούς που υπέστη η αιτήτρια ανέφερε ότι κάθε φορά που οι Ambazonians πήγαιναν σπίτι της για να ψάξουν για το όπλο του πατέρα της τη ρωτούσαν αν γνωρίζει που είναι αυτό, η αιτήτρια απαντούσε αρνητικά και αντιστεκόταν και τότε την χτυπούσαν και (μια φορά, που ανέφερε ότι ήταν η τελευταία αλλά είπε πως δεν ήταν η τελευταία) ένας άνδρας την χτύπησε και αυτή έχασε ένα δόντι. Εκείνη τη φορά, ως ανέφερε ερωτώμενη σχετικά, ο άνδρας την πίεζε, η αιτήτρια τον έσπρωχνε και παρακαλούσε, της είπε ότι δεν μπορεί να κάνει κάτι γι’ αυτό και μετά την γρονθοκόπησε, η δε θεία της, ως ανέφερε η αιτήτρια όταν ρωτήθηκε, δεν ήταν μαζί της, ήταν στο χωριό Batibo, όπου διέμενε και εργαζόταν σε ένα κολλέγιο, όσο ο πατέρας της ζούσε και έμενε εκεί, ως ανέφερε η αιτήτρια όταν ρωτήθηκε, σε όλα τα περιστατικά που υπέστη η ίδια. Η αιτήτρια ακολούθως, κατά την πρώτη συνέντευξη, για 2η φορά, δήλωσε κουρασμένη και έτσι προγραμματίστηκε η συνέχιση της συνέντευξης σε άλλη ημερομηνία.
Στη 2η συνέντευξη, ερωτώμενη εκ νέου επί των ως άνω η αιτήτρια δεν πρόσθεσε κάτι και επανέλαβε κατ’ ουσίαν τα όσα είχε αναφέρει στα πλαίσια της 1ης συνέντευξης, εξηγώντας ότι οι Ambazonians πήγαιναν κάθε φορά σπίτι της για να ψάξουν για το όπλο του πατέρα της. Ερωτώμενη αν κατάγγειλε τα όσα κατ’ ισχυρισμό υπέστη στις Αρχές ανέφερε ότι είχε υποβάλει καταγγελία στην αστυνομία όμως, όταν τη ρώτησαν αν μπορεί να αναγνωρίσει τους δράστες, αυτή απάντησε αρνητικά, όμως, όταν (οι βιασμοί) γίνονταν σε τακτική βάση – ως ανέφερε η αιτήτρια – αυτή μπορούσε να αναγνωρίσει μερικούς απ’ αυτούς. Όταν η αιτήτρια ρωτήθηκε σχετικά ανέφερε ότι αν επιστρέψει στο Καμερούν δεν έχει που να πάει και πιστεύει ότι κινδυνεύει ακόμα γιατί είχε πει, ως ανέφερε, ότι αναγνώρισε κάποιους από τους δράστες, δεν μπορεί να διαμείνει σε άλλη περιοχή και δεν μπορεί αν μείνει με κάποιο συγγενή της, χωρίς εντούτοις να εξηγεί τους λόγους γι’ αυτό.
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα όσα ανέφερε η αιτήτρια εντόπισαν και αξιολόγησαν τους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.
1. Ταυτότητα, προφίλ, χώρα ιθαγενείας και τόπο διαμονής της αιτήτριας
2. Λόγω της πολιτικής κατάστασης στη χώρα καταγωγής
3. Ιδιότητα του πατέρα της ως αστυνομικός του στρατού
4. Ισχυριζόμενος θάνατος του πατέρα της αιτήτρια εν ώρα καθήκοντος λόγω της ιδιότητας του ως αστυνομικός του στρατού
5. Ισχυριζόμενες επισκέψεις των Ambazonians λόγω της ιδιότητας του πατέρα της ως αστυνομικός του στρατού, κατά τα οποία η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι έπεσε θύμα βιασμού
6. Λόγω της επιθυμίας της αιτήτριας να δουλέψει και να προσφέρει στην κόρη της ένα καλύτερο μέλλον
Εκ των ως άνω έγιναν αποδεκτοί ο 1ος, 2ος και 6ος ισχυρισμοί, οι δε 3ος, 4ος και 5ος απορρίφθηκαν ως αναξιόπιστοι.
Επί του 3ου ουσιώδους ισχυρισμού, ως κρίθηκε, η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να δώσει επί του ζητήματος της ιδιότητας του πατέρα της κάποια συγκεκριμένη πληροφορία ή επαρκείς λεπτομέρειες, τη φύση της εργασίας του, τη θέση του στο τμήμα όπου αυτός εργαζόταν, τον βαθμό του, τη στολή, την τοποθεσία της εργασίας του. Ερωτώμενη για τα καθήκοντα του πατέρα της η αιτήτρια παρέμεινε, ως κρίθηκε, ασαφής, αναφέροντας γενικά και χωρίς εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες, ότι έκανε έλεγχο ταυτότητας σε σημεία ελέγχου. Επί του σταθμού στον οποίο ο πατέρας της εργαζόταν παρέμεινε, ομοίως, γενική, χωρίς να είναι σε θέση να τοποθετήσει ακριβώς το που βρισκόταν αυτός, όπως και να αναφέρει περισσότερες πληροφορίες για το πότε άρχισε να εργάζεται αυτός ο αστυνομικός, εφόσον αυτή διέμενε μαζί του όλη τη ζωή της, μέχρι που αυτός κατ’ ισχυρισμό απεβίωσε. Επί της εξωτερικής συνοχής του ισχυρισμού έγινε έρευνα στο διαδίκτυο για την τοποθεσία όπου ανέφερε η αιτήτρια ότι βρισκόταν ο σταθμός του πατέρα της, όμως δεν επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη του, επιβεβαιώθηκε όμως η ύπαρξη κολλεγίου αστυνομίας στο Mutengene, ως το τοποθέτησε η αιτήτρια.
Ενόψει των ως άνω, λαμβανομένων υπόψη των κενών που εντοπίστηκαν, σύμφωνα με τους καθ’ ων η αίτηση επί της εσωτερικής συνοχής των λεγομένων της αιτήτριας, ο 3ος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε.
Ο 4ος ουσιώδης ισχυρισμός – ομοίως – απορρίφθηκε ενόψει των κενών αλλά και ελλείψεις επαρκών πληροφοριών και λεπτομερειών που εντοπίστηκαν. Συγκεκριμένα, ως κρίθηκε, η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να αναφέρει την παραμικρή λεπτομέρεια σχετικά με το πως, υπό ποιες συνθήκες επήλθε, και πως η αιτήτρια πληροφορήθηκε γι’ αυτόν, ο θάνατος του πατέρα της. Ερωτώμενη επανειλημμένα επί τούτου το μόνο που ανέφερε η αιτήτρια ήταν ότι ήταν στις 20 Μαΐου, που – ως ανέφερε – είναι σημαντική μέρα για το Καμερούν, χωρίς να είναι σε θέση τελικά να αναφέρει τι ακριβώς έγινε, από ποιον σκοτώθηκε ο πατέρας της και παρέμεινε γενικόλογη, ασαφής και εν πολλοίς στερούμενη συνοχής σε όλες τις επ’ αυτού ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν. Κατόπιν δε έρευνας σε ΠΧΚ σημειώθηκε ότι δεν εντοπίστηκαν πληροφορίες που να συνάδουν με τα λεγόμενα της αιτήτριας και έτσι, δεδομένων και των ελλείψεων που εντοπίστηκαν στην εσωτερική συνοχής, ο ως άνω 4ος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.
Επί του 5ου ουσιώδους ισχυρισμού κρίθηκε ότι η αιτήτρια, παρότι ρωτήθηκε επισταμένα, και στις 2 συνεντεύξεις που έγιναν, επί των κατ’ ισχυρισμών περιστατικών βιασμού της από Ambazonians, στα πλαίσια επισκέψεων στο σπίτι της για να βρουν – ως ανέφερε – το όπλο του πατέρα της, αυτή δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες τους λόγους που την επισκέπτονταν επανειλημμένα, ψάχνοντας το όπλο του πατέρα της, τι γινόταν στις επισκέψεις αυτές, τι ακολουθούσε της κάθε επίσκεψης και δεν παρέθεσε το παραμικρό βιωματικό στοιχείο αναφορικά με όσα κατ’ ισχυρισμό υπέστη στις επισκέψεις αυτές. Δεν μπόρεσε περαιτέρω, ως κρίθηκε, να αναφέρει πότε έγιναν όλα ή μερικά από τα περιστατικά αυτά, τι ακριβώς έγινε, πότε, που και πως κατάγγειλε αυτά στην αστυνομία, σε ποιες ενέργειες προέβη η αστυνομία. Επί όλων των ερωτήσεων δε που της τέθηκε επί των ως άνω η αιτήτρια επαναλάμβανε επί το πλείστο γενικόλογες και όλως ασαφείς αποκρίσεις ότι το κατάγγελλε κάθε φορά και ότι την ρωτούσαν κάθε φορά που είναι το όπλο του πατέρα της και ακολούθως την χτυπούσαν και τη βίαζαν και δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί παρέμενε στο ίδιο σπίτι για 2 χρόνια, όπου υπόκειτο τα όσα αυτή εξιστόρησε, μέχρι να φύγει απ’ εκεί. Περαιτέρω, η μόνη περιγραφή περιστατικού που έδωσε παρέμεινε όλως γενική και χωρίς καμία λεπτομέρεια και χωρίς να είναι τελικά σε θέση να τοποθετήσει σαφώς χρονικά τα όσα ανέφερε. Δεν κρίθηκε σκόπιμη η έρευνα σε ΠΧΚ επί του εν λόγω ισχυρισμού και αυτός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος, συνεπεία των ελλείψεων που εντοπίστηκαν στην εσωτερική συνοχή των λεγομένων της αιτήτριας.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου στη βάση του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού της αιτήτριας, κατόπιν έρευνας για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής της (Bamenda, στη βορειοδυτική περιφέρεια), συνυπολογίζοντας ότι πρόκειται για ενήλικη γυναίκα, υγιή, με πανεπιστημιακή μόρφωση, που γνωρίζει αγγλικά, βασικά γαλλικά, λαμβανομένου υπόψη και του τέκνου της, γεννηθέντος στη Δημοκρατία, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης κατά την επιστροφή της στο Καμερούν.
Συνεπεία των ανωτέρω η επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής της αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της.
Στην προσφυγή καταγράφονται ορισμένα μόνο νομικά σημεία, ακροθιγώς και χωρίς αυτά να εξειδικεύονται επαρκώς. Στην αγόρευση που ακολούθησε, κάνοντας αναφορές στα λεγόμενα της αιτήτριας κατά τη συνέντευξη και στην οικεία νομοθεσία και νομολογία, η συνήγορος της αναφέρει ότι δεν έγινε εν προκειμένω δέουσα έρευνα των ισχυρισμών της, κατά παράβαση σχετικών κατευθυντήριων γραμμών του EASO (σελ.6 αγόρευσης), η δε επίδικη απόφαση είναι προϊόν πλάνης και, επιπλέον, δεν αιτιολογείται επαρκώς, αφού – ως εισηγείται – τα όσα σχετίζονται με τον 3ο, 4ο και 5ο ισχυρισμό της αιτήτριας λανθασμένα κρίθηκαν αναξιόπιστα. Εκ των όσων δε η αιτήτρια ανέφερε, τα οποία θα έπρεπε να είχαν κριθεί αξιόπιστα, αποκαλύπτεται βάσιμος φόβος δίωξης της (προσφυγικό) και, σε κάθε περίπτωση, υφίσταται κίνδυνος σοβαρής βλάβης, που αποτελεί βάση συμπληρωματικής προστασίας, δεδομένης και της επικρατούσας κατάστασης στο Καμερούν.
Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι ουδείς εκ των ισχυρισμών της αιτήτρια δικογραφείται δεόντως και ουδείς εξειδικεύεται επαρκώς στην προσφυγή και είναι γι’ αυτό ανεπίδεκτοι δικαστικής κρίσης και ανέφεραν ότι κατά την επίδικη διαδικασία αξιολογήθηκαν όλοι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας, η επίδικη δε απόφαση είναι νόμιμη, πλήρως αιτιολογημένη και ορθή επί της ουσίας και ζητούν την απόρριψη της προσφυγής.
Κατά τις διευκρινήσεις ο συνήγορος της αιτήτριας απέσυρε ρητώς τον ισχυρισμό σχετικά με την αρμοδιότητα του λαμβάνοντος την επίδικη απόφαση οργάνου, αναφέροντας και, υιοθετώντας το υπόλοιπο της γραπτής της αγόρευσης, επανέλαβε ότι λανθασμένα έχουν απορριφθεί ο 3ος, 4ος και 5ος ισχυρισμοί της αιτήτριας, οι οποίοι, ως εισηγήθηκε, δεικνύουν λόγο δίωξης στη βάση της εργασίας του πατέρα της (ως στρατιωτικού). Οι δε καθ’ ων η αίτηση, αφότου υιοθέτησαν κι αυτοί τη γραπτή τους αγόρευση, ενέμειναν στην ορθότητα των επί της αξιοπιστίας του 3ου, 4ου και 5ου ισχυρισμού της αιτήτριας ευρημάτων.
Δεδομένου ότι όλοι οι προωθούμενοι τελικά από την αιτήτρια ισχυρισμοί συμπλέκονται με την ορθότητα της επίδικης απόφασης, προχωρώ με επί της ουσίας εξέταση αυτής, εξ υπαρχής, που τελείται σε κάθε περίπτωση [βλ. αρ.11 (3 ) (α) του Νόμου και Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25].
Προχωρώ σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων.
Επί του 1ου και 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, οι οποίοι έγιναν αποδεκτοί, ευρήματα με τα οποία συμφωνώ, αρκεί να παραπέμψω στην επίδικη έκθεση (ερ.142-147, 133) και να σημειώσω ότι, ως και οι καθ’ ων η αίτηση εκεί αναφέρουν, αφενός, στη βάση των όσων η αιτήτρια ανέφερε, και δεδομένων σχετικών διαθέσιμων πληροφοριών (ΠΧΚ), θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι αυτή κατάγεται από το Καμερούν, διέμενε στην Bamenda προτού φύγει από τη χώρα καταγωγής, όπου όντως, στις αγγλόφωνες περιοχές, επικρατούν συνθήκες πολιτικής αστάθειας, στα πλαίσια της λεγόμενης αγγλόφωνης κρίσης (βλ. σχετικές ΠΧΚ, πιο κάτω). Αναφορικά με τον 6ο ουσιώδη ισχυρισμό θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτός στερείται παντελώς ερείσματος στο ΔΦ και ουδέν άλλο μπορεί να λεχθεί σχετικώς, πέραν του να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός αυτός θα πρέπει να καταγράφηκε στην επίδικη έκθεση προφανώς εκ παραδρομής.
Προχωρώ σε εξέταση των απορριφθέντων ισχυρισμών.
Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».
Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:
«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305). […]
Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»
Ενόψει και κατ’ εφαρμογή και των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών, έχοντας διέλθει με προσοχή του περιεχομένου του ΔΦ, του επίδικου πρακτικού της συνέντευξης, καθώς και των προωθούμενων ισχυρισμών της αιτήτριας στα πλαίσια της παρούσης, είναι κατάληξη μου ότι συμφωνώ πλήρως και σε όλη τους την έκταση με τα ευρήματα και την κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση, ως αυτά λεπτομερώς και ενδελεχώς αναφέρονται στην επίδικη έκθεση, ως και στα πλαίσια της παρούσης καταγράφονται πιο πάνω, για τους λόγους που θα εξηγήσω αμέσως πιο κάτω.
Ως προκύπτει καταφανώς από μια ανάγνωση του πρακτικού της επίδικης συνέντευξης, το σύνολο του αφηγήματος της αιτήτριας επί του 3ου, 4ου και 5ου ουσιώδους ισχυρισμού βρίθει κενών, ασαφειών και αντιφάσεων. Συγκεκριμένα σε κανένα σημείο των λεγομένων της τόσο αναφορικά με την εργασία του πατέρα της, τον θάνατο αυτού, το τι ακολούθησε του θανάτου του και το πως αυτή το πληροφορήθηκε, όσο και σχετικά με τα όσα κατ’ ισχυρισμό υπέστη μετά, ήτοι τους κατ’ ισχυρισμό επαναλαμβανόμενους βιασμούς της από τους Ambazonians, οι οποίοι επισκέπτονταν την οικία της αναζητώντας το όπλο του πατέρα της, δεν μπόρεσε η αιτήτρια να αναφέρει την παραμικρή βιωματική λεπτομέρεια ή στοιχείο, τα όσα δε ανέφερε στερούνταν - παντελώς και σε όλη τους την έκταση - κάθε ψήγματος χρονικής συνέχειας και λογικής συνέπειας.
Σημειώνω ενδεικτικά ότι η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση τελικά, παρότι ερωτήθηκε επί τούτου επισταμένα, να αναφέρει πως ακριβώς σκοτώθηκε ο πατέρας της, πως αυτή το έμαθε, από ποιους, τι έγινε μετά απ’ αυτό, γιατί επισκέπτονταν την οικία της επανειλημμένα οι Ambazonians και γιατί έψαχναν κάθε φορά το όπλο του πατέρα της, αφού, ως η ίδια είχε αναφέρει, δεν το εντόπιζαν εκεί, αλλά και δεν μπόρεσε να παραθέσει, ούτε κατ’ ελάχιστο, κάποιο ψήγμα, έστω, βιωματικού στοιχείου ή και λεπτομέρειας για τα επαναλαμβανόμενα περιστατικά βιασμού που αυτή υπέστη και τι ακολουθούσε αυτών αλλά και γιατί δεν έκανε κάτι για να προστατευτεί καθ’ όλον τον χρόνο που αυτά επαναλαμβάνονταν, σύμφωνα με τα λεγόμενα της ιδίας. Σημειώνω περαιτέρω ότι η αιτήτρια δεν εξήγησε που βρισκόταν η θεία της, με την οποία – σύμφωνα με τα λεγόμενα της - συζούσε μετά τον κατ’ ισχυρισμό θάνατο του πατέρα της, κατά τον χρόνο που υπέστη όσα εξιστόρησε. Ερωτώμενη δε επί τούτου ανέφερε ότι η θεία της ζούσε στο χωριό Batibo «πριν ο πατέρας [της αιτήτριας] αποβιώσει» (ερ.31 – 3Χ), ισχυρισμός που έρχεται σε ευθεία αντίφαση με το ότι, ως η ίδια ανέφερε, οι κατ’ ισχυρισμό βιασμοί της έλαβαν χώρα μετά τον θάνατο του πατέρα της (ερ.46) και θέτει εν αμφιβόλω την χρονική αλληλουχία των όσων περιγράφει. Δεν πρέπει βεβαίως να παραγνωριστεί εν προκειμένω ότι θα ήταν αναμενόμενο να υπάρχουν κενά, ή ακόμα και άλλες ελλείψεις ή αντιφάσεις, σε αφήγημα που αφορά τραυματικά γεγονότα, ως εδώ οι κατ’ ισχυρισμό επαναλαμβανόμενοι βιασμοί της αιτήτριας. Όμως τα κενά στην παρούσα εκτείνονται στο σύνολο του αφηγήματος της αιτήτριας και αφορούν, ως και πιο πάνω αναφέρω, ακόμα και την ίδια τη χρονική συνοχή και αλληλουχία του αφηγήματος της και τα πρόσωπα που κατ’ ισχυρισμό την περιέβαλλαν και την κατάληξη τους (εδώ η θεία της αιτήτριας, η οποία κατ’ ισχυρισμό απεβίωσε το 2022, αφότου η αιτήτρια έφυγε από το Καμερούν). Δεδομένου δε εδώ του μορφωτικού επιπέδου της αιτήτριας, παρότι ενδεχομένως να μην θεωρούνταν σημαντικά τα όποια επιμέρους κενά στο αφήγημα της, δεν μπορεί εδώ να παραβλεφθεί ότι επ’ ουδεμίας πτυχής των όσων εξιστορεί δεν ήταν τελικά σε θέση να παραθέσει την παραμικρή συνεκτική λεπτομέρεια ή βιωματικό στοιχείο.
Επί της εξωτερικής συνοχής του 3ου, 4ου και 5ου ισχυρισμού της αιτήτριας, αλλά και την γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής της (Bamenda, στη Βορειοδυτική περιφέρεια) εντοπίζονται οι εξής πληροφορίες (ΠΧΚ).
Παρεμβάλλω, προτού προχωρήσω, τις κάτωθι διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ) σχετικά με την κατάσταση στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, στα πλαίσια της λεγόμενης αγγλόφωνης κρίσης.
Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη υπάρχουν « […] αναφορές για βίαιες ενέργειες που καταλήγουν σε καταστροφή νοσοκομείων, σχολείων και ολόκληρων χωριών στις εν λόγω περιοχές τις οποίες έχουν διαπράξει μη κυβερνητικές ένοπλες ομάδες και μέλη των ενόπλων δυνάμεων του κυβερνώντος κόμματος […]»[1], ενώ το HRW και η Διεθνής Αμνηστία επίσης αναφέρουν πως στις ενέργειες αυτές προβαίνουν τόσο κυβερνητικοί και μη κυβερνητικοί δρώντες[2]. Σχετικά με τη γεωγραφική κατανομή των συγκρούσεων αναφέρονται τα εξής: «Στις ΝΔ και ΒΔ επαρχίες, υψηλά επίπεδα ανασφάλειας συνεχίζονταν. Η παρουσία κρατικών σωμάτων ασφαλείας – αστυνομία, χωροφυλακή, στρατός – είναι συγκεντρωμένη κατά μήκος των κύριων οδικών αρτηριών και στις πόλεις, ενώ οι μη κρατικές ένοπλες ομάδες εντοπίζονται κυρίως στις αγροτικές περιοχές.»[3].
Πηγές των Ηνωμένων Εθνών αναφέρουν τα εξής:
«Με την κλιμακούμενη βία ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και τις μη-κρατικές ένοπλες ομάδες στις Νοτιοδυτικές και Βορειοδυτικές περιοχές τού Καμερούν κατά το 2019, ο άμαχος πληθυσμός είναι αντιμέτωπος με σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων […] μαζικό εκτοπισμό, επιθέσεις κατά περιουσιών, κάψιμο σπιτιών και χωριών, διαχωρισμός οικογενειών, απώλεια εγγράφων ταυτοποίησης, αυθαίρετη σύλληψη και κράτηση […] έλλειψη πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες που έχουν επηρεασθεί από την κρίση και σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων (δολοφονίες, στρατολόγηση παιδιών, απαγωγές, έμφυλη βία, κ.ά. […] Επιθέσεις κατά χωριών, κάψιμο σπιτιών και δολοφονίες έχουν καταγραφεί.».[4]
Σύμφωνα με έκθεση της 1ης Μαρτίου του 2023 της R2P Monitor, «περισσότεροι από 6.000 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί ως αποτέλεσμα της κρίσης από το 2016. Οι δυνάμεις ασφαλείας διέπραξαν εξωδικαστικές δολοφονίες και εκτεταμένη σεξουαλική βία και βία λόγω φύλου, έκαψαν αγγλόφωνα χωριά και υπέβαλαν σε αυθαίρετη κράτηση, βασανιστήρια και κακομεταχείριση άτομα που θεωρούνταν ύποπτα ως αυτονομιστές. Οι ένοπλοι αυτονομιστές γίνονται επίσης ολοένα και πιο βίαιοι, σκοτώνοντας, απαγάγοντας και τρομοκρατώντας πληθυσμούς ενώ διεκδικούν σταθερά τον έλεγχο σε μεγάλα τμήματα των αγγλόφωνων περιοχών. Από τις αρχές του 2022 η κυβέρνηση αύξησε τις επιχειρήσεις της κατά των ένοπλων αυτονομιστικών προπύργιων. Οι αγγλόφωνοι αυτονομιστές απάντησαν εντείνοντας τις επιθέσεις εναντίον των κυβερνητικών δυνάμεων ασφαλείας, χρησιμοποιώντας περισσότερα φονικά όπλα και αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς IED. Οι αυτονομιστές έχουν απαγορεύσει την κυβερνητική εκπαίδευση και συχνά επιτίθενται, απειλούν και απαγάγουν μαθητές και καθηγητές, και επιπλέον καίνε, καταστρέφουν και λεηλατούν σχολεία. Αυτές οι επιθέσεις, καθώς και τα αυστηρά lockdown που επιβλήθηκαν από ένοπλους αυτονομιστές, έχουν στερήσει την εκπαίδευσή τους από τα παιδιά. Σύμφωνα με τον OCHA, μόνο το 46 τοις εκατό των σχολείων λειτουργούν και το 54 τοις εκατό των μαθητών πραγματοποίησαν εγγραφή για το ακαδημαϊκό έτος 2022-2023. Περισσότεροι από 2 εκατομμύρια άνθρωποι πλήττονται στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές και χρειάζονται ανθρωπιστική βοήθεια. Η OCHA εκτιμά, όπως αναφέρει η ίδια ως άνω έκθεση, ότι τουλάχιστον 628.000 άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί εσωτερικά λόγω βίας στις δύο περιοχές, ενώ περισσότεροι από 87.000 έχουν καταφύγει στη Νιγηρία». [5]
Σύμφωνα με το Protection Monitoring Update για το πρώτο τρίμηνο (Ιανουάριος-Μάρτιος) του 2025 του Global Protection Cluster [6], κατά το πρώτο τρίμηνο του 2025, «η ασφάλεια και η απόλαυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις περιοχές Northwest (NW) και Southwest (SW) διαταράχθηκε από την αυξημένη χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών (IEDs) από Μη Κρατικές Ένοπλες Ομάδες (NSAGs), καθώς και από παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως απαγωγές με σκοπό την καταβολή λύτρων, αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις, και κλοπές ή καταστροφή περιουσίας».[7]
Τον Οκτώβριο 2025 το Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για Συντονισμό Ανθρωπιστικών Υποθέσεων (UN OCHA) κατέγραψε για την περίοδο μεταξύ 1 και 30 Σεπτέμβρη του 2025 ότι το περιβάλλον ασφάλειας στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές παρέμεινε τεταμένο καθ’ όλη τη διάρκεια της απαγόρευσης κυκλοφορίας που επιβλήθηκε από Μη Κρατικές Ένοπλες Ομάδες από τις 8 Σεπτεμβρίου έως τις 14 Οκτωβρίου (σ.σ. 2025).[8] Η απαγόρευση, η οποία στόχευε στη διατάραξη της επανέναρξης των σχολείων και των προεδρικών εκλογών, ακολουθήθηκε από περιστατικά βίας, εκτοπισμού και κινδύνων για την προστασία του πληθυσμού.[9]
Το 2025 το Καμερούν συνέχισε να επηρεάζεται από τη σύγκρουση στη λεκάνη της λίμνης Chad στην περιοχή Far North, την Αγγλόφωνη εσωτερική κρίση στην περιοχή Northwest και Southwest και την προσφυγική κρίση στην γειτονική Κεντροαφρικανική Δημοκρατία.[10]
Το έτος 2025 χαρακτηρίστηκε από συχνές και έντονες συγκρούσεις μεταξύ μη κρατικών ένοπλων ομάδων και κρατικών δυνάμεων, με αποτέλεσμα η κατάσταση ασφάλειας και η ανθρωπιστική κατάσταση να παραμένουν ασταθείς. [11]
Εκ των ως άνω δεικνύεται ότι στη βορειοδυτική και νοτιοδυτική περιοχή του Καμερούν οι συγκρούσεις μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων του στρατού και των αποσχιστών και οι εκατέρωθεν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων παραμένουν σε αμείωτη ένταση, με αδιακρίτως ασκούμενη βία και συχνές παράπλευρες απώλειες σε άμαχο πληθυσμό, τα οποία συνάδουν, ως φαινόμενα που απαντώνται, και μάλιστα συχνά, στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, τόσο η δολοφονία μελών των κυβερνητικών δυνάμεων (εδώ του πατέρα της αιτήτριας), όσο και οι βιασμοί τοπικού άμαχου πληθυσμού (εδώ της αιτήτριας) από αμφότερες της αντιμαχόμενες πλευρές.
Παρά τα ως άνω όμως, εδώ η παντελής έλλειψη εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών της αιτήτριας, για τους λόγους που εξηγώ ανωτέρω, η οποία είναι τέτοια που, στα πλαίσια συνολικής αξιολόγησης και αποτίμησης των ενώπιον μου στοιχείων, καθίσταται μοιραία για τη γενική και συνολική αξιοπιστία των ισχυρισμών της. Αυτό γιατί η συμφωνία των ισχυρισμών της με διαθέσιμες ΠΧΚ, ως γενικές πληροφορίες που αναφέρουν ότι τέτοια φαινόμενα, ως αυτά που περιγράφει η αιτήτρια, λαμβάνουν χώρα δεν αρκεί, τη στιγμή που αυτοί στερούνται συνοχής, ενόψει της συνολικής θεώρησης των δεικτών αξιοπιστίας, αφού οι ισχυρισμοί ενός αιτητή (εδώ αιτήτριας) και η εσωτερική συνοχή τους, δεν μπορεί παρά να παραμένει το πρωταρχικό σημείο αναφοράς. Άλλωστε, ως στο εγχειρίδιο EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.97, αναφέρεται, «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.»
Εν προκειμένω λοιπόν καταλήγω ότι ο σωρευτικός αντίκτυπος των κενών και αντιφάσεων που εντοπίζονται είναι τέτοιος που οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση των όσων η αιτήτρια αφηγήθηκε θα συνιστούσε αφελή και ανεπιφύλακτη αποδοχή ισχυρισμών που στερούνται κάθε ψήγματος συνοχής και λογικής συνέπειας, καθότι είναι προφανές ότι άπαντες οι ισχυρισμοί αποτελούν επινοήματα της ιδίας, προκειμένου να στηρίξει – εδώ ανεπιτυχώς – την επίδικη αίτηση.
Προχωρώ σε αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής της αιτήτριας σε επικαιροποιημένη βάση (Bamenda, βορειοδυτική περιφέρεια).
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες (τελευταία ενημέρωση 10/04/26), στη Bamenda, τόπο διαμονής της αιτήτριας, έχουν καταγραφεί 50 περιστατικά ασφαλείας, με αποτέλεσμα 34 θανάτους, τα οποία και κατατάσσονται ως ακολούθως: 3 περιστατικά διαδηλώσεων χωρίς θανάτους, 35 περιστατικά πολιτικής βίας με 34 θανάτους, 31 περιστατικά σύρραξης με 22 θανάτους, 4 περιστατικά καταστολής με 2 θανάτους και 33 περιστατικά τρομοκρατικής ενέργειας με 19 θανάτους. [12] Ο πληθυσμός της Bamenda ανέρχεται περί τις 650,000 κατοίκων. [13]
Δεν παραγνωρίζω ότι στην ευρύτερη Βορειοδυτική περιοχή (όπου υπάγεται η Bamenda) έχουν καταγραφεί για την πιο πάνω αναφερόμενη περίοδο, 1,932 περιστατικά ασφαλείας, με 575 καταγεγραμμένους θανάτους [14], ο δε πληθυσμός της Βορειοδυτικής περιφέρειας ανέρχεται περί τα 2 ½ εκατομμύρια κατοίκων [15].
Είναι κατάληξη μου εκ των ως άνω ότι, παρότι στην ευρύτερη Βορειοδυτική περιφέρεια καταγράφεται σχετικά υψηλός αριθμός περιστατικών ασφαλείας και απώλειες αμάχων, εντούτοις, δεδομένου ότι τόπος διαμονής της αιτήτριας είναι η πόλη Bamenda, δεν θεωρώ ότι καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή της κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας και η ένταση τους εκεί, όπου εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι σε τέτοιο υψηλό επίπεδο ώστε να προκύπτει «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» [αρ.19 (2) (γ) τον Νόμου] της αιτήτριας εκ μόνης της παρουσίας της εκεί, δεδομένης της απουσίας ιδιαίτερων περιστάσεων που να επιτείνουν τον κίνδυνο γι’ αυτήν, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[16] (C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21, ΔΕΕ).
Επί των ως άνω συνυπολογίζω ότι η αιτήτρια είναι ηλικίας περί των 31 ετών, υγιής, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, δεδομένης της απόρριψης του αφηγήματος της περί βιασμού της από Ambazonians, με πανεπιστημιακή μόρφωση και έχει ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στη Bamenda. Περαιτέρω – ενόψει απόρριψης του συνόλου του αφηγήματος της αιτήτριας, στο οποίο περιλαμβάνεται ο ισχυρισμός ότι ο πατέρας και η θεία της έχουν αποβιώσει – δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι αυτή στερείται οικογενειακού ή και άλλου υποστηρικτικού δικτύου.
Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι η αιτήτρια έχει ανήλικο τέκνο, γεννηθέν στη Δημοκρατία το 2022 (ερ.47, 154), το οποίο φαίνεται να διέλαθε της προσοχής της δικηγόρου της, επί του όποιου έγινε αξιολόγηση από τους καθ’ ων η αίτηση (βλ. ερ.125) και κρίθηκε ότι, δεδομένου του προφίλ της αιτήτριας, δεν αναμένεται να αντιμετωπίσει δυσκολία κατά την επιστροφή του, μαζί μ’ αυτήν, στη χώρα καταγωγής της αιτήτριας. Προσθέτω εδώ ότι δεν θεωρώ ότι τυχόν επιστροφή του ανήλικου τέκνου της, μαζί με την μητέρα του (αιτήτρια), είναι ασύμβατη με τα βέλτιστα συμφέροντα του, δεδομένου και του ότι η αιτήτρια ουδέν ανέφερε για τον πατέρα του και συνεπώς ουδείς λόγος μπορεί να γίνει για οικογενειακούς δεσμούς μ’ αυτόν. [17] Αξίζει να σημειωθεί δε ότι η εξέταση του βέλτιστου συμφέροντος ενός τέκνου δεν μπορεί να αφορά (ιn abstracto) συγκριτική επισκόπηση συνθηκών διαβίωσης στη χώρα όπου ενδεχομένως θα απομακρυνθεί και της Δημοκρατίας, σύγκριση εκ της οποίας, είναι πιθανόν – στις πλείστες περιπτώσεις - να προκύπτει ότι οι συνθήκες στη Δημοκρατία είναι, κατά λίγο ή και πολύ, ουσιωδώς καλύτερες. Στην απουσία λοιπόν εδώ κάποιου συγκεκριμένου ισχυρισμού για το ανήλικο τέκνο της αιτήτριας ουδέν περαιτέρω θα μπορούσε να εξεταστεί σχετικώς, ενόψει και των ως άνω διαπιστώσεων μου.
Έπεται λοιπόν ότι δεν τεκμηριώθηκε εδώ βάσιμος φόβος «καταδίωξης [της αιτήτριας] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς [της], θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του Νόμου. Δεδομένων δε των ως άνω διαπιστώσεων μου δεν θεωρώ ότι επιστροφή της αιτήτριας, μαζί με το ανήλικο τέκνο της, συνιστά επαναπροώθηση, κατά παράβαση του αρ.3 της ΕΣΔΑ.
Ουδέν ετέθη ενώπιον μου στα πλαίσια της παρούσης που να ανατρέπει τα ως άνω.
Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] United Nations Economic and Social Council, Concluding observations on the fourth periodic report of Cameroon, E/C.12/CMR/CO/4, para. 4, 25 March 2019, available at: https://tbinternet.ohchr.org/_layouts/15/treatybodyexternal/Download.aspx?symbolno=E/C.12/CMR/CO/4&Lang=En
[2] Human Rights Watch (HRW), World Report 2021 – Cameroon (Events of 2020), 13 January 2021, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2043533.html; Amnesty International (AI), Human Rights in Africa: Review of 2019 - Cameroon [AFR 01/1352/2020], 08 April 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2028266.html (accessed on 11/08/2021)
[2] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), p. 9, June 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf
[3] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (June 2020), p. 9, June 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf (accessed 05/08/2022)
[4] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), pp. 41-42, June 2020, available at:https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf
[5] Global Centre for the Responsibility to Protect (Author), published by ReliefWeb: R2P Monitor, Issue 64, 1 March 2023, 2 March 2023, σελ. 4, https://reliefweb.int/attachments/4df72bc8-c5c2-4e1b-a2db-95e32a179862/R2P-Monitor-March-2023.pdf (ημ. 22/04/2024).
[6] To Global Protection Cluster είναι ένα δίκτυο μη κυβερνητικών οργανώσεων (ΜΚΟ), διεθνών οργανισμών και υπηρεσιών των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), οι οποίοι δραστηριοποιούνται στον τομέα της προστασίας σε ανθρωπιστικές κρίσεις, συμπεριλαμβανομένων ένοπλων συγκρούσεων και φυσικών καταστροφών. https://globalprotectioncluster.org/about (ημερομηνία πρόσβασης 23/04/2025)
[7] GPC (Global Protection Cluster), Protection Monitoring Update; January - March 2025, 15/05/ 2025, https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2025-05/pm_quarterly_update_jan-mar_2025.pdf, σελ. 1 (πρόσβαση 23/04/2025)
[8] UN OCHA, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.81, 30 Οκτωβρίου 2025, https://www.unocha.org/attachments/d724d669-0a06-4f11-be6d-5f359fe13fac/SITREP%20NWSW_September%202025_Final.pdf, σελ. 2, (ημερομηνία πρόσβασης 23/04/2026)
[9] UN OCHA, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.81, 30 Οκτωβρίου 2025, https://www.unocha.org/attachments/d724d669-0a06-4f11-be6d-5f359fe13fac/SITREP%20NWSW_September%202025_Final.pdf, σελ. 2 (ημερομηνία πρόσβασης 23/04/2026)
[10] European Commission, Cameroon, last updated 25 April 2025, https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en (ημερομηνία πρόσβασης 23/04/2026)
[11] UNOCHA, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.84, December 2025, 25 Φεβρουαρίου 2026, https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no84-december-2025, (ημερομηνία πρόσβασης 23/04/2026)
[12] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/04/2026)
[13] Bamenda Population 2026 διαθέσιμο στο https://worldpopulationreview.com/cities/cameroon/bamenda (πρόσβαση 22/04/26)
[14] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/04/2026)
[15] Cameroon: Regions, Major Cities & Towns - Population Statistics, Maps, Charts, Weather and Web Information διαθέσιμο στο https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/04/2026)
[16] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
[17] Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ): υπ. αρ.C-112/20, M. A., ημ.11/03/21 και C‑484/22, G. S., ημ.15/02/23, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ): υπ. αρ.56811/00, Amrollahi v. Denmark, ημ.11/07/02, Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο: Ε.Δ.Δ. 126/20, Dissanayakage και άλλοι ν. Δημοκρατίας, ημ.12/05/25
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο