S.U.I.S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 1404/2025, 18/5/2026
print
Τίτλος:
S.U.I.S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 1404/2025, 18/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 1404/2025

18 Μαΐου, 2026

                [Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

S.U.I.S.

Αιτητής

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η Αίτηση

Εμφανίσεις:

Ο Αιτητής Παρών

Μ. Φιλίππου (κα) για Βρυωνίδου, Αναστασιάδη & Φιλίππου ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για τους Καθ' ων η Αίτηση.

L. Wahedi (κα) για διερμηνεία από τα Pashto στα Αγγλικά και αντίστροφα.

M. Katchatrian (κα) παρούσα για διερμηνεία από την Ελληνική στην Αγγλική και αντίστροφα.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 26/05/25 (του  κοινοποιήθηκε αυθημερόν) με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας την 26/09/22, ακολούθησε συνέντευξη στις 07/04/25 και έκθεση/εισήγηση στις 11/04/25, αυθημερόν αποφασίστηκε η απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

 

ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Ο Αιτητής με την προσφυγή του ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στο Αφγανιστάν επειδή φοβάται πως οι Ταλιμπάν θα τον σκοτώσουν, όπως έκαναν και με συναδέλφους του, επειδή υπό το καθεστώς της προηγούμενης Κυβέρνησης υπηρέτησε στην Εθνική Διεύθυνση Ασφαλείας (NDS). Με την Γραπτή του Αγόρευση αμφισβήτησε τη θέση της Υπηρεσίας Ασύλου σύμφωνα με την οποία οι πρώην στρατιώτες και αξιωματούχοι της πρώην Αφγανικής Δημοκρατίας δεν αντιμετωπίζουν ιδιαίτερους κινδύνους ή απειλές. Υποστήριξε ότι η πραγματική κατάσταση στο Αφγανιστάν είναι διαφορετική και παρέθεσε σειρά πρόσφατων περιστατικών δολοφονιών πρώην στελεχών των δυνάμεων ασφαλείας από τους Ταλιμπάν, μεταξύ αυτών και πρώην αξιωματικών της Εθνικής Διεύθυνσης Ασφάλειας (NDS), αστυνομικών και διοικητών ειδικών δυνάμεων στις επαρχίες Khost, Herat και Logar. Ανέφερε ότι παρόμοια περιστατικά έχουν σημειωθεί επανειλημμένα το τελευταίο διάστημα σε διάφορες περιοχές της χώρας, ενώ πολλοί πρώην αξιωματικοί είτε έχουν δολοφονηθεί είτε κρατούνται από τους Ταλιμπάν. Περαιτέρω, απέρριψε τον ισχυρισμό ότι οι απειλητικές επιστολές που είχε προσκομίσει ήταν κατασκευασμένες. Εξήγησε ότι είχε στην κατοχή του τρεις απειλητικές επιστολές και μία δικαστική απόφαση που είχαν αποσταλεί από τους Ταλιμπάν προς την οικογένειά του, εκ των οποίων υπέβαλε δύο επιστολές και την απόφαση, ενώ μία επιστολή είχε χαθεί ανάμεσα στα οικογενειακά έγγραφα. Το γεγονός πως δεν παρουσίασε αυτήν την τρίτη επιστολή ενισχύει την αξιοπιστία του ισχυρισμού του, ότι  δεν προσπάθησε να κατασκευάσει κανένα έγγραφο. Τέλος, αναφερόμενος στην οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι είχαν δοθεί ανακριβείς πληροφορίες σχετικά με τον αδελφό του Fakhrul-Islam, ο οποίος υπηρέτησε στην Εθνική Διεύθυνση Ασφάλειας σε θέση πληροφοριών και εξακολουθεί να βρίσκεται στο Αφγανιστάν, ζώντας υπό καθεστώς φόβου και χωρίς δυνατότητα εξόδου από τη χώρα, καθώς δεν του έχει εκδοθεί διαβατήριο.

 

Οι Καθ' ων η αίτηση απαντούν ότι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ’ ων η αίτηση, και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα ουσιώδη στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Υποδεικνύουν ότι κρίθηκε αναξιόπιστος και/ή δεν κατάφερε ο Αιτητής να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο δίωξης, ούτε απέδειξε ότι μπορεί να υπαχθεί στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου του Αιτητή, των στοιχείων του φακέλου, των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής και των ουσιωδών δηλώσεων του που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτόν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.

 

Με βάση τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου (στο εξής «ΔΦ») κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι προέρχεται από την Επαρχία Khost του Αφγανιστάν, ανήκει στην φυλή Pashtun και είναι σουνίτης μουσουλμάνος. Επίσης, προέρχεται από πολυμελή οικογένεια, τα μέλη της οποίας εξακολουθούν και μένουν στην επαρχία Khost. Περαιτέρω, ως προς το μορφωτικό και επαγγλεματικό του υπόβαθρο, δήλωσε πως έχει ολοκληρώσει την δευτεροβάθμια εκπαίδευση και μετέπειτα εργάστηκε στην Εθνική Διεύθυνση Ασφαλείας της χώρας του (ερυθρό 49-51 ΔΦ). Πρόβαλε πως εγκατέλειψε τη χώρα του λόγω της εργασίας του στη Διεύθυνση Εθνικής Ασφάλειας, η οποία ήταν αντίθετη προς το καθεστώς των Ταλιμπάν. Σε σχέση με την υπηρεσία του, δήλωσε ότι άρχισε να εργάζεται στις 26/11/17, όταν ήταν 18 ετών, υπηρετούσε στην πόλη της επαρχίας Khost και ότι τα καθήκοντά του περιλάμβαναν την παρακολούθηση υπόπτων, την υποβολή αναφορών στην κυβέρνηση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τη σύλληψη προσώπων και την παράδοσή τους σε αρμόδιο τμήμα για περαιτέρω έρευνα. Αναφορικά με τους Ταλιμπάν, ισχυρίστηκε ότι είχαν ζητήματα μαζί τους, καθώς, κατά τα λεγόμενά του, επιχειρούσαν να καταστρέψουν σχολεία, νοσοκομεία και τζαμιά, σκότωναν ανθρώπους και ήθελαν να καταστρέψουν την κυβέρνηση. Δήλωσε ότι οι Ταλιμπάν έμαθαν για την εργασία του επειδή εκτελούσε καθήκοντα στην πόλη και ήταν γνωστό πρόσωπο. Σε σχέση με τις απειλές, ανέφερε ότι τον 8ο/2018 οι Ταλιμπάν τον κάλεσαν τηλεφωνικά και τον προειδοποίησαν να εγκαταλείψει την εργασία του, ενώ κάλεσαν και την οικογένειά του για τον ίδιο λόγο. Ωστόσο, διευκρίνισε ότι από τότε μέχρι την αναχώρησή του τον 1ο/2019 συνέχισε να εργάζεται, επειδή χρειαζόταν τη δουλειά, αλλά στην συνέχεια μετέβη στο Ντουμπάι επειδή φοβόταν ότι οι Ταλιμπάν θα τον στοχοποιούσαν λόγω της εργασίας του. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι οι Ταλιμπάν απέστειλαν στην οικία του εντάλματα σύλληψης, τα οποία παρέλαβε η οικογένειά του. Δήλωσε ότι το πρώτο εκδόθηκε στις 12/04/22, το δεύτερο στις 27/04/22 και ότι υπήρχε και τρίτο, την ημερομηνία του οποίου δεν θυμόταν. Ανέφερε ότι επέστρεψε στο Αφγανιστάν τον 4ο/2022  παρέμεινε μέχρι τον 7ο, οπότε και εγκατέλειψε οριστικά τη χώρα επειδή φοβόταν ότι οι Ταλιμπάν πιθανόν να τον συλλάβουν, καθώς και λόγω της γενικής κατάστασης υπό το καθεστώς τους ρυθρό 44-47 ΔΦ).

 

Ο λειτουργός εξεταστής με την σύνταξη της έκθεσης/εισήγησης του αποδέχθηκε το προφίλ, τα προσωπικά στοιχεία και τόπο συνήθους διαμονής του (πρώτος ισχυρισμός) (ερυθρό 100-101 ΔΦ), απέρριψε όμως, τον δεύτερο ισχυρισμό του ήτοι περί στοχοποίησης του λόγω της προηγούμενης εργασίας του στην Εθνική Διεύθυνση Ασφαλείας (NDS) καθότι δεν παρουσίαζε εσωτερική αξιοπιστία, επισημαίνοντας αντιφάσεις, ασάφειες και λογικά κενά στις δηλώσεις του. Ειδικότερα:

- ενώ ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε την εργασία και τη χώρα του λόγω φόβου για τη ζωή του και απειλών από τους Ταλιμπάν, στη συνέχεια δήλωσε ότι δεν είχε υποστεί οποιοδήποτε περιστατικό ή επίθεση πριν αναχωρήσει από το Αφγανιστάν,

- τα φερόμενα εντάλματα σύλληψης εκδόθηκαν το 2022, δηλαδή σχεδόν τρία χρόνια μετά την αποχώρησή του από την Υπηρεσία, χωρίς ο ίδιος να εξηγήσει επαρκώς την καθυστέρηση αυτή ή να αναφέρει οποιαδήποτε μεταγενέστερη δραστηριότητα που να δικαιολογεί τη στοχοποίησή του,

- λήφθηκε επίσης υπόψη ότι ο Αιτητής δεν απευθύνθηκε ποτέ σε κάποια αρχή ή μηχανισμό προστασίας, ούτε ανέφερε τις απειλές σε προϊστάμενό του, γεγονός που, κατά την κρίση του του λειτουργού, αποδυνάμωνε τη σοβαρότητα του επικαλούμενου φόβου,

- κρίθηκε αντιφατικό το ότι ο Αιτητής επέστρεψε στο Αφγανιστάν το 2022, παρά τον ισχυρισμό ότι καταζητείτο και κινδύνευε η ζωή του, ενώ επισημάνθηκε και η δήλωσή του ότι επέλεξε την Κυπριακή Δημοκρατία επειδή του άρεσε και πίστευε ότι θα είχε καλύτερο μέλλον εδώ, στοιχείο που θεωρήθηκε ότι δεν συνδεόταν με ανάγκη διεθνούς προστασίας,

- υπό το φως των πιο πάνω, κρίθηκε ότι δεν τεκμηριώθηκε επαρκώς ο ισχυρισμός του και κρίθηκε εσωτερικά αναξιόπιστος (ερυθρά 99-100 ΔΦ).

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο λειτουργός αναγνώρισε, βάσει εξωτερικών πηγών ότι πρώην μέλη των δυνάμεων ασφαλείας του Αφγανιστάν, περιλαμβανομένης της NDS, ενδέχεται να αντιμετωπίζουν κινδύνους από το καθεστώς των Ταλιμπάν μετά το 2021. Ωστόσο, σημειώθηκε ότι οι σχετικές αναφορές αφορούν κυρίως πρόσωπα υψηλόβαθμα ή πρόσωπα που διατηρούσαν ενεργό ρόλο μέχρι την πτώση της προηγούμενης κυβέρνησης και ότι δεν προκύπτει γενικευμένη ή συστηματική στοχοποίηση όλων των πρώην υπαλλήλων. Ο λειτουργός επισήμανε επίσης ότι αρκετά πρόσωπα χαμηλότερου προφίλ ή άτομα που είχαν αποχωρήσει χρόνια πριν από τις υπηρεσίες ασφαλείας φαίνεται να συνέχισαν να διαβιούν χωρίς να στοχοποιούνται. Συνεπώς, κρίθηκε ότι η εξωτερική πληροφόρηση, αν και επιβεβαιώνει την ύπαρξη περιστατικών στοχοποίησης πρώην μελών της NDS, δεν επαρκούσε στην περίπτωση του Αιτητή, ο οποίος δήλωσε ότι είχε αποχωρήσει από την υπηρεσία ήδη από το 2019 και δεν κατείχε υψηλόβαθμο ή ιδιαίτερα προβεβλημένο ρόλο (ερυθρό 98-99 ΔΦ). Ως προς γραπτά τεκμήρια/αποδείξεις που προσκομίστηκαν ως ενισχυτικά του αιτήματος του ο λειτουργός κατέληξε στα εξής συμπεράσματα:

(α) δύο φωτοαντίγραφα εγγράφων με τίτλο «Arrest Warrant» ημερομηνίας 12/04/22 και 27/04/22 (ερυθρά 63-64 ΔΦ), κρίθηκε ότι η αποδεικτική τους αξία ήταν ιδιαίτερα περιορισμένη, καθότι επρόκειτο για φωτοαντίγραφα αποθηκευμένα σε USB, χωρίς επαληθεύσιμες υπογραφές ή ευανάγνωστες σφραγίδες, ενώ η μορφή και το περιεχόμενό τους παρουσίαζαν έντονα στοιχεία τυποποίησης. Ο λειτουργός επισήμανε ότι τα έγγραφα δεν πληρούσαν βασικά χαρακτηριστικά γνησιότητας και δεν τεκμηρίωναν την ύπαρξη επίσημων ενταλμάτων σύλληψης εις βάρος του Αιτητή.

(β) φωτοτυπία επιστολής από το δικαστήριο της πόλης Khost ημερομηνίας 05/05/22 (ερυθρό 62 ΔΦ), κρίθηκε ότι δεν αποδείκνυε την ύπαρξη δικαστικής διαδικασίας εναντίον του Αιτητή, καθώς επρόκειτο για φωτοαντίγραφο χαμηλής ποιότητας, χωρίς ευδιάκριτη σφραγίδα ή άλλα επαληθεύσιμα εξωτερικά γνωρίσματα.

(γ) δύο ευχαριστήριες επιστολές που φέρονται να προέρχονται από την “National Security Khost” και από πρόσωπο με το όνομα “Kadu personal” (ερυθρά 60-61 ΔΦ), κρίθηκε ότι θα μπορούσαν να εκληφθούν ως περιορισμένη ένδειξη πιθανής επαγγελματικής σχέσης, χωρίς όμως να αποτελούν ισχυρά αποδεικτικά στοιχεία εργασίας του Αιτητή στην Εθνική Διεύθυνση Ασφαλείας. Ο λειτουργός σημείωσε ότι οι σφραγίδες ήταν μη ευανάγνωστες, η προέλευση και η ιδιότητα των εκδοτών παρέμεναν ασαφείς και τα έγγραφα δεν πληρούσαν προϋποθέσεις αυθεντικότητας.

(δ) πιστοποιητικό παρακολούθησης εκπαιδευτικού σεμιναρίου (ερυθρό 59 ΔΦ), κρίθηκε ότι δεν είχε ουσιαστική συνάφεια με τον βασικό πυρήνα του ισχυρισμού του Αιτητή και δεν προσέδιδε αποδεικτική αξία ως προς τον ισχυριζόμενο διωκτικό κίνδυνο.

(ε) φωτοτυπία άδειας οπλοφορίας (ερυθρό 58 ΔΦ), κρίθηκε ότι δεν μπορούσε να αξιολογηθεί ως ισχυρό αποδεικτικό στοιχείο της επαγγελματικής ιδιότητας του Αιτητή στην Εθνική Ασφάλεια, λόγω της απουσίας επαληθεύσιμων στοιχείων, της μη ευανάγνωστης σφραγίδας και της έλλειψης ημερομηνίας έκδοσης.

 

Περαιτέρω, ο λειτουργός επισήμανε ότι κατά την εξέταση των λογοτύπων και των σφραγίδων των προσκομισθέντων εγγράφων διαπιστώθηκαν κοινά χαρακτηριστικά που ενίσχυαν τις επιφυλάξεις ως προς τη γνησιότητά τους, όπως θολά ή ασύμβατα λογότυπα, αχνές ή πρόχειρα τοποθετημένες σφραγίδες, εμφανή σημάδια επεξεργασίας, καθώς και γραμματοσειρές και διαρρυθμίσεις που δεν συνάδουν με επίσημα κρατικά έγγραφα. Ο λειτουργός σημείωσε επίσης ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει πειστικές εξηγήσεις για τις ασυμβατότητες αυτές. Συνολικά, κατέληξε ότι από την εξέταση των προσκομισθέντων εγγράφων δεν προέκυπτε επαρκής και αξιόπιστη απόδειξη ότι ο Αιτητής εργάστηκε πράγματι στην Εθνική Διεύθυνση Ασφαλείας (NDS) (ερυθρά 95-97 ΔΦ).

 

Το Δικαστήριο αφού διεξήλθε των λεπτομερειών της συνέντευξης διαπιστώνει, όπως και η εισήγηση του λειτουργού, ότι δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό αυτό το μέρος του αιτήματος του Αιτητή ως προς ισχυριζόμενη δίωξη του από τους Ταλιμπάν λόγω της ιδιότητας του. Δεν τεκμηρίωσε αυτούς τους ισχυρισμούς του με επαρκή λεπτομέρεια (Βλέπε Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131, § 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Το αφήγημα του Αιτητή ενέχει στοιχεία σοβαρών ελλείψεων, ενώ παρουσιάζονται λεπτομέρειες  στις περιγραφές του που δημιουργούν ισχυ­ρούς λόγους αμφισβήτησης της αλήθειας των δηλώσεών του και ο ίδιος δεν έχει παράσχει ικανοποιητικές εξηγήσεις των προβαλλόμενων ανακριβειών του. Οι συνθήκες απειλών, οι περιγραφές των πρωταγωνιστών του αφηγήματός του και γενικότερα οι ελλιπείς και αντιφατικές πληροφορίες που παρέθεσε, αποδυναμώνουν σημαντικά τους δείκτες αξιοπιστίας του στο σύνολό τους. Ούτε από τα γεγονότα της περίπτωσης του σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις του προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Τα δε έγγραφα τα οποία προσκόμισε λόγω ποιότητας και λεπτομερειών δημιουργούν περαιτέρω αμφιβολίες ως προς την αληθοφάνεια των ισχυρισμών του. Σε αυτό το σημείο το Δικαστήριο, καταλήγει ότι και η αξιολόγηση των προσκομισθέντων εγγράφων έγινε σε πλήρη σύμπνοια με βάση τη νομολογία και τα πρότυπα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (στο εξής «ΕΥΥΑ») τόσο σε συνάρτηση με τα ευρήματα της συνέντευξης αλλά και του περιεχόμενου/συμβατότητας τους με τις δηλώσεις του ιδίου και/ή των υπόλοιπων στοιχείων του φακέλου του. Λήφθηκαν επίσης, δεόντως υπόψη, από τον εξεταστή (α) η συνάφειά τους με το αίτημα ασύλου, (β) η ύπαρξη του τύπου εγγράφων σύμφωνα με τις γενικές πληροφορίες της χώρας καταγωγής, (γ) ακρίβεια/λεπτομέρειες εγγράφων, (δ)  εάν αποτελούν άμεση μαρτυρία ενός ουσιώδους πραγματικού περιστατικού, (ε) τον τύπο/τυποποιημένη μορφή ως προς την αξιολόγηση της γνησιότητάς/αυθεντικότητας τους, (στ) τη φύση/μορφή τους, και (ζ) τον συντάκτη τους[1]. Η αποδοχή της προσκομισθείσας μαρτυρίας συναρτάται άμεσα με τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που υποδεικνύει[2] και το επίπεδο από­δειξης συνίσταται στη στάθμιση των πιθανοτήτων σε συνδυασμό, κατά περίπτωση, με το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Αποκλίνει, δηλαδή, ο τρόπος αξιολόγησης εγγράφων που προσκομίζονται από τους αιτούντες άσυλο από τους βασικούς κανόνες του δικαίου απόδειξης[3], καθότι σύμφωνα και με το Άρθρο 4 (1) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (στο εξής «ΟΕΑΑ» (αναδιατύπωση), δεν υπάρχει γενική απαίτηση να τεκμηριώνονται όλες οι πτυχές των δηλώσεων του αιτούντος με έγγραφα ή άλλες απο­δείξεις. Ως εκ τούτου, από τις αρχές που ήδη αναφέρθηκαν μπορεί να συναχθεί ότι η αξιολόγηση αίτησης διεθνούς προστασίας βασίστηκε ορθώς από την Υπηρεσία Ασύλου στο σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων – ήτοι συνδυασμού τόσο των δηλώσεων όσο και εγγράφων του αιτούντος[4]. Δεν έχει τεκμηριωθεί ότι έχει καταδικασθεί, συλληφθεί, ή καταζητείται είτε από τις αρχές της χώρας του είτε από άλλους φορείς δίωξης (Βλέπε Άρθρα και του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000). Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης, είναι κρίση του Δικαστηρίου, ότι από τα στοιχεία που προσκόμισε ο Αιτητής δεν διαπιστώνεται προσωπική δίωξή και δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του ορισμού δίωξης και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000).

 

Παραμένει, όμως, το ζήτημα του κατά πόσο εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής σε αυτόν καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας βάσει του Άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν. 6(Ι)/2000). Ο λειτουργός κατά την νομική ανάλυση και/ή κατά την υπαγωγή των προσωπικών του δεδομένων του Αιτητή εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη, καταλήγοντας ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι ο ίδιος προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός εξέτασε κατά την νομική ανάλυση σε συνάρτηση με τη περιοχή προηγούμενης διαμονής του Αιτητή και έκρινε ότι δεν θα επηρεαστεί προσωπικά λόγω ύπαρξης σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης ασκήσεως βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Επί τούτου ο λειτουργός/εξεταστής παρέπεμψε ενδελεχώς μέσω της έκθεσης του σε αριθμό εξωτερικών πηγών πληροφόρησης, κατέληξε δε πως τα περιστατικά που εντοπίζονται δεν μπορούν να θεωρηθούν ως περιστατικά υψηλής έντασης και συχνότητας, σε τέτοιο βαθμό που να τεκμαίρεται ότι επικρατούν συνθήκες αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερική ένοπλης σύρραξης, εφόσον αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά. Από έρευνα του Δικαστηρίου σε εξωτερικές πηγές σε συνάρτηση με τους αποδεκτούς ισχυρισμούς του Αιτητή προκύπτει ότι μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν το 2021, τα επίπεδα ένοπλης βίας και οι βλάβες στους αμάχους μειώθηκαν σημαντικά σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη συγκρούσεων.[5] Πηγές του ΟΗΕ έχουν περιγράψει την επακόλουθη περίοδο ως χαρακτηριζόμενη από «σχετική απουσία ένοπλης σύγκρουσης»[6]  και «ουσιαστική παύση της ενεργού σύγκρουσης»[7]. Το 2022, το UCDP εκτίμησε ότι η ένταση της σύγκρουσης στο Αφγανιστάν δεν πλησίαζε πλέον το όριο για να χαρακτηριστεί ως «πόλεμος»[8]. Το δε Ίδρυμα Bertelsmann ανέφερε το 2024 ότι «δεν υπήρχε καμία ένδειξη συστηματικής ή διάσπαρτης μάχης»[9].Ένοπλες ομάδες που αντιτίθενται στους Ταλιμπάν εμφανίστηκαν εν μέσω της κατάληψης της εξουσίας.[10] Μεταξύ αυτών των ομάδων, αναφέρθηκε ότι το Εθνικό Μέτωπο Αντίστασης του Αφγανιστάν (NRF) και το Μέτωπο Ελευθερίας του Αφγανιστάν (AFF) εξακολουθούσαν να είναι ενεργά το 2023 και το 2024.[11] Το Islamic State Khorasan Province (ISKP) αύξησε τις επιθέσεις μετά την κατάληψη της εξουσίας και συνέχισε να πραγματοποιεί επιθέσεις εναντίον πολιτικών στόχων και εναντίον των de facto αρχών.[12] Οι de facto δυνάμεις ασφαλείας έχουν επίσης συγκρούσεις με τις πακιστανικές συνοριακές δυνάμεις, προκαλώντας θύματα και από τις δύο πλευρές.[13] Οι Ταλιμπάν συνεχίζουν τις εχθροπραξίες με περιφερειακές τρομοκρατικές παρατάξεις, συμπεριλαμβανομένων των Tehrik-e Taliban Pakistan (TTP), οι οποίες έχουν χρησιμοποιήσει τις αφγανικές παραμεθόριες περιοχές ως επιχειρησιακές βάσεις, επιδεινώνοντας τις διασυνοριακές εντάσεις με το Πακιστάν[14]. Σύμφωνα με Αφγανό αναλυτή που επικαλείται η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο στον πιο πρόσφατο οδηγό της για την χώρα, από την 01/10/24, δεν υπάρχει μέρος στο Αφγανιστάν όπου ένοπλες ομάδες της αντιπολίτευσης να έχουν εμφανή παρουσία, ούτε καν σε πρώην αμφισβητούμενες περιοχές όπως η επαρχία Panjsher και η περιοχή Andarab, όπου έλαβαν χώρα αντάρτικες μάχες το 2022.[15] Το Αφγανιστάν εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ανθρωπιστική κρίση όπου εκατομμύρια Αφγανοί, αναμένεται να χρειαστούν ανθρωπιστική βοήθεια το 2025[16]. Σύμφωνα με ενημερωτικό δελτίο τύπου του Γραφείου του Ύπατου Αρμοστή για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (OHCHR) της 18/07/25, οι Αφγανοί που επιστρέφουν ή αναγκάζονται να επιστρέψουν στη χώρα τους αντιμετωπίζουν μια πολυεπίπεδη ανθρωπιστική και ανθρώπινη κρίση, με σοβαρούς κινδύνους δίωξης, αυθαίρετης κράτησης, βασανιστηρίων και γενικότερα παραβιάσεων θεμελιωδών δικαιωμάτων.[17] Όπως αναφέρεται περαιτέρω στο δελτίο τύπου, η κατάσταση είναι ιδιαίτερα σκληρή για τις γυναίκες και τα κορίτσια, που υφίστανται συστηματική διάκριση και αποκλεισμό από τη δημόσια ζωή και τις βασικές υπηρεσίες, ενώ οι δημοσιογράφοι, οι πρώην δημόσιοι υπάλληλοι και όσοι εργάστηκαν με την προηγούμενη κυβέρνηση κινδυνεύουν από αντίποινα. Λαμβάνοντας, όμως, τις ατομικές περιστάσεις του Αιτητή ως υγιούς, μορφωμένου ενήλικα, χωρίς προβλήματα υγείας, με εκπαιδευτικό υπόβαθρο και εργασιακή εμπειρία, χωρίς παρελθοντικά στοιχεία δίωξης και οικογενειακό δίκτυο στη χώρα του κρίνεται ότι δεν προκύπτει ότι σε περίπτωση επιστροφής του εκεί θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε κατάσταση εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 01/05/26) στη περιοχή Khost του Αφγανιστάν καταγράφηκαν 83 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 51 θάνατοι[18]. Να σημειωθεί επίσης ότι ο πληθυσμός του Αφγανιστάν (καταμέτρηση 2020) ανέρχεται στα 32,890,200 ενώ o πληθυσμός της περιοχής Khost ανέρχεται στα 636,522[19]. Σημειώνεται ότι, υπάρχει γενικά μεγάλη μείωση των περιστατικών ασφαλείας στην χώρα καταγωγής του Αιτητή. Συνεπώς, το Δικαστήριο εξετάζοντας το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης σε σχέση με την περιοχή γέννησης/καταγωγής του Αιτητή και σε συνάρτηση με τις ατομικές του περιστάσεις διαπιστώνει ότι δεν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις βάσει της έννοιας αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας[20] - που έχει προτείνει το ΔΕΕ στις αποφάσεις Elgafaji[21] και Diakité[22].

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν διαπιστώνω ελλιπή έρευνα αλλά ούτε πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν υπόψη από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 ) ούτε προκύπτει ανεπαρκής αιτιολόγηση της διοικητικής απόφασης (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων του Αιτητή, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.

 

Συνεπώς, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €700 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 

 

 



[1]EASO, Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.14-15

[2]EASO-Δικαστική ανάλυση-Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου, 01/02/2018, σελίδα 21

[3] High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), ON κατά Refugee Appeals Tribunal & Ors [2017] IEHC 13, σκέψη 63.

[4] High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), IR κατά Minister for Justice Equality& Law Reform & anor, [2009] IEHC 353, σκέψη 11, αρχή 4: «Η αξιολόγηση της αξιοπιστίας πρέπει να γίνεται με βάση την πλήρη εικόνα που διαμορφώνεται από το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων και πληροφοριών, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους».

[5] UN Security Council, The situation in Afghanistan and its implications for international peace and security, 28 January 2022, https://docs.un.org/en/A/76/667, para. 3; UNAMA, Human Rights in Afghanistan 15 August 2021–15 June 2022, July 2022, unama.unmissions.org/sites/default/files/unama_human_rights_in_afghanistan_report_-_june_2022_english.pdf, p. 3

[6] UN General Assembly and UN Security Council, The situation in Afghanistan and its implications for international peace and security, 20 June 2023, https://unama.unmissions.org/sites/default/files/230620_sg_report_on_afghanistan_s.2023.453.pdf , para. 1

[7] UN OCHA, Afghanistan Humanitarian Needs and Response Plan 2025 (December 2024), 19 December 2024,

https://www.unocha.org/publications/report/afghanistan/afghanistan-humanitarian-needs-and-response-plan-2025-december-2024 , p. 5

[8] UCDP, Afghanistan, [2024], https://ucdp.uu.se/country/700

[9]  Bertelsmann Stiftung, BTI 2024 Country Report, Afghanistan, 19/03/24, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2024_AFG.pdf , p. 5

[11] UCDP, Afghanistan, 2024, https://ucdp.uu.se/country/700; UN Security Council, The Situation in Afghanistan and its implications for international peace and security, 28 February 2024, https://unama.unmissions.org/sites/default/files/sg_report_on_afghanistan_march_2024.pdf, para. 21, UN Security Council, The situation in Afghanistan and its implications for international peace and security, 13 June 2024, unama.unmissions.org/sites/default/files/sg_report_june_2024.pdf, para. 18; UN Security Council, The situation in Afghanistan and its implications for international peace and security, 9 September 2024, https://documents.un.org/doc/undoc/gen/n24/249/79/pdf/n2424979.pdf, para. 16

[12] HRW, World report 2024: Afghanistan, Events of 2023, 12 January 2024, https://www.hrw.org/world-report/2024/country-chapters/afghanistan#260ac4; Stimson, Transcript – Afghanistan’s Evolving Terrorism Landscape under the Taliban, 21 August 2024, https://www.stimson.org/2024/transcript-afghanistans-evolving-terrorism-landscape-under-the-taliban/; UCDP, Afghanistan, [2024], https://ucdp.uu.se/country/700

[13] TOLOnews, Security Situation Considered at Three-Year Mark of Islamic Emirate Rule, 15 August 2024, https://tolonews.com/afghanistan-190236

[14] Security Council Report, 29.8.2025, September 2025 Monthly Forecast: Afghanistan, https://www.securitycouncilreport.org/monthly-forecast/2025-09/afghanistan-30.php

[15] EUAA, Country of Origin Information: Afghanistan – Country Focus, January 2026, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-01/2026_01_Afghanistan_COI_Report_Country_Focus.pdf p. 57

[16] OCHA, 13 August 2025, Afghanistan: Humanitarian Needs and Response Plan 2025, Response Overview (1 January - 31 May 2025), https://www.unocha.org/publications/report/afghanistan/afghanistan-humanitarian-needs-and-response-plan-2025-response-overview-1-january-31-may-2025

[17] OHVHR, 18 July 2025, Afghanistan: Returns of Afghans creating multi-layered human rights crisis https://www.ohchr.org/en/press-briefing-notes/2025/07/afghanistan-returns-afghans-creating-multi-layered-human-rights-crisis

[18] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Afghanistan, Khost, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer 

[19]  City Population, Afghanistan, Khost Province, https://www.citypopulation.de/en/afghanistan/admin/14__khōst/

[20]EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 – 1.6.2. Η έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» (https://easo.europa.eu/sites/default/files/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf)

[21]Απόφαση του ΔΕΕ (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 17/02/2009 στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji και Noor Elgafaji κατά Staatssecretaris van Justitie, σκέψεις 32 & 38

[22] Απόφαση του ΔΕΕ της 30/01/2014 στην υπόθεση C-285/12, Aboubacar Diakité κατά Commissaire général aux réfugiés etaux apatrides, σκέψη 35


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο