Ε. Κ. Κ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1466/24, 6/5/2026
print
Τίτλος:
Ε. Κ. Κ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1466/24, 6/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 1466/24

6 Μαΐου, 2026

[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

                                   Ε. Κ. Κ.

Αιτητού,

και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η αίτηση

Α. Παναγή (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή

Ι. Χαραλάμπους (κα), για τους Καθ' ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή αιτείται την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο με την οποία να κηρύσσεται, άκυρη, παράνομη και στερούμενη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος η απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 1.2.2024, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του για διεθνή προστασία και αποφασίστηκε η επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του.

Γεγονότα

1.             Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (στο εξής: η ΛΔΚ). Εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του νομότυπα, κατά δήλωσή του στις 20.10.2020 και στη συνέχεια εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία στις 23.11.2020. Στις 14.1.2021 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 9.1.2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό, ο οποίος υπέβαλε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης του Αιτητή και επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο την 1.2.2024. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 19.4.2024 και αποτελεί  το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

Νομικοί Ισχυρισμοί

2.             Ο Αιτητής, δια της συνηγόρου του, κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, προωθεί τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας, προβάλλοντας ειδικότερα ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν διερεύνησαν εις βάθος τους ισχυρισμούς του Αιτητή και ότι σε περίπτωση που επιθυμούσαν περισσότερες πληροφορίες έπρεπε να του θέσουν επιπλέον διευκρινιστικές ερωτήσεις καθώς και να τον καλέσουν σε συμπληρωματική συνέντευξη, ως έχουν δικαίωμα κατά τη διακριτική τους ευχέρεια.

3.             Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και ορθότητας της επίδικης απόφασης, την οποία, κατά τους ίδιους, εξέδωσαν κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων. Υποστηρίζουν ότι η επίδικη απόφαση είναι δεόντως αιτιολογημένη και παραπέμπουν στα επιμέρους ευρήματά τους κατά τη διοικητική διαδικασία. Προβάλλουν επιπλέον ότι οι επικαλούμενοι ισχυρισμοί του Αιτητή αποτελούν ιδιωτική διαφορά. Ως εκ τούτου δεν σχετίζονται με τους περιοριστικά προβλεπόμενους στη Σύμβαση της Γενεύης λόγους δίωξης και επομένως δεν δικαιολογούν  την αναγνώρισή του ως πρόσφυγα.

Το νομικό πλαίσιο

4.             Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».

5.             Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2023 έχει ως ακολούθως:

«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

6.             Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.

 

7.             Το άρθρο 3 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (στο εξής: ο περί Προσφύγων Νόμος) καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.

 

8.             Το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:

«Υποχρεώσεις Αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών

16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο Αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).

(2) Ιδίως, ο Αιτητής οφείλει-

(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του Αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο Αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙ [...]».

9.             Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

Κατάληξη

10.          Ως προς τους εγειρόμενους λόγους προσφυγής, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι το παρόν Δικαστήριο, ως δικαστήριο ουσίας, δικάζει την ενώπιόν του προσφυγή αξιολογώντας εξ υπαρχής την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία, τόσο κατά το νόμο όσο και κατ’ ουσίαν. Δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc.  (Βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, TorubarovC-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024). Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελής χαρακτηρίζεται ο λόγος προσφυγής, ο οποίος ακόμα και αν γίνει δεκτός δεν πρόκειται να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].

11.          Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτών. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie vAναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του Αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C‑277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).

12.          Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών του Αιτητή, επισημαίνεται ότι, κατά την καταγραφή της αίτησής του για διεθνή προστασία, αυτός ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 20.10.2020 διότι αναζητείται από τον Συνταγματάρχη Kabasele των FARDC λόγω της ερωτικής σχέσης που διατηρούσε με την κόρη του, Eli. η οποία απεβίωσε. Ο Αιτητής περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι η σύντροφός του απεβίωσε την 1.10.2020, ότι κινδυνεύει η ζωή του και ότι εκκρεμεί ένταλμα σύλληψης σε βάρος του (βλ. ερ. 3-1 και μετάφραση σε ερ. 22-21).

13.          Στις 8.3.2021, ενόσω ο Αιτητής βρισκόταν ακόμα στο Κέντρο Πρώτης Υποδοχής (ΚεΠΥ) «Πουρνάρα», διενεργήθηκε αξιολόγηση ειδικών αναγκών και ευαλωτότητας του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό του ΚεΠΥ. Κατά τη συνέντευξή στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας, ο Αιτητής επανέλαβε τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και δήλωσε ότι η ψυχική του υγεία είναι επιβαρυμένη λόγω των συνθηκών διαμονής στο ΚεΠΥ. Ο αρμόδιος λειτουργός συνέστησε την αναχώρηση του Αιτητή από το ΚεΠΥ, την μετακίνησή του εντός του ΚεΠΥ σε κατάλληλο χώρο διαμονής έως την αναχώρησή του από τη δομή, καθώς και την παρακολούθηση τυχόν επιδείνωσης της ψυχικής του κατάστασης, ενώ σημείωσε επί του σχετικού εντύπου ως «Μέτριο» το επίπεδο πιθανολόγησης σοβαρού κινδύνου για την προσωπική ασφάλεια του Αιτητή κατά το οποίο απαιτείται έκτακτη παρέμβαση και/ή επαναξιολόγηση εντός 4-6 εβδομάδων (βλ. ερ. 20-12).

14.          Κατά το κρίσιμο στάδιο της προσωπικής του συνέντευξης, ο Αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε το έτος 1998 στην πόλη Kinshasa της ΛΔΚ, όπου διέμενε έως τον χρόνο κατά τον οποίον εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του. Είναι άγαμος και άτεκνος. Ως προς το θρήσκευμα, δήλωσε ότι είναι Χριστιανός Καθολικός, ενώ παράλληλα δήλωσε ότι ανήκει στη φυλή Luba, ομιλεί lingala, ενώ έχει επίσης στοιχειώδη γνώση γαλλικών και tshiluba. Ως προς την πατρική του οικογένεια, ο Αιτητής δήλωσε ότι οι γονείς του ζουν και ότι διαθέτει δύο αδερφούς και μία αδερφή. Οι γονείς του και ο ένας αδερφός του μένουν στην περιοχή Bukavu, ενώ ο δεύτερος αδερφός του και η αδερφή μου μένουν στην Kinshasa. Ως προς το εκπαιδευτικό του προφίλ, δήλωσε ότι είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ότι παρακολούθησε μόλις ένα έτος πανεπιστημιακής εκπαίδευσης λόγω παράλληλης εργασίας, ενώ ως προς το επαγγελματικό του προφίλ, δήλωσε ότι στη χώρα καταγωγής του εργάστηκε για τρία έτη σε ένα ζαχαροπλαστείο. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε νομότυπα τη χώρα καταγωγής του στις 20.10.2020, μεταβαίνοντας αεροπορικώς στην Τουρκία, και ότι στις 23.11.2020 εισήλθε παράτυπα στη Δημοκρατία μέσω των μη ελεγχόμενων από τη Δημοκρατία περιοχών. Περαιτέρω, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα υγείας (βλ. ερ. 64-62).

15.          Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι διέφυγε επειδή διατηρούσε ερωτικό δεσμό με την κόρη ενός συνταγματάρχη, η οποία αυτοκτόνησε, και ότι μετά τον θάνατο της συντρόφου του Αιτητή, ο πατέρας της απειλούσε τον Αιτητή ότι θα τον σκοτώσει.

 

16.          Στη συνέχεια, ο αρμόδιος λειτουργός έθεσε ερωτήσεις ως προς τα προσωπικά στοιχεία της συντρόφου του Αιτητή και ως προς τις συνθήκες της γνωριμίας τους. Ο Αιτητής δήλωσε ότι η σύντροφός του ονομαζόταν Sarrah Makabu, ο πατέρας της λέγεται Josue Makabu και είναι συνταγματάρχης των FARDC, ότι η ερωτική τους σχέση ξεκίνησε στις αρχές του Αυγούστου του 2020 και ότι στις 20.9.2020 η εκλιπούσα κατάλαβε ότι είναι έγκυος. Περαιτέρω, ο Αιτητής περιέγραψε τη συνάντηση του ιδίου με τον πατέρα της συντρόφου του και την ίδια, κατά το οποίο ο πατέρας της αρνήθηκε οιαδήποτε συνάντησή του με τους γονείς του Αιτητή, άρχισε να απειλεί τον Αιτητή ότι θα τον σκοτώσει και ο Αιτητής υποσχέθηκε ότι δεν θα ξανασυναντήσει την κόρη του (βλ. ερ. 61-58).

 

17.          Ερωτηθείς ως προς τις συνθήκες του θανάτου της συντρόφου του, ο Αιτητής αποκρίθηκε ότι ο ίδιος πληροφορήθηκε μέσω ενός συναδέλφου του, γείτονα της εκλιπούσας, ότι η ίδια απεβίωσε την 1η.10.2020, ότι δεν παρέστη στην κηδεία της συντρόφου του και ότι η ίδια δεν είχε αναφερθεί στις μεταξύ τους γραπτές και τηλεφωνικές καθημερινές συνομιλίες στο ενδεχόμενο να βάλει τέλος στη ζωή της παρά μόνο στην ψυχολογική πίεση που της ασκούσε ο πατέρας της και στη σκέψη να διαφύγει από το σπίτι της (βλ. ερ. 58-56).

 

18.          Όσον αφορά στις απειλές του συνταγματάρχη, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι λίγες ημέρες μετά τον θάνατο της συντρόφου του, έλαβε απειλητικές κλήσεις από άγνωστο νούμερο, ότι στις 6.10.2020 κάποιοι άντρες τον έψαξαν στο σπίτι του, όπως πληροφορήθηκε από τη μητέρα του, και ότι στις 8.10.2020 ο ίδιος κατέφυγε στο σπίτι του δικηγόρου του. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι στις 17.10.2020 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης σε βάρος του και ότι οι γονείς του αναγκάστηκαν να μετακινηθούν στην περιοχή Bukavu καθώς ελάμβαναν και οι ίδιοι απειλές (βλ. ερ. 55-53). Ερωτηθείς ως προς το ενδεχόμενο μετεγκατάστασης σε άλλη περιοχή της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής αποκρίθηκε αρνητικά.

 

19.          Προς επίρρωση των ισχυρισμών του, ο Αιτητής κατέθεσε το υπ’ αριθ. ΟΡ0399705 εθνικό διαβατήριο σε πρωτότυπη μορφή, με ημερομηνία έκδοσης 8.6.2018 και ημερομηνία λήξης 7.6.2023 (βλ. ερ. 6).

 

20.          Αξιολογώντας τους ισχυρισμούς του Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορά την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, ενώ ο δεύτερος αφορά τις απειλές που δέχτηκε από τον Συνταγματάρχη πατέρα της συντρόφου του.

 

21.          Ο πρώτος ισχυρισμός του Αιτητή έγινε αποδεκτός από τους Καθ’ ων η αίτηση, αφού οι δηλώσεις του κρίθηκαν μεν ως συνεπείς, σαφείς και λεπτομερείς, επιβεβαιώθηκαν δε από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Περαιτέρω, τα στοιχεία της ταυτότητάς του επιβεβαιώνονται από ταυτοποιητικά έγγραφα που προσκόμισε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου (βλ. ερ. 6).

 

22.          Στο πλαίσιο αξιολόγησης της εσωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ισχυρισμού, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει επαρκείς, ικανοποιητικές, λεπτομερείς και συνεκτικές πληροφορίες ως προς τις συνθήκες γνωριμίας του με την εκλιπούσα, ως προς τα προβλήματα που αντιμετώπισε λόγω της αντίδρασης του πατέρα της, καθώς και ως προς την αυτοκτονία της συντρόφου του, ενώ ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή ότι η σύντροφός του αυτοκτόνησε καταναλώνοντας υπερβολική δόση φαρμάκων συνιστούν εικασίες του ιδίου. Μη ικανοποιητική επιπλέον κρίθηκε η εξήγηση του Αιτητή ως προς τη νόμιμη αναχώρησή του από τη χώρα μόλις τρεις ημέρες μετά την έκδοση του φερόμενου εντάλματος σύλληψης σε βάρος του. Εν όψει της μη θεμελίωσης της εσωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού, της υποκειμενικής φύσης των προβληθέντων ισχυρισμών και της αδυναμίας εύρεσης σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης του προσώπου του Josue Makabu, πατέρα της εκλιπούσας και συνταγματάρχη του στρατού, ο αρμόδιος λειτουργός απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό στο σύνολό του ως αναξιόπιστο.

 

23.          Στη βάση του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού του Αιτητή, οι Καθ΄ων η αίτηση, κατά την αξιολόγηση κινδύνου, λαμβάνοντας υπόψη το προσωπικό προφίλ του Αιτητή καθώς και τη γενική κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του, έκριναν ότι δεν υπάρχουν εύλογοι/ βάσιμοι λόγοι σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, τη ΛΔΚ, να αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν τεκμηριώνεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του για οποιονδήποτε από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω, έκριναν ότι δεν προκύπτει εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19 του ίδιου νόμου. Τέλος, διαπίστωσαν ότι δεν υφίστανται ενδείξεις ότι, σε περίπτωση επιστροφής, ο Αιτητής διατρέχει κίνδυνο υποβολής σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και της αρχής της μη επαναπροώθησης. Ως εκ τούτου, εισηγήθηκαν την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας και την έκδοση απόφασης επιστροφής στη ΛΔΚ.

 

24.          Κατά την ακροαματική διαδικασία που διεξήχθη στις 20.4.2026, η συνήγορος του Αιτητή προώθησε τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας. Περαιτέρω, ο Αιτητής διά της συνηγόρου του ισχυρίστηκε ότι εκκρεμεί εις βάρος του ένταλμα σύλληψης, το οποίο είχε στην κατοχή του πριν την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του, πλην όμως το απώλεσε, και ότι το ένταλμα φέρεται να σχετίζεται με τον θάνατο της συντρόφου του, η οποία ήταν έγκυος στο παιδί του. Ο Αιτητής υποστηρίζει επιπλέον ότι ο θάνατος της συντρόφου του, τον οποίον ο ίδιος αποδίδει σε αυτοκτονία, αποδόθηκε στον ίδιο από τον πατέρα της συντρόφου του, ότι ο πατέρας της φέρεται να είναι συνταγματάρχης και, λόγω ζητήματος «τιμής», του καταλογίζει ευθύνη για τον θάνατο της κόρης του, με αποτέλεσμα ο Αιτητής να διατρέχει κίνδυνο. Τέλος, ο Αιτητής δηλώνει ότι δεν γνωρίζει με σαφήνεια τον ακριβή σκοπό του εντάλματος.

 

25.          Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν έγιναν αποδεκτοί, καθώς δεν τεκμηρίωσε επαρκώς το αίτημά του, ότι ο Αιτητής ουδέποτε προσκόμισε το επικαλούμενο ένταλμα σύλληψης και ότι παρά τον ισχυρισμό περί εκκρεμούς εντάλματος, αυτός αναχώρησε νόμιμα από τη χώρα του με διαβατήριο, γεγονός που υπονομεύει την αξιοπιστία του ισχυρισμού. Περαιτέρω, προβάλλουν ότι ο ισχυρισμός περί θανάτου της συντρόφου του, ο οποίος φέρεται να έλαβε δημοσιότητα, δεν επιβεβαιώνεται από εξωτερικές πηγές, ούτε προσκομίστηκε σχετικό αποδεικτικό στοιχείο, ενώ και ο ίδιος ο Αιτητής αναφέρει ότι η πληροφορία περί αυτοκτονίας προέρχεται από τρίτο πρόσωπο (γείτονα) και όχι από προσωπική του γνώση.

 

26.          Προχωρώντας στην de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν μου δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, κρίνεται, επί τη βάσει των ενώπιον μου στοιχείων, ότι γίνεται δεκτό το εύρημα των Καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό. Το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[1]

27.          Συγκεκριμένα, ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής υπήρξε σαφής ως προς τα προσωπικά του στοιχεία. Η αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού εδραιώνεται περαιτέρω και από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες συγκεντρώνονται στο διοικητικό φάκελο, και από το διαβατήριό του.

28.          Ως προς την αξιολόγηση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή, ειδικότερα αναφορικά με τις φερόμενες απειλές που δέχθηκε από τον συνταγματάρχη, πατέρα της συντρόφου του, διαπιστώνονται τα ακόλουθα ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του. Το Δικαστήριο συντάσσεται με την κατάληξη των Καθ’ ων η αίτηση περί μη θεμελίωσης της εσωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού. Ειδικότερα, ο Αιτητής υπήρξε ιδιαιτέρως γενικόλογος και αόριστος τόσο ως προς τη φύση και την εξέλιξη της σχέσης του με την κόρη του εν λόγω προσώπου όσο και ως προς τις ίδιες τις σχέσεις του με τον φερόμενο ως διώκτη. Περαιτέρω, οι απειλές που ισχυρίζεται ότι δέχθηκε, καθώς και οι περιστάσεις υπό τις οποίες αυτές φέρονται να εκδηλώθηκαν, περιγράφονται με αόριστους όρους. Ομοίως, αόριστες παραμένουν και οι αναφορές του ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες φέρεται να επήλθε η αυτοκτονία του εν λόγω προσώπου, με τον ίδιο να παρουσιάζεται αποστασιωμένος από τα γεγονότα.

29.          Γενικότερα, παρά το γεγονός ότι ο Αιτητής υπήρξε σταθέρος καθ΄όλα τα στάδιο εξέτασης της αίτησής του ως προς γενικό του αφήγημα, ο ίδιος δεν κατόρθωσε να παραθέσει ένα συνεκτικό και επαρκώς συγκεκριμενοποιημένο αφήγημα, εμπλουτισμένο με ουσιώδεις και βιωματικής φύσεως λεπτομέρειες, από τις οποίες να προκύπτει ότι όντως βίωσε τα επικαλούμενα περιστατικά, όπως ευλόγως θα αναμενόταν λαμβανομένων υπόψη της ηλικιακής του ωριμότητας και του μορφωτικού του επιπέδου. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το δεδομένο ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του χρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα παρά το γεγονός ότι υποστηρίζει ότι εκκρεμούσε εναντίον του ένταλμα σύλληψης. Ως εκ τούτου, η εσωτερική του αξιοπιστία δεν θεμελιώνεται.

30.          Στο πλαίσιο αξιολόγησης της εξωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού, επισημαίνεται καταρχάς ότι ο Αιτητής δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία προς το τεκμηρίωση των δηλώσεών του. Το Δικαστήριο ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ως προς τις Ένοπλες Δυνάμεις της ΛΔΚ (FARDC), τη διαθέσιμη κρατική προστασία και τις προϋποθέσεις έκδοσης εντάλματος σύλληψης.

31.          Οι Ένοπλες Δυνάμεις της ΛΔΚ (Forces armées de la République démocratique du Congo) αποτελούν τις εθνικές ένοπλες δυνάμεις. Σύμφωνα με την έκθεση του «Bertelsmann Stiftung» για το έτος 2026, ενώ ο εθνικός στρατός είναι επιφορτισμένος με τη διασφάλιση της ειρήνης και της ασφάλειας, ο ίδιος έχει εμπλακεί σε συγκρούσεις, διαφθορά και συμμαχίες με ομάδες ανταρτών, επιτείνοντας το γενικό εύθραυστο και επισφαλές κλίμα της χώρας.[2] Η ίδια έκθεση σημειώνει ότι ο εθνικός στρατός παραμένει κακοπληρωμένος, είναι ελλιπώς καταρτισμένος, ενώ συχνά συνεργάζεται με πολιτοφυλακές.[3] Πρόσφατη δημοσίευση της πλατφόρμας «Global Centre for the Responsibility to Protect» αναφέρει ότι τόσο οι κυβερνητικές ένοπλες δυνάμεις όσο και οι αστυνομικές αρχές έχουν εμπλακεί σε παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου, συμπεριλαμβανομένων πράξεων σεξουαλικής βίας, βασανισμού και αυθαίρετων δολοφονιών.[4]

 

32.          Το Δικαστήριο πραγματοποίησε έρευνα στο Διαδίκτυο, στην πλατφόρμα «ecoi.net» και στην ιστοσελίδα του γαλλόφωνου ραδιοφωνικού σταθμού «Radio Okapi» που διατηρεί η Αποστολή του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για τη Σταθεροποίηση στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (MONUSCO)[5] ως προς το πρόσωπο του φερόμενου πατέρα της συντρόφου του Αιτητή, συνταγματάρχη του εθνικού στρατού, ονόματι Josue Makabu, από την οποία δεν προέκυψε κάποιο εύρημα. Η μόνη σχετική αναφορά στο επώνυμο «Makabu», χωρίς όμως να συμπίπτει το όνομα «Josue», εντοπίστηκε σε διάταγμα του Ιουλίου 2021 του Προέδρου της ΛΔΚ αναφορικά με τον διορισμό ανώτατων αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων της ΛΔΚ, όπου περιλαμβάνεται το όνομα του «MAKABU IBENI OLAF JEANDEDIEU».[6]

 

33.          Όσον αφορά στην έκδοση και απόκτηση πλαστών εγγράφων, αναφέρονται περιπτώσεις πλαστογράφησης πτυχίων, χαρτονομισμάτων και βεβαιώσεων εμβολιασμού, καθώς και περιπτώσεις έκδοσης εθνικών διαβατηρίων με τη χρήση πλαστής ή δολίως αποκτηθείσας εκλογικής κάρτας.[7]

 

34.          Το Δικαστήριο ανέτρεξε περαιτέρω σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ως προς τις προϋποθέσεις έκδοσης εντάλματος σύλληψης. Η έκθεση του Συμβουλίου Μετανάστευσης και Προσφύγων του Καναδά που δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2022 αναφέρει ότι:

 

«Το Κεφάλαιο III του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προβλέπει τα ακόλουθα σχετικά με τα προσωρινά εντάλματα σύλληψης:

Αρθρ. 27. – Ένας κατηγορούμενος μπορεί να τεθεί σε προληπτική κράτηση μόνο εάν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου και τα γεγονότα φαίνεται να συνιστούν αδίκημα που τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. […]

Αρθρ. 28. – Η προληπτική κράτηση είναι εξαιρετικό μέτρο. Όταν επιβάλλεται προληπτική κράτηση, πρέπει να τηρούνται οι ακόλουθοι κανόνες: Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της προληπτικής κράτησης, ο εισαγγελέας μπορεί, αφού ανακρίνει τον κατηγορούμενο, να εκδώσει προσωρινό ένταλμα σύλληψης κατά του κατηγορουμένου, υπό την προϋπόθεση ότι ο κατηγορούμενος οδηγηθεί ενώπιον του πλησιέστερου αρμόδιου δικαστή για να αποφανθεί περί της προληπτικής κράτησης του κατηγορουμένου.

Εάν ο δικαστής βρίσκεται στην ίδια περιοχή με τον εισαγγελέα, ο κατηγορούμενος πρέπει να εμφανιστεί ενώπιον του δικαστή το αργότερο πέντε ημέρες από την έκδοση του προσωρινού εντάλματος σύλληψης. […][8]».

 

35.          Σύμφωνα με την εγκύκλιο υπ’ αριθ. 001/D.008/IM/PGR/2006 της 31.3.2006, το ένταλμα σύλληψης εκδίδεται μετά το πέρας της ανάκρισης, ενώ πλήρης αιτιολογία ως προς τις σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να περιλαμβάνεται στο σώμα του εντάλματος. Ο εκπρόσωπος του CDH δήλωσε επίσης ότι το ένταλμα σύλληψης είναι «ένα επίσημο έγγραφο που εκδίδεται από εισαγγελέα ή την Δικαστική Αστυνομία σε περίπτωση προβλημάτων με τον νόμο. Τα έγγραφα αυτά υπογράφονται με σφραγίδα από την εισαγγελία, την αστυνομία ή ακόμα και την υπηρεσία πληροφοριών.».[9]

36.          Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού δεν επιβεβαιώνεται. Ειδικότερα, η απουσία οποιουδήποτε υποστηρικτικού αποδεικτικού στοιχείου, σε συνδυασμό με την αδυναμία εντοπισμού του φερόμενου προσώπου/ διώκτη σε αντικειμενικές πηγές πληροφόρησης, δεν επιτρέπει την επαλήθευση των ισχυρισμών του Αιτητή ως προς την ταυτότητα και τη θέση επιρροής του εν λόγω προσώπου. Περαιτέρω, τα γενικά ευρήματα των εξωτερικών πηγών ως προς τη λειτουργία των Ενόπλων Δυνάμεων της ΛΔΚ και τις πρακτικές των αρχών, μολονότι καταδεικνύουν ένα ευρύτερο πλαίσιο θεσμικών δυσλειτουργιών και παραβιάσεων, δεν επαρκούν για να στοιχειοθετήσουν τις συγκεκριμένες προσωπικές περιστάσεις που επικαλείται ο Αιτητής ούτε να επιβεβαιώσουν την ύπαρξη στοχοποίησής του. Λαμβανομένης δε υπόψη της μη θεμελίωσης της εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, οι εν λόγω γενικές πληροφορίες δεν δύνανται να αναπληρώσουν τα κενά του αφηγήματός του. Ως εκ τούτου, ο εξεταζόμενος ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του.

 

37.          Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να διατρέχει ο Αιτητής, πέραν των όσων ο ίδιος δήλωσε και τα οποία απορρίφθηκαν ανωτέρω, σημειώνεται ότι ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε αρχικώς οποιονδήποτε πρόσθετο ή ανεξάρτητο κίνδυνο απορρέοντα από το προσωπικό του προφίλ ή τις ιδιαίτερες περιστάσεις του.

38.          Ειδικώς ως προς το θρησκευτικό του προφίλ ως Χριστιανού, επισημαίνεται ότι το σύνταγμα της ΛΔΚ απαγορεύει τις θρησκευτικές διακρίσεις και προβλέπει την ελευθερία της θρησκείας και το δικαίωμα λατρείας, με την επιφύλαξη της «συμμόρφωσης με τον νόμο, τη δημόσια τάξη, την δημόσια ηθική και τα δικαιώματα των άλλων». Ορίζει δε ότι το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία δεν μπορεί να καταργηθεί ακόμη και όταν η κυβέρνηση κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης ή πολιορκία. Σύμφωνα με έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Η.Π.Α του 2023, σχετικά με τη θρησκευτική ελευθερία στη ΛΔΚ, οι χριστιανοί αποτελούν το 95,1% του πληθυσμού και 48,1% των χριστιανών είναι προτεστάντες. Αν και καταγράφηκαν κάποιες επιθέσεις από το ISIS-DRC/ADF, αυτές αφορούσαν αδιακρίτως βία κατά πολιτών.[10] Συνεπώς, δεν αναμένεται ο Αιτητής να αντιμετωπίσει κίνδυνο ένεκα της θρησκευτικής του ταυτότητας.

39.          Όσον αφορά στη φυλετική του καταγωγή ως μέλος της φυλής Luba, σημειώνεται ότι στη ΛΔΚ εντοπίζονται περισσότερες από 200 Αφρικανικές εθνοτικές ομάδες. Οι Bantu αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού. Εισήλθαν στην επικράτεια της χώρας κατά τον 10ο-14ο αιώνα και εγκαθίδρυσαν βασίλεια μετά τον 16ο αιώνα, τα οποία ανήκαν στις ομάδες Kongo, Teke (Bateke), Luba, Pende, Yaka, Lunda, Songe, Tetela, and Kuba. Οι Luba εντοπίζονται σήμερα στο νοτιοκεντρικό σημείο της χώρας. Σύμφωνα με δεδομένα που ανάγονται στο έτος 1983, οι Luba αποτελούσαν το 18 τοις εκατό του πληθυσμού.[11] Περί τα τέλη του 20ου αιώνα, αυτοί αριθμούσαν περί τα 5,594,000 άτομα.[12] Δεν προκύπτει από τις διαθέσιμες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ότι τα μέλη της εν λόγω φυλής αποτελούν αντικείμενο συστηματικής ή στοχοποιημένης δίωξης, ούτε ο Αιτητής εξέφρασε οποιοδήποτε φόβο ένεκα αυτής του της ταυτότητας. Ως εκ τόυτου δεν αναμένεται ευλόγως να αντιμετωπίσει κίνδυνο ένεκα του φυλετικού του προφίλ.

40.          Ως προς την αντιμετώπιση των επαναπατρισθέτων Σύμφωνα με έκθεση του τμήματος έρευνας του Βελγικού Γραφείου του Επιτρόπου για τους Πρόσφυγες και τους Απάτριδες δεν διαπιστώνονται προβλήματα κατά τον επαναπατρισμό των πολιτών της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό στη χώρα.[13]

41.          Το Δικαστήριο ανέτρεξε εν συνεχεία σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του Αιτητή.

42.          Σύμφωνα με την ιστοσελίδα RULAC (Rule of Law in Armed Conflict) της Ακαδημίας της Γενεύης, η ΛΔΚ εμπλέκεται σε αρκετές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις εντός των εδαφών της εναντίον ορισμένων μη κρατικών ένοπλων ομάδων, μεταξύ των οποίων οι ADF (Allied Democratic Forces), FDLR (Forces démocratiques de libération du Rwanda), CODECO (Coopérative pour le développement du Congo) και M23.[14] Ειρηνευτική αποστολή των Ηνωμένων Εθνών (UN Organization Stabilization Mission in the Democratic Republic of the Congo- MONUSCO) υποστηρίζει τις ένοπλες δυνάμεις της ΛΔΚ[15], και το Συμβούλιο Ασφαλείας,  με το ψήφισμά του υπ' αρ. 2765 (2024), αποφάσισε την επέκταση της εντολής της MONUSCO μέχρι τις 20.12.2025[16]. Οι περιοχές Kivu, Kasai και Ituri είναι αυτές οι οποίες πλήττονται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις ένοπλες συγκρούσεις, αν και η βία είναι εκτεταμένη και επηρεάζει ολόκληρη τη χώρα.[17] Ειδικά στην Kinshasa, οι προαναφερόμενες οργανώσεις, δεν παρουσιάζονται ως δρώσες.[18]

 

43.          Με βάση το τελευταίο COI Query της EUAA (2025)[19] για την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa και ειδικότερα το COI Focus του Φεβρουαρίου 2025 του CEDOCA (CGRS, Βέλγιο), αναφέρεται ότι στην Kinshasa καταγράφηκαν κατά το 2024 περιορισμένα και σποραδικά περιστατικά ασφάλειας, όπως διαδηλώσεις, απόπειρα πραξικοπήματος, απόδραση από τη φυλακή Makala και ορισμένα επεισόδια στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Μαλακού, τα οποία συνδέονταν με τη σύγκρουση στη γειτονική επαρχία Μάι-Ντομπέ[20]. Στο ίδιο σημείωμα, η ίδια πηγή, με παραπομπή στο Κοινό Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών, επισημαίνει ότι η επαρχία της Kinshasa θεωρείται ανεπηρέαστη από ένοπλη σύγκρουση και ότι, μετά την επιδείνωση της κατάστασης ασφάλειας στα ανατολικά της χώρας το 2025, δεν αναφέρθηκαν σοβαρά περιστατικά, πέραν διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών.[21]

 

44.          Όσον αφορά στις εξελίξεις στις αρχές του 2025, το ίδιο COI Query της EUAA (2025) καταγράφει ότι τον Ιανουάριο διαδηλωτές στην Kinshasa επιτέθηκαν σε πρεσβείες και προκάλεσαν πυρκαγιές, στο πλαίσιο διαμαρτυριών κατά της επίθεσης των ανταρτών του M23 στην ανατολική ΛΔΚ.[22]

 

45.          Ως προς τον αριθμό των περιστατικών ασφαλείας στην πόλη Kinshasa, τόπο τελευταίας διαμονής του Αιτητή, βάσει στοιχείων από το ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με τελευταία ενημέρωση στις 17.4.2026) καταγράφηκαν 67 περιστατικά, από τα οποία προκλήθηκαν 3 θάνατοι. Εκ των 67 περιστατικών, τα 18 χαρακτηρίστηκαν ως διαδηλώσεις, τα 13 ως ξένη στρατιωτική εμπλοκή, τα 7 ως πολιτική βία, τα 4 ως εξέγερση και καταστολή και το 1 ως τρομοκρατική δραστηριότητα.[23] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πρωτεύουσας Kinshasa εκτιμάται ότι ανέρχεται στους 18,552,800 (έτος 2026) κατοίκους.[24] 

 

46.          Τα ανωτέρω ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα καταδεικνύουν ότι στο τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, καίτοι παρουσιάζονται περιστατικά ασφαλείας, η ένταση και η συχνότητά τους κυμαίνεται σε χαμηλά επίπεδα.

 

47.          Ως προς τις αποδεκτές προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε παράμετρος του προφίλ του που επέτεινε τυχόν κίνδυνο ενώ με βάση το σύνολο της ανωτέρω ανάλυσης κινδύνου δεν διαπιστώνεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ, θα εκτεθεί σε εξατομικευμένο κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

48.          Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης κινδύνου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης για τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

49.          Ούτε επίσης τεκμηριώνεται, η υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου), καθώς ο Αιτητής δεν τεκμηριώνει, αλλά και από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.

 

50.          Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό και δεδομένου ότι ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε, ότι ενόψει των προσωπικών του περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32)] ότι αυτός διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του [βλ άρθρο 19(2)(α) και (β)].

 

51.          Ούτε εξάλλου, προκύπτει ότι συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο προσφεύγων, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή (βλ. άρθρο 19(2)(γ) απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94  Elgafaji, σκέψη 43).

 

52.          Επιπροσθέτως, δεδομένης της κατάστασης που επικρατεί στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή και στην ευρύτερη περιφέρεια που αυτός εμπίπτει, δέον να εξεταστούν τα επιμέρους συστατικά στοιχεία του άρθρου 19(2)(γ) και ειδικότερα, κατά πόσον συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο Αιτητής, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94  Elgafaji, σκέψη 43].

 

53.          Σημειώνεται συναφώς ότι «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε Αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δε βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής». Ως  «σοβαρή» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» ορίζεται δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) ως «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».

 

54.          Ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ, διευκρίνισε ότι της έννοιας της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως, η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I‑11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. (Βλ.  απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28). Με βάση τις ανωτέρω πηγές, στην ΚInshasa δεν καταγράφεται κατάσταση γενικευμένης ένοπλης σύρραξης ή επίπεδο αδιάκριτης βίας τέτοιας έντασης που να πληροί τα κριτήρια του άρθρου 19(2)(γ). Ταυτόχρονα, και επικουρικώς, οι προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή δεν αποκαλύπτουν στοιχεία ικανά να επιτείνουν ή να εξατομικεύσουν τυχόν κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του. Ενόψει της μη συνδρομής του εν λόγω στοιχείου, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης, παρέλκει η περαιτέρω εξέταση των λοιπών συστατικών της.

 

55.          Ως προς δε την απόφαση επιστροφής του, από τα ενώπιόν μου στοιχεία, δεν προκύπτει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα συναφές με την αρχή της μη επαναπροώθησης και των προϋποθέσεων έκδοσης της απόφασης επιστροφής, πέραν των όσων ήδη εξετάστηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω (Βλ. απόφαση της της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C- 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51).

 

Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, με €1.000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.

 

Κ. Κ. ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

  

 



[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition,

 EUAA https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system  [τελευταία ημερομηνία πρόσβασης 18.11.2025], σ. 120-134.

UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status

[2] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report - Congo, DR, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_COD.pdf, σελ. 30, ημερομηνία πρόσβασης 28.4.2026.

[3] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report - Congo, DR, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_COD.pdf, σελ. 33, ημερομηνία πρόσβασης 28.4.2026.

[4] Global Centre for the Responsibility to Protect, Democratic Republic of the Congo, 16 March 2026, https://www.globalr2p.org/countries/democratic-republic-of-the-congo/ , ημερομηνία πρόσβασης 28.4.2026.

[6] ORDONNANCE N° 21/045 DU 15 JUILLET 2021 PORTANT NOMINATION DANS LA CATEGORIE DES OFFICIERS SUPERIEURS DES FORCES ARMEES DE LA REPUBLIQUE DEMOCRATIQUE DU CONGO, https://www.forumdesas.cd/ordonnance-ndeg-21045-du-15-juillet-2021-portant-nomination-dans-la-categorie-des-officiers-1 , ημερομηνία 28.4.2026.

[7] Belgium, CEDOCA, COI Focus, République Démocratique du Congo: Corruption et fraude documentaire [Democratic Republic of the Congo: Corruption and document fraud], 27 April 2026, σ. 12-13,

https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf, ημερομηνία πρόσβασης 29.4.2026.

[8] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada: Democratic Republic of the Congo: Judiciary documents, including summonses to appear (mandats de comparution), bench warrants (mandats d'amener) and arrest warrants (mandats d'arrêt); issuing authorities; features of judiciary documents, including contents and appearance; samples (2022–March 2022) [COD200966.FE], 4 April 2022
https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458580&pls=1, ημερομηνία πρόσβασης 28.4.2026.

[9] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada: Democratic Republic of the Congo: Judiciary documents, including summonses to appear (mandats de comparution), bench warrants (mandats d'amener) and arrest warrants (mandats d'arrêt); issuing authorities; features of judiciary documents, including contents and appearance; samples (2022–March 2022) [COD200966.FE], 4 April 2022
https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458580&pls=1, ημερομηνία πρόσβασης 28.4.2026.

[10] USDOS - US Department of State, 'DEMOCRATIC REPUBLIC OF THE CONGO 2023 INTERNATIONAL RELIGIOUS FREEDOM REPORT' (26 June 2024) σελ. 3 διαθέσιμο σε https://www.state.gov/reports/2023-report-on-international-religious-freedom/democratic-republic-of-the-congo/  , ημερομηνία πρόσβασης 28.4.2026.

[11] https://www.britannica.com/place/Democratic-Republic-of-the-Congo/People , ημερομηνία πρόσβασης 28.4.2026.

[12] https://www.britannica.com/topic/Luba-people , ημερομηνία πρόσβασης 28.4.2026.

[13] Belgium, CEDOCA, COI Focus, Democratic Republic of the Congo: The treatment of their nationals returning to the country by the national authorities, 23 July 2021 (updated), https://coi.euaa.europa.eu/administration/belgium/PLib/COI%20Focus%20RDC_The_treatment_of_their_nationals_returning_to_the%20country_by_the_national_authorities_20210723.pdf , σ. 11-12, ημερομηνία πρόσβασης 29.4.2026.

[14] RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύης, 'Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo'

https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/, ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.

[15] RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύης, 'Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo'

https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/, ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.

[16] UNSC, S/RES/2765 (2024)

 https://digitallibrary.un.org/record/4069994?v=pdf , ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.

[17] RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύης, 'Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo'

https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/, ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.

[18] Βλ. σχετικά Global Protection Cluster, https://www.globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-02/points_saillants-situation_de_protection_decembre_2023_vf.pdf,  Παρουσία των ανωτέρω ομάδων στην Kinshasa δε μαρτυρείται ούτε κατά την πρόσφατη επιστολή ομάδας ειδικών στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας UNSC, 'Letter dated 15 December 2023 from the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo addressed to the President of the Security Council' (2023)

https://www.ecoi.net/en/file/local/2103043/N2336437.pdf , ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.

[19] EUAA, COI Query, DRC, Security Situation in Kinshasa, (2025)

https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasa.pdf , ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.

[20] Belgium, CEDOCA, COI Focus, Republique Democratique du Congo: Situation securitaire [Democratic Republic of

the Congo: Security Situation], 25 February 2025, σ. 2

https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf, ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.

[21] Belgium, CEDOCA, COI Focus, Republique Democratique du Congo: Situation securitaire [Democratic Republic of

the Congo: Security Situation], 25 February 2025, σ. 2

https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf, ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.

[22]  Reuters, Congo protesters storm Kinshasa embassies over conflict in east, 28 January 2025

https://www.reuters.com/world/africa/congo-protesters-attack-kinshasa-embassies-over-conflict-east-2025-01-28/ ; Euro News, Protesters attack foreign embassies in DR Congo over M23 rebel advance, 28 January 2025, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ , ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.

[23] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic Congo-Kinshasa, Events / Fatalities, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer , ημερομηνία πρόσβασης 28.4.2026.

[24] World Population Review,

 https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa, ημερομηνία πρόσβασης 28.4.2026.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο