ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.1677/23
15 Μαΐου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
M. Ν. Η.
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως
Κος Ν. Κωνσταντίνου για Ν. Κουρσάρης ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για τους καθ’ ων η αίτηση
Κος P. Moradi - μεταφραστής για πιστή μετάφραση από Farsi σε Αγγλικά και αντίστροφα
Κος Ρ. Ευαγγέλου – μεταφραστής για πιστή μετάφραση από Αγγλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται επανεξέταση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία του κοινοποιήθηκε στις 30/05/23 με επιστολή ίδιας ημερομηνίας, δια της οποίας απορρίφθηκε η επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας.
Ως εκτίθεται στην Ένσταση και προκύπτει από τον Διοικητικό Φάκελο (ΔΦ), ο αιτητής κατάγεται από το Αφγανιστάν, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 13/04/23 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 04/05/23 (ερ.1-3, 23).
Στις 15/05/23 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με τον αιτητή, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.14-23). Μετά το πέρας της συνέντευξης ετοιμάστηκε Έκθεση και στις 23/05/23 η επίδικη εδώ αίτηση απορρίφθηκε (ερ.60-76). Ακολούθως ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία του δόθηκε διά χειρός και του μεταφράστηκε σε γλώσσα την οποία κατανοεί, στις 30/05/23 (ερ.85).
Η αίτηση αποτελείται από χειρόγραφα συμπληρωμένο Έντυπο αρ.1 επί του οποίου δεν καταγράφονται νομικοί λόγοι και χωρίς έκθεση γεγονότων. Αυτό που αναφέρει ο αιτητής είναι ότι «το μεγάλο πρόβλημα του είναι η κυβέρνηση που κυβερνάει είναι τρομοκράτες» και γι’ αυτό, ως αναφέρει, «ούτε ελευθερία υπάρχει ούτε δουλειά και ζωή μας είναι σε κίνδυνο […] και δεν [έχει] κανένα στο Αφγανιστάν».
Ενόψει της μη συμπερίληψης οποιουδήποτε νομικού ισχυρισμού στην παρούσα αίτηση, απομένει η επί της ουσίας εξέταση της. Με βάση λοιπόν τα διαλαμβανόμενα στο αρ.146 (4) (α) του Συντάγματος και αρ.11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (73(I)/2018) προχωρώ «σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής […] τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν» και «την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας» (βλ. Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).
Στην επίδικη αίτηση ο αιτητής καταγράφει ότι η ζωή του είναι σε κίνδυνο στο Αφγανιστάν, καθώς, ως αναφέρει, έχουν οικογενειακή επιχείρηση, και γι’ αυτό είναι ανασφαλείς και σε κίνδυνο να τον απαγάγουν για λύτρα ληστές.
Κατά τη συνέντευξη ο αιτητής ανέφερε ότι είναι εθνοτικής καταγωγής Tajik, γεννήθηκε και διέμενε σ’ όλη του τη ζωή στην Καμπούλ, μαζί με τον πατέρα του, ο οποίος διαμένει ακόμα εκεί, στην οικογενειακή οικία, ο ίδιος έχει τελειώσει το λύκειο το 2018, έχει κάνει ορισμένα μαθήματα ηλεκτρονικών υπολογιστών και αγγλικών έχει μια αδελφή, δύο θείες, ένα θείο και τον πατέρα του, οι οποίοι μένουν στην Καμπούλ (σε διαφορετικά σπίτια), η δε μητέρα του μένει στην Τουρκία, είναι όλοι καλά και ο αιτητής διατηρεί επικοινωνία μαζί τους.
Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής του καθώς η οικογένεια του έχει οικογενειακή επιχείρηση και ήταν πολύ φοβισμένοι ότι θα απαχθούν και έτσι ο ίδιος έφυγε για να συνεχίσει τις σπουδές του (στα κατεχόμενα) και για να έχει μια ασφαλή ζωή, προσθέτοντας ότι ο ερχομός του (στην Κύπρο) δεν σημαίνει ότι κάποιος τους απείλησε. Ερωτώμενος για τις συνέπειες τυχόν επιστροφής του ο αιτητής ανέφερε ότι θα ζει με τον φόβο ότι θα απαχθεί.
Ερωτώμενος επί του ισχυριζόμενου φόβου απαγωγής του ο αιτητής ανέφερε ότι πριν από 3-4 χρόνια (από τη συνέντευξη) κάποιος, τον οποίο δεν γνωρίζει, ο οποίος πιθανόν – ως ανέφερε ο αιτητής – να είναι εγκληματίας, τηλεφώνησε του πατέρα του και τον κάλεσε να πληρώσει και τότε αυτός μετέφερε την οικογένεια του στην Τουρκία. Ερωτώμενος τι έγινε μετά απ’ αυτό ο αιτητής ανέφερε ότι κάποιοι, οι οποίοι δεν γνωρίζει αν είναι οι ίδιοι που τον κάλεσαν να πληρώσει, επιτέθηκαν (πριν 3-4 χρόνια) στον πατέρα του καθοδόν προς το τζαμί, θέλοντας να τον απαγάγουν, όμως αυτός επιβίωσε. Ερωτώμενος ανέφερε ότι ουδείς από την οικογένεια του έπαθε τίποτε και ούτε απειλήθηκαν έκτοτε και, σε ερώτηση γιατί, εφόσον ο πατέρας του έστειλε την οικογένεια στην Τουρκία, δεν πήγε και ο ίδιος, ο αιτητής ανέφερε ότι η visa του απορρίφθηκε και – σε επόμενη ερώτηση – ανέφερε ότι ο πατέρας του δεν ακολούθησε την υπόλοιπη οικογένεια στην Τουρκία γιατί αυτός «ήθελε να κλείσει όλες τις εκκρεμότητες του πριν φύγει». Καλούμενος να εξηγήσει αν είχε χρόνο να κλείσει εκκρεμότητες, δεδομένου του κατ’ ισχυρισμό κινδύνου που διέτρεχε, ο αιτητής είπε ότι δεν γνωρίζει και – σε επόμενη ερώτηση – επιβεβαίωσε ότι ο λόγος που έφυγε ο ίδιος ήταν ότι δεν αισθανόταν ασφαλής και δεν έφυγε από τότε γιατί -ως επανέλαβε – είχε απορριφθεί η visa του για Τουρκία και ήταν δύσκολο αν εξασφαλίσει άδεια εισόδου σε άλλη χώρα. Ερωτώμενος αν έπραξαν κάτι μετά τα συμβάντα πριν 3-4 χρόνια ανέφερε ότι τα κατάγγειλαν στην αστυνομία και αυτή έκανε περιοδικούς ελέγχους στο σπίτι τους για να σιγουρευτούν ότι είναι καλά.
Ερωτώμενος γιατί τελικά έφυγε αφού – σύμφωνα με όσα ο ίδιος ανέφερε – ουδέν συνέβη κατά τα 3-4 χρόνια που ήταν στο Αφγανιστάν, ανέφερε ότι ο πατέρας του θέλει να πουλήσει την επιχείρηση και τότε δεν θα έχει κανένα εκεί και, σε επόμενη ερώτηση αν μπορεί να είναι ασφαλής σε άλλη περιοχή του Αφγανιστάν απάντησε θετικά. Ερωτώμενος αν ο ίδιος η οικογένεια του αντιμετώπισε κάποιας μορφής διακρίσεις λόγω της εθνοτικής τους καταγωγής (Tajik) απάντησε αρνητικά. Ερωτώμενος αν με την αλλαγή καθεστώτος το 2021 (ανέλαβαν την εξουσία οι Ταλιμπάν) έχει υποστεί κάποια δίωξη ή άλλη διάκριση ή ενόχληση ανέφερε ότι το σύνολο του πληθυσμού αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες και τους ίδιους του έκαναν έλεγχο στην οικία τους μια φορά, όμως, ως ανέφερε, «δεν ήταν κάτι συγκεκριμένο εναντίον τους».
Κατά την εξέταση της επίδικης αίτησης οι καθ’ ων η αίτηση εντόπισαν και αξιολόγησαν τους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.
1. Ταυτότητα, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή
2. Απειλή απαγωγής του αιτητή
3. Βελτίωση συνθηκών διαβίωσης και συνέχιση σπουδών
Ο 1ος και 3ος εκ των ως άνω ισχυρισμών έγινε αποδεκτός, ο δε 2ος απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.
Σε σχέση με τον ως άνω 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, ως κρίθηκε, ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να παρέχει συγκεκριμένες και λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τους ισχυρισμούς του ότι, πριν από 3-4, χρόνια άγνωστοι ζήτησαν από τον πατέρα του τηλεφωνικώς να τους καταβάλει χρήματα και ακολούθως (και πάλι άγνωστοι) προσπάθησαν ανεπιτυχώς να τον απαγάγουν, καθώς και το τί ακολούθησε. Συγκεκριμένα, ως κρίθηκε, ο αιτητής δεν ήταν σε θέση αν αναφέρει την παραμικρή λεπτομέρεια ή βιωματικό στοιχείο περί των ως άνω, το πότε ακριβώς έλαβαν χώρα τα κατ’ ισχυρισμό περιστατικά, τι έπραξε ο ίδιος αλλά και ο πατέρας του και ούτε εξηγήσει γιατί – αφού η οικογένεια του πήγε, σύμφωνα με τα όσα ανέφερε, στην Τουρκία – ο ίδιος και ο πατέρας του παρέμειναν εκεί, χωρίς να τους συμβεί οτιδήποτε, ο δε πατέρας του είναι εκεί μέχρι σήμερα. Στα πλαίσια αξιολόγησης εξωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών εντοπίστηκε ότι όντως λαμβάνουν χώρα απαγωγές ατόμων με επιχειρηματική δραστηριότητα, όμως, δεδομένων των ελλείψεων που εντοπίστηκαν στην εσωτερική συνοχή των ισχυρισμών του, ο 2ος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε.
Στα πλαίσια αξιολόγησης κινδύνου στη βάση των ως άνω αποδεκτών ισχυρισμών οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν, κατόπιν ανασκόπησης της γενικής κατάστασης ασφαλείας στην Καμπούλ, αλλά και την κατάσταση στη χώρα μετά την ανάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν, σε συνάρτηση με το προφίλ του αιτητή, περιλαμβανομένης της εθνοτικής του καταγωγής (Tajik), ότι δεν υφίσταται κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης για τον αιτητή, σε περίπτωση που επιστρέψει, και για τον λόγο αυτό η αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε κατά του απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής.
Στη γραπτή του αγόρευση ο αιτητής αναφέρει ότι το καθεστώς τον Ταλιμπάν προβαίνει σε παραβιάσεις βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων του πληθυσμού και μειονοτήτων, εκ των οποίων και οι Tajik (που είναι και ο ίδιος), αυτός εναντιώνεται στο καθεστώς, δε θέλει να επιστρέψει και ζητά από τη Δημοκρατία να παρέχει στον ίδιο και την οικογένεια του «ένα καλύτερο μέλλον». Προφορικά στις διευκρινήσεις ανέφερε ότι δεν έχει κανένα στο Αφγανιστάν, η ζωή του κινδυνεύει και δεν είναι ασφαλισμένα εκεί για τον ίδιο.
Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, ορθή επί της ουσίας αυτής, ελήφθη στα πλαίσια ορθής και επιμελούς διαδικασίας, και, με αναφορές στα ευρήματα αξιοπιστίας του αιτητή και στην τελική τους κατάληξη, αναφέρουν ότι είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και τα επιμέρους ευρήματα τους είναι ορθά.
Προχωρώ κατ’ αρχή σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων.
Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».
Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:
«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305). […]
Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»
Διερχόμενος με προσοχή το πρακτικό της συνέντευξης αλλά και την επίδικη έκθεση των καθ’ ων η αίτηση, αποδέχομαι – ως ήταν και η κατάληξη των εδώ καθ’ ων η αίτηση - ότι οι ελλείψεις εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών επί του συνόλου του αφηγήματος του, τα κενά, η παντελής απουσία βιωματικών στοιχείων και η γενικότητα των ισχυρισμών του αιτητή καθιστούσε το σύνολο των λεγομένων του περί κινδύνου απαγωγής του ιδίου και της οικογένειας του στερούμενο εσωτερικής συνοχής. Συνεπώς ορθά απορρίφθηκε εδώ ο 2ος ουσιώδης ισχυρισμός ως αναξιόπιστος, ως θα εξηγήσω πιο κάτω.
Εν προκειμένω, πέραν του ότι συμφωνώ και υιοθετώ με το σύνολο των επιμέρους επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού ευρημάτων των καθ’ ων η αίτηση (ερ.69-72), ως και στην επίδικη έκθεση καταγράφονται (και παρατίθενται πιο πάνω, στα πλαίσια της παρούσης), τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω, σημειώνω ότι ουδέν συγκεκριμένο τελικά ανέφερε ότι αιτητής ως ισχυρισμό γεγονότος, επί του οποίου θα μπορούσε να βασιστεί συμπέρασμα περί προηγούμενης διώξεως του ή και σοβαρής βλάβης. Τούτο γιατί αυτό που τελικά ανέφερε ήταν περί ενός τηλεφωνήματος για καταβολή χρημάτων και επίθεσης στον πατέρα του, αμφότερα των οποίων δεν αφορούν τον ίδιο και επί των οποίων ουδέν τελικά ήταν σε θέση να παραθέσει και ουδεμία λεπτομέρεια ή βιωματικό στοιχείο ανέφερε.
Συνεπώς, παρότι, σύμφωνα και με πληροφορίες (ΠΧΚ), οι οποίες παρατίθενται πιο κάτω, ως έγινε δεκτό και από τους καθ’ ων η αίτηση, υπάρχουν φαινόμενα εγκληματικής δράσης αλλά και παράγοντες που επηρεάζουν την ασφάλεια του πληθυσμού, εντούτοις, εφόσον ο αιτητής τελικά ουδέν συγκεκριμένο αναφέρει, ο 2ος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει δεκτός ως αυτός αναφέρεται, καθώς οι πολλές ελλείψεις εσωτερικής συνοχής δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής του.
Ενόψει της ως άνω διαπίστωσης μου προχωρώ σε αξιολόγηση κινδύνου στη βάση των ενώπιον μου αποδεκτών ισχυρισμών που αφορούν τον αιτητή.
Παρεμβάλλω εδώ τις εξής διαθέσιμες πληροφορίες για το Αφγανιστάν, σε συνάρτηση με τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας και το προφίλ του αιτητή.
Σχετικά με τη γενικότερη κατάσταση στη χώρα μετά την ανάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν εντοπίζω τα εξής:
Αναφορικά με το προφίλ ατόμων που στοχοποιούνται από το καθεστώς των Ταλιμπάν, σε έκθεση της EUAA (2024) σημειώνεται ότι, παρότι έχουν εκφράσει τη δέσμευσή τους να σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, έχουν δηλώσει ότι αυτό θα γίνεται «στο πλαίσιο της Σαρία» (σ.σ. Ισλαμικός Νόμος). Πολλές διατάξεις έχουν απαγορεύσει την κριτική σε αξιωματούχους των Ταλιμπάν και περιορίσει τις δυνατότητες διεξαγωγής διαδηλώσεων και επικριτικής δημοσιογραφίας. Παρά το γεγονός ότι υπάρχει κριτική, οι Ταλιμπάν έχουν καταστείλει ορισμένες αντίθετες φωνές. Ακόμη και φαινομενικά μικρές ενέργειες, όπως η ανάρτηση περιεχομένου στα κοινωνικά δίκτυα από ιδιώτες, έχουν οδηγήσει σε συλλήψεις και σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν συλληφθεί και μέλη των οικογενειών ακτιβιστών.[1]
Η Amnesty International (2024) αναφέρει ότι στο Αφγανιστάν η κοινωνία των πολιτών έχει συρρικνωθεί δραματικά, με υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δημοσιογράφους και ακτιβιστές να αντιμετωπίζονται ως εχθροί του καθεστώτος. Οι διαδηλωτές υφίστανται αυθαίρετες συλλήψεις, φυλακίσεις και βασανιστήρια. Πολλοί ακτιβιστές αναγκάστηκαν να φύγουν στο εξωτερικό. Η αφγανική κοινότητα υπεράσπισης δικαιωμάτων δηλώνει ότι είναι αποκλεισμένη τόσο από τους Ταλιμπάν όσο και από τη διεθνή κοινότητα. [2]
Έκθεση της EUAA που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο 2026 καταγράφει ότι η οικονομική κατάρρευση, η ανεργία, η ξηρασία και η μείωση της διεθνούς βοήθειας έχουν οδηγήσει μεγάλο μέρος του πληθυσμού σε φτώχεια και επισιτιστική ανασφάλεια, με περιορισμένη πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες όπως υγεία και εκπαίδευση[3]. Η ελευθερία της έκφρασης και μέσων ενημέρωσης έχει περιοριστεί σημαντικά, με λογοκρισία, αυθαίρετες συλλήψεις και εκφοβισμό δημοσιογράφων και ακτιβιστών.[4]
Οι γυναίκες και τα κορίτσια πλήττονται δυσανάλογα, με αυστηρούς περιορισμούς στην εκπαίδευση, την εργασία, την ελευθερία μετακίνησης και τη συμμετοχή στη δημόσια ζωή και επιβάλλονται κανόνες όπως υποχρεωτική συνοδεία από άνδρα συγγενή και αυστηρός διαχωρισμός φύλων, που περιορίζουν δραστικά την καθημερινότητά τους. [5]
Ιδιαίτερο κίνδυνο αντιμετωπίζουν πρώην κυβερνητικοί αξιωματούχοι, μέλη των δυνάμεων ασφαλείας, δημοσιογράφοι, υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων, θρησκευτικές και εθνοτικές μειονότητες, ενώ αναφέρονται περιπτώσεις διακρίσεων, βίας και στοχευμένων διώξεων. [6]
Σε σχέση με την εθνοτική καταγωγή του αιτητή (Tajik) εντοπίζω τα εξής.
Σε αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης, αναφέρεται ότι, παρά το ότι καταγράφονται πράξεις δίωξης κατά Tajik, εντούτοις αυτές συνδέονται κυρίως με την αποδιδόμενη σε αυτούς σύνδεση ή δράση με ένοπλες ομάδες αντίστασης, όπως το NRF (National Resistant Front). Περαιτέρω, παρότι καταγράφονται ευρείες εκστρατείες έρευνας κατ’ οίκο στη Καμπούλ, με επίκεντρο ενίοτε συνοικίες όπου διαμένουν εθνοτικές μειονότητες, μεταξύ των οποίων και Tajik, δεν φαίνεται να υπάρχουν πληροφορίες ότι τούτες είναι στοχευμένες σε σημείο που να προκύπτει κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης για άτομα αυτού του προφίλ, για τον λόγο και μόνο της εθνοτικής τους καταγωγής. Οι περισσότερες δε πηγές κάνουν λόγο για μια προσπάθεια του καθεστώτος να εντοπίσει και να καταστείλει τη δράση ένοπλων ομάδων, οι οποίες σχετίζονται με συγκεκριμένες εθνοτικές ομάδες:
«In May 2022, Human Rights Watch received a growing number of reports of reprisal killings and attacks on civilians in areas associated with resistance groups (such as the NRF). The killings and attacks on civilians have reportedly been a Taliban response on NRF attacks. In May, Human Rights Watch had not been able to verify all the reports, but subsequently was able to confirm a number of detentions of civilians apparently accused of supporting the NRF or other resistance groups. […]
According to AAN analyst Martine van Bijlert, there were uncorroborated reports early on after the Taliban takeover of young Panjshiri men being rounded up in Tajik dominated areas of Kabul.1495 In February and March 2022, the Taliban conducted house-to-house searches in Kabul and other provinces.1496 The stated purpose was to arrest criminals and to confiscate weapons.1497 According to a report by the New York Times, the Taliban were on the outlook for persons connected to the armed resistance. Reportedly, the search operation was initially focused on neighbourhoods in the North of Kabul city, mainly inhabited by ethnic Tajiks and where the flag of the so-called Northern Alliance was a common occurrence in the past.
[…]
A representative of an international NGO in Kabul, whose own house was searched and who has intimate knowledge of the Khair Khana neighbourhood [inhabited mainly by Tajiks], did not see any evidence of ethnic targeting during the house searches. All houses in the source’s area were searched and in many cases it was done respectfully. The Taliban did engage in harsh treatment in some instances but, as far as the source knew, this was only the case in homes to families with known links to e.g. criminality or opposition groups. » [7]
Στο εγχειρίδιο EUAA «Country guidance: Afghanistan», January 2022, αναφέρονται τα εξής:
«The individual assessment whether there is a reasonable degree of likelihood for the applicant to face persecution should take into account whether they would be perceived as having an affiliation to NRF, with Tajiks from Panjshir and Andarab District (Baghlan Province), being particularly at risk. » [8]
Στο εγχειρίδιο της EUAA «Country Focus: Afghanistan», December 2023, αναφέρεται ότι, δεδομένου ότι ένοπλες ομάδες της αντιπολίτευσης έχουν «σχεδόν εξαφανιστεί», η κατάσταση στην επαρχία Panjsher και την περιφέρεια Andarab έχει αλλάξει πρόσφατα, καθώς η μεταχείριση των αμάχων από τους Ταλιμπάν «έχει βελτιωθεί σημαντικά». [9]
Στο εγχειρίδιο της EUAA «Country guidance: Afghanistan», May 2024, καταγράφεται ότι, παρότι υπάρχουν πληροφορίες για το αντίθετο, δεν φαίνεται να μπορεί να εντοπιστεί στοχοποίηση ατόμων εθνοτικής καταγωγής Tajik στην πρωτεύουσα Καμπούλ και εφόσον η ένοπλη αντίσταση έχει ασθενήσει στις περιοχές όπου λάμβανε χώρα, η κατάσταση του άμαχου πληθυσμού έχει βελτιωθεί, ενώ περιπτώσεις κακομεταχείρισης αλλά και άλλων παραβάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων ατόμων Tajik συνδέονται κατά βάση με υποψίες σύμπραξης με το NRF. [10]
Εκ των ως άνω δεν θα πρέπει να αμφισβητείται ότι το νέο καθεστώς των Ταλιμπάν έχει περιορίσει βασικά ανθρώπινα δικαιώματα και προβαίνει σε δίωξη ατόμων με τα προφίλ που αναφέρονται στις πιο πάνω πληροφορίες (ΠΧΚ) είναι συνήθης, η δε δίωξη ατόμων με εθνοτική καταγωγή Tajik αν και παρατηρείται φαίνεται να συνδέεται με αποδιδόμενη σ’ αυτά σύμπραξη με τις δυνάμεις του NRF και όχι να προκύπτει ευθέως από την ιδιότητα τους ως Tajik.
Επανερχόμενος στα ενώπιον μου στοιχεία που αφορούν τον αιτητή σημειώνω ότι κατά τη συνέντευξη, ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι αυτός και η οικογένεια του δεν έχουν υποστεί δίωξη από το καθεστώς τον Ταλιμπάν, δεν έχει συμβεί σ’ αυτούς κάτι μετά την κατ’ ισχυρισμό κλήση στον πατέρα του να καταβάλει χρήματα και την επίθεση που αυτός δέχθηκε (τα οποία δεν έγιναν αποδεκτά, σε κάθε περίπτωση). Ουδεμία διάκριση ή άλλης μορφής δίωξη ή βλάβη έχει υποστεί ο αιτητής, η οικογένεια ή ο πατέρας του, που, σύμφωνα με τα λεγόμενα του αιτητή, διαμένει ακόμα στην Καμπούλ. Χαρακτηριστικά, ως ανέφερε, δεδομένης της επικοινωνίας που έχει με την οικογένεια του, ουδέν συνέβη στην οικογένεια του αιτητή που να συνδέεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο με τον ισχυριζόμενο φόβο απαγωγής του (ερ.18, 11Χ). Ουδεμία απειλή δέχθηκαν (ερ.17, 1Χ). Περαιτέρω, ως ο ίδιος ανέφερε, η μόνη επιρροή που έχει η αλλαγή καθεστώτος σ’ αυτόν και την οικογένεια του είναι «γενικά οικονομικά ζητήματα» (ερ.16, 4Χ, 5Χ), επιβεβαιώνοντας ότι ουδεμία σχέση είχε η οικογένεια του με το προηγούμενο καθεστώς, το οποίο θα τους έθετε στο προφίλ υψηλού κινδύνου από το καθεστώς των Ταλιμπάν (ερ.16, 7Χ) και, σε σχέση με την εθνοτική του καταγωγή, ερωτώμενος σχετικά, ο αιτητής ανέφερε πως ουδέν υπέστηκαν από τους Ταλιμπάν, πέραν του ότι «έκαναν μια σύντομη έρευνα στο σπίτι [τους] […] όπως έκαναν σε σχεδόν όλα τα σπίτια», λέγοντας ότι αυτό «δεν ήταν κάτι συγκεκριμένο εναντίον [τους]» (ερ.16, 6Χ).
Θα πρέπει να τονισθεί ότι διεθνής προστασία και δη προσφυγικό καθεστώς δεν μπορεί βεβαίως να αποδοθεί επί θεωρητικής βάσης και δεν εξετάζεται in abstracto, στην απουσία συγκεκριμένου επί τούτου ισχυρισμού, με δεδομένο το ότι το προφίλ του αιτητή δεν ανήκει άνευ ετέρου στα άτομα αυξημένου κινδύνου, αλλά και λαμβανομένου υπόψη ότι ουδέν συνέβη σ’ αυτόν και την οικογένεια του.
Εν προκειμένω δεν έχει καταδειχθεί παρά μια απλή πιθανότητα δίωξης του αιτητή από το καθεστώς των Ταλιμπάν, η οποία αφορά εν δυνάμει οιονδήποτε άτομο στη χώρα. Τούτο όμως, άνευ ετέρου, δεν αρκεί για την απόδοση προστασίας.
Σχετικώς, στο εγχειρίδιο του EASO «Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας (οδηγία 2011/95/ΕΕ) – Δικαστική Ανάλυση» αναφέρονται τα εξής:
«Ο όρος «βάσιμος φόβος» σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει έγκυρη αντικειμενική βάση για τον φόβο δίωξης του αιτούντος. Το συγκεκριμένο στοιχείο του ορισμού του πρόσφυγα αφορά τον κίνδυνο ή την πιθανότητα να υποστεί δίωξη. Ο φόβος θεωρείται βάσιμος, εάν διαπιστώνεται ότι υπάρχει «εύλογη» πιθανότητα να υλοποιηθεί στο μέλλον (493). Για τη διαπίστωση αυτή, είναι απαραίτητο να αξιολογούνται οι δηλώσεις του αιτούντος υπό το πρίσμα όλων των σχετικών περιστάσεων της υπόθεσης [άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση)] και να ελέγχονται οι περιστάσεις που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του, καθώς και η συμπεριφορά των υπευθύνων δίωξης (494). Επομένως, η διαπίστωση του βάσιμου φόβου συνδέεται στενά με το καθήκον της αξιολόγησης των αποδεικτικών στοιχείων και της αξιοπιστίας που διέπεται πρωτίστως από το άρθρο 4 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση). Η αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης της αξιοπιστίας, είναι το πρώτο στάδιο. Εάν τα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε ο αιτών γίνουν δεκτά ως αξιόπιστα, ο υπεύθυνος για τη λήψη της απόφασης προχωρά στο δεύτερο στάδιο και εξετάζει κατά πόσον τα γεγονότα και οι περιστάσεις που έγιναν δεκτά ισοδυναμούν με βάσιμο φόβο.
[Παρ.1.9.1.2., σελ.93]
Για το Supreme Court (Ανώτατο Δικαστήριο) του Ηνωμένου Βασιλείου, ο φόβος είναι βάσιμος εάν υπάρχει «πραγματικός και σημαντικός κίνδυνος» ή «εύλογος βαθμός πιθανότητας» δίωξης για λόγο που προβλέπεται στη Σύμβαση (514).
Το σημαντικότερο είναι ότι και τα τρία αυτά κριτήρια θεωρούν ότι ο φόβος είναι βάσιμος, ανεξάρτητα από το κατά πόσον η πιθανότητα δίωξης είναι κατώτερη του 50 %. Ομοίως, στην απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση Saadi κατά Ιταλίας στο πλαίσιο του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, το ΕΔΔΑ αποφάνθηκε ότι ο αιτών δεν υποχρεούται «[να αποδείξει] ότι είναι περισσότερο πιθανό να υποβληθεί παρά να μην υποβληθεί σε κακομεταχείριση» (515). Επομένως, το κριτήριο του «βάσιμου φόβου» σημαίνει ότι, παρότι η απλή ή απομακρυσμένη πιθανότητα δίωξης αποτελεί ανεπαρκή κίνδυνο για να αποδειχθεί βάσιμος φόβος, ο αιτών δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι η πιθανότητα να υποστεί δίωξη υπερβαίνει το 50 % (516).»
Σταθμίζοντας λοιπόν τα ενώπιον μου στοιχεία στα πλαίσια μελλοντοστραφούς ελέγχου της υπό κρίση περίπτωση, υπό το πρίσμα των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών της νομολογίας και θεωρίας είναι κατάληξη μου ότι ο αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του, δεν διατρέχει, σε ένα εύλογο βαθμό πιθανότητας, κίνδυνο δίωξης ή και σοβαρής βλάβης, αφού απλή ή απομακρυσμένη πιθανότητα δεν επαρκεί.
Δεδομένων δε των ισχυρισμών του αιτητή κατά τη συνέντευξη δεν μπορώ να δεχθώ τους καινοφανείς, αναφερόμενους για 1η φορά στα πλαίσια της αγόρευσης του ισχυρισμούς περί κινδύνου από τους Ταλιμπάν, λαμβανομένου υπόψη και του ότι, ως εκ των ως άνω ΠΧΚ προκύπτει, ο αιτητής και η οικογένεια του, ως και ανωτέρω αναφέρω, δεν φαίνεται να ανήκουν σε προφίλ υψηλού κινδύνου διώξεως ή σοβαρής βλάβης.
Απομένει λοιπόν εδώ μια αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Καμπούλ), σε επικαιροποιημένη βάση.
Σε πρόσφατη αναφορά του ACLED (ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 20/03/26), στο σύνολο της επικράτειας του Αφγανιστάν καταγράφηκαν 1,417 περιστατικά ασφαλείας, εκ των οποίων προέκυψαν 1,076 θάνατοι, τα οποία κατατάσσονται ως ακολούθως: 172 διαδηλώσεις που προκάλεσαν 15 θανάτους, 868 περιστατικά πολιτικής βίας που είχαν ως αποτέλεσμα 996 θανάτους, 157 περιστατικά εξεγέρσεων με 287 καταγεγραμμένους θανάτους, 5 περιστατικά φρικαλεοτήτων με 56 θανάτους, 255 περιστατικά καταστολής, με 92 καταγεγραμμένους θανάτους, 166 περιστατικά τρομοκρατίας με 134 θανάτους και 325 περιστατικά εξωτερικών στρατιωτικών παρεμβάσεων με 457 θανάτους. [11]
Κατά την ίδια περίοδο, στην Καμπούλ έχουν καταγραφεί 240 περιστατικά ασφαλείας, εκ των οποίων προέκυψαν 194 θάνατοι, εκ των οποίων 60 διαδηλώσει, χωρίς θανάτους, 95 περιστατικά πολιτικής βίας, με αποτέλεσμα 193 θανάτους, 26 περιστατικά εξεγέρσεων με 57 θανάτους, 1 περιστατικό φρικαλεότητας με 100 θανάτους, 39 περιστατικά καταστολής με 10 θανάτους, 10 περιστατικά τρομοκρατίας, που είχαν ως αποτέλεσμα 6 θανάτους, και 28 περιστατικά εξωτερικών στρατιωτικών παρεμβάσεων με 116 θανάτους. [12]
Ο πληθυσμός του Αφγανιστάν ανέρχεται περί τα 45 εκατομμύρια ενώ της Καμπούλ περί τα 5 εκατομμύρια. [13]
Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις που επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για τον αιτητή σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[14] (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN). Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι, ως στην αιτ. σκέψη 35 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ αναφέρεται, «[οι] κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη.». Συνυπολογίζω προς τούτο ότι ο αιτητής είναι ενήλικας, υγιής, χωρίς παρελθούσα δίωξη, με επαρκές μορφωτικό επίπεδο, εργασιακή εμπειρία και διατηρεί στον τόπο διαμονής του οικογενειακό δίκτυο (πατέρας).
Έπεται λοιπόν ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υπάρχουν «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως ορίζεται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου.
Ενόψει των όσων ανωτέρω αναφέρονται θεωρώ ότι οι καθ’ ων η αίτηση προέβησαν στην απαιτούμενη υπό τις περιστάσεις έρευνα και δια τούτο, κατά την λήψη της απόφασης, λήφθηκαν δεόντως και σύμφωνα με τα όσα απαιτεί η οικεία νομοθεσία υπόψη όλα τα γεγονότα της επίδικης αίτησης, είναι δε πλήρως αιτιολογημένη. Δεδομένων των ως άνω διαπιστώσεων μου δεν θεωρώ ότι επιστροφή του αιτητή συνιστά επαναπροώθηση του, κατά παράβαση των αρ.2 και 3 της ΕΣΔΑ.
Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €800 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] EUAA, '3.7. Human rights defenders, activists and others perceived as critical of the Taliban' in Country Guidance: Afghanistan, May 2024. (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/03/2026)
[2] Three years of Taliban rule and international inaction for Afghans διαθέσιμο σε https://www.amnesty.org/en/latest/news/2024/08/afghanistan-three-years-of-taliban-rule-and-international-inaction-have-left-afghan-community-with-little-hope/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/03/2026)
[3] EUAA (European Union Agency for Asylum), Afghanistan Country Focus, January 2026, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2026_01_Afghanistan_COI_Report_Country_Focus.pdf, σελ. 76(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/03/2026)
[4] EUAA (European Union Agency for Asylum), Afghanistan Country Focus, January 2026, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2026_01_Afghanistan_COI_Report_Country_Focus.pdf, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/03/2026)
[5] EUAA (European Union Agency for Asylum), Afghanistan Country Focus, January 2026, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2026_01_Afghanistan_COI_Report_Country_Focus.pdf, σελ.109 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/03/2026)
[6] EUAA (European Union Agency for Asylum), Afghanistan Country Focus, January 2026, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2026_01_Afghanistan_COI_Report_Country_Focus.pdf, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/03/2026)
[7] EUAA - Afghanistan – Targeting of Individuals - Country of Origin Information Report, August 2022, 145-148, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2022_08_EUAA_COI_Report_Afghanistan_Targeting_of_individuals.pdf
[8] EUAA Country guidance: Afghanistan, January 2022, σελ.85, https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-03/2023_Country_Guidance_Afghanistan_EN.pdf
[9] ΕUAA, COI, Country Focus, Afghanistan, December 2023, διαθέσιμο σε https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2023_12_EUAA_COI_Report_Afghanistan_Country_Focus.pdf, σελ 67 (25/05/2025)
[11] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Afghanistan, Events / Fatalities, All Events, Past Year, διαθέσιμη σε Explorer | ACLED , (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/03/2026)
[12] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Afghansitan, Events / Fatalities, All Events, Past Year, διαθέσιμη σε Explorer | ACLED , (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/03/2026)
[13] Afghanistan Population 2026 διαθέσιμο σε https://worldpopulationreview.com/countries/afghanistan (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/03/2026)
[14] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο