ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
22 Μαΐου, 2026
[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ - ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
I.H.M. (ARC XXXXXXXXXX)
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
Eι. Χρίστου (κα) για Μ. Μπαγιαζίδου (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή
Κ. Ιμανίμης (κος), Δικηγόρος, για τους Καθ' ων η αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο Αιτητής αιτείται δήλωσης του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 25/06/2025, η οποία του κοινοποιήθηκε 02/07/2025 μέσω επιστολής ίδιας ημερομηνίας και με την οποίαν απορρίφθηκε το αίτημά του για παροχή Διεθνούς προστασίας καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου 6(Ι)/2000 είναι άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη, στερημένη κάθε νόμιμου αποτελέσματος, αδικαιολόγητη και είναι αποτέλεσμα μη χρηστής διοίκησης, κατάχρησης εξουσίας, πλάνης και κακής εφαρμογής του Νόμου. Περαιτέρω, αιτείται νέα απόφαση του Δικαστηρίου επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή για διεθνή προστασία προς αντικατάσταση της προσβαλλόμενης.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου που βρίσκονται ενώπιον μου, ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και στις 30/11/2022 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, αφού προηγουμένως στις 04/11/2022 εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνησης της Δημοκρατίας περιοχές. Στις 02/04/2025, διεξήχθη συνέντευξη στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό, ο οποίος στις 25/06/2025 υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την εισήγηση όπως απορριφθεί το αίτημα του Αιτητή. Ακολούθως, την ίδια ημέρα (25/06/2025) ο δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, ενέκρινε την πιο πάνω Έκθεση-Εισήγηση αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή και εξέδωσε απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του. Στις 02/07/2025, εκδόθηκε απορριπτική του αιτήματος του Αιτητή επιστολή από την Υπηρεσία Ασύλου συνοδευόμενη από αιτιολόγηση της απόφασής της, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή αυθημερόν. Στις 15/07/2025, ο Αιτητής καταχώρισε την παρούσα προσφυγή.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο Αιτητής, δια της δικηγόρου του, προβάλει διάφορους νομικούς ισχυρισμούς προς υποστήριξη του αιτήματός του για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, οι οποίοι τίθενται με γενικότητα και χωρίς να συναρτώνται με τα επίδικα γεγονότα, και οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν προωθούνται με τη Γραπτή Αγόρευση. Κατά τη Γραπτή της Αγόρευση, η συνήγορος του Αιτητή ανέφερε ότι οι λόγοι ακύρωσης που προωθούνται, περιορίζονται στους ακόλουθους:
1) Η προσβαλλόμενη πράξη ελήφθη χωρίς να διεξαχθεί η δέουσα έρευνα και/ή ο λειτουργός τελούσε υπό πλάνη και/ή δεν λήφθηκαν υπ’ όψιν όλα τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης. Είναι η θέση της ότι η απόφαση ελλείψει δέουσας έρευνας στερείται και αιτιολογίας. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι η κατάληξη των Καθ’ ων η αίτηση περί αναξιοπιστίας του δεύτερου ισχυρισμού του Αιτητή είναι λανθασμένη και παραβιάζει τις διαδικαστικές εγγυήσεις. Το ίδιο ισχυρίζεται και όσον αφορά τη δυνατότητα επιστροφής και/ή μετεγκατάστασης του Αιτητή. Ισχυρίζεται δε πως οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να συνεκτιμήσουν το προφίλ του Αιτητή, ενώ η αξιολόγηση της κατάστασης ασφαλείας της χώρας καταγωγής του διεξήχθη πεπλανημένα και/ή λανθασμένα εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση.
2) Οι Καθ’ ων η αίτηση παραβίασαν την υποχρέωσή τους να παραπέμψουν σε ιατρική και/ή ψυχολογική εξέταση τον Αιτητή.
Οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση, με την αγόρευση τους, υιοθέτησαν την ένσταση και αντιτείνουν ότι η επίδικη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Κατά συνέπεια, εισηγούνται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά το στάδιο των διευκρινήσεων, στις 10/03/2026, η ευπαίδευτη συνήγορος που εκπροσωπεί τον Αιτητή υιοθέτησε το σύνολο των ισχυρισμών της Γραπτής της Αγόρευσης.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Καταρχάς, παρατηρείται ότι οι λόγοι ακύρωσης που εγείρονται στην παρούσα αίτηση, παρατίθενται με γενικότητα και αοριστία. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Κανονισμού 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.
Η απλή καταγραφεί των λόγων ακύρωσης όπως η δέουσα έρευνα που προωθείται δεν εξηγεί καθόλου τη θέση της συνηγόρου του Αιτητή, ούτε παραπέμπει σε συγκεκριμένα κατ' ισχυρισμόν δεδομένα που οδήγησαν σε μη έρευνα, ή οποιονδήποτε άλλο λόγο ήθελε δικογραφηθεί από την πλευρά του Αιτητή. Η προσφυγή θα μπορούσε να απορριφθεί για τους πιο πάνω διαδικαστικούς λόγους οι οποίοι αντανακλούν βεβαίως και επί της ουσίας. Αυστηρώς ομιλούντες, τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση του δικηγόρου του Αιτητή δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον παγίως αναγνωρίζεται ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο για τη θεμελίωση γεγονότων (δέστε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384) (δέστε Υπόθεση Αρ. 1119/2009 ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012 FARHAN KHALIL, και Κυπριακής Δημοκρατίας).
Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672:
«Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης.»
Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AAΔ.598).
Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636: «Παρατηρούμε ότι στο κείμενο της προσφυγής δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ακύρωσης, αν και σχετική επιχειρηματολογία πράγματι προβάλλεται στη γραπτή αγόρευση της εφεσείουσας. Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως λόγος ακύρωσης που δεν εγείρεται στην προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία».
Σύμφωνα με την Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671: «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»
«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56»
Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται, τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου.
Στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου, 2010).
Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (KNAI ν. The Republic (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης» (Δημοκρατίας ν. Γιαλλουρίδη και Άλλων), Αναθεωρητικές Εφέσεις 868, 868, ημερομηνίας 13.12.90)».
Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως των όσων ο Αιτητής δήλωσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, όσο και όσα προβάλλει με την παρούσα προσφυγή.
Σύμφωνα με τα στοιχεία στο φάκελο του Αιτητή, αυτός είναι ενήλικας από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (στο εξής «ΛΔΚ»).
Κατά το χρόνο υποβολής της αίτησής του, ο Αιτητής χαρακτηρίζει τον εαυτό του «θύμα δολοφονίας» (“assassination victim”) και περαιτέρω καταγράφει ότι απήχθη και βασανίστηκε εξαιτίας του θανάτου του φίλου του καθότι η οικογένεια του τελευταίου τον θεώρησε υπεύθυνο (ερ. 1 και η μετάφραση 16 του διοικητικού φακέλου).
Κατά τη διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε, μεγάλωσε και διέμενε σε όλη του τη ζωή του στην Κινσάσα και συγκεκριμένα στην κοινότητα Bandal. Ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι μουσουλμάνος. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση δήλωσε άγαμος και άτεκνος, οι γονείς του έχουν αποβιώσει και ο αδελφός του διαμένει στην κοινότητα Ngaliema στην Κινσάσα, ενώ δήλωσε πως έχει και έναν θείο εκεί. Σε σχέση με την εκπαίδευσή της, ανέφερε ότι είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ξεκίνησε πανεπιστήμιο αλλά δεν το ολοκλήρωσε για οικονομικούς λόγους και ομιλεί Γαλλικά, Σουαχίλι και Λινγκάλα. Σχετικά με την εργασιακή του εμπειρία, δήλωσε ότι εργαζόταν ως φωτογράφος στη χώρα καταγωγής του για περίπου 3 – 4 έτη. Οι παππούδες του τον υποστήριζαν οικονομικά. Αναφορικά με την υγεία του ο Αιτητής ανέφερε πως είναι υγιής. (ερ. 33 – 37 του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν στο να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι στις 10/03/2022 πήγε με έναν φίλο του σε ένα πάρτι για να τραβήξει φωτογραφίες, ενώ ο φίλος του τραγουδούσε. Ο ίδιος δεν κατανάλωσε αλκοόλ, αλλά ο φίλος του μέθυσε και αργότερα τον συνόδευσε στην οικία του. Την επόμενη μέρα έμαθε από τη γιαγιά του ότι ο φίλος του, J., είχε πεθάνει. Αμέσως μετά άρχισε να δέχεται απειλές μέσω τηλεφώνου εναντίον της ζωής του, επειδή θεωρούσαν πως ευθυνόταν για τον θάνατο του φίλου του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι λίγες ημέρες αργότερα έλαβε κλήση από την αστυνομία, αλλά δεν παρουσιάστηκε. Στη συνέχεια ενώ βρισκόταν στο πανεπιστήμιο, άγνωστοι τον απήγαγαν με τη βία, τον απείλησαν με όπλο και τον κατηγόρησαν ξανά για τον θάνατο του J. Πιο συγκεκριμένα, τον μετέφεραν σε απομονωμένο μέρος, όπου τον κρατούσαν δεμένο, με καλυμμένα μάτια, χωρίς φαγητό και νερό, και τον κακοποιούσαν σωματικά. Εκεί όπου κρατούνταν ο Αιτητής άκουσε μία γυναίκα να λέει ότι θα τον σκοτώσουν επειδή «σκότωσε τον γιο τους», και έτσι κατάλαβε ότι επρόκειτο για την οικογένεια του φίλου του. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, που δεν προσδιόρισε, κάποιος τον απελευθέρωσε και του επέτρεψε να φύγει, οπότε ο Αιτητής περιπλανήθηκε σε ένα χωράφι μέχρι που μια γυναίκα τον βοήθησε και κάλεσε δύο νεαρούς, οι οποίοι του παρείχαν καταφύγιο και τον βοήθησαν να επικοινωνήσει με τον αδελφό του. Έκτοτε ζούσε σε τζαμί για ασφάλεια, μέχρι που τελικά εγκατέλειψε τη χώρα του. (ερ. 32 – 1Χ του διοικητικού φακέλου).
Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων κατά την πρωτοβάθμια εξέταση, δόθηκε η ευκαιρία στον Αιτητή μέσω πρόσθετων ερωτήσεων να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία του και να αποσαφηνίσει τα κρίσιμα γεγονότα της αφήγησής του, τα οποία άπτονται στον πυρήνα του αιτήματός του.
Κληθείς να παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες αναφορικά με τη σειρά των γεγονότων που αναφέρθηκε στην ελεύθερη αφήγησή του, ο Αιτητής ανέφερε πως στις 10 Μαρτίου δέχθηκε τηλεφώνημα από έναν φίλο του και πήγε σε ένα πάρτι όπου τραγουδούσε ο φίλος του J. Μετά την εμφάνισή του, ο J. κάθισε μαζί τους, ενώ ο Αιτητής έβγαζε φωτογραφίες. Ο προαναφερθείς φίλος του κατανάλωνε αλκοόλ και ήταν μεθυσμένος σε αντίθεση με τον ίδιο τον Αιτητή. Αργότερα, ο Αιτητής συνόδευσε τον φίλο του στην οικία του με ποδήλατο, όπου κάποιος συγγενής άνοιξε την πόρτα και ακούγονταν φωνές και παράπονα επειδή είχε επιστρέψει αργά και μεθυσμένος. Στη συνέχεια, ο Αιτητής επέστρεψε στη δική του οικία. Συνεχίζοντας ο Αιτητής δήλωσε πως την επόμενη ημέρα, δέχθηκε τηλεφώνημα από άγνωστο άτομο που τον ρώτησε αν ήταν φίλος του J. και τον ενημέρωσε ότι αυτός είχε μεταφερθεί σε μικρή κλινική και λίγο αργότερα, η γιαγιά του τον κάλεσε και του είπε να μην επιστρέψει σπίτι, επειδή ο J. είχε πεθάνει και η οικογένεια του είχε ήδη επιτεθεί στη δική τους οικογένεια. Σύμφωνα με τον Αιτητή, η οικογένεια του J. τον κατηγορούσε επειδή ήταν μαζί του το προηγούμενο βράδυ. Ανέφερε δε σε σχετικό ερώτημα για τα αίτια του θανάτου του φίλου του, ότι ο J. είχε αρχίσει να κάνει εμετούς μετά το πάρτι, αλλά ο ίδιος δεν γνωρίζει την ακριβή αιτία θανάτου του, καθώς δεν υπήρξε καβγάς ή ατύχημα στο πάρτι. Σχετικά με την οικογένεια του J. πήγε στην οικία των παππούδων του Αιτητή, προκάλεσε ζημιές και τραυμάτισε τη γιαγιά του. Παράλληλα, εξήγησε ότι θεωρεί τον εαυτό του «θύμα απειλών» μετά τον θάνατο του φίλου του, επειδή η οικογένεια του J. άρχισε να τον απειλεί και να τον κατηγορεί για τον θάνατό του, παρόλο που δεν ήταν παρών τη στιγμή που εκείνος έχασε τη ζωή του. Επίσης, ερωτηθείς σχετικά ανέφερε ότι κανείς δεν τον είδε να συνοδεύει τον J. στην οικία του, επειδή ήταν νύχτα. (ερ. 30 - 31 του διοικητικού φακέλου).
Ακολούθως, ο Αιτητής ερωτηθείς σχετικά με τον θάνατο του φίλου και την ανάμειξη της αστυνομίας, δήλωσε πως δεν ζήτησε λεπτομέρειες σχετικά με την αιτία θανάτου του φίλου του και δεν είδε κανένα ιατρικό ή αστυνομικό έγγραφο σχετικά, απλώς ενημερώθηκε για τον θάνατό του. Παρ’ ότι κατηγορήθηκε για εμπλοκή στον θάνατο από την οικογένεια του J., δεν απευθύνθηκε στην αστυνομία για προστασία, επειδή πιστεύει ότι στη χώρα του δεν υπάρχει δικαιοσύνη. Θεωρεί ότι κατηγορήθηκε επειδή ήταν μαζί με τον φίλο του το βράδυ πριν από τον θάνατό του. Επίσης, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει αν άλλα άτομα από το πάρτι αντιμετώπισαν παρόμοιες κατηγορίες. (ερ. 30 – 2Χ-4Χ κ.ε. του διοικητικού φακέλου).
Σε ερωτήματα αναφορικά με τις απειλές που δέχθηκε και της ισχυριζόμενης απαγωγής που υπέστη, ανέφερε ότι δεν αναγνώρισε τα άτομα που του έστελναν απειλητικά μηνύματα ούτε τους αριθμούς τηλεφώνου τους. Η γιαγιά του τον προειδοποίησε να μην επιστρέψει σπίτι, επειδή η οικογένεια του φίλου του είχε επιτεθεί στο σπίτι τους και όταν αργότερα επέστρεψε, βρήκε τη γιαγιά του τραυματισμένη στο κεφάλι και στο χέρι, ενώ το σπίτι είχε καταστραφεί. Ανέφερε επίσης ότι η αστυνομία πήγε στο σημείο για έρευνα. Όσον αφορά την απαγωγή του περιέγραψε ότι, μετά από εξετάσεις στο πανεπιστήμιο, ένα άτομο τον κάλεσε κοντά σε ένα όχημα τύπου «τζιπ», δήθεν για να ζητήσει πληροφορίες για μια διεύθυνση και τότε άλλο πρόσωπο τον απείλησε με όπλο και τον ανάγκασε να εισέλθει στο όχημα. Δήλωσε ότι δεν υπήρχαν μάρτυρες της απαγωγής. Σύμφωνα με τον ίδιο, μεταφέρθηκε στην περιοχή Maluku, αλλά επειδή ήταν δεμένος και με δεμένα μάτια, δεν μπορούσε να αναγνωρίσει το μέρος όπου κρατούνταν ούτε τα πρόσωπα των απαγωγέων του. Κατά τη διάρκεια της κράτησής του, ανέφερε ότι δεχόταν συστηματικά ξυλοδαρμούς και κακομεταχείριση, χωρίς να του παρέχουν φαγητό ή νερό. Περιέγραψε επίσης ότι κάποια στιγμή τού προκάλεσαν έντονο πόνο στα πόδια με κάποιο αντικείμενο. Ο Αιτητής δεν γνώριζε πόσο χρονικό διάστημα παρέμεινε κρατούμενος. Την ημέρα της απελευθέρωσής του, άκουσε μία γυναικεία φωνή να λέει ότι, επειδή «σκότωσε τον J.», θα πέθαινε και ο ίδιος ο Αιτητής. Αργότερα την ίδια ημέρα, ένας άγνωστος άνδρας τον απελευθέρωσε, χωρίς όμως να του εξηγήσει τον λόγο που το έπραξε. Δήλωσε πως ήταν πολύ αδύναμος και περπατούσε αργά μέχρι που συνάντησε μια γυναίκα που του παρείχε παραδοσιακή θεραπεία. Μετά την απόδρασή του, κρύφτηκε σε ένα τζαμί, όπου ένας μουσουλμάνος ηγέτης τον φρόντιζε. Παρέμεινε εκεί μέχρι να φύγει από τη χώρα του για λόγους ασφαλείας. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο τζαμί, επικοινωνούσε με τη γιαγιά του, η οποία ανησυχούσε για την κατάσταση της υγείας του, αλλά δεν του ανέφερε ότι είχε δεχθεί άλλες νέες απειλές. Ο ίδιος δήλωσε ότι επίσης δεν αντιμετώπισε άλλες απειλές για όσο κρυβόταν εκεί. (ερ. 30 – 5Χ-6Χ και 28 – 29 του διοικητικού φακέλου).
Σχετικά με την απόδρασή του και την περίοδο που κρυβόταν στο τζαμί, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν γνώριζε το άτομο που τον βοήθησε να δραπετεύσει ούτε γνωρίζει γιατί επέλεξε να τον βοηθήσει. Επανέλαβε ότι μετά την απελευθέρωσή του, συνάντησε μια γυναίκα που του παρείχε παραδοσιακή θεραπεία, χωρίς όμως να τη γνωρίζει προσωπικά. Ανέφερε ότι παρέμεινε σε τζαμί όχι από δική του επιλογή, αλλά επειδή του συνέστησαν να μείνει εκεί για λόγους ασφάλειας. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο τζαμί, ο αδελφός του τον επισκεπτόταν συχνά, ενώ σήμερα ο αδελφός του βρίσκεται στην Kinshasa. Από τη χώρα ο Αιτητής διέφυγε με τη βοήθεια του αδελφού του και του Ιμάμη. (ερ. 27 – 28 του διοικητικού φακέλου).
Ο Αιτητής εξέφρασε το φόβο του για τη ζωή του σε περίπτωση επιστροφής του στην ΛΔΚ (ερ. 27 του διοικητικού φακέλου).
Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό συνέντευξης του Αιτητή και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου σχημάτισε την Έκθεση-Εισήγηση του επί τη βάση των εξής δυο (2) ουσιωδών ισχυρισμών:
(1) Προσωπικά στοιχεία και προφίλ Αιτητή
(2) Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι απήχθη και βασανίστηκε επειδή κατηγορήθηκε ως υπεύθυνος για τον θάνατο του φίλου του
Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε αυτόν ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο και συνεπώς τον έκανε αποδεκτό, αποδεχόμενος τα στοιχεία του προφίλ του Αιτητή όπως αυτά καταγράφονται στην Έκθεση-Εισήγηση. Συγκεκριμένα, τα στοιχεία του Αιτητή εξακριβώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και το διαβατήριο που προσκόμισε. (ερ. 90 – 91 του διοικητικού φακέλου).
Σε σχέση με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι το ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του καθώς απήχθη και βασανίστηκε επειδή θεωρήθηκε υπεύθυνος για το θάνατο του φίλου του από τη οικογένειά του, οι Καθ' ων η Αίτηση απέρριψαν αυτόν ως αναξιόπιστο βάσει των ακόλουθων ευρημάτων. Συγκεκριμένα, αναφορικά με την περιγραφή των γεγονότων από όταν πήγε στην εκδήλωση όπου τραγουδούσε ο φίλος του έως τον θάνατό του τελικά, κρίθηκε ότι αυτή δεν παρουσιάζει επαρκή συνοχή και λεπτομέρεια, καθώς οι ισχυρισμοί του σχετικά με τις κατηγορίες εις βάρος του δεν τεκμηριώνονται επαρκώς και δεν καθιστούν ευλογοφανή την εμπλοκή του (ερ. 31 – 2Χ-8Χ του διοικητικού φακέλου). Ο Αιτητής ανέφερε μεν ότι πληροφορήθηκε τη μεταφορά του φίλου του στο νοσοκομείο μέσω τηλεφωνικής κλήσης από άγνωστο αριθμό το επόμενο πρωί, ωστόσο, η δήλωση αυτή παρουσιάζει αντίφαση με προηγούμενη αναφορά του, σύμφωνα με την οποία ο άγνωστος καλών τον ρώτησε μόνο αν ήταν φίλος του J., χωρίς να του δώσει πληροφορίες για τη νοσηλεία του. Επιπλέον, όταν ερωτήθηκε, σχετικά με τα αίτια, αν πραγματοποιήθηκε ιατροδικαστική εξέταση που να αποδεικνύει ότι δεν ευθύνεται για τον θάνατο του φίλου του, απάντησε ασαφώς ότι δεν γνώριζε. (ερ. 31 – 2Χ, 6Χ και 9Χ του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με τη δήλωση του Αιτητή για την επίθεση εναντίον της γιαγιάς του και της οικίας του, ο ίδιος απάντησε χωρίς συνοχή καθώς ανέφερε πως μετέβησαν εκεί και προκάλεσαν τις ζημιές χωρίς να απαντήσει στην ουσία του ερωτήματος, ως αναμένετο (ερ. 31 – 10Χ του διοικητικού φακέλου). Παρατηρήθηκε, επίσης, από τον αρμόδιο λειτουργό, αντίφαση μεταξύ του γραπτού αιτήματος και των δηλώσεων του Αιτητή κατά τη συνέντευξη σχετικά με τις λεπτομέρειες του ισχυρισμού του. Ειδικότερα, στο αίτημά του ανέφερε ότι ήταν θύμα της δολοφονίας του φίλου του, ενώ κατά τη συνέντευξη δήλωσε ότι δεν γνωρίζει τα αίτια του θανάτου του και ότι ο φίλος του πέθανε την επόμενη ημέρα στο νοσοκομείο. Όταν του ζητήθηκαν διευκρινίσεις σχετικώς, υποστήριξε ότι θεωρεί τον εαυτό του θύμα δολοφονίας λόγω των απειλών που δέχθηκε μετά τον θάνατο του φίλου του. Η εξήγηση αυτή δεν κρίθηκε πειστική από τον αρμόδιο λειτουργό, καθώς δεν είχε προηγουμένως αναφέρει περιστατικό δολοφονίας αλλά άγνοια για τα αίτια θανάτου. Επιπλέον, δεδομένου ότι είχε επιβεβαιώσει το περιεχόμενο και την υπογραφή του αιτήματός του κατά την έναρξη της συνέντευξης, αναμενόταν μεγαλύτερη συνέπεια και συνοχή στις αναφορές του, κάτι που δεν διαπιστώθηκε.(ερ. 36 – 1Χ-3Χ, 32 – 1Χ, 31 – 1Χ-2Χ, 30 – 1Χ-2Χ και 16 – 18 και 1 – 4 του διοικητικού φακέλου). Παρατηρήθηκαν, επίσης, ελλιπείς πληροφορίες και ασυνέπειες στις δηλώσεις του Αιτητή σχετικά με την κατηγορία εναντίον του για τον θάνατο του φίλου του. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι δεν αναζήτησε λεπτομέρειες, ιατρική έκθεση ή ενημέρωση από την αστυνομία και ότι πληροφορήθηκε τον θάνατο χωρίς να δει ο ίδιος το γεγονός. Παράλληλα, δήλωσε ότι δεν απευθύνθηκε στην αστυνομία επειδή δεν υπάρχει δικαιοσύνη στη χώρα του. Ωστόσο, αυτό έρχεται σε αντίφαση με προηγούμενους ισχυρισμούς του ότι η αστυνομία εξέδωσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του και επισκέφθηκε την οικία της γιαγιάς του για διερεύνηση. Ως εκ τούτου, διαπιστώθηκε έλλειψη συνοχής στις αναφορές του για προσωπικά του βιώματα. (ερ. 32 – 1Χ, 30 – 2Χ-6Χ του διοικητικού φακέλου). Επίσης, παρατηρήθηκε έλλειψη επαρκών και συγκεκριμένων πληροφοριών σχετικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή περί απαγωγής και βασανισμού του. Ο Αιτητής ανέφερε ότι απήχθη έξω από το πανεπιστήμιο από άτομα που τον θεωρούσαν υπεύθυνο για τον θάνατο του φίλου του, τα οποία τον απείλησαν και τον κακοποίησαν, ωστόσο, δεν κατάφερε να δώσει σαφείς λεπτομέρειες για την τοποθεσία κράτησής του, τη διάρκεια της κράτησης ή τη μορφή της κακοποίησης που υπέστη, επαναλαμβάνοντας γενικές αναφορές απλώς ότι δεχόταν βία από τους απαγωγείς του. Επιπλέον, ανέφερε περιστατικό βασανισμού στο πόδι του χωρίς να μπορεί να το περιγράψει επαρκώς και με επάρκεια. Η αδυναμία του να παρέχει λεπτομερείς πληροφορίες για γεγονότα που αφορούν προσωπικά του βιώματα κρίθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό ότι μειώνει την αξιοπιστία των ισχυρισμών του. (ερ. 29 – 1Χ-7Χ του διοικητικού φακέλου). Επιπλέον, ο αρμόδιος λειτουργός εντόπισε ελλείψεις ευλογοφάνειας, συνοχής και επαρκών πληροφοριών στις δηλώσεις του Αιτητή σχετικά με την απελευθέρωσή του από εκεί όπου κρατούνταν από τους απαγωγείς του. Ο Αιτητής σχετικώς ανέφερε ότι άκουσε μια γυναικεία φωνή να τον απειλεί για τον θάνατο του φίλου του J. και αργότερα ένας άγνωστος άνδρας τον απελευθέρωσε και του υπέδειξε να διαφύγει. Παρά αυτή την αναφορά του ο Αιτητής δεν μπόρεσε να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες για τα γεγονότα της ημέρας εκείνης, επικαλούμενος ότι είχε δεμένα μάτια και χέρια. Παράλληλα, ισχυρίστηκε ότι γνώριζε πως παρόντα ήταν μέλη της οικογένειας του φίλου του, χωρίς όμως να μπορεί να εξηγήσει πώς αντιλήφθηκε κάτι τέτοιο, αφού δήλωσε ότι δεν αναγνώρισε τη γυναικεία φωνή και ότι ήταν δεμένος καθ’ όλη τη διάρκεια της κράτησής του. Οι αντιφάσεις και η έλλειψη σαφών πληροφοριών σχετικά με τις απειλές, την παρουσία συγγενών του αποθανόντος και τον τρόπο διαφυγής του κρίθηκαν ότι μειώνουν την αξιοπιστία των ισχυρισμών του. (ερ. 29 – 1Χ, 8Χ-10Χ και 28 – 1Χ-5Χ του διοικητικού φακέλου).
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών του, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο ότι λόγω της προσωπικής φύσεως του ισχυρισμού του Αιτητή και επομένως δε δύναται η περαιτέρω έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Δεδομένης της μη στοιχειοθέτησης της εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού του, επομένως, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε.
Εν συνεχεία ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στο στην πόλη Κινσάσα της ΛΔΚ, όπου γεννήθηκε, μεγάλωσε και διέμεινε για όλη του τη ζωή. Αναλύοντας την κατάσταση ασφαλείας τόσο στη χώρα όσο και στον τόπο συνήθους διαμονής, αλλά και τα προσωπικά στοιχεία του προφίλ του, o αρμόδιος λειτουργός διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν εύλογοι/βάσιμοι λόγοι από τους οποίους προέκυπτε ότι υπήρχε περίπτωση, εάν επέστρεφε στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής να αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω της κατάστασης ασφαλείας η οποία επικρατούσε στην πόλη Κινσάσα στην ΛΔΚ.
Ως εκ των άνω ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε πως ο Αιτητής δε συγκεντρώνει έναν από τους πέντε λόγους που προβλέπονται από το νόμο (άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000) ώστε να του χορηγηθεί προσφυγικό καθεστώς. Επίσης, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε εξέταση του κατά πόσο ο Αιτητής δικαιούται παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19 (1) και εν τέλει, δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 (2) (α), (β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000. Συγκεκριμένα, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής της δεν υπήρχαν ουσιώδεις λόγοι από τους οποίους να προέκυπτε ότι θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υφίστατο θανατική ποινή ή εκτέλεση, όπως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(α) ή βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία όπως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(β), αλλά ούτε και υπήρχαν ουσιώδεις λόγοι από τους οποίους να προέκυπτε ότι θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υφίστατο σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ως το άρθρο 19 (2)(γ) προνοεί, σύμφωνα με τα στοιχεία που προέκυψαν από την σχετική έρευνα που διεξήγαγε. Ως εκ τούτων, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν πληρούσε ούτε τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, δέον να αναφερθούν τα ακόλουθα:
Καταρχάς, κρίνω ως ορθή την αποδοχή από τους Καθ' ων η αίτηση του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος και αφορά την ταυτότητα και τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή.
Αναφορικά με τον ουσιώδη ισχυρισμό υπ' αριθμόν δύο, βάσει της αξιολόγησης τόσο της εσωτερικής, όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας των υπό εξέταση ισχυρισμών του Αιτητή, το Δικαστήριο καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με τον αρμόδιο λειτουργό και ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος, για τους λόγους που αναλυτικά καταγράφονται στην επίδικη στην οποία και παραπέμπω.
Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε αιτητή/αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του/της για διεθνή προστασία. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος του ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, αλλά ούτε και κατά την ενώπιον μου διαδικασία.
Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι ο αρμόδιος λειτουργός, στην Έκθεση-Εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.
Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358). Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι η συνοχή μεταξύ των δηλώσεων του αιτητή συνιστά δείκτη της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του[1]. Όταν ο aιτητής κρίνεται αναξιόπιστος, δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω διερεύνησης (βλ. υπόθ. αρ. 1964/06, ημερ. 11.3.08 Obaidul Haque v. Δημοκρατίας).
Στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, "Το ευεργέτημα της αμφιβολίας πρέπει να δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί και εξετασθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντος. Οι ισχυρισμοί του αιτούντος πρέπει να παρουσιάζουν συνοχή και αληθοφάνεια και να μην έρχονται σε αντίφαση με γεγονότα που είναι γενικά γνωστά σε όλους".
Επομένως, ορθά δεν παραχωρήθηκε σε αυτόν το ευεργέτημα της αμφιβολίας και ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησής του για διεθνή προστασία.
Περαιτέρω, συμφωνώ με την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη ο αρμόδιος λειτουργός στη βάση του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με τη μη πλήρωση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος καθώς ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για έναν από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.
Σημειώνεται πως λόγω του ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή αναφορικά με το λόγο που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα της απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος, δεν πληρούνταν και οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορούσε να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής θα κινδύνευε να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).
Για τους ίδιους λόγους, κρίνω ότι ορθά κρίθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν στοιχειοθετούνταν ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(2)(β) του Νόμου για να παρασχεθεί στον Αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υφίστατο σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Αναφορικά με τη μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:
Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο/η αιτητής/αιτήτρια θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του/της ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του/της στη χώρα καταγωγής του/της, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας[1]» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).
Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο/η αιτητής/αιτήτρια μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν αυτός/αυτή δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.
Εν προκειμένω, αναφορικά με τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την πόλη Κινσάσα στην ΛΔΚ, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα αναφορικά με τις επικρατούσες συνθήκες στην εκεί περιοχή.
Σύμφωνα με την ιστοσελίδα War Watch (πρώην RULAC, πρωτοβουλία της Ακαδημίας της Γενεύης για το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα), η ΛΔΚ βιώνει διαχρονικά κυκλική βία, που ξεκινά από την αποικιοκρατική εκμετάλλευση και τη δικτατορία μετά την ανεξαρτησία και φτάνει έως τους περιφερειακούς πολέμους της ΛΔΚ. Αυτές οι εξελίξεις έχουν οδηγήσει σε συνεχή παρουσία ένοπλων ομάδων και αδύναμους κρατικούς θεσμούς. Στην ανατολική ΛΔΚ, η αναζωπύρωση της ένοπλης οργάνωσης March 23 Movement (M23), η δράση άλλων ομάδων όπως οι Allied Democratic Forces (ADF) και οι μαζικοί εκτοπισμοί πληθυσμών δείχνουν τη συνέχιση μη διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης, η οποία επηρεάζεται από ξένες παρεμβάσεις και ανταγωνιστικές περιφερειακές δυνάμεις. Κατά την εξεταζόμενη περίοδο, η παρουσία και υποστήριξη της Ρουάντα προς την M23 προκάλεσε αυξανόμενη διεθνή καταδίκη, ενώ η αποστολή του ΟΗΕ στη χώρα (MONUSCO) αντιμετώπισε βίαιες αντιδράσεις και έντονες συζητήσεις για την αποχώρησή της. Παράλληλα, η κατάσταση έκτακτης ανάγκης σε Ituri και North Kivu, οι αμφισβητούμενες εκλογές, η δημιουργία της Alliance Fleuve Congo (AFC) σε συνεργασία με την M23, καθώς και οι αποσπασματικές ειρηνευτικές πρωτοβουλίες και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στην περιοχή, συνέβαλαν στην περαιτέρω αποσταθεροποίηση και πόλωση της κατάστασης.[2]
Για την πληρότητα της έρευνας θα παρατεθούν τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα για την ένταση της ένοπλης σύρραξης. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο ένα έτος περίπου (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 08/05/2026), καταγράφηκαν 54 περιστατικά πολιτικής βίας ("political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/ απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 48 θάνατοι[3]. Σημειώνεται, ότι βάσει εκτίμησης του 2026, ο πληθυσμός στην πόλη Κινσάσα στη ΛΔΚ ανέρχεται στα 21.852.144 κατοίκους[4].
Εκ των ανωτέρω πληροφοριών που παρατέθηκαν, διαπιστώνεται ότι παρά την ύπαρξη περιστατικών ασφαλείας στην ΛΔΚ, αυτά δεν επηρεάζουν τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή και επιπρόσθετα διαπιστώνεται πως ο αριθμός των επεισοδίων αυτών και ο βαθμός αδιάκριτης βίας κατά των αμάχων δεν φτάνει το βαθμό κατά τον οποίο να τεκμηριώνεται ότι και μόνη η παρουσία του Αιτητή στην εκεί περιοχή, τον εκθέτει σε πραγματικό κίνδυνο βλάβης, κατά την έννοια της διάταξης του Άρθρου 15(γ) της Οδηγίας, με συνέπεια να απαιτούνται ορισμένα προσωπικά χαρακτηριστικά που θα αύξαναν το ρίσκο του αμάχου συγκριτικά με τον μέσο πληθυσμό της περιοχής.
Συνεπώς, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι με την εκεί επιστροφή του θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη και ως εκ τούτου δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στο άρθρο 19(2)(γ) του Περί Προσφύγων Νόμου.
Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας νεαρής ηλικίας, υγιής και ικανός προς εργασία. Επομένως, λαμβάνοντας υπόψιν και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του Αιτητή, οι οποίες δεν παρουσιάζουν δείκτες ευαλωτότητας, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Ως προαναφέρθηκε υπενθυμίζεται συναφώς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε αιτητή/αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτηση του για διεθνή προστασία και εν προκειμένω ο Αιτητής με τα όσα δήλωσε στη συνέντευξή του αλλά και όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω και καταγράφονται στην έκθεση-εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, ουδόλως τον ενέτασσαν στις περιπτώσεις της αναγκαιότητας παροχής του καθεστώτος της συμπληρωματικής προστασίας. Εν προκειμένω, ορθά κρίθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί οτιδήποτε εκ μέρους του που να στοιχειοθετεί τον ισχυρισμό του για βάσιμο φόβο ότι αυτή θα υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη.
Περαιτέρω, όσον αφορά τον ισχυρισμό περί παραβίασης της υποχρέωσης των Καθ’ ων η αίτηση να παραπέμψουν τον Αιτητή σε ιατρική και/ή ψυχολογική εξέταση λόγω των ισχυριζόμενων βασανιστηρίων που υπέστη, αυτός δεν προωθείται σύμφωνα με τον κανονισμό 7 πιο πάνω και κρίνω πως δεν τεκμηριώνεται καθότι τόσο κατά την εξέταση ευαλωτότητας όσο και κατά την συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου δεν προκύπτει από τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου ότι αυτό ήταν αναγκαίο. Σύμφωνα με το αρ. 15 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του της Υπηρεσία Ασύλου και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο μία τέτοια παραπομπή. Στη παρούσα τόσο κατά την εξέταση ευαλωτότητας όσο και κατά την συνέντευξη του δεν προέκυψε ότι ο Αιτητής παρουσίασε στοιχεία τέτοια που να επιβάλλουν η παραπομπή του. Αυτό προκύπτει και από το ερ. 53 του διοικητικού φακέλου, όπου σε ερώτηση κατά πόσο αντιμετωπίζει οποιαδήποτε θέματα αναφορικά με την υγεία του παθολογικά και ψυχικής φύσεως απάντησε αρνητικά. Περαιτέρω, κατά την διάρκεια της συνέντευξης του ερωτήθηκε ξανά και απάντησε αρνητικά ερ. 36 του διοικητικού φακέλου. Η απλή αναφορά ότι υπέστη βασανιστήρια χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες αναφορικά με το τι συνιστούσε τα βασανιστήρια και πως χρήζει ιατρικής εξέτασης για οιονδήποτε θέμα καθιστούν ορθή την απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση να μην τον παραπέμψουν εφόσον δεν είχαν τέτοια στοιχεία ενώπιον τους και δεδομένης της μη σχετικής έκφρασης από πλευράς του Αιτητή τέτοιας ανάγκης.
Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, του Συντάγματος και των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου.
Συνεπώς, η προσφυγή απορρίπτεται με € 1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση.
Βούλα Κουρουζίδου – Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] EASO, 'Practical Guide: Evidence Assessment, 2015, διαθέσιμο σε:
https://euaa.europa.eu/sites/default/files/public/EASO-Practical-Guide_-Evidence-Assessment.pdf (assessed on 15/05/2026)
[2] War Watch, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/ (assessed on 15/05/2026)
[3] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (assessed on 15/05/2026)
[4] World Population Review, Democratic Republic of Congo: Kinshasa, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (assessed on 15/05/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο