Ο. S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 1785/2024, 13/5/2026
print
Τίτλος:
Ο. S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 1785/2024, 13/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπoθ. Αρ.: 1785/2024

13 Μαΐου 2026

[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, ΔΔΔΔΠ]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

 

Ο. S.

Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

 

Χ. Ζηντίλη (κα) για Μ. Παπαλοίζου(κος), δικηγόρος για τον Αιτητή

Θ.Παπανικολάου (κα) για Α. Κίτσιου (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για τους Καθ' ων η Αίτηση

Ο Αιτητής παρών

[Παρούσα η M. Katchatrian (κα) για πιστή μετάφραση από ελληνικά σε γαλλικά και αντίστροφα]

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ Δ. ΔΔΔΠ: Με την παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, κοινοποιηθείσας προς αυτόν μέσω επιστολής ημερομηνίας 29/04/2024, σύμφωνα με την οποία το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Με δεύτερη αιτούμενη θεραπεία, αιτείται απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται στον Αιτητή καθεστώς διεθνούς προστασίας. 

 

Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο Α στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση είναι τα ακόλουθα:

 

Ο Αιτητής είναι ενήλικας, υπήκοος Γουινέας, κάτοχος διαβατηρίου εκδοθέντος από τις αρχές της χώρας καταγωγής του με ημερομηνίας έκδοσης 19/03/2019. Κατά δήλωσή του εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 02/03/2020 και μέσω Τουρκίας αφίχθηκε στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, όπου διέμεινε μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2023, έχοντας στην κατοχή του φοιτητική άδεια εισόδου. Ακολούθως και μόνο όταν κατέστη παράνομος λόγω μη ανανέωσης της άδειας παραμονής του, αποφάσισε να εισέλθει παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, υποβάλλοντας στις 02/02/2024 αίτηση διεθνούς προστασίας.

 

Στις 21/02/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 16/03/2024 ο αρμόδιος λειτουργός συνέταξε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματός του. Συγκεκριμένος λειτουργός, δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, κατόπιν εξέτασης της εισηγητικής έκθεσης, αποφάσισε στις 31/03/24 την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή.

 

Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 29/04/2024, μαζί με την αιτιολογία αυτής, παραλήφθηκε από τον Αιτητή αυθημερόν, θέτοντας την υπογραφή του αφού προηγουμένως του επεξηγήθηκε το περιεχόμενο της σε γλώσσα που πλήρως κατανοεί.

 

Εμπρόθεσμα ο Αιτητής καταχώρησε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση, προβάλλοντας σωρεία νομικών ισχυρισμών για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, ωστόσο με τη γραπτή του αγόρευση, ο συνήγορος του Αιτητή προωθεί ορισμένους από αυτούς. Ειδικότερα ο κ. Παπαλοίζου προωθεί ισχυρισμό περί αντινομικής διαδικασίας κατά την λήψη της απόφασης από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι η απόφαση στερείται δέουσας έρευνας εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση ληφθείσα υπό καθεστώς πλάνης περί τα πράγματα. Τέλος προβάλλει τη θέση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας και ως εκ τούτου καλεί το Δικαστήριο όπως προχωρήσει σε ακύρωσή της. 

 

Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση, μέσω της γραπτής τους αγόρευσης, απορρίπτουν τους ισχυρισμούς του Αιτητή υποστηρίζοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης.

 

Στο στάδιο των διευκρινήσεων ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Αιτητής μέσω του συνηγόρου του περιορίστηκε στην προώθησε της θέσης του ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν διεξήγαγαν την δέουσα έρευνα ώστε να αξιολογήσουν ορθά τους ισχυρισμούς του Αιτητή, παρά την παραδοχή τους πως πρόκειται για υπόθεση που αφορά ιδιωτικές διαφορές, οι δε Καθ’ ων η αίτηση εμμένουν στην ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης εφόσον ο Αιτητής δεν απέδειξε βάσιμο λόγο δίωξης στη χώρα καταγωγής του.

 

Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους των διαδίκων και δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018 κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή, κρίνω σκόπιμο όπως καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που αυτός πρόβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας, έχοντας κατά νου και τους προωθούμενους από τον Αιτητή ισχυρισμούς προς ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Με την αίτηση του για παροχή διεθνούς προστασίας, ως προς τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κατέγραψε πως είναι υιός της δεύτερης συζύγου του πατέρα του. Μετά το θάνατο της μητέρας του το 2018, προέκυψε διαμάχη για την κληρονομία του πατέρα του μεταξύ του ιδίου, της μητριάς και της αδελφής του. Υποστήριξε πως η μητριά του, με σκοπό να διεκδικήσει το σύνολο της κληρονομιάς του πατέρα, χρησιμοποιούσε πρακτικές μαγείας και απειλές, γεγονός που τον έκανε να φοβάται για την ασφάλεια του. Με την οικονομική βοήθεια της αδελφής του εγκατέλειψε τη χώρα του με προορισμό την κατεχόμενη Κύπρο. Επιπλέον δήλωσε πως φοβόταν πως σε περίπτωση σύλληψής του στις κατεχόμενες περιοχές, για οποιοδήποτε λόγο, θα βρισκόταν αντιμέτωπος με φυλάκιση και απέλαση και για να αποφύγει πιθανή απέλαση εισήλθε στις ελεγχόμενες περιοχές ζητώντας προστασία.

 

Κατά τη συνέντευξή του και σε σχέση με τα προσωπικά του στοιχεία, δήλωσε υπήκοος της Δημοκρατίας της Γουινέας (εφεξής Γουινέα) γεννηθείς και διαμένων στην πόλη Conakry. Οι γονείς του ήταν διαζευγμένοι και ο ίδιος μεγάλωσε με τον πατέρα του και την μητριά του.  Κατά δήλωσή του έγγαμος (ο γάμος τελέστηκε το Μάρτιο του 2022 στη χώρα του εν τη απουσία του) και άτεκνος. Η μητέρα του απεβίωσε τον Μάρτιο του 2018 και έχει μία αμφιθαλή αδελφή και πέντε ετεροθαλή αδέλφια. Απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, χωρίς ωστόσο εργασιακή εμπειρία εφόσον συντηρείτο από τον πατέρα του.

 

Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κατά την ελεύθερη αφήγηση του, αναφέρθηκε σε οικογενειακή διαμάχη που προέκυψε μετά την ασθένεια του πατέρα του το 2017 και τον θάνατο της μητέρας του το 2018. Δήλωσε πως ο πατέρας του είχε ιδιωτικό δημοτικό σχολείο στην Conakry και ότι όλα τα παιδιά της οικογένειας λάμβαναν χρήματα από τα έσοδα του σχολείου, εκτός από τον ίδιο. Υποστήριξε ότι η μητριά του και ο γιος της, ο οποίος διαχειριζόταν το σχολείο, δεν του επέτρεπαν να λάβει το μερίδιο που θεωρούσε ότι δικαιούταν από την περιουσία και τα έσοδα του πατέρα του.

 

Ο Αιτητής ανέφερε περαιτέρω ότι φοβόταν τη μητριά του, επειδή πίστευε ότι ασκούσε μαγεία και μπορούσε να του προκαλέσει βλάβη ή «τρέλα». Δήλωσε ότι είχε παρατηρήσει στο σπίτι από μικρή ηλικία αντικείμενα και πρακτικές που θεωρούσε μαγικές και ότι, λόγω φόβου, απέφευγε να ζητήσει χρήματα ή να συγκρουστεί με την οικογένεια. Ωστόσο, επιβεβαίωσε ότι ούτε η μητριά του ούτε άλλα μέλη της οικογένειας τον είχαν απειλήσει ή βλάψει άμεσα.

 

Ανέφερε ότι δεν προσέφυγε στις αρχές ούτε επιχείρησε να επιλύσει τη διαφορά με την οικογένειά του, καθώς αισθανόταν ότι δεν είχε υποστήριξη. Με τη βοήθεια της αδελφής του εξασφάλισε διαβατήριο και αναχώρησε το 2019 για την Κύπρο. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης δήλωσε επανειλημμένα ότι ο βασικός λόγος αναχώρησής του ήταν η διαφωνία για τα χρήματα και την κληρονομιά του πατέρα του, ενώ εξέφρασε φόβο ότι, αν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, ενδέχεται να του προκαλέσουν ψυχολογική βλάβη μέσω μαγείας. Παράλληλα, παραδέχθηκε ότι η ζωή του δεν βρισκόταν σε κίνδυνο ωστόσο η ζωή στη χώρα του δεν είναι εύκολη λόγω των πολιτικών και οικονομικών προβλημάτων.

 

Αξιολογώντας τις πιο πάνω δηλώσεις του Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση διήκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορά τα προσωπικά στοιχεία και προφίλ του Αιτητή και ο δεύτερος αφορά τον ισχυριζόμενο φόβο του Αιτητή από την μητριά του ώστε αυτός να μην καρπωθεί χρηματικό ποσό από την επιχείρηση του πατέρα του.

 

Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός αφού δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου και οι δηλώσεις του Αιτητή επιβεβαιώθηκαν από το προσκομισθέν διαβατήριο και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

 

Αντιθέτως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος, από τον αρμόδιο λειτουργό καθότι τα λεγόμενά του παρουσίαζαν ασάφειες, αντιφάσεις, χρονικές ασυνέπειες και έλλειψη επαρκών πληροφοριών. Ειδικότερα, διαπιστώθηκαν αντιφάσεις ως προς το πότε ξεκίνησαν τα προβλήματα, αν σχετίζονταν με κτηματικές ή οικονομικές διαφορές, καθώς και ως προς τον πραγματικό λόγο αναχώρησής του από τη χώρα. Επιπλέον, κρίθηκε ότι οι αναφορές του σε μαγεία και φόβο απώλειας της λογικής του δεν συνοδεύονταν από συγκεκριμένα περιστατικά ή επαρκή στοιχεία που να θεμελιώνουν πραγματικό κίνδυνο. Παράλληλα, ο ίδιος παραδέχθηκε ότι δεν υπέστη άμεσες απειλές ή βλάβη από τη μητριά του και ότι η ζωή του δεν βρισκόταν σε κίνδυνο ούτε πριν ούτε σε περίπτωση επιστροφής του στη Γουινέα.

 

Επιπλέον επισημάνθηκε ότι ο Αιτητής δεν κατέβαλε προσπάθεια να επιλύσει τη διαφορά με την οικογένειά του ή να διεκδικήσει το μερίδιο που θεωρούσε ότι του αναλογούσε, παρά το ότι ήταν ενήλικος και μορφωμένος.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του συγκεκριμένου ισχυρισμού, ο λειτουργός έκρινε ότι τα όσα ο Αιτητής ανέφερε στη συνέντευξη του αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.

Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών, ήτοι των προσωπικών στοιχείων του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι, επί τη βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την χώρα καταγωγής του Αιτητή, δεν προκύπτει εύλογη πιθανότητα ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του, και συγκεκριμένα στην περιοχή Conakry της Γουινέας, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο βλάβης.

 

Ως εκ τούτου, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του στο πλαίσιο του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1) και (2) του ίδιου Νόμου, το δε αρμόδιο, εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών πρόσωπο, να εκτελεί καθήκοντα Προϊστάμενου, υιοθέτησε την εισήγηση και απέρριψε το αίτημα του Αιτητή.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής».

 

Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.

 

Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία.   Ο/Η αιτητής/τρια  έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη του/της ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του/της. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του/της για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση του/της αιτητή/τριας, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.

 

Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.

 

Ως προς την αιτιολόγηση των αποφάσεων της Διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (βλ. Γρηγορόπουλος κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1997) 4 ΑΑΔ 1414). 

 

Στην απόφαση Γενεθλίου ν. Συμβούλιο Αμπελουργικών Προϊόντων (1990) 3 ΑΑΔ 4096, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αποφάσεις των Διοικητικών Αρχών πρέπει να περιέχουν πλήρη επαρκή και σαφή αιτιολογία. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου. Η πλήρης αιτιολογία περιέχει ή δείχνει τη νομική βάση της διοικητικής απόφασης. Η αιτιολογία συνδέεται άμεσα με τη νομική έκδοση και νομιμότητα της διοικητικής πράξης. Περαιτέρω είναι αναγκαία για να μπορεί με ευχέρεια να γίνεται ο δικαστικός έλεγχος».

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή, με σκοπό να εξεταστεί ο ισχυρισμός του Αιτητή περί πάσχουσας έρευνας, το Δικαστήριο μελετώντας το σύνολο του διοικητικού φακέλου, αποδέχεται τον ισχυρισμό του Αιτητή σχετικά με τα προσωπικά του στοιχεία, τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής καθώς δεν προέκυψαν περί του αντιθέτου στοιχεία.

 

Σε σχέση με τον δεύτερο διακριθέντα ισχυρισμό, παρατηρώ ότι πράγματι οι δηλώσεις του ήταν επιγραμματικές, ανεπαρκείς και αόριστες, ενώ αρκετές απαντήσεις του δηλώνουν άγνοια, στηρίζονται σε εικασίες, και χαρακτηρίζονται από υπεκφυγές και ασάφεια. Ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με τον φόβο του από την μητριά του, ενώ περιορίστηκε να αναφερθεί επιγραμματικά ότι η μητριά του μπορεί να τον κάνει να χάσει τα λογικά του με υπερφυσικές πρακτικές. Το ίδιο ασαφείς κρίνονται από το Δικαστήριο και οι αναφορές του σε σχέση με την διαφωνία που τον οδήγησε να εγκαταλείψει την χώρα του. Διαπιστώνω ότι ενώ αναφέρεται στο περιστατικό ότι δεν έλαβε μερίδιο από την επιχείρηση του πατέρα του δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί με λεπτομέρειες του προβλήματος το οποίο είχε ξεκινήσει δύο χρόνια πριν εγκαταλείψει την χώρα του.

Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ανωτέρω ισχυρισμού, σημειώνω ότι συνήγορος του Αιτητή στην αγόρευσή του παραπέμπει το Δικαστήριο σε έκθεση για τα ανθρώπινα δικαιώματα του 2022 του Υπουργείου Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών προς επίρρωση του ισχυρισμού ότι ο φόβος δίωξης του είναι κατοχυρωμένος. Ωστόσο μελετώντας τις αναφερόμενες πηγές οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω έκθεση αφορά κρατικές πράξεις και πρακτικές και όχι ιδιωτικές διαφορές, ως η υπο εξέταση περίπτωση, με μόνο μία αναφορά σε θέματα κληρονομιάς το οποία αφορούν σε διακρίσεις λόγω φύλου.[1]

 

Δεν παραγνωρίζω ότι ο πυρήνας του ισχυρισμούς του Αιτητή εμπίπτει στη σφαίρα των προσωπικών γεγονότων και δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο περαιτέρω έρευνας προς επιβεβαίωση του υπό εξέταση ισχυρισμού. Επομένως ορθώς κρίθηκε από τους Καθ΄ων η αίτηση ότι δεν τεκμηριώθηκε η αξιοπιστία του και κατά συνέπεια, ο εν λόγω ισχυρισμός του Αιτητή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.

 

Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορώ να αγνοήσω ότι ο ισχυριζόμενος φόβος δίωξης του Αιτητή, συνδέεται με ιδιωτικούς φορείς, χωρίς κανένα στοιχείο που να δεικνύει «δίωξη» στο πρόσωπο του Αιτητή «λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή ιδιότητας μέλους ειδικής κοινωνικής ομάδας». Συνεπώς, ακόμα και αληθείς να είναι οι ισχυρισμοί του Αιτητή, και πάλι αυτοί δεν αρκούν για να τον εντάξουν στην έννοια του «πρόσφυγα». Τέλος, είναι πλέον νομολογημένο ότι «δεν είναι επαρκές για αιτητή διεθνούς προστασίας, προς ευόδωση της αίτησής του, να επικαλείται φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του προκαλούμενο από ιδιωτικούς φορείς, χωρίς να συγκεκριμενοποιεί οποιοδήποτε γεγονός προς τούτο και αναμένοντας από τις διοικητικές ή δικαστικές αρχές να διεξάγουν εξ ιδίων έρευνα ώστε να εξιχνιάσουν τα γεγονότα επαλήθευσης ή μη του ισχυρισμού του» (βλ. M.M.R. v Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω ΑΑΠ, Έφεση κατά απόφασης ΔΔΔΠ αρ. 5/2019, ημερομηνίας 04/10/2023).

 

Από το ιστορικό του Αιτητή, όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, στη βάση των δεδομένων του διοικητικού φακέλου και από την ανωτέρω αξιολόγηση των ισχυρισμών του, προκύπτει ότι ορθά και μετά από δέουσα έρευνα κρίθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση ότι ο Αιτητής δε στοιχειοθέτησε κανέναν ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα. Τα όσα ανέφερε δεν θα μπορούσαν να τον εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.

 

Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.

 

Εξετάζοντας πλήρως την υπόθεση, διαπιστώνω ότι ορθά κρίθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση ότι δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν.6(Ι)/2000 για να παρασχεθεί στον Αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα του.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619,ECLI:CY:AD:2015:D619).

 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην Γουινέα, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει κίνδυνο θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[…]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

 

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

 

Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

 

Εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην χώρα καταγωγής του Αιτητή, και ειδικότερα στην περιοχή Conakry, τόπο συνήθους διαμονής του.

 

Σύμφωνα με δημοσίευμα του Κέντρου Στρατηγικών και Αμυντικών Μελετών (Center for Strategic and Defense Studies) η χώρα αντιμετωπίζει μακροχρόνιο υψηλό ποσοστό εγκληματικότητας, με την ληστεία να είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη σε πολλές περιοχές.[2]  Σύμφωνα με την ίδια πηγή, η ένοπλη βία γίνεται ολοένα και πιο συχνή στις κατοικημένες περιοχές της Γουινέας, και βίαιες ληστείες, κλοπές αυτοκινήτων και εισβολές σε σπίτια διαπράττονται συχνά από ένοπλες συμμορίες.[3] Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το Υπουργείο Εξωτερικών και Εμπορίου (Department of Foreign Affairs and Trade) της Ιρλανδίας, οι πολιτικές εντάσεις παραμένουν υψηλές, και διαδηλώσεις που πραγματοποιούνται συχνά σε όλη τη χώρα, ενδέχεται να πραγματοποιηθούν με ελάχιστη ή καθόλου προειδοποίηση και να εξελιχθούν σε βίαιες, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.[4] Έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας (Amnesty International) του 2025 καταγράφει σοβαρή επιδείνωση της κατάστασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Γουινέα. Οι αρχές ανέστειλαν τη λειτουργία πολιτικών κομμάτων και μέσων ενημέρωσης, διατήρησαν την απαγόρευση των διαδηλώσεων και κατέστειλαν βίαια το δικαίωμα στη ειρηνική συνάθροιση.[5]

 

Αναφορικά δε με την κατάσταση ασφαλείας στην πολιτεία Conakry, τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν και ορισμένα αριθμητικά δεδομένα. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην εν λόγω πολιτεία κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 24/04/2026), καταγράφηκαν 20 περιστατικά πολιτικής βίας[6], τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 8 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[7] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός στην πολιτεία Conakry εκτιμάται ότι ανέρχεται στις 2,727,684 (2025) κατοίκους.[8]

 

Τα εν λόγω στοιχεία, εξεταζόμενα συνδυαστικά με τον εκτιμώμενο πιο πάνω αναφερόμενο πληθυσμό της πολιτείας Conakry, καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά μόνο από την παρουσία του στην εν λόγω πολιτεία, υπό την έννοια του άρθρου 19 (2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Εφόσον από τις αντληθείσες πληροφορίες δεν προκύπτει ότι στον τόπο τελευταίας διαμονής του Αιτητή λαμβάνει χώρα διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη εντός του πλαισίου του άρθρου 19(2)(γ) του Νόμου, το Δικαστήριο κρίνει ότι παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» όπως αυτή προνοείται από τη νομολογία του ΔΕΕ.

 

Κατά συνέπεια, η διαπίστωση των Καθ΄ ων η αίτηση ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα αλλά ούτε του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας κρίνονται εύλογα επιτρεπτές ενόψει όλων των στοιχείων που η διοίκηση είχε ενώπιον της.

 

Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω, υπό τις περιστάσεις, ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός του για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση της συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου.

 

Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, το οποίο συνεκτίμησε όλα τα πραγματικά στοιχεία και εξέδωσε τελική αιτιολογημένη απόφαση. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και επαρκώς αιτιολογημένη.

 

Με βάση όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

Α. AΓΡΟΤΗ, Δ. ΔΔΔΠ



[1]Guinea - United States Department of State, https://www.state.gov/reports/2022-country-reports-on-human-rights-practices/guinea/, Section 6 [ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04 Μαΐου 2026]

 

[2] Center for Strategic and Defense Studies, Guinea Risk Report,https://csdsafrica.org/guinea/[Ημερομηνία Πρόσβασης: 04/05/2026]

[3] Ibid

[4]Department of Foreign Affairs and Trade, Guinea, Updated: 21/11/2025, Still Current: 05/05/2026, https://www.ireland.ie/en/dfa/overseas-travel/advice/guinea/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 04/05/2026]

[5]Διεθνής Αμνηστία, Human rights in Guinea Amnesty International, 2025 https://www.amnesty.org/en/location/africa/west-and-central-africa/guinea/report-guinea/ [Ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/05/2026]

[6]Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests).

[7]ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Guinea, Conakry) [Ημερομηνία Πρόσβασης: 04/05/2026]

[8]Guinea Population (2026) - Worldometer, https://www.worldometers.info/world-population/guinea-population/ [Ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04-05-2026]


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο