ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 1864/2025
27 Μαΐου, 2026
[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
S.K.K. εκ Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό
Αιτητή
- και -
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Εμφανίσεις:
Κ. Κουπαρή (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή.
Χ. Δημητρίου (κα) για Μ. Βασιλείου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
Ο Αιτητής Παρών
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου επιστολής ημερομηνίας 10/07/25 (του κοινοποιήθηκε αυθημερόν) με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας ως άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος και/ή ζητείται απόφαση του Δικαστηρίου για αναγνώριση του Αιτητή ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία υπό τις περιστάσεις.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία την 01/03/22, ακολούθως, στις 21/02/25 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή, ακολούθησε έκθεση/εισήγηση ημερομηνίας 19/06/25 και στις 25/06/25 η αίτηση του απορρίφθηκε, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Η δικηγόρος για τον Αιτητή μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης πρόβαλε διάφορους νομικούς λόγους ακύρωσης της επίδικης πράξης. Ανέφερε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου πάσχει ως προς την αξιολόγηση της αξιοπιστίας, την εκτίμηση του μελλοντικού κινδύνου και τη διερεύνηση της υπόθεσης. Ειδικότερα, υποστήριξε ότι η αρμόδια αρχή προέβη σε αποσπασματική αξιολόγηση του αφηγήματος του Αιτητή, αποδεχόμενη το περιστατικό του βιασμού της αδελφής του από τον πατριό τους, αλλά απορρίπτοντας τις επακόλουθες απειλές, τον φόβο αντιποίνων και τη συνεχιζόμενη στοχοποίησή του, χωρίς ολιστική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και της ευαλωτότητάς του ως ανηλίκου κατά τον κρίσιμο χρόνο. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι η αρμόδια αρχή επέβαλε υπέρμετρο αποδεικτικό βάρος στον Αιτητή, απαιτώντας ουσιαστικά από αυτόν να αποδείξει με βεβαιότητα ότι ο πατριός του ευθυνόταν για τον θάνατο του πατέρα του, παραγνωρίζοντας ότι ο ίδιος ήταν ανήλικος και ότι στη χώρα καταγωγής του δεν υπάρχουν αποτελεσματικοί μηχανισμοί διερεύνησης τέτοιων περιστατικών. Υποστήριξε ότι η διοίκηση παρέλειψε να προβεί σε ουσιαστική αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου που αντιμετωπίζει ο Αιτητής λόγω της αποκάλυψης του βιασμού της αδελφής του, καθώς και να συνεκτιμήσει την έλλειψη αποτελεσματικής κρατικής προστασίας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής και σεξουαλικής βίας. Παρέλειψε δε να αναγνωρίσει τον Αιτητή ως πρόσωπο με ιδιαίτερες διαδικαστικές ανάγκες και να τον παραπέμψει για ψυχολογική αξιολόγηση, παρά το γεγονός ότι υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας σοβαρής ενδοοικογενειακής σεξουαλικής βίας κατά την ανηλικότητά του. Κατά τη θέση της, η παράλειψη αυτή επηρέασε ουσιωδώς την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του, καθότι δεν λήφθηκε υπόψη ότι το ψυχικό τραύμα δύναται να επηρεάζει τη μνήμη, τη συνοχή και τη λεπτομέρεια της αφήγησης. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι η Υπηρεσία παρέλειψε να συνεξετάσει την υπόθεση του Αιτητή με εκείνη της αδελφής του, η οποία βρίσκεται επίσης στην Κυπριακή Δημοκρατία ως αιτήτρια διεθνούς προστασίας λόγω των ίδιων περιστατικών και του ίδιου φερόμενου δράστη. Ως προς την ουσία του αιτήματος διεθνούς προστασίας, υποστήριξε ότι ο Αιτητής έχει τεκμηριώσει εξατομικευμένο και συνεχιζόμενο φόβο δίωξης από τον πατριό του λόγω της αποκάλυψης του βιασμού της αδελφής του και ότι ο φόβος αυτός συνδέεται με τη συμμετοχή του σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, ήτοι μέλη οικογένειας που αποκαλύπτουν ενδοοικογενειακή σεξουαλική βία. Υποστήριξε ακόμη ότι οι απειλές θανάτου και ο εκφοβισμός που υπέστη συνιστούν πράξεις δίωξης, ενώ το κράτος καταγωγής αδυνατεί να του παράσχει αποτελεσματική προστασία. Τέλος, υποστήριξε, ότι ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις χορήγησης συμπληρωματικής προστασίας, υποστηρίζοντας ότι η επιστροφή του στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό θα τον εξέθετε σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης και απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης λόγω της ψυχικής του κατάστασης, του τραύματος που φέρει από τα γεγονότα που βίωσε και της έλλειψης επαρκών δομών ψυχικής υγείας και προστασίας στη χώρα καταγωγής του.
Σε απάντηση προς τη Γραπτή Αγόρευση του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση προέβαλαν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλήρως νόμιμη, επαρκώς αιτιολογημένη και εκδόθηκε κατόπιν δέουσας και ενδελεχούς έρευνας. Υποστήριξαν ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή είναι γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι και ότι ο ίδιος απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει στο πλαίσιο της διαδικασίας διεθνούς προστασίας. Περαιτέρω, ανέφεραν ότι ο αρμόδιος λειτουργός διεξήγαγε πλήρη συνέντευξη, υπέβαλε διευκρινιστικές ερωτήσεις και αξιολόγησε αναλυτικά όλους τους ισχυρισμούς του Αιτητή, αποδεχόμενος το προσωπικό του προφίλ και το περιστατικό βιασμού της αδελφής του, αλλά απορρίπτοντας τους λοιπούς ισχυρισμούς λόγω ασάφειας, αντιφάσεων, έλλειψης λεπτομέρειας και ευλογοφάνειας. Υποστήριξαν ακόμη ότι δεν προέκυψαν στοιχεία ευαλωτότητας που να δικαιολογούν παραπομπή για περαιτέρω αξιολόγηση, ενώ τόνισαν ότι δεν αποδείχθηκε βάσιμος φόβος δίωξης ούτε κίνδυνος σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Θα πρέπει να υποδειχθεί ότι μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης της συνηγόρου του Αιτητή αναλώνεται σε επανάληψη αρχών του διοικητικού δικαίου και/ή Νόμων και/ή κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται ουσιαστική υπαγωγή των πραγματικών περιστάσεων και νομικών δεδομένων της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599, Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος και ειδικά την Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ. 61/2022, LOUISE GARCIA NYEMB v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, ημερ.30/10/24 αναφορικά με τους δικονομικά παραδεκτούς λόγους ακύρωσης). Σημειώνεται επί τούτου ότι οιαδήποτε παράλειψη της αρμόδιας αρχής (σε περίπτωση που διαπιστωθεί από το Δικαστήριο) κατά την εξέταση αίτησης ασύλου δεν καθιστά άκυρη όλη την διοικητική ενέργεια που οδήγησε σε απόρριψη αιτήματος ασύλου (λόγω της ευρείας εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου για έλεγχο ορθότητας της απόφασης βλέπε σχετικά C‑283/24 B. F. ν Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ.03/04/2025, ΕΔΔΔΔ Αρ.107/2023, Κυπριακή Δημοκρατία ν. Q.B.T., ημερ. 11/02/2025, ΕΔΔΔΔ Αρ.17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, ημερ.21/09/2021). Τέλος, οι λόγοι ακύρωσης που καταγράφονται στην προσφυγή, αλλά δεν έχουν αναπτυχθεί μέσω της Γραπτής Αγόρευσης θεωρείται, με βάση την πάγια νομολογία, ότι έχουν εγκαταλειφθεί και/ή δεν έχουν προωθηθεί.
Αναφορικά με την κατ’ ισχυρισμό παράβαση των διατάξεων των Άρθρων 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000), το σχετικό άρθρο του Νόμου προνοεί για ιατρική και ψυχολογική εξέταση αιτούντα άσυλο όπου αφορά περιπτώσεις όπου υπάρχουν: «(α) Ενδείξεις που ενδεχομένως υποδηλώνουν διώξεις ή σοβαρή βλάβη που υπέστη κατά το παρελθόν∙ και (β) συμπτώματα και ενδείξεις βασανιστηρίων ή άλλων σοβαρών πράξεων σωματικής ή ψυχολογικής βίας, περιλαμβανομένων των πράξεων σεξουαλικής βίας». Στην παρούσα περίπτωση, ο λειτουργός δεν έκρινε σκόπιμο ο Αιτητής να παραπεμφθεί σε ειδική εξέταση σε ιατρό ή ψυχολόγο ούτε αυτό εμπόδισε τον Προϊστάμενο να λάβει απόφαση επί της αίτησης. Όπως προκύπτει στο έντυπο «Screening and Assessment Vulnerability Form» (ερυθρά 28 – 14 του διοικητικού φακέλου στο εξής «ΔΦ») καταγράφονται οι ισχυρισμοί του Αιτητή αλλά δε καταδείχθηκαν ειδικές ανάγκες υποδοχής ούτε καθορίζεται ειδικά οποιαδήποτε σύσταση για παραπομπή. Εξάλλου, κατά το στάδιο της συνέντευξής του, δήλωσε ότι δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε ιατρικό πρόβλημα ή πρόβλημα με την υγεία του, ούτε ότι έχει οιεσδήποτε ειδικές ανάγκες (ερυθρό 73-72 ΔΦ). Σημειώνεται δε ότι ούτε η συνήγορος του Αιτητή υπέδειξε μέσω τεκμηριωμένων λόγων ακύρωσης κατά πόσο επηρεάστηκαν οι δηλώσεις του κατά την συνέντευξη λόγω δυσχερούς ψυχολογικής και/ή σωματικής κατάστασης και/ή ούτε υποδείχθηκαν σοβαρές ενδείξεις ευαλωτότητας και/ή οποιαδήποτε ένδειξη ότι ο Αιτητής χρήζει ψυχολογικής ή ψυχιατρικής παρακολούθησης ή νοσηλείας που τυχόν επηρέαζε την αξιολόγηση του αιτήματος του. Οι θέσεις της ότι η παράλειψη παραπομπής επηρέασε ουσιωδώς την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του, καθότι δεν λήφθηκε υπόψη ότι το ψυχικό τραύμα δύναται να επηρεάζει τη μνήμη, τη συνοχή και τη λεπτομέρεια της αφήγησης – δεν υποστηρίζεται από καμία επιστημονική τεκμηρίωση ή ιατρική γνωμάτευση ή μαρτυρία.
Ανεξάρτητα, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση μόνο των λόγων ακύρωσης που καλύπτονται επαρκώς από τους νομικούς ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής και πληρούν τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης. Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου του Αιτητή, των στοιχείων του φακέλου, των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής και των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους λόγους ακύρωσης μη δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και πλάνης σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτόν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.
Ο Αιτητής κατά την υποβολή της αίτησής του για διεθνή προστασία προέβαλε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του μαζί με την αδελφή του λόγω του ότι ο σύντροφος της μητέρας του βίαζε τη μεγαλύτερη αδελφή του και ότι, όταν ο ίδιος το ανακάλυψε, ο σύντροφος της μητέρας του απείλησε να τους σκοτώσει. Ως εκ τούτου, ανέφερε ότι ο ίδιος και η αδελφή του εγκατέλειψαν την οικία τους για λόγους ασφαλείας (ερυθρό 29 του διοικητικού φακέλου στο εξής «ΔΦ»).
Ο Αιτητής κατά τη συνέντευξή του προέβαλε ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, εθνοτικής καταγωγής Muswahili και Χριστιανός Πεντηκοστιανός. Γεννήθηκε στην Kinshasa, όπου διέμενε μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα τον 11ο/2021. Είναι άγαμος, χωρίς τέκνα, απόφοιτος λυκείου, ομιλεί Lingala, Γαλλικά και βασικά Αγγλικά και δεν είχε εργαστεί στη χώρα καταγωγής του. Ανέφερε ότι ο πατέρας του απεβίωσε, ότι η μητέρα του διαμένει στην Kinshasa και ότι έχει δύο αδελφούς και μία αδελφή, η οποία βρίσκεται επίσης στην Κυπριακή Δημοκρατία ως αιτήτρια ασύλου. Ως προς τους λόγους που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την χώρα πρόβαλε ότι έφυγε μαζί με την αδελφή του λόγω του ότι ο σύντροφος της μητέρας του θα τους σκότωνε. Ειδικότερα, μετά τον χωρισμό των γονέων του, διέμενε με τη μητέρα του, την αδελφή του και τον σύντροφό της, μέχρι που μία ημέρα αντίκρισε τον τελευταίο να βιάζει την αδελφή του. Ισχυρίστηκε ότι, όταν προσπάθησε να παρέμβει, ο σύντροφος της μητέρας του τον απείλησε ότι θα σκοτώσει τον ίδιο και οποιονδήποτε αποκάλυπτε το περιστατικό ή στεκόταν εμπόδιο σε αυτόν. Ακολούθως, ο ίδιος και η αδελφή του μετέβησαν στην οικία του πατέρα τους, στον οποίο ο Αιτητής αποκάλυψε όσα είχε δει. Ο πατέρας του επιχείρησε να διαχειριστεί το ζήτημα χωρίς δημοσιοποίηση, όμως, στη συνέχεια ασθένησε αιφνίδια και απεβίωσε. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι, κατά την ημέρα της ταφής, ο σύντροφος της μητέρας του τού είπε ότι ο πατέρας του είχε πεθάνει επειδή στάθηκε εμπόδιο σε αυτόν και επανέλαβε τις απειλές θανάτου. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο Αιτητής και η αδελφή του διέμειναν στην οικία του θείου τους, ωστόσο, όπως ανέφερε, ο σύντροφος της μητέρας του συνέχισε να τους απειλεί, είτε όταν τους συναντούσε στην εκκλησία είτε μέσω μηνυμάτων. Υπό τον φόβο αυτό και κατόπιν διευθέτησης του θείου του, ο Αιτητής αναχώρησε από τη χώρα του, ενώ αργότερα ταξίδεψε και η αδελφή του, με σκοπό να απομακρυνθούν από τον σύντροφο της μητέρας τους και να αναζητήσουν προστασία στην Κύπρο.
Από τις απαντήσεις του Αιτητή ο λειτουργός αποδέχθηκε το προφίλ, τα προσωπικά στοιχεία και τον τόπο συνήθους διαμονής του στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (πρώτος ισχυρισμός) (ερυθρά 150-153 ΔΦ), καθώς και τον ισχυρισμό ότι, ενώ ήταν ανήλικος, είδε τον πατριό του να βιάζει την αδελφή του (δεύτερος ισχυρισμός) (ερυθρό 148-150 ΔΦ). Απορρίφθηκαν, όμως, ο τρίτος και ο τέταρτος ισχυρισμός του Αιτητή, ήτοι ο ισχυρισμός ότι ο πατριός του προκάλεσε τον θάνατο του βιολογικού του πατέρα και ότι στη συνέχεια τον απειλούσε λόγω της αποκάλυψης του βιασμού της αδελφής του.
Αναφορικά με τον τρίτο ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι ότι ο πατριός του προκάλεσε τον θάνατο του βιολογικού του πατέρα μετά την αποκάλυψη του βιασμού της αδελφής του, ο λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει επαρκείς, συγκεκριμένες και λεπτομερείς πληροφορίες αναφορικά με τις συνθήκες θανάτου του πατέρα του και την εμπλοκή του πατριού του. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι, λίγο μετά τη συζήτηση που είχε ο πατέρας του με τον πατριό του για τον βιασμό της αδελφής του, ο πατέρας του ασθένησε αιφνιδίως και ακολούθως απεβίωσε. Παρότι, ο ίδιος υποστήριξε ότι ο πατέρας του δηλητηριάστηκε από τον πατριό του, κατά τη συνέντευξή του ανέφερε ότι οι ιατροί είχαν διαγνώσει φυματίωση και νεφρική ανεπάρκεια, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να παραθέσει συγκεκριμένα στοιχεία ή επαρκείς πληροφορίες που να συνδέουν τον πατριό του με τον θάνατο του πατέρα του ή να αποδεικνύουν ότι ο θάνατος προήλθε πράγματι από δηλητηρίαση. Ο λειτουργός επεσήμανε ότι οι σχετικές δηλώσεις του Αιτητή παρέμεναν σε επίπεδο προσωπικής εκτίμησης και υπόθεσης, χωρίς να υποστηρίζονται από σαφείς, συνεκτικές και λεπτομερείς αναφορές. Περαιτέρω, ως προς τον ισχυρισμό ότι ο πατριός του παραδέχθηκε πως ήταν υπεύθυνος για τον θάνατο του πατέρα του, ο Αιτητής περιορίστηκε να αναφέρει ότι κατά την ημέρα της κηδείας ο πατριός του τού είπε ότι «όποιος μπαίνει στον δρόμο του πεθαίνει», χωρίς να παραθέσει περισσότερες λεπτομέρειες της συνομιλίας ή συγκεκριμένα περιστατικά που να ενισχύουν την αξιοπιστία του ισχυρισμού του (ερυθρά 147-148 ΔΦ). Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο λειτουργός έλαβε υπόψη τα ιατρικά έγγραφα και τα πιστοποιητικά που προσκομίστηκαν από τον Αιτητή και αφορούσαν τον πατέρα του, σημειώνοντας ότι σε αυτά αναφερόταν ως αιτία θανάτου λοίμωξη, φυματίωση και νεφρική ανεπάρκεια, χωρίς να τεκμηριώνεται δηλητηρίαση ή οποιαδήποτε ανθρώπινη παρέμβαση. Παρότι η γνησιότητα των εγγράφων δεν αμφισβητήθηκε, κρίθηκε ότι αυτά δεν αποδείκνυαν ότι ο πατριός του Αιτητή προκάλεσε τον θάνατο του πατέρα του. Συνεπώς, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε λόγω έλλειψης επαρκών λεπτομερειών, συγκεκριμένων πληροφοριών και επαρκούς τεκμηρίωσης (ερυθρό 146-147 ΔΦ).
Αναφορικά με τον τέταρτο ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι ότι δεχόταν απειλές θανάτου από τον πατριό του επειδή αποκάλυψε τον βιασμό της αδελφής του, ο λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του στερούνταν επαρκών, συγκεκριμένων και λεπτομερών πληροφοριών αναφορικά με τα περιστατικά των απειλών και τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτές έλαβαν χώρα. Ειδικότερα, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι, ενώ διέμενε στην οικία του θείου του, ο πατριός του τον απειλούσε όταν τον συναντούσε στην εκκλησία ή μέσω μηνυμάτων που του αποστέλλονταν από τρίτα πρόσωπα. Ωστόσο, όταν κλήθηκε να περιγράψει με λεπτομέρεια ένα συγκεκριμένο περιστατικό απειλής στην εκκλησία, περιορίστηκε να αναφέρει γενικά ότι ο πατριός του τον πλησίαζε και του έλεγε ότι θα τον σκοτώσει, χωρίς να παραθέσει συγκεκριμένες πληροφορίες ως προς τις περιστάσεις των περιστατικών αυτών, τα γεγονότα που προηγήθηκαν ή την αντίδρασή του. Ο λειτουργός σημείωσε ότι, παρά το γεγονός ότι τα περιστατικά έλαβαν χώρα όταν ο Αιτητής ήταν ανήλικος, ο ίδιος είχε επιδείξει ικανότητα να παραθέτει λεπτομέρειες σε άλλα σημεία της αφήγησής του, όπως προς το περιστατικό του βιασμού της αδελφής του, και συνεπώς θα αναμενόταν να είναι σε θέση να δώσει τουλάχιστον βασικές και συγκεκριμένες πληροφορίες και για τις κατ’ ισχυρισμόν απειλές. Περαιτέρω, αναφορικά με τα απειλητικά μηνύματα που ισχυρίστηκε ότι λάμβανε μέσω αστέγων ή άλλων προσώπων, περιορίστηκε σε γενικές αναφορές ότι του παραδίδονταν σημειώματα με απειλές θανάτου, χωρίς να παραθέτει επαρκείς λεπτομέρειες για συγκεκριμένα περιστατικά ή τον τρόπο με τον οποίο τα πρόσωπα αυτά ενεργούσαν κατ’ εντολή του πατριού του (ερυθρό 145-146 ΔΦ). Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο λειτουργός έλαβε υπόψη πληροφορίες χώρας καταγωγής που επιβεβαίωναν ότι η σεξουαλική και έμφυλη βία είναι διαδεδομένη στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και ότι περιστατικά βιασμού και ενδοοικογενειακής βίας συχνά δεν καταγγέλλονται. Ωστόσο, κρίθηκε ότι οι πληροφορίες αυτές δεν αρκούσαν για να τεκμηριώσουν την προσωπική αξιοπιστία των ισχυρισμών του Αιτητή περί συνεχιζόμενων απειλών και προσωπικής στοχοποίησής του από τον πατριό του. Συνεπώς, και ο τέταρτος ισχυρισμός απορρίφθηκε λόγω έλλειψης επαρκών λεπτομερειών, συγκεκριμένων πληροφοριών και τεκμηρίωσης (ερυθρό 145 ΔΦ).
Από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας του Αιτητή και των όσων τέθηκαν τόσο ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου όσο και του Δικαστηρίου υπό μορφή δηλώσεων επί του τρίτου και τέταρτου ουσιώδους ισχυρισμού του που είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με κατ΄ ισχυρισμό φόβο δίωξης, διαπιστώνω ότι δε θεμελιώνεται η αξιοπιστία του αφηγήματος του. Η πλήρης εικόνα που διαμορφώνεται μέσω των όλων των στοιχείων του φακέλου του, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους[1], επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα του λειτουργού. Από τις ελλιπέστατες απαντήσεις του, κατά τη διαδικασία της συνέντευξης, διαπιστώνεται ότι δεν παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του, ούτε τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς του με επαρκή λεπτομέρεια και πληροφορίες (βλέπε σχετικά Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131 – Βλέπε επίσης, §205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Σε αρκετές διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού για αριθμό ζητημάτων δεν ήταν ικανός να παράσχει ικανοποιητικές πληροφορίες[2] και υπήρξε αντιφατικός, ενώ αρκετά στοιχεία του φακέλου του προκύπτει αριθμός ανακριβειών που οδηγούν σε έλλειψη αληθοφάνειας του αιτήματος του σε σχέση με τον μελλοντοστραφή κίνδυνο με την επάνοδο στην χώρα του. Ως προκύπτει, πρόσθετα των ευρημάτων και συμπερασμάτων του λειτουργού, ουδόλως προκύπτουν στοιχεία ότι αποτέλεσε στο παρελθόν αντικείμενο δίωξης (αρκούντως σοβαρής) από τον φερόμενο βιαστή της αδελφής του ούτε θα αποτελεί αντικείμενο ο ίδιος δίωξης με την επιστροφή του. Ούτε μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση της συνηγόρου του ότι αποτελεί ευάλωτο πρόσωπο καθότι ο ίδιος στην συνέντευξη της ευαλωτότητας του απάντησε αρνητικά στην ερώτηση «Have you ever experienced any harmful act during your lifetime». Συνεπώς, δεν θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντα (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Από τα γεγονότα της περίπτωσης του σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις του δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Μπορεί να αποτελεί καθήκον της αρμόδιας αρχής να αξιολογεί σε συνεργασία με τον αιτούντα τα συναφή στοιχεία της αίτησής του και/ή ότι αυτή η ευθύνη μοιράζεται μεταξύ του λειτουργού και του αιτούντα, αυτό όμως δεν αναιρεί την υποχρέωση του ιδίου να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης του, ήτοι δηλώσεις/έγγραφα που έχει στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία και/ή ότι εναπόκειται πρώτα στον ίδιο τον αιτούντα να έχει καταβάλει πραγματική προσπάθεια να τεκμηριώσει την αίτησή του. Αυτά τα στοιχεία εμφανώς δεν ικανοποιούνται ολιστικά από την συμπεριφορά που επέδειξε ο Αιτητής αφού: (α) υπήρξε αντιφατικός στις δηλώσεις του ως καταγράφεται ανωτέρω, (β) υπάρχει εμφανέστατη ελλιπής περιγραφή για τα περιστατικά απειλών από τον πατριό του, (γ) μη αληθοφανής προκύπτει να είναι η θέση του περί μελλοντικού κινδύνου αφού έχει ήδη αποκαλύψει το γεγονός του βιασμού της αδελφής του. Ούτε θεωρώ ότι κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία υποδείχθηκαν επαρκή σημεία επί της συνέντευξης του Αιτητή ή της έκθεσης/εισήγησης που να τεκμηριώνουν ελλιπή υπό τις περιστάσεις έρευνα της αρμόδιας αρχής κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών του σε σχέση με την παροχή σε αυτόν προσφυγικού καθεστώτος. Ούτε με βάση τις πρόνοιες της νομοθεσίας μπορεί να ενταχθεί ως μέλος ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας στην χώρα καταγωγής του. Οι πηγές που παρέθεσε ο λειτουργός επί του ζητήματος ενδοοικογενειακής βίας δεν ισχύουν στην περίπτωση του Αιτητή – ο οποίος ουδέποτε αποτέλεσε ο ίδιος αντικείμενο σεξουαλικής ή άλλης κακοποίησης πέραν του αφηγήματος του που αφορά την αδελφή του, δεν υπάρχουν στοιχεία για προσωπική στοχοποίηση του Αιτητή, δεν αναμένεται να επιστρέψει κάτω από την ίδια στέγη με τον πατριό του και υπάρχει ευρύτερο οικογενειακό δίκτυο στην χώρα του. Συνεπώς δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000) καθώς οι σχετικοί ισχυρισμοί του απορρίφθηκαν ως μη αξιόπιστοι (επί του τρίτου και τέταρτου ισχυρισμού) και/ή δεν κατάφερε γενικώς να καταδείξει και/ή να τεκμηριώσει ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής, υπάρχει κίνδυνος δίωξής του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων.
Ως προς το εάν η περίπτωση του Αιτητή εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000) και κατέληξε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίστατο. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηρίωνε την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να θεωρείτο ότι ο ίδιος προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα υποβαλλόταν σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός σημείωσε ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιωνόταν ότι στην περιοχή συνήθους διαμονής του Αιτητή, δεν παρατηρούνταν συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων (ερυθρά 144-141 ΔΦ). Από αναθεωρημένη έρευνα του Δικαστηρίου σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ανευρέθηκε ότι δεν δραστηριοποιούνται μη κρατικοί ένοπλοι φορείς στην Kinshasa, αλλά μόνον στις ανατολικές περιοχές της χώρας[3], ενώ από τη βάση δεδομένων ACLED προκύπτει ότι τα περιστατικά ασφαλείας που αφορούν συνολικά την Kinshasa παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα[4] (ως και τα συμπεράσματα του λειτουργού), έτσι ώστε η κατάσταση στην εν λόγω περιοχή να μην μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένοπλη σύρραξη επιφέρουσα συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας. Εξάλλου, ούτε τα ατομικά χαρακτηριστικά και στοιχεία του Αιτητή, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι με την επιστροφή του στον τόπο διαμονής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη.
Απορρίπτονται και οι ισχυρισμοί επί της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης ασύλου του Αιτητή, αφού αυτή διενεργήθηκε σε πλήρη σύμπνοια με τις διατάξεις του Άρθρου 13, 13Α και 18 περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν.6(Ι)/2000), αλλά και με βάση τα κριτήρια και/ή προϋποθέσεις που τηρούνται κατά την εξέταση αίτησης ασύλου. Ο Αιτητής ενημερώθηκε πλήρως από τον λειτουργό για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του και κατά τη συνέντευξη του έγιναν επαρκείς ερωτήσεις για να περιγράψει τους λόγους που υπέβαλε αίτημα ασύλου όπως επίσης και άλλα ζητήματα που αφορούν τις προσωπικές του περιστάσεις. Δεν εντοπίζω οτιδήποτε παράτυπο, παράνομο και μεμπτό στην διαδικασία που ακολουθήθηκε που μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης καθότι διενεργήθηκαν εκτενείς ερωτήσεις, τόσο κλειστού όσο και ανοικτού τύπου όπως επίσης και διευκρινιστικές για να μπορεί ο ενδιαφερόμενος να τοποθετηθεί στα βιώματα και τις εμπειρίες του, ωστόσο, με τις απαντήσεις του δεν αποδείχθηκε ή τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης ή βλάβης και με την αποδοχή του πρώτου και δεύτερου ισχυρισμού του.
Απορρίπτεται και ο ισχυρισμός της συνηγόρου του για συνένωση-αξιολόγηση των φακέλων του Αιτητή και της αδελφής του. Εκτός του ότι δεν τεκμηριώθηκε επαρκώς πως δύναται να συνενωθούν βάση νομοθετικών προνοιών τα αιτήματα δύο ενήλικων προσώπων (όχι εξαρτώμενων, ξεχωριστές αιτήσεις), ούτε έχει καταδειχθεί μέσω της συνέντευξης ο Αιτητής να αποτέλεσε αντικείμενο κακοποίησης ή αρκούντως σοβαρής δίωξης ή βλάβης, ενώ δεν μπορεί να ενταχθεί ως μέλος ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας ή ευάλωτο πρόσωπο ως ενήλικας νεαρός άνδρας χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και ευρύτερο οικογενειακό δίκτυο στην χώρα καταγωγής. Οι πηγές πληροφόρησης εστιάζονται κυρίως σε γυναίκες, μόνες, σεξουαλικά κακοποιημένες, χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο και υψηλούς δείκτες ευαλωτότητας – στοιχεία που εμφανώς δεν ισχύουν στην περίπτωση του Αιτητή. Εξάλλου, δεν προκύπτει από τις δηλώσεις του (αφού κρίθηκε αναξιόπιστος για τους ισχυρισμούς τρία και τέσσερα) ότι δύναται να του αναγνωρισθεί φόβος δίωξης καθότι ούτε αποτελεί άμεσο υποκείμενο της δίωξης, ούτε δυνητικός κίνδυνος απορρέει λόγω της οικογενειακής του σχέσης με την αδελφή του[5] , ενώ στην ουσία η αρμόδια αρχή εμφανώς εξέτασε το σύνολο των κρίσιμων περιστάσεων του, περιλαμβανομένων των συνεπειών που ενδέχεται να έχει ο Αιτητής ως αδελφός με την επιστροφή του ως η αξιολόγηση κινδύνου που διενεργήθηκε ενδελεχώς και/ή προκύπτει μέσω της έκθεσης/εισήγησης (ερυθρό 145-141 ΔΦ). Ούτε δε η συνήγορος του Αιτητή προέβηκε έγκαιρα στα αναγκαία δικονομικά διαβήματα στα πλαίσια δικαστικής διαδικασίας για αίτημα συνένωσης με την προσφυγή της αδελφής του Αιτητή (χωρίς αυτό βέβαια να ισοδυναμεί με αποδοχή του σχετικού αιτήματος ή αυτό να επιφέρει θετικό πρόσημο στο αίτημα ασύλου).
Ούτε διαπιστώνω από τα ενώπιον μου στοιχεία ελλιπή έρευνα αλλά ούτε πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Αποτελεί δε βασική νομολογιακή αρχή ότι η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγεται δε στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503). Η δε επάρκεια της αιτιολογίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του φακέλου του Αιτητή ήτοι της έκθεσης/εισήγησης του λειτουργού η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιου λειτουργού, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Σημειώνεται σε αυτό το σημείο ότι υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών στοιχείων του αιτήματος του Αιτητή από τον λειτουργό στο μέρος της έκθεσης/εισήγησης και/ή αξιολόγησης κινδύνου επιστροφής σε συνάρτηση με την περιοχή διαμονής του όπου γίνεται παράθεση πληροφοριών αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας και/ή εκτενής καταγραφή εξωτερικών πηγών πληροφόρησης.
Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων του Αιτητή, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), IR κατά Minister for Justice Equality and Law Reform and Refugee Appeals Tribunal, [2009] IEHC 353, ημερ. 24/07/09
[2] EYAA, Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System, Judicial Analysis 2nd Edition, February 2023, σελ.122-123
[3] War Watch, Geneva Academy, Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, Reporting Period: July 2024 – June 2025 διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/, UN Security Council Resolutions για τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό στη διεύθυνση: https://www.securitycouncilreport.org/un_documents_type/security-council-resolutions/?ctype=Democratic%20Republic%20of%20the%20Congo&cbtype=democratic-republic-of-the-congo , καθώς και το πλέον πρόσφατο ψήφισμα που υιοθετήθηκε στις 30/06/2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.securitycouncilreport.org/atf/cf/%7B65BFCF9B-6D27-4E9C-8CD3-CF6E4FF96FF9%7D/s_res_2641.pdf, HRW, Democratic Republic of Congo, Events of 2021, 13 January 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.hrw.org/world-report/2022/country-chapters/democratic-republic-congo, UNHCR, Attacks by armed groups displace 20 000 civilians in eastern DRC, 16 July 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.unhcr.org/news/briefing/2021/7/60f133814/attacks-armed-group-displace-20000-civilians-eastern-drc.html , USAID, Democratic Republic of the Congo – Complex Emergency, Fact Sheet #3, 13 May 2022, διαθέσιμο σε διεύθυνση της ιστοσελίδας reliefweb: https://reliefweb.int/report/democratic-republic-congo/democratic-republic-congo-complex-emergency-fact-sheet-3-fiscal-9 και CFA, Global Conflict Tracker, Center for Preventive Action, Instability in the Democratic Republic of Congo, last updated 03 August 2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.cfr.org/global-conflict-tracker/conflict/violence-democratic-republic-congo
[4] Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος (ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης 15/05/26) στην περιφέρεια Kinshasa της Λ.Δ.Κ. (τόπος διαμονής του αιτητή), σημειώθηκαν συνολικά 56 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence": περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατ' αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 49 ανθρώπινες απώλειες.
[5] Βλέπε σχετικά ΔΕΕ της 4ης Οκτωβρίου 2018, στην υπόθεση αρ. C-652/16, Nigyar Rauf Kaza Ahmedbekova,
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο