ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
21 Μαΐου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 Συντάγματος
Μεταξύ:
P.N.M.,
από Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Δικηγόροι για Αιτήτρια: Αρ. Μιχαήλ (κα) για Νικολέττα Χαραλαμπίδου ΔΕΠΕ
Δικηγόροι για Καθ' ων η αίτηση: Θ. Παπανικολάου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής αποτελεί η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 10.11.2020 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Η Αιτήτρια υπήκοος Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (στο εξής αναφερόμενη και ως «ΛΔΚ»), εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της στις 18.2.2020 και εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές στις 22.7.2020 μέσω των μη ελεγχόμενων περιοχών. Στις 25.9.2020 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας και στις 8.10.2020, 14.10.2020 και 26.10.2020 πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις της Αιτήτριας από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος υπέβαλε στις 02.11.2020 Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 10.11.2020 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας, απόφαση η οποία της κοινοποιήθηκε στις 11.12.2020 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 9.12.2020. Την απόφαση αυτήν αμφισβητεί η Αιτήτρια μέσω της υπό εξέταση προσφυγής της.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Εξειδικεύοντας και περιορίζοντας στα πλαίσια της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων της, τους εγειρόμενους στην προσφυγή λόγους ακυρώσεως, η Αιτήτρια αιτείται την ακύρωση της προσβαλλόμενης και την έκδοση απόφασης που την αναγνωρίζει ως πρόσφυγα, επικουρικώς την αναγνώριση της ως δικαιούχο συμπληρωματικής προστασίας, άλλως απόφαση η οποία αναγνωρίζει ότι τυχόν επιστροφή της στη χώρα καταγωγής της γίνεται κατά παράβαση των αρ. 2 και 3 της ΕΣΔΑ, άλλως ακύρωση της απόφασης επιστροφής. Ισχυρίζεται εσφαλμένη αξιολόγηση της αξιοπιστίας της και ανεπαρκή έρευνα, παραβίαση των διαδικαστικών και ουσιαστικών εγγυήσεων και υποστηρίζει ότι οι Καθ’ ων υπέπεσαν σε πλάνη περί τα πράγματα κατά την αξιολόγηση της αίτησής της. Ειδικότερα, η Αιτήτρια, μεταξύ άλλων, παραπονείται για απουσία αξιολόγησης του ισχυρισμού περί σεξουαλικής κακοποίησης που υπέστη και μη εφαρμογή των απαραίτητων διαδικαστικών εγγυήσεων, καθώς και του φόβου δίωξης που αντιμετωπίζει λόγω της ομοιότητάς της με την αδερφή της, που τυγχάνει αναγνωρισμένη πρόσφυγας, λόγω της πολιτικής της δράσης.
Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι αυτή λήφθηκε κατόπιν ενδελεχούς έρευνας όλων των σχετικών στοιχείων της υπόθεσης, εύλογα και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας εφαρμόζοντας το Νόμο και ότι αυτή είναι δεόντως αιτιολογημένη. Είναι η θέση τους ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης, τόσο ως προς τους λόγους ακυρώσεως που προωθεί με την προσφυγή της, όσο και προς την ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης δυνάμει του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου. Επιπρόσθετα, ως προς τον ισχυρισμό περί παραβίασης διαδικαστικών εγγυήσεων, επικαλούνται την απόρριψη του ισχυρισμού της Αιτήτριας περί σεξουαλικής κακοποίησής της ως αναξιόπιστου, ενώ σε ότι αφορά την διερμηνεία, παραπέμπουν στις δηλώσεις τις Αιτήτριας που επιβεβαιώνει την επάρκεια της στη γαλλική γλώσσα.
Με την Απαντητική Γραπτή της Αγόρευση ημερ. 14.5.2024, η Αιτήτρια δια της συνηγόρου της επαναλαμβάνει κατ’ ουσίαν τις θέσεις όπως αυτές προβλήθηκαν με τη Γραπτή της Αγόρευση.
Με ένορκη δήλωση η οποία καταχωρίστηκε στις 12.01.2026 η Αιτήτρια προσκόμισε τα κάτωθι:
1) Αντίγραφο επιστολής ημερ. 04.01.2021 του Jean – Pierre Malumba (βλ. Τεκμήριο 1 επί της αίτησης προσαγωγής μαρτυρίας, και μετάφραση αυτής.
2) Αντίγραφα της ιστοσελίδας του Mukungubila
3) Αντίγραφα αναγνώρισης της αδερφής της Αιτήτριας, Pauline, ως πρόσφυγα από τις Βελγικές Αρχές ημερομηνίας 19/02/2013, ημερομηνία αίτησης ασύλου 27/12/2011(Τεκμήριο 3).
4) Φωτογραφία που απεικονίζει την Αιτήτρια με την αδερφή της Pauline προς επίρρωση του ισχυρισμού της περί ομοιότητας τους.
5) Αντίγραφα από το κανάλι που διατηρεί η αδερφή της σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης (MPB TV), καθώς και από την παρουσία της σε τηλεοπτικό κανάλι.
6) Έκθεση της ΜΚΟ «League des Electeurs” σχετικά με τα επεισόδια που έλαβαν χώρα στις 30.12.2013.
7) Αντίγραφο email με ημερομηνία 5.1.2021 και συντάκτη τον Christian Bamba, νομικό εκπρόσωπο του Mukungubila.
8) Αντίγραφο της από 13.3.2019 δημοσίευσης του Mugungubila, σχετικά με την καταδίκη του.
9) Αντίγραφα Ιατρικών Γνωματεύσεων
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ
Κατά την υποβολή της αίτησής της για διεθνή προστασία δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της εξαιτίας πολιτικών και θρησκευτικών λόγων. Ειδικότερα, ανέφερε ότι τυγχάνει μέλος της εκκλησίας “Ministry of Divine Restoration for Black Africa”, προφήτης της οποίας τυγχάνει ο Mukungubila Mutombo Joseph. Κατόπιν της σφαγής που συντελέστηκε στις 30.12.2013, κατά την οποία μέλη της εκκλησίας σκοτώθηκαν, φυλακίστηκαν και θάφθηκαν ζωντανά, πήρε την απόφαση να εγκαταλείψει τη χώρα της.
Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής της ενώπιον του Λειτουργού, η Αιτήτρια ανέφερε σχετικά με τα προσωπικά της στοιχεία ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό. Γεννήθηκε στη Kinshasa, όπου διέμεινε με την πατρική της οικογένεια μέχρι το 2015, όταν και μετοίκησε στην επαρχία Bas – Congo, όπου παρέμεινε μέχρι τα τέλη του 2019, όταν και επέστρεψε στην γενέτειρα της με σκοπό να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της. Φυλετικής καταγωγής Bandundu, χριστιανή, απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με προϋπηρεσία ως νοσηλεύτρια και στη κομμωτική. Άγαμη, μητέρα δύο ανήλικων τέκνων τα οποία διαβιούν με τη μητέρα της Αιτήτριας στη Kinshasa. Ο σύντροφος της Αιτήτριας και πατέρας των τέκνων της, επίσης υπήκοος Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, ζει και εργάζεται στη Luanda της Αγκόλας. Η πατρική της οικογένεια αποτελείται από τη μητέρα της και 8 αδέρφια. Ο βιολογικός της πατέρας τους εγκατέλειψε όταν η Αιτήτρια ήταν σε μικρή ηλικία. Η μητέρα της και 6 αδέρφια διαμένουν στην Kinshasa.
Σχετικά με το ταξίδι της, δήλωσε ότι εγκατέλειψε αεροπορικώς τη χώρα της από το αεροδρόμιο της Kinshasa στις 18.2.2020, χωρίς να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα χάρη στη βοήθεια φίλου της που είχε διασυνδέσεις, ενώ σχετικά με την έκδοση του διαβατηρίου της, δήλωσε ότι το εξέδωσε μέσω τρίτου προσώπου.
Όσον αφορά την πολιτική δραστηριότητα της ίδιας και της οικογενείας της δήλωσε ότι η αδερφή της, ονόματι Pauline, είναι μέλος του κόμματος του προφήτη Paul Joseph Mugungubila, ο αδερφός της που πλέον κατοικεί στο Βέλγιο υπήρξε σωματοφύλακάς του, ενώ όλη η υπόλοιπη οικογένεια, συμπεριλαμβανομένης της Αιτήτριας είναι μέλη της εκκλησίας του προφήτη. Επιπλέον, ανέφερε ότι η ξαδέρφη της, ονόματι Mpia, έχει αποκτήσει τέκνο με τον γιό του προφήτη.
Ως προς την ουσία του αιτήματός της η Αιτήτρια αναφέρθηκε στη στοχοποίηση των οπαδών του προφήτη Paul Joseph Mugungubila και στο βιασμό που υπέστη λόγω της ομοιότητάς της με την αδερφή της και την πολιτική δράση της τελευταίας. Ειδικότερα, ανέφερε ότι τα προβλήματα ξεκίνησαν περί τα τέλη Δεκεμβρίου του 2013, όταν και ο προφήτης έγραψε και δημοσιοποίησε μια επιστολή κατηγορώντας την εξουσία για διάφορα εγκλήματα. Ακολούθησε η σύλληψη του προφήτη, η δολοφονία οπαδών του, η καταστροφή του χώρου λατρείας τους στο Lubumbashi και η αιματηρή διαδήλωση στις 30.12.2013, κατά την οποία οι αρχές πυροβόλησαν διαδηλωτές. Ενόψει της έκρυθμης κατάστασης και την αναζήτηση των οπαδών του προφήτη, η Αιτήτρια περί το 2014 εγκατέλειψε την οικεία της και μετέβη στο Bas – Congo, μαζί με τα παιδιά της αδερφής της Pauline, την άλλη της αδερφή και την ξαδέρφη της, όπου και παρέμειναν για ένα χρόνο περίπου, ξεκινώντας παράλληλα τις διαδικασίες οικογενειακής επανένωσης των παιδιών με την Pauline. Περί το 2015, θεωρώντας ότι η κατάσταση εξομαλύνθηκε, επέστρεψε στη Kinshasa, μέχρι που φιλικό της πρόσωπο τη συμβούλευσε να φύγει λόγω της παρουσίας της αδερφής της στην τηλεόραση και την ομοιότητα που έχουν μεταξύ τους, όπως και έπραξε. Κατά τη παραμονή της στο Bas – Congo τρεις άγνωστοι άντρες την αναγνώρισαν ως την αδερφή της Pauline, μεταφέροντάς την στο δάσος και κακοποιώντας την σωματικά και σεξουαλικά. Έπειτα, την εντόπισε μια γυναίκα, όπου την πήρε στην οικεία της και την περιέθαλψε για λίγες μέρες. Εν συνεχεία, η Αιτήτρια μετέβη στην περιοχή Lufu στο Bas – Congo, όπου και γνώρισε τον σύντροφό της, παραμένοντας μαζί του και με τα τέκνα τους μέχρι το 2019. Το 2019, με αφορμή την καταδίκη του προφήτη σε θάνατο, η Αιτήτρια φοβούμενη για τη ζωή της, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της.
Ερωτηθείσα σχετικά με την αδερφή της δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη ΛΔΚ πολλά χρόνια πριν το 2014, εξηγώντας πως το 2011 είχε εξαφανιστεί και κάποιο καιρό αργότερα επικοινώνησε μαζί τους από το Βέλγιο, όπου και έχει αναγνωριστεί ως πρόσφυγας, ενώ και τα τέκνα της περί το 2017 – 2018 μετέβησαν εκεί. Ως προς τη πολιτική της δράση, δήλωσε ότι ήταν μέλος – όπως και άλλα μέλη της οικογένειά της - της κοινότητας του προφήτη, ήδη από τη παιδική τους ηλικία, πραγματοποιούσε ομιλίες για τον προφήτη, τη κατάσταση που επικρατούσε στη ΛΔΚ.
Όσον αφορά την επαφή της με τον προφήτη και την εκκλησία του εν γένει, δήλωσε ότι ο προφήτης διαβιούσε στην Ebia, όπου τον επισκέπτονταν μερικές φορές, ενώ ασκούσαν και τα θρησκευτικά τους καθήκοντα σε διάφορες εκκλησίας, είτε με τη παρουσία του προφήτη, είτε χωρίς. Αναφέρθηκε στη διαδικασία της θρησκευτικής τελετής και τις προσευχές τους, ενώ ως προς το προφήτη δήλωσε ότι τους ανακοίνωνε τα καλά νέα και τους μιλούσε για τη Βίβλο. Ερωτηθείσα περαιτέρω για το προφίλ του προφήτη, επανέλαβε ότι πραγματοποιούσε ομιλίες σχετικά με τη Βίβλο, προσπαθώντας να κάνει τον κόσμο να πιστέψει στον Χριστό, ότι ήταν εκπρόσωπος του Θεού και ότι τον αποκαλούσαν είτε προφήτη, είτε πάστορα. Ως προς τα εγκλήματα που κατήγγειλε ο προφήτης, αναφέρθηκε στις δολοφονίες και τη βία που διέπραξε ο πρόεδρος Kabila ενάντια στους πολίτες και το αίτημα να σταματήσουν αυτά τα εγκλήματα.
Ερωτηθείσα περαιτέρω για την έναρξη της στοχοποίησης του προφήτη και των οπαδών του, δήλωσε ότι ξεκίνησαν στις 30.12.2013, πως δεν γνωρίζει τον λόγο που ο προφήτης εκδιώχθηκε, θεωρώντας πως αφορά τα εγκλήματα που κατήγγειλε κατά του Kabila, ενώ ερωτηθείσα σχετικώς δήλωσε ότι αυτή η κατάσταση οδήγησε στο βιασμό της ίδιας, την εξαφάνιση του θείου της και των δύο εξαδέλφων της.
Ως προς το χρονικό σημείο που αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, δήλωσε ότι έφυγε αφενός για να αποφύγει τυχόν προβλήματα, κατόπιν και της καταδίκης του προφήτη σε θάνατο και αφετέρου για να σπουδάσει. Ερωτηθείσα περαιτέρω για την ποινική καταδίκη, δήλωσε ότι δεν μπορεί να εξηγήσει τον τρόπο που καταδικάστηκε παρά το ότι βρισκόταν στη Νότιο Αφρική και πως η καταδίκη αφορούσε τα όσα ανέφερε για τον πρόεδρο Kabila, ο οποίος και ελέγχει το νέο πρόεδρο.
Σχετικά με τη προσωπική της εμπλοκή στην εξέγερση των οπαδών του Kabila, αναφέρθηκε στο ρόλο που είχαν τα μέλη της οικογένειας της στο κίνημα, καθώς και τις οικογενειακές σχέσεις που τους ενώνουν με τον προφήτη.
Ως προς το μελλοντικό της φόβο, δήλωσε ότι σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της θα συλληφθεί, υποστηρίζοντας ότι και άλλοι οπαδοί του ιερέα εξακολουθούν να είναι φυλακισμένοι, ενώ για το ενδεχόμενο να διαμείνει σε κάποια άλλη περιοχή της χώρα της, απάντησε αρνητικά, εξηγώντας πως όσο ο συγκεκριμένος πρόεδρος είναι στην εξουσία θα κινδυνεύει λόγω της ομοιότητάς της με την αδερφή της.
Ερωτηθείσα για τους λόγους που πιστεύει ότι η ίδια βρίσκεται σε κίνδυνο, αναφέρθηκε στην ομοιότητά της με την αδερφή της καθώς και στην επίθεση που δέχτηκε ο αδερφός της στην οικεία του από αγνώστους, δύο εβδομάδες πριν τη συνέντευξη. Σε σχέση με το τελευταίο δήλωσε ότι δεν γνωρίζει τους θύτες, σημειώνοντας ωστόσο πως κυβέρνηση και αστυνομία έχουν επικηρύξει τους οπαδούς του προφήτη, δίνοντας χρήματα για τον εντοπισμό τους. Όταν της ζητήθηκε να εξηγήσει τους λόγους που από το 2013 μέχρι το 2020 κανένα μέλος της οικογενείας της δε συνελήφθη, δήλωσε ότι η ίδια στάθηκε τυχερή εγκαταλείποντας τη Kinshasa και ζώντας σε διάφορες περιοχές. Όταν της ζητήθηκε να εξηγήσει τους λόγους που παρά την οικογενειακή τους σύνδεση με τον προφήτη, οι συγγενείς της ζουν με ασφάλεια στη Kinshasa, δήλωσε ότι η μητέρα της και τα τέκνα της ζουν σε ένα απομακρυσμένο μέρος που είναι δύσκολο να εντοπισθούν, ενώ κανείς δε γνωρίζει για τα τέκνα της, εξηγώντας πως αν μεταβούν σε συγκεκριμένες περιοχές θα κινδυνέψουν. Τέλος, ερωτηθείσα για τη κατάσταση που επικρατεί σήμερα με την αλλαγή του προέδρου, δήλωσε ότι δεν μεταβλήθηκε η κατάσταση, επικαλούμενη το περιστατικό βίας ενάντια στον αδερφό της, ενώ όταν ρωτήθηκε για τους λόγους που δεν συνελήφθη παρά τον εντοπισμό του, δήλωσε άγνοια, αναφέροντας ότι η ίδια απλά έλαβε τη φωτογραφία του αδερφού της, χωρίς να γνωρίζει παραπάνω πληροφορίες.
Η αξιολόγηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας από τους Καθ' ων η αίτηση
Κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας, ο Λειτουργός εντόπισε και εξέτασε συνολικά δύο ισχυρισμούς:
Ο πρώτος ισχυρισμός, ο οποίος αφορούσε τα προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας μεταξύ των οποίων η υπηκοότητα, ο τόπος καταγωγής και συνήθους διαμονής και η οικογενειακή κατάσταση της Αιτήτριας, έγινε αποδεκτός στο σύνολο του. Ως τόπος τελευταίας διαμονής της Αιτήτριας κρίθηκε η επαρχία Bas – Congo.
Ο δεύτερος ισχυρισμός που αφορούσε το φόβο δίωξης της Αιτήτριας από τη κυβέρνηση της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, λόγω της ιδιότητάς της ως ακολούθου του προφήτη Paul Joseph Mukungubila, απερρίφθη ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας στις δηλώσεις της Αιτήτριας, οι οποίες κρίθηκαν ως ανακριβείς, αντιφατικές και μη ευλογοφανείς. Ειδικότερα, ο Λειτουργός, προβαίνοντας σε παράθεση των σχετικών δηλώσεων της Αιτήτριας, κατέληξε στα κάτωθι συμπεράσματα:
Η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να απαντήσει συγκεκριμένα και ολοκληρωμένα για το προφίλ και το έργο του ανωτέρω προφήτη, σημειώνοντας παράλληλα ότι βάσει των πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οπαδοί του διώκονταν πριν το 2013.
Όσον αφορά τη δίωξη της οικογενείας της, ο Λειτουργός επισήμανε ότι παρά τους δεσμούς με το προφήτη, η μητέρα και τα παιδιά της Αιτήτριας διαβιούν στην γενέτειρα τους, την Κινσάσα, χωρίς να έχουν αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα όλα αυτά τα χρόνια. Ως προς τον αδερφό της Αιτήτριας επισημάνθηκε ως μη ευλογοφανής ο ισχυρισμός ότι παρά το γεγονός ότι εντοπίστηκε από αγνώστους, δεν συνελήφθη, όπως διατείνεται η Αιτήτρια ότι συμβαίνει με τους οπαδούς του προφήτη.
Αναφορικά με τους ισχυρισμούς περί προσωπικής δίωξης της Αιτήτριας, κρίθηκαν ως μη ευλογοφανείς, λαμβάνοντας υπόψη την δυνατότητα της Αιτήτριας να εκδώσει διαβατήριο και να εγκαταλείψει νόμιμα τη χώρα καταγωγής της και του γεγονότος ότι συνδύασε τη φυγή της με την ευκαιρία σπουδών. Επιπλέον, ο Λειτουργός έκρινε ως μη ευλογοφανή τον ισχυρισμό ότι παρά το γεγονός ότι έτυχε αναγνώρισης από τα πρόσωπα που την κακοποίησαν, κατάφερε να μην εντοπιστεί και να συλληφθεί από τις αρχές από το 2013 έως το 2020. Συνεπώς, κατέληξε ότι δεδομένης της απουσίας προσωπικής εμπλοκής της Αιτήτριας στις διαμαρτυρίες για τον προφήτη και την απουσία προγενέστερης στοχοποίησης από τις αρχές της χώρα της, ότι οι ισχυρισμοί της δεν είναι ευλογοφανείς.
Τέλος, όσον αφορά τους ισχυρισμούς της για την αδερφή της Pauline, ο Λειτουργός έκρινε ότι δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τη δράση της και την εμπλοκή της στο κίνημα του προφήτη, ενώ έκρινε ως μη ευλογοφανές το γεγονός ότι η Αιτήτρια δεν θυμόταν το χρονικό διάστημα που η αδερφή της εγκατέλειψε τη χώρα τους. Επιπλέον, επισήμανε την απουσία στοχοποίησης των παιδιών της, τα οποία μάλιστα εγκατέλειψαν τη χώρα τους και επανασυνδέθηκαν με τη μητέρα τους.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο Λειτουργός παρέθεσε πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με τον θρησκευτικό ηγέτη Paul Joseph Mugungubila, τα αιματηρά επεισόδια που έλαβαν χώρα, καθώς και τη μεταχείριση των προσώπων που αντιτίθενται στη κυβέρνηση. Αναφορικά με τον πρώτο, κρίθηκε ότι παρότι εύλογα αναμενόταν η Αιτήτρια να γνωρίζει παραπάνω πληροφορίες για το προφίλ και τη δράση του εν λόγω προσώπου, δεν ήταν σε θέση να παράσχει πληροφορίες για θέματα όπως η πολιτική του δράση αλλά και ο στόχος της δράσης του. Αναφορικά με τα επεισόδια που εκτυλίχθηκαν, ο λειτουργός επισήμανε ότι παρά την επιβεβαίωση των επεισοδίων στις 30.12.2013, συνέβησαν και άλλα επεισόδια στα οποία η Αιτήτρια δεν έκανε κάποια αναφορά. Όσον αφορά το περιεχόμενο των επιστολών του προφήτη που πυροδότησαν τις συγκρούσεις, ο Λειτουργός σημείωσε ότι το περιεχόμενο τους ήταν διαφορετικό απ’ όσα ισχυρίστηκε η Αιτήτρια και επρόκειτο για κριτική για τις σχέσεις της ΛΔΚ με το κράτος της Ρουάντα. Επίσης, επιβεβαιώθηκε η καταδίκη σε θάνατο του Mugungubila και δύο συνεργατών του το 2019, καθώς και η επιβολή 20ετούς κάθειρξης σε κάποιους υποστηρικτές του. Επιπλέον, παρατέθηκαν πληροφορίες σχετικά με τη δίωξη προσώπων τα οποία αντιτίθενται στην κυβέρνηση, καθώς και στην αδυναμία εγκατάστασης σε άλλη περιοχή όσων διώκονται, επισημαίνοντας ο λειτουργός ότι η Αιτήτρια διαβιούσε χωρίς κίνδυνο στην περιοχή του Bas – Congo.
Εν συνεχεία ο Λειτουργός προχώρησε σε αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής της στη ΛΔΚ, στη βάση του μοναδικού ισχυρισμού που έγινε αποδεκτός, ήτοι των προσωπικών της στοιχείων και αφού έλαβε υπόψη πληροφορίες από διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης σχετικά με τη κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στην Kinshasa, σε συνδυασμό με τις ιδιαίτερες περιστάσεις της Αιτήτριας, ήτοι την ύπαρξη υποστηρικτικού δικτύου, κατέληξε ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι σε περίπτωση επιστροφής της στην Kinshasa θα κινδυνεύσει με δίωξη ή με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Ακολούθως, κατά το στάδιο της νομικής ανάλυσης, ο Λειτουργός κατέληξε ότι η Αιτήτρια δε μπορεί να υπαχθεί στις πρόνοιες του προσφυγικού καθεστώτος, ούτε στις πρόνοιες του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Οι δηλώσεις της Αιτήτριας κατά το ακροατήριο
Κατά τις διευκρινήσεις που έλαβαν χώρα στις 9.5.2025 τέθηκαν ερωτήσεις στην Αιτήτρια σχετικά με τους ισχυρισμού της. Ειδικότερα, αναφορικά με την πατρική της οικογένειά της δήλωσε ότι η μητέρα της και οι ετεροθαλείς αδερφές της βρίσκονται στη ΛΔΚ, ο αδερφός της στο Βέλγιο, όπου έχει αναγνωριστεί ως πρόσφυγας, ενώ κάποια αδέρφια της διαβιούν στη Γαλλία. Η ίδια διατηρεί επικοινωνία μόνο με τη μητέρα της, κυρίως μέσω της αδερφής της Pauline. Ερωτηθείσα σχετικά με τις πληροφορίες που λαμβάνει από τη μητέρα της, δήλωσε ότι στη ΛΔΚ επικρατεί πόλεμος, αναφέρθηκε δε στην επιβαρυμένη κατάσταση υγείας της μητέρας της, καθώς και σε κάποιες απειλές που δέχτηκε από άγνωστα πρόσωπα, λόγω της πολιτικής δράσης της Pauline, που είχαν ως αποτέλεσμα να μετακομίσει. Σε σχέση με το τελευταίο, δήλωσε ότι έγινε περί το 2014, χωρίς να γνωρίζει παραπάνω πληροφορίες, δηλώνοντας πως τα όσα γνωρίζει της τα έχει μεταφέρει η αδερφή της Pauline και ότι η ίδια δεν έχει άμεση επικοινωνία μαζί της. Σε σχέση με τα τέκνα της και τον σύντροφό της, δήλωσε ότι από τότε που εγκατέλειψε τη χώρα της, δεν έχουν επικοινωνία, λόγω της απώλειας των τηλεφωνικών αριθμών τους και αγνοεί τη τύχη τους. Ερωτηθείσα για τον τρόπο που ο σύντροφός της πήρε τα τέκνα της, δήλωσε ότι ήταν στο σπίτι που την φυγάδευσε και πως εκείνος την βοήθησε να εγκαταλείψει τη ΛΔΚ.
Περαιτέρω, επιβεβαίωσε την ιδιότητά της ως μέλος της εκκλησίας «Ministry of Divine Restoration for Black Africa», δηλώνοντας πως δεν είχε κάποιο άλλο ρόλο, ενώ επανέλαβε και τις συγγενικές σχέσεις που συνδέουν την οικογένειά της με τον προφήτη Mukungubila.
Σε σχέση με τον πυρήνα των ισχυρισμών της η Αιτήτρια ρωτήθηκε αν της συνέβη κάποιο περιστατικό από το 2013 όταν και ξεκίνησαν οι επιθέσεις μέχρι το 2020 που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της. Η Αιτήτρια αναφέρθηκε στα περιστατικά που έλαβαν χώρα στις 30.12.2013, καθώς και στο βιασμό της. Αναφορικά με το πρώτο, δήλωσε ότι έγιναν βομβαρδισμοί στο Lubumbashi και πως ήταν παρόν ο αδερφός της, ονόματι Maigo Makongo, που πλέον είναι στο Βέλγιο. Την ίδια ημέρα η ίδια συμμετείχε σε πορεία στο Κονγκό.
Αναφορικά με το δεύτερο, δήλωσε ότι συνέβη το 2015, στην περιοχή Kimpese Bas-Congo. Ενώ βρισκόταν στο δρόμο, δύο άντρες τη σταμάτησαν και την ρώτησαν αν είναι η Pauline. Παρά την άρνηση της ίδιας, οι άντρες την μετέφεραν με βία στο δάσος κατηγορώντας την για προσβολή του Προέδρου. Εκεί, αφού την φίμωσαν με ένα πανί, τη βίασαν. Έπειτα, μια κυρία, την εντόπισε χωρίς αισθήσεις στο δάσος και την μετέφερε στην οικεία της όπου την περιέθαλψε. Ερωτηθείσα αν μετέβη σε νοσοκομείο ή αν κατήγγειλε το περιστατικό στις αρχές απάντησε αρνητικά, λόγω του φόβου της ότι θα συλληφθεί, καθώς αναζητούνταν, ενώ όταν ρωτήθηκε για τον τρόπο που εξέδωσε διαβατήριο και εξήλθε νομίμως της χώρας της, απάντησε ότι η κυρία που την εντόπισε τη βοήθησε να πάει στο Bas-Congo. Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια ανέφερε ότι το πρώτο της τέκνο ήταν αποτέλεσμα του βιασμού της και κατόπιν προτροπής του τότε συντρόφου της, αποφάσισαν να το κρατήσουν.
Σχετικά με την ψυχολογική της κατάσταση, η συνήγορος της Αιτήτριας δήλωσε πως αρνείται να πάει σε ψυχολόγο και πως κατά το παρελθόν λάμβανε κάποια αγωγή, ενώ για την εν γένει κατάσταση της υγείας της, η Αιτήτρια αναφέρθηκε σε πρησμένο καρπό και μια κρίση που υπέστη, αποδίδοντάς τα στην κακομεταχείριση που υπέστη κατά τη κράτησή της στη Μενόγεια.
Ως προς τους λόγους που την οδήγησαν να εγκαταλείψει τη χώρα της το 2020, αναφέρθηκε εκ νέου στην καταδίκη σε θανατική ποινή του Mukungubila, φοβούμενη ότι λόγω της σχέσης τους θα αντιμετώπιζε και η ίδια κάποιο πρόβλημα.Ερωτηθείσα σχετικά με την αναστολή των ποινών που είχαν επιβληθεί στον Mukungubila και των οπαδών του, αλλά και την επιστροφή του στη ΛΔΚ, δήλωσε άγνοια για το πρώτο και ότι σχετικά με το δεύτερο την είχε ενημερώσει η αδερφή της. Ως προς τον φόβο της ίδιας, δεδομένων των εξελίξεων, δήλωσε ότι ο Mukungubila λόγω του προφίλ του απολαμβάνει προστασίας στη χώρα καταγωγής του, σε αντίθεση με την ίδια.
Σε σχέση με το φόβο της, ότι θα στοχοποιηθεί λόγω της αδερφής της, δήλωσε ότι λόγω της ομοιότητάς τους είτε θα την σκοτώσουν, είτε θα την φυλακίσουν. Σχετικά με τη πολιτική δράση της αδερφής της, δήλωσε ότι εξακολουθεί να είναι ενεργή και να κάνει εμφανίσεις στην τηλεόραση, ερωτηθείσα δε για τη τελευταία δημόσια προβολή της, δήλωσε άγνοια.
Το Δικαστήριο, κατόπιν συναίνεσης των συνηγόρων, απηύθυνε ερωτήσεις στην αδερφή της Αιτήτριας, η οποία ήταν παρούσα κατά τη διαδικασία. Δήλωσε το όνομά της, επιβεβαιώνοντας ότι είναι αδερφή της Αιτήτριας. Σχετικά με τη πολιτική της δράση, δήλωσε ότι εξακολουθεί να είναι ενεργή και ότι η τελευταία δημόσια ανάρτησή της ήταν λίγες ημέρες πριν, δίνοντας παράλληλα στοιχεία εντοπισμού της ανάρτησης.
Κατά τις πρόσθετες διευκρινίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου στις 06.06.2025, τέθηκαν στην Αιτήτρια διερευνητικές ερωτήσεις σχετικά με τον τόπο διαμονής των τέκνων της. Κληθείσα να εξηγήσει με ποιον διέμεναν τα τέκνα της όταν η ίδια εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της –καθότι σε προγενέστερα στάδια της διαδικασίας είχε προβάλει δύο διαφορετικές εκδοχές– δήλωσε ότι τα παιδιά διέμεναν αρχικά με τη μητέρα της. Στη συνέχεια, όπως την ενημέρωσε η αδελφή της Pauline, ο πατέρας του βιολογικού της τέκνου τα πήρε μαζί του, χωρίς η ίδια να γνωρίζει πότε ακριβώς συνέβη αυτό. Ούτε γνωρίζει πότε η μητέρα της μετακόμισε από την πατρική τους οικία. Επανέλαβε ότι η ίδια δεν έχει επικοινωνία με την μητέρα της για ψυχολογικούς λόγους. Ανέφερε ότι η αδελφή της είχε επικοινωνία με τον πατέρα των τέκνων της αλλά σήμερα δεν επικοινωνεί μαζί του. Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι κατά τη συνέντευξή της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου αναφέρθηκε στο γεγονός ότι το πρώτο τέκνο της προήλθε από βιασμό, προσθέτοντας ότι ο διερμηνέας δεν μετέφραζε ορθά, όταν το Δικαστήριο της υπέδειξε ότι δεν υπάρχει σχετική αναφορά στη συνέντευξη της. Ανέφερε ότι αντιλήφθηκε την εγκυμοσύνη της όταν βρισκόταν ήδη στον τέταρτο μήνα, περίοδο κατά την οποία συζούσε με το σύντροφό της, πατέρα του δευτέρου τέκνου της. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι δεν διατηρούσε ερωτικές σχέσεις μαζί του, ώστε να είναι εκείνος ο πατέρας του πρώτου της τέκνου. Εν συνεχεία, δήλωσε ότι οι μόνοι που γνώριζαν για τον βιασμό της ήταν ο σύντροφός της, η αδελφή της και ο αδελφός της.
Κληθείσα να επεξηγήσει για ποιο λόγο από το 2013 έως το 2015 δεν εντοπίστηκε από τις αρχές ή δεν την αναγνώρισε κάποιο άλλο πρόσωπο δήλωσε ασαφώς ότι αυτό που τη φόβισε ήταν η σύλληψη του προφήτη το 2019. Ανέφερε ότι οι συνθήκες διαμονής της στο Bas-Congo από το 2015 έως το 2019 ήταν καλές, χωρίς να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα, καθότι την προστάτευε ο σύντροφός της. Επανέλαβε ως φόβο δίωξης την ομοιότητα της με την αδελφή της, την δημόσια προβολή της αδελφής της και τη πιθανή στοχοποίηση της λόγω των στενών οικογενειακών της δεσμών με το Προφήτη. Κληθείσα να αποκριθεί εάν κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας της υπέστη κάποια ενόχληση αποκρίθηκε καταφατικά υποδεικνύοντας τον μεγάλο της αδελφό που διαμένει στο Βέλγιο και τον θείο της, για τον οποίον δεν γνωρίζουν που βρίσκεται.
Περαιτέρω, η συνήγορος της Αιτήτριας σχολίασε τις πηγές στις οποίες αναφέρθηκε το Δικαστήριο οι οποίες (υποδεικνύοντας συγκεκριμένα την πηγή ημερομηνίας 22.10.2023) δεν επιβεβαιώνουν την επιστροφή του Mukungubila και ότι οι συνθήκες για τους οπαδούς του δεν έχουν ομαλοποιηθεί. Προσέθεσε ότι ο ανωτέρω είχε εξοριστεί και ότι οι συνθήκες για τους οπαδούς του αλλά και για τις γυναίκες δεν ήταν καλές. Δήλωσε, ακόμη, ότι ο προφήτης Mukungubila είναι ένα ισχυρό πρόσωπο και δεν μπορούν οποιαδήποτε στιγμή να τον βλάψουν. Ανέφερε ότι έχει γίνει αποδεκτή η πολιτική δράση της αδελφής της η οποία έχει αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας στο Βέλγιο. Σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στην χώρα καταγωγής της θα είναι μια γυναίκα μόνη χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο καθότι δεν γνωρίζει που βρίσκεται ο σύντροφός της, η μητέρας της έχει προβλήματα υγείας και δεν θα μπορεί να συνενωθεί με την οικογένεια της. Επίσης, δεν υπάρχουν δομές προστασίας για τις γυναίκες στην χώρα καταγωγής της.
Από την πλευρά τους οι Καθ’ων η αίτηση ισχυρίστηκαν ότι δεν υπάρχει κάποια ομοιότητα με την αδελφή της εξαιτίας της οποίας να προκαλείται σύγχυση. Επίσης, υποστήριξαν ότι η Αιτήτρια με δική της υπαιτιότητα δεν έχει σήμερα επαφές με τον πρώην σύντροφό της με τον οποίο, ωστόσο, είχε καλές σχέσεις. Προσέθεσε ότι σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής της η Αιτήτρια είναι εφικτό να έχει υποστηρικτικό δίκτυο.
Κατατέθηκαν κατά την επ’ακροατηρίω διαδικασία στις 06/06/2025 έγγραφα-αντίτυπα άρθρων στον Τύπο, και πιο συγκεκριμένα πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα- ΛΔΚ και πηγές σχετικά με γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά την 30η Δεκεμβρίου 2013.
Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Εισηγητική Έκθεση της Λειτουργού όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς της Αιτήτριας ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά την διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:
Αρχικά, συντάσσομαι με την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση ως προς την αποδοχή του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ήτοι της ταυτότητας, ιθαγένειας και τόπου συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, τον οποίο και αποδέχομαι, καθότι οι δηλώσεις της κρίνονται σαφείς και συνεπείς, δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου, ενώ επιπλέον επιβεβαιώνονται από αξιόπιστες και επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης στις οποίες προσέτρεξε η Λειτουργός.
Ωστόσο, αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ως αυτός απομονώθηκε και εξετάστηκε από το Λειτουργό, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η απομόνωση υπήρξε εσφαλμένη και ελλιπής. Ειδικότερα, ο εν λόγω ισχυρισμός περιορίστηκε αποκλειστικά στον φόβο δίωξης της Αιτήτριας λόγω της ιδιότητάς της ως απλού ακόλουθου του Προφήτη Paul Joseph Mukungubila, χωρίς να αποτυπωθεί και να εξεταστεί το πραγματικό εύρος των περιστατικών που η ίδια προέβαλε και τα οποία συνθέτουν τον πυρήνα του αιτήματός της. Η προσέγγιση αυτή οδήγησε σε υπέρμετρα στενό προσδιορισμό του αντικειμένου της εξέτασης και, συνακόλουθα, σε ανεπαρκή αξιολόγηση του βάσιμου του φόβου δίωξης ή σοβαρής βλάβης.
Από τη συνολική εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν εξαντλούνται σε μία αφηρημένη ή γενική θρησκευτική ιδιότητα, αλλά συγκροτούν ένα σύνθετο πλέγμα περιστατικών που συνδέονται με αποδιδόμενη πολιτική ταύτιση, στενούς οικογενειακούς δεσμούς με πρόσωπο δημόσια εκτεθειμένο και φερόμενη στοχοποίηση λόγω φυσικής ομοιότητας με την αδελφή της. Τα στοιχεία αυτά, αντί να απομονωθούν και να εξεταστούν ως αυτοτελείς και ουσιώδεις ισχυρισμοί, συγχωνεύθηκαν άκριτα σε έναν ενιαίο και στενά οριοθετημένο ισχυρισμό, με αποτέλεσμα να μην αξιολογηθεί επαρκώς ούτε ο ατομικός χαρακτήρας του κινδύνου ούτε η ένταση και η φύση των προβαλλόμενων πράξεων.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν απομονώθηκε ως αυτοτελής ουσιώδης ισχυρισμός το σοβαρό περιστατικό σεξουαλικής βίας το οποίο η Αιτήτρια επικαλείται, ούτε εξετάστηκε αυτό υπό το πρίσμα της σοβαρής βλάβης και της ενδεχόμενης σύνδεσής του με λόγο διεθνούς προστασίας. Ομοίως, δεν απομονώθηκε και δεν εξετάστηκε διακριτά ο ισχυρισμός περί αδυναμίας αποτελεσματικής κρατικής προστασίας, στοιχείο κρίσιμο για την αξιολόγηση τόσο του βάσιμου του φόβου όσο και της δυνατότητας ασφαλούς επιστροφής.
Υπό τα δεδομένα αυτά, και λαμβάνοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο επιλαμβάνεται της υπόθεσης ως δικαστήριο ουσίας με υποχρέωση πλήρους και επικαιροποιημένου (ex nunc) ελέγχου, κρίνεται αναγκαίο όπως το ίδιο προβεί σε ορθή απομόνωση των λοιπών ουσιωδών ισχυρισμών της Αιτήτριας, κατά τρόπο που να επιτρέπει την ουσιαστική, εξατομικευμένη και σύμφωνη με το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο εξέτασή τους.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο προχωρεί σε ορθή απομόνωση των λοιπών ουσιωδών ισχυρισμών της Αιτήτριας, οι οποίοι οριοθετούνται και εξετάζονται ως ακολούθως:
Ως δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απομονώνεται ο ισχυρισμός περί φόβου δίωξης ή σοβαρής βλάβης λόγω αποδιδόμενης πολιτικής γνώμης και στενών οικογενειακών δεσμών με πρόσωπα συνδεδεμένα με τον κύκλο του Paul Joseph Mukungubila, εντός του οποίου εντάσσεται και η φερόμενη στοχοποίησή της λόγω φυσικής ομοιότητας με την αδελφή της.
Ως τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός απομονώνεται ο ισχυρισμός περί σεξουαλικής κακοποίησής της, ως πράξης σοβαρής βλάβης, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, συνδέεται άμεσα με την ανωτέρω στοχοποίησή της και χρήζει αυτοτελούς αξιολόγησης τόσο ως προς την αξιοπιστία όσο και ως προς τη συνδρομή λόγου διεθνούς προστασίας.
Ως τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός απομονώνεται ο ισχυρισμός που αφορά τα οικογενειακά και προσωπικά δεδομένα της Αιτήτριας, συμπεριλαμβανομένων των τέκνων της και της απουσίας ουσιαστικού υποστηρικτικού δικτύου στη χώρα καταγωγής, ως παραμέτρων που επηρεάζουν ουσιωδώς την εκτίμηση του κινδύνου κατά την επιστροφή της.
Προχωρώ τώρα στην εξέταση των ισχυρισμών αυτών:
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό
Έχοντας εξετάσει το σύνολο των στοιχείων του διοικητικού φακέλου, τις δηλώσεις της Αιτήτριας κατά τη διοικητική διαδικασία, το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεών της, καθώς και τις διευκρινίσεις που παρασχέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίω διαδικασία, προχωρώ στην αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος αφορά τον προβαλλόμενο φόβο δίωξης ή σοβαρής βλάβης λόγω αποδιδόμενης πολιτικής γνώμης, συνεπεία των στενών οικογενειακών δεσμών της Αιτήτριας με πρόσωπα συνδεδεμένα με τον κύκλο του Paul Joseph Mukungubila, περιλαμβανομένης της φερόμενης στοχοποίησής της λόγω φυσικής ομοιότητας με την αδελφή της.
Η αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας προϋποθέτει εξέταση της συνοχής, της λογικής συνέπειας και της σταθερότητας του αφηγήματος του αιτητή διεθνούς προστασίας, υπό το φως του συνόλου των δηλώσεών του και λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων συνθηκών υπό τις οποίες αυτές δίδονται. Η ύπαρξη επιμέρους ασυνεπειών ή ελλείψεων δεν συνεπάγεται αυτομάτως αναξιοπιστία, εκτός εάν αυτές αφορούν τον πυρήνα του ισχυρισμού ή αναιρούν τη βασική λογική συνοχή του αφηγήματος.
Εν προκειμένω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο βασικός πυρήνας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού παραμένει ουσιωδώς σταθερός και συνεπής καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Ειδικότερα, η Αιτήτρια ήδη από το στάδιο της διοικητικής συνέντευξης προέβαλε ότι η οικογένειά της συνδέεται επί μακρόν με τον κύκλο του Paul Joseph Mukungubila, ότι η αδελφή της Pauline είχε δημόσια έκθεση και πολιτική δραστηριότητα συνδεδεμένη με το εν λόγω περιβάλλον και ότι η ίδια θεωρεί πως στοχοποιήθηκε όχι λόγω προσωπικής πολιτικής δράσης, αλλά λόγω αποδιδόμενης πολιτικής ταύτισης και στενών οικογενειακών δεσμών. Ο ίδιος ουσιώδης ισχυρισμός επαναλαμβάνεται, χωρίς ουσιώδη διαφοροποίηση, τόσο στις μεταγενέστερες ένορκες δηλώσεις της όσο και κατά την προφορική της εξέταση ενώπιον του Δικαστηρίου.
Το Δικαστήριο αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι η Αιτήτρια δεν μετέβαλε τον πυρήνα της θέσης της ως προς: (α) τη σύνδεση της οικογένειάς της με τον κύκλο Mukungubila,(β) τον ρόλο και τη δημόσια έκθεση της αδελφής της,
(γ) τον φόβο στοχοποίησής της λόγω αποδιδόμενης πολιτικής γνώμης και
(δ) τη σύνδεση του φόβου αυτού με την οικογενειακή της ταυτότητα και τη φυσική της ομοιότητα με την αδελφή της.
Οι παράμετροι αυτές προβάλλονται με επαρκή χρονική συνέχεια και χωρίς ουσιώδη μεταβολή του βασικού αφηγηματικού τους πλαισίου.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι η Αιτήτρια δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι υπήρξε πρόσωπο με προσωπικά έντονη πολιτική δράση ή ηγετικό ρόλο. Αντιθέτως, η θέση της υπήρξε διαχρονικά ότι ο φόβος της εδράζεται σε αποδιδόμενη πολιτική γνώμη λόγω οικογενειακών δεσμών και αντιλαμβανόμενης σύνδεσής της με πρόσωπα που θεωρούνταν αντίπαλα προς το καθεστώς. Υπό το πρίσμα αυτό, η απουσία ισχυρισμού περί προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας δεν συνιστά εσωτερική αντίφαση του αφηγήματος αλλά στοιχείο συμβατό με τη φύση του προβαλλόμενου φόβου.
Το Δικαστήριο έχει εξετάσει προσεκτικά τις επιμέρους ασάφειες και διαφοροποιήσεις που εντόπισε η Λειτουργός κατά τη διοικητική αξιολόγηση, ιδίως ως προς τη χρονική αλληλουχία ορισμένων γεγονότων, το ακριβές εύρος της προσωπικής εμπλοκής της Αιτήτριας καθώς και την απουσία άμεσης σύλληψης ή επίσημης αναζήτησής της από τις αρχές.
Ωστόσο, οι διαφοροποιήσεις αυτές δεν κρίνονται τέτοιας φύσεως ή έντασης ώστε να αναιρούν τον πυρήνα του ισχυρισμού. Πρόκειται κυρίως για επιμέρους πραγματολογικές ή χρονικές ασάφειες, οι οποίες δεν μεταβάλλουν τη βασική θέση της Αιτήτριας ως προς την πηγή και τη φύση του φόβου της. Το δε γεγονός ότι η ίδια δεν υπήρξε αντικείμενο επίσημης δίωξης ή σύλληψης δεν αναιρεί αφ’ εαυτού την αξιοπιστία του ισχυρισμού περί αποδιδόμενης πολιτικής γνώμης, αλλά αφορά πρωτίστως την αξιολόγηση της έντασης και της επικαιρότητας του κινδύνου, ζήτημα το οποίο θα εξεταστεί στο επόμενο στάδιο της ανάλυσης.
Σημειώνεται επίσης ότι η Αιτήτρια παρέμεινε συνεπής ως προς την αναφορά ότι η αδελφή της Pauline έχει αναγνωριστεί ως πρόσφυγας στο Βέλγιο λόγω σύνδεσής της με το εν λόγω περιβάλλον, ισχυρισμός που προβλήθηκε ήδη από τα αρχικά στάδια της διαδικασίας και επαναλήφθηκε χωρίς ουσιώδη διαφοροποίηση μεταγενέστερα. Η σταθερή αυτή αναφορά ενισχύει τη συνολική συνοχή του αφηγήματος ως προς το οικογενειακό και πολιτικό πλαίσιο εντός του οποίου η Αιτήτρια τοποθετεί τον φόβο της.
Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι ορισμένες πτυχές της αφήγησης χαρακτηρίζονται από περιορισμένη εξειδίκευση ή αδυναμία ακριβούς χρονικού προσδιορισμού. Εντούτοις, οι αδυναμίες αυτές δεν εμφανίζονται επιλεκτικές, ούτε προκύπτει ότι η Αιτήτρια αναδιαμόρφωσε ουσιωδώς την εκδοχή της κατά τρόπο που να υποδηλώνει κατασκευή μεταγενέστερου αφηγήματος. Αντιθέτως, η συνολική εικόνα που προκύπτει είναι εκείνη ενός αφηγήματος με βασική εσωτερική συνοχή, έστω και με επιμέρους ατέλειες ως προς δευτερεύοντα στοιχεία.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός παρουσιάζει επαρκή βαθμό εσωτερικής αξιοπιστίας, καθότι ο βασικός του πυρήνας παραμένει σταθερός, λογικά συνεκτικός και ουσιωδώς αμετάβλητος σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, ενώ οι επιμέρους ασάφειες που εντοπίζονται δεν είναι τέτοιας φύσεως ώστε να αναιρούν τη συνολική συνοχή του αφηγήματος.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε πληροφορίες από την χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, όπου και εντοπίστηκαν τα ακόλουθα:
Ως προς τον PAUL JOSEPH MUKUNGUBILA παρατίθενται οι κάτωθι πληροφορίες:
· Σύμφωνα με το France 24, ο Joseph Mukungubila Mutombo είχε εμφανισθεί πολύ πριν τραβήξει το διεθνές ενδιαφέρον τη Δευτέρα, όταν εισβολείς διέκοψαν μια ζωντανή τηλεοπτική εκπομπή, δηλώνοντας ότι ήταν οπαδοί του «Gideon Mukungubila». Το «Gideon» είναι μόνο ένα από τα πολλά ψευδώνυμα που συνδέονται με τον πρώην στρατιώτη, ο οποίος παρουσιάστηκε ως υποψήφιος Πρόεδρος της ΛΔ Κονγκό το 2006, στη συνέχεια ως τηλε-ευαγγελιστής και τελικά ως προφήτης. Αυτά (τα ψευδώνυμα) περιλαμβάνουν τον «προφήτη του αιώνιου», τον «Paul Joseph Mukungubila» ή απλώς, μερικές φορές, τον «προφήτη Mukungubila».[1] Η ανωτέρω πηγή συνεχίζει ότι ο Θεός και ο πατριωτισμός φαίνεται να αποτελούν τα δύο κύρια λαϊκίστικα θέματα του Mukungubila[…].[2]
· Απόκριση του Immigration and Refugee Board του Καναδά σε αίτημα για πληροφορίες σχετικά με τον Joseph Mukungubila, σε ενότητα με τίτλο «Η Εκκλησία του Joseph Mukungubila», αναφέρει τα εξής:
«Πηγές παρουσιάζουν τον Joseph Mukungubila [επίσης γνωστό ως Paul-Joseph Mukungubila Mutombo και Gideon Mukungubila] ως αυτοανακηρυγμένο ‘προφήτη’. Είναι επίσης γνωστός ως ηγέτης ενός πολιτικο- θρησκευτικού κινήματος, του [μετάφραση] ‘Υπουργείου Αποκατάστασης από τη Μαύρη Αφρική’ (Ministère de la restauration à partir de l’Afrique noire), με κεντρικά γραφεία στο Lubumbashi [επαρχία Katanga, Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό]. Η France 24 – δίκτυο τριών τηλεοπτικών καναλιών που παρέχουν συνεχή ειδησεογραφία – αναφέρει, ωστόσο, ότι πρόκειται για πρώην στρατιώτη.
[…]
Σύμφωνα με το διαδικτυακό ειδησεογραφικό site Afrik.com, ο Mukungubila είναι γνωστός ως «οραματιστής» και υπόσχεται να ελευθερώσει τον λαό του Κονγκό από [μετάφραση] «τη σκλαβιά της Rwanda». Στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Αποκατάστασης από τη Μαύρη Αφρική, περιγράφεται ως [μετάφραση] «ο προφήτης της αιωνιότητας». Το μήνυμά του είναι «να αναγγείλει το Ευαγγέλιο και να καθιερώσει μια ημέρα ως ημέρα εκδίκησης από το Θεό», ενώ η αποστολή του είναι [μετάφραση] «να αποκαταστήσει τα πράγματα πριν από την επιστροφή του Ιησού». Οι πηγές χαρακτηρίζουν την εκκλησία αυτή ως [μετάφραση] ‘η εκκλησία των θυσιών των Αγίων των τελευταίων ημερών».[3]
· Αναφορά στο Radio Okapi- το οποίο υποστηρίζεται από τον ΟΗΕ- σημειώνει ότι: «ο πάστορας Joseph Mukungubila Mutombo έχει αποκτήσει το παρατσούκλι από την εκκλησία του ως «Προφήτης του Κυρίου». Ηγείται της ‘Εκκλησίας του Ιησού Χριστού’, που βρίσκεται κυρίως στις πόλεις Κινσάσα, Λουμπουμπάσι, Κολβέζι και Καλέμιε. Ανεπιτυχής υποψήφιος στις προεδρικές εκλογές του 2006, παρουσιάζεται ως αντίπαλος του καθεστώτος του Joseph Kabila. Στις εμφανίσεις του στα μέσα ενημέρωσης καταγγέλλει τακτικά τις προσπάθειες για κατακερματισμό της ΛΔΚ και την πώληση ή λεηλασία των φυσικών πόρων της χώρας από τους γείτονές της. Στις 5 Δεκεμβρίου, ο Προφήτης Mukungubila εξέδωσε μια ανοιχτή επιστολή, στην οποία εξέφρασε την πικρία του για τη διαχείριση της χώρας και έκανε μια ομιλία πολύ επικριτική προς τη Ρουάντα.[4]
· Έτερη πηγή (Agence France Presse, 30 Δεκεμβρίου 2013), αναφέρει ότι η ταυτότητα των επιτιθέμενων δεν ήταν ξεκάθαρη, αλλά κάποιοι δήλωσαν πίστη στον πάστορα Joseph Mukungubila Mutombo. Σε επιστολή του (5 Δεκεμβρίου), εξέφρασε πικρία για τη διακυβέρνηση, επιτέθηκε στη Ρουάντα και κατηγόρησε τον Kabila για υπερβολική εγγύτητα με αυτήν.[5]
· Ένα έγγραφο που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα African Arguments (2014) αναφέρει ότι «Οι επιτιθέμενοι ταυτοποιήθηκαν τελικά ως οπαδοί ενός θρησκευτικού ηγέτη που ισχυρίζεται ότι είναι ο «Προφήτης της Αιωνιότητας»(ελεύθερη απόδοση), ο Paul Joseph Mukungubila. Ο αυτοανακηρυγμένος αυτός πνευματικός ηγέτης ζει στο Lubumbashi και είναι πρώην (ανεπιτυχής) υποψήφιος πρόεδρος (59.228 ψήφοι το 2006), του οποίου τα ουράνια μηνύματα είναι έντονα αναμεμειγμένα με ρητορική μίσους κατά του Καμπίλα και των εθνοτικής καταγωγής Tuchi».[6]
· Δημοσίευμα του News24 (16 Μαΐου 2014) αναφέρει ότι ο Mukungubila, που αυτοπαρουσιάζεται ως «τελευταίος απεσταλμένος του Θεού προς την ανθρωπότητα μετά τον Ιησού Χριστό και τον Απόστολο Παύλο», συνελήφθη, ύστερα από αναζήτηση με εντολή σύλληψης από την Interpol, στο σπίτι του στο Γιοχάνεσμπουργκ. Σύμφωνα με την κυβέρνηση της ΛΔ Κονγκό, ο Mukungubila ευθύνεται για επιθέσεις τον Δεκέμβριο – μεταξύ άλλων στο αεροδρόμιο, στο κύριο στρατιωτικό επιτελείο της πρωτεύουσας και στη Λουμπουμπάσι – οι οποίες στοίχισαν τη ζωή σε 103 ανθρώπους. Ο δικηγόρος του δήλωσε ότι τον απελευθέρωσαν με εγγύηση (“on bail”), ενώ τόνισε ότι δεν μπορεί να εκδοθεί, δεδομένου ότι έχει υποβάλει αίτημα ασύλου στη Νότια Αφρική.[7]
· Σύμφωνα με δημοσίευμα της ειδησεογραφικής μέσου Radio France Internationale, στις 21 Οκτωβρίου 2023, ο Πρόεδρος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, Φελίξ Τσισεκέντι, ανακοίνωσε την αναστολή των ποινών(καταδίκη) που είχαν επιβληθεί στον πάστορα Paul-Joseph Mukungubila και στους οπαδούς του. Αυτές οι καταδίκες σχετίζονταν με τις επιθέσεις που σημειώθηκαν τον Δεκέμβριο του 2013 σε διάφορες πόλεις της χώρας. Η απόφαση αυτή άνοιξε τον δρόμο για την επιστροφή του Mukungubila στη ΛΔΚ τον Ιούλιο του 2024, μετά από δέκα χρόνια εξορίας στη Νότια Αφρική. Η αναστολή των ποινών/καταδίκων θεωρήθηκε από τον Mukungubila ως μια πράξη συμφιλίωσης και αποκατάστασης της δικαιοσύνης. Ωστόσο, οι λεπτομέρειες της απόφασης και οι λόγοι που οδήγησαν σε αυτήν δεν έχουν δημοσιοποιηθεί πλήρως. Η επιστροφή του Mukungubila στη ΛΔΚ έχει προκαλέσει ποικίλες αντιδράσεις, με ορισμένους να βλέπουν την κίνηση αυτή ως βήμα προς την εθνική συμφιλίωση, ενώ άλλοι εκφράζουν ανησυχίες για την ασφάλεια και τη σταθερότητα στη χώρα.[8]
· Επίσης, σύμφωνα με δημοσίευμα του Jeune Afrique, ημερομηνίας 16/7/2024 ο Paul-Joseph Mukungubila, αυτοαποκαλούμενος «προφήτης του Αιώνιου/αιωνιότητας» και πρώην αντίπαλος του Joseph Kabila, επέστρεψε στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό στις 7 Ιουλίου 2024, μετά από έντεκα χρόνια εξορίας. Η επιστροφή του κατέστη δυνατή χάρη σε αμνηστία που του χορηγήθηκε από τον Πρόεδρο Φελίξ Τσισεκέντι. Ο Mukungubila είχε καταδικαστεί ερήμην σε θάνατο το 2019 για τις επιθέσεις που πραγματοποίησαν οι οπαδοί του το 2013 σε κυβερνητικά κτίρια και στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Κατά την άφιξή του στο αεροδρόμιο της Κινσάσα, δήλωσε ότι δεν θεωρεί πως του απονεμήθηκε χάρη, αλλά ότι διορθώθηκε ένα λάθος, και εξέφρασε την πρόθεσή του να υπηρετήσει τη χώρα του.[9]
· Η ανωτέρω είδηση επιβεβαιώνεται και από άρθρο στον ειδησεογραφικό ιστότοπο We Africa24 ημερομηνίας 08/07/2024 το οποίο αναφέρει την επιστροφή του Mukungubila στην ΛΔΚ μετά από 10 έτη εξορίας. Συνεχίζει ότι η επιστροφή του Joseph Mukungubila διευκολύνθηκε από τον Πρόεδρο Félix Tshisekedi, αν και ο ίδιος ο Mukungubila θεωρεί την αναστολή της ποινής του και των οπαδών του, τον προηγούμενο Οκτώβριο, ως αποκατάσταση μιας αδικίας.[10]
· Ως προς τα γεγονότα 30 Δεκεμβρίου 2013:
Σύμφωνα με έκθεση της International Crisis Group για την Αφρική (2016), αναφέρεται ότι στις 30 Δεκεμβρίου 2013, οπαδοί του αυτοαποκαλούμενου προφήτη Mukungubila (από την ίδια περιοχή με τον Καμπίλα και ανεπιτυχή υποψήφιο στις εκλογές του 2006) επιτέθηκαν στον κρατικό τηλεοπτικό σταθμό (RTNC), το υπουργείο Άμυνας και το εθνικό αεροδρόμιο, όλα στην Κινσάσα. Λίγες ώρες αργότερα, κυβερνητικά στρατεύματα περικύκλωσαν το συγκρότημα της ομάδας σε μια οικιστική περιοχή της Lubumbashi και επιτέθηκαν αφού, σύμφωνα με πληροφορίες, οι οπαδοί είχαν ανοίξει πυρ. Αναφέρεται ότι σκοτώθηκαν αρκετές εκατοντάδες οπαδοί, οι περισσότεροι στη Lubumbashi.[11]
Η έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ για την ελευθερία της θρησκείας στη ΛΔ Κονγκό το 2014 αναφέρει ότι: «Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, στις 30 Δεκεμβρίου 2013 στρατιώτες της 6ης Στρατιωτικής Περιφέρειας, πράκτορες της Στρατιωτικής Αστυνομίας και της Προεδρικής Φρουράς σκότωσαν τουλάχιστον 46 οπαδούς του προφήτη Joseph Mukungubila, ευαγγελικού πάστορα και πρώην υποψηφίου για την προεδρία της χώρας, στην επαρχία Katanga. Η κυβέρνηση ανέφερε ότι οι οπαδοί του είχαν επιτεθεί νωρίτερα σε κυβερνητικές εγκαταστάσεις στην Κινσάσα και τη Lubumbashi και είχαν καταλάβει τον κρατικό τηλεοπτικό σταθμό, μεταδίδοντας πολιτικό μήνυμα. Υπήρξαν αντικρουόμενες αναφορές για τον αριθμό των νεκρών. Το BBC μετέδωσε ότι, σύμφωνα με τον Mukungubila, οι επιθέσεις έλαβαν χώρα ως απάντηση στην παρενόχληση από την κυβέρνηση». [12]
Ως προς την μεταχείριση των υποστηρικτών του Paul-Joseph Mukungubila, μελών της εκκλησίας «Υπουργείο Αποκατάστασης από τη Μαύρη Αφρική» μετά τα γεγονότα του Δεκεμβρίου 2013, εντοπίστηκαν οι ακόλουθες πληροφορίες:
· Έκθεση του USDOS σχετικά με τη θρησκευτική ελευθερία στην ΛΔΚ , η οποία καλύπτει το έτος 2014, επιβεβαιώνει ότι στις 30 Δεκεμβρίου 2013, κυβερνητικά στρατεύματα φέρονται να σκότωσαν μεγάλο αριθμό οπαδών του ευαγγελικού πάστορα και πρώην υποψηφίου για την προεδρία, Προφήτη Joseph Mukungubila, έπειτα από επιθέσεις που αποδόθηκαν στους οπαδούς του σε κυβερνητικές εγκαταστάσεις στην Κινσάσα και στο Λουμπουμπάσι. Κατά δήλωση του Υπουργού Επικοινωνιών, η αντίδραση της κυβέρνησης αποτέλεσε απάντηση σε πολιτικά υποκινούμενες απειλές κατά της ασφάλειας».[13]
· Τον Ιανουάριο του 2014, το Radio Okapi ανέφερε ότι εξήντα φερόμενοι οπαδοί του Προφήτη Paul Mukungubila, κατηγορούμενοι για επίθεση στην κατοικία του Προέδρου Joseph Kabila και για συγκρούσεις με το στρατό στην κατοικία του προφήτη, παραπέμφθηκαν στο στρατοδικείο της Lubumbashi. Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, που επικαλείται η ανωτέρω πηγή, στις 30 Δεκεμβρίου 2013 σημειώθηκαν ταυτόχρονες επιθέσεις σε διάφορες πόλεις της ΛΔ Κονγκό. Νεαροί άνδρες εισέβαλαν στις εγκαταστάσεις της κρατικής ραδιοτηλεόρασης RTNC στην Κινσάσα, αφοπλίζοντας στρατιώτες και απαγάγοντας δημοσιογράφους ζωντανά στον αέρα. Την ίδια ημέρα, δεύτερη ομάδα επιτέθηκε στο στρατόπεδο Colonel Tshatshi στην Κινσάσα, αλλά εξουδετερώθηκε από την προεδρική φρουρά, ενώ τρίτη ομάδα προσπάθησε ανεπιτυχώς να καταλάβει το διεθνές αεροδρόμιο Ndjili. Παρόμοιες επιθέσεις καταγράφηκαν στο Lubumbashi (Katanga) και στο Kindu (Maniema). Σύμφωνα με την κυβέρνηση, 103 άτομα σκοτώθηκαν, εκ των οποίων οι 94 ταυτοποιήθηκαν ως οπαδοί του προφήτη Mukungubila.[14]
· Σε απόκριση του Immigration and Refugee Board of Canada(2014) σχετικά με την εκκλησία του Joseph Mukungubila και τις επιθέσεις της 30ης Δεκεμβρίου 2013, συμπεριλαμβανομένων όσων αναμίχθηκαν σε αυτές, καθώς και την μεταχείριση των μελών της εκκλησίας και της οικογένειας του Mukungubila από τις αρχές, παρατίθενται οι κάτωθι πληροφορίες από συλλογή διάφορων πηγών:
«Σύμφωνα με διάφορα μέσα ενημέρωσης που επικαλείται η ανωτέρω πηγή, οι κυβερνητικές αρχές της επαρχίας Κατάνγκα έκλεισαν την εκκλησία του Mukungubila μετά τις επιθέσεις της 30ής Δεκεμβρίου 2013 . […]Σύμφωνα με άρθρο του Jeune Afrique, η Déborah Nkulu, η κόρη του Mukungubila, δήλωσε ότι μετά τις επιθέσεις της 30ής Δεκεμβρίου 2013 οι οπαδοί του Mukungubila «κυνηγήθηκαν» από τις δυνάμεις ασφαλείας και ότι «μερικές γυναίκες της εκκλησίας του Πάστορα Mukungubila βιάστηκαν προτού συλληφθούν. Άλλοι οπαδοί θάφτηκαν ζωντανοί». […]Επίσης, άρθρο του Afrikarabia, ειδησεογραφικού ιστότοπου στη ΛΔ Κονγκό και την Κεντρική Αφρική, αναφέρει ότι «αρκετές εκατοντάδες οπαδοί του Πάστορα Mukungubila συνελήφθησαν στη Lubumbashi και στο Kolwezi».[15]
· […] Ως προς τα μέλη της οικογένειας του Mukungubila, άρθρο του Jeune Afrique (11 Μαρτίου 2014), αναφέρει ότι η Déborah Nkulu ανέφερε ότι μέλη της οικογένειας του Mukungubila – μεταξύ αυτών η μητέρα της, πέντε άλλες σύζυγοι, ένα βρέφος τεσσάρων μηνών, ένα κορίτσι τεσσάρων ετών, συγγενείς και μέλη της εκκλησίας του – κατέφυγαν στη Ζάμπια.[16]
· Σε συνέντευξή του στο Afrikarabia (6 Μαρτίου 2014), ο Rossi Ampion, μέλος της Human Rights League και στενά συνδεδεμένος με το κίνημα Mukungubila, δήλωσε ότι στην επαρχία Katanga διεξάγεται «πραγματικό ανθρωποκυνηγητό» εναντίον μελών του κινήματος. Το Afrikarabia επισημαίνει ότι οι σχέσεις Ζάμπιας – ΛΔ Κονγκό είναι «εξαιρετικές», με τον πρόεδρο της Ζάμπιας να θεωρείται στενός σύμμαχος του Joseph Kabila. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τον Ampion, η Ζάμπια αρνείται να δεχθεί μέλη της οικογένειας Mukungubila ως πρόσφυγες, ενώ η Déborah Nkulu χαρακτήρισε την άρνηση αυτή «πολιτική συνωμοσία».[17]
· Σε άρθρο του Al Jazeera (20 Ιουνίου 2019), παρατίθεται η μαρτυρία της Marie(έχει αλλαχθεί το όνομα), γυναίκας από την Κινσάσα, η οποία μαζί με τον σύζυγό της ήταν μέλη της εκκλησίας του προφήτη Joseph Mukungubila. Σύμφωνα με την ίδια, μετά τις επιθέσεις της 30ής Δεκεμβρίου 2013, οι οπαδοί του Mukungubila στοχοποιήθηκαν από τις αρχές. Η Marie συνελήφθη στις 26/12/2015 στην περιοχή Kintambo της Κινσάσα στην προσπάθεια να εντοπίσουν οι αρχές τον σύζυγό της. Υπέστη σεξουαλική κακοποίηση από αστυνομικό, ο οποίος την απήγαγε και την μετέφερε αεροπορικώς στην Lubumbashi. Κατάφερε να διαφύγει και να φτάσει στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου της χορηγήθηκε προσωρινή προστασία. Δεν γνωρίζει που βρίσκεται η οικογένεια της.[18]
· Έτερη συλλογή πληροφοριών και πηγών του Refugee Documentation Centre of Ireland, με στοιχεία επικαιροποιημένα έως τον Σεπτέμβριο του 2015, αναφορικά με τη μεταχείριση του προφήτη Mukungubila και κυρίως των υποστηρικτών του από το κράτος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, παρατίθενται τα εξής:
«Ως προς τις ποινές που επιβλήθηκαν στους υποστηρικτές του προφήτη Mukungubila, το Radio Okapi, το οποίο υποστηρίζεται από τον ΟΗΕ, καταγράφει ότι οι δικαστές του Στρατοδικείου Λουμπουμπάσι εξέδωσαν απόφαση σε υπόθεση η οποία, από τον Φεβρουάριο, είχε φέρει τον στρατιωτικό εισαγγελέα αντιμέτωπο με τριάντα δύο (32) οπαδούς του Προφήτη Paul Mukungubila [ο οποίος βρίσκεται σε εξορία στη Νότια Αφρική]. Δεκαεπτά (17) εκ των κατηγορουμένων καταδικάστηκαν σε ποινή κάθειρξης είκοσι (20) ετών, καθώς και σε χρηματική ποινή ύψους πενήντα χιλιάδων (50.000) δολαρίων έκαστος, ως αποζημίωση υπέρ των πολιτικώς εναγόντων. Οι υπόλοιποι δεκαπέντε (15), μεταξύ των οποίων και έξι (6) γυναίκες, αθωώθηκαν. Ένας εκ των συνηγόρων υπεράσπισης εξέφρασε την ικανοποίησή του για την αθώωση, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι θα ασκηθεί έφεση για λογαριασμό των καταδικασθέντων πελατών του».
· Περαιτέρω έκθεση του Bertelsmann Stiftung η οποία καλύπτει τα γεγονότα του 2015 αναφέρει ότι «οι οπαδοί του αυτοαποκαλούμενου προφήτη και υποψηφίου για την προεδρία το 2006, Joseph Mukungubila, καταδιώχθηκαν από την αστυνομία και την προεδρική φρουρά τον Ιανουάριο του 2014, έπειτα από επιθέσεις σε στρατηγικά σημεία στην Kinshasa, Lubumbashi και Maniema, οι οποίες αποδόθηκαν στην ομάδα. […] Η πιο πρόσφατη μεγάλης κλίμακας σοβαρή παραβίαση πολιτικών δικαιωμάτων ήταν η καταστολή των οπαδών του αυτοαποκαλούμενου προφήτη και υποψηφίου για την προεδρία το 2006, Joseph Mukungubila, τον Ιανουάριο του 2015, μετά από επιθέσεις στην Kinshasa, το Lubumbashi και το Kindu, οι οποίες αποδόθηκαν στην ομάδα (άλλη μια καταστολή είχε συμβεί τον Δεκέμβριο του 2013)».[19]
· Σύμφωνα με το Radio Okapi (1 Νοεμβρίου 2023), 18 μέλη της εκκλησίας «Υπουργείου Αποκατάστασης από τη Μαύρη Αφρική» του προφήτη Paul Joseph Mukungubila και 7 μέλη του κινήματος Bundu dia Kongo (BDK) έλαβαν προεδρική χάρη στις 31 Οκτωβρίου 2023. Αναφέρεται ότι η αποφυλάκισή τους πραγματοποιήθηκε με τελετές στις φυλακές Makala και στη στρατιωτική φυλακή Ndolo, στην Κινσάσα. Σημειώνεται επίσης ότι ανάλογη διαδικασία πρόκειται να ακολουθήσει και στη φυλακή Angenga (Mongala), όπου κρατούνται άλλοι οπαδοί του BDK.[20]
Υπό το φως των ανωτέρω πληροφοριών, επισημαίνεται καταρχάς ότι η εξωτερική αξιοπιστία ενός ουσιώδους ισχυρισμού εξετάζεται με γνώμονα τη συμβατότητα του αφηγήματος του αιτούντος με αντικειμενικές, αξιόπιστες και επικαιροποιημένες πληροφορίες χώρας καταγωγής. Δεν απαιτείται οι πληροφορίες αυτές να επιβεβαιώνουν άμεσα κάθε επιμέρους προσωπικό περιστατικό που επικαλείται ο αιτών, ούτε να τεκμηριώνουν εξατομικευμένα το σύνολο των προβαλλόμενων γεγονότων. Αρκεί το αφήγημα να μην αντίκειται στο γενικό πολιτικό, κοινωνικό και θεσμικό πλαίσιο της χώρας καταγωγής και να καθίσταται, υπό το φως των αντικειμενικών δεδομένων, εύλογο και συμβατό με τις καταγεγραμμένες συνθήκες.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι πληροφορίες χώρας καταγωγής που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με τον Paul Joseph Mukungubila προέρχονται από πλειάδα ανεξάρτητων και διεθνώς αναγνωρισμένων πηγών, μεταξύ των οποίων το France 24, το Radio Okapi, το οποίο υποστηρίζεται από τα Ηνωμένα Έθνη, το Agence France Presse, το International Crisis Group, το Υπουργείο Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών, το Radio France Internationale και το Jeune Afrique. Οι πηγές αυτές παρουσιάζουν με επαρκή συνέπεια το προφίλ ενός προσώπου με έντονη πολιτικο-θρησκευτική δράση, δημόσια πολιτική έκθεση και μακροχρόνια αντιπαράθεση με τις αρχές της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό.
Από τις εν λόγω πληροφορίες προκύπτει ότι ο Mukungubila υπήρξε πρόσωπο με σαφή πολιτική και θρησκευτική επιρροή, ανέπτυξε δημόσια ρητορική ιδιαίτερα επικριτική προς το καθεστώς του πρώην Προέδρου Joseph Kabila και συνδέθηκε από τις αρχές με τα σοβαρά επεισόδια βίας που έλαβαν χώρα τον Δεκέμβριο του 2013. Οι ίδιες πηγές επιβεβαιώνουν ότι τα γεγονότα αυτά ακολουθήθηκαν από εκτεταμένη καταστολή εις βάρος οπαδών και προσώπων συνδεόμενων με τον κύκλο του, περιλαμβανομένων συλλήψεων, παραπομπών ενώπιον στρατοδικείων, βαριών ποινών, καταγγελιών για σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς και φυγής ή εκτοπισμού μελών του οικογενειακού και θρησκευτικού του περιβάλλοντος. Επιβεβαιώνεται περαιτέρω ότι ο ίδιος ο Mukungubila καταδικάστηκε ερήμην και παρέμεινε επί σειρά ετών εκτός χώρας, προτού επιστρέψει προσφάτως κατόπιν αναστολής ποινών ή αμνηστίας.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω πληροφοριών, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ισχυρισμός της Αιτήτριας περί φόβου λόγω αποδιδόμενης πολιτικής γνώμης και στενών οικογενειακών δεσμών με πρόσωπα συνδεδεμένα με τον κύκλο του Mukungubila δεν αντίκειται στο αντικειμενικά καταγεγραμμένο πλαίσιο της χώρας καταγωγής. Αντιθέτως, οι διαθέσιμες πληροφορίες καταδεικνύουν ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα πρόσωπα ταυτιζόμενα ή θεωρούμενα συνδεδεμένα με το εν λόγω κίνημα αντιμετωπίζονταν από τις αρχές ως πολιτικά εχθρικά ή ύποπτα, ακόμη και χωρίς αποδεδειγμένη προσωπική πολιτική δράση.
Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει εκτεταμένες ή ιδιαιτέρως εξειδικευμένες πληροφορίες αναφορικά με την πολιτική ιδεολογία, τη δομή ή τη συνολική δράση του Mukungubila. Εντούτοις, η αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας δεν μπορεί να αποσυνδέεται από τη δηλωθείσα θέση της ίδιας εντός του σχετικού περιβάλλοντος. Η Αιτήτρια ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι υπήρξε πρόσωπο με ηγετικό, οργανωτικό ή πολιτικά προβεβλημένο ρόλο. Αντιθέτως, παρουσίασε εαυτήν ως πρόσωπο του ευρύτερου οικογενειακού και θρησκευτικού κύκλου του κινήματος. Υπό το πρίσμα αυτό, η αδυναμία της να παράσχει εξειδικευμένη πολιτική ανάλυση ή λεπτομερή γνώση όλων των ιστορικών και ιδεολογικών πτυχών του κινήματος δεν κρίνεται τέτοιας φύσεως ώστε να καθιστά εξωτερικά αναξιόπιστο τον πυρήνα του ισχυρισμού της.
Περαιτέρω, οι διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής δεν περιέχουν στοιχεία που να αντικρούουν ή να καθιστούν εκ προοιμίου απίθανο τον ισχυρισμό της Αιτήτριας περί πιθανής στοχοποίησής της λόγω στενών οικογενειακών δεσμών ή αντιλαμβανόμενης σύνδεσής της με πρόσωπα του κύκλου Mukungubila. Οι καταγεγραμμένες πρακτικές ευρείας και μη αυστηρά εξατομικευμένης καταστολής εις βάρος οπαδών και προσώπων που θεωρούνταν συνδεδεμένα με το κίνημα δεν καθιστούν ασύμβατο με το αντικειμενικό πλαίσιο τον προβαλλόμενο ισχυρισμό περί αποδιδόμενης πολιτικής γνώμης.
Το Δικαστήριο διευκρινίζει, ωστόσο, ότι οι ανωτέρω πληροφορίες χώρας καταγωγής δεν επιβεβαιώνουν άμεσα την προσωπική στοχοποίηση της ίδιας της Αιτήτριας ούτε αποδεικνύουν, αφ’ εαυτών, την ύπαρξη εξατομικευμένου και επίκαιρου κινδύνου δίωξης κατά την επιστροφή της. Το ζήτημα αυτό θα αποτελέσει αντικείμενο αυτοτελούς αξιολόγησης κατά το στάδιο της μελλοντοστραφούς εκτίμησης του κινδύνου επιστροφής (ex nunc). Πλην όμως, για τους σκοπούς της εξωτερικής αξιοπιστίας, αρκεί ότι το αφήγημα της Αιτήτριας είναι συμβατό με το αντικειμενικό πλαίσιο της χώρας καταγωγή και εντάσσεται λογικά και εύλογα στο ιστορικά τεκμηριωμένο πλαίσιο πολιτικής και κατασταλτικής αντιμετώπισης του κύκλου του Mukungubila.
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στο γεγονός ότι η πρόσφατη επιστροφή του Mukungubila στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, κατόπιν αμνηστίας ή αναστολής ποινών, δεν αναιρεί αυτομάτως την εξωτερική αξιοπιστία του προβαλλόμενου ισχυρισμού. Πρόκειται για μεταγενέστερη εξέλιξη η οποία δύναται να επηρεάζει πρωτίστως την εκτίμηση της επικαιρότητας και της έντασης του σημερινού κινδύνου και θα συνεκτιμηθεί διακριτά κατά την εξέταση του μελλοντοστραφούς κινδύνου.
Περαιτέρω, ως στοιχείο που συνεκτιμάται τόσο στο πλαίσιο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, λαμβάνεται υπόψη το προσκομισθέν έγγραφο αναγνώρισης της αδελφής της Αιτήτριας ως πρόσφυγα από τις αρμόδιες αρχές του Βελγίου, καθώς και η ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσία και κατάθεσή της. Το εν λόγω στοιχείο επιβεβαιώνει αντικειμενικά ότι πρόσωπο του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος της Αιτήτριας έτυχε διεθνούς προστασίας σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ παράλληλα η ίδια η αδελφή της επιβεβαίωσε ενώπιον του Δικαστηρίου τη διαχρονική πολιτική και δημόσια δραστηριότητά της σε σχέση με το περιβάλλον Mukungubila.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν διατηρεί αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία του επιμέρους πραγματικού ισχυρισμού της Αιτήτριας ότι η αδελφή της υπήρξε πρόσωπο συνδεδεμένο με το εν λόγω περιβάλλον και ότι αναγνωρίστηκε ως πρόσφυγας στο Βέλγιο.
Εντούτοις, δεν έχουν προσκομισθεί ενώπιόν του στοιχεία αναφορικά με το ακριβές πραγματικό και νομικό υπόβαθρο επί του οποίου στηρίχθηκε η αναγνώριση αυτή, ούτε το πλήρες περιεχόμενο της σχετικής απόφασης των βελγικών αρχών. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν δύναται να συναγάγει αυτομάτως ότι οι λόγοι αναγνώρισης της αδελφής της ταυτίζονται πλήρως με τους προβαλλόμενους λόγους διεθνούς προστασίας της παρούσας Αιτήτριας, ούτε ότι η εν λόγω αναγνώριση αρκεί αφ’ εαυτής για την απόδειξη εξατομικευμένου και επίκαιρου κινδύνου εις βάρος της τελευταίας.
Παρά ταύτα, το στοιχείο αυτό λειτουργεί επικουρικά και ενισχυτικά ως προς την ευλογοφάνεια του οικογενειακού και πολιτικού πλαισίου που η Αιτήτρια επικαλείται και συνεκτιμάται θετικά ως προς τη συνολική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού.
Κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας παρουσιάζει επαρκή βαθμό εξωτερικής αξιοπιστίας, καθόσον ο πυρήνας του αφηγήματός της ευθυγραμμίζεται με τις διαθέσιμες, αξιόπιστες και επικαιροποιημένες πληροφορίες χώρας καταγωγής και δεν προσκρούει σε αντικειμενικά δεδομένα ικανά να τον καταστήσουν εκ προοιμίου απίθανο ή ασύμβατο με το γενικό πλαίσιο της χώρας καταγωγής.
Αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό
Ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός, αφορά την σεξουαλική βία την οποία κατ’ ισχυρισμόν υπέστει η Αιτήτρια, την οποία η ίδια περιγράφει ως πράξη σοβαρής βλάβης και συνδέει με τη φερόμενη στοχοποίησή της λόγω αποδιδόμενης πολιτικής ταύτισης και οικογενειακών δεσμών με πρόσωπα συνδεδεμένα με τον κύκλο του Mukungubila.
Το Δικαστήριο επισημαίνει καταρχάς ότι η αξιολόγηση ισχυρισμών που αφορούν σεξουαλική ή έμφυλη βία απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή ως προς τον τρόπο εκδήλωσης και αφήγησης των σχετικών περιστατικών. Είναι ευρέως αναγνωρισμένο ότι πρόσωπα που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν τραυματικές εμπειρίες σεξουαλικής βίας ενδέχεται να παρουσιάζουν δυσχέρεια ως προς την πλήρη ή γραμμική αφήγηση των γεγονότων, αδυναμία ακριβούς χρονικού προσδιορισμού, αποσπασματική μνήμη ή καθυστερημένη αποκάλυψη ορισμένων πτυχών του περιστατικού, χωρίς τα στοιχεία αυτά να συνεπάγονται αφ’ εαυτών αναξιοπιστία. Ως εκ τούτου, η αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας δεν δύναται να στηρίζεται αποκλειστικά στην ύπαρξη απόλυτης αφηγηματικής ακρίβειας ή πληρότητας.
Εξετάζοντας το σύνολο των δηλώσεων της Αιτήτριας, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο βασικός πυρήνας του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού παραμένει ουσιωδώς σταθερός σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. Ειδικότερα, ήδη κατά τη διοικητική της συνέντευξη η Αιτήτρια ανέφερε ότι, το έτος 2015 στην περιοχή Kimpese του Bas-Congo, προσεγγίστηκε από άγνωστα πρόσωπα τα οποία την ταύτισαν με την αδελφή της λόγω φυσικής ομοιότητας και σύνδεσης με το περιβάλλον Mukungubila και, παρά τις εξηγήσεις της ότι δεν επρόκειτο για το πρόσωπο που αναζητούσαν, υπέστη εξαναγκαστική σεξουαλική πράξη. Ο πυρήνας αυτός του ισχυρισμού — ήτοι το περιστατικό σεξουαλικής βίας, ο τόπος και χρονικός του προσδιορισμός και η σύνδεσή του με την αποδιδόμενη πολιτική ταύτιση — προβάλλεται ήδη από το αρχικό στάδιο της διαδικασίας και παραμένει ουσιωδώς αμετάβλητος μεταγενέστερα.
Στη συνέχεια, μέσω της ένορκης δήλωσής της, η Αιτήτρια επανήλθε στο ίδιο περιστατικό, προσθέτοντας περαιτέρω στοιχεία αναφορικά με την κατάσταση φόβου, απομόνωσης και αδυναμίας προσφυγής στις αρχές που ακολούθησε το συμβάν. Το Δικαστήριο κρίνει ότι οι πρόσθετες αυτές λεπτομέρειες δεν συνιστούν μεταγενέστερη ουσιώδη αναδιαμόρφωση του ισχυρισμού, αλλά επεξηγηματική ανάπτυξη πτυχών που δεν είχαν αναλυθεί εκτενώς κατά τη διοικητική διαδικασία.
Κατά δε την προφορική της εξέταση ενώπιον του Δικαστηρίου, η Αιτήτρια επανέλαβε τον ίδιο βασικό ισχυρισμό, τοποθετώντας το περιστατικό στο ίδιο χρονικό και γεωγραφικό πλαίσιο και αποδίδοντάς το στην ίδια αιτία, ήτοι την αντιλαμβανόμενη ταύτισή της με την αδελφή της και τη σύνδεση της οικογένειάς της με τον κύκλο Mukungubila. Η προφορική της μαρτυρία δεν εισάγει νέο ή ασύμβατο αφηγηματικό πυρήνα, αλλά κινείται εντός της ίδιας βασικής πραγματικής εκδοχής που είχε ήδη προβληθεί στα προηγούμενα στάδια.
Το Δικαστήριο έχει εξετάσει προσεκτικά τις επιμέρους ασάφειες και διαφοροποιήσεις που εντοπίζονται μεταξύ των δηλώσεων της Αιτήτριας, ιδίως ως προς την ακριβή ημερομηνία του περιστατικού, την ταυτότητα ή αριθμό των δραστών, τις ενέργειες που ακολούθησαν αμέσως μετά καθώς και τον χρόνο και τρόπο αποκάλυψης ορισμένων συνεπειών του περιστατικού.
Εντούτοις, οι διαφοροποιήσεις αυτές δεν κρίνονται τέτοιας φύσεως ώστε να αναιρούν τον βασικό πυρήνα του ισχυρισμού. Πρόκειται κυρίως για επιμέρους πραγματολογικές ή χρονικές ασάφειες, οι οποίες, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και λαμβανομένης υπόψη της φύσης του καταγγελλόμενου περιστατικού, δεν δύνανται αφ’ εαυτών να θεωρηθούν καταλυτικές της αξιοπιστίας του αφηγήματος.
Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι ορισμένες πτυχές της αφήγησης, περιλαμβανομένης της μεταγενέστερης αναφοράς της Αιτήτριας στη σύνδεση του περιστατικού με τη γέννηση του πρώτου της παιδιού, θα μπορούσαν κατ’ αρχήν να δημιουργήσουν επιφυλάξεις ως προς την πληρότητα της αρχικής της αφήγησης. Ωστόσο, η εν λόγω παράλειψη δεν κρίνεται επαρκής, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, ώστε να αναιρέσει τον συνολικό πυρήνα του ισχυρισμού, ιδίως ενόψει της φύσης του καταγγελλόμενου περιστατικού, της συναισθηματικής και κοινωνικής φόρτισης που συνδέεται με αυτό, καθώς και του γεγονότος ότι ο βασικός ισχυρισμός περί σεξουαλικής βίας είχε ήδη προβληθεί από το αρχικό στάδιο της διαδικασίας.
Η Λειτουργός αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός ότι η Αιτήτρια δεν κατήγγειλε το περιστατικό στις αρχές ούτε προσκόμισε ιατρικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Τα ζητήματα αυτά, ωστόσο, δεν άπτονται πρωτίστως της εσωτερικής συνοχής του αφηγήματος, αλλά αφορούν την αποδεικτική του ενίσχυση και την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού. Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία, το κρίσιμο ζήτημα είναι κατά πόσον ο βασικός πυρήνας της αφήγησης παραμένει ουσιωδώς σταθερός, λογικά συνεκτικός και μη αντιφατικός στα διάφορα στάδια της διαδικασίας.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο γεγονός ότι, κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου εξέταση, η Αιτήτρια απάντησε σε επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις επί του ίδιου περιστατικού χωρίς να μεταβάλει ουσιωδώς τον βασικό πυρήνα του ισχυρισμού της ή να υιοθετήσει διαφορετική πραγματική εκδοχή ως προς τα ουσιώδη στοιχεία του περιστατικού.
Συνεκτιμώντας το σύνολο των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας παρουσιάζει επαρκή βαθμό εσωτερικής συνοχής και δεν πλήττεται από ουσιώδεις εσωτερικές αντιφάσεις ικανές να αναιρέσουν τον βασικό πυρήνα του. Οι διαπιστούμενες ασάφειες και ελλείψεις περιορίζονται σε επιμέρους ή περιφερειακά στοιχεία και δεν καθιστούν το αφήγημα εσωτερικά ασυνεπές ή εκ προοιμίου αναξιόπιστο ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό περί υποβολής της σε πράξη σεξουαλικής βίας.
Προχωρώντας σε εξέταση της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού αυτού, το Δικαστήριο επισημαίνει καταρχάς ότι ισχυρισμοί που αφορούν σεξουαλική ή έμφυλη βία δεν είναι, κατά κανόνα, δεκτικοί άμεσης αντικειμενικής επιβεβαίωσης μέσω εξωτερικών πηγών ή ανεξάρτητων αποδεικτικών στοιχείων. Τέτοια περιστατικά λαμβάνουν συνήθως χώρα χωρίς παρουσία μαρτύρων, συχνά δεν καταγγέλλονται στις αρχές και δεν συνοδεύονται κατ’ ανάγκην από ιατρική ή άλλη τεκμηρίωση, ιδίως όταν έχει παρέλθει σημαντικό χρονικό διάστημα από την τέλεσή τους. Υπό το πρίσμα αυτό, η αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας περιορίζεται πρωτίστως στο κατά πόσον το προβαλλόμενο αφήγημα είναι συμβατό, εύλογο και μη αντιφατικό προς τις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής και το γενικό πλαίσιο βίας, ανασφάλειας και κρατικής συμπεριφοράς που επικρατούσε κατά τον κρίσιμο χρόνο.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι πληροφορίες χώρας καταγωγής που έχουν ήδη εκτεθεί στο πλαίσιο εξέτασης της εξωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού της Αιτήτριας (ανωτέρω), προερχόμενες από διεθνώς αναγνωρισμένες και ανεξάρτητες πηγές, καταδεικνύουν ότι, μετά τα γεγονότα του Δεκεμβρίου 2013, οι κρατικές αρχές της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό προέβησαν σε εκτεταμένη και συχνά αδιάκριτη καταστολή εναντίον οπαδών, μελών και προσώπων που θεωρούνταν συνδεδεμένα με το πολιτικο-θρησκευτικό κίνημα του Paul Joseph Mukungubila. Οι πηγές αυτές καταγράφουν μαζικές συλλήψεις, στρατοδικεία, βαριές ποινές, εξαναγκαστικούς εκτοπισμούς και σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ιδίως κατά την περίοδο 2013–2015.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο γεγονός ότι ορισμένες από τις πηγές αυτές αναφέρονται ρητώς στη χρήση σεξουαλικής βίας ως μέσου κακομεταχείρισης και εκφοβισμού γυναικών που συνδέονταν με το κίνημα Mukungubila. Ειδικότερα, καταγράφονται καταγγελίες περί βιασμών γυναικών μελών της εκκλησίας ή συγγενών οπαδών κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων αναζήτησης ή καταστολής, καθώς και περιπτώσεις στις οποίες γυναίκες φέρονται να στοχοποιήθηκαν προκειμένου να ασκηθεί πίεση σε πρόσωπα του οικογενειακού ή κοινωνικού τους περιβάλλοντος. Οι πληροφορίες αυτές δεν επιβεβαιώνουν άμεσα το ατομικό περιστατικό που επικαλείται η Αιτήτρια ούτε αποδεικνύουν ότι το ίδιο έλαβε χώρα υπό τις ακριβείς συνθήκες που η ίδια περιγράφει. Πλην όμως, καταδεικνύουν ότι η χρήση σεξουαλικής βίας στο συγκεκριμένο πολιτικό και χρονικό πλαίσιο δεν ήταν εκ προοιμίου απίθανη ή ασύμβατη με τις καταγεγραμμένες συνθήκες της χώρας καταγωγής.
Περαιτέρω, οι διαθέσιμες πληροφορίες της χώρας καταγωγής καταδεικνύουν ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο, τα πρόσωπα που θεωρούνταν συνδεδεμένα με το κίνημα Mukungubila δεν απολάμβαναν αποτελεσματικής κρατικής προστασίας, ενώ καταγράφονται και αναφορές περί συμμετοχής, ανοχής ή αδράνειας κρατικών φορέων σε πράξεις κακομεταχείρισης και αυθαίρετης βίας. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η μη καταγγελία του περιστατικού από την Αιτήτρια στις αρχές, καθώς και η απουσία ιατρικής ή άλλης επίσημης τεκμηρίωσης, δεν αντίκεινται στις πληροφορίες χώρας καταγωγής ούτε κρίνονται αφ’ εαυτών ασύμβατες με τη συμπεριφορά προσώπου που ισχυρίζεται ότι υπήρξε θύμα σεξουαλικής βίας εντός περιβάλλοντος φόβου, ατιμωρησίας και δυσπιστίας έναντι των κρατικών θεσμών.
Το Δικαστήριο σημειώνει περαιτέρω ότι η αιτιώδης σύνδεση που προβάλλει η Αιτήτρια μεταξύ του καταγγελλόμενου περιστατικού και της αντιλαμβανόμενης ταύτισής της με την αδελφή της δεν προσκρούει σε κάποιο αντικειμενικό στοιχείο των διαθέσιμων πληροφοριών χώρας καταγωγής. Αντιθέτως, οι πληροφορίες αυτές καταδεικνύουν ότι κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα καταγράφονταν πρακτικές ευρείας και όχι πάντοτε αυστηρά εξατομικευμένης στοχοποίησης προσώπων που θεωρούνταν συνδεδεμένα με το κίνημα Mukungubila, περιλαμβανομένων συγγενών και γυναικών του ευρύτερου οικογενειακού ή θρησκευτικού περιβάλλοντος.
Το Δικαστήριο διευκρινίζει, ωστόσο, ότι οι πληροφορίες χώρας καταγωγής δεν επαρκούν αφ’ εαυτών για να αποδείξουν την ατομική τέλεση του περιστατικού που επικαλείται η Αιτήτρια ούτε την ταυτότητα ή τα κίνητρα των φερόμενων δραστών. Το ζήτημα αυτό αξιολογείται πρωτίστως στο πλαίσιο της εσωτερικής αξιοπιστίας της αφήγησής της. Για τους σκοπούς όμως της εξωτερικής αξιοπιστίας, αρκεί ότι το προβαλλόμενο περιστατικό δεν αντίκειται στα αντικειμενικά δεδομένα της χώρας καταγωγής αλλά εντάσσεται εύλογα στο καταγεγραμμένο πλαίσιο βίας και καταστολής της επίμαχης περιόδου.
Συνεκτιμώντας το σύνολο των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας παρουσιάζει επαρκή βαθμό εξωτερικής αξιοπιστίας, καθόσον το αφήγημά της περί σεξουαλικής βίας είναι συμβατό και μη αντιφατικό προς τις διαθέσιμες, αξιόπιστες και επικαιροποιημένες πληροφορίες χώρας καταγωγής και δεν προσκρούει σε αντικειμενικά δεδομένα ικανά να το καταστήσουν εκ προοιμίου απίθανο ή ασύμβατο με το γενικό πλαίσιο της χώρας καταγωγής. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη και την αποδεκτή εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, αυτός γίνεται δεκτός ως αξιόπιστος.
Ως προς τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό
Το Δικαστήριο προχωρεί, τέλος, στην αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του τέταρτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος αφορά τα οικογενειακά και προσωπικά δεδομένα της Αιτήτριας, περιλαμβανομένης της ύπαρξης τέκνων, της οικογενειακής της κατάστασης και της φερόμενης απουσίας ουσιαστικού υποστηρικτικού δικτύου στη χώρα καταγωγής, στον βαθμό που τα στοιχεία αυτά συνδέονται με τον προβαλλόμενο φόβο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής.
Το Δικαστήριο διαπιστώνει εξαρχής ότι ο εν λόγω ισχυρισμός παρουσιάζει μεγαλύτερο βαθμό ασάφειας και μεταβλητότητας σε σύγκριση με τους προηγούμενους ουσιώδεις ισχυρισμούς, ιδίως ως προς επιμέρους πραγματολογικά και χρονικά στοιχεία που αφορούν τη φροντίδα των τέκνων της Αιτήτριας, τον ρόλο συγκεκριμένων συγγενικών προσώπων και τη χρονική αλληλουχία ορισμένων οικογενειακών γεγονότων.
Ειδικότερα, εντοπίζονται διαφοροποιήσεις ως προς το ποιο πρόσωπο είχε τη φροντίδα των τέκνων κατά τον χρόνο αναχώρησής της από τη χώρα καταγωγής, τον χρόνο και τον τρόπο με τον οποίο αυτά περιήλθαν στη φροντίδα τρίτων καθώς και τον βαθμό επικοινωνίας ή επαφής της με πρόσωπα του στενού οικογενειακού της περιβάλλοντος.
Οι ασάφειες αυτές δεν αποσαφηνίστηκαν πλήρως, παρά τις επανειλημμένες διευκρινιστικές ερωτήσεις που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, γεγονός που δημιουργεί εύλογες επιφυλάξεις ως προς την ακρίβεια ορισμένων επιμέρους πραγματολογικών πτυχών της αφήγησής της.
Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει τις ανωτέρω αδυναμίες ούτε θεωρεί ότι όλες οι επιμέρους εκδοχές που προέβαλε η Αιτήτρια αναφορικά με τη φροντίδα των τέκνων της, τον ακριβή ρόλο συγκεκριμένων συγγενικών προσώπων ή τη χρονική αλληλουχία των σχετικών γεγονότων δύνανται να γίνουν αποδεκτές χωρίς επιφύλαξη. Αντιθέτως, επί των σημείων αυτών εντοπίζονται διαφοροποιήσεις και ελλείψεις που περιορίζουν την αξιοπιστία ορισμένων επιμέρους πτυχών του αφηγήματος.
Ωστόσο, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι εν λόγω ασυνέπειες δεν αναιρούν τον βασικό πυρήνα του τέταρτου ουσιώδους ισχυρισμού. Ο πυρήνας αυτός συνίσταται στον ισχυρισμό ότι η Αιτήτρια, κατά τον ουσιώδη χρόνο και μέχρι σήμερα, δεν διαθέτει στη χώρα καταγωγής της ουσιαστικό, σταθερό και λειτουργικό υποστηρικτικό δίκτυο ικανό να της παράσχει πραγματική προστασία, ασφαλή στέγη ή αποτελεσματική υποστήριξη σε περίπτωση επιστροφής.
Επί του σημείου αυτού, η αφήγηση της Αιτήτριας παρουσιάζει ουσιώδη σταθερότητα σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. Διαχρονικά υποστηρίζει ότι οι οικογενειακοί της δεσμοί έχουν αποδυναμωθεί ή διαρραγεί, ότι δεν δύναται να βασιστεί ουσιαστικά σε συγγενικά πρόσωπα για προστασία ή στήριξη και ότι, παρά την τυπική ύπαρξη ορισμένων συγγενών στη χώρα καταγωγής, δεν υφίσταται για την ίδια πραγματικά διαθέσιμο και λειτουργικό δίκτυο υποστήριξης.
Η διαπίστωση αυτή ενισχύεται περαιτέρω από τις ασάφειες και αποσταθεροποιημένες οικογενειακές σχέσεις που η ίδια περιέγραψε ενώπιον του Δικαστηρίου, την περιορισμένη ή ανύπαρκτη ουσιαστική επικοινωνία με συγγενικά πρόσωπα στη χώρα καταγωγής, την απουσία σταθερής οικονομικής ή κοινωνικής στήριξης, καθώς και τη μακροχρόνια απομάκρυνσή της από το οικογενειακό και κοινωνικό της περιβάλλον.
Το Δικαστήριο επισημαίνει συναφώς ότι η ύπαρξη συγγενικών προσώπων στη χώρα καταγωγής δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με την ύπαρξη αποτελεσματικού υποστηρικτικού δικτύου, ιδίως όταν προβάλλονται περιστάσεις φόβου, αποξένωσης, διαρρηγμένων οικογενειακών σχέσεων ή αδυναμίας ουσιαστικής συνδρομής. Υπό το πρίσμα αυτό, οι επιμέρους ασάφειες ως προς τη δομή ή τη λειτουργία των οικογενειακών σχέσεων δεν αρκούν αφ’ εαυτών για να αναιρέσουν τον βασικό ισχυρισμό περί ουσιαστικής έλλειψης υποστήριξης.
Το Δικαστήριο λαμβάνει περαιτέρω υπόψη ότι ζητήματα που άπτονται οικογενειακών σχέσεων, επιμέλειας τέκνων και μακροχρόνιας απομάκρυνσης από τη χώρα καταγωγής συχνά παρουσιάζουν αυξημένη πραγματολογική πολυπλοκότητα, ιδίως όταν συνδέονται με τραυματικές εμπειρίες, κοινωνικό στιγματισμό ή αποσταθεροποιημένο οικογενειακό περιβάλλον. Η δε χρονική απόσταση από τα γεγονότα δύναται ευλόγως να επηρεάζει την ακρίβεια δευτερευουσών λεπτομερειών χωρίς αυτό να συνεπάγεται κατ’ ανάγκη πλήρη έλλειψη αξιοπιστίας ως προς τον βασικό πυρήνα του ισχυρισμού.
Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η αξιολόγηση της Λειτουργού αντιμετωπίζει τις προαναφερθείσες ασάφειες ως στοιχεία γενικευμένης αναξιοπιστίας, χωρίς επαρκή διάκριση μεταξύ περιφερειακών αντιφάσεων και του ουσιώδους πυρήνα του ισχυρισμού. Η προσέγγιση αυτή δεν ανταποκρίνεται πλήρως στις απαιτήσεις ορθής αξιολόγησης της εσωτερικής αξιοπιστίας, καθότι δεν συνεκτιμά επαρκώς ούτε τη φύση του ισχυρισμού ούτε το γεγονός ότι οι βασικές θέσεις της Αιτήτριας ως προς την απουσία πραγματικού υποστηρικτικού δικτύου παρέμειναν ουσιωδώς σταθερές.
Συνεκτιμώντας το σύνολο των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, παρά τις εντοπιζόμενες ασάφειες και αντιφάσεις σε επιμέρους πραγματολογικά στοιχεία, ο τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας παρουσιάζει επαρκή βαθμό εσωτερικής αξιοπιστίας ως προς τον βασικό του πυρήνα. Οι αδυναμίες της αφήγησης περιορίζονται σε δευτερεύοντα ζητήματα και δεν αναιρούν τη συνολική εικόνα περί απουσίας ουσιαστικού, σταθερού και λειτουργικού υποστηρικτικού δικτύου στη χώρα καταγωγής της, στοιχείο το οποίο θα συνεκτιμηθεί περαιτέρω στο πλαίσιο της συνολικής και μελλοντοστραφούς εκτίμησης του κινδύνου επιστροφής.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του τέταρτου ουσιώδους ισχυρισμού, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι τα προβαλλόμενα στοιχεία αφορούν πρωτίστως προσωπικά και οικογενειακά δεδομένα της Αιτήτριας, τα οποία, εκ της φύσεώς τους, δεν είναι κατά κανόνα δεκτικά πλήρους ανεξάρτητης επιβεβαίωσης μέσω αντικειμενικών πληροφοριών χώρας καταγωγής.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η αξιολόγηση του τέταρτου ουσιώδους ισχυρισμού ερείδεται κυρίως στην εσωτερική αξιοπιστία της Αιτήτριας ως προς τον βασικό πυρήνα του ισχυρισμού της, ήτοι την απουσία ουσιαστικού, σταθερού και λειτουργικού υποστηρικτικού δικτύου στη χώρα καταγωγής της. Το στοιχείο αυτό δεν επιβεβαιώνεται άμεσα μέσω εξωτερικών αντικειμενικών πηγών, πλην όμως δεν προσκρούει ούτε αντικρούεται από οποιοδήποτε διαθέσιμο αντικειμενικό δεδομένο.
Το Δικαστήριο επισημαίνει περαιτέρω ότι η ύπαρξη ή μη πραγματικά διαθέσιμου υποστηρικτικού δικτύου συνιστά ζήτημα κατ’ εξοχήν εξατομικευμένο, το οποίο εξαρτάται όχι μόνο από την τυπική ύπαρξη συγγενικών προσώπων στη χώρα καταγωγής, αλλά και από τη δυνατότητα ουσιαστικής παροχής προστασίας, στέγης, οικονομικής ή κοινωνικής υποστήριξης υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε περίπτωσης.
Υπό το πρίσμα αυτό, και δεδομένης της αποδοχής του βασικού πυρήνα του σχετικού ισχυρισμού ως εσωτερικά αξιόπιστου, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός παρουσιάζει επαρκή βαθμό εξωτερικής αξιοπιστίας στο μέτρο που αυτός δύναται να αξιολογηθεί μέσω αντικειμενικών δεδομένων και θα συνεκτιμηθεί περαιτέρω στο πλαίσιο της συνολικής και μελλοντοστραφούς εκτίμησης του κινδύνου επιστροφής.
Έχοντας λοιπόν αξιολογήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου και εξακριβώσει τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο προχωρεί στην περαιτέρω αξιολόγηση των προϋποθέσεων χορήγησης διεθνούς προστασίας και κατά πόσον αυτές πληρούνται στην υπό εξέταση περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τους αποδεκτούς ουσιώδεις ισχυρισμούς της Αιτήτριας.
Αξιολόγηση των προϋποθέσεων χορήγησης διεθνούς προστασίας
Χρήσιμη είναι καταρχάς η επαναφορά στις πρόνοιες του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, δυνάμει του οποίου:
«3.-(1) Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής […]».
Υπό το φως των ανωτέρω και των αποδεκτών ισχυρισμών της Αιτήτριας, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση του κινδύνου που αυτή ενδέχεται να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής της στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και ειδικότερα στην Kinshasa και την περιοχή Bas-Congo/Kongo Central, περιοχές με τις οποίες συνδέεται προσωπικά και όπου ευλόγως αναμένεται να επιστρέψει σε περίπτωση απομάκρυνσής της από τη Δημοκρατία.
Το πρώτο ζήτημα που ανακύπτει είναι κατά πόσο υφίσταται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της Αιτήτριας, ο οποίος προϋποθέτει αφενός το υποκειμενικό στοιχείο του φόβου, ήτοι την ενδιάθετη κατάσταση και το επιτακτικό κίνητρο φυγής, και αφετέρου το αντικειμενικό στοιχείο, ήτοι την εύλογη πιθανότητα ο επικαλούμενος κίνδυνος να υλοποιηθεί σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Η εκτίμηση είναι κατ’ ανάγκην προληπτική και μελλοντοστραφής και δεν απαιτεί απόδειξη με βεβαιότητα αλλά επαρκή πιθανολόγηση βάσει των πραγματικών δεδομένων της υπόθεσης.
Ως προς το υποκειμενικό στοιχείο, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό πληρούται δια της σαφούς και διαχρονικής απροθυμίας της Αιτήτριας να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της, όπως αυτή προκύπτει τόσο από το περιεχόμενο της αίτησής της όσο και από τις δηλώσεις της κατά τη διοικητική και δικαστική διαδικασία.
Ως προς το αντικειμενικό στοιχείο, η εκτίμηση δεν γίνεται αφηρημένα αλλά σε συνάρτηση με το συγκεκριμένο προσωπικό ιστορικό της Αιτήτριας και το γενικότερο πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο που προκύπτει από τις αξιόπιστες και επικαιροποιημένες πληροφορίες χώρας καταγωγής.
Το Δικαστήριο έχει ήδη αποδεχθεί ως αξιόπιστο τον βασικό πυρήνα των ισχυρισμών της Αιτήτριας ότι η οικογένειά της συνδεόταν με το περιβάλλον του Paul Joseph Mukungubila, ότι η αδελφή της είχε δημόσια και πολιτική έκθεση στο πλαίσιο του εν λόγω κινήματος και ότι η ίδια υπήρξε αντικείμενο αντιλαμβανόμενης πολιτικής ταύτισης λόγω των οικογενειακών αυτών δεσμών. Περαιτέρω, έχει γίνει αποδεκτό ότι η Αιτήτρια υπέστη σοβαρό περιστατικό σεξουαλικής βίας το έτος 2015 στην περιοχή Kimpese του Bas-Congo, το οποίο η ίδια συνδέει με την εσφαλμένη ταύτισή της με την αδελφή της και τη σύνδεση της οικογένειάς της με το κίνημα Mukungubila.
Η ύπαρξη ήδη σοβαρής βλάβης που η Αιτήτρια υπέστη στο παρελθόν αποτελεί, κατά κανόνα, ισχυρή ένδειξη αυξημένης πιθανότητας επανάλειψης δίωξης ή σοβαρής βλάβης στο μέλλον, εκτός εάν έχουν επέλθει ουσιώδεις και σταθερές μεταβολές στις συνθήκες της χώρας καταγωγής ή στο προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας, ικανές να εξουδετερώσουν τον κίνδυνο αυτό.
Το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι οι διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής δεν καταδεικνύουν ότι πρόσωπα συνδεδεμένα με το περιβάλλον Mukungubila εξακολουθούν σήμερα να υφίστανται, στον ίδιο βαθμό όπως κατά την περίοδο 2013–2015, συστηματική και γενικευμένη κρατική καταστολή. Ωστόσο, η παρούσα υπόθεση δεν εξετάζεται στη βάση αφηρημένου ή γενικού πολιτικού κινδύνου, αλλά υπό το πρίσμα του συγκεκριμένου και εξατομικευμένου ιστορικού της Αιτήτριας.
Το Δικαστήριο αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι η Αιτήτρια υπήρξε ήδη θύμα σοβαρής σεξουαλικής βίας στο πλαίσιο της αντιλαμβανόμενης σύνδεσής της με το περιβάλλον Mukungubila και ότι, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής, εξακολουθούν να επικρατούν στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό συνθήκες εκτεταμένης έμφυλης βίας, ατιμωρησίας και ανεπαρκούς κρατικής προστασίας. Υπό τις περιστάσεις αυτές, και λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερης προσωπικής ευαλωτότητας της Αιτήτριας και της απουσίας ουσιαστικού υποστηρικτικού δικτύου, το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται ότι έχουν επέλθει ουσιώδεις, σταθερές και μη προσωρινές μεταβολές ικανές να αποκλείσουν τον πραγματικό κίνδυνο επανάληψης δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της.
Η προηγούμενη στοχοποίηση της Αιτήτριας, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη αδυναμία αποτελεσματικής κρατικής προστασίας έναντι έμφυλης βίας, την ιδιαίτερη προσωπική της ευαλωτότητα και την έλλειψη ουσιαστικού υποστηρικτικού δικτύου, καθιστούν τον κίνδυνο επαναθυματοποίησης πραγματικό και όχι απλώς θεωρητικό ή υποθετικό, παρά τις μεταγενέστερες πολιτικές εξελίξεις αναφορικά με το πρόσωπο του Mukungubila και τη μερική εξομάλυνση των συνθηκών που ακολούθησε τα γεγονότα της περιόδου 2013–2015.
Από τις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής προκύπτει ότι, παρά τις πολιτικές εξελίξεις που ακολούθησαν τα γεγονότα του 2013–2015, η κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από σοβαρές παραβιάσεις, εκτεταμένη ατιμωρησία και σημαντική αδυναμία κρατικής προστασίας, ιδίως σε σχέση με πράξεις σεξουαλικής και έμφυλης βίας.
Πρόσφατες πηγές που εντόπισε σε COI query η EUAA που δημοσιεύτηκε στις 2 Σεπτεμβρίου του 2024, ανέφεραν σχετικά με τον ρόλο της γυναίκας μέσα στην κοινωνία της ΛΔΚ ότι παρά τη συνταγματική απαγόρευση των διακρίσεων κατά των γυναικών, οι γυναίκες αντιμετώπισαν διακρίσεις σε όλες τις πτυχές της ζωής τους. Η έκθεση Bertelsmann Stiftung για τη ΛΔΚ, που καλύπτει την περίοδο από 1 Φεβρουαρίου 2021 έως 31 Ιανουαρίου 2023, σημείωσε ότι η χώρα «χαρακτηρίζεται από μια βαθιά ενσωματωμένη πατριαρχική κουλτούρα που περιλαμβάνει νόμους και παραδοσιακά έθιμα που συμβάλλουν στις διακρίσεις κατά των γυναικών». Επιπλέον, παρόλο που είναι παράνομο, οι γυναίκες και τα κορίτσια υφίστανται διακρίσεις σε όλα τα επίπεδα. Οι γυναίκες και τα κορίτσια πλήττονται δυσανάλογα από τη φτώχεια και αντιμετωπίζουν τακτικά σεξουαλική βία. Ομοίως και έκθεση του Freedom House του 2024, επιβεβαιώνει τα ανωτέρω πως ότι «οι γυναίκες στη ΛΔΚ βιώνουν διακριτική μεταχείριση σχεδόν σε κάθε πτυχή της ζωής τους».[21]
Οι ίδιες πηγές καταγράφουν ότι η σεξουαλική και έμφυλη βία (SGBV) στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (DRC) αναφέρθηκε ότι «παραμένει διαδεδομένη» και ότι είναι «συνηθισμένη» και «εκτεταμένη», περιλαμβάνοντας ενδοοικογενειακή και ενδοσυζυγική βία, σεξουαλική βία και βία στο χώρο εργασίας.[22] Οι γυναίκες και τα κορίτσια αναφέρονται ότι «αντιμετωπίζουν τακτικά σεξουαλική βία»[23], ενώ το Υπουργείο Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών (USDOS) σημείωσε περαιτέρω ότι η σεξουαλική παρενόχληση ήταν «ευρέως διαδεδομένη» στη χώρα[24] ενώ η Amnesty International κατέγραψε το 2024 «ανησυχητικό αριθμό αναφερόμενων περιπτώσεων σεξουαλικής βίας», περιλαμβανομένης βίας συνδεόμενης με συγκρούσεις και πολιτική ανασφάλεια.
Το Δικαστήριο αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι ορισμένες από τις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής αναφέρονται ειδικά σε πρακτικές συλλογικής στοχοποίησης συγγενικών προσώπων που συνδέονταν, πραγματικά ή αντιλαμβανόμενα, με το πολιτικο-θρησκευτικό κίνημα του Mukungubila κατά την περίοδο που ακολούθησε τα γεγονότα του Δεκεμβρίου 2013. Οι ίδιες πηγές καταγράφουν αναφορές περί αυθαίρετων συλλήψεων, κακομεταχείρισης και πράξεων σεξουαλικής βίας εις βάρος γυναικών συγγενών ή προσώπων που θεωρούνταν συνδεδεμένα με το εν λόγω κίνημα.
Παρότι οι διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής δεν επιβεβαιώνουν άμεσα το ατομικό περιστατικό που επικαλείται η Αιτήτρια ούτε αποδεικνύουν ότι εξακολουθεί σήμερα να αποτελεί πρόσωπο ενεργού αναζήτησης από τις αρχές, οι ίδιες πληροφορίες καταδεικνύουν ότι η σεξουαλική και έμφυλη βία παραμένει εκτεταμένη, η ατιμωρησία εξακολουθεί να είναι συστημική, η κρατική προστασία παραμένει ανεπαρκής και οι γυναίκες χωρίς αποτελεσματικό υποστηρικτικό δίκτυο εξακολουθούν να βρίσκονται σε κατάσταση ιδιαίτερης ευαλωτότητας.
Το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι η παρούσα υπόθεση δεν αφορά γενικευμένο φόβο λόγω της γενικής κατάστασης των γυναικών στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Ο κίνδυνος που αναγνωρίζεται στην περίπτωση της Αιτήτριας απορρέει από τον σωρευτικό και εξατομικευμένο συνδυασμό της αποδιδόμενης πολιτικής ταύτισής της λόγω οικογενειακών δεσμών, της προηγούμενης στοχοποίησης και υποβολής της σε σοβαρή σεξουαλική βία, της ιδιαίτερης ευαλωτότητάς της ως γυναίκας χωρίς αποτελεσματική προστασία ή υποστηρικτικό δίκτυο και των διαπιστούμενων συνθηκών ατιμωρησίας και ανεπαρκούς κρατικής προστασίας στη χώρα καταγωγής.
Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο κρίνει ότι η περίπτωση της Αιτήτριας δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένα από το προσωπικό της ιστορικό και το ιδιαίτερο προφίλ ευαλωτότητάς της. Η Αιτήτρια υπήρξε ήδη θύμα σοβαρής σεξουαλικής βίας, συνδέεται οικογενειακά με πρόσωπα ταυτιζόμενα με ιστορικά στοχοποιημένο πολιτικό και θρησκευτικό περιβάλλον, στερείται ουσιαστικού και λειτουργικού υποστηρικτικού δικτύου στη χώρα καταγωγής και, ως γυναίκα που έχει ήδη υποστεί έμφυλη βία, διατρέχει αυξημένο κίνδυνο επαναθυματοποίησης σε περιβάλλον όπου η αποτελεσματική κρατική προστασία παραμένει περιορισμένη.
Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη ότι η απουσία καταγγελίας του περιστατικού στις αρχές και η μη ύπαρξη ιατρικής ή άλλης επίσημης τεκμηρίωσης δεν αντίκεινται στις πληροφορίες χώρας καταγωγής, οι οποίες επιβεβαιώνουν ότι τα θύματα σεξουαλικής βίας στη ΛΔΚ συχνά αποφεύγουν να προσφύγουν στις αρχές λόγω φόβου, κοινωνικού στιγματισμού, δυσπιστίας προς τους κρατικούς θεσμούς και αίσθησης ατιμωρησίας των δραστών.
Κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο φόβος της Αιτήτριας δεν είναι ούτε υποθετικός ούτε αόριστος, αλλά ερείδεται σε πραγματικό ιστορικό προηγούμενης σοβαρής βλάβης, σε εξατομικευμένα στοιχεία του προσωπικού της προφίλ και σε αντικειμενικές πληροφορίες χώρας καταγωγής που καταδεικνύουν τη συνέχιση συνθηκών έμφυλης βίας, ατιμωρησίας και ανεπαρκούς κρατικής προστασίας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.
Το επόμενο ζήτημα αφορά το κατά πόσον η μεταχείριση στην οποία υπεβλήθη η Αιτήτρια και ο κίνδυνος στον οποίο ενδέχεται να εκτεθεί σε περίπτωση επιστροφής της συνιστούν «δίωξη» κατά την έννοια του περί Προσφύγων Νόμου.
Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η δίωξη δεν ταυτίζεται με κάθε δυσμενή ή προβληματική κατάσταση, αλλά προϋποθέτει πράξεις επαρκώς σοβαρές λόγω της φύσης ή της επαναληπτικότητάς τους ώστε να συνιστούν σοβαρή παραβίαση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ιδίως εκείνων από τα οποία δεν επιτρέπεται παρέκκλιση.
Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο έχει ήδη αποδεχθεί ότι η Αιτήτρια υπέστει πράξη σοβαρής σεξουαλικής βίας, συνδεόμενη με την αντιλαμβανόμενη πολιτική της ταύτιση λόγω οικογενειακών δεσμών. Η σεξουαλική βία συνιστά, εκ της φύσεώς της, μία από τις σοβαρότερες μορφές προσβολής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της σωματικής και ψυχικής ακεραιότητας και δύναται αφ’ εαυτής να συνιστά πράξη δίωξης κατά την έννοια του περί Προσφύγων Νόμου. Η σοβαρότητα της πράξης αυτής ενισχύεται περαιτέρω από το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο εντός του οποίου έλαβε χώρα, τη σύνδεσή της με την αντιλαμβανόμενη σχέση της Αιτήτριας με το κίνημα Mukungubila, την απουσία αποτελεσματικής κρατικής προστασίας καθώς και την ιδιαίτερη ευαλωτότητα της Αιτήτριας ως γυναίκας χωρίς ουσιαστικό υποστηρικτικό δίκτυο.
Το Δικαστήριο κρίνει περαιτέρω ότι οι πράξεις που υπέστη η Αιτήτρια δεν δύνανται να θεωρηθούν απλές πράξεις κοινής εγκληματικότητας ή μεμονωμένης ιδιωτικής βίας, αποκομμένες από κάποιον λόγο της Σύμβασης της Γενεύης. Αντιθέτως, από το σύνολο των πραγματικών περιστατικών και των πληροφοριών χώρας καταγωγής προκύπτει επαρκής σύνδεση μεταξύ της βλάβης που υπέστη και της αποδιδόμενης πολιτικής γνώμης που της αποδόθηκε λόγω των οικογενειακών της δεσμών και της αντιλαμβανόμενης σύνδεσής της με το περιβάλλον Mukungubila.
Συναφώς, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-621/21, WS κατά Intervyuirasht organ na Darzhavna agentsia za bezhantsite pri Ministerskia savet, ημερ. 16.01.2024 (WS) πράξεις έμφυλης ή σεξουαλικής βίας δύνανται να συνιστούν δίωξη κατά την έννοια της Σύμβασης της Γενεύης, ενώ δεν απαιτείται οι πράξεις δίωξης να προέρχονται αποκλειστικά από κρατικούς φορείς, εφόσον αποδεικνύεται ότι το κράτος αδυνατεί ή δεν επιθυμεί να παράσχει αποτελεσματική προστασία. Συγκεκριμένα στην WS λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«48. Συναφώς, επισημαίνεται ότι, αφενός, το άρθρο 60, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της Κωνσταντινούπολης ορίζει ότι η βασιζόμενη στο φύλο βία κατά των γυναικών πρέπει να αναγνωρισθεί ως μορφή δίωξης υπό την έννοια του άρθρου 1, τμήμα Α, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Γενεύης. Αφετέρου, το εν λόγω άρθρο 60, παράγραφος 2, επιβάλλει στα μέρη να διασφαλίζουν ότι καθένας από τους λόγους δίωξης που προβλέπονται στη Σύμβαση της Γενεύης πρέπει να ερμηνεύεται λαμβανομένου υπόψη του φύλου και ότι, οσάκις στοιχειοθετείται ότι ο φόβος δίωξης οφείλεται σε έναν ή περισσότερους από τους παραπάνω λόγους, πρέπει να χορηγείται στους αιτούντες άσυλο καθεστώς πρόσφυγα.
49. Δεύτερον, όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό μιας ομάδας ως «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας», η οποία προβλέπεται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2011/95 και υπομνήσθηκε στη σκέψη 40 της παρούσας αποφάσεως, ήτοι το να έχουν τα μέλη της τουλάχιστον ένα από τα τρία αναγνωριστικά στοιχεία που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, επισημαίνεται ότι το ανήκειν στο γυναικείο φύλο συνιστά ένα εγγενές χαρακτηριστικό και, ως εκ τούτου, αρκεί για να μπορεί να γίνει δεκτό ότι πληρούται η εν λόγω προϋπόθεση.
50. Τούτο δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να μπορούν επίσης να θεωρηθούν ως μέλη «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας», κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95, γυναίκες οι οποίες έχουν ένα πρόσθετο κοινό χαρακτηριστικό όπως, επί παραδείγματι, ένα άλλο εγγενές χαρακτηριστικό ή κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί, φερ' ειπείν μια ιδιάζουσα οικογενειακή κατάσταση, ή ακόμη από κοινού χαρακτηριστικά ή πεποιθήσεις τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ή τη συνείδηση ώστε να μην πρέπει οι γυναίκες αυτές να αναγκάζονται να τις αποκηρύξουν.
[…]
52 . Τρίτον, όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό μιας ομάδας ως «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας», η οποία σχετίζεται με την «ιδιαίτερη ταυτότητα» της ομάδας στη χώρα καταγωγής, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι είναι δυνατόν οι γυναίκες να γίνονται αντιληπτές με διαφορετικό τρόπο από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο και να αναγνωρισθεί, εξ αυτού του λόγου, ότι έχουν ιδιαίτερη ταυτότητα στον εν λόγω κοινωνικό χώρο, ιδίως λόγω των κοινωνικών, ηθικών ή νομικών κανόνων που επικρατούν στη χώρα καταγωγής τους.
53. Η δεύτερη αυτή προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό μιας ομάδας ως «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας» πληρούται και στην περίπτωση γυναικών οι οποίες έχουν ένα πρόσθετο κοινό χαρακτηριστικό, όπως, παραδείγματος χάριν, ένα εξ αυτών που μνημονεύονται στις σκέψεις 50 και 51 της παρούσας αποφάσεως, όταν οι κοινωνικοί, ηθικοί ή νομικοί κανόνες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής τους έχουν ως συνέπεια να γίνονται οι γυναίκες αυτές αντιληπτές με διαφορετικό τρόπο από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο λόγω αυτού του κοινού τους χαρακτηριστικού.
(…)
69. Υπέρ της ερμηνείας αυτής συνηγορεί και το σημείο 21 των κατευθυντήριων οδηγιών της HCR για τη διεθνή προστασία αριθ. 1 κατά το οποίο, «[σ]τις υποθέσεις όπου ο κίνδυνος δίωξης προέρχεται από μη κρατικά όργανα (δηλαδή από το σύζυγο, το σύντροφο ή άλλο μη κρατικό όργανο) για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στη [Σύμβαση της Γενεύης], η σχέση αιτίας και αποτελέσματος αποδεικνύεται ανεξάρτητα από το εάν η παράλειψη της κρατικής προστασίας στηρίζεται στη [Σύμβαση της Γενεύης]. Εναλλακτικά αποδεικνύεται η προαναφερόμενη σχέση αιτίας και αποτελέσματος όταν ο φόβος δίωξης από μη κρατικά όργανα δεν οφείλεται σε κάποιον από τους λόγους της [Σύμβασης της Γενεύης], αλλά στην αδυναμία ή στην έλλειψη βούλησης του κράτους να παράσχει προστασία για τους λόγους που αναφέρονται στη [Σύμβαση της Γενεύης]».
70. Με βάση τα ανωτέρω, στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2011/95 έχει την έννοια ότι, οσάκις ο αιτών ισχυρίζεται ότι έχει φόβο ότι θα υποστεί δίωξη από μη κρατικούς υπευθύνους στη χώρα καταγωγής του, δεν είναι απαραίτητο να διαπιστώνεται συσχετισμός μεταξύ ενός εκ των λόγων δίωξης που μνημονεύονται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας και των πράξεων δίωξης, εφόσον μπορεί να διαπιστωθεί τέτοιος συσχετισμός μεταξύ ενός εκ των λόγων δίωξης και της έλλειψης προστασίας κατά των πράξεων αυτών από τους υπευθύνους προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας.
[....]».
Υπό το φως της ανωτέρω νομολογίας, καθώς και των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι η δίωξη που η Αιτήτρια εύλογα φοβάται σε περίπτωση επιστροφής της συνδέεται πρωτίστως με αποδιδόμενη πολιτική γνώμη λόγω της αντιλαμβανόμενης σύνδεσής της με το περιβάλλον Mukungubila και, παραλλήλως, με την ιδιότητά της ως μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, αποτελούμενης από γυναίκες θύματα έμφυλης και σεξουαλικής βίας που στερούνται αποτελεσματικής κρατικής και οικογενειακής προστασίας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, υπό το πρίσμα της έμφυλης και σεξουαλικής βίας που υπέστη ως γυναίκα στερούμενη αποτελεσματικής κρατικής και οικογενειακής προστασίας.
Το Δικαστήριο κρίνει ότι τα εγγενή και μη μεταβλητά χαρακτηριστικά της Αιτήτριας, ήτοι το γεγονός ότι είναι γυναίκα, ότι υπήρξε θύμα σοβαρής σεξουαλικής βίας, ότι στερείται αποτελεσματικής κρατικής και οικογενειακής προστασίας και ότι συνδέεται οικογενειακά με πρόσωπα ταυτιζόμενα με ιστορικά στοχοποιημένο πολιτικο-θρησκευτικό περιβάλλον, συνθέτουν ιδιαίτερο κοινωνικό προφίλ το οποίο, υπό τις κοινωνικές και θεσμικές συνθήκες που επικρατούν στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, γίνεται αντιληπτό ως διακριτή και ιδιαίτερα ευάλωτη κοινωνική κατηγορία.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη νομολογία του ΔΕΕ στην υπόθεση X, Y και Z, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-199/12 έως C-201/12, σύμφωνα με την οποία μία ομάδα θεωρείται «ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» όταν τα μέλη της μοιράζονται κοινά εγγενή χαρακτηριστικά ή κοινό ιστορικό παρελθόν που δεν μπορεί να μεταβληθεί και, παράλληλα, η ομάδα γίνεται αντιληπτή από τον κοινωνικό περίγυρο ως διαφορετική ομάδα. Το Δικαστήριο κρίνει ότι αμφότερες οι προϋποθέσεις πληρούνται στην παρούσα περίπτωση.
Ως προς τον φορέα δίωξης
Ακολούθως, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση της ύπαρξης φορέα δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3Α του περί Προσφύγων Νόμου.
Εν προκειμένω, προκύπτει ότι οι πράξεις δίωξης και σοβαρής βλάβης που επικαλείται η Αιτήτρια προέρχονται κυρίως από μη κρατικούς δρώντες. Ωστόσο, οι διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής καταδεικνύουν ότι οι κρατικές αρχές της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό αδυνατούν ή δεν επιθυμούν να παράσχουν αποτελεσματική και διαρκή προστασία σε γυναίκες θύματα σεξουαλικής και έμφυλης βίας, ιδίως όταν αυτές συνδέονται με κοινωνικά ή πολιτικά στιγματισμένο περιβάλλον.
Το Δικαστήριο κρίνει ότι στην παρούσα περίπτωση πληρούται η ανωτέρω προϋπόθεση, καθότι οι διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής επιβεβαιώνουν την εκτεταμένη ατιμωρησία πράξεων σεξουαλικής βίας, την ανεπαρκή διερεύνηση τέτοιων περιστατικών, τη δυσπιστία των θυμάτων προς τις κρατικές αρχές και τη γενικότερη ανεπάρκεια κρατικής προστασίας έναντι έμφυλης βίας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.
Ως προς τη δυνατότητα κρατικής προστασίας
Αναφορικά με τη δυνατότητα αποτελεσματικής κρατικής προστασίας, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, δυνάμει του άρθρου 3Β του περί Προσφύγων Νόμου, προστασία θεωρείται επαρκής μόνον όταν είναι αποτελεσματική και μη προσωρινή και όταν οι κρατικοί φορείς λαμβάνουν εύλογα μέτρα για την πρόληψη, διερεύνηση και τιμωρία πράξεων δίωξης ή σοβαρής βλάβης.
Εν προκειμένω, οι πληροφορίες χώρας καταγωγής δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να καταλήξει ότι η Αιτήτρια θα είχε πρόσβαση σε αποτελεσματική και διαρκή κρατική προστασία σε περίπτωση επιστροφής της. Αντιθέτως, οι διαθέσιμες πηγές επιβεβαιώνουν τη συνέχιση φαινομένων ατιμωρησίας, κοινωνικού στιγματισμού των θυμάτων και ανεπαρκούς ανταπόκρισης των κρατικών αρχών σε περιστατικά έμφυλης και σεξουαλικής βίας.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υφίσταται αποτελεσματική κρατική προστασία διαθέσιμη προς την Αιτήτρια κατά την έννοια του άρθρου 3Β του περί Προσφύγων Νόμου.
Ως προς τη δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης
Το Δικαστήριο προχωρεί τέλος στην εξέταση της δυνατότητας εσωτερικής μετεγκατάστασης της Αιτήτριας εντός της χώρας καταγωγής της, σύμφωνα με το άρθρο 12Γ του περί Προσφύγων Νόμου.
Συναφώς, λαμβάνεται υπόψη ότι η Αιτήτρια στερείται ουσιαστικού υποστηρικτικού δικτύου, ότι έχει ήδη υπάρξει θύμα σοβαρής έμφυλης βίας και ότι ανήκει σε ιδιαίτερα ευάλωτη κοινωνική κατηγορία.
Οι πληροφορίες χώρας καταγωγής καταδεικνύουν ότι οι δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν γυναίκες χωρίς ουσιαστική οικογενειακή ή κοινωνική στήριξη δεν περιορίζονται σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή αλλά αντανακλούν ευρύτερες κοινωνικές και θεσμικές συνθήκες της χώρας.
Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη ότι, σύμφωνα με τις Κατευθυντήριες Οδηγίες της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, η εσωτερική μετεγκατάσταση πρέπει όχι μόνο να είναι ασφαλής αλλά και εύλογη, υπό την έννοια ότι το πρόσωπο πρέπει να μπορεί να εγκατασταθεί και να διαβιώσει χωρίς να εκτεθεί σε αδικαιολόγητες δυσχέρειες ή συνθήκες ασύμβατες με τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Υπό τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη περιοχής εντός της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό όπου η Αιτήτρια θα είχε πραγματική πρόσβαση σε αποτελεσματική προστασία, θα μπορούσε εύλογα να εγκατασταθεί και θα ήταν σε θέση να εξασφαλίσει στοιχειώδεις συνθήκες αξιοπρεπούς διαβίωσης χωρίς να εκτεθεί εκ νέου σε σοβαρό κίνδυνο έμφυλης βίας ή κοινωνικής ευαλωτότητας.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ασφαλούς και εύλογης εσωτερικής μετεγκατάστασης της Αιτήτριας εντός της χώρας καταγωγής της.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Συνεκτιμώντας το σύνολο των αποδεκτών ουσιωδών ισχυρισμών της Αιτήτριας, τις διαθέσιμες και αξιόπιστες πληροφορίες χώρας καταγωγής, τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και την εξατομικευμένη εκτίμηση του προσωπικού της προφίλ και της κατάστασης ευαλωτότητάς της, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η Αιτήτρια έχει τεκμηριώσει, στον απαιτούμενο βαθμό πιθανολόγησης, βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.
Το Δικαστήριο κρίνει ότι η δίωξη αυτή συνδέεται επαρκώς με λόγο της Σύμβασης της Γενεύης και συγκεκριμένα με αποδιδόμενη πολιτική γνώμη λόγω της αντιλαμβανόμενης σύνδεσής της με το περιβάλλον Mukungubila, ενώ παράλληλα συνδέεται και με την ιδιότητά της ως μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας υπό το πρίσμα της έμφυλης και σεξουαλικής βίας που υπέστη και της έλλειψης αποτελεσματικής κρατικής προστασίας.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υφίσταται αποτελεσματική κρατική προστασία διαθέσιμη προς την Αιτήτρια στη χώρα καταγωγής της ούτε αποδείχθηκε η ύπαρξη ασφαλούς και εύλογης δυνατότητας εσωτερικής μετεγκατάστασης.
Υπό τα δεδομένα αυτά, πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου για αναγνώριση της Αιτήτριας ως πρόσφυγα.
Ως εκ των ανωτέρω, η προσφυγή επιτυγχάνει ως προς την αιτούμενη υπό το στοιχείο (Α) του αιτητικού της προσφυγής θεραπεία, με έξοδα πλέον Φ.Π.Α. υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται δυνάμει του άρθρου 146(4)(δ) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου (Ν. 73(Ι)/18) και η Αιτήτρια αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] France 24 (30 December 2013) Who is Congo’s Mukungubila: 'Prophet' or coup mastermind? http://www.france24.com/en/20131230-congo-mukungubila-profile-prophetpastor (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11.9. 2025)
[2] Οπ.παραπάνω. (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11.9. 2025)
[3] Immigration and Refugee Board of Canada (30 April 2014) COD104863.FE – Democratic Republic of Congo: Joseph Mukungubila’s church and the 30 December 2013 attacks, including the individuals involved; treatment of the church members and of Mr. Mukungubila’s family by the authorities (2006April 2014), https://www.irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=456536&pls=1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11.9. 2025)
[4] Immigration and Refugee Board of Canada (30 April 2014) COD104863.FE – Democratic Republic of Congo: Joseph Mukungubila’s church and the 30 December 2013 attacks, including the individuals involved; treatment of the church members and of Mr. Mukungubila’s family by the authorities (2006April 2014), https://www.irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=456536&pls=1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11.9. 2025)
[5] Agence France Presse, DR Congo security forces repel attacks, kill at least 70 , 30/12/2013 http://reliefweb.int/report/democratic-republic-congo/dr-congo-security-forcesrepel-attacks-dozens-dead (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11.9. 2025)
[6] African Arguments (7 January 2014) Congo after M23: the prophet Mukungubila and the death of Colonel Mamadou http://africanarguments.org/2014/01/07/congo-after-m23-the-prophetmukungubila-and-the-death-of-colonel-mamadou-by-kris-berwouts (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11.9. 2025)
[7] News 24 (16 May 2014) DRC 'prophet' accused of killings arrested in Johannesburg http://www.news24.com/SouthAfrica/News/DRC-prophet-accused-of-killingsarrested-in-Johannesburg-20140515(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11.9. 2025)
[8] RFI, RDC: Félix Tshisekedi suspend les condamnations visant le pasteur Mukungubila et ses adeptes, 22/10/2023, διαθέσιμο σε: https://www.rfi.fr/fr/afrique/20231021-rdc-f%C3%A9lix-tshisekedi-suspend-les-condamnations-visant-le-pasteur-mukungubila-et-ses-adeptes (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11.9. 2025)
[9] Jeune Afrique, RDC : Paul-Joseph Mukungubila, l’ennemi juré de Joseph Kabila, amnistié par Félix Tshisekedi, 16.7.2024, διαθέσιμο σε: https://www.jeuneafrique.com/1587729/politique/rdc-paul-joseph-mukungubila-lennemi-jure-de-joseph-kabila-amnistie-par-felix-tshisekedi/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11.9. 2025)
[10] We Africa 24, Joseph Mukungubila Returns to the DRC After a Decade in Exile, 08/07/2024, https://weafrica24.com/2024/07/08/joseph-mukungubila-returns-to-the-drc/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11.9. 2025)
[11] International Crisis Group, Katanga: Tensions in DRC’s Mineral Heartland, Africa Report N°239, 3 August 2016, https://www.ecoi.net/en/file/local/1327268/1226_1471855759_239-katanga-tensions-in-drcs-mineral-heartland.pdf , σελ.20 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11.9. 2025)
[12] US Department of State (14 October 2015) 2014 Report on International Religious Freedom - Democratic Republic of the Congo, https://www.refworld.org/reference/annualreport/usdos/2015/en/107671 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11.9. 2025)
[13] US Department of State (14 October 2015) 2014 Report on International Religious Freedom - Democratic Republic of the Congo, https://www.refworld.org/reference/annualreport/usdos/2015/en/107671 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11.9. 2025)
[14] DRC - Researched and compiled by the Refugee Documentation Centre of Ireland, Information on the Church of Paul Joseph Mukungubila Mutombo/Gideon Mukungubila including an attack/disturbance on 30 December 2013, 12 June 2015, https://www.ecoi.net/en/file/local/2005259/140672.pdf
[15] Democratic Republic of Congo: Joseph Mukungubila’s church and the 30 December 2013 attacks, including the individuals involved; treatment of the church members and of Mr. Mukungubila’s family by the authorities (2006April 2014)
Research Directorate, Immigration and Refugee Board of Canada, Ottawa, https://www.irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=456536&pls=1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11.9. 2025)
[16] Democratic Republic of Congo: Joseph Mukungubila’s church and the 30 December 2013 attacks, including the individuals involved; treatment of the church members and of Mr. Mukungubila’s family by the authorities (2006April 2014)
Research Directorate, Immigration and Refugee Board of Canada, Ottawa, https://www.irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=456536&pls=1(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11.9. 2025)
[17] Afrikarabia. 6 March 2014. Christophe Rigaud, https://afrikarabia.com/wordpress/des-proches-du-pasteur-mukungubila-menaces-dexpulsion-en-zambie/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11.9. 2025)
[18] Al Jazeera, From Kinshasa to Liverpool: A mother’s painful journey to asylum, 20 Ιουνίου 2019, https://www.aljazeera.com/features/2019/6/20/from-kinshasa-to-liverpool-a-mothers-painful-journey-to-asylum (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11.9. 2025)
[19]Bertelsmann Stiftung: BTI 2016; Congo, DR Country Report, 2016
https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2016_COD.pdf
[20] Radio Okapi, Kinshasa : 18 adeptes du prophète Mukungubila et 7 autres du BDK bénéficient de la grâce présidentielle, 01/11/2023, https://www.radiookapi.net/2023/11/01/actualite/justice/kinshasa-18-adeptes-du-prophete-mukungubila-et-7-autres-du-bdk (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11.9. 2025)
[21] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Democratic Republic of the Congo ; Situation of women without a support network in South Kivu [Q60-2024], 2 September 2024, σελ.4
https://www.ecoi.net/en/file/local/2114588/2024_09_EUAA_COI_Query_Response_Q60_DRC_Women_without_support_network_South_Kivu.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11.9. 2025)
[22] Freedom House, Freedom in the World 2024 - Democratic Republic of the Congo, 2024, https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2024 και USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf , σελ.2(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11.9. 2025)
[23] Bertelsmann Stiftung, BTI 2024 Country Report: Congo, DR, 19 March 2024, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2024_COD.pdf , σελ.23(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11.9. 2025)
[24] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf σελ.42(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11.9. 2025)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο