H. Z. G. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 2040/25, 22/5/2026
print
Τίτλος:
H. Z. G. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 2040/25, 22/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Υπόθεση Αρ.: 2040/25

 

22 Μαΐου, 2026

 

[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ - ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

H. Z. G., ARC XXXXXXXXXX από Κονγκό

 

Αιτητής

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η αίτηση

 

Γ. Καρατσιόλη (κα) για Χ. Ματθαίου (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή

Α. Φιλίππου (κος), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ο Αιτητής αιτείται δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 16/07/2025, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 28/07/2025 και με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παροχή διεθνούς προστασίας καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου 6(Ι)/2000 ως άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη, άκυρη και στερείται κάθε νόμιμου αποτελέσματος και είναι αποτέλεσμα πλάνης και κακής εφαρμογής του Νόμου.

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (στο εξής δ.φ.) που βρίσκονται ενώπιον μου, ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και στις 20/01/2022 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, αφού προηγουμένως εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνησης της Δημοκρατίας περιοχές. Στις 17/06/2025, διεξήχθη συνέντευξη στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό, ο οποίος στις 26/06/2025 υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την εισήγηση όπως απορριφθεί το αίτημα του Αιτητή. Ακολούθως, στις 16/07/2025 ο δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, ενέκρινε την πιο πάνω Έκθεση-Εισήγηση αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή και εξέδωσε απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του. Στις 28/07/2025, εκδόθηκε απορριπτική του αιτήματος του Αιτητή επιστολή από την Υπηρεσία Ασύλου συνοδευόμενη από αιτιολόγηση της απόφασής της, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή αυθημερόν. Στις 08/08/2025, ο Αιτητής καταχώρισε την παρούσα προσφυγή.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Δια της αίτησης ακυρώσεως της ο Αιτητής, μέσω της συνηγόρου του, πρόβαλε πλείονες λόγους ακυρώσεως, τους οποίους έθεσε με αοριστία και γενικότητα.

Με τη γραπτή αγόρευσή της, η συνήγορος του Αιτητή προώθησε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα μη δέουσας έρευνας, ότι ελήφθη τελώντας υπό πλάνη και/ή με πεπλανημένα κριτήρια και/ή με κατάχρηση εξουσίας και κατ' αντίθεση με το Νόμο και ότι στερείται αιτιολογίας και/ή μη επαρκούς αιτιολογίας και ότι έχει εκδοθεί από αναρμόδιο πρόσωπο.

Ο δικηγόρος των Καθ' ων η Αίτηση, με την αγόρευση του, υιοθέτησε την ένσταση και αντίτεινε ότι η προσβαλλόμενη έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η Αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.

Κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων, ημερομηνίας 10/03/2026, η συνήγορος του Αιτητή απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς πλην αυτού της δέουσας έρευνας.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Καταρχάς, παρατηρείται ότι οι λόγοι ακύρωσης που εγείρονται στην παρούσα αίτηση, παρατίθενται με γενικότητα και αοριστία. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Κανονισμού 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.

Η απλή καταγραφεί των λόγων ακύρωσης όπως η δέουσα έρευνα που προωθείται δεν εξηγεί καθόλου τη θέση της συνηγόρου του Αιτητή, ούτε παραπέμπει σε συγκεκριμένα κατ' ισχυρισμόν δεδομένα που οδήγησαν σε μη έρευνα, ή οποιονδήποτε άλλο λόγο ήθελε δικογραφηθεί από την πλευρά του Αιτητή. Η προσφυγή θα μπορούσε να απορριφθεί για τους πιο πάνω διαδικαστικούς λόγους οι οποίοι αντανακλούν βεβαίως και επί της ουσίας. Αυστηρώς ομιλούντες, τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση του δικηγόρου του Αιτητή δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον παγίως αναγνωρίζεται ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο για τη θεμελίωση γεγονότων (δέστε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384) (δέστε Υπόθεση Αρ. 1119/2009 ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012 FARHAN KHALIL, και Κυπριακής Δημοκρατίας).

Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672:

«Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης.»

Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AAΔ.598).

Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636: «Παρατηρούμε ότι στο κείμενο της προσφυγής δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ακύρωσης, αν και σχετική επιχειρηματολογία πράγματι προβάλλεται στη γραπτή αγόρευση της εφεσείουσας. Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως λόγος ακύρωσης που δεν εγείρεται στην προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία».

Σύμφωνα με την Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671: «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»

«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56»

Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται, τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου.

Στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου, 2010).

Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (KNAI ν. The Republic (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης» (Δημοκρατίας ν. Γιαλλουρίδη και Άλλων), Αναθεωρητικές Εφέσεις 868, 868, ημερομηνίας 13.12.90)».

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως των όσων ο Αιτητής δήλωσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, όσο και όσα προβάλλει με την παρούσα προσφυγή.

Σύμφωνα με τα στοιχεία στο φάκελο του Αιτητή, αυτός είναι ενήλικας από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (στο εξής «ΛΔΚ»).

Κατά το χρόνο υποβολής της αίτησής του, ο Αιτητής κατέγραψε ότι η οικογένεια του προσπάθησε να τον εξαναγκάσει σε γάμο με τον υιό του πατρικού του θείου (ήτοι τον ξάδελφό του) με την πρόφαση ότι επρόκειτο για συνήθεια και έθιμο της φυλής τους. Ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του με τη βοήθεια της μητέρας του και του πάστορα της εκκλησίας τους. (ερ. 1 και η μετάφραση 13 του διοικητικού φακέλου).(Σημειώνεται ότι κατά την καταγραφή στην αίτηση του αναφέρετε στο πρόσωπο του ενώ κατά την συνέντευξη στην Υπηρεσία Ασύλου αναφέρετε στη σύντροφο του ).

Κατά τη διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε, μεγάλωσε και διέμενε σε όλη του τη ζωή του στην Κινσάσα. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση δήλωσε άγαμος και άτεκνος, ενώ οι γονείς του και ένας εκ των αδελφών του διαμένουν στην Κινσάσα και ο άλλος αδελφός του διαμένει στον Καναδά. Σε σχέση με την εκπαίδευσή της, ανέφερε ότι είναι απόφοιτος πανεπιστημίου στον τομέα της Διοίκησης Φιλοξενίας και ομιλεί γαλλικά. Σχετικά με την εργασιακή του εμπειρία, δήλωσε ότι δεν εργάστηκε ποτέ στη χώρα καταγωγής του και τον υποστήριζαν οικονομικά οι γονείς του. (ερ. 37 38 του διοικητικού φακέλου).

Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν στο να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι αντιμετώπιζε προβλήματα με την οικογένεια της συντρόφου του, η οποία δεν τον ενέκρινε και προσπαθούσε την παντρέψει με έναν άλλο άνδρα. Πρόσθεσε δε πως ο Αιτητής με τη σύντροφό του διέφυγαν από την κοινότητα και διέμεναν σε έναν φίλο του Αιτητή, ωστόσο αναγκάστηκαν να επιστρέψουν επειδή η αστυνομία αναζητούσε τον Αιτητή μετά από καταγγελία των γονέων της συντρόφου του.(ερ. 35 – 1Χ του διοικητικού φακέλου).

Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων κατά την πρωτοβάθμια εξέταση, δόθηκε η ευκαιρία στον Αιτητή μέσω πρόσθετων ερωτήσεων να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία της και να αποσαφηνίσει τα κρίσιμα γεγονότα της αφήγησής της, τα οποία άπτονται στον πυρήνα του αιτήματός του.

Σε σχετική με το ενδεχόμενο επιστροφής του ερώτηση ο Αιτητής ανέφερε πως εάν επιστρέψει κινδυνεύει να συλληφθεί από την αστυνομία επειδή η οικογένεια της συντρόφου του θεωρεί πως θα τον κατηγορήσουν για την απαγωγή της (ερ. 35 – 2Χ και 24 – 1Χ του διοικητικού φακέλου).

Ακολούθως, ο Αιτητής ερωτηθείς σχετικά με την σχέση του με τη σύντροφό του, δήλωσε πως γνωρίστηκαν στην εκκλησία στις 18/11/2020, αρχικά έγιναν φίλοι κι έπειτα εξελίχθηκαν σε ζευγάρι (ερ. 34 – 3Χ του διοικητικού φακέλου). Περιέγραψε πως την επισκέπτονταν στην οικία της, πήγαιναν σε εστιατόρια και συναντούσαν άλλους φίλους τους (ερ. 34 – 3Χ του διοικητικού φακέλου). Η σχέση τους κράτησε περίπου ένα έτος (ερ. 33 – 1Χ του διοικητικού φακέλου).

Σε ερωτήματα αναφορικά με την οικογένεια της συντρόφου του ο Αιτητής ανέφερε πως η μητέρα της απεβίωσε, ονομάτισε τον πατέρα της ως J.M., ο οποίος εργάζεται σε εταιρεία ρουχισμού, ενώ για τη μητέρα της γνώριζε μόνο πως ήταν πωλήτρια τροφίμων καθότι οι δυο τους δεν είχαν στενή σχέση. Αναφορικά με τη σύντροφό του ανέφερε το πλήρες όνομά της, την ημερομηνία γέννησής της (ενήλικη)  και ότι ήταν μοδίστρα. (ερ. 33 – 2Χ του διοικητικού φακέλου).

Ο Αιτητής ισχυρίστηκε πως πιστεύει ότι οι γονείς της συντρόφου του δεν τον ενέκριναν καθότι είχαν ήδη κανονίσει τον γάμο της με άλλο πρόσωπο, κάτι το οποίο πληροφορήθηκε από την ίδια αναφέροντάς του την μεγάλη πίεση στην οποία την υπέβαλε η οικογένειά της και ότι ο μέλλων σύζυγός της ήταν ο θείος της (ερ. 33 – 3Χ και 32 – 1Χ του διοικητικού φακέλου).

Ακολούθως, όσον αφορά την καταγγελία εναντίον του Αιτητή από την οικογένεια της συντρόφου του, κάτι που πληροφορήθηκε από δύο αστυνομικούς που τον σταμάτησαν καθώς επέστρεφε στην οικία του οπότε ο Αιτητής διέφυγε τρέχοντας. Ωστόσο κληθείς να παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες ανέφερε πως οι εν λόγω αστυνομικοί τον ρώτησαν την ώρα και προσπάθησαν να τον συλλάβουν κάτι που δεν συνέβη λόγω του ότι διέφυγε. Κληθείς να διευκρινίσει εάν οι αστυνομικοί του μίλησαν για την το ζήτημα της καταγγελίας ή όχι, ο ίδιος δήλωσε ότι όλα συνέβησαν γρήγορα και ότι είχε αντιληφθεί τις κακές τους προθέσεις εναντίον του. Χρονολογεί το συμβάν περί τις 17/02/2021 και δεν γνώριζε πότε ακριβώς τον κατήγγειλαν. (ερ. 32 – 1Χ-2Χ του διοικητικού φακέλου).

Στη συνέχεια μετακόμισαν από την κοινότητα Kintambo στην Limbe μετά από πρόταση του Αιτητή, όπου επιβίωναν με κάποιες οικονομίες που είχαν και οι δύο, με σκοπό να αποφευχθεί ο εξαναγκαστικός γάμος της συντρόφου του αλλά και επειδή ο ίδιος είχε στο μυαλό του πως η οικογένειά της ίσως χρησιμοποιήσει εγκληματικά μέσα εναντίον του (ερ. 31 – 1Χ του διοικητικού φακέλου). Για αυτούς τους δύο μήνες διέμεναν σε έναν φίλο του Αιτητή και κυκλοφορούσαν μόνο για να αγοράσουν φαγητό, ενώ κατά τα άλλα ο Αιτητής έκανε γυμναστική και προσευχή κατά τη διάρκεια της ημέρας (ερ. 31 – 2Χ του διοικητικού φακέλου).

Ερωτηθείς σχετικά ανέφερε πως η σύντροφός του πλέον έχει επιστρέψει στην πατρική της οικία, ενώ ο ίδιος φοβάται πλέον να επιστρέψει λόγω της καταγγελίας εναντίον του (ερ. 30 – 1Χ-2Χ του διοικητικού φακέλου).

Ο Αιτητής απέρριψε το ενδεχόμενο να μετεγκατασταθεί σε άλλη πόλη της ΛΔΚ επειδή δεν έχει ζήσει ποτέ πουθενά αλλού πέρα από την Κινσάσα (ερ. 30 – 3Χ του διοικητικού φακέλου).

Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό συνέντευξης του Αιτητή και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου σχημάτισε την Έκθεση-Εισήγηση του επί τη βάση των εξής δυο (2) ουσιωδών ισχυρισμών:

(1) Προσωπικά στοιχεία και προφίλ Αιτητή

(2) Ο Αιτητής διώκονταν από τους γονείς της συντρόφου του επειδή ήθελαν να την παντρέψουν εξαναγκαστικά με έναν άλλο άνδρα

Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε αυτόν ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο και συνεπώς τον έκανε αποδεκτό, αποδεχόμενος τα στοιχεία του προφίλ του Αιτητή όπως αυτά καταγράφονται στην Έκθεση-Εισήγηση. Συγκεκριμένα, τα στοιχεία του Αιτητή εξακριβώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τη μητρική του γλώσσα, τη θρησκεία του, την εθνοτική ομάδα όπου ανήκει, το μορφωτικό του επίπεδο και τον τόπο καταγωγής και διαμονής του.

Σε σχέση με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι το ότι εγκατέλειψε τη χώρα του καθώς η οικογένεια της συντρόφου του τον δίωκε λόγω του ότι η επιθυμία τους ήταν εκείνη να συνάψει γάμο με άλλον άνδρα, οι Καθ' ων η Αίτηση απέρριψαν αυτόν ως αναξιόπιστο βάσει των ακόλουθων ευρημάτων. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παράσχει επαρκείς, λεπτομερείς και συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με το προφίλ των γονέων της συντρόφου του. Αναφορικά με τον πατέρα της, περιορίστηκε στην αναφορά του ονόματός του και γενικά ότι εργάζεται σε εταιρεία ένδυσης, χωρίς περαιτέρω στοιχεία. Ομοίως, και για τη μητέρα της συντρόφου του ανέφερε απλώς ότι εργάζεται ως πωλήτρια τροφίμων, χωρίς επιπλέον πληροφορίες. Ο λειτουργός έκρινε ότι λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι οι γονείς της συντρόφου του Αιτητή φέρονται να διαδραμάτισαν ουσιώδη ρόλο στην αναχώρησή του από τη ΛΔΚ, μέσω της καταγγελίας τους εναντίον του στις αρχές, και ενόψει της μακροχρόνιας σχέσης του με την κόρη τους, θα αναμενόταν από τον ίδιο να είναι σε θέση να παράσχει πιο λεπτομερή και συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με το προφίλ τους. Ο Αιτητής, επίσης, δεν κατόρθωσε να εξηγήσει με σαφήνεια και συνοχή τον τρόπο με τον οποίο πληροφορήθηκε ότι οι γονείς της συντρόφου του τον κατήγγειλαν στην αστυνομία. Η σχετική περιγραφή του περιστατικού με την αστυνομία ήταν ασαφής και αντιφατική, καθώς αρχικά ανέφερε ότι αστυνομικοί τον σταμάτησαν και επιχείρησαν να τον συλλάβουν, ενώ σε περαιτέρω διευκρινίσεις παρέθεσε γενικές και μη συνεκτικές λεπτομέρειες για το συμβάν λέγοντας πως τον ρώτησαν την ώρα και ο ίδιος αντιλήφθηκε πως είχαν αρνητικές προθέσεις προς το πρόσωπό του. Επιπλέον, δεν προσδιόρισε συγκεκριμένα τις κατηγορίες που φέρονται να είχαν διατυπώσει εναντίον του οι γονείς της συντρόφου του, περιοριζόμενος σε γενικές αναφορές περί «ψευδών κατηγοριών» χωρίς σαφές περιεχόμενο αυτών. Παρότι ισχυρίστηκε ότι βασίζεται στις πληροφορίες της συντρόφου του, δεν προσκόμισε περαιτέρω στοιχεία από επαφή με τις αρχές που να τεκμηριώνουν τον ισχυρισμό του και δεν τεκμηρίωσε την αξιοπιστία τουμε λεπτομέρειες που να καταδεικνύουν προσωπικά βιώματα . Επιπλέον, ο λειτουργός σημειώνει στην έκθεσή του πως ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παράσχει επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τις συνθήκες διαβίωσής του κατά την περίοδο που ισχυρίζεται ότι κρυβόταν από τους γονείς της συντρόφου του. Ειδικότερα, ανέφερε με γενικότητα ότι διέμενε σε οικία φίλου του και εξέρχονταν μόνο για αγορά τροφίμων, χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες. Ομοίως, ως προς την καθημερινή του ρουτίνα, περιορίστηκε σε αόριστες αναφορές περί άσκησης, προσευχής και διαλογισμού. Ο αρμόδιος λειτουργός λαμβανομένου υπόψη ότι ο Αιτητής ισχυρίζεται πως κρυβόταν για διάστημα δύο μηνών, έκρινε ότι θα αναμενόταν να είναι σε θέση να περιγράψει με μεγαλύτερη σαφήνεια και λεπτομέρεια τις συνθήκες διαβίωσης και την καθημερινή του δραστηριότητα κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα. Τέλος, ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με το προφίλ του πάστορα που φέρεται να τον βοήθησε να εγκαταλείψει τη χώρα. Ειδικότερα, όταν κλήθηκε να δώσει όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία, περιορίστηκε απλώς στην αναφορά του ονόματός του, χωρίς να προσθέσει οποιαδήποτε περαιτέρω διευκρίνιση ή πληροφορία. 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών του, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, η οποία επιβεβαίωσε την ύπαρξη του εξαναγκαστικού γάμου στην ΛΔΚ, ωστόσο αυτές οι πληροφορίες δεν επιβεβαιώνουν τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς του Αιτητή και δεδομένης της μη στοιχειοθέτησης της εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού του ο ισχυρισμός απορρίφθηκε.

Εν συνεχεία ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στο στην πόλη Κινσάσα της ΛΔΚ, όπου γεννήθηκε, μεγάλωσε και διέμεινε για όλη του τη ζωή. Αναλύοντας την κατάσταση ασφαλείας τόσο στη χώρα όσο και στον τόπο συνήθους διαμονής, o αρμόδιος λειτουργός διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν εύλογοι/βάσιμοι λόγοι από τους οποίους προέκυπτε ότι υπήρχε περίπτωση, εάν επέστρεφε στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής να αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω της κατάστασης ασφαλείας η οποία επικρατούσε στην πόλη Κινσάσα στην ΛΔΚ.

Ως εκ των άνω ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε πως ο Αιτητής δε συγκεντρώνει έναν από τους πέντε λόγους που προβλέπονται από το νόμο (άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000) ώστε να του χορηγηθεί προσφυγικό καθεστώς. Επίσης, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε εξέταση του κατά πόσο ο Αιτητής δικαιούται παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19 (1) και εν τέλει, δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 (2) (α), (β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000. Συγκεκριμένα, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής της δεν υπήρχαν ουσιώδεις λόγοι από τους οποίους να προέκυπτε ότι θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υφίστατο θανατική ποινή ή εκτέλεση, όπως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(α) ή βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία όπως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(β), αλλά ούτε και υπήρχαν ουσιώδεις λόγοι από τους οποίους να προέκυπτε ότι θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υφίστατο σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ως το άρθρο 19 (2)(γ) προνοεί, σύμφωνα με τα στοιχεία που προέκυψαν από την σχετική έρευνα που διεξήγαγε. Ως εκ τούτων, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν πληρούσε ούτε τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

Έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, δέον να αναφερθούν τα ακόλουθα:

Καταρχάς, κρίνω ως ορθή την αποδοχή από τους Καθ' ων η αίτηση του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος και αφορά την ταυτότητα και τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή.

Αναφορικά με τον ουσιώδη ισχυρισμό υπ' αριθμόν δύο, βάσει της αξιολόγησης τόσο της εσωτερικής, όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας των υπό εξέταση ισχυρισμών του Αιτητή, το Δικαστήριο καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με τον αρμόδιο λειτουργό και ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος, για τους λόγους που αναλυτικά καταγράφονται στην επίδικη στην οποία και παραπέμπω. Περαιτέρω λαμβάνεται υπόψη ότι η σύντροφος του ήταν ενήλικη και οικονομικά ανεξάρτητη εφόσον εργαζόταν ως μοδίστρα. Περαιτέρω η παράλειψη του να διερευνήσει και να ζητήσει νομική συμβουλή δεν κρίνεται ως ευλογοφανής . Περαιτέρω ο ίδιος δήλωσε πως η αστυνομία επιθυμούσε να τον ανακρίνει χωρίς ωστόσο να γνωρίζει επισημά το λόγο πέραν από αυτό που του ανέφερε η σύντροφος του .Συνεπώς δεν τεκμηριώνεται ο ισχυρισμός του περί δίωξης. Εξάλλου μετά τη φυγή του δεν προέκυψε  οποιοδήποτε πρόβλημα, επίσης οι ισχυρισμοί του κατά την καταγραφή των λόγω εγκατάλειψης της χώρας του βρίσκονται σε αντίφαση με τα λεγόμενα του κατά την συνέντευξή του. Περαιτέρω ακόμα και αν ο Αιτητής κρινόταν  αξιόπιστος ο λόγος που προβάλει δεν εμπίπτει σε ένα από τους λογούς που δικαιολογούν να του αποδοθεί το καθεστώς διεθνούς προστασίας .

Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε αιτητή/αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του/της για διεθνή προστασία. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος του ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, αλλά ούτε και κατά την ενώπιον μου διαδικασία.

Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι ο αρμόδιος λειτουργός, στην Έκθεση-Εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.

Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358). Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι η συνοχή μεταξύ των δηλώσεων του αιτητή συνιστά δείκτη της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του[1]. Όταν ο aιτητής κρίνεται αναξιόπιστος, δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω διερεύνησης (βλ. υπόθ. αρ. 1964/06, ημερ. 11.3.08 Obaidul Haque v. Δημοκρατίας).

Περαιτέρω, συμφωνώ με την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη ο αρμόδιος λειτουργός στη βάση του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με τη μη πλήρωση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος καθώς ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για έναν από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

Σημειώνεται πως λόγω του ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή αναφορικά με το λόγο που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα της απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος, δεν πληρούνταν και οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορούσε να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής θα κινδύνευε να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).

Για τους ίδιους λόγους, κρίνω ότι ορθά κρίθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν στοιχειοθετούνταν ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(2)(β) του Νόμου για να παρασχεθεί στον Αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υφίστατο σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

Αναφορικά με τη μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:

Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο/η αιτητής/αιτήτρια θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του/της ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του/της στη χώρα καταγωγής του/της, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας[1]» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).

Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο/η αιτητής/αιτήτρια μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν αυτός/αυτή δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.

Εν προκειμένω, αναφορικά με τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την πόλη Κινσάσα στην ΛΔΚ, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα αναφορικά με τις επικρατούσες συνθήκες στην εκεί περιοχή.

Σύμφωνα με την ιστοσελίδα War Watch (πρώην RULAC, πρωτοβουλία της Ακαδημίας της Γενεύης για το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα), η ΛΔΚ βιώνει διαχρονικά κυκλική βία, που ξεκινά από την αποικιοκρατική εκμετάλλευση και τη δικτατορία μετά την ανεξαρτησία και φτάνει έως τους περιφερειακούς πολέμους της ΛΔΚ. Αυτές οι εξελίξεις έχουν οδηγήσει σε συνεχή παρουσία ένοπλων ομάδων και αδύναμους κρατικούς θεσμούς. Στην ανατολική ΛΔΚ, η αναζωπύρωση της ένοπλης οργάνωσης March 23 Movement (M23), η δράση άλλων ομάδων όπως οι Allied Democratic Forces (ADF) και οι μαζικοί εκτοπισμοί πληθυσμών δείχνουν τη συνέχιση μη διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης, η οποία επηρεάζεται από ξένες παρεμβάσεις και ανταγωνιστικές περιφερειακές δυνάμεις. Κατά την εξεταζόμενη περίοδο, η παρουσία και υποστήριξη της Ρουάντα προς την M23 προκάλεσε αυξανόμενη διεθνή καταδίκη, ενώ η αποστολή του ΟΗΕ στη χώρα (MONUSCO) αντιμετώπισε βίαιες αντιδράσεις και έντονες συζητήσεις για την αποχώρησή της. Παράλληλα, η κατάσταση έκτακτης ανάγκης σε Ituri και North Kivu, οι αμφισβητούμενες εκλογές, η δημιουργία της Alliance Fleuve Congo (AFC) σε συνεργασία με την M23, καθώς και οι αποσπασματικές ειρηνευτικές πρωτοβουλίες και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στην περιοχή, συνέβαλαν στην περαιτέρω αποσταθεροποίηση και πόλωση της κατάστασης.[2]

Για την πληρότητα της έρευνας θα παρατεθούν τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα για την ένταση της ένοπλης σύρραξης. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο ένα έτος περίπου (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 01/05/2026), καταγράφηκαν 54 περιστατικά πολιτικής βίας ("political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/ απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 48 θάνατοι[3]. Σημειώνεται, ότι βάσει εκτίμησης του 2026, ο πληθυσμός στην πόλη Κινσάσα στη ΛΔΚ ανέρχεται στα 21.852.144 κατοίκους[4].

Εκ των ανωτέρω πληροφοριών που παρατέθηκαν, διαπιστώνεται ότι παρά την ύπαρξη περιστατικών ασφαλείας στην ΛΔΚ, αυτά δεν επηρεάζουν τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή και επιπρόσθετα διαπιστώνεται πως ο αριθμός των επεισοδίων αυτών και ο βαθμός αδιάκριτης βίας κατά των αμάχων δεν φτάνει το βαθμό κατά τον οποίο να τεκμηριώνεται ότι και μόνη η παρουσία του Αιτητή στην εκεί περιοχή, τον εκθέτει σε πραγματικό κίνδυνο βλάβης, κατά την έννοια της διάταξης του Άρθρου 15(γ) της Οδηγίας, με συνέπεια να απαιτούνται ορισμένα προσωπικά χαρακτηριστικά που θα αύξαναν το ρίσκο του αμάχου συγκριτικά με τον μέσο πληθυσμό της περιοχής.

Συνεπώς, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι με την εκεί επιστροφή του θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη και ως εκ τούτου δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στο άρθρο 19(2)(γ) του Περί Προσφύγων Νόμου.

Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας νεαρής ηλικίας, υγιής και ικανός προς εργασία. Επομένως, λαμβάνοντας υπόψιν  και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του Αιτητή, οι οποίες δεν παρουσιάζουν δείκτες ευαλωτότητας, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.

Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, του Συντάγματος και των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου.

Συνεπώς, η προσφυγή απορρίπτεται με € 1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση.

 

 

Βούλα Κουρουζίδου – Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] EASO, 'Practical Guide: Evidence Assessment, 2015, διαθέσιμο σε:

https://euaa.europa.eu/sites/default/files/public/EASO-Practical-Guide_-Evidence-Assessment.pdf (assessed on 12/05/2026)

 

[3] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (assessed on 12/05/2026)

[4] World Population Review, Democratic Republic of Congo: Kinshasa, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (assessed on 12/05/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο