T.Y. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 2090/2025, 25/5/2026
print
Τίτλος:
T.Y. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 2090/2025, 25/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 2090/2025

                                               25 Μάϊου  2026

[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ - ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

T.Y. ARC {…} από ΓΟΥΙΝΕΑ

Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η Αίτηση

 

 

Γεωργία Καρατσίολη για Ματθαίου Χρύσα και Συνεργάτες, Δικηγόρος για τον Αιτητή

Χαράλαμπος Καστάνας για Μάσσιμο Αμπελώμος, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Ο Αιτητής αιτείται δήλωσης ή/και απόφασης του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 19/06/2025, η οποία του κοινοποιήθηκε στις 08/08/2025 και με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παροχή διεθνούς προστασίας καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου Ν. 6(Ι)/2000, είναι άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη και στερείται κάθε νόμιμου αποτελέσματος.

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Δημοκρατίας της Γουινέας (εφεξής «Γουινέα») και στις 05/06/2021 υπέβαλε αίτηση χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας, η οποία καταχωρίστηκε στις 09/06/2021, από το Κέντρο Πρώτης Υποδοχής Πουρνάρα.

Στις 26/04/2025 πραγματοποιήθηκε η πρωτοβάθμια συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου προς εξέταση του αιτήματός του για διεθνή προστασία.

Στις 03/06/2025 ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή.

Στις 19/06/2025, εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας και την έκδοση απόφασης επιστροφής του Αιτητή στην χώρα καταγωγής του.

Ακολούθως, στις 05/08/2025,  η Υπηρεσία Ασύλου ετοίμασε σχετική απορριπτική επιστολή μαζί με αιτιολόγηση της σχετικής απόφασης, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 08/08/2025, παραλήφθηκε δε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον ίδιο, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου σε γλώσσα την οποία κατανοεί.

Στη συνέχεια, στις 19/08/2025, ο Αιτητής καταχώρισε την υπό εξέταση προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π.), προσβάλλοντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Η συνήγορος του Αιτητή, δια του εισαγωγικού της δικογράφου, προέβαλε πλείονες λόγους ακύρωσης προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης.

Δια της γραπτής αγόρευσης, η συνήγορος του Αιτητή περιορίζει το αιτητικό της προσφυγής και προωθεί τους νομικούς ισχυρισμούς περί μη διεξαγωγής δέουσας έρευνας, περί λήψης της απόφασης υπό πλάνη και την έλλειψη/μη δέουσα αιτιολογία αυτής. Συγκεκριμένα, ως προς την έλλειψη δέουσας έρευνας, η συνήγορος προβάλλει πως οι Καθ’ ων η αίτηση παραβίασαν τις ενδεδειγμένες διαδικασίες παραλείποντας να διενεργήσουν επαρκή έρευνα σε σχέση με τους ισχυρισμούς του Αιτητή, με αποτέλεσμα να καταλήξουν ατεκμηρίωτα και επιφανειακά στο συμπέρασμα ότι στο πρόσωπο του Αιτητή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του Περί Προσφύγων Νόμου. Επιπλέον, είναι θέση της συνηγόρου πως ο λειτουργός δεν έθεσε τις ερωτήσεις με τον προσήκοντα τρόπο, με αποτέλεσμα η απόφαση να ληφθεί υπό πλάνη, βασισμένη σε πεπλανημένα κριτήρια, ενώ εσφαλμένα δεν παραχώρησε στον Αιτητή το ευεργέτημα της αμφιβολίας, από την στιγμή που έκρινε την αξιοπιστία του ως μη ικανοποιητική. Περαιτέρω, δια της γραπτής αγόρευσης υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη, τόσο ως προς την θεμελίωση περί υπαγωγής στο προσφυγικό καθεστώς, όσο και ως προς την υπαγωγή στην συμπληρωματική προστασία, ενώ παράλληλα η προσβαλλομένη πάσχει λόγω πλάνης περί τα πράγματα. Καταληκτικά, ο Αιτητής δια της συνηγόρου του αιτείται όπως κηρυχθεί άκυρη η προσβαλλόμενη απόφαση.

Οι Καθ' ων η Αίτηση κατά την Ένστασή τους υπεραμύνονται της ορθότητας και της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης και αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη πράξη έχει ληφθεί σύμφωνα με τις Διεθνείς Συμβάσεις, τις διατάξεις του Συντάγματος, των Νόμων και των Κανονισμών, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας που παρέχει ο Νόμος στους Καθ' ων η Αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά με την υπόθεση στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά, είναι δε επαρκώς και/ ή δεόντως αιτιολογημένη.

Στην γραπτή τους αγόρευση, οι Καθ’ ων η αίτηση επαναλαμβάνουν την θέση τους περί ορθότητας και νομιμότητας της επίδικης απόφασης και αντικρούουν τους λόγους ακύρωσης που εκτέθηκαν από την συνήγορο του Αιτητή, υποστηρίζοντας πως ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης ούτε να αναστρέψει το τεκμήριο νομιμότητας που διέπει την διοικητική πράξη, ενώ περαιτέρω υποστηρίζουν πως ο Αιτητής δεν πληροί το στοιχείο της αξιοπιστίας και οι ισχυρισμοί του δεν θεμελίωσαν το κριτήριο της παρελθούσας ή μελλοντικής δίωξης. Αποτελεί θέση τους ότι οι νομικοί ισχυρισμοί περί μη δέουσας έρευνας, έλλειψης αιτιολογίας και πλάνης περί τα πράγματα είναι αβάσιμοι, διατεινόμενοι πως η προσβαλλόμενη είναι δεόντως αιτιολογημένη, προϊόν ενδελεχούς έρευνας και χωρίς συνδρομή πραγματικής πλάνης. 

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Καταρχάς, παρατηρείται ότι οι λόγοι ακύρωσης που εγείρονται στην παρούσα αίτηση, παρατίθενται με γενικότητα και αοριστία. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Κανονισμού 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.

Η αναφορά, για παράδειγμα, ότι «η απόφαση πάσχει γιατί λήφθηκε χωρίς την δέουσα έρευνα» (το ίδιο αοριστολόγοι είναι και οι υπόλοιποι λόγοι ακύρωσης), δεν εξηγεί καθόλου, ούτε παραπέμπει σε συγκεκριμένα κατ' ισχυρισμόν δεδομένα που οδήγησαν σε μη έρευνα, ή σε πλάνη κλπ.. Η προσφυγή θα μπορούσε να απορριφθεί για τους πιο πάνω διαδικαστικούς λόγους οι οποίοι αντανακλούν βεβαίως και επί της ουσίας. Αυστηρώς ομιλούντες, τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση της δικηγόρου της Αιτήτριας δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον παγίως αναγνωρίζεται ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο για τη θεμελίωση γεγονότων (δέστε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384) (δέστε Υπόθεση Αρ. 1119/2009 ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012 FARHAN KHALIL και Κυπριακής Δημοκρατίας).

Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672: «Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης.».

Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμό παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3AAΔ.598).

Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636: «Παρατηρούμε ότι στο κείμενο της προσφυγής δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ακύρωσης, αν και σχετική επιχειρηματολογία πράγματι προβάλλεται στη γραπτή αγόρευση της εφεσείουσας. Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως λόγος ακύρωσης που δεν εγείρεται στην προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία».

Σύμφωνα με την Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671: «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία. Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56».

Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται, τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου.

Στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου, 2010).

Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (KNAI ν. The Republic (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης» (Δημοκρατίας ν. Γιαλλουρίδη και Άλλων, Αναθεωρητικές Εφέσεις 868, 868, ημερομηνίας 13.12.90).».

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως των όσων ο Αιτητής δήλωσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, όσο και όσα προβάλλει με την παρούσα προσφυγή.

Κατά την υποβολή του αιτήματός του για διεθνή προστασία στις 28/05/2024, o Αιτητής κατέγραψε ότι έφυγε από την χώρα καταγωγής του εξαιτίας της μαγείας που εξασκούσε η θετή μητέρα του εναντίον του, με σκοπό να τον σκοτώσει και να ιδιοποιηθεί την περιουσία του πατέρα του, δεδομένου ότι ο Αιτητής ήταν μοναχοπαίδι και οι γονείς του είχαν αποβιώσει. (ερ. 3-1 Δ.Φ.).

Κατά την διάρκεια της προφορικής συνέντευξης ο Αιτητής δήλωσε ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, είναι υπήκοος Γουινέας, άγαμος, μουσουλμάνος στο θρήσκευμα, γεννηθείς την 01/07/1995 στο Conakry, ανήκων στην φυλή Kissy, με μητρική του γλώσσα τα Soussou, ενώ ομιλεί επίσης και τα γαλλικά. Αναχώρησε από την χώρα καταγωγής του την 29/03/2021 και εισήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία την 31/03/2021, δια μέσου Τουρκίας και των μη ελεγχόμενων από την Kυπριακή κυβέρνηση περιοχών (ερυθρά 3-1 και ερ. 61 και ερ. 53 του Δ.Φ.).

Αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση δήλωσε πως διέμενε με τον πατέρα του, ο οποίος ήταν στρατιωτικός, και τη μητέρα του στην περιοχή Simbaya, στο Matoto του Conakry μέχρι που οι γονείς του χώρισαν και η μητέρα του μετακόμισε στην περιοχή Kamar Abuni στην Kindia μετά το 2006. Ο Αιτητής παρέμεινε στο Matoto με τον πατέρα και την θετή του μητέρα, μέχρι το 2010, έτος κατά το οποίο ο πατέρας του απεβίωσε από φυσικά αίτια. Στη συνέχεια, λόγω της κακομεταχείρισης που υφίστατο από την θετή του μητέρα, μετακόμισε στο σπίτι της θείας του  το 2014, στην περιοχή Taneri του Conakry (ερ. 58-56 Δ.Φ.)  Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, ο Αιτητής δήλωσε πως έχει ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και φοίτησε σε πανεπιστημιακή σχολή για τρία έτη, μέχρι το 2018, την οποία εγκατέλειψε λόγω οικονομικών δυσκολιών. Στη συνέχεια εργάστηκε ως φύλακας ασφαλείας στην εταιρεία BECEIP για έξι μήνες το 2019, ενώ τον υπόλοιπο καιρό τον συντηρούσε η θεία του οικονομικά (ερ. 54-53 του Δ.Φ.).

Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής, κατά την διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, δήλωσε ότι εγκατέλειψε την Γουινέα επειδή η θετή μητέρα του ήθελε να τον βλάψει εξαιτίας των περιουσιακών στοιχείων που του κληροδότησε ο πατέρας του. Εξήγησε πως επειδή ο ίδιος ήταν μοναχοπαίδι και η θετή μητέρα δεν είχε δικά της παιδιά, ήθελε να ιδιοποιηθεί την κληρονομιά του Αιτητή και για τον λόγο αυτόν τον κακομεταχειριζόταν, ο Αιτητής δεν αισθανόταν άνετα μαζί της, αντιμετώπιζε συνεχώς προβλήματα και διάφορα άτομα του έλεγαν πως η θετή μητέρα του ήθελε να τον σκοτώσει και για τον σκοπό αυτόν χρησιμοποιούσε και μαγεία εναντίον του  (ερ. 52 του Δ.Φ.).

Στις διευκρινιστικές ερωτήσεις της λειτουργού σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία που προκάλεσαν την επικαλούμενη διένεξη με την θετή μητέρα, ο Αιτητής δήλωσε πως εκείνη διεκδικούσε το σπίτι του πατέρα του καθώς και το κατάστημα με είδη διατροφής που είχε αγοράσει ο πατέρας του στην περιοχή Taneri Symbaya για την θετή του μητέρα (ερ. 51 1x-6x Δ.Φ.). Ζητηθείς να προσδιορίσει πότε ξεκίνησαν τα προβλήματα μαζί της, ο Αιτητής απάντησε το 2010, μετά τον θάνατο του πατέρα του. Κληθείς να εξειδικεύσει τα προβλήματα που αντιμετώπισε από την μητριά του, ο Αιτητής δήλωσε πως αισθανόταν άρρωστος, πως είχε προβλήματα με το στομάχι του και δεν τον βοηθούσε τίποτα, καθώς αυτό που του συνέβαινε ήταν ανεξήγητο. Ερωτηθείς εάν συμβουλεύθηκε ποτέ ιατρό, ο Αιτητής το επιβεβαίωσε, διευκρινίζοντας πως δεν διέγνωσε τίποτα το παθολογικό (ερ. 51 7χ  και 50 4χ Δ.Φ.).

Ζητηθείς να περιγράψει την συμβίωση με την μητριά του, ο Αιτητής εξήγησε πως μολονότι εκείνη δεν τον ήθελε στο σπίτι, εκείνος δεν ήθελε να φύγει επειδή ήταν το σπίτι του πατέρα του, προσθέτοντας επίσης πως όσο διέμενε μαζί της είχε πρόβλημα με το στομάχι του, το οποίο υποχωρούσε μόνο όταν πήγαινε να μείνει με την θεία του, στην οποία μετακόμισε τελικά οριστικά το 2019 (ερ. 50 Δ.Φ.). Σε διευκρινιστική ερώτηση της λειτουργού, ο Αιτητής ανέλυσε πως όταν δεν αισθανόταν καλά, ερχόταν η θεία του και τον έπαιρνε να μείνει μαζί της και συγκεκριμένα πρώτη φορά έμεινε με την θεία του μεταξύ 2014-2015, μετά το 2017-2018 και τελικά έφυγε από το σπίτι όπου διέμενε με την θετή του μητέρα το 2019 και δεν ξαναγύρισε (ερ. 49 5χ Δ.Φ.).

Σχετικά με τα συμπτώματα που αντιμετώπιζε, ο Αιτητής προσδιόρισε πως είχε στομαχόπονο και πονοκέφαλο, πως ο γιατρός του είπε πως είναι απλός πυρετός και πως παρ’ όλο που πήρε φαρμακευτική αγωγή, του εμφανιζόταν από το 2014 μέχρι και το 2020 με περιοδικότητα δύο περίπου φορές ανά έτος, ενώ πλέον αισθάνεται καλά (ερ. 48 1χ Δ.Φ.).

Ερωτηθείς γιατί επέστρεφε στο σπίτι με την μητριά του και δεν παρέμενε στην θεία του, ο Αιτητής απάντησε πως ήταν το σπίτι του πατέρα του. Σχετικά με την αντίδραση της μητριάς του όταν επέστρεφε, ο Αιτητής δήλωσε πως του έλεγε να φύγει και να ξεχάσει το σπίτι (ερ. 47 Δ.Φ.). Σχετικά με την διαδικασία την απόκτησης των κληρονομιαίων, ο Αιτητής εξήγησε πως χρειάζεται να έχει τους τίτλους ιδιοκτησίας προκειμένου να κάνει αποδοχή της κληρονομιάς και τους τίτλους τους είχε η θετή του μητέρα, η οποία του απάντησε ότι δεν έχει τα έγγραφα όταν της τα ζήτησε το 2019, πριν φύγει από το σπίτι οριστικά (ερ. 46 1χ- 5χ και ερ. 45 1χ Δ.Φ.).

Ζητηθείς να αποσαφηνίσει εάν η μητριά του ήθελε να το εκδιώξει από το σπίτι ή εάν ήθελε να ιδιοποιηθεί το σπίτι, ο Αιτητής απάντησε ότι προσπαθούσε μέσω της ασθένειας να τον σκοτώσει προκειμένου να κληρονομήσει εκείνη το σπίτι. Ερωτηθείς σχετικά με τη μαγεία που επικαλέστηκε ο Αιτητής ότι η μητριά εξασκούσε πάνω του, διευκρίνισε πως στο νοσοκομείο δεν διέγνωσαν κάποια ασθένεια και του είπαν πως κάποιος του ασκεί μαγική επιρροή και προσπαθεί να τον σκοτώσει. Διευκρίνισε, στη συνέχεια, πως η μητριά του δεν τον έβλαψε ποτέ ευθέως σωματικά (ερ. 45 και ερ. 44 1χ Δ.Φ.).

Σχετικά με την τελευταία ημέρα του στο σπίτι πριν αναχωρήσει οριστικά, ο Αιτητής απάντησε πως ήταν Δεκέμβρης του 2019 και πριν φύγει της είχε δηλώσει πως δεν θέλει να την ξαναδεί στην ζωή του. Σε επόμενη ερώτηση σχετικά με το εάν η ίδια ήταν παρούσα όταν έφυγε, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά και ζητηθείς να εξηγήσει πώς τότε της το δήλωσε αυτό αφού δεν ήταν εκεί, ο Αιτητής διευκρίνισε πως της το είχε πει το προηγούμενο βράδυ και πως εκείνη δεν είχε απαντήσει τίποτα. Δήλωσε, δε, πως μετά την αναχώρησή του εκείνη δεν τον αναζήτησε ποτέ ούτε την είδε ξανά έκτοτε (ερ. 44 2χ και ερ. 43 1χ του Δ.Φ.). Σχετικά με την κακομεταχείριση που ισχυρίστηκε ότι υφίστατο, ο Αιτητής απάντησε πως δεν του μιλούσε και δεν ενδιαφερόταν για την διατροφή του, συμπληρώνοντας πως και το φαγητό που του άφηνε ο ίδιος δεν το έτρωγε γιατί υποψιαζόταν ότι το φαγητό συνδεόταν με την αδιαθεσία που ένιωθε (ερ. 43 Δ.Φ.).

Ερωτηθείς σχετικά με τα μελλοντικά του σχέδια αναφορικά με την κληρονομιά του, ο Αιτητής δήλωσε πως δεν επιθυμεί πλέον το σπίτι, παρά μόνο να αναζητήσει προστασία στην Δημοκρατία και πως, σε ενδεχόμενη περίπτωση που συναντούσε την θετή του μητέρα, θα της έλεγε πως αποσύρεται από την διεκδίκηση του σπιτιού, ωστόσο, δήλωσε πως εκείνη θα τον υποψιαζόταν ακόμη, ως μοναδικό κληρονόμο και ως εκ τούτου θα ήταν καλύτερο για εκείνον να μην επιστρέψει (ερ. 42 Δ.Φ.).

Σχετικά με το διάστημα 2019-2021 μέχρι να αναχωρήσει από την χώρα ο Αιτητής δήλωσε πως είχε ήδη προσπαθήσει ανεπιτυχώς να διασχίσει την Μεσόγειο μέσω Μαρόκο τον Ιανουάριο του 2020, αλλά κατέληξε στην φυλακή προς απέλαση και τελικά επέστρεψε στην Γουινέα τον Ιανουάριο του 2021 (ερ. 41-40 Δ.Φ).

Στις ερωτήσεις αναφορικά με το τι θα αντιμετώπιζε σε ενδεχόμενη περίπτωση επιστροφής, ο Αιτητής δήλωσε πως εάν τον ξαναέβλεπε η θετή του μητέρα θα επεδίωκε να τον σκοτώσει εξαιτίας της κληρονομιάς, προσθέτοντας πως θα απέφευγε να διεκδικήσει νομικά την περιουσία του πατέρα του, ώστε να μην τον αναζητήσει να τον βλάψει η θετή του μητέρα μέσω πρακτικών μαγείας (ερ. 38 Δ.Φ.).

Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό της συνέντευξης του Αιτητή και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, η αρμόδια λειτουργός Ασύλου σχημάτισε την Έκθεση – Εισήγησή της επί τη βάσει των εξής δύο (2) ουσιωδών ισχυρισμών: (1) Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή, (2) Λόγω του ότι κινδύνευε από την μητριά του.

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε δεκτός, καθώς στοιχειοθετήθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία του σε συνάρτηση με πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. (ερ. 71-70 Δ.Φ.).

Αναφορικά με τον δεύτερο ισχυρισμό του Αιτητή, ο οποίος έτυχε απόρριψης, η λειτουργός αξιολόγησε πως οι δηλώσεις του Αιτητή χαρακτηρίζονταν από έλλειψη ευλογοφάνειας και επαρκών πληροφοριών, ενώ κρίθηκε επίσης πως ο Αιτητής υπέπεσε σε αντιφάσεις και ασυνέπειες κατά την εξιστόρηση των δηλώσεών του. Ειδικότερα, ο Αιτητής κρίθηκε πως δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες και λεπτομέρειες σχετικά με την δήλωση ότι η σχέση του με την μητριά του δεν ήταν καλή, ενώ επίσης δεν εξειδίκευσε με λεπτομέρειες τι προβλήματα αντιμετώπισε. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την λειτουργό, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να εξειδικεύσει καμία πράξη εις βάρος του από την μητριά του (ερ. 68 Δ.Φ.). Περαιτέρω, ο ισχυρισμός ότι η μητριά του διεκδικούσε και το κατάστημα, το οποίο εξαρχής, σύμφωνα με τις δηλώσεις του Αιτητή, είχε αγοραστεί από τον πατέρα του για την ίδια, στερείται ευλογοφάνειας, ενώ επίσης και οι δηλώσεις του Αιτητή πως παρέμενε με την θετή του μητέρα από το 2010 μέχρι και το 2019, μολονότι η διαβίωσή του εκεί δεν ήταν ευχερής και θα μπορούσε να έχει μετοικήσει μόνιμα στο σπίτι της θείας του, αξιολογούνται ως στερούμενες ευλογοφάνειας (ερ. 70-69 Δ.Φ.). Τέλος, σημειώθηκε ανεπάρκεια πληροφοριών και ανακρίβειες σχετικά με το καθεστώς ιδιοκτησίας της οικίας του πατέρα του, τους τίτλους ιδιοκτησίας όπως και την διαδικασία αποδοχής κληρονομίας, ενώ περαιτέρω καταγράφηκε έλλειψη ευλογοφάνειας σχετικά με τον ισχυρισμό ότι η μητριά επιθυμούσε να τον σκοτώσει, δεδομένου ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει κάποια κακόβουλη πράξη εναντίον του, πολλώ δε μάλλον συνδεόμενη με τον σκοπό του προσπορισμού της περιουσίας του από πλευράς της μητριάς του (ερ. 68 Δ.Φ.).

Επί της εξωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού, η αρμόδια λειτουργός Ασύλου  έκρινε πως τα όσα ανέφερε ο Αιτητής στην συνέντευξη του αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι και αντικειμενικοί λόγοι που να δικαιολογούν την διασταύρωση των δηλώσεων του με πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης από την χώρα καταγωγής του. Καταληκτικά, η λειτουργός απορρίπτει τον υπό εξέταση ισχυρισμό. (ερ. 68 Δ.Φ.).

Ακολούθως, η αρμόδια λειτουργός Ασύλου προχώρησε σε αξιολόγηση του κινδύνου με ανάλυση του βάσιμου φόβου δίωξης και κινδύνου σοβαρής βλάβης του Αιτητή, στον οποίο ενδέχεται να εκτεθεί σε περίπτωση επιστροφής του στην Γουινέα κατά το οποίο εξετάζεται ο μελλοντικός κίνδυνος με βάση τα αποδεδειγμένα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά τα οποία έχουν γίνει αποδεκτά στην ανωτέρω ανάλυση. Επί τούτου, η αρμόδια λειτουργός Ασύλου, παραπέμποντας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την γενική κατάσταση ασφαλείας στην Γουινέα και λαμβάνοντας υπόψιν τις προσωπικές καταστάσεις του Αιτητή, ήτοι ότι πρόκειται για υγιή ενήλικο άνδρα, με πανεπιστημιακές σπουδές και εργασιακή εμπειρία, ο οποίος διατηρεί οικογενειακούς δεσμούς στην χώρα καταγωγής του, επεσήμανε πως δεν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, θα υποστεί δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Ενόψει των ανωτέρω ευρημάτων, των ισχυρισμών, του προφίλ του Αιτητή, της αξιολόγησης κινδύνου και της νομικής ανάλυσης, η αρμόδια λειτουργός κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται προσφυγικού καθεστώτος, δεδομένου ότι στο πρόσωπό του δεν τεκμηριώθηκε ότι συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης συνδεόμενο με έναν από τους λόγους που αναφέρονται  στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, στο άρθρο 10 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και στο άρθρο 3 και 3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου. (ερ. 67- 66 Δ.Φ.)

Περαιτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο του Αιτητή, δυνάμει του άρθρου 15, εδάφια (α) και (β), της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο 19(2), εδάφια (α) και (β), του περί Προσφύγων Νόμου), καθότι δεν διαπιστώθηκε ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη Γουινέα θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή/και εξευτελιστικής μεταχείρισης ή/και τιμωρίας. Επιπρόσθετα, η αρμόδια αρχή, έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου), καθότι δεν διαπιστώθηκε ότι υπάρχει λόγος να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή ως άμαχος πολίτης, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης κατά την επιστροφή του στην χώρα καταγωγής του και ειδικότερα στην επαρχία του Conakry. (ερ. 66 Δ.Φ.).

Στη βάση όλων των ανωτέρω, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε δια της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ενόψει και της δικαιοδοσίας που έχει το παρόν Δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου (Ν. 73(I)/2018, ως έχει τροποποιηθεί), και συγκεκριμένα την υποχρέωση να προβαίνει και σε έλεγχο της ορθότητας της επίδικης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και επί της ουσίας τα γεγονότα αυτής, έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, δέον να αναφερθούν τα ακόλουθα:

Καταρχάς, κρίνω ως ορθή την αποδοχή από τους Καθ' ων η Αίτηση του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος και αφορά στην ταυτότητα και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή.

Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, συντάσσομαι με τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού και  ορθά δεν έγινε αποδεκτός στη βάση ότι δεν εντοπίστηκαν στοιχεία που να παραπέμπουν σε  ικανοποίηση των κριτηρίων αξιοπιστίας . Σε  τούτο το συμπέρασμα καταλήγει και το Δικαστήριο καθότι εντόπισε στις δηλώσεις του  Αιτητή  αντιφάσεις κενά και ασυνέπειες στα λεγόμενά του.

Ειδικότερα, παρατηρούνται αποκλίσεις, αντιφάσεις και έλλειψη ευλογοφάνειας στις αναφορές του Αιτητή  σχετικά με το ιστορικό και τα περιστατικά του (φερόμενου) φόβου του λόγω της δίωξης του από την μητριά του.

Στο σημείο αυτό, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα και με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε αιτητή/αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του/της για διεθνή προστασία. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω από τον αρμόδιο λειτουργό και υιοθετούνται από το Δικαστήριο, ο  Αιτητής  δεν κατάφερε τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος του, ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, αλλά ούτε κατά την ενώπιόν μου διαδικασία.

Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και κωλύματος αποδοχής αιτήματος για λόγους αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α., 2009 3 Α.Α.Δ. 358). Υπενθυμίζεται εξάλλου, ότι η συνοχή μεταξύ των δηλώσεων του αιτητή συνιστά δείκτη της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του[1]. Όταν ο αιτητής κρίνεται αναξιόπιστος, δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω διερεύνησης (βλ. υπόθ. αρ. 1964/06, ημερ. 11.3.08, Obaidul Haque v. Δημοκρατίας).

Ως εκ των ανωτέρω και κατόπιν επαναξιολόγησης των ως άνω δεδομένων και γεγονότων από το Δικαστήριο, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του, λόγω αρκετών σημείων αναξιοπιστίας που εντοπίζονται στις δηλώσεις και σχετικές αναφορές της Αιτήτριας, ως αναλύθηκαν πιο πάνω. Ούτε θα μπορούσε (εξάλλου) να παραχωρηθεί το ευεργέτημα της αμφιβολίας στην Αιτήτρια (όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Η.Ε. για τους Πρόσφυγες).

Σε κάθε περίπτωση, εν προκειμένω και υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, διαφαίνεται ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, κατέληξε με βάση τα ευρήματά του, στο συμπέρασμα πως δεν υφίσταται βάσιμος και δικαιολογημένος λόγος ότι ο  Αιτητής  θα υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη κατά την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του. Ούτε με την ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου προκύπτει ότι διαφοροποιείται ή επηρεάζεται η εν λόγω κατάληξη των Καθ’ ων η Αίτηση.

Περαιτέρω, προβαίνοντας σε (εκ νέου) αξιολόγηση του κινδύνου κατά την επιστροφή του  Αιτητή  στη χώρα καταγωγής του, δεν προκύπτουν παράγοντες στην περίπτωσή του και με βάση τα όσα έγιναν αποδεκτά ως προς τις προσωπικές του περιστάσεις, που να καταδεικνύουν ότι θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ειδικότερα, διακρίνεται πως ο Αιτητής  ουδόλως τεκμηρίωσε οιαδήποτε παρελθούσα δίωξη ή βλάβη στη χώρα καταγωγής του, αλλά και (σύμφωνα με τα όσα ανέφερε) ούτε αντιμετώπισε ο ίδιος οποιαδήποτε δυσχέρεια, δυσμενή μεταχείριση ή διάκριση στη χώρα καταγωγής του, λόγω και μόνο της ταυτότητάς του / του προσωπικού του προφίλ.

Σε κάθε περίπτωση, με βάση τις προσωπικές περιστάσεις του  Αιτητή, διαπιστώνεται ότι πρόκειται για νεαρό άντρα, χωρίς εξαρτώμενα, δίχως   προβλήματα υγείας, με μόρφωση και ικανότητα να εργαστεί, καθώς και με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο(θεία και εξάδελφοι του)  στη χώρα καταγωγής του.

Ως εκ των ανωτέρω, ορθή κρίνεται η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου, ότι στην παρούσα περίπτωση του Αιτητή, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση καθεστώτος πρόσφυγα, καθώς ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για κάποιον από τους λόγους που (εξαντλητικά) αναφέρονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και στο Άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

Συνακόλουθα, ούτε πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του  στις πρόνοιες του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία τέτοιου βαθμού προσωπικής απειλής στην περίπτωσή του, εκ των οποίων να μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, ο ίδιος  κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(α) του πιο πάνω Νόμου, ή βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(β) του ιδίου Νόμου.

Αναφορικά δε, με τις προϋποθέσεις παροχής συμπληρωματικής προστασίας υπό την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου (αντίστοιχο Άρθρο 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ), κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:

Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ‘ουσιώδεις λόγους’ να πιστεύεται ότι ο αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα αντιμετωπίσει ‘πραγματικό κίνδυνο’ να υποστεί «σοβαρή και προσωπική απειλή» κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, «λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης». Υπάρχει δε, ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakit? v. Commissaire g?n?ral aux r?fugi?s et aux apatrides, 30/01/2014 και C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014) και Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011), στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης», και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Ειδικότερα, στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretarisvan Justitie, στην παρ. 35 το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας», ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.». Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση (παρ. 39) αποφάσισε ότι: «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

Περαιτέρω, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της EUAA σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, «ακόμη και αν ο αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας», καθώς επίσης, «όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής».

Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας, το Δικαστήριο υιοθετεί το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε ο αρμόδιος λειτουργός, ήτοι ότι επαρχία Conakry της Γουινέας δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. εισηγητική έκθεση σελ. 9- ερυθρό 66 του Δ.Φ.). Περαιτέρω, το Δικαστήριο προέβη σε δική του επικαιροποιημένη έρευνα αναφορικά με τις επικρατούσες εκεί συνθήκες όσον αφορά την κατάσταση ασφαλείας, διαπιστώνοντας ότι το συμπέρασμα του λειτουργού επιβεβαιώνεται και από πιο πρόσφατες πηγές. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project),, παρατίθενται τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας στην επαρχία Conakry της Γουινέας, στην οποία ανήκει διοικητικά o τόπος της τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή πριν εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του. Συγκεκριμένα, όσον αφορά στην εν λόγω επαρχία, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 01/05/2026), καταγράφηκαν 108 περιστατικά ασφαλείας συνολικά, από τα οποία προκλήθηκαν 10 ανθρώπινες απώλειες.[2]

Σημειώνεται δε πως ο πληθυσμός της επαρχίας Conakry για το έτος 2026 εκτιμάται στους 2,195,947 κατοίκους.[3]

Ως εκ των ανωτέρω στοιχείων και δεδομένων, συμπεραίνεται ότι στην περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψει ο Αιτητής δεν υφίστανται περιστατικά σε τέτοιο βαθμό ώστε να προκύπτει ότι στοχοποιούνται αδιακρίτως άμαχοι πολίτες λόγω και μόνο της παρουσίας τους στην εν λόγω περιοχή. Τα εν λόγω στοιχεία δε, καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν άμαχο πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά από την παρουσία του και μόνο στην εν λόγω περιοχή και επαρχία, υπό την έννοια του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Δεδομένων των πιο πάνω, συνάγεται ότι δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να εκτεθεί σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας εάν επιστρέψει στον τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής του στη χώρα καταγωγής. Ούτε από τις προσωπικές περιστάσεις του  Αιτητή, οι οποίες δεν παρουσιάζουν δείκτες ιδιαίτερης/περαιτέρω ευαλωτότητας, προκύπτουν παράγοντες που (ενδεχομένως) να επιτείνουν τον κίνδυνο στην περίπτωσή του.

Επομένως, λαμβάνοντας υπόψη επίσης και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του Αιτητή, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής και στον τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής του εκεί.

Επί τη βάσει όλων όσων παρατέθηκαν ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ορθή  την επίδικη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία λήφθηκε εντός των πλαισίων που προνοούν οι σχετικές διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου.

Ενόψει και της πιο πάνω κατάληξης, παρέλκει η περαιτέρω εξέταση οιουδήποτε εκ των λόγων ακύρωσης που προβάλλει ο συνήγορος της Αιτήτριας στα πλαίσια της παρούσας προσφυγής και απορρίπτονται ως αλυσιτελείς.

Υπό το φως των πιο πάνω, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1500 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.

 

 

 

 

Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[2] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Guinea, Events / Fatalities, All Events, Past Year, Conakry, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer  (ημερομηνία πρόσβασης 11/05/2026).

[3] Ιστότοπος World Population Review/ Guinea/ Population by City, Conakry, διαθέσιμος σε: https://worldpopulationreview.com/countries/guinea  (ημερομηνία πρόσβασης 11/05/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο