ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ. 2221/2024
29 Μαΐου 2026
[Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
J.A.E
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
Μ. Μαυρονικόλας (κος) για Αλ Τάχερ, Μπενέτης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόρος για τον Αιτητή
Κ. Ιμανίμης (κος), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την προσφυγή του ο αιτητής, αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 08/05/2024 η οποία του κοινοποιήθηκε στις 20/05/2024 και δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση του για παροχή διεθνούς προστασίας, ως παράνομης, άκυρης και στερούμενης οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος.
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των Διευκρινήσεων της παρούσας προσφυγής ως Τεκμήριο 1, ο αιτητής είναι ενήλικας από τη Νιγηρία και στις 16/11/2022 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Στις 13/09/2023 διεξήχθη συνέντευξη στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Ακολούθως, στις 08/05/2024 ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Εισηγητική Έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με τη συνέντευξη του Αιτητή και στις 08/05/2024, ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου αποφάσισε όπως να μην παραχωρηθεί στον αιτητή καθεστώς διεθνούς προστασίας. Στις 20/05/2024 η Υπηρεσία Ασύλου ετοίμασε επιστολή ενημέρωσης προς τον Αιτητή σχετικά με την απόρριψη του αιτήματος του. Η επιστολή και η αιτιολόγηση της απόφασης, παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή αυθημερόν.
Στη συνέχεια, ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.
Ο συνήγορος του αιτητή στα πλαίσια της προσφυγής και της γραπτής αγόρευσης, προώθησε διάφορους λόγους ακύρωσης προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης, τους οποίους εν τέλει εγκατέλειψε κατά το στάδιο των διευκρινήσεων και διατήρησε μόνο το λόγο ακύρωσης που αφορά την μη διεξαγωγή δέουσας έρευνας. Ενόψει των δηλώσεων του ευπαίδευτου συνηγόρου του αιτητή, όλοι οι λόγοι ακύρωσης ως καταγράφονται στην προσφυγή, πέραν από το λόγο ακύρωσης που αφορά τη μη δέουσα έρευνα εκ μέρους των Καθ΄ ων η αίτηση, αποσύρονται και απορρίπτονται.
Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, λήφθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους καθ΄ ων η αίτηση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και απορρίπτουν τους προωθούμενους ισχυρισμούς ως νόμω και ουσία αβάσιμους.
Θα προχωρήσω να εξετάσω τον λόγο ακύρωσης που διατήρησε ο συνήγορος του αιτητή ήτοι τον ισχυρισμό περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση.
Κατά πάγια νομολογία, η επάρκεια της έρευνας, η έκταση και ο τρόπος διεξαγωγής της, ποικίλει ανάλογα με τα υπό διερεύνηση γεγονότα. Προκαθορισμένος τρόπος δεν υπάρχει. Με την προϋπόθεση ότι η έρευνα είναι επαρκής, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στον τρόπο που η διοίκηση επέλεξε να διερευνήσει το θέμα, ούτε και υποκαθιστά τα υπ' αυτής διαπιστωθέντα πρωτογενή ευρήματα (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών κ.ά. (1999) 3 Α.Α.Δ. 447 και Ράφτης ν. Δημοκρατίας κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 και Κώστας Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1002/2009, ημερ. 27.10.2011).
Στη βάση της πιο πάνω υποχρέωσης του αρμόδιου οργάνου για δέουσα έρευνα θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν οι ισχυρισμοί του αιτητή σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, για να διαφανεί εάν όντως το αρμόδιο όργανο προέβη στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.
Κατά την υποβολή αιτήματος διεθνούς προστασίας, ο αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του διότι η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο από τον θείο του. Ως κατέγραψε, ο θείος του σκότωσε τους γονείς του και τον αδελφό του προκειμένου να αποκτήσει την περιούσια του πατέρα του (βλ.ερ. 1 του δ.φ.).
Στο πλαίσιο της προσωπικής του συνέντευξης, και σε σχέση με τα προσωπικά του στοιχεία, ο αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στη πόλη Onitsha, η οποία αποτελεί και τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του στη χώρα (βλ. ερ. 38 δ.φ.). Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση δήλωσε άγαμος και άτεκνος (βλ.ερ. 41 του δ.φ.). Ως προς την πατρική του οικογένεια, πρόβαλε ότι οι γονείς του και ο αδελφός του σκοτώθηκαν σε τροχαίο ατύχημα στις 24/11/2021 (βλ. ερ. 40, 39 του δ.φ.). Σχετικά με την εκπαίδευση και την εργασία του, ανέφερε ότι είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και εργάστηκε στο κατασκευαστικό τομέα και ως οδηγός ταξί (βλ. ερ. 41, 38 του δ.φ.).
Ως προς τους λόγους για τους οποίους φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής ουσιαστικά επανέλαβε τα όσα κατέγραψε στην αίτηση διεθνούς προστασίας που συμπλήρωσε. Επανέλαβε πως οι γονείς και ο αδελφός του σκοτώθηκαν σε τροχαίο ατύχημα και ερωτηθείς πως γνωρίζει ότι ο θείος του τους σκότωσε ανέφερε πως ο θείος του δήλωσε πως εάν δεν του δώσει τη γη θα τον σκοτώσει όπως έπραξε με τους γονείς του (βλ.ερ. 35 του δ.φ.). Ο Αιτητής πρόβαλε πως η περιουσία αποτελείται από δυο κομμάτια γης, εκ των οποίων πώλησε το ένα κομμάτι γης για βιοποριστικούς λόγους. Περαιτέρω, δήλωσε πως η αστυνομία προχώρησε σε εξέταση του τροχαίου δυστυχήματος και κατέληξε πως ήταν δυστύχημα, προσθέτοντας ο ίδιος ότι ήταν σκόπιμο ενώ σε σχετική ερώτηση εάν έχει την αστυνομική έκθεση, απάντησε αρνητικά. Πρόσθεσε πως μετά τη δήλωση του θείου του πως αυτός ευθύνεται για τον θάνατο των γονιών του, προχώρησε σε καταγγελία στην αστυνομία. Δήλωσε πως η αστυνομία αναζήτησε τον θείο του, χωρίς αποτέλεσμα (βλ.ερ. 34 του δ.φ.). Ο Αιτητής ανέφερε πως η ακίνητη περιουσία ανήκε στον πατέρα του και τώρα βρίσκεται στο όνομα του θείου του, διότι την ανέλαβε (βλ.ερ. 33 του δ.φ.).
Ερωτηθείς εάν ο θείος του τον προσέγγισε για την περιουσία, ισχυρίστηκε πως μια και μοναδική φορά, περί τις 14/05/2022, τον επισκέφθηκε στην οικία του και του ζήτησε τα χρήματα από τη γη που πώλησε και επιπλέον του ζήτησε να μην πλησιάσει το δεύτερο κομμάτι γης (βλ.ερ. 34 του δ.φ.). Ο αιτητής επανέλαβε πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω της κτηματικής διαφοράς με τον θείο του και ερωτηθείς εάν αυτό δεν συνέβαινε, εάν θα αποχωρούσε από τη χώρα, απάντησε πως δεν θα έφευγε (βλ.ερ. 33 του δ.φ.). Ερωτηθείς εάν συνέβη οτιδήποτε εναντίον του απάντησε αρνητικά και ερωτηθείς για τις πιθανές συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής του ισχυρίστηκε πως ο θείος του θα τον σκοτώσει (βλ.ερ. 33 του δ.φ.).
Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τις δηλώσεις του αιτητή, κατά το στάδιο της συνέντευξης του, σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αναφορικά με την υπηκοότητα, την περιοχή καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, και ο δεύτερος αναφορικά με τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξης από τον θείο του, λόγω κτηματικών διαφορών.
Ειδικότερα, στον πρώτο ισχυρισμό κρίθηκε ότι στοιχειοθετήθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία του καθώς ο αιτητής προσκόμισε πρωτότυπο διαβατήριο από τη χώρα καταγωγής του, ενώ οι δηλώσεις του επιβεβαιώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Σε ό,τι αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να παρέχει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες και υπέπεσε σε αντιφάσεις, αοριστίες, ασάφειες, ασυνέπειες και οι δηλώσεις του στερούνται ευλογοφάνειας. Ειδικότερα, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε πως το αφήγημα του Αιτητή στερείται ευλογοφάνειας και λογικής ως προς τον ισχυρισμό πως φοβάται να επιστρέψει στη χώρα του διότι δέχεται δίωξη από τον θείο του, ενώ ως δήλωσε η περιουσία του πατέρα του, βρίσκεται πλέον στη κατοχή του. Επιπλέον, ανέφερε πως δεν του συνέβη οτιδήποτε προσωπικό μέχρι την αναχώρηση του από τη χώρα καταγωγής του. Ως προς το ατύχημα των γονιών του, ως κατέγραψε ο αρμόδιος λειτουργός, ο αιτητής ισχυρίστηκε πως έστω και εάν η αστυνομία κατέληξε πως ήταν δυστύχημα, το δυστύχημα προκλήθηκε επίτηδες και ερωτηθείς εάν έχει στη κατοχή του την αναφορά της αστυνομίας απάντησε αρνητικά. Επιπρόσθετα, ο αιτητής ανέφερε πως κατάγγειλε στις αρχές ότι ο θείος του παραδέχθηκε πως σκότωσε τους γονείς του, χωρίς ωστόσο οι αρχές να καταφέρουν να τον εντοπίσουν. Δηλώσεις που κρίθηκαν από τον λειτουργό χωρίς ευλογοφάνεια και λογική.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία, ο λειτουργός έκρινε ότι τα όσα ανέφερε ο αιτητής στη συνέντευξη του αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, ελλείψει εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.
Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων, ο αρμόδιος λειτουργός, αξιολογώντας περαιτέρω τον κίνδυνο που διατρέχει ο αιτητής στη χώρα καταγωγής του και λαμβάνοντας υπόψη το προφίλ του αιτητή, έκρινε ότι δεν δικαιούται προσφυγικό καθεστώς, αφού στο πρόσωπο του δεν συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3 και 3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου ήτοι την εθνικότητα, την φυλή, τη θρησκεία, την ιδιότητα μέλους σε μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή την πολιτική γνώμη όπως περιγράφεται στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Περαιτέρω, θεώρησε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο του αιτητή, καθότι ο κίνδυνος που μπορεί να αντιμετωπίσει ο αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του δεν συνιστά πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης δυνάμει του άρθρου 19(2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου. Επιπρόσθετα, η αρμόδια αρχή, έκρινε ότι ούτε και οι προϋποθέσεις για χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας συντρέχουν δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, μιας και στην πόλη Onitsha στην πολιτεία Anambra, τόπος καταγωγής και συνήθους διαμονής του αιτητή, δεν επικρατούν συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων λόγω εσωτερικής και/ή διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης.
Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, κρίνω ότι ουδεμία περαιτέρω έρευνα χρειαζόταν για την εξέταση της αίτησης του αιτητή.
Θα προχωρήσω να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης στη βάση του άρθρου 11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(I)/2018) και ενόψει τούτου να κρίνω αν ορθά το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημα του Αιτητή.
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός ο οποίος έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου και αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και διαμονής και το προφίλ του Αιτητή δεν χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμό, εφόσον προκύπτει πως ορθά έγινε αποδεκτός από τους Καθ' ων η αίτηση.
Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, επίσης συμφωνώ με την αξιολόγηση στην οποία έχουν προβεί οι Καθ' ων η αίτηση και την μη αποδοχή του. Συγκεκριμένα παρατηρώ εκ προοιμίου ότι το αφήγημα του αιτητή ήταν γενικό και ο αιτητής υπέπεσε σε πολλές ασάφειες και ανακρίβειες, οι οποίες πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του. Ορθώς λοιπόν θεωρώ κρίθηκε από τους Kαθ' ων η αίτηση ότι, τα όσα προβλήθηκαν στη συνέντευξη του αιτητή, ως ανωτέρω καταγράφονται, έθεταν εύλογα εν αμφιβόλω την αξιοπιστία των λεγομένων του αναφορικά με τα όσα ισχυρίστηκε, καθότι δεν ήταν σε θέση να παρέχει ικανοποιητικές πληροφορίες σχετικά με τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξης του ενώ οι απαντήσεις του στερούνταν εύλογα αναμενόμενων πληροφοριών και περιείχαν αρκετές ελλείψεις, αντιφάσεις και ασυνέπειες όσον αφορά τον κίνδυνο που ισχυρίστηκε ότι διατρέχει. Ειδικότερα, παρατηρώ ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να στοιχειοθετήσει την αξιοπιστία των δηλώσεων του γύρω από τις απειλές που φέρεται να δέχτηκε από τον θείο του και δεν ήταν σε θέση να δώσει επαρκείς πληροφορίες και να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο δίωξης πόσο μάλλον όταν ο ίδιος ο αιτητής δήλωσε ότι ο μόνος κάτοχος της περιουσίας αυτή την στιγμή, για την οποία προέκυψε η κτηματική διαφορά και λόγω αυτής οι ισχυριζόμενες απειλές, είναι ο θείος του (βλ.ερ. 33 του δ.φ.). Τέλος, θα συμφωνήσω με την αξιολόγηση στην οποία έχει προβεί ο αρμόδιος λειτουργός ως καταγράφεται στην έκθεση – εισήγηση και με τα σημεία που εντόπισε περί του να καταλήξει σε εύρημα περί της μη αξιοπιστίας του αιτητή και επομένως παρέλκει η όποια επανάληψη τους.
Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών του αιτητή, το Δικαστήριο κρίνει ότι εκ των όσων αυτός δήλωσε, λόγω της απολύτου προσωπικής φύσεως τους, δεν προκύπτουν στοιχεία που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο περαιτέρω έρευνας σε εξωτερικές πηγές. Στη βάση λοιπόν της αξιολόγησης της εσωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεών του αιτητή, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται ως μη αξιόπιστος.
Υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υπόθεσης που έγιναν αποδεκτά, κρίνεται ότι ορθώς οι Καθ' ων η αίτηση διαπίστωσαν, σύμφωνα και με τα πιο πάνω, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση του αιτητή ως πρόσφυγα, καθώς όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, ο αιτητής δεν τεκμηρίωσε κανένα απολύτως ισχυρισμό ο οποίος στοιχειοθετεί βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης, που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα στο πρόσωπό του, έτσι όπως η έννοια του πρόσφυγα ερμηνεύεται στην Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από τον Περί Προσφύγων Νόμο, καθότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου.
Συνακόλουθα ο αιτητής δεν επικαλέστηκε κανέναν ουσιώδη λόγο που να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό τη μορφή θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή βασανιστηρίων, εξευτελιστικής ή απάνθρωπης μεταχείρισης ή τιμωρίας, για να του δοθεί συμπληρωματική προστασία σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (α), (β) του Περί Προσφύγων Νόμου.
Περαιτέρω, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπουν, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα του αιτητή, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί στην πολιτεία Anambra, στην οποία υπάγεται η πόλη Onitsha, η οποία έχει γίνει δεκτό ότι αποτελεί τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής τoυ στη χώρα καταγωγής του.
Σύμφωνα δε, με το WAR WATCH (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), που αποτελεί διαδικτυακή πληροφοριακή πύλη της Ακαδημίας της Γενεύης (Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights) για την καταγραφή και ανάλυση ενόπλων συγκρούσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, κατά την περίοδο (αναφοράς) μεταξύ Ιουλίου 2024 και Ιουνίου 2025, η Νιγηρία εμπλέκεται από το 2009 στις βορειοανατολικές περιοχές της χώρας, σε δύο μη-διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις κατά των μη κρατικών ένοπλων ομάδων Boko Haram και του Ισλαμικού Κράτους στην επαρχία της Δυτικής Αφρικής (ISWAP), καθώς επίσης, στη Νιγηρία υπάρχει και μια μη-διεθνής ένοπλη σύρραξη μεταξύ του ISWAP και της Boko Haram.[1]
Ειδικότερα όσον αφορά την πολιτεία Anambra, τόπος καταγωγής και συνήθους διαμονής του αιτητή, για σκοπούς πληρότητας της έρευνας, παραθέτω αριθμητικά δεδομένα επί των περιστατικών ασφαλείας στη συγκεκριμένη περιοχή κατά το τελευταίο έτος. Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), στην περιοχή Anambra, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 08/05/2026), καταγράφηκαν 61 περιστατικά πολιτικής βίας τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 84 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[2]
Δεδομένου ότι ο συνολικός πληθυσμός της πολιτείας Anambra, το έτος 2022, εκτιμάται σε 5,953,500 κατοίκους[3], καθίσταται σαφές ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην εν λόγω περιοχή από περιστατικά ασφαλείας δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι στην πολιτεία Anambra επικρατούν συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων στα πλαίσια οιασδήποτε εσωτερικής και/ή διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης.
Κατά συνέπεια, η πολιτεία Anambra, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή, δεν φαίνεται να πλήττεται από συγκρούσεις και περιστατικά βίας οι οποίες πληρούν το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ως αυτό ερμηνεύθηκε νομολογιακά στις αποφάσεις C-465/07 - Elgafaji και C‑285/12 - Diakité του ΔΕΕ.[4] Πέραν τούτου, λαμβάνοντας υπόψιν και το προσωπικό προφίλ του αιτητή, διαπιστώνω ότι απουσιάζουν ιδιαίτερες επιβαρυντικές περιστάσεις, δεδομένου ότι ο αιτητής συνιστά ενήλικο άτομο, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο και εργασιακή πείρα.
Συμπερασματικά, δεν κρίνω ότι ανακύπτουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο αιτητής θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στην πολιτεία Anambra.
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου και αφού εξέτασα, τόσο τη νομιμότητα, όσο και την ουσία της υπό αναφορά υπόθεσης, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτησή του.
Εν τέλει, σημειώνεται ότι ο Υπουργός Εσωτερικών, ασκώντας την εξουσία που του παρέχει το άρθρο12Βτρις του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000, έκδωσε την Κ.Δ.Π 145/25, δυνάμει της οποίας η Νιγηρία περιλαμβάνεται στον κατάλογο των χωρών με τις ασφαλείς χώρες ιθαγένειας. Ο αιτητής στην παρούσα δεν έχει προβάλει οποιοδήποτε λόγο για να θεωρηθεί ότι η χώρα αυτή δεν είναι ασφαλής χώρα ιθαγένειας, στη βάση των όσων διαλαμβάνονται από το αρ.12Βτρις (6).
Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με € 1000 έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.
Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] WAR WATCH (World Assessment and Tracking of Civilian Harm) - Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights, 'Non-International Armed Conflicts in Nigeria' (Reporting period: July 2024 - June 2025), διαθέσιμο σε: https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-nigeria/ [Ημερομηνία Πρόσβασης 21/05/2026]
[2] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Nigeria, Anambra, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 08.05.2026), https://acleddata.com/platform/explorer [Ημερομηνία Πρόσβασης 21/05/2026]
[3] City Population - Nigeria – Anambra, https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/ [Ημερομηνία Πρόσβασης 21/05/2026]
[4]Βλ. Απόφαση ΔΕΕ C-285/12 Aboubacar Diakité ν. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides ημερ.30/01/2014 (βλ. σκέψη 31), όπως επίσης απόφαση ΔΕΕ C-465/07 Meki Elgafaji, Noor Elgafali v Staatssecretaris van Justitie ημερ. 17/2/2009 (βλ. σκέψη 39, 43).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο