ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 2264/2025
18 Μαΐου, 2026
[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
O.K.N.
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Εμφανίσεις:
Ο Αιτητής παρών
Α. Φιλίππου (κος) για Λ. Βελίκοβα (κα) Δικηγόροι για Καθ' ων η Αίτηση.
T. Τshintu (κος) για διερμηνεία από Λιγκάλα στα Ελληνικά και αντίστροφα.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 22/08/25, η οποία του κοινοποιήθηκε αυθημερόν, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας την 21/06/22, ακολούθησαν 3 συνεντεύξεις στις 07/03/25, 12/03/25 και 15/04/25 και έκθεση/εισήγηση στις 17/07/25. Στις 21/07/25 αποφασίστηκε η απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο Αιτητής με τη Γραπτή του Αγόρευση ισχυρίστηκε ανήκει στην εθνοτική ομάδα LUBA και είναι χριστιανός και ότι η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου δεν έλαβε δεόντως υπόψη την προσωπική του κατάσταση και τον πραγματικό κίνδυνο που, κατά τους ισχυρισμούς του, διατρέχει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα Ισχυρίστηκε ότι κατά την έναρξη των σπουδών του το 2011 στην Κινσάσα υπέστη παρενοχλήσεις και κακομεταχείριση από ομάδες παλαιότερων φοιτητών, και ότι, παρά τις καταγγελίες του προς τις πανεπιστημιακές αρχές, δεν δόθηκε λύση και τελικά εγκατέλειψε τη φοιτητική εστία και επέστρεψε σπίτι. Επίσης, δήλωσε ότι, το 2016 τραυματίστηκε σοβαρά στο κεφάλι κατά τη διάρκεια συμπλοκής μεταξύ ομάδων «KULUNA», με αποτέλεσμα να περιέλθει σε κώμα για τρεις ημέρες και να νοσηλευτεί. Ανέφερε μάλιστα ότι οι γιατροί εξέφρασαν ανησυχίες για πιθανή επιδείνωση της ψυχικής του κατάστασης λόγω του τραυματισμού, ενώ η εκκλησία τους συνέδραμε οικονομικά τόσο τον ίδιο όσο και τη μητέρα του. Πρόσθεσε ότι το περιστατικό καταγγέλθηκε στις αρχές και ότι το φαινόμενο των «KULUNA» αποτελεί, κατά τους ισχυρισμούς του, σοβαρό πρόβλημα στη χώρα του. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι τον 1ο/2021 η ένοπλη ομάδα των «KULUNA» εισήλθε στην οικογενειακή τους οικία κατά τη διάρκεια της νύχτας, τον χτύπησε στο ίδιο σημείο του κεφαλιού όπου είχε προηγουμένως χειρουργηθεί και βίασε τις αδελφές του μπροστά του. Ανέφερε ότι μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο όπου νοσηλεύτηκε για δύο έως τρεις μήνες, ενώ, παρά την έρευνα της αστυνομίας, δεν πραγματοποιήθηκε καμία σύλληψη. Τέλος, δήλωσε ότι, κατόπιν των γεγονότων αυτών, η μητέρα του πώλησε το οικογενειακό σπίτι και η οικογένεια μετακόμισε στην περιοχή Limete. Ωστόσο, ο Αιτητής ανέφερε επίσης ότι μετά τη μετακόμιση αντιμετώπισαν εκ νέου προβλήματα και παρενοχλήσεις στη γειτονιά. Συγκεκριμλενα, ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε επίθεση από έναν άνδρα που φορούσε αστυνομική ενδυμασία, ο οποίος, αφού τον κατηγόρησε ότι είναι απατεώνας και προέβη σε προσβλητικά σχόλια σε βάρος της εθνοτικής του ομάδας (LUBA), τον τραυμάτισε πετώντας του μπουκάλι μπίρας στο κεφάλι. Ανέφερε ότι μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο και ότι, παρά την καταγγελία του περιστατικού και τη διεξαγωγή έρευνας, δεν πραγματοποιήθηκε σύλληψη.
Οι Καθ' ων η αίτηση με την Γραπτή τους Αγόρευση υιοθέτησαν το περιεχόμενο της έκθεσης/εισήγησης και υποστήριξαν ότι οι ισχυρισμοί του εξετάστηκαν από την Υπηρεσία Ασύλου αλλά λόγω των αντιφάσεων των δηλώσεων του κρίθηκε αναξιόπιστος και/ή ότι δεν δικαιούται το καθεστώς διεθνούς προστασίας.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου του Αιτητή, των στοιχείων του φακέλου, των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής και των ουσιωδών δηλώσεων του που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτόν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.
Μετά από αξιολόγηση των πρακτικών της συνέντευξης το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο λειτουργός - εξεταστής της υπόθεσης ενημέρωσε τον Αιτητή για τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του και κατά την διάρκεια της συνέντευξής του έθεσε διάφορα ερωτήματα για να καλύψει τόσο τον πυρήνα του αιτήματος του όσο και τα επιμέρους ζητήματα. Του παρασχέθηκε δωρεάν διερμηνέας, του διαβάστηκαν όσα καταγράφηκαν στις συνεντεύξεις και επιβεβαίωσε πως όσα καταγράφηκαν αντικατοπτρίζουν επακριβώς τις δηλώσεις του.
Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της συνέντευξης, της έκθεσης/εισήγησης και/ή με βάση τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου (στο εξής «ΔΦ») ως προς τους λόγους που εγκατέλειψε την χώρα καταγωγης του, ο Αιτητής ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο πανεπιστήμιο δεχόταν απειλές και παρενοχλήσεις από άλλους φοιτητές. Εν συνεχεία, το 2016, δήλωσε ότι ενώ πραγματοποιούσε πρακτική άσκηση στον τηλεοπτικό σταθμό TV7, βρέθηκε ανάμεσα σε συμπλοκή ομάδων «Kuluna» και δέχθηκε σοβαρό ξυλοδαρμό, έχασε τις αισθήσεις του και ξύπνησε στο νοσοκομείο με τραύματα στο κεφάλι. Πρόσθεσε ότι οι γιατροί τον ενημέρωσαν πως η κατάσταση της υγείας του θα μπορούσε να προκαλέσει ψυχικά προβλήματα, ότι διέκοψε την πρακτική του άσκηση και ότι παρέμεινε για χρόνια στο σπίτι λαμβάνοντας φαρμακευτική αγωγή. Διευκρίνισε επίσης ότι δεν πραγματοποιήθηκε σύλληψη κανενός προσώπου για το περιστατικό. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι στις αρχές του 2021 ένοπλοι εισήλθαν στην οικογενειακή τους οικία κατά τη διάρκεια της νύχτας, ακινητοποίησαν τη μητέρα, τις αδελφές και τον αδελφό του και απαιτούσαν χρήματα και αντικείμενα αξίας. Ανέφερε ότι όταν αντέδρασε, τον χτύπησαν με όπλο στο κεφάλι, πυροβόλησαν στον αέρα και βίασαν τις δύο αδελφές του μπροστά στα μάτια του. Κατόπιν, δήλωσε ότι μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο για περίθαλψη και ότι οι γιατροί τούς συμβούλευσαν να αλλάξουν περιοχή διαμονής. Έτσι, με τη βοήθεια της εκκλησίας, η μητέρα του πώλησε την οικογενειακή περιουσία και μετακόμισαν στην περιοχή Limete. Όσον αφορά τη διαμονή του στη Limete, ανέφερε ότι συνέχισαν να αντιμετωπίζουν προβλήματα και απειλές λόγω της φυλετικής τους καταγωγής ως «Lumba». Συγκεκριμένα, αναωφέρθηκε σε ένα περιστατικό όπου ένας άνδρας εισήλθε στην οικία τους και τους απείλησε λέγοντας ότι οι «Lumba» δεν έχουν θέση στη χώρα. Επιπλέον, ανέφερε ότι αργότερα εργάστηκε σε ένα μικρό περίπτερο και ότι την 01/12/2021 δέχθηκε επίθεση από άγνωστο πρόσωπο που φορούσε στολή αστυνομικού, το οποίο, αφού τον εξύβρισε λόγω της φυλής του, του πέταξε μπουκάλι στο πρόσωπο, τραυματίζοντάς τον σοβαρά. Ισχυρίστηκε ότι μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, υποβλήθηκε σε επέμβαση και ότι κανένα πρόσωπο δεν συνελήφθη για το περιστατικό. Τέλος, δήλωσε ότι, λόγω των συνεχών περιστατικών βίας και των φόβων για τη ζωή του, η μητέρα του αποφάσισε το 2022 να οργανώσει την αναχώρησή του από τη χώρα, ώστε να συνεχίσει τις σπουδές του στην Κύπρο (ερυθρά 63-64 ΔΦ).
Από τις απαντήσεις του Αιτητή ο λειτουργός αποδέχθηκε το προφίλ, τα προσωπικά στοιχεία και τόπο συνήθους διαμονής του (πρώτος ισχυρισμός), καθώς και τον ισχυρισμό ότι ανήκει στην εθνοτική φυλή Lumba (δεύτερος ισχυρισμός) αλλά και τον ισχυρισμό ότι δέχτηκε επίθεση από την συμμορία των Kulunas (τέταρτος ισχυρισμός). Αντιθέτως, οι υπόλοιποι ισχυρισμοί απορρίφθηκαν. Ως προς τον ισχυρισμό ότι ο Αιτητής παρενοχλήθηκε από συμφοιτητές του κατά τη διάρκεια των σπουδών του (τρίτος ισχυρισμός), ο λειτουργός στην έκθεση/εισήγησή του έκρινε ότι, παρότι οι δηλώσεις του παρουσίαζαν σαφήνεια και λεπτομέρεια ως προς τα περιστατικά που έλαβαν χώρα στις φοιτητικές εστίες, ο ισχυρισμός εμφάνιζε χρονική ασυνέπεια. Ειδικότερα, ο Αιτητής ανέφερε ότι τα περιστατικά έλαβαν χώρα το πρώτο εξάμηνο του 2011, ότι μετά την αποχώρησή του από τις εστίες συνέχισε τις σπουδές του χωρίς περαιτέρω προβλήματα και επιβεβαίωσε ότι το γεγονός αυτό δεν σχετιζόταν με την απόφασή του να εγκαταλείψει τη χώρα έντεκα χρόνια αργότερα. Ως προς δε την εξωτερική αξιοπιστία, κρίθηκε ότι τα όσα ανέφερε αποτελούσαν το μοναδικό τεκμήριο του ισχυρισμού και ότι δεν δικαιολογείτο περαιτέρω διερεύνηση μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε (ερυθρό 180 ΔΦ). Ως προς τον ισχυρισμό περί επίθεσης στην οικία του και κακοποίησης του ιδίου και της οικογένειάς του (πέμπτος ισχυρισμός), ο λειτουργός έκρινε στην έκθεση/εισήγησή του ότι οι δηλώσεις του Αιτητή παρουσίαζαν αντιφάσεις και ασάφειες ως προς τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά. Ειδικότερα, ανέφερε αρχικά ότι βρισκόταν στο δωμάτιό του και μετέβη ο ίδιος στο σαλόνι για να δει τι συνέβαινε, όπου αντίκρισε τη μητέρα και τις αδελφές του δεμένες. Στη συνέχεια, όμως, διαφοροποίησε την εκδοχή του, αναφέροντας ότι εντοπίστηκε από έναν εκ των δραστών μέσα στο δωμάτιό του, ο οποίος τον χτύπησε και τον οδήγησε στο σαλόνι. Ο λειτουργός έκρινε ότι οι διαφοροποιήσεις αυτές αφορούσαν τον πυρήνα του περιστατικού και αποδυνάμωναν την αξιοπιστία του ισχυρισμού. Επιπλέον, σημειώθηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με σαφήνεια ούτε τον χρόνο κατά τον οποίο συνέβη το περιστατικό, αναφέροντας αόριστα ότι έλαβε χώρα μεταξύ Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου, ούτε τη διάρκεια της νοσηλείας του, δηλώνοντας με αβεβαιότητα ότι πήρε εξιτήριο «ίσως τον Μάιο». Περαιτέρω, οι δηλώσεις του κρίθηκαν αντιφατικές και ως προς την εμπλοκή των αρχών, αφού αρχικά ανέφερε ότι η αστυνομία περιορίστηκε σε ερωτήσεις προς τους γείτονες χωρίς να λάβει τη δική του κατάθεση, ενώ ακολούθως ισχυρίστηκε ότι οι αρχές τον επισκέφθηκαν στο νοσοκομείο και ότι έδωσε κατάθεση δύο φορές, χωρίς ωστόσο να προσκομίσει οποιοδήποτε σχετικό αποδεικτικό έγγραφο. Ο λειτουργός έλαβε επίσης υπόψη ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει ευλογοφανή εξήγηση για το γεγονός ότι ο ίδιος ήταν το μοναδικό μέλος της οικογένειας που εγκατέλειψε τη χώρα, ενώ οι αδελφές του, οι οποίες κατά τους ισχυρισμούς του υπήρξαν επίσης θύματα της επίθεσης, παρέμειναν στη χώρα καταγωγής. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, κρίθηκε ότι οι ισχυρισμοί του αποτελούσαν το μοναδικό αποδεικτικό μέσο και ότι δεν δικαιολογείτο περαιτέρω διερεύνηση μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Υπό το φως των πιο πάνω, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος (ερυθρά 177-178 ΔΦ). Ως προς τον ισχυρισμό περί κακοποίησής του λόγω της εθνοτικής του καταγωγής ως Lumba (έκτος ισχυρισμός), ο λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του παρουσίαζαν ασάφειες, αντιφάσεις, μειωμένη ευλογοφάνεια και έντονο υποθετικό στοιχείο. Αναφορικά με το πρώτο περιστατικό, ο Αιτητής ανέφερε αρχικά ότι άνδρας εισέβαλε στην οικία τους και τους απείλησε λόγω της εθνοτικής τους καταγωγής, ενώ στη συνέχεια διευκρίνισε ότι το πρόσωπο αυτό δεν εισήλθε στην οικία αλλά μόνο στην αυλή. Επιπλέον, κατά την ελεύθερη αφήγησή του ανέφερε ότι αντέδρασε λεκτικά προς το συγκεκριμένο πρόσωπο, ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο δήλωσε ότι τον έσπρωξε για να τον απομακρύνει, παρουσιάζοντας αντιφάσεις ως προς την εξέλιξη του περιστατικού. Ο λειτουργός έκρινε επίσης ως μη ευλογοφανές το γεγονός ότι ο Αιτητής δεν κατήγγειλε το περιστατικό στις αρχές, παρότι επικαλέστηκε το γεγονός αυτό ως λόγο εγκατάλειψης της χώρας, ενώ οι εξηγήσεις που έδωσε, ότι δηλαδή αυτό ήταν απόφαση της μητέρας του και ότι ο ίδιος, λόγω του χριστιανικού του ήθους, δεν θα προέβαινε σε καταγγελία, δεν κρίθηκαν επαρκείς. Σε σχέση με το δεύτερο περιστατικό, κατά το οποίο ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε επίθεση ενώ εργαζόταν στο περίπτερο που πουλούσε μονάδες κινητής τηλεφωνίας, ο λειτουργός διαπίστωσε αντιφάσεις ως προς τον τρόπο εξέλιξης του συμβάντος. Ειδικότερα, ο Αιτητής ανέφερε αρχικά ότι ο πελάτης τον κατηγόρησε πως δεν φόρτωσε σωστά τις μονάδες και αμέσως μετά τον χτύπησε με μπουκάλι, ενώ ακολούθως δήλωσε ότι η επίθεση συνέβη μετά από λογομαχία για την πληρωμή, όταν ο πελάτης αρνήθηκε να καταβάλει το αντίτιμο και τον απείλησε λόγω της φυλετικής του καταγωγής. Επιπλέον, ο ισχυρισμός του ότι οι αρχές συγκάλυψαν το περιστατικό κρίθηκε υποθετικός, καθώς ο ίδιος παραδέχθηκε ότι δεν γνώριζε αν ο δράστης ήταν πράγματι αστυνομικός, αλλά απλώς το υπέθεσε λόγω της ενδυμασίας του. Παράλληλα, κρίθηκε αντιφατικό το ότι ο Αιτητής αφενός ισχυρίστηκε ότι οι αρχές δεν προχώρησαν σε ουσιαστική διερεύνηση και αφετέρου ανέφερε ότι το φωτογραφικό υλικό που προσκόμισε εξασφαλίστηκε από τον αστυνομικό φάκελο της υπόθεσης. Ο λειτουργός έλαβε επίσης υπόψη ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει επαρκώς γιατί μόνο ο ίδιος εγκατέλειψε τη χώρα, ενώ τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του παρέμειναν εκεί, ούτε με ποιον τρόπο η εθνοτική του καταγωγή ως Lumba γινόταν αντιληπτή ώστε να αποτελεί αιτία στοχοποίησης και διάκρισης. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, το φωτογραφικό υλικό που προσκομίστηκε κρίθηκε υποστηρικτικού μόνο χαρακτήρα και όχι επαρκές για να αποδείξει αυτοτελώς τον ισχυρισμό, ιδίως αφού ο Αιτητής δεν έδωσε πειστικές εξηγήσεις ως προς την κατοχή και προέλευσή του. Συνεπώς, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος (ερυθρά 175-177 ΔΦ).
Μετά από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας του Αιτητή, των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και ενώπιον του Δικαστηρίου υπό μορφή δηλώσεων επί των απορριφθέντων ισχυρισμών (τρίτος, πέμπτος, έκτος ισχυρισμός) διαπιστώνω ότι η αξιοπιστία του επί αυτού του σημείου του αιτήματος του, δεν τεκμηριώνεται. Η πλήρης εικόνα που διαμορφώνεται μέσω των στοιχείων του φακέλου του, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους[1], επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα του λειτουργού. Το αφήγημα του εμπεριέχει δηλώσεις που ελλείπουν βιωματικά στοιχεία και ευλογοφάνεια που να τεκμηριώνουν προσωπική εμπλοκή και δίωξη όπως δε σωρεία αντιφάσεων μεταξύ των δηλώσεων του. Δεν παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του, ούτε τεκμηρίωσε για κάθε ένα ξεχωριστά από τα περιστατικά που ισχυρίστηκε ότι έζησε, ούτε τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς του με επαρκή λεπτομέρεια (Βλέπε Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000), βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131) Σύμφωνα και με την §205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών, θα πρέπει, μεταξύ άλλων, ο αιτών να βοηθά τον εξεταστή με κάθε δυνατό τρόπο με την τεκμηρίωση των ισχυρισμών του, να κάνει προσπάθεια να υποστηρίξει τα λεγόμενά του με κάθε διαθέσιμο μέσο, να δώσει ικανοποιητική επεξήγηση για κάθε απουσία τεκμηρίων και να παρέχει όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν τον εαυτό του και τις προγενέστερες εμπειρίες του με όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες για να καταστήσει ικανό τον εξεταστή να αποδείξει τους σχετικούς ισχυρισμούς. Ο Αιτητής θα αναμενόταν να είναι σε θέση να παραθέσει ένα συμπαγές αφήγημα το οποίο θα εμπεριείχε συνεκτικές και συνεπείς μεταξύ τους πληροφορίες. Ούτε θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας, το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντα άσυλο (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Από τις δηλώσεις του παρουσιάστηκε έλλειψη συνοχής, δεν ήταν σε θέση να περιγράψει επαρκώς τα περιστατικά διάκρισης, παρενόχλησης και στοχοποίηση λόγω εθνοτικής καταγωγής αλλά ούτε ήταν συνεπής στις περιγραφές του σε σχέση με το περιστατικό επίθεσης/κακοποίησης στην οικογενειακή του εστία. Ούτε η αποδοχή, όμως, των ανωτέρω τριών ισχυρισμών του Αιτητή (πρώτος – προσωπικά στοιχεία, δεύτερος - ότι ανήκει στην εθνοτική φυλή Lumba, τέταρτος - ότι δέχτηκε επίθεση από την συμμορία των Kulunas), μπορούν να οδηγήσουν σε παροχή σε αυτόν του καθεστώτος πρόσφυγα. Μετά από ενδελεχή ανάλυση των λεπτομερειών/προσωπικών περιστάσεων που περιέγραψε ο Αιτητής (που έγιναν αποδεκτοί ισχυρισμοί) δεν ικανοποιούνται τα όποια κριτήρια «μορφής δίωξης» ως προνοείται στο Άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, Ν.6(Ι)/2000), σύμφωνα με το οποίο:
«3Γ.-(1) Οι πράξεις δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 1Α της Σύμβασης πρέπει:
(α) να είναι αρκούντως σοβαρές λόγω της φύσης ή της επανάληψης τους ώστε να συνιστούν σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση, βάσει του άρθρου 15 παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, ή
(β) να αποτελούν σώρευση διαφόρων μέτρων συμπεριλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία να είναι αρκούντως σοβαρή, ούτως ώστε να θίγεται ένα άτομο κατά τρόπο αντίστοιχο με το αναφερόμενο στην παράγραφο (α).
(3) Σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 3, απαιτείται να υπάρχει συσχετισμός μεταξύ των λόγων που αναφέρονται στο άρθρο 3 Δ και της πράξης δίωξης κατά την έννοια του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου ή της έλλειψης προστασίας κατά των πράξεων αυτών.»
(τονισμός δικός μου)
Βάσει του εγχειριδίου Δικαστική Ανάλυση της ΕΑΣΟ: Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας (οδηγία 2011/95/ΕΕ) 2018, σελίδα 37-39:
«Η πράξη πρέπει να είναι αρκούντως σοβαρή λόγω της φύσης ή της επανάληψής της, ώστε να συνιστά σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Για τον καθορισμό της επίτευξης του συγκεκριμένου επιπέδου, η αίτηση πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα του άρθρου 4 παράγραφος 3 λαμβανομένης υπόψη της ατομικής κατάστασης και των προσωπικών περιστάσεων του αιτούντος. Η έννοια της προσωπικής ακεραιότητας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, καθώς και ο τρόπος και ο βαθμός οποιασδήποτε βλάβης ή απειλής βλάβης που θίγει την ατομική κατάσταση του αιτούντος, συμπεριλαμβανομένων παραγόντων όπως το προσωπικό ιστορικό, το φύλο και η ηλικία, είναι στοιχεία λυσιτελή για την εκτίμηση αυτή (154). Η παραβίαση βασικού ανθρώπινου δικαιώματος μπορεί να χαρακτηρισθεί σοβαρή λόγω του ιδιαίτερου αντικτύπου της σε συγκεκριμένο αιτούντα. Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι πράξεις στις οποίες εκτέθηκε ή κινδυνεύει να εκτεθεί ο ενδιαφερόμενος [βλέπε άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση)]. Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλέπε Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System (CEAS) – A Judicial Analysis (155). Η σοβαρότητα καθορίζεται βάσει είτε της φύσης είτε της επανάληψης της οικείας πράξης δίωξης. Ενώ η «φύση» αποτελεί ποιοτικό κριτήριο, η «επανάληψη» έχει ποσοτική διάσταση. Μεμονωμένη πράξη η οποία από τη φύση της ενδέχεται να μην είναι αρκούντως σοβαρή, ώστε να συνιστά σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μπορεί λόγω της επανάληψής της, να συνιστά σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εάν έχει παρόμοια σοβαρή επίπτωση σε ένα πρόσωπο (156). Το κατά πόσον παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι, λόγω του είδους της πράξης και των συνεπειών της στον ενδιαφερόμενο αιτούντα, αρκούντως σοβαρή, ώστε να συνιστά δίωξη κατά την έννοια του άρθρου 9 παράγραφος 1 στοιχείο α), πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση. Παραβιάσεις βασικών δικαιωμάτων, όπως του δικαιώματος στη ζωή ή στην ελευθερία λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας (157), ή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, θεωρείται συχνά ότι πληρούν αυτομάτως το κριτήριο της σοβαρότητας (158). […] Ομοίως, η παραβίαση δικαιώματος από το οποίο δεν χωρεί παρέκκλιση βάσει της ΕΣΔΑ υποδεικνύει μια τέτοια σοβαρή παραβίαση των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ωστόσο, γενικά, η απαίτηση επαρκούς σοβαρότητας πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση. Ήσσονος σημασίας στερήσεις της ελευθερίας, όπως μεμονωμένη περίπτωση παράνομης σύλληψης σύντομης διάρκειας, ενδέχεται να μην πληρούν τις προϋποθέσεις για να χαρακτηρισθούν σοβαρή παραβίαση (161), ενώ η επανάληψη τέτοιων μέτρων ενδέχεται να ισοδυναμεί με δίωξη[…]Ως εκ τούτου, η παραβίαση ανθρώπινου δικαιώματος, ακόμη και αν μπορεί να χαρακτηριστεί βασικό, πρέπει να πληροί το κριτήριο της σοβαρότητας βάσει του συγκεκριμένου αντικτύπου που έχει στον αιτούντα.»
(τονισμός δικός μου)
Επομένως, οι ελλιπείς περιγραφές για διάκρισης λόγω της εθνοτικής του καταγωγής (που έγινε αποδεκτή) δεν πληρούν το κριτήριο αρκούντως σοβαρής πράξης. Ούτε μπορεί να προκύψει επανάληψη επίθεσης από τους KULUNAS αλλά αποτελεί ένα μεμονομένο περιστατικό που ο Αιτητής βίωσε. Δεν θίγεται η ατομική κατάσταση του, δεν υφίσταται αντίκτυπος επί των προσωπικών του περιστάσεων και αποτελεί ήσσονος σημασίας περιστάτικό, καθότι ακόμη και στην περίπτωση παραβίασης βασικού ανθρώπινου δικαιώματος, θα πρέπει να πληρείται το κριτήριο της σοβαρότητας βάσει του συγκεκριμένου αντικτύπου που έχει στον αιτούντα. Συνεπώς, δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών) Η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι αιτιολογημένη, λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και στα πλαίσια του Νόμου καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις του Αιτητή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000). Ο Αιτητής απέτυχε να καταδείξει ότι σε περίπτωση επιστροφής στην χώρα καταγωγής του, υπάρχει κίνδυνος δίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων. Ούτε δε έχει τεκμηριώσει ότι σε περίπτωση επιστροφής του ότι θα αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα από τις αρχές της χώρας του και/ή δεν έχει ούτε καταδικασθεί, συλληφθεί, ή καταζητείται και δεν έχει κακοποιηθεί ή διωχθεί.
Ως προς το εάν η περίπτωση του εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000) και κατέληξε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι ο ίδιος προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός σημειώνει ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνεται ότι στην περιοχή του Αιτητή δεν παρατηρούνται σε υψηλό επίπεδο συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων. Σημειώνεται ότι, ο ίδιος σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αξιολόγησης της αίτησής του ανέφερε ότι κινδυνεύει λόγω ένοπλης σύρραξης στη χώρα του. Σημειώνεται επί τούτου ότι υπάρχει πλήρης αξιολόγηση της κατάστασης ασφαλείας από τον λειτουργό εξεταστή της υπόθεσης και για την γενική κατάσταση ασφαλείας της χώρας με πρόσφατες πηγές πληροφόρησης. Για λόγους πληρότητας της έρευνας, ωστόσο, θα παρατεθούν αριθμητικά στοιχεία αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας και από τη βάση δεδομένων ACLED (Armed Conflict Location and Event Data). Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 01/05/2026) στη περιοχή της Kinshasa καταγράφηκαν μόνο 158 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 51 θάνατοι[2]. Να σημειωθεί επίσης ότι ο πληθυσμός της χώρας (καταμέτρηση 2020) ανέρχεται στα 101,935,800 ενώ o πληθυσμός της Kinshasa ανέρχεται στα 14,555,700[3]. Συνεπώς, δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις συμπληρωματικής προστασίας και παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών περιστάσεων της για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης[4].
Σημειώνεται σε αυτό το σημείο ότι ο Αιτητής πρόβαλε στο Δικαστήριο και το ζήτημα της εγκυμονούσας συζύγου του, της θυγατέρας του και/ή ότι έχουν αναγνωριστεί ως πρόσφυγες - για άλλους λόγους όμως που δεν σχετίζονται με τις προσωπικές του περιστάσεις. Συνεπώς, την στιγμή που τα μέρη της οικογενείας του δεν αποτελούν μέρος της ατομικής αίτησης ασύλου του, δεν σχετίζονται με τους ισχυρισμούς που εγκατέλειψε την χώρα του και το γεγονός ότι δεν εκδόθηκε απόφαση επιστροφής του (λόγω του ότι έχει οικογένεια στην Δημοκρατία με καθεστώς παραμονής αναγνωρισμένου πρόσφυγα) κρίνεται ότι αυτά τα γεγονότα δεν επηρεάζουν το αίτημα ασύλου του.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν διαπιστώνω ελλιπή έρευνα αλλά ούτε πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν υπόψη από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 ) ούτε προκύπτει ανεπαρκής αιτιολόγηση της διοικητικής απόφασης (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων του Αιτητή, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.
Συνεπώς, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €700 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Βλέπε High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), IR κατά Minister for Justice Equality & Law Reform & anor, [2009] IEHC 353, ημερ. 24/07/2009.
[2] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/05/2026).
[3] City Population, DRC, Kinshasa, https://www.citypopulation.de/en/drcongo/cities/?admid=7296(ημερομηνία τελευατίας πρόσβασης 10/05/2026).
[4] EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, 1.6.2. έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» https://euaa.europa.eu/sites/default/files/public/Article-15c-Qualification-Directive-201195EU-A-judicial-analysis.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο