ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 228/2023
26 Μαΐου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
B.K.M.
Αιτητή
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας,
μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
....................
Ο αιτητής εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου
Αγγελική Πλιάκα, για Χρίστο Α. Αλεξάνδρου και Διονυσία Ζησιμοπούλου Κυριάκου, Δικηγόρος για τον αιτητή
Θεοφανώ Βασιλάκη, Δικηγόρος για τους καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 03/12/2022, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (στο εξής «Λ.Δ.Κ.») και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 08/11/2022, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Ο αιτητής παρέλαβε βεβαίωση υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας αυθημερόν.
Στις 21/11/2022, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (European Union Agency for Asylum - στο εξής: «E.U.A.A.»), ο οποίος στις 25/11/2022, ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας σχετικά με τη συνέντευξη του αιτητή. Στη συνέχεια, ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, αφού υιοθέτησε την Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού απέρριψε το αίτημα του αιτητή στις 03/12/2022.
Στις 22/12/2022, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική του αιτήματος του αιτητή επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την αιτιολόγηση της απόφασής της σχετικά με το αίτημα του αιτητή, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον αιτητή αυθημερόν. Στη συνέχεια, ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της προαναφερόμενης απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.
Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή, στα πλαίσια της Γραπτής της Αγόρευσης προβάλλει τους πιο κάτω λόγους ακυρώσεως: κατάχρηση και υπέρβαση εξουσίας και αναρμοδιότητα του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παράβαση διαδικασίας, πλάνη περί τον νόμο και τα πράγματα και μη επαρκής και/ή δέουσα έρευνα. Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων απέσυρε τον νομικό ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας που περιλαμβάνεται στην γραπτή της αγόρευση για το καθεστώς εργοδότησης του λειτουργού που διεξήγαγε τη συνέντευξη και συνέταξε την έκθεση/εισήγηση, όπως επίσης και τους ισχυρισμούς περί αναρμοδιότητας του κύριου Αγρότη. Η συνήγορος της αιτήτριας απέσυρε το νομικό ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά συνέπεια, ο νομικός ισχυρισμός που αποσύρθηκε, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση, μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει ότι αυτή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής άσκησης των εξουσιών που παρέχει ο νόμος στους Καθ' ων η αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Υποστηρίζει ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρώσεως και των ισχυρισμών του που θεμελιώνουν το αίτημα του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, ώστε να του αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Κατά συνέπεια, εισηγείται ότι η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.
Ο αιτητής στην αίτησή του για διεθνή προστασία κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω της ανασφάλειας που επικρατούσε αλλά και λόγω περιουσιακών διαφορών. Όπως ισχυρίστηκε, ο πατέρας του είχε αδυναμία στα αδέλφια του και δεν επιθυμούσε να δώσει στον αιτητή την περιουσία που του άφησε η γιαγιά του (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου).
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο αιτητής ανέφερε ότι κατάγεται από τη ΛΔΚ, ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στην πρωτεύουσα της ΛΔΚ, την πόλη Kinshasa, η οποία αποτελεί και τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του στη χώρα (ερυθρό 31, 1χ του διοικητικού φακέλου). Είναι χριστιανός καθολικός, απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ομιλεί γαλλικά και λίγα αγγλικά (ερυθρό 33, 1χ-2χ του διοικητικού φακέλου). Σε σχέση με την οικογένειά του, δήλωσε ότι η μητέρα του απεβίωσε το 2015, ο πατέρας του ζει στην Kinshasa και έχει 4 ετεροθαλείς αδελφές που ζουν επίσης στην Kinshasa. Ο αιτητής, από τότε που γεννήθηκε, διέμενε με το θείο του αφού είναι παιδί εξωσυζυγικής σχέσης του πατέρα του και η γέννησή του αποτελούσε κοινό μυστικό μέσα στην οικογένεια (ερυθρό 32, 1χ του διοικητικού φακέλου). Όπως δήλωσε, δεν εργαζόταν το χρονικό διάστημα που βρισκόταν στη χώρα του και ανέφερε πως τον συντηρούσε οικονομικά ο θείος του (ερυθρό 32, 2χ του διοικητικού φακέλου).
Ως προς τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του, δήλωσε ότι ο πατέρας του διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση με τη μητέρα του και ότι από τότε που γεννήθηκε, ζούσε με τη μητέρα και τη γιαγιά του. Κάποια στιγμή, ο παππούς του από την πατρική γραμμή, ήρθε να τον γνωρίσει και πήρε τον αιτητή και τη μητέρα του να ζήσουν μαζί του σε περιουσία που είχε αγοράσει. Το 2006, η μητριά του ενημερώθηκε για την ύπαρξή του και η μητριά, ο πατέρας και τα ετεροθαλή του αδέλφια άρχισαν να απειλούν τον αιτητή και τη μητέρα του. Στα τέλη του 2006, η μητριά του και τα αδέλφια της έκαψαν το σπίτι που ζούσαν με τον παππού του. Για το λόγο αυτό, η μητέρα του τον έστειλε να ζήσει με το θείο του και την περίοδο 2007-2020 δεν διατηρούσε επαφές με τον πατέρα του. Το έτος 2020, η μητριά και ο πατέρας του πληροφορήθηκαν ότι ζούσε με το θείο του και μεταξύ Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου του 2020, η μητριά του και τα αδέλφια της έρχονταν στο σπίτι του θείου και τον απειλούσαν επειδή θεωρούσαν ότι προστάτευε τον αιτητή. Στις 14/12/2020, ήρθαν με όπλα και μαχαίρια και τραυμάτισαν το θείο του και στις 12/01/2021, επιτέθηκαν στον αιτητή και τον χτύπησαν. Στις 14/01/2021, συνέλαβαν τον αιτητή λόγω του ότι ο πατέρας του τον κατήγγειλε για εναντίον του απειλές και περαιτέρω, τον κράτησαν από τις 17/01/2021 ενώ στη συνέχεια τον άφησαν ελεύθερο (ερυθρά 30, 2χ, 29, 1χ του διοικητικού φακέλου).
Ο αιτητής δήλωσε ότι ο πατέρας του δεν τον επισκέφθηκε ποτέ στο σπίτι του θείου του και δεν γνώριζε πως η μητριά και ο πατέρας του πληροφορήθηκαν το που βρισκόταν. Αφού πληροφορήθηκαν ότι ζούσε με το θείο του, τον επισκέφτηκαν περισσότερες από δυο φορές και άρχισαν να απειλούν το θείο του για να τους δώσει τον αιτητή. Ειδικότερα, την πρώτη φορά, ο πατέρας του, ζήτησε ήρεμα και ευγενικά από το θείο του να του δώσει τον αιτητή και ο θείος του ενώ δέχτηκε, εντούτοις αξίωσε ένα ποσό ως αναγνώριση για τη φροντίδα που παρείχε στον αιτητή. Τη δεύτερη φορά, ο πατέρας του, άρχισε να απειλεί λεκτικά το θείο του ενώ μαζί του ήρθαν η μητριά του και άλλα αγόρια με όπλα και μαχαίρια και ο θείος του τραυματίστηκε στο χέρι και στο γόνατο. Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει αν κατήγγειλε στις αρχές ότι η ζωή του κινδύνευε από τη μητριά, τον πατέρα και άλλους συγγενείς του, απάντησε αρνητικά ωστόσο γνώριζε ότι μετά τη δεύτερη φορά, ο θείος του πήγε στην αστυνομία και υπέβαλε καταγγελία εναντίον του πατέρα του, αλλά δεν έγινε κάτι (ερυθρά 25, 2χ, 24, 1χ του διοικητικού φακέλου). Όταν του επισημάνθηκε ότι στην αίτηση διεθνούς προστασίας κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη ΛΔΚ λόγω της εκεί ανασφάλειας αλλά και γιατί ο πατέρας του δεν επιθυμούσε να λάβει την περιουσία που του άφησε η γιαγιά του, λόγοι στους οποίους δεν αναφέρθηκε στη συνέντευξη, απάντησε ότι στην αίτηση ανέφερε τους λόγους συνοπτικά και ότι σε κατοπινό σημείο θα παρέθετε περαιτέρω στοιχεία. Όταν του επισημάνθηκε ότι στη συνέντευξη δεν αναφέρθηκε σε κληρονομικά ζητήματα, δήλωσε ότι αναφέρθηκε στο σπίτι το οποίο έκαψαν η μητριά του και τα αδέλφια της (ερυθρό 23, 2χ του διοικητικού φακέλου).
Στη βάση του πιο πάνω αφηγήματος, ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του αιτητή. O πρώτος ισχυρισμός αφορά το ότι είναι υπήκοος της ΛΔΚ, με τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής την πρωτεύουσα της ΛΔΚ, την πόλη Kinshasa. Ο δεύτερος ισχυρισμός στηρίζεται στο ότι κινδύνευε από τη μητριά και τον πατέρα του και αυτό καθώς ως ο μοναδικός γιος του πατέρα του, θα ήταν και αυτός που θα τον κληρονομούσε.
Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από τους καθ' ων η αίτηση, καθώς κρίθηκε ότι πληρείτο τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του αιτητή, λαμβανομένου υπόψη και του διαβατηρίου του αιτητή. Ωστόσο, ο δεύτερος ισχυρισμός δεν έτυχε αποδοχής. Σχετικά με το δεύτερο ισχυρισμό, δηλαδή τον κίνδυνο που αντιμετώπιζε από τη μητριά και τον πατέρα του λόγω του ότι ως ο μοναδικός γιος του πατέρα του, θα ήταν και αυτός που θα τον κληρονομούσε, ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε ότι τα όσα δήλωσε ο αιτητής στερούνταν επάρκειας και λεπτομέρειας και περαιτέρω, υπήρχαν πολλά κενά στο αφήγημά του.
Συγκεκριμένα κατά την εκτίμηση της εσωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι ο αιτητής ανέφερε ότι αφότου η μητριά του ανακάλυψε ότι ο πατέρας του είχε παιδί εκτός γάμου, άρχισε να απειλεί τον αιτητή και τη μητέρα του. Ο αιτητής κατά τη συνέντευξή του σε σχέση με τις απειλές αρκέστηκε στο να αναφέρει ότι στα τέλη του 2016, η μητριά του και τα αδέλφια της πήγαν στο σπίτι του παππού του και το έκαψαν. Ο αιτητής δεν παρέθεσε λεπτομέρειες για το περιστατικό. Περαιτέρω, δήλωσε ότι η μητέρα του είπε ψέματα στη μητριά και τον πατέρα του ότι ο αιτητής απεβίωσε στην πυρκαγιά και έπειτα ο αιτητής πήγε να ζήσει στο σπίτι του θείου του, αλλά δεν εξήγησε τον τρόπο με τον οποίον κατάφερε να τους πείσει για το γεγονός αυτό. Επίσης, το Νοέμβριο του 2020, η μητριά και ο πατέρας του ανακάλυψαν ότι ήταν ζωντανός και άρχισαν να απειλούν τον αιτητή και το θείο του.
Σε σχέση με τις απειλές που ο αιτητής και ο θείος του δέχτηκαν από τη μητριά και τον πατέρα του μετά το Νοέμβριο του 2020, δήλωσε αόριστα ότι την πρώτη φορά ο πατέρας του πήγε στο σπίτι του θείου του και του ζήτησε ήρεμα να του τον παραδώσει (τον αιτητή), ενώ τη δεύτερη φορά και συγκεκριμένα στις 14/12/2020, ο πατέρας του εμφανίστηκε μαζί με τη μητριά του και άλλα αγόρια και τραυμάτισαν το θείο του στο χέρι και στο γόνατο. Επιπλέον, ανέφερε και πάλι με αοριστία ότι στις 12/01/2021, τον χτύπησαν στο δρόμο και κληθείς να παράσχει πληροφορίες που να συνέδεαν τον πατέρα του με το περιστατικό, ανέφερε μόνο ότι ένας φίλος του πατέρα του είπε στο θείο του ότι ο πατέρας του πλήρωσε άτομα για να τους βρουν και να τους κάνουν κακό. Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει εάν υπέβαλε καταγγελία στις αρχές, δήλωσε πως δεν απευθύνθηκε προσωπικά στις αρχές, αλλά ότι ο θείος του κατήγγειλε όσα συνέβησαν στις 14/12/2020, χωρίς όμως να συμβεί οτιδήποτε μετά την καταγγελία του.
Τέλος, ανέφερε ότι τις απειλές τις δέχτηκε καθώς η μητριά του φοβόταν ότι αυτός, ως ο μοναδικός γιος του πατέρα του, θα τον κληρονομούσε. Ωστόσο, κληθείς να παρέχει πρόσθετες πληροφορίες για το γεγονός ότι θα κληρονομούσε την εν λόγω περιουσία, δεν ήταν σε θέση να το πράξει, αφού δήλωσε ότι δεν πίστευε ότι ο πατέρας του τον είχε αναγνωρίσει επίσημα ως παιδί του, καθώς στα επίσημα έγγραφά του στο σχολείο ή στην εκλογική του κάρτα, ο θείος του ήταν αυτός που αναφερόταν ως πατέρας του. Επιπρόσθετα, ο αιτητής ανέφερε πως δεν είχε προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια για να αναγνωριστεί ως νόμιμο τέκνο του πατέρα του. Του επισημάνθηκε πως αν δεν αναγνωριζόταν επίσημα ως παιδί του πατέρα του, δεν θα μπορούσε να τον κληρονομήσει και σε αυτή την τοποθέτηση του λειτουργού ανέφερε πως η μητριά του και ο πατέρας του δεν τον αγαπούσαν και το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να μείνει μακριά τους. Συνεπώς, η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του αιτητή δεν τεκμηριώθηκε.
Όσον αφορά την εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός στηρίχτηκε σε πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες και επιβεβαίωσαν ότι στη ΛΔΚ, τα παιδιά εκτός γάμου στερούνταν δικαιωμάτων. Ωστόσο, ο αρμόδιος λειτουργός μη εντοπίζοντας πηγές που να επιβεβαιώνουν την προσωπική στοχοποίηση του αιτητή ως παιδί εκτός γάμου και συνδυάζοντας και τις από πλευράς του ανεπαρκείς και αόριστες δηλώσεις, δεν αποδέχτηκε τον εν λόγω ισχυρισμό.
Κατόπιν, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του. Υπό το φως του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού, ο οποίος αφορά τα προσωπικά στοιχεία του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έλαβε υπόψη το προσωπικό του προφίλ και την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν συνέτρεχαν εύλογοι λόγοι ώστε να γινόταν δεκτό ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στην Kinshasa, ο αιτητής θα υφίστατο δίωξη ή σοβαρή βλάβη λόγω της επικρατούσας κατάστασης ασφαλείας, καθώς οι ένοπλες συγκρούσεις περιορίζονταν στις ανατολικές επαρχίες της χώρας.
Κατά την νομική ανάλυση στην οποία προέβη ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ισχυρισμοί τoυ αιτητή δεν μπορεί να αποτελούσαν λόγο παραχώρησης καθεστώτος πρόσφυγα ή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, όπως προνοείται στα άρθρα 3 και 19 (1) και (2) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000. Περαιτέρω, εξετάζοντας τον πραγματικό κίνδυνο να υφίστατο σοβαρή βλάβη υπό το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι στην περιοχή καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή δεν παρατηρείτο ένοπλη σύρραξη. Ως εκ τούτου, εισηγήθηκε πως ο αιτητής δεν δύνατο να υπαχθεί ούτε σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και συνεπώς, το αίτημά του δεν έγινε αποδεκτό στο σύνολό του. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης υιοθετήθηκε από τον αρμόδιο, εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργό, που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος και απέρριψε το αίτημα του αιτητή.
Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τη συνήγορο του, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου και αφορά την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του αιτητή, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ.
Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό, σχετικά με τον κίνδυνο που αντιμετώπιζε από τη μητριά και τον πατέρα του καθώς ως ο μοναδικός γιος του πατέρα του, θα ήταν και αυτός που θα τον κληρονομούσε, διαπιστώνω από το αφήγημά του ότι απουσιάζει η λεπτομέρεια και η βιωματικότητα των περιστατικών που περιγράφει. Ο αιτητής δεν κατόρθωσε να παράσχει σαφείς και συγκεκριμένες εξηγήσεις σε σχέση με τον κίνδυνο που ισχυρίστηκε ότι διέτρεχε και περαιτέρω, οι πλείστες αναφορές του στηρίζονταν σε εικασίες ή σε γεγονότα τα οποία και είχε πληροφορηθεί από τρίτα πρόσωπα. Παρά τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά τη συνέντευξη, οι απαντήσεις του παρέμειναν γενικόλογες, επαναλαμβανόμενες και χωρίς καμία ουσιαστική εξειδίκευση. Δεν κατέστη δυνατό από τα λεγόμενά του να τεκμηριώσει το φόβο του ότι θα τίθετο σε κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Επιπρόσθετα συμφωνώ με τις διαπιστώσεις του αρμόδιου λειτουργού, οι οποίες βρίσκονταν ενώπιον του αιτητή και δεν προσπάθησε να τις αντικρούσει στην ενώπιον μου διαδικασία. Κατά συνέπεια, από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου διαπιστώνω πως η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού δεν τεκμηριώθηκε.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία των όσων ανέφερε, ανέτρεξα σε έγκυρες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σε σχέση με τα παιδιά εκτός γάμου. Από τις πηγές πληροφόρησης προέκυψε πως το πιστοποιητικό γάμου αποτελεί μια από τις προϋποθέσεις για την καταχώριση της γέννησης ενός παιδιού στη ΛΔΚ και κατά συνέπεια, για την πρόσβαση σε κρατικές υπηρεσίες, την κληρονομιά περιουσίας αλλά και το δικαίωμα ψήφου. Μόνο το 25% των παιδιών διαθέτει πιστοποιητικό γέννησης και απολαμβάνει τα δικαιώματα και την προστασία που αυτό παρέχει.[1]
Κατά συνέπεια, στη χώρα καταγωγής του διαφαίνεται πως σε κάποιο βαθμό τα παιδιά εκτός γάμου υφίστανται περιθωριοποίηση. Αυτό βέβαια δεν είναι αρκετό για να στοιχειοθετηθεί ο ισχυρισμός του αιτητή, εφόσον από το αφήγημά του δεν προκύπτει ότι υπάρχει δικαιολογημένος φόβος δίωξης στη χώρα καταγωγής του. Οι γενικές και αόριστες δηλώσεις και ανεπαρκείς πληροφορίες για τα βιώματά του ως προς τον πυρήνα του αιτήματος του, οδηγούν στο συμπέρασμα πως ο αιτητής δεν είναι αξιόπιστος στις δηλώσεις του. Κατά συνέπεια, καταλήγω πως ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό ο αιτητής δεν έχει στοιχειοθετήσει οποιοδήποτε λόγο για τον οποίο θα μπορούσε να του δοθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας. Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]».
Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).
Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).
Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619.
Ο αρμόδιος λειτουργός διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση στη χώρα καταγωγής του αιτητή, επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι, η σύγκρουση στις ανατολικές επαρχίες, ιδίως με τη συμμετοχή της αντάρτικης ομάδας M23 που υποστηρίζεται από τις αρχές της Rwanda, συνεχίστηκε καθ' όλη τη διάρκεια του έτους [2024]. [.] Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (IOM) ανέφερε ότι έως το τέλος Μαΐου, 1,77 εκατομμύρια άνθρωποι στο North Kivu είχαν εκτοπιστεί λόγω επιθέσεων της M23, ενώ σημείωσε αύξηση της σεξουαλικής βίας και της εκμετάλλευσης που στοχεύει γυναίκες και κορίτσια.[2] Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από άλλες διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης στις οποίες αναφέρεται ότι οι επιθέσεις κατά αμάχων συνεχίστηκαν καθώς η σύγκρουση μεταξύ ένοπλων ομάδων και κυβερνητικών δυνάμεων κλιμακώθηκε. Τουλάχιστον 100 άμαχοι σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα αδιάκριτων βομβαρδισμών από κυβερνητικές δυνάμεις και ένοπλες ομάδες. Κυβερνητικές δυνάμεις προχώρησαν σε εξωδικαστικές εκτελέσεις 250 ατόμων.[3]
Αναφορικά με τη κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή, και συγκεκριμένα στην πόλη Kinshasa, πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι, σποραδικά περιστατικά ασφαλείας αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια του 2024, συμπεριλαμβανομένων διαδηλώσεων, μιας απόπειρας πραξικοπήματος, μιας απόδρασης από τη φυλακή Makala, καθώς και ορισμένων περιστατικών στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Maluku λόγω της σύγκρουσης που λαμβάνει χώρα στη γειτονική επαρχία Mai-Ndombe. Το Κοινό Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών θεωρεί την επαρχία Kinshasa ως μη επηρεαζόμενη από ένοπλη σύγκρουση. Από την επιδείνωση της κατάστασης ασφάλειας στα ανατολικά το 2025, πέραν των διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σοβαρά περιστατικά ασφαλείας στην Kinshasa.[4] Επιπροσθέτως, η Διεθνής Αμνηστία αναφέρει ότι [κατά τη διάρκεια του 2024] πραγματοποιήθηκαν διαδηλώσεις σε ολόκληρη τη χώρα, συμπεριλαμβανομένης της πρωτεύουσας, Kinshasa, σε σχέση με την ένοπλη σύγκρουση μεταξύ του March 23 Movement (M23), μιας ένοπλης ομάδας που φέρεται να υποστηρίζεται από τη Rwanda, και των κυβερνητικών δυνάμεων της Democratic Republic of the Congo (DRC) και των συμμάχων τους. Οι διαδηλώσεις αφορούσαν επίσης την φερόμενη υποστήριξη δυτικών χωρών, συμπεριλαμβανομένων της France, του UK και των USA, προς τη Rwanda.[5]
Εν προκειμένω, αναφορικά με τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή, σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού με έργο τη συλλογή, ανάλυση και χαρτογράφηση δεδομένων σχετικά με τις ημερομηνίες, τους δρώντες, τις τοποθεσίες, τους θανάτους και τους τύπους όλων των καταγεγραμμένων γεγονότων πολιτικής βίας και διαμαρτυρίας σε παγκόσμια κλίμακα, στη διάρκεια ενός έτους (Past year of ACLED Data) και συγκεκριμένα με ημερομηνία καταγραφής το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 25/05/2026), όσον αφορά την πόλη Kinshasa της ΛΔΚ, τόπος καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή, έχουν καταγραφεί 52 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 49 θάνατοι.[6] Σημειώνεται πως ο πληθυσμός για την Κινσάσα σύμφωνα με εκτιμήσεις για το 2026 ανέρχεται σε 21,852,144 κατοίκους.[7]
Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, υγιής, απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, πλήρως ικανός προς εργασία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω παρατέθηκαν και το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι ορθώς κρίθηκε επί της ουσίας ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή για την παραχώρηση σε αυτόν συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για δέουσα έρευνα.
Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97). Από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί της ευπαίδευτης συνηγόρου του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας των στοιχείων που σχετίζονται με την προσβαλλόμενη απόφαση εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, αλλά και αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης απορρίπτονται στο σύνολό τους.
Από τους ισχυρισμούς που προωθήθηκαν δεν προκύπτει ότι το αρμόδιο όργανο υπέπεσε σε οποιαδήποτε πλάνη περί τα πράγματα ή πλάνη σε σχέση με τη νομοθεσία. Συνεπώς, ο ισχυρισμός της ευπαίδευτης συνηγόρου του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας και πλάνης των στοιχείων που σχετίζονται με την προσβαλλόμενη απόφαση εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτεται στο σύνολό του.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι η προσφυγή του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Women for Women International, why women in Eastern DRC are campaigning for marriage registration, 22/07/2019, διαθέσιμο στο: https://womenforwomen.org.uk/blog/%E2%80%98men-can-take-many-wives-we-can%E2%80%99t-register-our-children%E2%80%99
[2] Freedom House, Democratic Republic of the Congo, 2025, διαθέσιμο στο: https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2025
[3]Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2024, Απρίλιος 2025, διαθέσιμο στο: https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/
[4]CEDOCA, COI Focus, Republique Democratique du Congo: Situation sécuritaire [Democratic Republic of the Congo: Security Situation], Φεβρουάριος 2025, σελ.2, διαθέσιμο στο: https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf
[5]Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2024, Απρίλιος 2025, διαθέσιμο στο: https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/
[6] Πλατφόρμα ACLED Explorer, Country: DRC, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη στο: https://acleddata.com/platform/explorer
[7] World Population Review, DR Congo – Kinshasa, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο