ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υποθ. Αρ.: 2450/2025
22 Μαΐου 2026
[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ-KΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με τo άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
N.O.M. από την Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Ειρήνη Χρίστου για Μαρία Μπαγιαζίδου, Δικηγόρος για την Αιτήτρια
Αντιγόνη Παπαδοπούλου, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση
Η Αιτήτρια είναι παρούσα. (Παρoύσα η διερμηνέας κα Ζωή Αγαπίου για πιστή μετάφραση από τα ελληνικά στα γαλλικά και αντίστροφα)
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την υπό κρίση προσφυγή, η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 26/08/2025, η οποία της κοινοποιήθηκε την 26/09/2025 και δια της οποίας απορρίφθηκε το αίτημά της για παροχή διεθνούς προστασίας, ως άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερούμενη οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Περαιτέρω αιτείται αναγνώρισης διεθνούς προστασίας.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (εφεξής Δ.Φ.) που βρίσκονται ενώπιον μου, η Αιτήτρια είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής ΛΔΚ) και στις 03/01/2022 υπέβαλε αίτηση χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας, η οποία καταχωρίστηκε στις 04/01/2022 από Κέντρο Πρώτης Υποδοχής Πουρνάρα (ερ. 3-1, 13-11 και 6 του Δ.Φ.).
Στις 16/07/2025 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA) προς εξέταση του αιτήματός της για διεθνή προστασία (ερ. 51-30 Δ.Φ.).
Στη συνέχεια και δη στις 30/07/2025, ο αρμόδιος λειτουργός της EUAA συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος της Αιτήτριας. (ερ. 89-75 Δ.Φ.).
Στις 26/08/2025 εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας (ερ. 90 Δ.Φ.).
Ακολούθως, στις 26/09/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με αιτιολόγηση της απόφασης σχετικά με το αίτημα της Αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από την ίδια, ενώ το περιεχόμενο της απόφασης και της αιτιολόγησης τής επεξηγήθηκε σε γλώσσα που κατανοεί. (ερ. 92 Δ.Φ.).
Στη συνέχεια, στις 07/10/2025, η Αιτήτρια καταχώρισε την υπό εξέταση προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π.), προσβάλλοντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Η Αιτήτρια, δια της συνηγόρου της, προβάλλει πλείονες λόγους ακύρωσης προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, οι οποίοι προωθούνται περαιτέρω δια της Γραπτής Αγόρευσης. Ειδικότερα, δια του εισαγωγικού δικογράφου, η συνήγορος της Αιτήτριας προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι η προσβαλλόμενη πράξη ελήφθη χωρίς να έχει προηγηθεί δέουσα έρευνα ως προς τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα, με αποτέλεσμα να ληφθεί υπό το καθεστώς νομικής και/ή πραγματικής πλάνης. Επιπρόσθετα προβάλλει πως η επίδικη απόφαση στερείται επαρκούς και/ή δέουσας αιτιολογίας, πως η διαπίστωση της αναξιοπιστίας της Αιτήτριας δεν δικαιολογήθηκε και/ή τεκμηριώθηκε εσφαλμένα, με αποτέλεσμα να στερηθεί εσφαλμένως και του ευεργετήματος της αμφιβολίας, πως δεν τηρήθηκαν διαδικαστικές εγγυήσεις, όπως της ορθής διερμηνείας, και πως δεν συνεκτιμήθηκαν εξατομικευμένα οι προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, με αποτέλεσμα η απόφαση να αντίκειται στο Σύνταγμα, στους Νόμους και στις σχετικές Κατευθυντήριες Οδηγίες.
Κατά την γραπτή της αγόρευση, η Αιτήτρια, δια της συνηγόρου της επαναφέρει τους εξής νομικούς ισχυρισμούς:
Α). Η προσβαλλόμενη πράξη ελήφθη χωρίς διεξαγωγή δέουσας έρευνας και χωρίς τη δέουσα και διεξοδική αξιολόγηση των στοιχείων του φακέλου και των ισχυρισμών, ενώ περαιτέρω στηρίχθηκε σε ελλιπή αιτιολογία και χωρίς εφαρμογή των βασικών αρχών του εγχειριδίου της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες. Υπό τον εν λόγω νομικό ισχυρισμό, η συνήγορος υποστηρίζει πως ο διαχωρισμός και η ανάλυση των ουσιωδών ισχυρισμών ήταν πλημμελής και πως θα έπρεπε να διακριθούν ως αυτοτελείς ισχυρισμοί ο βιασμός που υπέστη η Αιτήτρια, οι απειλές που δέχθηκε, η εξαναγκαστική διακοπή της κύησής της και ο θάνατος της μητέρας της. Περαιτέρω, διατείνεται πως το συμπέρασμα περί αναξιοπιστίας του δεύτερου διακριθέντος ισχυρισμού από τον λειτουργό ήταν εσφαλμένο, χωρίς να ληφθεί υπόψιν η ευαλωτότητα της Αιτήτριας και να τηρηθούν οι διαδικαστικές εγγυήσεις. Τέλος, προσθέτει πως υπήρξε λανθασμένη και/ή ελλιπής αξιολόγηση της δυνατότητας επιστροφής και μετεγκατάστασης της Αιτήτριας.
Β) Αποτελεί θέση της Αιτήτριας ότι ο λειτουργός παρέλειψε να την παραπέμψει για ιατρική και/ή ψυχολογική αξιολόγηση, παραβιάζοντας τις διαδικαστικές εγγυήσεις.
Οι Καθ' ων η Αίτηση κατά την Ένστασή τους υπεραμύνονται της ορθότητας και της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης και αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη πράξη έχει ληφθεί σύμφωνα με τις διεθνείς και ευρωπαϊκές συμβάσεις, τις διατάξεις του Συντάγματος, των Νόμων, των Κανονισμών και των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου, μετά από επαρκή και/ή δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας των Καθ' ων η Αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, είναι δε επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη.
Ακολούθως, στην γραπτή τους αγόρευση, οι Καθ' ων η αίτηση επαναλαμβάνουν τις θέσεις που ανέφεραν κατά την Ένστασή τους και αντικρούουν τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς της Αιτήτριας. Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι οι λόγοι ακυρώσεως δεν εγείρονται σύμφωνα με το άρθρο 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962, καθώς προβάλλονται με γενικότητα και αοριστία, χωρίς να εξειδικεύονται ρητώς, εμπεριστατωμένα και αιτιολογημένα δια της αγορεύσεως. Περαιτέρω, προβάλλουν πως η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης και να τεκμηριώσει βάσιμο λόγο δίωξης συνδεόμενο με έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης υπό το άρθρο 19 του Νόμου. Ως προς τον νομικό ισχυρισμό περί μη διεξαγωγής δέουσας έρευνας, αποτελεί θέση των Καθ’ων η αίτηση ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί και δέον όπως απορριφθεί, ενώ παραθέτουν περαιτέρω πρόσφατη νομολογία με πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας. Ομοίως, εισηγούνται την απόρριψη του ισχυρισμού περί μη παραπομπής της Αιτήτριας για ιατρική και/ή ψυχολογική εξέταση ως νομικώς αβάσιμου, σημειώνοντας πως η διασφάλιση των διαδικαστικών εγγυήσεων αποσκοπεί στην διαδικαστική επάρκεια της συνέντευξης, χωρίς να περιλαμβάνει υποχρέωση της Διοίκησης να παραπέμπει αιτητές διεθνούς προστασίας σε επαγγελματίες υγείας εάν δεν προκύπτουν σχετικές ενδείξεις που καθιστούν τα πρόσωπα αδύνατα να συμμετάσχουν στην διαδικασία. Συμπερασματικά, εισηγούνται την απόρριψη της υπό εξέταση προσφυγής ως νόμω και ουσία αβάσιμης.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Καταρχάς πρέπει να λεχθεί ότι οι λόγοι ακύρωσης είναι με γενικότητα και αοριστία που εγείρονται στην παρούσα αίτηση. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.
Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672: «Η αιτιολόγηση των νομικών σημεχίων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης».
Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AΑΔ 598).
Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι η απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636 . Σχετική είναι και η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4
Οι αγορεύσεις αποτελούν τη μόνη μέθοδο ανάπτυξης των λόγων ακύρωσης ή ισχυρισμών που ήδη προσβλήθηκαν με το δικόγραφο της προσφυγής.
Σύμφωνα με την Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671 : «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»
«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56.»
Η συνήγορος της Αιτήτιας γενικά και αόριστα παραθέτει τα νομικά σημεία στην αγόρευσή της και επικαλείται παραβιάσεις του περί Προσφύγων Νόμου και των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου ωστόσο ελλείπει οποιαδήποτε επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης. Εκλείπει δε και η υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους λόγους ακύρωσης που κατ' ισχυρισμό παραβιάζονται.
Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι δεν έγινε επαρκής η δέουσα έρευνα κρίνω ότι είναι γενικός και αόριστος και δεν γίνεται οποιοδήποτε υπαγωγή στα πραγματικά γεγονότα που αφορούν τον Αιτητή.
Όπως έχει πλειστάκις νομολογηθεί η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται κατά τη διενέργεια της έρευνας, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης.
Όπως καταδεικνύεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου και εξέτασαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία που είχαν ενώπιον τους. Ειδικότερα, στην αρχή της συνέντευξης της, η Αιτήτρια, αφού ενημερώθηκε για τη διαδικασία και τα δικαιώματά της επιβεβαίωσε ότι βρίσκεται σε καλή κατάσταση και ότι μπορεί να απαντήσει, ως επίσης ότι δεν έχει οποιεσδήποτε απορίες σχετικά με τη διαδικασία. Επιβεβαίωσε επίσης ότι δεν έχει έγγραφα να υποβάλει και όσα αναγράφονται στην αίτηση του είναι αληθή.
Όπως διαφαίνεται από τα στοιχεία τα οποία εμπεριέχονται στον διοικητικό φάκελο, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε ενδελεχή εξέταση του αιτήματος της Αιτήτριας για παροχή διεθνούς προστασίας, καθώς και όλων των στοιχείων που είχε ενώπιον του, ενώ εξάντλησε κατά τη συνέντευξη με την Αιτήτρια όλες τις πτυχές των ισχυρισμών της και εν τέλει εκεί όπου θεώρησε σκόπιμο προέβη σε περαιτέρω ανάλυση των δεδομένων μέσω έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Κατά την υποβολή του αιτήματός της για διεθνή προστασία στις 03/01/2022, η Αιτήτρια κατέγραψε, αναφορικά με τα προσωπικά της στοιχεία, πως είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, γεννηθείσα την 15/09/1996 στην Lodja, άγαμη, με μητρική της γλώσσα τα Λινγκάλα, ενώ ομιλεί επίσης Γαλλικά. Ως προς το θρήσκευμα, δηλώνει χριστιανή καθολική. Αναχώρησε από την χώρα καταγωγής της την 19/10/2021 και, δια μέσου Τουρκίας και των μη ελεγχόμενων από την Κυπριακή κυβέρνηση περιοχών, εισήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία την 14/11/2021. Αναφορικά δε, με τους λόγους για τους οποίους αναχώρησε από την ΛΔΚ, η Αιτήτρια κατέγραψε πως είναι απόφοιτη νοσηλευτικών σπουδών και πως διέφυγε από την ΛΔΚ εξαιτίας των απειλών και των βιασμών που υπέστη από τον σύζυγο της μητέρας της, ο οποίος την κακοποίησε σεξουαλικά πέντε φορές και απειλούσε την ζωή της σε περίπτωση που το αποκάλυπτε. Αφού η Αιτήτρια το αποκάλυψε στην μητέρα της, εκείνη την βοήθησε να διαφύγει από την χώρα (ερ. 3-1 και 13-11 του Δ.Φ.).
Κατά την συνέντευξη που πραγματοποιήθηκε την 16/07/2025 από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (εφεξής EUAA), η Αιτήτρια επιβεβαίωσε τα προσωπικά στοιχεία που είχε δηλώσει κατά την καταγραφή του αιτήματός της και περαιτέρω δήλωσε πως διέμεινε στο χωριό Lodja μέχρι την ηλικία των 9 ετών και στη συνέχεια μετακόμισε στην κοινότητα Kasa-Vubu της Kinshasa και πως η περιοχή της Kinshasa αποτέλεσε τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής της μέχρι να αναχωρήσει από την χώρα. (ερ. 48 1χ Δ.Φ.). Ως προς την οικογένειά της η Αιτήτρια δήλωσε πως ο πατέρας της απεβίωσε όταν η ίδια ήταν πολύ μικρή, η μητέρα της απεβίωσε τον Νοέμβριο του 2021 και πως έχει επίσης μία ετεροθαλή αδερφή και δύο ετεροθαλείς αδερφούς με τους οποίους δεν επικοινωνεί. Σποραδικά επίσης επικοινωνεί μόνο με την αδερφή του πατέρα της στην Angola και την ξαδέλφη της στην Kasa Vubu (ερ. 47 1χ-4χ και ερ. 46 4χ Δ.Φ.). Ανήκει δε στην εθνοτική ομάδα των Mutetela/ Tetela και ως προς την εκπαίδευσή της δήλωσε πως σπούδασε από το 2014-2019 νοσηλευτική και έκανε πρακτική άσκηση μεταξύ των ετών 2017-2018 στο νοσοκομείο Mama Yemo και στη συνέχεια το 2019 σε ένα ιατρικό κέντρο (ερ. 45 Δ.Φ.)
Αναφορικά με τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια, κατά την διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης, προέβαλε ότι εγκατέλειψε την Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό εξαιτίας του βιασμού που υπέστη από τον σύζυγο της μητέρας της το 2020 και τις μετέπειτα απειλές που δέχθηκε από εκείνον κατά της ζωής της. Συγκεκριμένα, ανέφερε πως το 2020 φιλοξενήθηκε από την μητέρα της στο σπίτι της στο Selembao, Bumbu και, όταν η μητέρα της ταξίδεψε στο Dubai και η Αιτήτρια παρέμεινε στο σπίτι, ο σύζυγος της μητέρας της την βίασε, γεγονός που την κατέστησε έγκυο. Όταν το αντιλήφθηκε η μητέρα της, την πίεσε να αποκαλύψει ποιος είναι ο πατέρας και μόλις η Αιτήτρια της το αποκάλυψε, η μητέρα της την εξανάγκασε να προβεί σε διακοπή κύησης, λόγω του ότι θεωρούσε ντροπιαστικό να κυοφορεί η κόρη της το παιδί του θετού πατέρα της. Κατόπιν της άρνησης της Αιτήτριας, η μητέρα της της χορήγησε ένα ισχυρό ρόφημα και κατέληξε στο νοσοκομείο, όπου της ανακοίνωσαν ότι έχασε το κυοφορούμενο παιδί. Στη συνέχεια, η μητέρα της Αιτήτριας την παρότρυνε να μετακομίσει στο Nsele, ούτως ώστε να μην αμαυρωθεί η φήμη του συζύγου της και την επισκεπτόταν εκεί, μέχρι που την βοήθησε να αναχωρήσει από την ΛΔΚ. Η Αιτήτρια πρόσθεσε πως στο μεταξύ ο σύζυγος της μητέρας της την απειλούσε και, όταν η Αιτήτρια βρισκόταν στις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές έμαθε ότι η μητέρα της σκοτώθηκε από τον οδηγό της (ερ. 43 2χ-4χ και ερ. 42 2χ Δ.Φ.).
Ερωτηθείσα τι πιστεύει ότι θα της συνέβαινε σε περίπτωση επιστροφής της στη ΛΔΚ, η Αιτήτρια εξέφρασε φόβο πως θα την σκοτώσει ο σύζυγος της μητέρας της, επειδή η Αιτήτρια αποκάλυψε πως εκείνος την βίασε και την κατέστησε έγκυο, ενώ επίσης την κατηγορούσε ότι έχασε την σύζυγό του εξαιτίας της (ερ. 42 1χ Δ.Φ.). Ακολούθως, ερωτηθείσα για ποιον λόγο πιστεύει πως ο άνδρας αυτός θα προέβαινε σε τέτοια πράξη, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο θα επιδείνωνε την θέση του, η Αιτήτρια απάντησε πως είναι εύπορος και θα διαφύγει της δικαιοσύνης. Εξέφρασε, επίσης, την πεποίθησή της ότι ο άνδρας αυτός είναι υπεύθυνος για τον θάνατο της μητέρας της, όπως και για τον θάνατο του οδηγού που είχε κατηγορηθεί για την δολοφονία της (ερ. 33 και ερ. 32 Δ.Φ.). Ως προς τις συνθήκες διαβίωσής της στη ΛΔΚ σε περίπτωση επιστροφής της, η Αιτήτρια απάντησε πως θα αντιμετωπίσει οικονομικές δυσχέρειες, δεν θα μπορέσει να συνεχίσει τις σπουδές της, επιπλέον δεν θα έχει οικογενειακή υποστήριξη επειδή η θεία της ανατρέφει τα δικά της παιδιά και πως, ακόμα και να εργαστεί ως νοσοκόμα, ο μισθός της θα είναι χαμηλός, εξαιτίας των ανολοκλήρωτων σπουδών της (ερ. 32 Δ.Φ.).
Αναφορικά με τον θάνατο της μητέρας της, η Αιτήτρια δήλωσε πως, σύμφωνα με τα νέα που δημοσιεύθηκαν και στο διαδίκτυο, η μητέρα της δολοφονήθηκε από τον οδηγό της, ήτοι έναν γείτονα που την διευκόλυνε στις μετακινήσεις της, καθώς εργαζόταν ως δημοσιογράφος. Ερωτηθείσα πώς ο θάνατος της μητέρας της συνδέεται με το αίτημά της για προστασία, η Αιτήτρια απάντησε πως η μητέρα της ήθελε να την προστατεύσει από τον σύζυγό της και έπειτα ο σύζυγός της κατηγόρησε την Αιτήτρια ότι ευθύνεται για τον θάνατο της μητέρας της (ερ. 41 Δ.Φ.).
Σχετικά με τον λόγο για τον οποίον μετακόμισε στην μητέρα της για πρώτη φορά τον Φεβρουάριο του 2020, ενώ από την ηλικία των 9 ετών και μετά τον θάνατο του πατέρα της την είχε εμπιστευτεί στην πατρική της θεία στην Kasa- Vubu, η Αιτήτρια δήλωσε πως η μητέρα της ήθελε να την βοηθήσει να βρει εργασία στον ιατρικό τομέα και πως συνολικά έμεινε στο σπίτι της στο Bumbu για τρεις μήνες (ερ. 40 Δ.Φ.).
Αναφορικά με το προφίλ του συζύγου της μητέρας της, η Αιτήτρια εξήγησε πως ήταν επιχειρηματίας και πως το 2008 που τον είχε δει πρώτη φορά στο σπίτι της θείας της στην Kasa-Vubu, έμαθε πως η μητέρα της είχε ξαναπαντρευτεί (ερ. 39 Δ.Φ.).
Ως προς τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες συνέβησαν οι σεξουαλικές επιθέσεις, η Αιτήτρια δήλωσε πως την πρώτη φορά, το Μάρτιο του 2020, βρισκόταν στο καθιστικό, τα ετεροθαλή αδέρφια της ήταν στο σχολείο και εκείνος την προσέγγισε και την κακοποίησε σεξουαλικά. Η Αιτήτρια περιέγραψε ότι μετά τον βιασμό αιμορραγούσε και πως εκείνος την απείλησε πως εάν το αποκαλύψει θα σκοτώσει τόσο την ίδια όσο και την μητέρα της. Πρόσθεσε δε πως τις επόμενες ημέρες ο σύζυγος της μητέρας της την κρατούσε κλειδωμένη στο σπίτι και πως όταν επέστρεψε η μητέρα της περί τα τέλη Απριλίου 2020, κατάλαβε πως ήταν έγκυος. Ωστόσο η Αιτήτρια αποκάλυψε την εγκυμοσύνη της στην μητέρα της τον Ιούνιο του 2020 και σχετικά με τις χρονικές ασυνέπειες που εντοπίστηκαν από τον λειτουργό, η Αιτήτρια δήλωσε πως σύγχυσε τους μήνες (ερ. 38 1χ, 5χ και ερ. 371χ, 2χ του Δ.Φ.).
Αναφορικά με την αποκάλυψη της εγκυμοσύνης στην μητέρα της, η Αιτήτρια περιέγραψε πως η μητέρα της αντέδρασε με σωματική βία εναντίον της, κατηγορώντας την πως ψεύδεται σχετικά με τον σύζυγό της και πως μόλις το αποδέχτηκε, την πίεσε να προβεί σε άμβλωση και να μην το συζητήσει με κανέναν άλλον (ερ. 37 4χ Δ.Φ.).
Ερωτηθείσα γιατί δεν ανέφερε τα άλλα περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης που είχε δηλώσει πως έλαβαν χώρα, η Αιτήτρια αρνήθηκε πως μίλησε για πληθυντικό αριθμό περιστατικών και όταν της επισημάνθηκε πως και κατά την καταγραφή είχε μιλήσει για 5 περιστατικά βιασμού, η Αιτήτρια δήλωσε πως ίσως ήταν αγχωμένη και δεν ήταν συγκεντρωμένη στην ερώτηση (ερ. 37 6χ και ερ. 36 1χ Δ.Φ.).
Σχετικά με την διακομιδή της στο νοσοκομείο αργότερα, η Αιτήτρια απάντησε στις σχετικές ερωτήσεις πως νοσηλεύτηκε τον Σεπτέμβριο του 2020 για έναν μήνα, πως δεν είχε τις αισθήσεις της και πως τις ανέκτησε στο νοσοκομείο, διαπιστώνοντας πως ήταν διασωληνωμένη με ορό. Ζητηθείσα να περιγράψει τι ειπώθηκε από τους γιατρούς και τι αγωγή ακολούθησε, η Αιτήτρια απάντησε πως ο γιατρός διέγνωσε πως η διακοπή της κύησης προκλήθηκε από κάτι που είχε πιει η Αιτήτρια, πως της χορήγησαν αντιβιοτικά, κατόπιν απόξεσης, προσθέτοντας πως της ανακοίνωσαν ότι κυοφορούσε δίδυμα τα οποία πέθαναν προ της γέννας. Ζητηθείσα να εξηγήσει πώς τα αντιβιοτικά ως θεραπεία αρκούσαν, δεδομένου ότι βρισκόταν σε προχωρημένη κύηση, καθώς ήταν 7 μηνών έγκυος, η Αιτήτρια απάντησε πως έκανε ό,τι της είπαν οι γιατροί (ερ. 36 2χ-5χ Δ.Φ.)
Σχετικά με το τι συνέβη μετά το εξιτήριο, η Αιτήτρια απάντησε πως η μητέρα της την πήγε στο Nsele όπου διέμεινε για 5 μήνες πριν αναχωρήσει από την ΛΔΚ. Αφού ο λειτουργός επεσήμανε ότι από τον Οκτώβριο του 2020 που, κατά δήλωσή της, μετέβη στο Nsele, οι 5 μήνες αθροίζονται μέχρι κα τον Μάρτιο του 2021. Ερωτηθείσα να εξηγήσει πού βρισκόταν από τον Μάρτιο του 2021 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2021 που αναχώρησε από την χώρα, η Αιτήτρια απάντησε πως διέμενε στο Nsele όλους αυτούς του μήνες (ερ. 35 1χ -3χ Δ.Φ.).
Αναφορικά με τις απειλές που δέχθηκε από τον σύζυγο της μητέρας της, η Αιτήτρια δήλωσε πως η πρώτη απειλή εκφράστηκε αμέσως μετά τον βιασμό και η τελευταία που δέχθηκε ήταν τηλεφωνική, τον Νοέμβριο του 2021, ενόσω η ίδια βρισκόταν στα κατεχόμενα, δια της οποίας ο θετός πατέρας της την κατηγορούσε για τον θάνατο της μητέρας της και απειλούσε ότι θα την βλάψει. Πρόσθεσε επίσης ότι δεχόταν απειλές και καθ’ όλο το διάστημα της παραμονής της στο σπίτι τους. Ερωτηθείσα πώς ο σύζυγος της μητέρας της βρήκε τον αριθμό της και την κάλεσε αφού είχε αναχωρήσει από την χώρα, η Αιτήτρια απάντησε πως ήταν το κινητό που της είχε δώσει η μητέρα της (ερ. 35-33 Δ.Φ.).
Ως προς την δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης, ερωτηθείσα η Αιτήτρια εάν θα μπορούσε να εγκατασταθεί στην Lodja όπου γεννήθηκε, απάντησε πως δεν έχει ζήσει ποτέ μόνη της και δεν θα μπορούσε να κρυφτεί πουθενά στην ΛΔΚ (ερ. 31 Δ.Φ.).
Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό της συνέντευξης και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις της. Ο πρώτος αναφορικά με τα προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας, το προφίλ, την χώρα καταγωγής και την ταυτότητά της, ο δεύτερος αναφορικά με τον επικαλούμενο λόγο για τον οποίο εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της, ήτοι το γεγονός ότι η Αιτήτρια υπέστη σεξουαλική κακοποίηση από τον θετό πατέρα της τον Μάρτιο του 2020 και τις απειλές κατά της ζωής της που δέχθηκε προκειμένου να μην αποκαλύψει την κακοποίηση (ερ. 87 του Δ.Φ.).
Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε πως οι δηλώσεις της Αιτήτριας σχετικά με τα προσωπικά στοιχεία του προφίλ της, τον τόπο διαμονής της, το οικογενειακό, εκπαιδευτικό και εργασιακό της υπόβαθρο ήταν εν συνόλω συνεκτικές, σαφείς και συνεπείς, επαληθεύονται δε από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και το προσκομισθέν από την ίδια διαβατήριο της ΛΔΚ, και ως εκ τούτου ο εν λόγω ισχυρισμός έγινε αποδεκτός (ερ. 86-85 του Δ.Φ.).
Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι υπέστη σεξουαλική κακοποίηση από τον σύζυγο της μητέρας της τον Μάρτιο του 2020 και ότι δέχθηκε απειλές κατά της ζωής της προκειμένου να μην αποκαλύψει την κακοποίηση, ο λειτουργός έκρινε πως η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να παράσχει επαρκείς λεπτομέρειες με σαφήνεια και συνοχή. Ειδικότερα, ως προς την χρονική αλληλουχία των γεγονότων που ακολούθησαν της σεξουαλικής της κακοποίησης, διαπιστώθηκε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με σαφήνεια πότε η μητέρα της επέστρεψε από το ταξίδι της, πότε αντιλήφθηκε την εγκυμοσύνη της, πότε η ίδια το αποκάλυψε στην μητέρα της, ούτε κατόρθωσε να εξηγήσει τις χρονικές ανακολουθίες που περιέγραφε, όταν ο λειτουργός της επεσήμανε τις αντιφάσεις που εντόπισε. Ο λειτουργός σημειώνει, επίσης, πως, μολονότι λαμβάνεται υπόψιν η τραυματική φύση των εξιστορούμενων γεγονότων, η αξιοπιστία της Αιτήτριας επηρεάζεται αρνητικά δεδομένου πως δεν ήταν σε θέση να παράσχει ούτε στοιχειωδώς ούτε συνεκτικά την χρονική ακολουθία των εν θέματι περιστατικών (ερ. 84 Δ.Φ.)
Ως προς τις συνθήκες της παραμονής της στο σπίτι της μητέρας της και την σχέση της με τον θετό της πατέρα, ο λειτουργός διαπίστωσε πως η Αιτήτρια παρείχε ελλιπείς δηλώσεις, στερούμενες λεπτομερειών και σαφήνειας (ερ. 84 Δ.Φ.).
Περαιτέρω, ως προς το περιστατικό της σεξουαλικής της κακοποίησης, η Αιτήτρια κρίθηκε πως δεν δικαιολόγησε επαρκώς την αντίφαση που σημειώθηκε μεταξύ της συνέντευξης και της καταγραφής σχετικά με το πόσες φορές υπέστη κακοποίηση. Επίσης, ως προς το ίδιο το περιστατικό, ο λειτουργός αξιολόγησε πως οι δηλώσεις της εξειδικεύθηκαν μερικώς ως προς τις περιστάσεις, ωστόσο οι λεπτομέρειες του περιστατικού κρίθηκαν ως ανεπαρκείς (ερ. 83 Δ.Φ.).
Ως προς την εγκυμοσύνη και τις συζητήσεις που διαμείφθηκαν με την μητέρα της σχετικά με τον δράστη και το περιστατικό, ο λειτουργός κρίνει πως οι δηλώσεις της Αιτήτριας στερούνται εξειδίκευσης, σαφήνειας και λεπτομερειών (ερ. 83 Δ.Φ.).
Ως προς την νοσηλεία της, η Αιτήτρια παρείχε απαντήσεις στερούμενες λεπτομερειών, χωρίς να είναι σε θέση να διανθίσει με περισσότερες πληροφορίες την παραμονή της στο νοσοκομείο, ενώ οι δηλώσεις της σχετικά με την αγωγή που κλήθηκε να ακολουθήσει και την ιατρική πράξη που έλαβε χώρα, κρίθηκαν ως μη συνεκτικές, καθώς δεν κατάφερε να εξηγήσει γιατί αυτή η ιατρική πράξη και η αγωγή κρίθηκε ως κατάλληλη ενώ η ίδια βρισκόταν σε προχωρημένη εγκυμοσύνη (ερ. 82 Δ.Φ.).
Ως προς τις απειλές που δήλωσε ότι δέχθηκε από τον σύζυγο της μητέρας της και την παραμονή της στο Nsele, οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας κρίθηκαν ως ασυνεπείς και ασαφείς. Συγκεκριμένα, η δήλωσή της ότι παρέμεινε εκεί για 5 μόνο μήνες αντιφάσκει με την δήλωση ότι παρέμεινε εκεί από τον Οκτώβριο του 2020 μέχρι και την αναχώρησή της από την χώρα. Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να εξειδικεύσει χρονικά και ως προς το περιεχόμενο τις απειλές που δέχθηκε, παρέχοντας μη λεπτομερείς και ασαφείς περιγραφές (ερ. 82 Δ.Φ.).
Τέλος, ως προς την δολοφονία της μητέρας της, ο λειτουργός διαπιστώνει πως η Αιτήτρια παρείχε επαρκώς λεπτομερείς περιγραφές σχετικά με το πώς της γνωστοποιήθηκε ο θάνατός της και πώς αντέδρασε, ωστόσο, σημειώνει πως δεν πληρούται ο βαθμός ευλογοφάνειας που θα αναμενόταν κατά την εξιστόρηση μιας προσωπικής βιωμένης εμπειρίας (ερ. 81 Δ.Φ.).
Υπό το φως των ανωτέρω, ο λειτουργός έκρινε πως δεν στοιχειοθετείται η εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, μολονότι οι ισχυρισμοί αφορούν περιστατικά ιδιωτικής φύσεως, ο λειτουργός παραθέτει γενικές πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση των δικαιωμάτων των γυναικών στη ΛΔΚ από την UN Entity for Equality and the Empowerment of Women (Φεβρουάριος 2025), επικαλούμενος επίσης τις απαντήσεις που εξέδωσε ο EUAA σχετικά με την κατάσταση των γυναικών χωρίς υποστηρικτικό περιβάλλον στη ΛΔΚ (Σεπτέμβριος 2024), καταλήγοντας, ωστόσο, πως, δεδομένου ότι η εσωτερική αξιοπιστία δεν θεμελιώνεται, ο εν λόγω ισχυρισμός δέον όπως απορριφθεί (ερ. 81 -80 Δ.Φ.).
Ακολούθως, ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου προχώρησε σε αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια στα πλαίσιο του ισχυρισμού που έγινε δεκτός. Ο λειτουργός, συνεκτιμώντας τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας όπως αναλύθηκαν προηγουμένως, όπως και το μορφωτικό της επίπεδο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, την επαγγελματική της εμπειρία ως νοσοκόμα-νοσηλεύτρια και την απουσία κοντινού οικογενειακού περιβάλλοντος, όπως και την γενική κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa, παραθέτει εξωτερικές πηγές από το Protection Alert του Φεβρουαρίου 2025 (Reliefweb), από την απάντηση που συνέταξε ο EUAA σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa που καλύπτει την περίοδο Μάρτιος 2024- Ιούνιος 2025, καθώς και επικαιροποιημένα στοιχεία από το ACLED, και διαπιστώνει πως, σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στην ΛΔΚ, δεν κρίνεται ως εύλογη η πιθανότητα να διατρέξει κίνδυνο σοβαρής βλάβης ως άμαχη λόγω αδιάκριτης βίας, στη βάση της επικρατούσας κατάστασης ασφαλείας. Περαιτέρω, επισκοπώντας την επικρατούσα κατάσταση για τις άγαμες γυναίκες στην Κινσάσα, ο λειτουργός παρέθεσε εξωτερικές πηγές και διαπίστωσε ότι οι νεαρές γυναίκες αντιμετωπίζουν γενικά δυσκολίες, δυσμενείς διακρίσεις, ενώ επίσης διατρέχουν υψηλό κίνδυνο να υποστούν διάφορες μορφές σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Ωστόσο, λαμβανομένου υπόψιν του προφίλ της Αιτήτριας όπως αναλύθηκε προηγουμένως, όπως και του γεγονότος ότι δεν παρείχε αξιόπιστους ισχυρισμούς σχετικά με το ότι υπέστη παρελθούσα δίωξη υπό την μορφή της έμφυλης βίας, ενώ επιπλέον δεν προέκυψε ότι πάσχει από κάποιο σοβαρό πρόβλημα υγείας που θα μπορούσε να επηρεάσει την ικανότητά της να εργαστεί και να συντηρήσει τον εαυτό της, ο λειτουργός καταλήγει πως, υπό το φως των ανωτέρω, δεν συντρέχουν ενδείξεις ότι υπάρχει εύλογη πιθανότητα η Αιτήτρια να αντιμετωπίσει μεταχείριση που θα μπορούσε να ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρό κίνδυνο, απορρέοντα από το προφίλ της ως άγαμη γυναίκα, σε περίπτωση επιστροφής της στην Κινσάσα, ΛΔΚ (ερ. 80-77 Δ.Φ.).
Ενόψει των ανωτέρω ευρημάτων, των ισχυρισμών, του προφίλ της Αιτήτριας, της αξιολόγησης κινδύνου και της νομικής ανάλυσης, η αρμόδια λειτουργός κατέληξε ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται προσφυγικού καθεστώτος, δεδομένου ότι στο πρόσωπό της δεν τεκμηριώθηκε ότι συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης συνδεόμενο με έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, στο άρθρο 10 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και στο άρθρο 3 και 3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου. (ερ. 76 Δ.Φ.)
Περαιτέρω, ως προς την αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο της Αιτήτριας, η αρμόδια λειτουργός κατέληξε στο ότι:
Α) Σε περίπτωση επιστροφής στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, η Αιτήτρια δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (α).
Β) Σε περίπτωση επιστροφής στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, η Αιτήτρια δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (β).
Γ) Σε περίπτωση επιστροφής στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, η Αιτήτρια δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως το άρθρο 19 (2) (γ) προνοεί, αφού η χώρα καταγωγής της, και συγκεκριμένα η περιοχή της πρότερης συνήθους διαμονής της, η Kinshasa, δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. (ερ. 76-75 Δ.Φ.).
Στη βάση όλων των ανωτέρω, το αίτημα της Αιτήτριας για διεθνή προστασία απορρίφθηκε δια της προσβαλλόμενης απόφασης.
Όπως διαφαίνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου και εξέτασαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία που είχαν ενώπιον τους.
Έχω εξετάσει με προσοχή τις απαντήσεις που η Αιτήτρια έδωσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και έχω διαπιστώσει ότι ο αρμόδιος λειτουργός έκανε επαρκείς ερωτήσεις για να καλύψει, τόσο τον πυρήνα του αιτήματος, όσο και τα επιμέρους θέματα, ενώ ακολούθησε την ορθή διερευνητική διαδικασία.
Καταρχάς κρίνω ότι, ορθά ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου διαπίστωσε και κατέγραψε στην έκθεση-εισήγησή του, η οποία υιοθετήθηκε από τον εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν εμπίπτουν στους λόγους του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, ούτε στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου.
Συγκεκριμένα, ορθά η Υπηρεσία Ασύλου έκανε αποδεκτό τον ισχυρισμό αναφορικά με τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας αφού δεν προέκυψε κανένα στοιχείο περί του αντιθέτου.
Σε σχέση με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας περί σεξουαλικής κακοποίησης της από το πατριό της και το φόβου δίωξης της από αυτόν, ορθά και πάλι οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν την Αιτήτρια εσωτερικά και εξωτερικά αναξιόπιστο και απέρριψαν τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της, καθώς οι πλειονότητα των απαντήσεων της είναι διατυπωμένες με γενικότητα, χωρίς συνέπεια και συνοχή ενώ παράλληλα η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες αναφορικά με τον πυρήνα του αιτήματός της, περαιτέρω εντοπίστηκαν και σοβαρές αντιφάσεις.
Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό της Αιτήτριας και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία της Αιτήτριας δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.
Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε Αιτητή/Αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία που στην συγκεκριμένη περίπτωση η ηλικία του το μορφωτικό του επίπεδο και γενικότερα το προφίλ του δεν τον εμπόδιζε προς τούτο. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, η Αιτήτρια δεν κατάφερε τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος της ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης, αλλά ούτε κατά την ενώπιον μου διαδικασία.
Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358).
Επομένως, ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του για διεθνή προστασία.
Σημειώνεται πως λόγω του ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας αναφορικά με τους λόγους που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της απορρίφθηκαν στο σύνολό τους ως μη αξιόπιστοι, δεν πληρούνται και οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).
Προς τούτο το Δικαστήριο προέβη σε δική του έρευνα αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών της Αιτήτριας.
Αναφορικά με το θεσμικό πλαίσιο προστασίας γυναικών με το προφίλ της Αιτήτριας στη ΛΔΚ ,σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό υφίσταται τυπικό νομικό πλαίσιο για την καταπολέμηση της έμφυλης βίας, συμπεριλαμβανομένων των νόμων 06/018 and 06/019 του 2006 που ποινικοποιούν τη σεξουαλική βία, όπως και εθνικές στρατηγικές σχετικά με την αντιμετώπιση και καταπολέμηση της έμφυλης βίας, η εφαρμογή των οποίων, ωστόσο, σύμφωνα με τα ευρήματα των πηγών, παραμένει περιορισμένη.[1] Η Διεθνής Αμνηστία αναφέρει πως πρόσφατα η κυβέρνηση θέσπισε νόμο που ποινικοποιεί και τιμωρεί τον εκφοβισμό και τον στιγματισμό λόγω φύλου, καθώς και την εξευτελιστική μεταχείριση [Ordonnance-loi n° 23/023 της 11ης Σεπτεμβρίου 2023, που τροποποιεί και συμπληρώνει το διάταγμα της 30ής Ιανουαρίου 1940 περί Ποινικού Κώδικα του Κονγκό]. Ο νόμος τιμωρεί επίσης […] την παρενόχληση λόγω φύλου σε πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, ενώ τον ίδιο μήνα, τροποποιήθηκε ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας ώστε να απαλλάσσονται τα θύματα σεξουαλικής και έμφυλης βίας από τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία βαρύνουν πλέον το κράτος. Σύμφωνα με την Διεθνή Αμνηστία, εφόσον εφαρμοστούν οι εν λόγω τροποποιήσεις, αναμένεται να ενισχύσουν τη νομική προστασία έναντι ποικίλων μορφών σεξουαλικής και έμφυλης βίας και να διασφαλίσουν καλύτερη πρόσβαση των θυμάτων στη δικαιοσύνη.[2]
Αναφορικά με τις διαθέσιμες δομές προστασίας/ενδυνάμωσης γυναικών στη ΛΔΚ και στην ειδικότερα στην Κινσάσα ,ως προς την κρατικές υπηρεσίες υποστήριξης για γυναίκες και επιζώσες έμφυλης βίας, συμπεριλαμβανομένων ιατρικών και ψυχοκοινωνικών υπηρεσιών, δεν παρατηρείται, κατ’αρχήν, η ύπαρξη ενός ολοκληρωμένου κρατικού συστήματος δομών φιλοξενίας (shelters), με αποτέλεσμα η παροχή προστασίας να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε διεθνείς οργανισμούς και μη κυβερνητικές οργανώσεις.[3]
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με εξωτερικές πηγές, σειρά διεθνών και τοπικών οργανισμών υλοποιούν προγράμματα στην Κινσάσα και ευρύτερα στη ΛΔΚ με στόχο την προστασία, ενδυνάμωση και οικονομική αυτονόμηση γυναικών, συμπεριλαμβανομένων επιζωσών έμφυλης βίας. Το Ταμείο Πληθυσμού των Ηνωμένων Εθνών (UNFPA) παρέχει ολοκληρωμένες υπηρεσίες σε επιζώσες, συμπεριλαμβανομένης ιατρικής περίθαλψης, ψυχοκοινωνικής υποστήριξης, νομικής συνδρομής και δημιουργίας “safe spaces”, καθώς και προγραμμάτων επανένταξης και ενδυνάμωσης.[4] Παράλληλα, η International Rescue Committee (IRC) υλοποιεί προγράμματα που συνδυάζουν ιατρική φροντίδα, ψυχολογική υποστήριξη και δραστηριότητες οικονομικής ενδυνάμωσης, όπως κατάρτιση δεξιοτήτων και υποστήριξη επιζωσών για την αποκατάσταση της αυτονομίας τους.[5]
Επιπλέον, οργανώσεις όπως η Women for Women International εφαρμόζουν προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης και δημιουργίας εισοδήματος, συνδέοντας τις συμμετέχουσες με ομάδες αποταμίευσης και μικροχρηματοδότησης (Village Savings and Loan Associations), με στόχο την οικονομική αυτάρκεια και κοινωνική επανένταξη.[6] Σε τοπικό επίπεδο, η Fondation Femme Plus, με έδρα την Κινσάσα, παρέχει ψυχοκοινωνική υποστήριξη και υπηρεσίες υγείας σε γυναίκες, συμπεριλαμβανομένων επιζωσών σεξουαλικής βίας, ενισχύοντας παράλληλα την πρόσβασή τους σε υπηρεσίες πρόληψης και θεραπείας.[7] Παράλληλα, το Center for Women, Peace and Security Centre (Limete, Kinshasa) υλοποιεί προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης (π.χ. ραπτική), συλλογικής παραγωγής και ενίσχυσης εισοδήματος, συνδυασμένα με εκπαίδευση σε δικαιώματα, κοινωνική συνοχή και ενδυνάμωση γυναικών.[8] Συνολικά, τα προγράμματα αυτά καλύπτουν τομείς όπως η επαγγελματική κατάρτιση, η οικονομική ενδυνάμωση, η ψυχοκοινωνική υποστήριξη και η πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, ωστόσο, σύμφωνα με τις πηγές, η κάλυψή τους παραμένει περιορισμένη και δεν επαρκεί για την κάλυψη των αναγκών του συνόλου του πληθυσμού-στόχου.
Περαιτέρω, στα αστυνομικά τμήματα της Κινσάσα συγκεκριμένα φέρεται να λειτουργούν εξειδικευμένα τμήματα παιδικής προστασίας και πρόληψης της σεξουαλικής βίας (Department of Protection of Children and Prevention of Sexual Violence), όπως αναφέρει και η Επιτροπή CEDAW.[9]
Συνεπώς ακόμα και η Αιτήτρια ήταν αξιόπιστη σύμφωνα με τις πηγές πληροφόρησης πιο πάνω δεν προκύπτει μελλοντοστραφής κίνδυνος με την επιστροφή της στο τόπο συνήθους διαμονής της.
Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και ειδικότερα στην Kinshasa, τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας στην χώρα καταγωγής της, το Δικαστήριο υιοθετεί το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε ο αρμόδιος λειτουργός, ήτοι ότι ενώ σημειώνονται σποραδικά περιστατικά βίας, η Αιτήτρια δεν φέρεται να είναι αναμεμειγμένη με πολιτικές δραστηριότητες, ώστε να συντρέχει εύλογη πιθανότητα να επηρεαστεί από περιστατικά βίας. Επιπλέον, δεδομένου ότι η Kinshasa δεν συγκαταλέγεται στις πληττόμενες από ένοπλες συγκρούσεις περιοχές, δεν κρίνεται ως εύλογη η πιθανότητα να διατρέξει η Αιτήτρια κίνδυνο σοβαρής βλάβης ως άμαχη λόγω αδιάκριτης βίας, σε περίπτωση επιστροφής της στην εν λόγω περιοχή (βλ. εισηγητική έκθεση σελ. 12 και ερ. 78 του του Δ.Φ.). Περαιτέρω, το Δικαστήριο προέβη σε δική του έρευνα σχετικά με την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας, διαπιστώνοντας ότι το συμπέρασμα του λειτουργού επιβεβαιώνεται και από πιο πρόσφατες πηγές:
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, παρατίθενται τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας στην Kinshasa της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, η οποία αποτέλεσε τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, πριν αναχωρήσει από την χώρα καταγωγής της. Συγκεκριμένα, όσον αφορά στην εν λόγω περιοχή, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 17/04/2026), καταγράφηκαν 154 περιστατικά ασφαλείας, από τα οποία προκλήθηκαν 52 ανθρώπινες απώλειες.[10]
Σημειώνεται δε πως ο πληθυσμός της επαρχίας Kinshasa για το έτος 2020 εκτιμήθηκε στους 14,565,700 κατοίκους[11] και για το 2026 εκτιμάται στους 18,552,800 κατοίκους.[12]
Περαιτέρω, όπως αναφέρεται και στην απάντηση που ετοίμασε ο EUAA σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa από τον Ιούλιο του 2025,[13] παραπέμποντας στην έκθεση του Κέντρου Καταγραφής και Έρευνας (Centre for Documentation and Research -CEDOCA) για την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ, σύμφωνα με το Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών (United Nations Joint Human Rights Office): η επαρχία της Kinshasa είναι “μη επηρεαζόμενη από ένοπλη σύγκρουση” και ότι “από την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά το 2025, πέραν διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σημαντικά περιστατικά ασφάλειας στην Kinshasa.[14]
Επί τη βάσει όλων όσων παρατέθηκαν στην παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα της Αιτήτριας για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν το αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.
Υπό το φως των πιο πάνω η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.
Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] USDOS, Country Reports on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo (2023), διαθέσιμο σε: https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία πρόσβασης 29/04/2026) και
UN CEDAW, Concluding observations on the report of the Democratic Republic of the Congo submitted under the exceptional reporting procedure, 27 Φεβρουάριος 2025, https://docs.un.org/en/CEDAW/C/COD/EP/CO/1 σελ. 8 παρ. (c), (ημερομηνία πρόσβασης 29/04/2026)
[2] IRB (Immigration and Refugee Board of Canada), Democratic Republic of the Congo: Violence against women, including domestic violence and gender-based violence (GBV); treatment of survivors by society and authorities; legislation; state protection and support services available to survivors (2023–March 2025) [COD202235.E], 25 March 2025, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=459023&pls=1, και
Amnesty International. 2024-04-24. "Democratic Republic of the Congo." Amnesty International Report 2023/24: The State of the World's Human Rights. Σελ. 148 (ημερομηνία πρόσβασης 29/04/2026)
[3] IRB (Immigration and Refugee Board of Canada), Democratic Republic of the Congo: Violence against women, including domestic violence and gender-based violence (GBV); treatment of survivors by society and authorities; legislation; state protection and support services available to survivors (2023–March 2025) [COD202235.E], 25 March 2025, διαθέσιμο σε: https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=459023&pls=1(ημερομηνία πρόσβασης 29/04/2026)
[4] United Nations Population Fund (UNFPA), Democratic Republic of the Congo – GBV services and safe spaces: διαθέσιμο σε: https://www.unfpa.org/democratic-republic-congo και Report GBV and Gender Mappping.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 29/04/2026)
[5] International Rescue Committee (IRC) Integrated support for GBV survivors (health, psychosocial and economic support): διαθέσιμο σε :
https://www.rescue.org/article/how-irc-supports-womens-health-amidst-crisis-remote-regions-drc (ημερομηνία πρόσβασης 29/04/2026)
[6] Women for Women International, Economic empowerment, savings groups, vocational training:
https://www.womenforwomen.org/where-we-work/democratic-republic-congo (ημερομηνία πρόσβασης 29/04/2026)
[7] Fondation Femme Plus (Kinshasa), Psychosocial support and assistance to survivors:
https://femmeplusrdc.wordpress.com/ (ημερομηνία πρόσβασης 29/04/2026)
[8] Center for Women, Peace and Security Centre (Kinshasa), Vocational training and income generation:
https://friendsofthecongo.org/center-for-women-peace-security/ (ημερομηνία πρόσβασης 29/04/2026)
[9] CEDAW/C/COD/EP/CO/1: Concluding observations on the report of the Democratic Republic of the Congo submitted under the exceptional reporting procedure - Committee on the Elimination of Discrimination against Women, 27 Φεβρουαρίου 2025, διαθέσιμο σε: CEDAW/C/COD/EP/CO/1: Concluding observations on the report of the Democratic Republic of the Congo submitted under the exceptional reporting procedure - Committee on the Elimination of Discrimination against Women | OHCHR και Document Viewer, σελ. 10 παρ. (e) , (ημερομηνία πρόσβασης 29/04/2026)
[10] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of the Congo, Events / Fatalities, All Events, Past Year, KInshasa, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία πρόσβασης 28/04/2026).
[11] City Population, Congo (Democratic Republic), Provinces, Kinshasa: διαθέσιμος σε: https://www.citypopulation.de/en/drcongo/cities/ (ημερομηνία πρόσβασης 28/04/2026)
[12] Ιστότοπος World Population Review/ DR Congo/ Kinshasa, διαθέσιμος σε: https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (ημερομηνία πρόσβασης 28/04/2026)
[13] EUAA, Country of Origin Information Query, DRC, Security Situation in Kinshasa, 1 July 2025, διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2126819/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasa.pdf σελ. 4, (ημερομηνία πρόσβασης 28/04/2026)
[14] Belgium, CEDOCA, COI Focus: Republique Democratique du Congo: Situation sécuritaire [Democratic Republic of the Congo: Security Situation], 25 February 2025, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf σελ. 2, (ημερομηνία πρόσβασης 28/04/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο