H.B.I. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Υπηρεσίας Ασύλου, Υποθ. Αρ.: 2490/25, 25/5/2026
print
Τίτλος:
H.B.I. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Υπηρεσίας Ασύλου, Υποθ. Αρ.: 2490/25, 25/5/2026


ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

                                                                                 Υποθ. Αρ.: 2490/25

25  Μαΐου  2026

[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ-KΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με τo άρθρο 146 του Συντάγματος

 Μεταξύ:

H.B.I. από το Κονγκό και τώρα στην Αγία Νάπα

Αιτητής

και-

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η Αίτηση

 

Α. Λαζάρου, Δικηγόρος για τον Αιτητή.

Δώρα Βελίκοβα, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση.

Ο Αιτητής είναι παρών.  Παρούσα  και  η Ζ. Αγαπίου  (κα) για πιστή μετάφραση από Γαλλικά σε Ελληνικά και αντιστρόφως.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 15/09/2025, η οποία του κοινοποιήθηκε την 25/09/2025, και δια της οποίας απορρίφθηκε το αίτημά του για παροχή διεθνούς προστασίας και αποφασίστηκε η επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, ως άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερούμενη οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Περαιτέρω αιτείται απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται στον Αιτητή καθεστώς διεθνούς προστασίας.

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (εφεξής Δ.Φ.) που βρίσκονται ενώπιόν μου, ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής ΛΔΚ)  και στις 24/11/2022 υπέβαλε αίτηση χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας (ερ. 3-1 και 7 του Δ.Φ.).Την 26/04/2025 διεξήχθη συνέντευξη στον Αιτητή από  αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (ερ. 29-22 Δ.Φ.)., ο οποίος στις 15/09/2025 υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την εισήγηση όπως απορριφθεί το αίτημα του Αιτητή (ερ. 52-43 Δ.Φ.). Στις 15/09/2025 ο δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, ενέκρινε την πιο πάνω Έκθεση-Εισήγηση αποφασίζοντας  την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή και εξέδωσε απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του (ερ. 53 Δ.Φ.). Την 22/09/2025 εκδόθηκε απορριπτική του αιτήματος του Αιτητή  επιστολή από την Υπηρεσία Ασύλου συνοδευόμενη από αιτιολόγηση της απόφασής της, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή την 25/09/2025, παραλήφθηκε δε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον ίδιο, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου σε γλώσσα την οποία κατανοεί (ερ. 54 Δ.Φ.).

Στη συνέχεια, στις 09/10/225 ο Αιτητής καταχώρισε την παρούσα προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π.), προσβάλλοντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Η συνήγορος του Αιτητή, δια του εισαγωγικού της δικογράφου, προώθησε διάφορους λόγους ακύρωσης προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης. Κατά τη γραπτή αγόρευση του Αιτητή, προωθείται ειδικότερα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη χωρίς τη διεξαγωγή δέουσας έρευνας και/ή είναι προϊόν ανεπαρκούς και/ή ελλαττωματικής έρευνας και συνεπώς ελήφθη τελώντας υπό πλάνη περί τα πράγματα και/ήτο Νόμο , αντίθετη με το άρθρο 48 του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Ν.158(ι)/1999. Συγκεκριμένα, ως προς τη δέουσα έρευνα, ο Αιτητής, δια της συνηγόρου του, υποστηρίζει πως κατά την αξιολόγηση της αίτησής του δεν ελήφθη υπόψη ότι η ΛΔΚ δεν ανήκει στις ασφαλείς χώρες καταγωγής, δυνάμει της ΚΔΠ 145/2025, ότι οι Καθ’ ων δεν αξιολόγησαν επαρκώς όλους τους ισχυρισμούς του Αιτητή και δεν προέβησαν σε εξειδικευμένη έρευνα σχετικά με τις συνθήκες στη χώρα καταγωγής του Αιτητή σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των ισχυρισμών του, ενώ όφειλαν να σχηματίσουν ένα ακόμη ουσιώδη ισχυρισμό όσον αφορά στη μελλοντική επιστροφή του Αιτητή στη χώρα του (σημείο 6.1. Γ.Α.Α.). Περαιτέρω στερείται επαρκούς αιτιολογίας και /ή στηρίζεται σε εσφαλμένη αιτιολογία. Επιπλέον, είναι η θέση του Αιτητή ότι υπήρξε παράβαση ουσιώδους τύπου, καθώς δεν ακολουθήθηκε η ορθή και/ή νόμιμη διαδικασία κατά τη διεκπεραίωση της συνέντευξης, λόγω της φύσεως της χειρόγραφης συνέντευξης του Αιτητή, την οποία χαρακτηρίζει ως δυσανάγνωστη, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να διαβαστεί ο γραφικός χαρακτήρας του λειτουργού και να δημιουργούνται υποψίες και ερωτηματικά αναφορικά με τον έλεγχο που διεξήγε η λειτουργός, η οποία ενέκρινε την έκθεση εισήγησης (σημείο 6.4. Γ.Α.Α. και διευκρινίσεις 06/03/2026). 

Οι Καθ' ων η Αίτηση κατά την Ένστασή τους υπεραμύνονται της ορθότητας και της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης και αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη πράξη έχει ληφθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος, των Νόμων και ειδικότερα του Περί Προσφύγων Νόμου, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση των εξουσιών που παρέχει ο Νόμος στους Καθ' ων η Αίτηση, κατ’ εφαρμογή των αρχών του διοικητικού δικαίου και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά με την υπόθεση στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά, είναι δε επαρκώς και/ ή δεόντως αιτιολογημένη.

Στην γραπτή τους αγόρευση, οι Καθ’ ων η αίτηση επαναλαμβάνουν την θέση τους περί ορθότητας και νομιμότητας της επίδικης απόφασης και αντικρούουν τους λόγους ακύρωσης που εκτέθηκαν από την συνήγορο του Αιτητή, υποστηρίζοντας πως ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να αποσείσει το βάρος απόδειξης και να θεμελιώσει την εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του, μηδέ στοιχειοθέτησε βάσιμο φόβο δίωξης συναρτώμενο με έναν από τους λόγους του άρθρου 3 (1) ή με τις προϋποθέσεις του άρθρου 19(1) του Ν. 6(Ι)/2000. Προσθέτουν ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή που προβάλλονται μέσω της συνηγόρου του στο δικόγραφο της Προσφυγής δεν αναπτύσσονται επαρκώς στη Γραπτή του Αγόρευση, το περιεχόμενο της οποίας περιορίζεται μόνο σε επανάληψη νομικών ισχυρισμών χωρίς να γίνεται υπαγωγή τους σε πραγματικά γεγονότα και νομικά δεδομένα της υπόθεσης και υποστηρίζουν ότι το τεκμήριο της νομιμότητας και της κανονικότητας της πράξης της απόφασης δεν έχει ανατραπεί από τον Αιτητή και ότι κανένας από τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης δεν ευσταθεί.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Καταρχάς πρέπει να λεχθεί ότι οι λόγοι ακύρωσης είναι με γενικότητα και αοριστία που εγείρονται στην παρούσα αίτηση.  Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.  

Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672: «Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης».

Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως.  Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AΑΔ 598).

Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγεί­ρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι η  απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτρο­πής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636 . Σχετική είναι και  η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4

Οι αγορεύσεις αποτελούν τη μόνη μέθοδο ανάπτυξης των λόγων ακύρωσης ή ισχυρισμών που ήδη προσβλήθηκαν με το δικόγραφο της προσφυγής.

Σύμφωνα με την  Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671 : «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»

«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56

Η συνήγορος του Αιτητή γενικά και αόριστα παραθέτει τα νομικά σημεία στην αγόρευσή της και επικαλείται παραβιάσεις του  περί Προσφύγων Νόμου και των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου ωστόσο ελλείπει οποιαδήποτε επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης. Εκλείπει δε και η υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους λόγους ακύρωσης που κατ' ισχυρισμό παραβιάζονται. Ωστόσο η συνήγορος απέσυρε όλους του νομικούς ισχυρισμού πλην τον ισχυρισμό περί ελλιπούς δέουσας έρευνας.

Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και  αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση.

Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι δεν έγινε επαρκής η δέουσα έρευνα  όπως έχει πλειστάκις νομολογηθεί  η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται κατά τη διενέργεια της έρευνας, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. 

Όσο αφορά τα επί της ουσίας ζητήματα που το δικαστήριο καλείται να εξετάσει και ειδικότερα αναφορικά με την έρευνα  αυτή είναι  επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπεράσματα (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97A.Ε.2371, Motorways Ltd ν Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).

Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της επίδικης προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσο το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια του εν λόγω αποφασίζοντος διοικητικού οργάνου και διαφέρουν κατά περίπτωση (Βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU v Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου 2010).

Όπως καταδεικνύεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου και εξέτασαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία που είχαν ενώπιον τους. Ειδικότερα, στην αρχή της συνέντευξης του, ο Αιτητής, αφού ενημερώθηκε για τη διαδικασία και τα δικαιώματά του επιβεβαίωσε ότι βρίσκεται σε καλή κατάσταση και ότι μπορεί να απαντήσει, ως επίσης ότι δεν έχει οποιεσδήποτε απορίες σχετικά με τη διαδικασία. Επιβεβαίωσε επίσης ότι δεν έχει έγγραφα να υποβάλει εκτός από το διαβατήριο του  και όσα αναγράφονται στην αίτηση του είναι αληθή.

Όπως διαφαίνεται από τα στοιχεία τα οποία εμπεριέχονται στον διοικητικό φάκελο, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε ενδελεχή εξέταση του αιτήματος του Αιτητή για παροχή διεθνούς προστασίας, καθώς και όλων των στοιχείων που είχε ενώπιον του, ενώ εξάντλησε κατά τη συνέντευξη με τον Αιτητή όλες τις πτυχές των ισχυρισμών του και εν τέλει εκεί όπου θεώρησε σκόπιμο προέβη σε περαιτέρω ανάλυση των δεδομένων μέσω  έρευνας  σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως των όσων ο  Αιτητής δήλωσε τόσο με την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας, όσο και κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, αλλά και όσων προβάλλει με την παρούσα προσφυγή.

Κατά την υποβολή του αιτήματός του για διεθνή προστασία στις 24/11/2022, αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν, ο Αιτητής κατέγραψε ότι η οικογένειά του ήταν ιδιοκτήτρια ενός υποστατικού, το οποίο ενοικίασε σε ένα βουλευτή, ο οποίος είχε σκοπό να το χρησιμοποιεί για πολιτικές συναθροίσεις. Όταν η μητέρα του Αιτητή πήγε να επισκεφτεί αυτόν το βουλευτή για να του ζητήσει τα οφειλόμενα ενοίκια, δεν επέστρεψε πίσω και δεν την ξαναείδαν από τότε. Όταν κατήγγειλαν την εξαφάνισή της στην αστυνομία, ο Αιτητής άρχισε να λαμβάνει απειλές κατά της ζωής του από τον βουλευτή αυτό και εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του για λόγους ασφαλείας (ερ. 1 του «Δ.Φ.»).  

 

Αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, κατά τη καταγραφή, ο Αιτητής δήλωσε πως ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και γεννήθηκε στην πόλη Κινσάσα. Ως προς το θρήσκευμα δήλωσε πως είναι χριστιανός καθολικός. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση δήλωσε ότι είναι άγαμος. Έφυγε από τη χώρα του στις 11/04/2022 νόμιμα με το διαβατήριό του και εισήλθε  παράτυπα στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 12/04/2022. (ερ. 3-1 Δ.Φ.).

Κατά την συνέντευξη που διεξήχθη την 26/04/2025 από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Αιτητής επιβεβαίωσε τα προσωπικά στοιχεία που είχε δηλώσει κατά την καταγραφή του αιτήματός του. Όσον αφορά στο εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο το 2017 και ότι ομιλεί γαλλικά, λινγκάλα, και λίγα αγγλικά (ερ. 27, 26 2χ του Δ.Φ.). Αναφορικά με το επαγγελματικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι έκανε μικροδουλειές (ερ. 26 3χ του Δ.Φ.). Ως προς το οικογενειακό του περιβάλλον δήλωσε πως η μητέρα του εξαφανίστηκε στις 20/12/2021, ότι ο πατέρας του απεβίωσε το 2003, και ότι έχει δύο αδελφούς και μία αδελφή, οι οποίοι επίσης εξαφανίστηκαν μετά από τη μητέρα του (ερ. 26 του Δ.Φ.). Όσον αφορά στον τόπο συνήθους διαμονής του, δήλωσε ότι γεννήθηκε και έζησε αποκλειστικά στην Κινσάσα (ερ. 25 του Δ.Φ.). Ως προς το ταξίδι του δήλωσε πως ταξίδεψε μέσω Τουρκίας προς τις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές της Κύπρου, κάνοντας χρήση άδειας εισόδου για εκπαιδευτικούς σκοπούς (ερ. 25 του Δ.Φ).

Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής, κατά την διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, προέβαλε ότι εγκατέλειψε την Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό λόγω του ότι  τα μέλη  ενός πολιτικού κόμματος τον κυνηγούσαν για να τον σκοτώσουν. Ερωτηθείς για ποιο λόγο, απάντησε ότι ο πατέρας του ενοικίαζε ένα σπίτι του στα μέλη αυτού του κόμματος και ο υπεύθυνος του κόμματος δεν ήθελε να πληρώσει το ενοίκιο στη μητέρα του. Ερωτηθείς πότε συνέβη αυτό το περιστατικό, ο Αιτητής απάντησε την 20/12/2021, και ερωτηθείς τι συνέβη μετά από αυτό, ο Αιτητής δήλωσε ότι η μητέρα του πήγε να εισπράξει το ενοίκιο και εξαφανίστηκε, ότι κάλεσαν τον υπεύθυνο του κόμματος για να μάθουν πληροφορίες για τη μητέρα του και άρχισαν να την ψάχνουν, και ότι τρεις μέρες αργότερα αυτοί πήγαν στο σπίτι τους και η οικογένεια του Αιτητή διέφυγε από το παράθυρο και έχασαν επαφή μεταξύ τους. Ο Αιτητής πήγε τότε σε ένα φίλο του για δύο μέρες και μετά σε έναν πάστορα, ο οποίος δεν μπορούσε να τον βοηθήσει και έτσι τον έστειλε στην κατεχόμενη Κύπρο (ερ. 25 3χ, 4χ, 24 1χ του Δ.Φ.).

Ο λειτουργός ρώτησε τον Αιτητή πότε ήταν η τελευταία φορά που είδε τους συγγενείς του, ο Αιτητής απάντησε ότι ήταν τρεις μέρες μετά το περιστατικό που αφορούσε στη μητέρα του. Ο λειτουργός τον ρώτησε γιατί δεν ανέφερε στην αίτησή του ότι οι συγγενείς του εξαφανίστηκαν, ο Αιτητής απάντησε ότι πίστευε ότι ήταν ζωντανοί. Ερωτηθείς πόσο καιρό έμεινε μαζί με τον πάστορα, ο Αιτητής απάντησε ότι έμεινε μαζί του για τέσσερεις μήνες και ερωτηθείς αν του συνέβη κάτι κατά τη διάρκεια αυτών των μηνών, απάντησε ότι «αυτοί» τηλεφωνούσαν στον πάστορα «για να τους πάρει πίσω» (24 1χ, 2χ του Δ.Φ.). Ο λειτουργός τότε ρώτησε τον Αιτητή για ποιο λόγο είπε ότι απειλείτο εφόσον δεν του συνέβη κάτι άμεσο και οι απειλές ήταν κατά του πάστορα, στο οποίο ο Αιτητής απάντησε ότι «αυτοί» πήγαν στο σπίτι του και τους απείλησαν και ακολούθως  πήγε στον πάστορα (ερ. 24 3χ, 4χ του Δ.Φ.). Ερωτηθείς τότε γιατί δήλωσε ότι τον απείλησαν στο σπίτι εφόσον διέφυγε  από το παράθυρο, ο Αιτητής δήλωσε μόνο όπως έσπασαν την πόρτα (ερ. 24 4χ του Δ.Φ.). Ο Αιτητής δήλωσε περαιτέρω ότι πήγε στην αστυνομία μαζί με την οικογένεια του φίλου του (ερ. 24 10χ του Δ.Φ.). Κληθείς να παρέχει πληροφορίες για το ποιος τον απειλεί, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι ο υπεύθυνος του κόμματος και μία συμμορία ατόμων, και ερωτηθείς για το αν αυτοί γνώριζαν πού έμενε όταν ο Αιτητής βρισκόταν στον πάστορα, απάντησε ότι δεν γνώριζαν, αλλά απειλούσαν τον πάστορα (ερ. 11χ του Δ.Φ.). Ερωτηθείς για το τι θα μπορούσε να του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα του, ο Αιτητής δήλωσε ότι θα φυλακιστεί ή θα σκοτωθεί λόγω του περιστατικού που ανέφερε (ερ. 23 2χ του Δ.Φ.). Τέλος, ερωτηθείς αν θέλει να προσθέσει κάτι πριν το κλείσιμο της συνέντευξης, ο Αιτητής δήλωσε ότι το μέλος του κόμματος είπε στην πάστορα ότι σκότωσε τη μητέρα και τα αδέλφια του (ερ. 23 4χ του Δ.Φ.).

Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό της συνέντευξης και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις του. Ο πρώτος αφορούσε τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, το προφίλ, και την χώρα καταγωγής του, ενώ ο δεύτερος αφορούσε τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξής του από μέλη πολιτικού κόμματος τα οποία τον αναζητούσαν να τον σκοτώσουν (ερ. 51 του Δ.Φ.).

Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός παρέθεσε τις δηλώσεις του Αιτητή ως προς την χώρα και περιοχή καταγωγής του, το προφίλ και τα προσωπικά του στοιχεία. Περαιτέρω, ο λειτουργός παρέθεσε εξωτερικές πηγές από την χώρα καταγωγής του Αιτητή για να επιβεβαιώσει την ύπαρξη του αναφερόμενου τόπου καταγωγής του και έλαβε υπόψη το πρωτότυπο διαβατήριο που κατέθεσε, το οποίο έκρινε ότι επαλήθευσε τον ισχυρισμό του περί υπηκοότητας της ΛΔΚ. Κατέληξε ότι η εσωτερική αξιοπιστία του Αιτητή συνάδει με την εξωτερική αξιοπιστία και έκανε αποδεκτό τον εν λόγω ισχυρισμό (ερ. 50 του Δ.Φ.).

Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ότι φοβάται δίωξη από μέλη πολιτικού κόμματος τα οποία τον αναζητούσαν για να τον σκοτώσουν, ο λειτουργός έκρινε πως τα σχετικά περιστατικά παρουσιάστηκαν με μη συνεκτικό, μη λεπτομερή και ασυνεπή τρόπο και χωρίς ευλογοφάνεια.

Συγκεκριμένα, αξιολογήθηκε πως ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματός του. Έκρινε ως αντιφατικό και ελλιπές ευλογοφάνειας τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι η μητέρα του και τα αδέρφια του εξαφανίστηκαν, επειδή στην αίτησή του δεν έκανε καμία αναφορά για την εξαφάνιση των αδελφών του, παρά μόνον της μητέρας του και κρίθηκε ότι η απάντηση που έδωσε όταν ερωτήθηκε για το λόγο που δεν αναφέρθηκε στην εξαφάνιση των αδελφών του, η οποία ήταν ότι πίστευε ότι ήταν ζωντανοί, δεν μπόρεσε να επιλύσει την αντίφαση. Ακολούθως, κρίθηκε αντιφατικό και ελλιπές ευλογοφάνειας το ότι ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν του είχε συμβεί κάτι ενόσω βρισκόταν μαζί με τον πάστορα, ενώ δήλωσε επιπλέον ότι τηλεφωνούσαν στον πάστορα και τον αναζητούσαν και ότι, αφού κατήγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία, δεχόταν απειλές κατά της ζωής του από πολιτικό πρόσωπο. Έκρινε ότι όταν του επισημάνθηκε αυτή η αντίφαση, ο Αιτητής ανέφερε ότι τα μέλη του κόμματος επισκέφτηκαν το σπίτι του ωστόσο  όταν αναφέρθηκε  στην επίσκεψη στο σπίτι του, είχε δήλωσε ότι αυτό και οι συγγενείς του διέφυγαν  από το παράθυρο και ότι δεν είχαν έρθει σε επαφή μαζί τους. Κρίθηκε επίσης αντιφατικό και ελλιπές ευλογοφάνειας ότι ο Αιτητής δήλωσε κατά τη συνέντευξη ότι, μετά από την επίσκεψη των μελών του κόμματος στο σπίτι του, κατέφυγε σε ένα φίλο του και μετά στον πάστορα, ενώ στην αίτησή του κατέγραψε ότι κατήγγειλαν την εξαφάνιση της μητέρας του στην αστυνομία και έκρινε ότι η καταφατική απάντηση του Αιτητή κατά τη συνέντευξη σχετικά με την καταγγελία στην αστυνομία βρισκόταν σε  αντίφαση  με τις προηγούμενες του δηλώσεις κατά τη συνέντευξη, ως επίσης και οι δηλώσεις του σχετικά με το αν πήγε στην αστυνομία μόνος ή με τη συνοδεία της οικογένειάς του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι πήγε στην αστυνομία συνοδευόμενος από την οικογένεια ενός φίλου του. Επιπλέον, κρίθηκε αντιφατικό και ελλιπές ευλογοφάνειας ότι ο Αιτητής δήλωσε κατά τη συνέντευξη ότι το πολιτικό πρόσωπο που τον αναζητούσε μέσω του πάστορά του ανέφερε ότι είχε σκοτώσει τόσο τη μητέρα του όσο και τα αδέλφια του, ενώ σε προηγούμενο ισχυρισμό κατά τη συνέντευξη είχε δηλώσει ότι η μητέρα του και τα αδέρφια του είχαν εξαφανιστεί. Παρομοίως κρίθηκε αντιφατικό και ελλιπές ευλογοφάνειας το ότι ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι τον ακολουθούσαν για να τον σκοτώσουν, ενώ σε ερώτηση για το κατά πόσο γνώριζαν τον τόπο διαμονής του απάντησε αρνητικά και, τέλος, κρίθηκε αντιφατικό, ελλιπές ευλογοφάνειας και ελλιπές χρονικής συνοχής το ότι ο Αιτητής έμεινε στις κατεχόμενες περιοχές για 7,5 μήνες πριν εισέλθει στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές για να υποβάλει αίτηση ασύλου, κρίνοντας ο λειτουργός ότι η καθυστέρηση του στην υποβολή της αίτησής του για διεθνή προστασία ενόσω βρισκόταν στις κατεχόμενες περιοχές θέτει την αξιοπιστία του υπό αμφισβήτηση (ερ. 49-47 του Δ.Φ.).  

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ανωτέρω ισχυρισμού, ο λειτουργός σημείωσε πως τα όσα ανέφερε ο Αιτητής κατά τη συνέντευξη αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την περαιτέρω ανάλυσή τους μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Συμπερασματικά, ο λειτουργός απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό, στη βάση του ότι δεν στοιχειοθετήθηκε η εσωτερική αξιοπιστία του (ερ. 47 του Δ.Φ.).

Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε σε αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής στα πλαίσια του ισχυρισμού που έγινε δεκτός, ήτοι στη βάση του ισχυρισμού περί των προσωπικών του στοιχείων και του προφίλ του. Ο λειτουργός, συνεκτιμώντας τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ήτοι ότι πρόκειται για ενήλικα άνδρα χωρίς προβλήματα υγείας, ο οποίος ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση του και δεν παρουσιάζει στοιχεία ευαλωτότητας, είναι άμαχος πολίτης, ο οποίος διέμενε στην πρωτεύουσα Κινσάσα και παρουσιάζει κοινωνικό και υποστηρικτικό δίκτυο στη ΛΔΚ από τη στιγμή που οι ισχυρισμοί του περί εξαφάνισης της μητέρας του και των αδελφών του κρίθηκαν αναξιόπιστοι, όπως και την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στην ΛΔΚ και στην Kinshasa συγκεκριμένα παραθέτοντας σχετικές πηγές, κατέληξε ότι δεν υπάρχει εύλογος βαθμός πιθανότητας να θεωρηθεί ότι ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης, στη βάση της επικρατούσας κατάστασης (ερ. 47-45 του Δ.Φ.).

Ενόψει των ανωτέρω ευρημάτων, των ισχυρισμών, του προφίλ του Αιτητή, της αξιολόγησης κινδύνου και της νομικής ανάλυσης, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις   προσφυγικού καθεστώτος, δεδομένου ότι στο πρόσωπό του δεν τεκμηριώθηκε ότι συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης συνδεόμενο με έναν από τους λόγους που αναφέρονται  στο άρθρο 1Α (2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, και στο άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου (ερ. 45 του Δ.Φ.).

Περαιτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο του Αιτητή, δυνάμει του άρθρου 19(2), εδάφια (α), (β) και (γ), του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι δεν διαπιστώθηκε ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή/και εξευτελιστικής μεταχείρισης ή/και τιμωρίας ή σοβαρή και προσωπική απειλή ως άμαχος πολίτης, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης κατά την επιστροφή του στην πολιτεία της Kinshasa στην χώρα καταγωγής του (ερ. 44 Δ.Φ.). Τέλος, κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, ΛΔΚ, και συγκεκριμένα στην πρωτεύουσα Κινσάσα, κινδυνεύει να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του ανθρώπου ή/και της αρχής της μη επαναπροώθησης.

Στη βάση όλων των ανωτέρω, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε δια της προσβαλλόμενης απόφασης.

Όπως διαφαίνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου και εξέτασαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία που είχαν ενώπιον τους.

Έχω εξετάσει με προσοχή τις απαντήσεις που ο Αιτητής έδωσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και έχω διαπιστώσει ότι ο αρμόδιος λειτουργός έκανε επαρκείς ερωτήσεις για να καλύψει, τόσο τον πυρήνα του αιτήματος, όσο και τα επιμέρους θέματα, ενώ ακολούθησε την ορθή διερευνητική διαδικασία.

Συγκεκριμένα, ορθά η Υπηρεσία Ασύλου έκανε αποδεκτό τον ισχυρισμό αναφορικά με τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή αφού δεν προέκυψε κανένα στοιχείο περί του αντιθέτου.

Σε σχέση με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή ,ορθά και πάλι οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν τον  Αιτητή εσωτερικά και εξωτερικά  αναξιόπιστο και απέρριψαν τον εν λόγω  ισχυρισμό του, καθώς οι πλειονότητα των απαντήσεων του είναι διατυπωμένες με γενικότητα, χωρίς συνέπεια και συνοχή ενώ παράλληλα ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες αναφορικά με τον πυρήνα του αιτήματός του. Περαιτέρω οι απαντήσεις του σε ουσιώδη ερωτήματα ορθά δεν έγιναν αποδεκτοί ως ευλογοφανείς από του Καθ΄ων η αίτηση και παρουσίαζαν αντιφάσεις .

Εν πάση περιπτώσει  κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή  και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.

Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε Αιτητή/Αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία που στην συγκεκριμένη περίπτωση η ηλικία του το μορφωτικό του επίπεδο και γενικότερα το προφίλ του δεν τον εμπόδιζε προς τούτο. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, ο Αιτητής δεν κατάφερε τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος του ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, αλλά  ούτε  κατά την ενώπιον μου διαδικασία. 

Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI  ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358).

Επομένως, ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του για διεθνή προστασία.

Περαιτέρω, συμφωνώ με την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη ο λειτουργός στη βάση του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος καθώς ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για ένα από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο  Άρθρο  3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

Σημειώνεται πως λόγω του ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή αναφορικά με τους λόγους που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του απορρίφθηκαν στο σύνολό τους ως μη αξιόπιστοι, δεν πληρούνται και οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).

Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:

Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v.Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία,Υποθ. Αρ.851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας[1]» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).

Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.

Αναφορικά δε με τη γενική κατάσταση στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό σύμφωνα με το «War Watch»- World Assessment and Tracking of Civilian Harm (πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), μιας πρωτοβουλίας της Ακαδημίας της Γενεύης για την καταγραφή των απωλειών αμάχων εν μέσω ενόπλων συγκρούσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, αποτυπώνονται τα ακόλουθα αναφορικά με μη-διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις που λαμβάνουν χώρα στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό για την περίοδο Ιουλίου 2024- Ιουνίου 2025 τελευταία επικαιροποιημένη πηγή :

Η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) πλήττεται από πολλαπλές, αλληλεπικαλυπτόμενες ένοπλες συγκρούσεις διεθνούς και μη διεθνούς χαρακτήρα. Σε αυτές περιλαμβάνονται ένοπλες συγκρούσεις διεθνούς χαρακτήρα με τη Ρουάντα, οι οποίες λαμβάνουν και την μορφή συγκρούσεων με την ένοπλη οργάνωση «Κίνημα της 23ης Μαρτίου (M23)», που δρα εξ ονόματος της Ρουάντα και έχει προβεί σε στρατιωτική κατάληψη περιοχών της ΛΔΚ. Παράλληλα, εξακολουθούν να σημειώνονται συγκρούσεις μη διεθνούς χαρακτήρα μεταξύ της ΛΔΚ και ποικίλων οργανωμένων ένοπλων ομάδων, ιδίως των Allied Democratic Forces (ADF) και της Cooperative for the Development of the Congo (CODECO), καθώς και μεταξύ μη κρατικών ένοπλων δρώντων.

Η εμπλοκή πολλαπλών μερών, η ξένη παρέμβαση, η επιβολή κατάστασης πολιορκίας στις επαρχίες Ituri και Βόρειο Kivu, οι αμφισβητούμενες εκλογές και η δημιουργία της Συμμαχίας Fleuve Congo (AFC) με τη συμμετοχή του M23, σε συνδυασμό με κατακερματισμένες ειρηνευτικές πρωτοβουλίες, την επέκταση περιφερειακών στρατιωτικών επιχειρήσεων και την αναζωπύρωση διεθνών προσπαθειών λογοδοσίας, συνέβαλαν περαιτέρω στην πόλωση και την αστάθεια της κατάστασης ασφαλείας.

Ως προς τον άμαχο πληθυσμό, κατά την εξεταζόμενη περίοδο, οι απώλειες αμάχων αυξήθηκαν σημαντικά. Ένοπλες ομάδες και κρατικές δυνάμεις προέβησαν σε εκτεταμένους βομβαρδισμούς, επιδρομές και επιθέσεις κατά χωριών, χώρων φιλοξενίας εσωτερικά εκτοπισμένων προσώπων, αγορών, κατοικιών και χώρων υγειονομικών και ανθρωπιστικών υπηρεσιών, κατά παράβαση των αρχών του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Τεκμηριώθηκαν μαζικές ανθρωποκτονίες, εθνοτικά στοχευμένες σφαγές, απαγωγές, εξαναγκαστικές εξαφανίσεις, λεηλασίες και καταναγκαστική εργασία, ορισμένα εκ των οποίων ενδέχεται να συνιστούν εγκλήματα πολέμου ή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Σημειώνεται επίσης σοβαρή επισιτιστική ανασφάλεια και εκτεταμένος αναγκαστικός εκτοπισμός, όπως και συστηματική παρεμπόδιση της ανθρωπιστικής βοήθειας. Παράλληλα, η σχετιζόμενη με τις ένοπλες συγκρούσεις σεξουαλική βία έλαβε ευρείας κλίμακας διαστάσεις, η στρατολόγηση παιδιών χαρακτηρίστηκε ως άνευ προηγουμένου, ενώ οι δημοσιογράφοι αντιμετώπισαν διάχυτη βία, λογοκρισία, απειλές ή/και θανατική ποινή σε περιπτώσεις δημοσιογραφικής κάλυψης των συγκρούσεων.[1]

Οι συνέπειες της εκτεταμένης βίας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) αποτυπώνονται επίσης στον εκτοπισμό του άμαχου πληθυσμού, καθώς η χώρα συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων με τον μεγαλύτερο αριθμό εκτοπισμένων παγκοσμίως. Πάνω από δεκατρία εκατομμύρια άνθρωποι αντιμετωπίζουν οξεία επισιτιστική ανασφάλεια, ενώ περισσότεροι από πέντε εκατομμύρια έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Η κατάσταση στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό εξακολουθεί να συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον σοβαρών ανθρωπιστικών κρίσεων διεθνώς.[2] ωστόσο δεν δικαιολογούν την υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς διεθνούς προστασίας

Εν προκειμένω, αναφορικά με τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την Kinshasa, πρωτεύουσα της Λ.Δ. του Κονγκό το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα αναφορικά με τις επικρατούσες εκεί συνθήκες.

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, παρατίθενται τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας στην επαρχία Kinshasa της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό στην εν λόγω επαρχία, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 26/04/2026), καταγράφηκαν 158 περιστατικά ασφαλείας συνολικά, από τα οποία προκλήθηκαν 52 ανθρώπινες απώλειες.[3]

Σημειώνεται δε πως ο πληθυσμός της επαρχίας Kinshasa για το έτος 2020 εκτιμήθηκε στους 14,565,700 κατοίκους[4] και για το 2026 εκτιμάται στους 18,552,800 κατοίκους.[5]

Λαμβάνοντας υπόψη την απουσία προσωπικών υποκειμενικών εξατομικευμένων στοιχείων στο προφίλ του  Αιτητή, ο οποίος είναι υγιής, μορφωμένος και ικανός προς εργασία, η αξιολόγηση του κινδύνου επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, γίνεται στη βάση της κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή, όπου αναμένεται να επιστρέψει. Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα δεδομένα όσον αφορά την κατάσταση ασφαλείας, στην πόλη Kinshasa,  συνάγεται εύλογα και με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι η κατάσταση ασφαλείας μαζί με το ατομικό προφίλ του Αιτητή δεν συνεπάγονται την ύπαρξη ουσιωδών λόγων να πιστεύεται ότι θα κινδυνεύσει ως άμαχος πολίτης, σε περίπτωση επιστροφής στην περιοχή του, η κατάσταση της οποίας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κατάσταση αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Επί τη βάσει όλων όσων παρατέθηκαν στην παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν το αποτέλεσμα  δέουσας έρευνας  και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.

Υπό το φως των πιο πάνω η  προσφυγή απορρίπτεται με €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.

 

 

                                   

                                    Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] Ιστότοπος War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm -πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, Reporting Period July 2024-June 2025: At a Glance/ The Armed Conflicts/ Civilian Harm, διαθέσιμο σε: https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/  (ημερομηνία πρόσβασης 05/05/2026).

[2] Ιστότοπος War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm -πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, Reporting Period July 2024-June 2025: The Humanitarian Situation (last updated on 28 January 2026), διαθέσιμο σε: https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/violations/#attacks-on-civilians (ημερομηνία πρόσβασης 05/05/2026).

[3] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Events / Fatalities, All Events, Past Year, Kinshasa, ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 26/04/2026, διαθέσιμη σε Democratic Republic of Congo | ACLED (ημερομηνία πρόσβασης 05/05/2026)

[4] City Population, Congo (Democratic Republic), Provinces, Kinshasa: διαθέσιμος σε: https://www.citypopulation.de/en/drcongo/cities/  (ημερομηνία πρόσβασης 05/05/2026)

[5] Ιστότοπος World Population Review/ DR Congo/ Kinshasa, διαθέσιμος σε: https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa  (ημερομηνία πρόσβασης 05/05/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο