E.N.I. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Υφυπουργού Ασύλου και της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 2610/25, 22/5/2026
print
Τίτλος:
E.N.I. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Υφυπουργού Ασύλου και της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 2610/25, 22/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ. 2610/25

22 Μάϊου 2026

[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ - ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

E.N.I.

Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Υφυπουργού Ασύλου και της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

Μ. Μαυρονικόλας (κος), Δικηγόρος για τον Αιτητή

Α. Πάλλη (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση

O Αιτητής παρών.

Παρούσα και η Ζ. Αγαπίου (κα) για πιστή μετάφραση από Γαλλικά σε Ελληνικά και αντιστρόφως.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής αιτείται δήλωσης και/ή απόφασης του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 26/08/2025, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 22/09/2025 και με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας είναι άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Περαιτέρω, αιτείται νέας εκτελεστής του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται στον Αιτητή το καθεστώς διεθνούς προστασίας. Εναλλακτικά, αιτείται δήλωσης και/ή απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ότι σε περίπτωσης επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του υπάρχει σοβαρός κίνδυνος ο ίδιος να υποστεί απάνθρωπη μεταχείριση, βασανιστήρια και ταπεινωτική μεταχείριση κατά παράβαση των Άρθρων 2 και 3 της ΕΣΔΑ.

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (στο εξής «Δ.Φ.») που βρίσκονται ενώπιον μου, ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής «ΛΔΚ») και στις 19/05/2022 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, αφού προηγουμένως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του (στις 11/03/2022) και εισήλθε παράνομα  στην Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω των μη ελεγχόμενων από την Δημοκρατία περιοχών, όπου μετέπειτα, στις 14/04/2022 εισήλθε στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας. Στις 09/07/2025 διεξήχθη συνέντευξη στον Αιτητή από λειτουργό της EUAA, ο οποίος στις 29/07/2025 υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την εισήγηση όπως απορριφθεί το αίτημα του Αιτητή. Στις 26/08/2025, δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την πιο πάνω Έκθεση-Εισήγηση αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή καθώς και την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής. Στις 22/09/2025 κοινοποιήθηκε η εν λόγω απορριπτική απόφαση στον Αιτητή, μαζί με την αιτιολόγηση αυτής, μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου την οποία παρέλαβε αυθημερόν ο Αιτητής. Στις 20/10/2025 καταχωρήθηκε η παρούσα προσφυγή από τον Αιτητή.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Στο εισαγωγικό δικόγραφο της προσφυγής, ο Αιτητής μέσω του συνηγόρου του, προβάλλει πλείονες λόγους ακυρώσεως, οι οποίοι (ως παρατηρείται) καταγράφονται κατά γενικό και αόριστο τρόπο.

Κατά τη γραπτή του αγόρευση, ο συνήγορος του Αιτητή περιόρισε τους λόγους ακύρωσης σε τρεις (3), ήτοι την έλλειψη δέουσας έρευνας και σε εξατομικευμένη βάση εξέταση του αιτήματος του Αιτητή, την πλάνη περί τα πράγματα και/ή τα γεγονότα της υπόθεσης καθώς και ουσιώδεις παραλήψεις στην Έκθεση-Εισήγηση από πλευράς του λειτουργού, ως επίσης, την έλλειψη αιτιολόγησης ή/και ανεπαρκή αιτιολογία λόγω μη έγκυρης αξιολόγησης του κινδύνου στην περίπτωση του Αιτητή. Τέλος, παρατίθεται επιχειρηματολογία αναφορικά με την εκτίμηση του κινδύνου και αναγνώριση του Αιτητή ως δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας.

Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, ωστόσο, ο συνήγορος του Αιτητή απέσυρε όλους τους πιο πάνω λόγους ακύρωσης πλην του ισχυρισμού περί μη δέουσας και ανεπαρκούς έρευνας, προβάλλοντας ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή είναι αληθοφανείς.

Οι Καθ' ων η Αίτηση, μέσω της γραπτής αγόρευσης της συνηγόρου τους, αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η Αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, καθώς και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Είναι επίσης η θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγω ακύρωσης, αλλά ούτε και των ισχυρισμών του, επί των οποίων βασίζει το αίτημά του για διεθνή προστασία, αφού δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιον από τους λόγους που (εξαντλητικά) αναφέρονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, έτσι ώστε να του χορηγηθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, ούτε και απέδειξε ότι πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 19, εδάφια (1) και (2) του περί Προσφύγων Νόμου, έτσι ώστε να του χορηγηθεί καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Καταρχάς, παρατηρείται ότι οι λόγοι ακύρωσης που εγείρονται στην παρούσα αίτηση, παρατίθενται με γενικότητα και αοριστία. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερα συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Κανονισμού 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αιτιολογούνται πλήρως.

Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672: «Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης.».

Περαιτέρω, δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AAΔ 598).

Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636: «Παρατηρούμε ότι στο κείμενο της προσφυγής δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ακύρωσης, αν και σχετική επιχειρηματολογία πράγματι προβάλλεται στη γραπτή αγόρευση της εφεσείουσας. Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως λόγος ακύρωσης που δεν εγείρεται στην προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία».

Σύμφωνα με την Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671: «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία. Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους (Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56.».

Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται, τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου.

Στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρουν κατά περίπτωση (βλ. Απόφαση αρ. 128/2008, JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου, 2010).

Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (KNAI ν. The Republic, (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης (Δημοκρατίας ν. Γιαλλουρίδη και Άλλων, Αναθεωρητικές Εφέσεις 868, 868, ημερομηνίας 13.12.90).».

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως των όσων ο Αιτητής δήλωσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, αλλά και όσων προβάλλει με την παρούσα προσφυγή.

Σύμφωνα με τα στοιχεία στο φάκελο του Αιτητή, αυτός είναι ενήλικας και κατάγεται από την ΛΔΚ. Κατά την υποβολή της αίτησής του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας απειλών που δεχόταν από τον Κυβερνήτη Bobo και τον συνεργό του, οι οποίοι ήθελαν να του κάνουν κακό λόγω πολιτικής διαφωνίας. Κατέγραψε επίσης, ότι ο ίδιος εργαζόταν ως σύμβουλος στο γραφείο του αντιπροσώπου της επαρχίας Equateur στην πόλη Mbandaka. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι στις 01/10/2021, ο Κυβερνήτης Bobo μαζί με άλλους εκπροσώπους του κόμματός του, τους έδιωξε από το συμβούλιο και έπειτα αυτοί διαμαρτυρήθηκαν, ενώ ορισμένοι από τους συναδέλφους του είχαν συλληφθεί και οδηγήθηκαν σε άγνωστο μέρος. Κατόπιν, ο ίδιος διέφυγε από την πόλη Mbandaka στην πόλη Kinshasa, όπου η οικογένεια του εισηγήθηκαν στον ίδιο όπως μεταβεί στο εξωτερικό για ασφάλεια. [βλ. ερ. 1 και μετάφραση στο ερ. 13 του Δ.Φ.]

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι Χριστιανός Προτεστάντης με εθνοτική καταγωγή από τη φυλή Mungala και ομιλεί τα Γαλλικά και τα Lingala. Αναφέρθηκε επίσης στο πρόβλημα φαγούρας στα μάτια που έχει, δηλώνοντας ότι είχε επισκεφθεί ιατρό στη χώρα του για τούτο, ο οποίος του συνταγογράφησε ειδικά γυαλιά για να προστατεύονται τα μάτια του από τον ήλιο, ενώ ως επίσης ανέφερε, η εξωτερική εργασία με έκθεση στον ήλιο, του προκαλεί προβλήματα. Δήλωσε επίσης ότι είναι ελεύθερος, αλλά έχει ένα παιδί (που γεννήθηκε το 2020), το οποίο ζει με τη μητέρα του Αιτητή στην Kinshasa, αφού ο ίδιος χώρισε με τη μητέρα του παιδιού, όπως είπε. Ανέφερε επιπλέον, ότι είχε μετατεθεί από την Kinshasa στην πόλη Mbandaka για να εργαστεί εκεί στην επαρχία του Equateur. [βλ. ερ 49-45 του Δ.Φ.]

Ως προς το μορφωτικό του επίπεδο, ο Αιτητής δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στη χώρα του καθώς και ότι ξεκίνησε να φοιτά σε πανεπιστήμιο στην Kinshasa εντός του 2018, αλλά περί τις αρχές του 2019 σταμάτησε τις σπουδές του επειδή δεν είχε αρκετά χρήματα για να συνεχίσει (βλ. ερ. 45/1 του Δ.Φ.). Ως προς την εργασιακή του εμπειρία, δήλωσε ότι εργαζόταν σε τηλεοπτικό σταθμό (Moliere TV) ως εικονολήπτης, από το 2019 και μέχρι το 2021, οπότε και έφυγε από τη χώρα του (βλ. ερ. 45/2 του Δ.Φ.). Όσον αφορά το οικογενειακό του υπόβαθρο, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο πατέρας του απεβίωσε τον Αύγουστο του 2018, ενώ η μητέρα του ζει και βρίσκεται στην Kinshasa, όπως και τα 7 από τα 8 του αδέλφια, αφού ένα από αυτά σπουδάζει στο εξωτερικό (βλ. ερ. 44/1 του Δ.Φ.). Ως προς τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε στην Kinshasa, όπου και διέμενε μέχρι τον Ιούλιο του 2021 όταν μετέβη στην πόλη Mbandaka της επαρχίας Equateur, όπου και παρέμεινε εκεί για 3 μήνες και έπειτα, επέστρεψε στην Kinshasa τον Σεπτέμβριο του 2021 και εκεί συνέχισε να διαμένει μέχρι που έφυγε από τη χώρα του (βλ. ερ. 43/1 του Δ.Φ.). Αναφορικά με το ταξίδι του, ο Αιτητής δήλωσε ότι έφυγε νόμιμα από τη χώρα του, με το διαβατήριό του, μέσω του διεθνές αεροδρομίου στο Ndjili και παρέμεινε για δύο περίπου μήνες στα κατεχόμενα προτού μεταβεί στις ελεύθερες περιοχές (βλ. ερ. 43/2 του Δ.Φ.).

Ως προς τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κατά την ελεύθερη του αφήγηση επικαλέστηκε προβλήματα με τον Κυβερνήτη της επαρχίας Equateur, ισχυριζόμενος πως ο ίδιος εργαζόταν ως σύμβουλος του προέδρου του επαρχιακού συμβουλίου εκεί, τελώντας υπό τη διοίκησή του και επίσης, λάμβανε φωτογραφίες και εικόνες κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων του, όπου σε μια περίπτωση, όταν ο Κυβερνήτης της επαρχίας ήθελε να ‘κλέψει’ κάποια χρήματα που ανήκαν στην επαρχία, ο Αιτητής κλήθηκε από το αφεντικό του για να τραβήξει εικόνες και φωτογραφίες κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης, τις οποίες ο ίδιος απέστειλε κατόπιν στον τηλεοπτικό σταθμό στην Kinshasa όπου εργαζόταν προηγουμένως, ενώ μερικές από αυτές, τις είχε δημοσιεύσει στο τοπικό διαδίκτυο. Όταν ο Κυβερνήτης της επαρχίας αντίκρυσε τις εν λόγω εικόνες, είχε θυμώσει με τον Αιτητή και το αφεντικό του, καθώς και με τους υπόλοιπους που εργάζονταν για εκείνον, ενώ κατόπιν μιας εκδήλωσης διαμαρτυρίας εναντίον του Κυβερνήτη εκεί, που έλαβε χώρα στις 30/09/2021, ο εν λόγω Κυβερνήτης ειδοποίησε την αστυνομία για να πάει να σταματήσει τη διαδήλωση, όπως και έγινε. Τότε, όπως ανέφερε ο Αιτητής, όταν είδαν την αστυνομία, έτρεξαν να διαφύγουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Ο ίδιος, επικαλούμενος ότι η Mbandaka είναι μικρή πόλη και όλοι τον γνώριζαν εκεί ως το άτομο που εργαζόταν με το αφεντικό του, αφού εκείνος ήταν πολύ γνωστό πρόσωπο, ισχυρίστηκε πως επειδή ο ίδιος ήταν ένα από τα άτομα που καταζητούσε ο Κυβερνήτης εκεί, έτσι αποφάσισε την επόμενη ημέρα (ήτοι στις 01/10/2021) να επιστρέψει στην Kinshasa. Ωστόσο, παρά το γεγονός πως θεώρησε ότι τα πράγματα στην Kinshasa, όπου και επέστρεψε, θα ήταν κανονικά, εντούτοις (ως ισχυρίστηκε) ο εν λόγω Κυβερνήτης τον αναζητούσε και εκεί για να τον σκοτώσει, έτσι ο ίδιος κρυβόταν και απέφευγε τις μετακινήσεις, ούτε και μπορούσε να τον καταγγείλει λόγω της υψηλής θέσης που κατείχε εκείνος, μέχρι που εν τέλει εγκατέλειψε τη χώρα του και ήρθε στην Κύπρο. [βλ. ερ. 42 του Δ.Φ.]

Ακολούθως, κληθείς να διευκρινίσει επακριβώς ποιο ήταν το πρόβλημα που είχε μαζί του ο εν λόγω Κυβερνήτης, ο Αιτητής ανέφερε ότι εκείνος τον καταζητούσε επειδή ο ίδιος είχε στείλε κάποιες εικόνες και φωτογραφίες του σε τηλεοπτικό σταθμό στην Kinshasa, ως επίσης, τις δημοσίευσε στο διαδίκτυο, γράφοντας και ένα δικό του σχόλιο για τη συνέντευξη του εν λόγω Κυβερνήτη, που εκείνος έδωσε στο αφεντικό του, κατά την οποία ο ίδιος είχε τραβήξει κάποιες εικόνες και φωτογραφίες. Επιβεβαίωσε δε, ότι ο μοναδικός λόγος που αιτήθηκε διεθνή προστασία ήταν λόγω του ότι τον καταζητούσε ο εν λόγω Κυβερνήτης στη χώρα καταγωγής του, καθώς και ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα του, επειδή φοβάται ότι θα τον εντοπίσει ο εν λόγω Κυβερνήτης εκεί και θα του κάνει κακό. Επιπλέον, ο Αιτητής επικαλέστηκε ότι φοβάται επίσης να επιστρέψει στη χώρα του, λόγω της (γενικότερης) ανασφάλειας που επικρατεί εκεί, ενώ σε σχετικό ερώτημα, ο ίδιος επικαλέστηκε πως εάν επιστρέψει στη χώρα του, τότε ίσως ο εν λόγω Κυβερνήτης του κάνει κακό ή/και μπορεί να τον σκοτώσει. [βλ. ερ. 41 του Δ.Φ.]

Σε σειρά διευκρινιστικών ερωτήσεων αναφορικά με τις δηλώσεις του και την (παραπάνω) αφήγησή του, ο Αιτητής δήλωσε ότι από το 2019 ξεκίνησε να εργάζεται σε τηλεοπτικό σταθμό στην Kinshasa ως εικονολήπτης και φωτογράφος σε εκδηλώσεις/συμβάντα, αφού είχε παρακολουθήσει κάποια σχετικά μαθήματα τύπου και εικονοληψίας στο ίδρυμα INPP, παράλληλα και με τις σπουδές του στην αρχιτεκτονική σε πανεπιστήμιο στην Kinshasa (βλ. ερ. 40 του Δ.Φ.), διευκρινίζοντας ότι τα εν λόγω μαθήματα έγιναν εντός του 2020 και διήρκησαν για τρεις μήνες (βλ. ερ. 39/2 του Δ.Φ.). Ακολούθως, δήλωσε ότι στον εν λόγω τηλεοπτικό σταθμό, που αποτέλεσε και την πρώτη του δουλειά στον τομέα, ο ίδιος είχε προσληφθεί κατόπιν διαδικασίας συνέντευξης και πρακτικής εξέτασης και εκεί ξεκίνησε να εργάζεται μετά που τελείωσε τα σχετικά μαθήματα στη δημοσιογραφία (βλ. ερ. 38/1 και 39/4 του Δ.Φ.), ενώ έπειτα, ο ίδιος δήλωσε συγκεκριμένα ότι ξεκίνησε να εργάζεται στον εν λόγω σταθμό από τον Ιούλιο του 2020 και ότι ουδέποτε σταμάτησε να εργάζεται εκεί, μέχρι που τον είχαν μεταθέσει στην πόλη Mbandaka για να εργαστεί εκεί (βλ. ερ. 38/2 του Δ.Φ.). Επίσης, ως παράδειγμα της εργασίας που έκανε στον εν λόγω τηλεοπτικό σταθμό, αναφέρθηκε σε κάποιο γεγονός όπου μέλη της συμμορίας Kuluna σκότωσαν κάποιο άτομο και ο ίδιος κλήθηκε να καλύψει το εν λόγω περιστατικό, μεταβαίνοντας επιτόπου και θέτοντας ερωτήσεις στον κόσμο εκεί αναφορικά με το τι έγινε και πως σκοτώθηκε το άτομο που δέχθηκε την επίθεση (βλ. ερ. 38/3 του Δ.Φ.).

Στη συνέχεια, κληθείς ο Αιτητής να απαντήσει σε ερωτήματα σχετικά με την εργασία που έκανε στην πόλη Mbandaka της επαρχίας Equateur, ανέφερε ότι ο ίδιος είχε μετατεθεί εκεί από τον Γενικό Διευθυντή του τηλεοπτικού σταθμού στον οποίο εργαζόταν στην Kinshasa, για να εργαστεί με τον πρόεδρο του επαρχιακού συμβουλίου στην Mbandaka, κατόπιν που του προσφέρθηκε αυτή η αποστολή και αφού ο ίδιος την αποδέχτηκε (βλ. ερ. 37/1 του Δ.Φ.). Ως προς το ρόλο του ιδίου ως σύμβουλος του προέδρου του επαρχιακού συμβουλίου εκεί, που δήλωσε ότι κατείχε, ο Αιτητής ανέφερε ότι τις πλείστες περιπτώσεις ο ίδιος πήγαινε μαζί του όποτε υπήρχε κάποιο γεγονός, παρέχοντας του κάποιες συμβουλές πριν από τις πολιτικές συναντήσεις που εκείνος είχε, καθώς επίσης, κατέγραφε τις ομιλίες του, ενώ επιπλέον, όπως είπε, τις πλείστες φορές μετά τις συναντήσεις, υπήρχαν άτομα που έθεταν ερωτήματα και ο ίδιος βρισκόταν εκεί τραβώντας εικόνες και κάνοντας τους ερωτήσεις, αναφέροντας ως παράδειγμα μια εκδήλωση στην Mbandaka στην οποία είχε παρευρεθεί κάποιος στρατηγός, όπου ο ίδιος ήταν επίσης εκεί κινηματογραφώντας την εν λόγω εκδήλωση από την αρχή μέχρι και το τέλος (βλ. ερ. 37/2 του Δ.Φ.). Όσον αφορά το επαρχιακό συμβούλιο εκεί, ο Αιτητής ανέφερε ότι αυτό έχει 7 περίπου μέλη, ενώ υπάρχει και ένας Κυβερνήτης που κυβερνά ολόκληρη την επαρχία, καθώς επίσης, είπε ότι το εν λόγω πρόσωπο για το οποίο εργαζόταν ο ίδιος, αποτελούσε τον αντιπρόσωπο του επαρχιακού συμβουλίου που είχε την πόλη Mbandaka υπό την καθοδήγησή του (βλ. ερ. 36/1 του Δ.Φ.).

Αναφερόμενος στο πρόβλημα που επικαλέστηκε πως ο ίδιος είχε με τον Κυβερνήτη της επαρχίας Equateur, ο Αιτητής ισχυρίστηκε πως το εν λόγω πρόσωπο φέρεται να πήρε κάποια χρήματα που προορίζονταν για τις υποδομές στην πόλη Mbandaka, αναφέροντας ότι ο εν λόγω αντιπρόσωπος του επαρχιακού συμβουλίου εκεί, για τον οποίο εργαζόταν ο ίδιος, πήγε σε μια συνάντηση του επαρχιακού συμβουλίου κάνοντας ερωτήσεις σχετικά με τη χρηματοδότηση της πόλης, ενώ αφού δεν ανευρέθηκε τι απέγιναν τα εν λόγω χρήματα, εκείνος μαζί με κάποια άλλα μέλη του συμβουλίου συναντήθηκαν την επόμενη ημέρα (στις 30/09/2021) με τον εν λόγω Κυβερνήτη για να διαμαρτυρηθούν και επίσης παρευρισκόταν και ο Αιτητής εκεί, κινηματογραφώντας το εν λόγω συμβάν και βγάζοντας φωτογραφίες με τον κόσμο που είχε επίσης συγκεντρωθεί έξω από επαρχιακό συμβούλιο για να διαμαρτυρηθεί (βλ. ερ. 36/2 του Δ.Φ.). Όσον αφορά τα πλάνα που τράβηξε ο ίδιος και τα οποία αργότερα δημοσίευσε, ο Αιτητής ισχυρίστηκε πως αυτά, πέραν ορισμένων λήψεων που έκανε εντός της συνάντησης, έδειχναν το πλήθος που είχε συγκεντρωθεί έξω φορώντας φανέλες με το σύνθημα το οποίο επίσης φώναζαν, περί ότι ο Κυβερνήτης τους ‘έκλεψε’ τα χρήματα, επικαλούμενος ότι ο εν λόγω Κυβερνήτης φερόταν ότι πήρε τα χρήματα για τις υποδομές της πόλης τους, αφού ήταν εκείνος που διαχειριζόταν τα πάντα στην πόλη (βλ. ερ. 35/2 του Δ.Φ.). Σχετικά με την εν λόγω εκδήλωση διαμαρτυρίας, ο Αιτητής ανέφερε πως όταν μαζεύτηκε ο κόσμος και άρχισαν να διαμαρτύρονται εναντίον του Κυβερνήτη, τότε ο εν λόγω Κυβερνήτης έστειλε άμεσα την αστυνομία για να τους σταματήσει, αναφέροντας επιπλέον, ότι η εν λόγω διαδήλωση οργανώθηκε από το άτομο του επαρχιακού συμβουλίου εκεί για τον οποίο εργαζόταν ο ίδιος, καθώς και με τη βοήθεια από κάποιους άλλους από τα μέλη του επαρχιακού συμβουλίου, ενώ ως προς τον ρόλο του ιδίου κατά την εν λόγω διαδήλωση, ο Αιτητής δήλωσε πως απλά παρευρισκόταν εκεί για να παίρνει φωτογραφίες και επίσης για να κινηματογραφήσει το γεγονός, που κατέληξε όπως είπε, σε πυροβολισμούς και ρίψη δακρυγόνων από την αστυνομία, που οδήγησαν τον κόσμο σε φυγή προς διάφορες κατευθύνσεις (βλ. ερ. 35/1 και 34 του Δ.Φ.).

Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί ότι τον καταζητούσε ο Κυβερνήτης της επαρχίας Equateur, ο Αιτητής ανέφερε πως την επόμενη ημέρα της διαδήλωσης (που έγινε στις 30/09/2021 στην πόλη Mbandaka), ο ίδιος είχε διαφύγει στην Kinshasa, όπου παρέμεινε κρυμμένος στο σπίτι και δεν έβγαινε έξω, ενώ εκεί έλαβε ένα απειλητικό τηλεφώνημα από τον εν λόγω Κυβερνήτη και ακολούθως, λάμβανε απειλητικά τηλεφωνήματα καθημερινά από αγνώστους (όπως είπε), εξαιτίας του ότι ο ίδιος είχε τραβήξει κάποιες φωτογραφίες στην πόλη Mbandaka και τις οποίες δημοσίευσε στο διαδίκτυο. [βλ. ερ. 34-33 του Δ.Φ.]

Καταλήγοντας, ερωτηθείς κατά πόσο θα μπορούσε, σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, να μετεγκατασταθεί με ασφάλεια στην πόλη Lubumbashi, χωρίς να κινδυνεύει να εντοπιστεί εκεί από τον Κυβερνήτη της επαρχίας Equateur, ο Αιτητής ισχυρίστηκε πως και εκεί θα κινδυνεύει ο ίδιος από το εν λόγω άτομο, αφού εκείνος μπορεί να μετακινείται παντού σε όλη τη χώρα, ως επίσης επικαλέστηκε ο Αιτητής (βλ. ερ. 33 του Δ.Φ.).

Κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή, ο λειτουργός διαμόρφωσε τέσσερεις (4) ουσιώδεις ισχυρισμούς, ως εξής (βλ. ερ. 89 του Δ.Φ.):

(1) Ταυτότητα, προφίλ και χώρα καταγωγής του Αιτητή.

(2) Ο Αιτητής (κατ’ ισχυρισμό) εργάστηκε σε τηλεοπτικό σταθμό (Moliere TV) στην Kinshasa, κινηματογραφώντας συμβάντα και παίρνοντας συνεντεύξεις.

(3) Περί τον Ιούλιο του 2021, ο Αιτητής έφυγε από την Kinshasa και πήγε στην επαρχία Equateur, όπου (κατ’ ισχυρισμό) εργαζόταν ως σύμβουλος και δημοσιογράφος για τον πρόεδρο του επαρχιακού συμβουλίου εκεί, δημοσιεύοντας ένα γεγονός που γνωστοποιούσε ότι ο Κυβερνήτης της επαρχίας Equateur εμπλεκόταν σε μια υπεξαίρεση κρατικής χορηγίας.

(4) Ισχυριζόμενη δίωξη του Αιτητή από τον Κυβερνήτη της επαρχίας Equateur εξαιτίας της δημοσιοποίησης στο διαδίκτυο από τον ίδιο των φωτογραφιών από μια διαδήλωση που έγινε στις 30/09/2021 εναντίον του εν λόγω Κυβερνήτη.

Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ο λειτουργός αξιολόγησε αυτόν ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο, και συνεπώς κρίθηκε αποδεκτός. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής κατέθεσε πρωτότυπο διαβατήριο από τη χώρα καταγωγής του, ενώ οι δηλώσεις του αναφορικά με το προφίλ και τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του, ήταν επαρκείς και λεπτομερείς, ως επίσης, ορισμένες επιβεβαιώθηκαν από εξωτερικές πληγές. [βλ. ερ. 88-86 του Δ.Φ.]

Ως προς το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, περί της εργασίας που είχε σε τηλεοπτικό σταθμό στην Kinshasa ως κινηματογραφιστής και λαμβάνοντας συνεντεύξεις, ο λειτουργός αξιολόγησε αυτόν ως εσωτερικά μη αξιόπιστο καθώς οι σχετικές δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκε πως στερούνταν λεπτομέρειας και εξειδίκευσης. Ειδικότερα, ως σημείωσε ο λειτουργός, ο Αιτητής δεν επεξήγησε επαρκώς (ως αναμενόταν) το λόγο για τον οποίο είχε αποφασίσει να ακολουθήσει μαθήματα τύπου και εικονοληψίας, ενώ ήταν φοιτητής αρχιτεκτονικής σε πανεπιστήμιο, ήτοι σε μη σχετιζόμενα μεταξύ τους θέματα, αποκρινόμενος με γενικότητα και αοριστία πως στην Αφρική συνηθίζεται να ασχολείται κάποιος με ένα πεδίο και ταυτόχρονα να παρακολουθεί μαθήματα για ένα άλλο θέμα. Ούτε ο Αιτητής εξήγησε συγκεκριμένα τι διδάχθηκε επακριβώς στα εν λόγω μαθήματα τύπου και εικονοληψίας που (κατ’ ισχυρισμό) παρακολούθησε, ενώ εύλογα αναμενόταν από τον ίδιο να παραθέσει περισσότερες λεπτομέρειες, πέραν των όσων ανέφερε περί του ότι έμαθε για το πως να χρησιμοποιεί και να τοποθετεί την κάμερα, καθώς και για να διεξάγει δημοσιογραφικές συνεντεύξεις. Περαιτέρω, ο λειτουργός διαπίστωσε ότι ο Αιτητής προέβαλε αντιφατικές δηλώσεις αναφορικά με το χρονικό σημείο που ξεκίνησε να εργάζεται στον τηλεοπτικό σταθμό και το χρονικό σημείο που έκανε τα μαθήματα τύπου και εικονοληψίας σε εκπαιδευτικό ινστιτούτο, αφού είχε αρχικά δηλώσει ότι ξεκίνησε στον εν λόγω σταθμό το 2019, ενώ έπειτα ανέφερε ότι άρχισε τα εν λόγω μαθήματα το 2020 και προτού ξεκινήσει να εργάζεται στον σταθμό, ενώ όταν ερωτήθηκε για αυτή την αντίφαση, ο ίδιος αποκρίθηκε αόριστα και χωρίς να εξηγήσει επαρκώς την εν λόγω αντίφαση σχετικά με το χρονικό διάστημα που (κατ’ ισχυρισμό) εργαζόταν στον τηλεοπτικό σταθμό στην Kinshasa. Ούτε ο Αιτητής ήταν σε θέση να περιγράψει λεπτομερώς τα βήματα/διαδικασίες που ο ίδιος ακολούθησε ώστε να εργοδοτηθεί στον εν λόγω τηλεοπτικό σταθμό, αφού αναφέρθηκε μόνο στο ότι είχε προσληφθεί κατόπιν διαδικασιών συνέντευξης και πρακτικής εξέτασης, χωρίς να αναφερθεί στα προηγούμενα στάδια και στο πως έφτασε στη διαδικασία της συνέντευξης, ούτε και στις συγκεκριμένες απαντήσεις κατά την εν λόγω συνέντευξη, αλλά ούτε και στον τρόπο που ο ίδιος εξετάστηκε κατά την εν λόγω πρακτική εξέταση. Ομοίως, τα όσα ανέφερε σχετικά με τον ρόλο που είχε ο ίδιος στον εν λόγω τηλεοπτικό σταθμό, κρίθηκαν ότι στερούνταν λεπτομέρειας και επαρκούς περιγραφής, αφού ο Αιτητής απλά ανέφερε ότι βρισκόταν συνήθως εντός του σταθμού και ανέμενε όποτε συνέβαινε κάτι ώστε να πάει για να καλύψει το γεγονός, κινηματογραφώντας επιτόπου και λαμβάνοντας συνεντεύξεις από τον κόσμο. Ούτε και τα όσα ανέφερε (ως δείγμα της εργασίας που έκανε) σχετικά με ένα γεγονός που είπε ότι είχε καλύψει σε μια κοινότητα στην Kinshasa κρίθηκαν ότι ήταν συγκεκριμένα ως προς το πως τράβηξε τα πλάνα από το εν λόγω συμβάν και τις ερωτήσεις που έκανε στον κόσμο εκεί. [βλ. ερ. 86-84 του Δ.Φ.]

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ανωτέρω ισχυρισμού, ο λειτουργός σημείωσε ότι ο τηλεοπτικός σταθμός με την ονομασία Moliere TV (στον οποίο αναφέρθηκε ο Αιτητής) όντως υπάρχει στην Kinshasa, ωστόσο, λαμβανομένου υπόψη ότι οι δηλώσεις του Αιτητή στερούνταν λεπτομέρειας και εξειδίκευσης, κατέληξε στο συμπέρασμα πως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο υπό αναφορά ισχυρισμός του, λόγω αναξιοπιστίας του Αιτητή, και έτσι αυτός έτυχε απόρριψης (βλ. ερ. 83 του Δ.Φ.).

Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, περί της εργασίας που είχε αναλάβει τον Ιούλιο του 2021, ως σύμβουλος και δημοσιογράφος για τον πρόεδρο του επαρχιακού συμβουλίου στην πόλη Mbandaka στην Equateur, όπου δημοσίευσε ένα γεγονός που γνωστοποιούσε ότι ο Κυβερνήτης της επαρχίας Equateur εμπλεκόταν σε μια υπεξαίρεση κρατικής χορηγίας, ο λειτουργός αξιολόγησε και αυτόν ως εσωτερικά μη αξιόπιστο καθώς οι σχετικές δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκε πως στερούνταν λεπτομέρειας και εξειδίκευσης. Ειδικότερα, ως σημείωσε ο λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη και το ρόλο που ανέφερε ο ίδιος ότι είχε, καθώς και το πρόσωπο για το οποίο ο ίδιος ως επίσης ανέφερε εργαζόταν, ο Αιτητής δεν έδωσε κάποια συγκεκριμένη εξήγηση για το (κατ’ ισχυρισμό) γεγονός που, ως δήλωσε ο ίδιος, είχε επιλεγεί από τον διευθυντή του στον τηλεοπτικό σταθμό όπου είπε ότι εργαζόταν στην Kinshasa για να μετατεθεί στην πόλη Mbandaka ώστε να εργαστεί για τον πρόεδρο του επαρχιακού συμβουλίου εκεί. Επίσης, ούτε ο Αιτητής αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στα καθήκοντα του ως σύμβουλος του προέδρου του επαρχιακού συμβουλίου στην πόλη Mbandaka, παρά το ότι προκύπτουν αρκετά και συγκεκριμένα καθήκοντα που συνδέονται με το ρόλο του συμβούλου για ένα τέτοιο υψηλά ιστάμενο πρόσωπο, και στα οποία εύλογα αναμενόταν να αναφερθεί λεπτομερώς ο Αιτητής όσον αφορά την εκτέλεση τους, εντούτοις δε, απλά ανέφερε ότι παρείχε κάποιες συμβουλές πριν από τις πολιτικές συναντήσεις που είχε το εν λόγω άτομο καθώς και σχετικά με το πως να μιλά στον κόσμο, χωρίς να αναφέρει περαιτέρω λεπτομέρειες. Ούτε και αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στο πρόγραμμα με τις καθημερινές δραστηριότητες που είχε ο ίδιος δουλεύοντας για το εν λόγω πρόσωπο, πέραν του ότι τον συνόδευε όποτε εκείνος είχε πολιτικές συναντήσεις, αλλά ούτε και τα όσα ανέφερε (ως δείγμα της δραστηριότητας που είχε) σχετικά με ένα γεγονός που είπε ότι έγινε στην πόλη Mbandaka στην οποία είχε παρευρεθεί κάποιος στρατηγός, κρίθηκαν ότι εστιάζουν στον συγκεκριμένο ρόλο που δήλωσε πως είχε ο Αιτητής, ιδιαίτερα κατά τις συναντήσεις του προέδρου του επαρχιακού συμβουλίου στην πόλη Mbandaka, ούτε δε, ο Αιτητής παρέθεσε λεπτομέρειες αναφορικά με το τι συγκεκριμένα αφορούσε το εν λόγω γεγονός. Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν παρέθεσε ξεκάθαρες πληροφορίες όσον αφορά τον θεσμό του οργάνου που ο ίδιος αποκάλεσε ως επαρχιακό συμβούλιο της Mbandaka, παρά το ότι ο ίδιος (κατ’ ισχυρισμό) εργαζόταν εκεί για τον πρόεδρο του εν λόγω οργάνου, γεγονός που (κατά τον λειτουργό) υπονομεύει περαιτέρω την αξιοπιστία του Αιτητή σε σχέση με τον εν λόγω ισχυρισμό του. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι κατά την αναφορά του σε συγκεκριμένο γεγονός που έγινε στις 30/09/2021, ήτοι σε μια συνάντηση με τον Κυβερνήτη της επαρχίας του Equateur που έγινε στο επαρχιακό συμβούλιο της Mbandaka, στην οποία ο ίδιος ήταν παρόν, ο Αιτητής δεν παρέθεσε λεπτομερείς πληροφορίες για το περιεχόμενο της συνάντησης, απλά αναφέρθηκε στο θέμα αυτής, αλλά ούτε και αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στο πως κατέγραφε την εν λόγω συνάντηση, αποκρινόμενος ασυνάρτητα με τα πιο πάνω πως κινηματογραφούσε τον κόσμο που μαζεύτηκαν εκεί διαδηλώνοντας. Τέλος, κρίθηκε ότι με αοριστία επικαλέστηκε και αναφέρθηκε ο Αιτητής στο φερόμενο γεγονός πως ‘κλάπηκαν’ κάποια χρήματα που προορίζονταν για τις υποδομές στην πόλη Mbandaka. [βλ. ερ. 83-81 του Δ.Φ.]

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ανωτέρω ισχυρισμού, ο λειτουργός σημείωσε ότι πληροφορίες σε εξωτερική πηγή κάνουν αναφορά σε μια δημόσια διαδήλωση περί τον Οκτώβριο του 2021 στην πόλη Mbandaka, κατά την οποία, μετά από οδηγίες του Κυβερνήτη της επαρχίας Equateur, συνελήφθησαν από την αστυνομία δύο δημοσιογράφοι που κάλυπταν το εν λόγω γεγονός, μαζί και με τρία μέλη του επαρχιακού συμβουλίου που διαμαρτύρονταν για την ακύρωση της εκλογής τους. Ωστόσο, λαμβανομένου υπόψη ότι οι δηλώσεις του Αιτητή στερούνταν λεπτομέρειας και εξειδίκευσης, ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα πως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο υπό αναφορά ισχυρισμός του, λόγω αναξιοπιστίας του Αιτητή, και έτσι αυτός έτυχε απόρριψης. [βλ. ερ. 81-80 του Δ.Φ.]

Ως προς τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, περί απειλών που δεχόταν ο ίδιος από τον Κυβερνήτη της επαρχίας Equateur εξαιτίας του ότι δημοσίευσε στο διαδίκτυο φωτογραφίες από μια διαδήλωση που έγινε στις 30/09/2021 εναντίον του εν λόγω Κυβερνήτη, ο λειτουργός αξιολόγησε και αυτόν επίσης ως εσωτερικά μη αξιόπιστο καθώς οι σχετικές δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκε πως στερούνταν λεπτομέρειας και εξειδίκευσης. Ειδικότερα, ως σημείωσε ο λειτουργός, ο Αιτητής δεν εξήγησε επακριβώς τον λόγο που ο Κυβερνήτη της επαρχίας Equateur είχε θυμώσει μόνο μαζί με τον ίδιο για τα όσα δημοσιοποίησε, σε σημείο μάλιστα που ήθελε να του κάνει κακό, λαμβανομένου υπόψη ότι σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως και η εν λόγω διαδήλωση, τα γεγονότα ποτέ δεν καλύπτονται από έναν και μόνο δημοσιογράφο. Ως προς τις απειλές που (κατ’ ισχυρισμό) δέχθηκε ο Αιτητής, ο λειτουργός σημείωσε πως αυτές ήταν τηλεφωνικώς και έγιναν κατόπιν που ο ίδιος έφυγε από την πόλη Mbandaka και επέστρεψε στην Kinshasa, την επόμενη ημέρα από την εν λόγω διαδήλωση, ωστόσο, ο Αιτητής δεν υπήρξε συγκεκριμένος ως προς το τι έκανε όταν δέχθηκε το πρώτο απειλητικό τηλεφώνημα από τον Κυβερνήτη της επαρχίας Equateur, ούτε και παρέθεσε λεπτομέρειες αναφορικά με τη συνομιλία μεταξύ τους, καθώς και για τα αισθήματά του μετέπειτα από το εν λόγω τηλεφώνημα. Ομοίως και στο τελευταίο απειλητικό τηλεφώνημα, που έλαβε από κάποιον άγνωστο, ο Αιτητής δεν υπήρξε συγκεκριμένος ως προς το τι έκανε όταν δέχθηκε το εν λόγω τηλεφώνημα, ούτε και παρέθεσε λεπτομέρειες αναφορικά με την εν λόγω συνομιλία που είχαν, ως επίσης σημείωσε ο λειτουργός. [βλ. ερ. 80-79 του Δ.Φ.]

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ανωτέρω ισχυρισμού, ο λειτουργός επανέλαβε τις (ίδιες) πληροφορίες από εξωτερική πηγή, αναφορικά με τη δημόσια διαδήλωση που έγινε περί τον Οκτώβριο του 2021 στην πόλη Mbandaka, όπου μετά από οδηγίες του Κυβερνήτη της επαρχίας Equateur συνελήφθησαν από την αστυνομία δύο δημοσιογράφοι που κάλυπταν το εν λόγω γεγονός, μαζί και με τρία μέλη του επαρχιακού συμβουλίου που διαμαρτύρονταν για την ακύρωση της εκλογής τους. Ωστόσο, λαμβανομένου υπόψη ότι οι δηλώσεις του Αιτητή στερούνταν λεπτομέρειας και εξειδίκευσης, ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα πως ούτε και ο υπό αναφορά ισχυρισμός του μπορεί να γίνει αποδεκτός, λόγω αναξιοπιστίας του Αιτητή, και έτσι αυτός έτυχε απόρριψης. [βλ. ερ. 79 του Δ.Φ.]

Εν συνεχεία, ο λειτουργός προχώρησε στην αξιολόγηση του (μελλοντικού) κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του και ειδικότερα, εξετάζοντας το προφίλ και τις προσωπικές του περιστάσεις (ως έγιναν αποδεκτά), προέβη σε ανάλυση της κατάστασης ασφαλείας γενικότερα στην ΛΔΚ καθώς και συγκεκριμένα στην Kinshasa (τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή στη χώρα του), όπου από σχετικές πληροφορίες και αριθμητικά δεδομένα σε εξωτερικές πηγές (που παρέθεσε ο λειτουργός – βλ. ερ. 78-76 του Δ.Φ.) κατέληξε στο συμπέρασμα πως δεν υφίσταται εύλογος βαθμός πιθανότητας ότι ο Αιτητής, εάν επιστρέψει στην Kinshasa της ΛΔΚ, μπορεί να αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, εξαιτίας της κατάστασης ασφαλείας στην εν λόγω περιοχή συνήθους διαμονής στη χώρα του, όπου αναμένεται να επιστρέψει (βλ. ερ. 76 του Δ.Φ.).

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο λειτουργός έκρινε ότι, από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς του Αιτητή που έγιναν αποδεκτοί, ήτοι το προσωπικό του προφίλ, καθώς και τη σχετική αξιολόγηση του κινδύνου για την περίπτωσή του, διαπιστώνεται ότι στο πρόσωπό του δεν συντρέχουν τέτοια υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία, τα οποία θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για κάποιον από τους λόγους που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου καθώς και στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το καθεστώς του πρόσφυγα, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του. Ως εκ τούτου, ο λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις ώστε να του παραχωρηθεί το καθεστώς του πρόσφυγα. [βλ. ερ. 76-75 του Δ.Φ.]

Ακολούθως, ο λειτουργός προέβη σε εξέταση του κατά πόσο ο Αιτητής δικαιούται παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου, καταλήγοντας πως στην περίπτωσή του, δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 (2) (α), (β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Συγκεκριμένα, ο λειτουργός έκρινε ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στην ΛΔΚ, δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι από τους οποίους να προκύπτει ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση (σύμφωνα με το άρθρο 19(2)(α) του περί Προσφύγων Νόμου), ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία (σύμφωνα με το άρθρο 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου), αλλά ούτε και υπάρχει πραγματικός κίνδυνος να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του (ως άμαχος), λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (σύμφωνα με το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου), καθώς η κατάσταση στην Kinshasa στη ΛΔΚ, όπου και αναμένεται να επιστρέψει ο Αιτητής, δεν χαρακτηρίζεται από συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Ως εκ τούτου, ο λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. [βλ. ερ. 75 του Δ.Φ.]

Ως εκ των ανωτέρω, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε.

Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση του για διεθνή προστασία. Στην υπό κρίση περίπτωση δε, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος του, ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, αλλά ούτε κατά την ενώπιον μου διαδικασία.

Όταν δε, αιτητής κρίνεται αναξιόπιστος, δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω διερεύνησης (βλ. υπόθ. αρ. 1964/06, ημερ. 11.3.08, Obaidul Haque v. Δημοκρατίας).

Εν πάση περιπτώσει, κρίνω ότι με τη σχετική Έκθεση-Εισήγηση αξιολογήθηκε έκαστος ισχυρισμός του Αιτητή και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εν λόγω εισήγηση, εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν του παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Η.Ε. για τους Πρόσφυγες.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την παράγραφο 204 του εν λόγω Εγχειριδίου: «Το ευεργέτημα της αμφιβολίας πρέπει να δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί και εξετασθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντος. Οι ισχυρισμοί του αιτούντος πρέπει να παρουσιάζουν συνοχή και αληθοφάνεια και να μην έρχονται σε αντίφαση με γεγονότα που είναι γενικά γνωστά σε όλους.».

Επομένως, ορθά δεν παραχωρήθηκε στον Αιτητή το ευεργέτημα της αμφιβολίας και επίσης, ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του για διεθνή προστασία.

Συναφώς, με βάση και την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του Αιτητή, το παρόν Δικαστήριο καταλήγει στα ίδια συμπεράσματα αναφορικά με τον διαχωρισμό καθώς και την (παραπάνω) κατάληξη επί των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή. Συνεπώς, μόνο ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή (ήτοι περί του προσωπικού του προφίλ και της χώρας καταγωγής του) γίνεται αποδεκτός (εφόσον δεν προκύπτουν οποιοιδήποτε λόγοι/στοιχεία περί του αντιθέτου), ενώ οι υπόλοιποι (τρεις) ουσιώδεις ισχυρισμοί του Αιτητή (που εξάλλου είναι αλληλένδετοι μεταξύ τους, καθώς επίσης συνδέονται και με το βασικό αίτημά του) κρίνονται ως απορριπτέοι στο σύνολό τους, εξαιτίας της έλλειψης αξιοπιστίας από μέρους του.

Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί του Αιτητή στερούνται βιωματικής λεπτομέρειας και ευλογοφάνειας, καθώς επίσης, εντοπίζονται αντιφάσεις και ασυνέπειες στα λεγόμενά του. Πιο συγκεκριμένα, διαπιστώνονται διαδοχικές ασυνέπειες στους ισχυρισμούς του Αιτητή αναφορικά με την εργασία που δήλωσε ότι έκανε στην Kinshasa καθώς και την ενασχόλησή του όταν μετέβη στην πόλη  Mbandaka, όπου ειδικότερα, ο ίδιος αρχικά δήλωσε ότι εργαζόταν σε συγκεκριμένο τηλεοπτικό σταθμό στην Kinshasa από το 2019 μέχρι το 2021 που έφυγε από τη χώρα του (βλ. ερ. 45/2 του Δ.Φ.), επιβεβαιώνοντας μετέπειτα ότι ουδέποτε σταμάτησε να εργάζεται εκεί, μέχρι που τον είχαν μεταθέσει στην πόλη Mbandaka για να εργαστεί εκεί (βλ. ερ. 38/2 του Δ.Φ.), ενώ κατά την ελεύθερη του αφήγηση, αναφέρθηκε στον εν λόγω τηλεοπτικό σταθμό ως την προηγούμενη του εργασία (βλ. ερ. 42 του Δ.Φ.), καθώς επίσης, ανέφερε ότι στην πόλη Mbandaka όπου μετέβη τον Ιούλιο του 2021 (βλ. ερ. 43/1 του Δ.Φ.), ο ίδιος εργαζόταν ως σύμβουλος του προέδρου/αντιπροσώπου του επαρχιακού συμβουλίου εκεί (βλ. ερ. 42 του Δ.Φ.), ενώ με βάση και τα όσα διευκρίνισε έπειτα, ο ρόλος του αυτός δεν φαίνεται να συσχετίζεται ή/και να αποτελεί συνέχεια της εργασίας που ανέφερε ότι είχε σε τηλεοπτικό σταθμό στην Kinshasa (βλ. ερ. 37/2 του Δ.Φ.), παρά και το ότι ο Αιτητής είχε προηγουμένως δηλώσει πως είχε μετατεθεί στην Mbandaka  τον Ιούλιο του 2021 από τον Γενικό Διευθυντή του τηλεοπτικού σταθμού στον οποίο ο ίδιος εργαζόταν στην Kinshasa (βλ. ερ. 37/1 του Δ.Φ.). Περαιτέρω, παρατηρούνται αντιφάσεις στους ισχυρισμούς του περί ότι ο ίδιος ξεκίνησε να εργάζεται για πρώτη φορά σε τηλεοπτικό σταθμό στην Kinshasa, διευκρινίζοντας ότι τούτο έγινε κατόπιν που είχε παρακολουθήσει κάποια σχετικά μαθήματα τύπου και εικονοληψίας σε ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα, παράλληλα και με τις σπουδές του σε πανεπιστήμιο στην Kinshasa (βλ. ερ. 40 του Δ.Φ.), ενώ σταμάτησε τη φοίτηση του στο πανεπιστήμιο κατά τις αρχές του 2019 όπως είχε αρχικά δηλώσει (βλ. ερ. 45/1 του Δ.Φ.), γεγονός που συνάδει με την προηγούμενη δήλωση του περί ότι το 2019 ξεκίνησε να εργάζεται σε τηλεοπτικό σταθμό στην Kinshasa (βλ. ερ. 45/2 του Δ.Φ.), ωστόσο, έπειτα ο ίδιος διευκρίνισε (σε αντίθεση με τούτο) ότι τα εν λόγω μαθήματα τύπου και εικονοληψίας έγιναν εντός του 2020 (βλ. ερ. 39/2 του Δ.Φ.) και κατόπιν που τα τελείωσε, ξεκίνησε να εργάζεται στον εν λόγω σταθμό (βλ. ερ. 39/4 του Δ.Φ.), καθώς επίσης, μετέπειτα, ο ίδιος δήλωσε συγκεκριμένα ότι ξεκίνησε να εργάζεται στον εν λόγω σταθμό από τον Ιούλιο του 2020 (βλ. ερ. 38/2 του Δ.Φ.), και πάλι δηλαδή σε αντίθεση με τα όσα προηγουμένως δήλωσε. Ούτε δε, ο Αιτητής παρουσίασε οιαδήποτε έγγραφα ή πιστοποιητικά σχετικά με την (κατ’ ισχυρισμό) εργασία του ή/και τα εν λόγω μαθήματα τύπου και εικονοληψίας που επικαλέστηκε ότι έκανε σε ινστιτούτο στην Kinshasa, ενώ παρόλο που είπε ότι κατέχει επιστολή σχετικά με τη μετάθεση του από την Kinshasa στην πόλη Mbandaka, εντούτοις δήλωσε πως το περιεχόμενο της δεν αφορά το (κατ’ ισχυρισμό) πρόβλημά του (βλ. ερ. 46-45 του Δ.Φ.).

Πέραν των πιο πάνω, παρατηρείται έλλειψη ευλογοφάνειας σε σχέση με το ότι ο Αιτητής ισχυρίστηκε πως τον καταζητούσε ο Κυβερνήτης στην πόλη Mbandaka και επικαλούμενος ότι ο ίδιος ήταν γνώριμος εκεί λόγω του ότι εργαζόταν για ένα πολύ γνωστό πρόσωπο, έτσι αναγκάστηκε ο ίδιος να επιστρέψει στην Kinshasa (βλ. ερ. 42 του Δ.Φ.), ωστόσο, ο Αιτητής δήλωσε εξαρχής ότι ζούσε στην Kinshasa σχεδόν για όσο καιρό βρισκόταν στη χώρα του και μόνο για τρεις περίπου μήνες είχε μεταβεί στην πόλη Mbandaka για να εργαστεί (βλ. ερ. 43/1 του Δ.Φ.), χρόνος που δεν θεωρείται εύλογα και συγκριτικά αρκετός ώστε να αποτελεί ο ίδιος ‘γνώριμο πρόσωπο’ στην εν λόγω πόλη, όπου εξάλλου, ο πληθυσμός εκεί εκτιμάται για το 2021 πως ανερχόταν σε περίπου μισό εκατομμύριο κατοίκους[1]. Επίσης, με ασυνέπεια ο Αιτητής είχε δηλώσει κατά την ελεύθερη του αφήγηση ότι μετά από την ισχυριζόμενη διαδήλωση εναντίον του Κυβερνήτη της επαρχίας Equateur, ο ίδιος είχε χάσει κάθε επαφή με το (πρώην) αφεντικό του εκεί, αφού είχαν διαφύγει σε διαφορετικές κατευθύνσεις (βλ. ερ. 42 του Δ.Φ.), ωστόσο σε μεταγενέστερο στάδιο, ο ίδιος επικαλέστηκε πως το εν λόγω αφεντικό του ήταν επίσης καταζητούμενος από τον Κυβερνήτη της επαρχίας Equateur, χωρίς δε, ενδεχομένως, να αναφέρει που βασίζει τούτο (βλ. ερ. 34/1 του Δ.Φ.), ενώ μετέπειτα εξάλλου, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν γνωρίζει που βρίσκεται (πλέον) το πρώην αφεντικό του (βλ. ερ. 33 του Δ.Φ.).

Το παρόν Δικαστήριο προέβη επιπλέον, σε έρευνα αναφορικά με συγκεκριμένα περιστατικά που έγιναν στην πόλη Mbandaka εντός του 2021, στα οποία φέρεται να εμπλεκόταν και ο εν λόγω Κυβερνήτης της επαρχίας Equateur. Ειδικότερα, σύμφωνα με σχετικές πληροφορίες σε έκθεση για το 2021 του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ, η αστυνομία ‘εισέβαλε’ τον Ιούλιο του 2021 στις εγκαταστάσεις του τοπικού σταθμού Radio Sarah στην πόλη Mbandaka «κατά τη μετάδοση μιας συζήτησης σχετικά με την πιθανή απομάκρυνση του κυβερνήτη της επαρχίας από το τοπικό κοινοβούλιο»[2], ενώ σε άλλη πηγή, αναφέρεται ότι ένας δημοσιογράφος του Radio Télévision Sarah (RTS), «δημοφιλούς κοινοτικού ραδιοφωνικού σταθμού που ανήκε στον προηγούμενο κυβερνήτη της επαρχίας», είχε συλληφθεί το Νοέμβριο του 2021 στην Mbandaka (και έπειτα φυλακίστηκε) «ενώ κάλυπτε μια πορεία που διοργανώθηκε από ένα κίνημα της κοινωνίας των πολιτών σε ένδειξη διαμαρτυρίας κατά του κυβερνήτη της επαρχίας», όπου «φορώντας ένα γιλέκο με το λογότυπο του RTS και φέροντας ένα μαγνητόφωνο και τη δημοσιογραφική του κάρτα», «μεταφέρθηκε στο αστυνομικό τμήμα της Mbandaka, μαζί με αρκετούς διαδηλωτές»[3]. Σύμφωνα δε, με σχετικές πληροφορίες στην ίδια πηγή, «την ίδια ημέρα, το RTS σταμάτησε να εκπέμπει με απόφαση του επαρχιακού κυβερνήτη»[4], ενώ ο εν λόγω δημοσιογράφος αφέθηκε (αργότερα) ελεύθερος μετά από 7 μήνες[5] (κατόπιν που ‘αθωώθηκε’ από δικαστή του ανώτατου δικαστηρίου στην Mbandaka[6]) και περί τον Ιούνιο του 2023, «σε απάντηση σε αίτημα του ραδιοφωνικού σταθμού, ένα εφετείο αποφάσισε [.] ότι το κλείσιμο, που διήρκεσε σχεδόν 19 μήνες, ήταν παράνομο και ότι ο σταθμός μπορούσε να συνεχίσει να εκπέμπει», ωστόσο, «ενεργώντας κατόπιν εντολών του κυβερνήτη του Equateur», η αστυνομία ‘εμπόδισε’ τους δημοσιογράφους να ανοίξουν ξανά τον εν λόγω ραδιοφωνικό σταθμό, λίγες ημέρες μετά από την πιο πάνω απόφαση του εφετείου[7], γεγονός που επίσης επιβεβαιώνεται από πληροφορίες σε άλλη πηγή[8].

Περαιτέρω, σύμφωνα με πληροφορίες από εξωτερική πηγή, περί τον Οκτώβριο του 2021, η αστυνομία, κατόπιν ‘οδηγιών’ του Κυβερνήτη της επαρχίας Equateur, συνέλαβε στην πόλη Mbandaka τρία μέλη του επαρχιακού συμβουλίου, καθώς και δύο δημοσιογράφους, εκ των οποίων ο ένας ήταν ελεύθερος επαγγελματίας και ο άλλος εργαζόταν ως δημοσιογράφος του ιδιωτικού σταθμού E Radio, οι οποίοι «κάλυπταν μια δημόσια διαμαρτυρία που οργανώθηκε από [τα] τρία μέλη του επαρχιακού συμβουλίου, των οποίων η εκλογή είχε ακυρωθεί από την επαρχιακή συνέλευση τον Οκτώβριο του 2021».[9]

Πιο πρόσφατες (από τα πιο πάνω γεγονότα) πληροφορίες από άλλη εξωτερική πηγή, κάνουν αναφορά στο διάλογο που ξεκίνησε στις 17 Φεβρουαρίου του 2024 από πρωτοβουλία του Κυβερνήτη της επαρχίας Equateur, «με στόχο τη συμφιλίωση μετά την απόφαση των δημοσιογράφων της Mbandaka στις 13 Φεβρουαρίου να σταματήσουν να καλύπτουν τις δραστηριότητες του κυβερνήτη σε αντίποινα για τη ‘σημαντική’ παραβίαση της ελευθερίας του τύπου τις προηγούμενες ημέρες», όταν «καθώς οι τοπικοί δημοσιογράφοι διαδήλωναν υπέρ της ελευθερίας του τύπου στην Mbandaka στις 13 Φεβρουαρίου, 21 από αυτούς συνελήφθησαν από μέλη της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ANR) και κρατήθηκαν αυθαίρετα στα τοπικά κεντρικά γραφεία της ANR για αρκετές ώρες πριν αφεθούν ελεύθεροι», ενώ ο σκοπός της εν λόγω διαδήλωσης των δημοσιογράφων στις 13/02/2024 ήταν προς στήριξη της επαρχιακής διευθύντριας της εθνικής ραδιοτηλεόρασης RTNC, η οποία φέρεται ότι «είχε πέσει θύμα σωματικής επίθεσης κατόπιν εντολής του [εν λόγω Κυβερνήτη] οκτώ ημέρες νωρίτερα».[10] Σύμφωνα δε, με πληροφορίες στην ίδια πηγή, «μετά τη συνάντηση με τον κυβερνήτη στις 17 Φεβρουαρίου, οι παρόντες δημοσιογράφοι ήραν το μποϊκοτάζ των δραστηριοτήτων του», ενώ «και άλλοι τοπικοί δημοσιογράφοι είχαν συνάντηση στις 21 Φεβρουαρίου προκειμένου να τερματίσουν το μποϊκοτάζ τους».[11]

Σε κάθε περίπτωση, τόσο τα πιο πάνω αναφερόμενα γεγονότα, όσο και τα όσα επικαλείται ο Αιτητής, αφορούν την πόλη Mbandaka, ενώ ο ίδιος ζούσε στην Kinshasa και εκεί επέστρεψε προτού φύγει (οριστικά) από τη χώρα καταγωγής, ωστόσο, το πρόσωπο που ο ίδιος ισχυρίζεται πως τον καταδίωκε στην πόλη Mbandaka, σύμφωνα με δική του δήλωση, κυβερνούσε ολόκληρη την επαρχία Equateur (βλ. ερ. 36/1 του Δ.Φ.), που βρίσκεται σε αρκετά μακρινή απόσταση από την επαρχία Kinshasa. Εξάλλου, ο Αιτητής παρέμεινε στην Kinshasa για σχεδόν 5,5 μήνες μετά που επέστρεψε εκεί από την πόλη Mbandaka, χωρίς (ενδεχομένως) να αναφέρει οποιοδήποτε συμβάν εναντίον του (πέραν κάποιων λεκτικών απειλών μέσω τηλεφώνου, που ο ίδιος επικαλέστηκε πως λάμβανε ενόσω βρισκόταν στην Kinshasa προτού φύγει από τη χώρα του – βλ. ερ. 34 του Δ.Φ.), πάρα το ότι επικαλέστηκε πως ο Κυβερνήτης της επαρχίας Equateur, λόγω της θέσης του και ως μέλος της κυβέρνησης της χώρας, τον αναζητούσε και στην Kinshasa (βλ. ερ. 42 του Δ.Φ.). Ο Αιτητής δε, έφυγε μετέπειτα από τη χώρα του με το επίσημο διαβατήριο του (βλ. ερ. 7 του Δ.Φ.), το οποίο παρατηρείται ότι εκδόθηκε στις 20/01/2022 (βλ. ερ. 43/2 του Δ.Φ.), ήτοι μετά από τα (κατ’ ισχυρισμό) συμβάντα που έγιναν στην πόλη Mbandaka της επαρχίας Equateur και μετά που ο ίδιος επέστρεψε στην Kinshasa, άρα ο ισχυρισμός του περί ότι τον καταζητούσε μέλος της κυβέρνησης της χώρας καταγωγής του, καταρρίπτεται.

Περαιτέρω, το παρόν Δικαστήριο συντάσσεται και με την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη ο λειτουργός στη βάση του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με το ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος καθώς δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για κάποιο από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και στο Άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

Επιπρόσθετα, από το σύνολο των στοιχείων του προφίλ του Αιτητή και των προσωπικών του περιστάσεων, δεν προκύπτει περίπτωση υπαγωγής του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας βάσει του άρθρου 19(2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, αφού ο κίνδυνος που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στην ΛΔΚ δεν συνιστά πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης (σύμφωνα και με το Άρθρο 15(α) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ), ή πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας για τον Αιτητή (σύμφωνα και με το Άρθρο 15(β) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ).

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία της παρούσας υπόθεσης, ο Αιτητής πρόκειται για ενήλικα, σε σχετικά νεαρή ηλικία, χωρίς σοβαρά ιατρικά θέματα ή ενδείξεις ευαλωτότητας, με μόρφωση και ικανότητα να εργαστεί, καθώς και με συγγενικό δίκτυο στην περιοχή καταγωγής και συνήθους διαμονής στη χώρα του.

Επικουρικώς δε, αναφέρεται ότι σύμφωνα με πληροφορίες από εξωτερική πηγή (Οκτώβριος 2022), για την Kinshasa και τους επιστρέφοντες εκεί, «η οικογένεια και η εκκλησία αποτελούν ή ουσιαστικά έχουν το ρόλο της άτυπης κοινωνικής ασφάλισης»[12], ενώ μια άλλη πηγή αναφέρει (για το 2026) ότι: «Για τους περισσότερους Κονγκολέζους, η επιβίωση εξαρτάται από την άτυπη οικονομία και την αυτοσυντήρηση. Σε αυτό το πλαίσιο, η αλληλεγγύη διατηρείται λιγότερο από τις επίσημες οργανώσεις και περισσότερο από τις κοινότητες των χωριών, τις εκτεταμένες οικογένειες και τις γυναικείες ενώσεις, όπου η διαπροσωπική εμπιστοσύνη παραμένει σχετικά ισχυρή.»[13]. Συγκεκριμένα δε, όσον αφορά τη μεταχείριση των επιστραφέντων στην ΛΔΚ, σχετική έκθεση της CEDOCA (του Βελγίου) του Σεπτεμβρίου 2022, υπέδειξε ότι «άτομα των οποίων η αίτηση ασύλου έχει απορριφθεί και τα οποία επαναπατρίστηκαν στη ΛΔΚ δεν αντιμετωπίζουν πλέον προβλήματα κατά την άφιξή τους από τις εθνικές αρχές», ενώ κάνοντας επίκληση δηλώσεων από εκπρόσωπο ενός ΜΚΟ στην Kinshasa, η ίδια πηγή καταγράφει ότι «από την αλλαγή καθεστώτος, δεν υπήρξαν πλέον περιπτώσεις συλλήψεων επαναπατρισθέντων από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ANR) και δεν υπάρχουν άτομα που να ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία στους χώρους κράτησης της Kinshasa», καθώς και ότι το εν λόγω πρόσωπο, «επιβεβαίωσε ότι δεν υπήρχαν ενδείξεις κακομεταχείρισης των επαναπατριζόμενων».[14]

Αναφορικά δε, με τις προϋποθέσεις παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς τον Αιτητή, υπό την πρόνοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου (αντίστοιχο του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ), κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:

Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ένας αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Ειδικότερα, το ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014 και C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και το ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014) και Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 και 11449/07, 28/11/2011), ερμήνευσαν την έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης», θέτοντας κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Περαιτέρω, στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretarisvan Justitie, παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της Οδηγίας», ενώ στην παρ. 37, αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο». Επίσης, το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση (παρ. 39) αναφέρει ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

Εν προκειμένω, αναφορικά με τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την Kinshasa, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα αναφορικά με τις επικρατούσες εκεί συνθήκες.

Ως προς τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στην ΛΔΚ, σύμφωνα με σχετικά δεδομένα από την πλατφόρμα War Watch, όπου καταγράφονται οι διεθνείς και μη-διεθνείς ένοπλες συρράξεις ανά το παγκόσμιο, προκύπτει (γενικότερα) ότι στην εν λόγω χώρα υφίσταται ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των κρατικών δυνάμεων ασφαλείας και διαφόρων ενόπλων ομάδων/οργανώσεων, των οποίων η δράση (ωστόσο) επικεντρώνεται στις ανατολικές επαρχίες της ΛΔΚ και συγκεκριμένα στις Ituri και North Kivu[15], ενώ δεν φαίνεται να επηρεάζεται ιδιαίτερα η επαρχία της Kinshasa από την εν λόγω εσωτερική ένοπλη σύρραξη[16].

Για την πληρότητα της έρευνας, όσον αφορά τα (αριθμητικά) δεδομένα για την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή προηγούμενης συνήθους διαμονής του Αιτητή στην ΛΔΚ και συγκεκριμένα στην Kinshasa, σύμφωνα με (επικαιροποιημένα) στοιχεία που καταγράφονται στη βάση δεδομένων της πλατφόρμας ACLED (Armed Conflict Location & Event Data), κατά τους τελευταίους 12 μήνες (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 08/05/2026), στην εν λόγω επαρχία καταγράφηκαν συνολικά 157 περιστατικά[17] (από τα οποία προκλήθηκαν 51 θάνατοι[18]), όπου 54 περιστατικά κατηγοριοποιήθηκαν ως πολιτική βία (“political violence”)[19] με 48 θανάτους[20], καθώς και 57 περιστατικά κατηγοριοποιήθηκαν ως διαδηλώσεις (“demonstrations”)[21] με 5 θανάτους[22]. Σημειώνεται πως ο πληθυσμός για την επαρχία Kinshasa εκτιμάται ότι ανέρχεται στους 21.852.144 κατοίκους (σύμφωνα με ανεπίσημη εκτίμηση για το 2026[23]).

Από τα πιο πάνω στοιχεία και δεδομένα, συνάγεται πως ότι στην επαρχία Kinshasa, όπου αναμένεται να επιστρέψει ο Αιτητής, δεν υφίστανται συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας, ούτε δε, υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν (άμαχο) πολίτη να επηρεαστεί σε τέτοιο σοβαρό βαθμό και προσωπικά, λόγω της παρουσίας του και μόνο στην εν λόγω περιοχή, υπό την έννοια του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Εν προκειμένω, ούτε από τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή προκύπτει ότι συντρέχουν ιδιαίτερα στοιχεία στην περίπτωσή του, που θα επέτειναν έναν τέτοιο κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

Ως εκ των ανωτέρω, λαμβάνοντας επίσης υπόψη το προσωπικό του προφίλ, δεν προκύπτει οτιδήποτε που να δημιουργεί τέτοιες προϋποθέσεις ώστε, σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στην περιοχή συνήθους διαμονής του στην ΛΔΚ (ήτοι στην Kinshasa), να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι θα υποστεί δίωξη ή θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και αδικαιολόγητης βλάβης.

Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι δε, επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου. Ορθά δε, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, κρίθηκε ότι η περίπτωση του Αιτητή δεν εμπίπτει στις προϋποθέσεις του Νόμου για χορήγηση προσφυγικού καθεστώτος ή παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας.

Συνεπώς, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση.

 

 

Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] World Population Review, Cities in DR Congo, Mbandaka, [2026], https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/mbandaka [population yearly growth graph] [ημερ. πρόσβασης 18/05/2026]

[2] U.S. Department of State, 2021 Country Reports on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, April 12, 2022, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2022/02/313615_CONGO-DEM-REP-2021-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf, σελ. 24-25 [ημερ. πρόσβασης 18/05/2026]

[3] Reporters without Borders (RSF), DRC: Congolese court asked to jail reporter for three years, 29.06.2022, https://rsf.org/en/drc-congolese-court-asked-jail-reporter-three-years [ημερ. πρόσβασης 18/05/2026]

[4] Reporters without Borders (RSF), DRC: Congolese court asked to jail reporter for three years, 29.06.2022, https://rsf.org/en/drc-congolese-court-asked-jail-reporter-three-years [ημερ. πρόσβασης 18/05/2026]

[5] Reporters without Borders (RSF), In DRC, provincial governor blocks radio station’s bid to resume broadcasting, 20.06.2023, https://rsf.org/en/drc-provincial-governor-blocks-radio-station-s-bid-resume-broadcasting [ημερ. πρόσβασης 18/05/2026]

[6] Committee to Protect Journalists (CPJ), DRC journalist Chilassy Bofumbo acquitted; two other reporters remain behind bars, July 5, 2022, https://cpj.org/2022/07/drc-journalist-chilassy-bofumbo-acquitted-two-other-reporters-remain-behind-bars/ [ημερ. πρόσβασης 18/05/2026]

[7] Reporters without Borders (RSF), In DRC, provincial governor blocks radio station’s bid to resume broadcasting, 20.06.2023, https://rsf.org/en/drc-provincial-governor-blocks-radio-station-s-bid-resume-broadcasting [ημερ. πρόσβασης 18/05/2026]

[8] Committee to Protect Journalists (CPJ), Governor of DRC’s Equateur province defies court order allowing Radio Télévision Sarah to reopen, June 13, 2023, https://cpj.org/2023/06/governor-of-drcs-equateur-province-defies-court-order-allowing-radio-television-sarah-to-reopen/ [ημερ. πρόσβασης 18/05/2026]

[9] Committee to Protect Journalists (CPJ), Two Congolese journalists detained for 5 months after covering a protest, May 17, 2022, https://cpj.org/2022/05/two-congolese-journalists-detained-for-5-months-after-covering-a-protest/ [ημερ. πρόσβασης 18/05/2026]

[10] Reporters without Borders (RSF), Authorities in northwest DRC urged to safeguard press freedom after attacks on journalists, 23.02.2024, https://rsf.org/en/authorities-northwest-drc-urged-safeguard-press-freedom-after-attacks-journalists [ημερ. πρόσβασης 18/05/2026]

[11] Reporters without Borders (RSF), Authorities in northwest DRC urged to safeguard press freedom after attacks on journalists, 23.02.2024, https://rsf.org/en/authorities-northwest-drc-urged-safeguard-press-freedom-after-attacks-journalists [ημερ. πρόσβασης 18/05/2026]

[12] Danish Immigration Service, COUNTRY OF ORIGIN INFORMATION (COI) - BRIEF REPORT: Democratic Republic of the Congo - Socioeconomic conditions in Kinshasa, October 2022, https://us.dk/media/ofggkep0/notat-drc-kinshasa.pdf, σελ. 48 [ημερ. πρόσβασης 18/05/2026]

[13] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report, Congo, DR, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_COD.pdf, σελ. 14 [ημερ. πρόσβασης 18/05/2026]

[14] CEDOCA Belgium, COI Focus, République Démocratique du Congo : Le traitement réservé par les autorités nationales à leurs ressortissants de retour dans le pays, 27 September 2022, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._le_traitement_reserve_par_les_autorites_nationales_20220927_0.pdf, σελ. 10 [ημερ. πρόσβασης 18/05/2026]

[15] WAR WATCH (World Assessment and Tracking of Civilian Harm) - Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights, Armed conflicts in Democratic Republic of the Congo - Snapshot (Reporting period: July 2024 - June 2025), [undated], https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/ [ημερ. πρόσβασης 18/05/2026]

[16] CEDOCA Belgium, COI Focus: Republique Democratique du Congo: Situation sécuritaire, 25 February 2025, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf, σελ. 2 [ημερ. πρόσβασης 18/05/2026]

[17] ACLED, ACLED Explorer – Democratic Republic of Congo (All Events - Events), Latest update: 08/05/2026, https://apps.acleddata.com/newexplorer/standard/?time=year&type=events&disorder=all#/country/180 [ημερ. πρόσβασης 18/05/2026]

[18] ACLED, ACLED Explorer – Democratic Republic of Congo (All Events - Fatalities), Latest update: 08/05/2026, https://apps.acleddata.com/newexplorer/standard/?time=year&type=fatalities&disorder=all#/country/180 [ημερ. πρόσβασης 18/05/2026]

[19] ACLED, ACLED Explorer – Democratic Republic of Congo (Events – Political violence), Latest update: 08/05/2026, https://apps.acleddata.com/newexplorer/standard/?time=year&type=events&disorder=politicalviolence#/country/180 [ημερ. πρόσβασης 18/05/2026]

[20] ACLED, ACLED Explorer – Democratic Republic of Congo (Fatalities – Political violence), Latest update: 08/05/2026, https://apps.acleddata.com/newexplorer/standard/?time=year&type=fatalities&disorder=politicalviolence#/country/180 [ημερ. πρόσβασης 18/05/2026]

[21] ACLED, ACLED Explorer – Democratic Republic of Congo (Events – Demonstrations), Latest update: 08/05/2026, https://apps.acleddata.com/newexplorer/standard/?time=year&type=events&disorder=demonstrations#/country/180 [ημερ. πρόσβασης 18/05/2026]

[22] ACLED, ACLED Explorer – Democratic Republic of Congo (Fatalities – Demonstrations), Latest update: 08/05/2026, https://apps.acleddata.com/newexplorer/standard/?time=year&type=fatalities&disorder=demonstrations#/country/180 [ημερ. πρόσβασης 18/05/2026]

[23] World Population Review, Cities in DR Congo, Kinshasa, [2026], https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa [population estimate] [ημερ. πρόσβασης 18/05/2026]


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο