ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ. 2701/2024
15 Μαΐου 2026
[Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
C.M.M.
Αιτήτρια
και
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας ημερομηνίας 28/04/2025
Γ. Καρατσιόλη (κα) για Ελισάβετ Σ. Σωκράτους, Δικηγόροι για την Αιτήτρια
Ρ. Προδρόμου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την προσφυγή της, δια μέσω της συνηγόρου της, η Αιτήτρια αιτείται την έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση ημερομηνίας 21/02/2024, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 21/06/2024 και με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή της για παροχή διεθνούς προστασίας, είναι άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερούμενη οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
Στις 28/04/2025, η συνήγορος της Αιτήτριας καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία επιζητείται η χορήγηση άδειας από το Δικαστήριο για προσαγωγή μαρτυρίας. Ειδικότερα, η Αιτήτρια αιτείται τα ακόλουθα:
«Α. Απόφαση και/ή Διάταγμα και/ή Διαταγή του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την προσαγωγή μαρτυρίας με Ένορκο δήλωση της C.M.M. ή όπως άλλως το Δικαστήριο ήθελε ορίσει, για γεγονότα σχετικά με την υπό εξέταση προσφυγή.
Β. Περαιτέρω και/ή άλλη Διαταγή και/ή Θεραπεία.
Γ. Έξοδα.»
Η παρούσα αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 28/04/2025 της κας Γεωργίας Καρατσιόλη, ασκούμενης δικηγόρου του γραφείου επίδοσης του δικηγορικού γραφείου που χειρίζεται την υπό τον άνω αριθμό και τίτλο υπόθεση (στο εξής: «ενόρκως δηλούσα»). Ως ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα, η επίδικη αίτηση δεν καταχωρήθηκε νωρίτερα καθότι η Αιτήτρια δεν είχε τη δυνατότητα να εξασφαλίσει από φιλικό της πρόσωπο το οποίο διαμένει στη χώρα καταγωγής της το συγκεκριμένο έγγραφο καθώς η διαδικασία αποστολής του στην Κυπριακή Δημοκρατία ήτο χρονοβόρα. Ως ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα, με την προτεινόμενη μαρτυρία – προτεινόμενη ένορκη δήλωση, η οποία προέρχεται από την ίδια την Αιτήτρια (στο εξής ‘προτεινόμενη ένορκη δήλωση’) επιχειρείται όπως η αιτήτρια προσκομίσει έγγραφο το οποίο υποστηρίζει, αποδεικνύει και επιβεβαιώνει όσα ισχυρίστηκε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της, ωστόσο δεν εξετάστηκαν επαρκώς από τους Καθ’ ων η αίτηση (παρ. 4 και 5 της Ένορκης Δήλωσης της κας Γεωργίας Καρατσιόλη).
Περαιτέρω, με την προτεινόμενη ένορκη δήλωσή της αιτήτριας, η Αιτήτρια σκοπό έχει την υποστήριξη της προσφυγής της. Ισχυρίζεται συγκεκριμένα ότι εισήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία και υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας στις 26/07/2022, επικαλούμενη σοβαρό κίνδυνο για τη ζωή και την ασφάλειά της λόγω θρησκευτικής δίωξης από την οικογένειά της, καθώς είναι Χριστιανή. Προέβη σε καταχώριση της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο προσφυγής υποστηρίζοντας ότι η απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση ήταν εσφαλμένη και ότι δεν έγινε επαρκής διερεύνηση των ισχυρισμών της. Ως αναφέρει, έχει στην κατοχή της ιατρική έκθεση σε σχέση με την ιατρική εξέταση στην οποία υπεβλήθη στις 21/06/2022, στο νοσοκομείο που μεταφέρθηκε μετά από το βιασμό και τα βασανιστήρια που υπέστη, όπου ο επι καθήκοντι ιατρός στην έκθεση του αναφέρει τους τραυματισμούς της. Επιπλέον αναφέρει ότι η έκθεση αυτή δεν είχε παρουσιαστεί νωρίτερα, καθώς δεν βρισκόταν στην κατοχή της κατά το χρόνο της συνέντευξης μιας και της είχε αποσταλεί από αδελφική φίλη μετά την συνέντευξη αφού αυτό ζητήθηκε πρόσφατα και συγκεκριμένα ετοιμάστηκε στις 28/02/2025, μετά από πίεση που δέχθηκε το νοσοκομείο, για το λόγο ότι κατά την φυγάδευση της δεν ήταν δυνατό να παραλάβει την εν λόγω έκθεση. Πρόσθεσε ότι επιθυμεί την προσκόμιση της εν λόγω ιατρικής έκθεσης, ως Τεκμήριο 1, όπου αποδεικνύει την επικίνδυνη συμπεριφορά που εισέπραξε λόγω του ότι είναι Χριστιανή. Είναι θέση της Αιτήτριας ότι η προσκόμιση της εν λόγω μαρτυρίας είναι αναγκαία για την πλήρη και δίκαιη εξέταση της υπόθεσης, δεν μεταβάλλει τους ισχυρισμούς της και δεν προκαλεί αδικία στους Καθ’ ων η Αίτηση. Αντίθετα, τυχόν απόρριψη του αιτήματος θα παραβίαζε το δικαίωμά της να ακουστεί και θα της προκαλούσε ανεπανόρθωτη ζημία. Ως εκ τούτου, αιτείται την έκδοση των σχετικών διαταγμάτων για προσαγωγή της μαρτυρίας.
Επί της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης της αιτήτριας, επισυνάπτεται ένα έγγραφο ως ακολούθως:
Ιατρική έκθεση αναφορικά με γυναίκα ονόματι C.M.M. (η Αιτήτρια) ηλικίας 37+ ετών, ημερ. 28/02/2025, εκδιδόμενη από νοσοκομείο στο Lagos.
Στο περιεχόμενό του αναφέρεται πως η Αιτήτρια διαγνώστηκε στις 21/06/2022 με μώλωπες/τραυματισμούς στα πόδια, τον καρπό και τον λαιμό της που προκλήθηκαν με ξυράφι, στιλέτο και αλυσίδες μετά από καταγγελία της πως υπέστη βιασμό και βασανιστήρια. Περαιτέρω, στην έκθεση αναφέρεται πως το περιστατικό συνέβη στην περιοχή Maiduguri από όπου δραπέτευσε και μεταφέρθηκε για ιατρική εξέταση δίχως αστυνομική αναφορά καθώς φοβόταν και δεν εμπιστευόταν κάποιον. Επίσης, στο εν λόγω αναφέρεται πως ήταν 35 ετών και πως έλαβε εξιτήριο μία εβδομάδα αργότερα.
Οι Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα αίτηση, στις 30/06/2025 προχώρησαν στην καταχώριση της ένστασής τους ως προς την προσαγωγή της προτεινόμενης μαρτυρίας, συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση της κας Λ. Βελίκοβα, δικηγόρου για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ιδίας ημερομηνίας. Οι Καθ' ων η Αίτηση προέβαλαν αρκετούς λόγους απόρριψης της αίτησης, όπου μεταξύ άλλων αντιτάσσουν ότι αυτή είναι παράτυπη, αντικανονική και νομικά αβάσιμη, αφού πάσχει δικονομικά και ουσιαστικά δεν πληρούνται οι νομοθετικές και νομολογιακές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων προσαγωγής μαρτυρίας, έχει ελλιπή νομική βάση, ενώ αποσκοπεί στην καθυστέρηση και/ή στην κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Περαιτέρω, αναφέρουν ότι η προτεινόμενη μαρτυρία δεν είναι εύλογα σχετική προς οποιοδήποτε επίδικο θέμα, δεν συγκεκριμενοποιείται και ούτε επιτελεί κάποιο σκοπό, ενώ το έγγραφο που επιδιώκεται να προσαχθεί δεν μπορεί να αποτελέσει επίσημο έγγραφο ή αποδεκτή μαρτυρία. Ειδικότερα δε, προβάλλουν πως τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας που επιδιώκεται να προσαχθεί, είναι γενικά και αόριστα, χωρίς να αποκαλύπτεται οποιοδήποτε γεγονός ή/και να αποδεικνύεται κάποιος καλός λόγος που να δικαιολογεί την έγκριση της παρούσας αίτησης προσαγωγής μαρτυρίας. Ισχυρίζονται δε πως με την προτεινόμενη μαρτυρία τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου τείνουν να αλλοιωθούν, ενώ επιχειρεί να θέσει ζητήματα προς εξέταση που δεν αποτελούν μέρος του διοικητικού φακέλου.
Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών, καταχώρισαν Γραπτές Αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους.
Με τη Γραπτή της Αγόρευση, η Αιτήτρια, δια της συνηγόρου της, προωθεί τη θέση ότι πέραν της αρχής ότι η διοικητική δίκη έχει εξεταστικό/ανακριτικό χαρακτήρα, ότι το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία εξουσία αυτεπάγγελτης διερεύνησης των πραγματικών και νομικών ζητημάτων και δύναται να ζητεί ή να δέχεται νέα αποδεικτικά στοιχεία σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Υπό το πρίσμα της σχετικής νομολογίας και θεωρίας, τονίζεται ότι η προσαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας επιτρέπεται όταν είναι σχετική και μπορεί να βοηθήσει στην επίλυση των επίδικων θεμάτων. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η ευθύνη συλλογής του αποδεικτικού υλικού δεν βαρύνει αποκλειστικά τους διαδίκους, αλλά και το ίδιο το Δικαστήριο. Στην παρούσα περίπτωση, σύμφωνα με τη θέση της συνηγόρου της, η Αιτήτρια ζητεί την προσκόμιση κρίσιμων αποδεικτικών εγγράφων, κυρίως ιατρικής έκθεσης που τεκμηριώνει τραυματισμούς από βασανιστήρια και βιασμό που υπέστη στη χώρα καταγωγής της. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι το έγγραφο αυτό ενισχύει ουσιωδώς την αξιοπιστία των ισχυρισμών της περί δίωξης και αποδεικνύει τον άμεσο κίνδυνο για τη ζωή και την ασφάλειά της σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Καταληκτικά, ζητείται όπως το Δικαστήριο εγκρίνει την αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας, ώστε να έχει ενώπιον του την πλήρη εικόνα των πραγματικών περιστατικών και να διασφαλιστεί έτσι η ορθή απονομή της δικαιοσύνης.
Με την γραπτή της αγόρευση, η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση, προβάλλει (καταρχάς) ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, παραθέτει δε, το σχετικό νομικό πλαίσιο που διέπει την προσκόμιση μαρτυρίας στο Δικαστήριο, καθώς και το δικονομικό πλαίσιο μέσα από το οποίο το Δικαστήριο εξετάζει ενδιάμεσες αιτήσεις για προσαγωγή μαρτυρίας. Συνάμα, σημειώνει ότι η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσαχθεί πρέπει να είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και η προσαγωγή μαρτυρίας επιτρέπεται μόνο όταν η απόδειξη των συγκεκριμένων γεγονότων τεκμηριώνει οποιονδήποτε από τους λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ για να εξεταστεί και να κριθεί από το Δικαστήριο η σχετικότητα της μαρτυρίας με τα επίδικα ζητήματα, η προτεινόμενη μαρτυρία πρέπει να συγκεκριμενοποιείται τόσο στην αίτηση όσο και στην ένορκη δήλωση, σε αντίθετη δε, περίπτωση, ήτοι όταν δεν συγκεκριμενοποιείται η μαρτυρία που ζητείται να προσαχθεί, τότε δεν υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο (παραπέμποντας σε σχετική με όλα τούτα νομολογία). Περαιτέρω, αναφέρει ότι επιτρέπεται η προσκόμιση γεγονότων με μαρτυρία κατ’ εξαίρεση και δύναται να γίνει αποδεκτή μόνο εάν ο αιτητής μπορέσει να καταδείξει ότι τα εν λόγω στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας (παραπέμποντας σε σχετική με τούτα νομολογία). Οι Καθ’ ων η Αίτηση υποστηρίζουν ότι η αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας πρέπει να απορριφθεί για τους εξής κύριους λόγους: (α) Το προτεινόμενο Τεκμήριο 1 (ιατρική έκθεση) δεν εξειδικεύεται επαρκώς ως προς το ποια σημεία των ισχυρισμών ενισχύει και δεν συνδέεται με συγκεκριμένο λόγο ακύρωσης, (β) δεν αιτιολογείται επαρκώς γιατί το εν λόγω τεκμήριο δεν προσκομίστηκε σε προγενέστερο στάδιο, παρόλο που η Αιτήτρια είχε τη δυνατότητα να το πράξει, (γ) υπάρχει σημαντική καθυστέρηση στην προσκόμιση του εγγράφου, χωρίς επαρκή εξήγηση της καθυστέρησης, (δ) το έγγραφο δεν συνοδεύεται από επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, γεγονός που το καθιστά δικονομικά απαράδεκτο, (ε) αμφισβητείται η αυθεντικότητα και η αποδεικτική του αξία, καθώς δεν τεκμηριώνεται η προέλευση του, δεν προσκομίζεται πρωτότυπο και παρουσιάζει ελλείψεις, (στ) υπάρχουν αντιφάσεις μεταξύ του περιεχομένου του εγγράφου και των δηλώσεων της Αιτήτριας κατά τη συνέντευξη καθότι η Αιτήτρια δεν έκανε αναφορά για νοσηλεία της λόγω βασανιστηρίων, (ζ) η προτεινόμενη μαρτυρία δεν θεωρείται ικανή να ενισχύσει ουσιωδώς την αίτηση διεθνούς προστασίας, (η) το βάρος απόδειξης το φέρει η ίδια η Αιτήτρια, η οποία όφειλε να προσκομίσει εγκαίρως όλα τα σχετικά στοιχεία και να τεκμηριώσει επαρκώς τους ισχυρισμούς της, κάτι που δεν έπραξε. Καταληκτικά, υποστηρίζεται ότι η προτεινόμενη μαρτυρία δεν είναι εύλογα σχετική ούτε αποδεικτική των επίδικων ζητημάτων και δεν πληροί τις προϋποθέσεις της νομολογίας για αποδοχή της.
Στα πλαίσια της ακρόασης της παρούσας αίτησης για προσαγωγή μαρτυρίας, η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας, όπως και η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση, υιοθέτησαν τις θέσεις που προώθησαν με τις (ως άνω) γραπτές τους αγορεύσεις.
Ενόψει των ως έχουν αναφερθεί, προχωρώ να εξετάσω την παρούσα αίτηση.
Στον Κανονισμό 10 των περί Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών, λέγεται (η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
« 10. (α) Μετά την καταχώρηση της προσφυγής, νέα έγγραφα και/ή στοιχεία και/ή οποιαδήποτε πρόσθετη μαρτυρία προσκομίζεται μόνον κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, μετά από προφορικό αίτημα του αιτητή, νοουμένου ότι το Δικαστήριο ικανοποιείται-
(i) ότι πρόκειται για έγγραφα ή στοιχεία ή μαρτυρία, τα οποία άνευ δικής του υπαιτιότητας, ο αιτητής αδυνατούσε να υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο εξέτασης της αιτήσεως διεθνούς προστασίας ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής του σύμφωνα με τον κανονισμό 3(β), και
(ii) είναι συναφή με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης.
[…….] ».
Είναι πάγια και διαχρονική η θέση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε σχέση με τις κατευθυντήριες γραμμές που πρέπει να λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της ακυρωτικής του αρμοδιότητας, στα πλαίσια της διοικητικής δίκης, όσον αφορά την προσαχθείσα μαρτυρία. Οι εν λόγω αρχές έχουν συνοψιστεί στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Γρηγόριος Θαλασσινός ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αν. Έφεση αρ. 3420, (2003) 3 ΑΑΔ 507, όπου αναφέρεται (παραθέτω κατωτέρω σχετικό απόσπασμα):
«...Στην αναθεωρητική του δικαιοδοσία το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να ελέγχει το δικαίωμα των διαδίκων να προσαγάγουν μαρτυρία σχετική με τα γεγονότα που θέλουν να αποδείξουν, με γνώμονα πάντοτε τη σχετικότητα της μαρτυρίας με τα επίδικα θέματα. (Βλ. Phedias Kyriakides v. The Republic (1961) 1 R.S.C.C. 66, Skourides v. Attorney General (1967) 3 C.L.R. 518, Lambrakis v. Republic (1970) 3 C.L.R. 72 και Αntoniou ν. Republic (1971) 3 C.L.R. 417). Το θέμα εξετάστηκε λίγο αργότερα στην υπόθεση Ζαβρός ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ. 106, όπου το Δικαστήριο υιοθετώντας την απόφαση Phedias Kyriakides παρατήρησε ότι,
"... ένας από τους καθοδηγητικούς παράγοντες που θα ακολουθούνται στην εξέταση της αποδοχής οποιασδήποτε μαρτυρίας είναι κατά πόσο τέτοια μαρτυρία είναι εύλογα σχετική προς οιονδήποτε επίδικο θέμα και αποδειχτική οιουδήποτε επίδικου θέματος ενώπιον του Δικαστηρίου και μπορεί ή όχι να βοηθήσει το Δικαστήριο στην απονομή δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη περίπτωση σύμφωνα με τη δικαιοδοσία του."
(Βλ. επίσης Constantinides v. The Electricity Authority of Cyprus (1982) 3 C.L.R. 387, Λέλλα Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας, 668/90 της 30/9/93, Πανεπιστήμιο Κύπρου ν. Κωνσταντίνου κ.ά. (1994) 3 Α.Α.Δ. 145, 162 και Μάρω Ράφτη και Άλλη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 335). Επιπρόσθετα πρέπει να σημειωθεί ότι "δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή μαρτυρία η οποία να διαφοροποιεί, να αλλοιώνει ή να μεταβάλλει το περιεχόμενο των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη προς ενίσχυση του κύρους της απόφασης", αφού "το κύρος της απόφασης συναρτάται με το καθεστώς των πραγμάτων που λήφθηκε υπόψη". (Βλ. Ρούσος ν. Ιωαννίδης και Άλλων (1999) 3 Α.Α.Δ. 549).
Πρέπει να τονιστεί ότι οι διάδικοι δεν μπορούν να προσαγάγουν μαρτυρία χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Η παροχή της άδειας του Δικαστηρίου αποτελεί βασική προϋπόθεση για την παρουσίαση μαρτυρίας. Η σχετική άδεια μπορεί να δοθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 19 των Κανονισμών του 1962 κατόπιν αίτησης που υποβάλλεται, είτε προφορικά είτε εγγράφως. (Βλ. Σταύρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ. 1023 και Ευθυμίου ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 281)...»
Πρόσθετα στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υπόθεση Ιωσηφίδης v. Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, (2006) 3 ΑΑΔ 677 κρίθηκε ότι για να μπορέσει το Δικαστήριο να κρίνει την σχετικότητα της μαρτυρίας, πρέπει η προτεινόμενη μαρτυρία να συγκεκριμενοποιείται τόσο στην αίτηση όσο και στην ένορκη δήλωση. Παραθέτω κατωτέρω σχετικό απόσπασμα (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«…Προβάλλεται ως λόγος έφεσης ότι η ενδιάμεση απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του εφεσείοντος για προσαγωγή μαρτυρίας, είναι εσφαλμένη. Ο λόγος αυτός δεν ευσταθεί. Ορθά ο συνάδελφος απέρριψε το αίτημα πάνω στη βάση ότι ο εφεσείων δεν είχε, με την αίτηση και την ένορκο δήλωση, συγκεκριμενοποιήσει την προτεινόμενη μαρτυρία, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κριθεί η σχετικότητα της με οποιαδήποτε από τα επίδικα θέματα. Πρόσθετα, και πάλιν ορθά, ο συνάδελφος, δοθέντος ότι ο εφεσείων είχε συγκεκριμενοποιήσει την προτεινόμενη μαρτυρία στην αγόρευσή του, αφού τόνισε ότι κάτι τέτοιο δεν ικανοποιούσε τις απαιτήσεις της νομολογίας, διαπίστωσε ότι, εν πάση περιπτώσει, η αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας δε θα μπορούσε να επιτύχει για το λόγο ότι η αποδοχή της θα ισοδυναμούσε με διαφοροποίηση, αλλοίωση ή μεταβολή του περιεχομένου των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη από τους εφεσίβλητους, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να καλείται να προβεί σε πρωτογενή κρίση στη βάση στοιχείων που δεν είχαν τεθεί ούτε βρίσκονταν ενώπιον των εφεσιβλήτων..»
Στην απόφαση Κωνσταντίνου ν. Συμβ. Υδατ. Λ/σού (Αρ.1) (1992) 4 ΑΑΔ 3330, λέχθηκε:
«…Στη Σταύρου κ.α. ν. Δημοκρατίας- (1989) 3(B) Α.Α.Δ. 1023, επισημάναμε ότι το κριτήριο για την προσαγωγή μαρτυρίας στο πλαίσιο της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας, όπως και στον τομέα της πολιτικής δικαιοδοσίας, είναι εκείνο της σχετικότητας προς τα επίδικα θέματα. Η σχετικότητα είναι θέμα λογικής και πρέπει να καταδεικνύεται από τη συνάφεια της μαρτυρίας προς τα επίδικα θέματα. Το πρωταρχικό θέμα κάθε προσφυγής είναι η νομιμότητα της διοικητικής απόφασης ή πράξης που προσβάλλεται. Κάθε θέμα που άπτεται της νομιμότητας της κρινόμενης απόφασης, είναι σχετικό προς τα επίδικα θέματα. Αυτά είναι η πράξη ή απόφαση που αποτελεί το αντικείμενο της διαδικασίας, και τα γεγονότα που τη στοιχειοθετούν, σε συνδυασμό με το νομικό πλαίσιο λειτουργίας του οργάνου που εκδίδει την απόφαση ή προβαίνει στην πράξη και τους κανόνες της χρηστής διοίκησης.
Εφόσον η μαρτυρία η οποία επιδιώκεται να προσαχθεί τείνει να διαφωτίσει, ως προς τα επίδικα θέματα, είναι παραδεκτή. Για το λόγο αυτό, ο διοικητικός φάκελος ή φάκελοι που αποκαλύπτουν και στοιχειοθετούν την απόφαση, γίνονται απαρέγκλητα δεκτοί ως μαρτυρία. Είναι επίσης αποδεκτή μαρτυρία η οποία άπτεται της εγκυρότητας γεγονότων και εγγράφων τα οποία θεμελιώνουν την απόφαση για τη διερεύνηση ισχυρισμού για ουσιώδη πλάνη περί τα πράγματα, η ορθή καθοδήγηση ως προς τα οποία αποτελεί συστατικό στοιχείο της εγκυρότητας της απόφασης. Με το ίδιο πνεύμα και για ανάλογους λόγους, μπορεί να προσαχθεί μαρτυρία η οποία τείνει να αποκαλύψει ουσιώδη γεγονότα τα οποία δεν ήλθαν σε φως ή αγνοήθηκαν για να διερευνηθεί ισχυρισμός για την ανεπάρκεια της διεξαχθείσας έρευνας..»
Επομένως, ως διαπιστώνεται ανωτέρω, παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να δεχτεί μαρτυρία, εφόσον βέβαια τηρηθούν οι δικονομικοί κανόνες που καθορίζονται από τους διαδικαστικούς κανονισμούς, ως έχουν αναφερθεί ανωτέρω, όπως και οι κατευθυντήριες γραμμές που έχουν καθοριστεί από τη νομολογία.
Επισημαίνεται σε αυτό το σημείο, ότι το παρόν Δικαστήριο, παρά την εφαρμογή των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, έχει μια πιο διευρυμένη εξουσία εξέτασης και αποδοχής αιτήσεων προσαγωγής μαρτυρίας, ενόψει της δικαιοδοσίας του καθότι σύμφωνα με το άρθρο 11 του Περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, το παρόν Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει τη νομιμότητα και ορθότητα της απόφασης, προβαίνοντας σε έλεγχο επί της ουσίας και εξέτασης ex nunc των νομικών και πραγματικών ζητημάτων που άπτονται της αιτήσεως ασύλου του εκάστοτε αιτητή. Παρόμοια προσέγγιση ακολούθησε και η αδελφή μου Δικαστής Κ. Κλεάνθους, στην υπόθεση SD ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: ΔΔΠ 273/19, 16/4/2021, το σκεπτικό της οποίας υιοθετώ, παραθέτοντας το σχετικό απόσπασμα (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «..22. Όπως προκύπτει τόσο από το άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, ερμηνευόμενο υπό το φως του άρθρου 46 της Οδηγίας 2013/32, το παρόν δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εξετάζει ex nunc τα νομικά και πραγματικά ζητήματα που άπτονται της αιτήσεως ασύλου του εκάστοτε αιτούντος άσυλο. Λαμβάνοντας υπόψη αυτή τη χρονική επέκταση, το Δικαστήριο μπορεί να κάνει αποδεκτή την προσαγωγή μαρτυρίας η οποία δεν είχε τεθεί ενώπιον του διοικητικού οργάνου (παρακάμπτοντας την αρχή που ισχύει στο πλαίσιο της ακυρωτικής φύσεως διαδικασίας ότι δεν επιτρέπεται αλλοίωση και διαφοροποίηση των δεδομένων που ήταν ενώπιον του διοικητικού οργάνου κατά τη λήψη της απόφασής του) όταν καταδειχθεί ότι η παράλειψη αυτή δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα του αιτούντος άσυλο και αδυνατούσε να τα προσκομίσει. Περαιτέρω, όταν τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας.»
Σε αυτό το σημείο κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι δεν θα επεκταθώ στο να αναλύσω το σκεπτικό της απόφασης του ΔΕΕ C - 652/16[1], καθότι η μαρτυρία που επιθυμεί να προσάγει η Αιτήτρια στην παρούσα υπόθεση, δεν έχει σκοπό να στηρίξει καινοφανή λόγο παροχής διεθνούς προστασίας, ο οποίος να προϋπήρχε και να μην εγέρθηκε ενώπιον της αρμόδιας αρχής και να έχει εγερθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου, μιας και ως εντοπίζω και θα αναλύσω και κατωτέρω από τα γεγονότα που θα παρατεθούν, η μαρτυρία που επιθυμεί η Αιτήτρια να παρουσιάσει σχετίζεται με λόγους που είχε προβάλει στην συνέντευξη της.
Υπό το φως λοιπόν των πιο πάνω, προχωρώ να εξετάσω την παρούσα αίτηση.
Επαναλαμβάνω ότι η Αιτήτρια αιτείται την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να δίδεται άδεια για προσαγωγή μαρτυρίας υπό μορφή ένορκης δήλωσης της ιδίας.
Κατά την υποβολή της αίτησής της προς παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της αναφερόμενη στη διαφωνία με τον πατέρα της (Μουσουλμάνος) ο οποίος ήθελε η ίδια να συνάψει γάμο ως τρίτη σύζυγος ενός μουσουλμάνου άνδρα, κάτι που η ίδια δεν επιθυμούσε και ήταν ενάντια στην θρησκεία της (Χριστιανή). Ο πατέρας της δεν δέχθηκε τον σύζυγο που η ίδια επέλεξε, τον οποίο παντρεύτηκε με τη βοήθεια του θείου και της μητέρας της. Περαιτέρω, κατέγραψε ότι στις 21/02 δέχθηκε επίθεση στην εργασία της και στις 13/04 στην οικία της με την κατηγορία της βλασφημίας και έτσι διέφυγε στο Lagos για ασφάλεια και έπειτα μετέβη στην Κυπριακή Δημοκρατία για προστασία αλλά κυρίως για να επανενωθεί με τον σύζυγό της (βλ. ερ. 1 του Δ.Φ.).
Κατά το στάδιο της συνέντευξής της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, η Αιτήτρια ανέφερε ότι τα προβλήματά της ξεκίνησαν λόγω του πατέρα της, ο οποίος, ως Μουσουλμάνος, αρνήθηκε να εγκρίνει τον γάμο της με τον σύζυγό της και προσπάθησε να την εξαναγκάσει να παντρευτεί φίλο του και να ασπαστεί το Ισλάμ. Παρά την αντίθεσή του, η Αιτήτρια τέλεσε παραδοσιακό γάμο τον Φεβρουάριο του 2022. Μετά τον γάμο, οι πιέσεις συνεχίστηκαν και, όταν η Αιτήτρια δήλωσε ότι θα παραμείνει Χριστιανή, κατηγορήθηκε για βλασφημία από την κοινότητά της. Λίγο αργότερα, απήχθη από αγνώστους και μεταφέρθηκε σε ένα χώρο που σχετιζόταν με Ιμάμη, όπου κρατήθηκε για πάνω από τρεις εβδομάδες. Κατά τη διάρκεια της κράτησής της υπέστη σοβαρή κακοποίηση, βασανιστήρια και επανειλημμένους βιασμούς, ενώ απειλήθηκε με θάνατο. Η ίδια υποστηρίζει ότι ο πατέρας της ήταν πίσω από την απαγωγή. Με τη βοήθεια του εργοδότη της, κατάφερε να λάβει ιατρική φροντίδα σε νοσοκομείο. Κατά την απουσία της, η οικία της λεηλατήθηκε και στη συνέχεια κάηκε από άτομα της κοινότητας, με πρόσχημα τη βλασφημία. Πρόσθεσε ότι όταν πήγε στην αδελφή της στο Lagos, συνειδητοποίησε ότι ήταν έγκυος, προχώρησε με έκτρωση και υποβλήθηκε σε σειρά θεραπειών. Με τη βοήθεια του εργοδότη της, εξασφάλισε ταξιδιωτικά έγγραφα και εγκατέλειψε τη Νιγηρία τον Ιούλιο του 2022. Τέλος, ανέφερε πως εξακολουθεί να αναζητείται από τον πατέρα της και ότι φοβάται για τη ζωή της, γεγονός που περιορίζει και την επικοινωνία της με τα παιδιά της (βλ. ερ. 53 και 52 του Δ.Φ.).
Εν συνεχεία, κατά την Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, σχηματίσθηκαν τρεις ουσιώδεις ισχυρισμοί (βλ. ερυθρό 150 του Δ.Φ.), εκ των οποίων, ο πρώτος που αφορά την ιθαγένεια, το προσωπικό προφίλ και τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της Αιτήτριας έγινε αποδεκτός, καθότι στοιχειοθετήθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική της αξιοπιστία (βλ. ερ. 149 – 150 του Δ.Φ.). Όσον αφορά το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, περί ότι ο πατέρας της Αιτήτριας την πίεζε να ασπαστεί το Ισλάμ και να συνάψει γάμο με έναν Μουσουλμάνο άνδρα καθώς δεν ενέκρινε το γάμο της με τον σύζυγό της, αυτός δεν έγινε αποδεκτός λόγω μη στοιχειοθέτησης της εσωτερικής του αξιοπιστίας (βλ. ερ. 146 – 149 του Δ.Φ.). Τέλος, αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό περί του ότι τον Μάιο του 2022 ο πατέρας της οργάνωσε την απαγωγή της, που κρατήθηκε για περισσότερο από τρεις εβδομάδες στο χώρο ενός Ιμάμη και κατόρθωσε να διαφύγει με τη βοήθεια του εργοδότη της και να εγκαταλείψει τη Νιγηρία, αυτός απορρίφθηκε ένεκα της μη στοιχειοθέτησης της εσωτερικής αξιοπιστίας (βλ. ερ. 145 – 146 του Δ.Φ.).
Προχωρώ επομένως στην εξέταση των προϋποθέσεων του Κανονισμού 10 του παρόντος Δικαστηρίου, ως έχει παρατεθεί ανωτέρω, στο κατά πόσον θα γίνει αποδεκτή η μαρτυρία από το παρόν Δικαστήριο προς εξέταση.
Όσον αφορά τη μαρτυρία η οποία επιχειρείται να προσαχθεί, καταρχάς παρατηρείται ότι στην προτεινόμενη ένορκη δήλωσή της, η Αιτήτρια αναφέρεται (γενικώς) στο κίνδυνο που διατρέχει από άτομα της οικογένειας της (πατέρα της), για θρησκευτικούς κυρίως λόγους και τον κίνδυνο που διέτρεξε η ζωή της ως απόρροια αυτού του γεγονός, υποβάλλοντας προς υποστήριξη τούτου, ένα έγγραφο ως τεκμήριο ήτοι ιατρική έκθεση σε σχέση με την ιατρική εξέταση στην οποία υπεβλήθη στις 21/06/2022, στο νοσοκομείο που μεταφέρθηκε μετά από το βιασμό και τα βασανιστήρια που υπέστη, το οποίο, εκ πρώτης όψεως, κρίνεται ως σχετικό με τα επίδικα θέματα σύμφωνα με τον Καν. 10 (α) (ii) των περί Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών.
Προχωρώντας όμως στην εξέταση της προϋπόθεσης που θέτει ο Κανονισμός 10 (α) (i), η οποία θα πρέπει να πληρείται σωρευτικώς με την προϋπόθεση που τάσσει ο Καν. 10 (α) στην παράγραφο (ii), ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω τα ακόλουθα:
Ως προβλέπεται στον Κανονισμό 10 (α) (i), το παρόν Δικαστήριο δύναται να κάνει αποδεκτή μαρτυρία μετά την καταχώρηση της προσφυγής μόνο σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ικανοποιείται «ότι πρόκειται για έγγραφα ή στοιχεία ή μαρτυρία, τα οποία άνευ δικής του υπαιτιότητας, ο αιτητής αδυνατούσε να υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο εξέτασης της αιτήσεως διεθνούς προστασίας ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής του σύμφωνα με τον κανονισμό 3(β)».
Ειδικότερα, αναφορικά με το τεκμήριο 1 που συνοδεύει την προτεινόμενη Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας, επισημαίνω καταρχάς ότι αυτό αφορά ιατρική έκθεση από νοσοκομείο στην χώρα καταγωγής της αιτήτριας, ημερ. 28/02/2025 όπου περιγράφεται η κατάσταση της Αιτήτριας, τα τραύματα που έφερε και κάποιες πληροφορίες/αναφορές για το συμβάν και το οποίο (ως ισχυρίζεται η ίδια) της το απέστειλε αδελφική της φίλη από τη χώρα καταγωγής της μετά το πέρας της συνέντευξης της, ενώ αναφέρει πως αυτό ζητήθηκε από την εν λόγω ιατρό και εν τέλει συντάχθηκε στις 28/02/2025 μέσω του οποίου αποδεικνύεται η επιθετική, βασανιστική και επικίνδυνη για τη ζωή της συμπεριφορά λόγω του ότι ήταν Χριστιανή (παρ. 9, 10 και 11 της προτεινόμενης Ένορκης Δήλωσης της Αιτήτριας).
Εν ολίγοις, η μαρτυρία περιλαμβάνει ισχυρισμούς για γεγονότα που μεσολάβησαν το 2022, ως έχουν αναφερθεί στην συνέντευξη της αιτήτριας ενώ όσον αφορά το τεκμήριο 1, αφορά ουσιαστικά το χρονικό της εισαγωγής της αιτήτριας στο νοσοκομείο στις 21/06/2022. Επομένως, η προτεινόμενη - μαρτυρία σκοπό έχει την απόδειξη γεγονότων που μεσολάβησαν πριν την καταχώρηση της αίτησης διεθνούς προστασίας της αιτήτριας, της συνέντευξης της και την καταχώρηση της προσφυγής της.
Παρότι, το ιατρικό πιστοποιητικό που επιθυμεί να προσάγει η αιτήτρια φέρει ημερομηνίας 28/02/2025, εντούτοις μέσω του εν λόγω πιστοποιητικού γίνεται προσπάθεια απόδειξης γεγονότων που μεσολάβησαν το 2022 και ειδικότερα την εισαγωγή της αιτήτριας στο νοσοκομείο που μεσολάβησε, ως ισχυρίζεται, στις 21/06/2022.
Στην παρούσα περίπτωση κρίνεται ότι η Αιτήτρια δεν τεκμηρίωσε επαρκώς κάποιο συγκεκριμένο λόγο για τον οποίο η ίδια δεν προσπάθησε να εξασφαλίσει σε προγενέστερο χρόνο το εν λόγω ιατρικό πιστοποιητικό, και ανέμενε μέχρι το 2025 να προβεί στην εν λόγω ενέργεια (μιας και το ιατρικό πιστοποιητικό φέρει ημερομηνίας 28/02/2025), πόσο μάλλον όταν τα γεγονότα που επιθυμεί η αιτήτρια να στηρίξει μεσολάβησαν το 2022, ως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω και η ίδια θα μπορούσε ακόμη κατά την υποβολή της αίτησης της (ημερ. υποβολής 26/07/2022) όπως και κατά το στάδιο των συνεντεύξεων της ( ημερ. διεξαγωγής συνεντεύξεων 02/11/2023 και 14/11/2023 αντίστοιχα) να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για να εξασφαλίσει νωρίτερα το εν λόγω πιστοποιητικό από το νοσοκομείο που ως ισχυρίστηκε είχε νοσηλευτεί. Πρόσθετα, η καθυστέρηση να ζητήσει και/ή να λάβει το εν λόγω ιατρικό πιστοποιητικό σε προγενέστερο χρόνο, δεν εξηγείται με οποιοδήποτε τρόπο στην ένορκη δήλωση της, ενώ δεν προβάλλεται κανένας λόγος γιατί παρότι η εισαγωγή της στο νοσοκομείο μεσολάβησε το 2022, άφησε να παρέλθουν σχεδόν 3 χρόνια για να προχωρήσει να εξασφαλίσει το εν λόγω ιατρικό πιστοποιητικό.
Κρίνω σκόπιμο επίσης να αναφέρω σε αυτό το σημείο ότι παρότι και το υπογραμμίζω, το ιατρικό πιστοποιητικό φέρει ημερομηνίας 28/02/2025 και ούτως ή άλλως δεν ήταν δυνατή η καταχώριση του με την προσφυγή της Αιτήτριας, σύμφωνα με τον Κανονισμό 3 (β), ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, αντίστοιχα, σε κανένα σημείο δεν εμφαίνεται ούτε εξηγείται ότι η αιτήτρια (η οποία εκπροσωπείται από δικηγόρο), προέβη σε οποιαδήποτε προσπάθεια να εξασφαλίσει αντίστοιχο ιατρικό πιστοποιητικό σε προγενέστερο χρόνο για να το παρουσιάσει σε εύθετο χρόνο με την καταχώρηση της προσφυγής της που μεσολάβησε στις 18/07/2024.
Τονίζω ότι δεν μπορώ να αποδεχθώ ως επαρκή αιτιολόγηση την αναφορά της Αιτήτριας περί του ότι απλά το παρέλαβε από αδελφική της φίλη σε χρόνο μετά την συνέντευξη μετά από πολλές πιέσεις προς το νοσοκομείο διότι ήταν δύσκολη εξασφάλισή του λόγω της αναχώρησής της, χωρίς να αναφέρει πότε ακριβώς το παρέλαβε, γιατί δεν ενήργησε νωρίτερα ώστε να το εξασφαλίσει και για ποιο λόγο ήταν δύσκολη η εξασφάλισή του αφού είχε νοσηλευτεί και θα αναμένετο η κλινική να έχει στη διάθεσή της όλα τα στοιχεία για να δοθούν στην αιτήτρια.
Περαιτέρω, η προσπάθεια προσαγωγής του εν λόγω εγγράφου λαμβάνει χώρα περί το 1,5 έτος μετά την συνέντευξη της και περί των 9 μηνών από την καταχώριση της παρούσας προσφυγής για γεγονότα που μεσολάβησαν το 2022 ενώ η αιτήτρια είχε την δυνατότητα να παρουσιάσει και να ζητήσει το εν λόγω ιατρικό πιστοποιητικό σε προγενέστερο χρόνο, ενώ επαναλαμβάνω δεν εξηγεί στην ένορκη δήλωση της τους λόγους που αδυνατούσε να το εξασφαλίσει σε εύθετο χρόνο.
Επομένως, ενόψει των ως ανωτέρω έχουν αναφερθεί, κρίνω ότι δεν έχω ενώπιον μου κανένα στοιχείο προς εξέταση που να τεκμηριώνει ότι η καθυστέρηση υποβολής του τεκμηρίου 1 ήταν ‘άνευ δικής της υπαιτιότητας’, και καταλήγω ότι δεν πληρείται η πρόνοια του Κανονισμού 10 (α) (i) και το εν λόγω Τεκμήριο δεν γίνεται αποδεκτό για προσαγωγή.
Επομένως, η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσκομιστεί, η οποία παρατίθεται στην προτεινόμενη ένορκη δήλωση της αιτήτριας που συνοδεύει την ένορκη δήλωση που επισυνάπτεται στην αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας, κρίνω ότι για τους λόγους που έχουν αναλυθεί ανωτέρω, δεν είναι δυνατόν να τύχει εξέτασης από το παρόν Δικαστήριο.
Ως εκ τούτου, για τους λόγους που εξηγώ ανωτέρω, η ενδιάμεση αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €500 έξοδα υπερ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας.
Η υπόθεση ορίζεται για οδηγίες στις 20/05/2026, ώρα 10:30.
Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Απόφαση ΔΕΕ, Υπόθεση C‑652/16, Nigyar Rauf Kaza Ahmedbekova, Rauf Emin Ogla Ahmedbekov Κατά Zamestnik-predsedatel na Darzhavna agentsia za bezhantsite, ημερ. 28/06/2018
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο