ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 2736/23
11 Μαΐου, 2026
[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Μεταξύ:
Υ. Α.
Αιτητού
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
…………………….
Α. Μιχαήλ, για τον Αιτητή
Α. Αναστασιάδη (κα), για τους Καθ΄ων η αίτηση
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Στις 5.2.2026, το παρόν Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση στην ως άνω προσφυγή με την οποία κρίθηκε, στη βάση της εξ υπαρχής και ex nunc δικαιοδοσίας του δυνάμει του άρθρου 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ο περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) και στη βάση των λόγων που αναλύονται σε αυτήν, ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται διεθνή προστασία δυνάμει των άρθρων 3 ή/και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (στο εξής: ο περί Προσφύγων Νόμος).
Κατά της εν λόγω απόφασης, ασκήθηκε στις 18.2.2026, η Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας με αρ. 37/26 και ταυτόχρονα υποβλήθηκε αίτηση αναστολής εκτέλεσης της εφεσιβληθείσας απόφασης, η οποία αίτηση αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Στις 19.3.2026, οι Καθ΄ων η αίτηση υπέβαλαν ένσταση στην από 18.2.2026 υποβληθείσα αίτηση. O Αιτητής με την παρούσα αίτησή του αιτείται τα ακόλουθα:
«Α. Έκδοση διατάγματος με την οποία να αναστέλλεται το αποτέλεσμα της πρωτόδικης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 05/02/2026 στην προσφυγή 2736/23 εναντίον της οποίας ασκείται η παρούσα Αναθεωρητική Έφεση μέχρι την έκδοση απόφασης επί της εν λόγω Αναθεωρητικής Έφεσης, ή
Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να αναστέλλεται το αποτέλεσμα της πιο πάνω πρωτόδικης απόφασης, κάτω από οποιουσδήποτε όρους το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιους.
Γ. Διάταγμα σύντομης εκδίκασης της παρούσας έφεσης.».
Η αίτηση βασίζεται: στον περί Εφέσεων (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) Διαδικαστικό Κανονισμό του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1964 (2/1964) ως αυτός έχει τροποποιηθεί, στους Κανονισμούς 17, 18 και 19 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, στους περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2019 ως έχουν τροποποιηθεί (3/2019) και ειδικότερα στους Κανονισμούς 12,14 και 15, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023 ως έχουν τροποποιηθεί και πιο συγκεκριμένα στο Μέρος 41, Κ. 41.7 στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν. 14/60) στον περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμου του 1964 (33/1964) και ειδικότερα στα άρθρα 3Α και 9, στον περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018) και ειδικότερα στο άρθρο 13 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, στο άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. και στο άρθρο 46 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, στα άρθρα 2, 3, 8 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ), στις συναφείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και τη σχετική νομολογία.
Τα γεγονότα, επί των οποίων η αίτηση βασίζεται, εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της κας Κ. Χαρίτου δικηγόρου συνεργαζόμενου με τους συνηγόρους του Αιτητή. Στο πλαίσιο αυτής υποστηρίζεται ότι ο Αιτητής κατάγεται από περιοχή της Σομαλίας υπό έλεγχο της Al-Shabaab και ότι, ακόμη και στη Mogadishu, επικρατούν συνθήκες γενικευμένης και αδιάκριτης βίας λόγω της ένοπλης σύρραξης μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων και της Al-Shabaab. Υποστηρίζεται ότι ο Αιτητής εξακολουθεί να διατρέχει σοβαρό κίνδυνο δίωξης και στρατολόγησης από την εν λόγω οργάνωση και ότι δεν διαθέτει ασφαλές ή υποστηρικτικό δίκτυο σε άλλη περιοχή της χώρας.
Αναφέρεται επίσης ότι ο Αιτητής εισήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία ως ασυνόδευτος ανήλικος σε ηλικία 16 ετών και σήμερα είναι 21 ετών. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι έχει τελέσει παραδοσιακό γάμο με Σομαλή υπήκοο, κάτοχο καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας στη Δημοκρατία, με την οποία συμβιώνει, και ότι η επιστροφή του στη Σομαλία θα παραβίαζε το δικαίωμά του στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή.
Στην ένορκη δήλωση υπογραμμίζεται ότι, μετά την απόρριψη της προσφυγής, ο Αιτητής δεν διατηρεί δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία και κινδυνεύει άμεσα με απέλαση στη Σομαλία, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης και θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων του. Επισημαίνεται ότι σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης της απόφασης, τυχόν επιτυχία της έφεσης θα καταστεί χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα, εφόσον ο Αιτητής θα έχει ήδη απελαθεί.
Τέλος, προβάλλεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για αναστολή εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, δεδομένου ότι ο Αιτητής ανήκει σε ευάλωτη ομάδα αιτητών ασύλου, προέρχεται από μη ασφαλή χώρα καταγωγής, διατηρεί βάσιμο φόβο δίωξης από την Al-Shabaab και διαθέτει δικαίωμα σε αποτελεσματικό ένδικο μέσο και αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος έφεσης.
Σύμφωνα με τους λόγους της αίτησης, οι οποίοι έχουν ανάλογο περιεχόμενο, υποστηρίζεται ότι Ο Εφεσείων/Αιτητής κατάγεται από τη Σομαλία και εισήλθε στη Δημοκρατία ως ασυνόδευτος ανήλικος σε ηλικία 16 ετών, ενώ σήμερα είναι 21 ετών και εμπίπτει σε ευάλωτη κατηγορία αιτητών ασύλου. Υποβάλλεται εξάλλου ότι μετά την απόρριψη της προσφυγής του από το παρόν Δικαστήριο, παρότι διατηρεί δικαίωμα άσκησης έφεσης, δεν διατηρεί δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία και υπόκειται σε σύλληψη και απέλαση στη Σομαλία. Ο Αιτητής υποστηρίζει εξάλλου ότι σύμφωνα με τα ευρήματα του παρόντος Δικαστηρίου αυτός αντιμετωπίζει τεκμηριωμένο φόβο δίωξης λόγω φύλου, ηλικίας και ένταξής του σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, καθώς υφίσταται σοβαρός κίνδυνος στρατολόγησής του από την οργάνωση Al-Shabaab, ενώ έχει ήδη υποστεί δίωξη στο παρελθόν και δεν απολαμβάνει επαρκούς κρατικής προστασίας. Παρά το γεγονός ότι το παρόν Δικαστήριο έκρινε ότι μπορεί να επιστρέψει στη Mogadishu, το εν λόγω εύρημα αμφισβητείται από τον Αιτητή.
Στη συνέχεια, ο Αιτητής υποστηρίζει ότι δεν διαθέτει υποστηρικτικό δίκτυο στη Mogadishu, ενώ η οικογένειά του διαμένει στην περιοχή Harardhere της Mudug και έχει απωλέσει κάθε επαφή μαζί της από τον Ιούλιο του 2025. Επιπλέον, η αναφορά σε ενδεχόμενη οικονομική στήριξη από πρόσωπο στο εξωτερικό δεν διασφαλίζει στην πράξη ασφαλή και αξιοπρεπή διαβίωση στη Mogadishu. Περαιτέρω, επισημαίνει ότι παρά τις προσπάθειες των αρχών της Σομαλίας και διεθνών δυνάμεων, η Al-Shabaab εξακολουθεί να δρα ενεργά στη Mogadishu μέσω συχνών επιθέσεων κατά στρατιωτικών, κυβερνητικών στόχων και αμάχων, ενώ επικρατούν συνθήκες αδιάκριτης βίας, όπως έγινε δεκτό και από το παρόν Δικαστήριο. Οι συνθήκες αυτές δημιουργούν κατά τον ίδιο αυξημένο κίνδυνο για νεαρούς άνδρες με ιστορικό στοχοποίησης από την οργάνωση.
Ο Αιτητής, υποδεικνύει ότι μετά την απόρριψη της προσφυγής του, στερείται πρόσβασης σε βασικά δικαιώματα, περιλαμβανομένης της εργασίας και της ιατρικής περίθαλψης. Παράλληλα, έχει συνάψει παραδοσιακό γάμο με γυναίκα σομαλικής καταγωγής η οποία κατέχει καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας στη Δημοκρατία και η απομάκρυνσή του θα επηρεάσει ουσιωδώς το δικαίωμά του στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή.
Υπό τις περιστάσεις, είναι η θέση του ότι η άμεση εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης ενέχει σοβαρό κίνδυνο επαναπροώθησης του Αιτητή στη Σομαλία πριν από την εκδίκαση της Έφεσης, με πιθανές σοβαρές παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων του, ενώ αντίθετα η αναστολή των αποτελεσμάτων της πρωτόδικης απόφασης δεν προκαλεί οποιαδήποτε ουσιώδη βλάβη στους Εφεσίβλητους/ Καθ’ ων η αίτηση.
Με την καταχωρηθείσα ένστασή τους οι Καθ’ ων η αίτηση προβάλλουν ότι τα γεγονότα που υποστηρίζουν την παρούσα αίτηση δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Υποστηρίζουν ειδικότερα, ότι η υπό κρίση αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και επιδιώκει την έκδοση διατάγματος κατά παράβαση του άρθρου 8(1)(α) του περί Προσφύγων Νόμου (δικαίωμα παραμονής) και ότι ο Αιτητής επιδιώκει κατ’ ουσίαν την αναγνώριση δικαιώματος που δεν εμπίπτει στις εξουσίες του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, ενεργώντας εκτός και/ή καθ’ υπέρβαση των προβλεπόμενων εξουσιών του.
Επιπροσθέτως υποστηρίζουν ότι η πρωτόδικη απόφαση δεν επέβαλε οποιαδήποτε θετική υποχρέωση ή καθήκον προς τον Αιτητή που να δύναται να αποτελέσει αντικείμενο αίτησης αναστολής. Ως εκ τούτου, αντικείμενο της παρούσας αίτησης είναι στην πραγματικότητα η παγοποίηση και/ή ο προσωρινός παραμερισμός της εφεσιβαλλόμενης απόφασης. Είναι περαιτέρω η θέση τους, ότι η αίτηση καταχωρίστηκε με αποκλειστικό σκοπό την αποστέρηση των Καθ’ ων η αίτηση από το αποτέλεσμα και τον καρπό της επιτυχίας τους, χωρίς ουσιαστικό λόγο. Η έγκριση της αίτησης θα στερούσε από τους Καθ’ ων η αίτηση, ως υποστηρίζουν, δικαιώματα τα οποία αναγνωρίστηκαν, επικυρώθηκαν και κατοχυρώθηκαν διά της πρωτόδικης απόφασης, ενώ παράλληλα θα καταστρατηγούσε την αρχή της διασφάλισης της οριστικότητας (finality) των αποφάσεων του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Κατά τη δική τους εκτίμηση, η έφεση του Αιτητή δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε αντικειμενική πιθανότητα ή προοπτική επιτυχίας, αλλά είναι μόνο οριακής σημασίας. Περαιτέρω, η μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν θα αποστερήσει τον Αιτητή από κανένα δικαίωμά του ούτε θα επηρεάσει την αποτελεσματικότητα της έφεσής του. Εξάλλου, η επιστροφή του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του ουδόλως καθιστά άνευ αντικειμένου την πρωτόδικη διαδικασία. Επισημαίνουν τέλος ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση προωθούνται ισχυρισμοί για τους οποίους ο Αιτητής ουδέποτε προσκόμισε και/ή επιδίωξε να προσκομίσει μαρτυρία ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και οι οποίοι δεν δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο της έφεσης ούτε να διαταχθεί το πρωτόδικο Δικαστήριο να εξετάσει αυτούς. Τέλος υποστηρίζουν ότι, η απόρριψη της αίτησης δεν θα δημιουργήσει οποιαδήποτε ζημία και/ή ανεπανόρθωτη ζημία στον Αιτητή. Αντιθέτως, δεν συντρέχουν, ως υποστηρίζουν, οι εξαιρετικές περιστάσεις που απαιτούνται για την έγκριση της υπό κρίση αίτησης, ενώ ο Αιτητής δεν έχει αποδείξει και/ή καταδείξει ότι η μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη ή ζημία. Ανάλογες αιτιάσεις περιλαμβάνονται στην ένορκή δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση.
Κατάληξη
Εκ προοιμίου επισημαίνεται ότι το παρόν Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας προς εξέταση του αιτήματος περί σύντομης εκδίκασης της καταχωρισθείσας έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασής του, καθότι αρμόδιο προς τούτο είναι το Διοικητικό Εφετείο, ενώπιον του οποίου η εν λόγω έφεση εκκρεμεί προς εκδίκαση.
Ως προς τις λοιπές αιτούμενες θεραπείες επισημαίνεται ότι, οι νομολογιακές αρχές που διέπουν την εξέταση αίτησης αναστολής εκτέλεσης πρωτόδικης απόφασης σε περίπτωση άσκησης έφεσης είναι οι εξής.
Κατά πάγια νομολογία, η άσκηση έφεσης κατά απόφασης πρωτόδικου διοικητικού δικαστήριο δεν συνεπάγεται αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα αλλά η αναστολή αυτής αποτελεί εξαιρετικό μέτρο (Christoudias v. Republic (1985) 3 C.L.R.1615), Αυγουστή κ.α v Δημοκρατίας (Συνεκδικαζόμενες Προσφυγές αρ 898/13, ημερομηνίας 24.4.19) Θαλασσινός ν Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 3517 ) και Fairseas Explorer Shipping Ltd ν. Υπουργού Συγκοινωνιών και Έργων (Προσφυγή. αρ. 862/01, ημερομηνίας 14.3.03).
Στην Ε.Τ.Ε.Κ. ν Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ. 623, το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης ίδιας φύσεως με την παρούσα, έθεσε το ζήτημα ως ακολούθως:
«Η διασφάλιση της λειτουργίας της πολιτείας μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας καθιστά την αναστολή πραγματικά εξαιρετικό μέτρο, δεδομένου ότι μετά την ακύρωση, ο παραμερισμός της ακυρωθείσας απόφασης συνιστά μορφή εκτροπής από τη νομιμότητα που αποδυναμώνει την αρχή του κράτους δικαίου στην οποία θεμελιώνεται η κυπριακή πολιτεία (Μαυρομμάτη κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 1479). Το Δικαστήριο είναι φειδωλό στην παροχή αναστολής εκτέλεσης (Δήμος Έγκωμης ν. Δημοκρατίας (1995) 4 Α.Α.Δ. 593). Ουσιαστικά αντενδείκνυται, εκτός αν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις».
Στην Ορφανίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1992) 3 Α.Α.Δ. 44, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου έκρινε ότι οι ακυρωτικές αποφάσεις είναι δεσμευτικές έναντι πάντων, όπως εξυπακούεται από τη φύση τους και όπως επιβάλλει η αρχή του κράτους δικαίου. Εφόσον ασκηθεί έφεση, η ακυρωτική απόφαση είναι δυνατόν να ανασταλεί στα πλαίσια της Δ.35 Θ. 18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, μια τέτοια δε αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και παρέχεται μόνον εφόσον συντρέχουν προς τούτο, εξαιρετικές περιστάσεις που τη δικαιολογούν.
Το τι συνιστά εξαιρετικές περιστάσεις, σύμφωνα με την πάγια νομολογία είναι δύσκολο να προκαθοριστεί καθώς μπορεί να αναδύεται από το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, αλλά αναμφίβολα συσχετίζεται με τις συνέπειες εφαρμογής της πρωτόδικης απόφασης στη συγκεκριμένη περίπτωση. Το δε εξαιρετικό των περιστάσεων, ως λέχθηκε και στην Ιερωνυμίδης ν. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 2321 πρέπει να προκύπτει από το συσχετισμό, αφενός, των συνεπειών της άμεσης εφαρμογής της ακυρωτικής απόφασης και των δυσχερειών, αφετέρου, αποκατάστασης της προηγούμενης κατάστασης πραγμάτων σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης.
Σε κάθε περίπτωση, όπως αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, θα πρέπει να διατηρείται ισοζύγιο μεταξύ των δικαιωμάτων του επιτυχούς διάδικου και των δικαιωμάτων του. Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, συνιστούν τους κατεξοχήν παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου (Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου (1991) 1 Α.Α.Δ. 1147,)Katarina Shipping v. Ship "Poly" (1978) 1 C.L.R. 355), Christoudias v. Republic (1985) 3 C.L.R. 1615). Ως εκ τούτου το εξαιρετικό αυτό μέτρο μπορεί να διαταχθεί στην περίπτωση που τυχόν απόρριψη της αίτησης για αναστολή θα επιφέρει την πλήρη αποδυνάμωση του αποτελέσματος της έφεσης, αν η τελευταία τελικά επιτύχει (Christophorou and Others (No.2) v. Republic (1985)3 C.L.R.676) και Ραδιοτηλεοπτικές Υπηρεσίες Αντεννα Ρ.Τ. Λτδ και τώρα Αντεννα TV Λτδ v. Υπουργικού Συμβουλίου (1995) 4 Α.Α.Δ. 478). Τέλος, έχει νομολογηθεί ότι το αντικείμενο της αναστολής συναρτάται προς ορισμένη θετική ενέργεια, υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την εφεσιβαλλόμενη απόφαση (Δημητρούδης Μιχάλης ν. Ανδρέα Νίκου Λουγκρίδη, (2011) 1 Α.Α.Δ. 687).
Οι πιο πάνω αρχές, συνοψίζονται στην απόφαση της ην Ολομέλειας του Διοικητικού Δικαστηρίου, κατά την εξέταση όμοιου αιτήματος, στην υπόθεση Χατζηπαναγιώτη κ.ά. ν. Πανεπιστημίου Κύπρου, (Υπόθεση αρ. 6182/2013, ημερομηνίας 24.4.2019).
Συνοψίζοντας, από την πάγια νομολογία προκύπτει ότι η αναστολή εκτέλεσης πρωτόδικης απόφασης λόγω άσκησης έφεσης αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δεν παρέχεται αυτομάτως με την καταχώριση της έφεσης αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η σχετική διακριτική ευχέρεια ασκείται φειδωλά και μόνο εφόσον αποδεικνύεται η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων που να δικαιολογούν την παρέκκλιση από την αρχή της άμεσης εκτελεστότητας και δεσμευτικότητας των πρωτόδικων αποφάσεων, υπό το πρίσμα της αρχής του κράτους δικαίου και της ανάγκης διασφάλισης της νομιμότητας.
Οι εξαιρετικές περιστάσεις δεν είναι δυνατόν να προκαθοριστούν κατά τρόπο εξαντλητικό, αλλά αξιολογούνται υπό το φως των ιδιαίτερων δεδομένων της κάθε υπόθεσης και ιδίως μέσα από τον συσχετισμό των συνεπειών της άμεσης εφαρμογής της πρωτόδικης απόφασης αφενός και της δυνατότητας αποκατάστασης της προηγούμενης κατάστασης πραγμάτων σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης αφετέρου. Στο πλαίσιο αυτό, κρίσιμο στοιχείο αποτελεί κατά πόσον η απόρριψη της αίτησης αναστολής ενδέχεται να οδηγήσει σε ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς αναστρέψιμη βλάβη ή να αποδυναμώσει πλήρως το πρακτικό και ουσιαστικό αποτέλεσμα της έφεσης σε περίπτωση μεταγενέστερης επιτυχίας της.
Παράλληλα, το Δικαστήριο οφείλει να διατηρεί δίκαιη ισορροπία μεταξύ, αφενός, του δικαιώματος του επιτυχόντος διαδίκου να απολαμβάνει το αποτέλεσμα της πρωτόδικης απόφασης και, αφετέρου, της ανάγκης διασφάλισης της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος έφεσης. Η αναστολή δύναται να χορηγηθεί μόνο όταν, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης, η άμεση εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης θα καθιστούσε ουσιαστικά άνευ αντικειμένου ή άνευ πρακτικής αξίας την εκδίκαση της έφεσης, εφόσον αυτή τελικά επιτύχει.
Πέραν των ανωτέρω νομολογιακών αρχών, επισημαίνεται ότι οι περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχουν τροποποιηθεί (τόσο πριν όσο και μετά την προσθήκη του Κανονισμού 17[1]), δεν ρύθμισαν και δεν ρυθμίζουν ειδικώς το ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας σε περίπτωση άσκησης έφεσης.
Ως εκ τούτου εφαρμοστέες είναι οι δικονομικές διατάξεις στις οποίες παραπέμπει ο διαδικαστικός Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 ως είχαν τροποποιηθεί μέχρι τις 25.11.2025 (ημερομηνία καταχώρισης της παρούσας ) ο οποίος ορίζει τα ακόλουθα:
«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής τηρουμένων των αναλογιών σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις/προσθήκες που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
O Κανονισμός 18 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 προβλέπει τα ακόλουθα:
«18. Ο κατά την ημέραν της εκδόσεως του παρόντος Κανονισμού ισχύων εν τη Δημοκρατία περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικός Κανονισμός θα εφαρμόζεται τηρουμένων των αναλογιών και εφ' όσον αι περιστάσεις επιτρέπουν τούτο, εις πάσαν διαδικασίαν ενώπιον του Δικαστηρίου, εκτός εάν άλλως προβλέπεται εις τον παρόντα Κανονισμόν ή εκτός το Δικαστήριον ή Δικαστής άλλως ήθελεν ορίσει.».
Ο Κανονισμός 2(2) Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 προβλέπει τα εξής:
«Ο περί Ερμηνείας Νόμος, Κεφ. Ι, θα εφαρμόζεται διά την ερμηνείαν του παρόντος Κανονισμού καθ' όν τρόπον εφαρμόζεται διά την ερμηνείαν οιουδήποτε Νόμου.».
Το άρθρο 10 του περί Ερμηνείας Νόμου προβλέπει τα ακόλουθα:
«10.-(1) Όταν Νόμος ακυρώνει και επαναθεσπίζει, με ή χωρίς τροποποίηση, οποιαδήποτε πρόνοια του προηγούμενου Νόμου, αναφορές σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο στην ακυρωθείσα πρόνοια, θα ερμηνεύονται, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, ως αναφορές στην πρόνοια που επαναθεσπίσθηκε με τον τρόπο αυτό.».
Ο Κανονισμός 17 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 ως έχει τροποποιηθεί στις 6.3.2026 (δηλαδή μετά την καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης), προβλέπει τα εξής:
«17. Οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2023, όπως αυτοί ισχύουν, και ως εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, θα εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών και εφόσον οι περιστάσεις επιτρέπουν τούτο, σε κάθε διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, εκτός εάν άλλως προβλέπεται στους παρόντες Κανονισμούς ή εκτός εάν το Δικαστήριο άλλως ήθελεν ορίσει.».
Υπό το πλέγμα των ανωτέρω διατάξεων, κρίνεται ότι ακόμη και πριν από την εισαγωγή του Κανονισμού 17 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών, ως τροποποιήθηκαν στις 6.3.2026, οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2023 ήταν ήδη εφαρμοστέοι, τηρουμένων των αναλογιών, στις ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίες.
Ειδικότερα, ο Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 παρέπεμπε ήδη, μεταξύ άλλων, στον Διαδικαστικό Κανονισμό του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962. Ο δε Κανονισμός 18 του τελευταίου προβλέπει ότι οι εκάστοτε ισχύοντες περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών και εφόσον οι περιστάσεις το επιτρέπουν, σε κάθε διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά ή το Δικαστήριο άλλως ήθελε ορίσει.
Δεδομένου ότι από 1.9.2023 οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2023 τέθηκαν σε ισχύ ως το γενικό δικονομικό πλαίσιο, δυνάμει και του μεταβατικού Κανονισμού 60, οι αναφορές του Κανονισμού 18 στους «ισχύοντες» περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς πρέπει ερμηνευτικά να θεωρηθούν ως αναφορές στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023.
Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται περαιτέρω από το άρθρο 10(1) του περί Ερμηνείας Νόμου, το οποίο προβλέπει ότι όταν νομοθετική ή κανονιστική πρόνοια ακυρώνεται και επαναθεσπίζεται, οι αναφορές στην προηγούμενη πρόνοια λογίζονται, εκτός αν προκύπτει αντίθετη πρόθεση, ως αναφορές στη νέα επαναθεσπισθείσα πρόνοια. Εφόσον δε, δυνάμει του Κανονισμού 2(2) του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, ο περί Ερμηνείας Νόμος εφαρμόζεται και για σκοπούς ερμηνείας των διαδικαστικών κανονισμών, οι αναφορές στο προηγούμενο δικονομικό πλαίσιο πρέπει να θεωρούνται ότι αφορούν πλέον τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023.
Κατά συνέπεια, ο μεταγενέστερος Κανονισμός 17 δεν εισήγαγε για πρώτη φορά την εφαρμογή των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023 ενώπιον του Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, αλλά ουσιαστικά αποσαφήνισε και κατέστησε ρητή μία εφαρμογή η οποία ήδη προέκυπτε ερμηνευτικά από το προϋφιστάμενο κανονιστικό πλαίσιο.
Σε κάθε περίπτωση, οι σχετικές ρυθμίσεις του προϊσχύοντος και του ισχύοντος καθεστώτος δεν διαφοροποιούνται ουσιωδώς ως προς την ουσία και τη λειτουργία τους. Ειδικότερα, σύμφωνα με το προϊσχύον δικονομικό καθεστώς των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στους οποίους αναφέρεται και ο μεγαλύτερος όγκος της σχετικής νομολογίας, στην Διαταγή 35, Κ. 18 προβλέπονταν συναφώς τα ακόλουθα:
«18. An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given»
Σε ελεύθερη μετάφραση:
«Η καταχώριση έφεσης δεν επιφέρει αναστολή εκτέλεσης ή αναστολή διαδικασιών δυνάμει της εφεσιβαλλόμενης απόφασης, εκτός στον βαθμό που το Δικαστήριο του οποίου η απόφαση εφεσιβάλλεται ή το Εφετείο, ή Δικαστής οποιουδήποτε από τα δύο Δικαστήρια, διατάξει διαφορετικά· και καμία ενδιάμεση πράξη ή διαδικασία δεν καθίσταται άκυρη, εκτός στον βαθμό που το πρωτόδικο Δικαστήριο δυνατόν να διατάξει.».
Ανάλογη ρύθμιση υπάρχει και στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023 όπου στον Κανονισμό 41.7, στους οποίους γίνεται αναφορά ως εφαρμοστέα νομική βάση της παρούσας, προβλέπονται τα κάτωθι:
«41.7. Αναστολή
(1) (α) Εκτός αν το Εφετείο ή το κατώτερο δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, η έφεση δεν επενεργεί ως αναστολή οποιουδήποτε διατάγματος ή απόφασης τού κατώτερου δικαστηρίου.
(β) Αίτηση για αναστολή διατάγματος ή απόφασης του κατώτερου Δικαστηρίου γίνεται πρώτα στο κατώτερο Δικαστήριο.».
Ούτε το ισχύον ούτε το προϊσχύον δικονομικό πλαίσιο προβλέπουν αυτοδίκαιη αναστολή εκτέλεσης λόγω της καταχώρισης έφεσης, αλλά αναφέρονται στη δυνατότητα χορήγησης αναστολής μόνο κατόπιν σχετικής αίτησης και έκδοσης σχετικού διατάγματος. Περαιτέρω, ούτε το προϊσχύον ούτε το ισχύον δικονομικό πλαίσιο εξειδικεύουν τα επιμέρους κριτήρια που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση τέτοιας αίτησης, τα οποία έχουν διαμορφωθεί και αναπτυχθεί μέσα από την ανωτέρω καταγραφείσα νομολογία.
Υπό το φως των ανωτέρω δικονομικών διατάξεων και της συναφούς νομολογίας, η οποία κρίνεται για ανωτέρω λόγους εφαρμοστέα και εν προκειμένω, και έχοντας εξετάσει με προσοχή τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς, κρίνεται ότι στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν τέτοιες εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την αναστολή εκτέλεσης της επίδικης πρωτόδικης απόφασης.
Ειδικότερα, η επίδικη απόφαση αφορά αποκλειστικά στην απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή για διεθνή προστασία και τις απορρέουσες συνέπειες ως προς το καθεστώς του ως αιτητή ασύλου, της δέσμης των δικαιωμάτων που συναρτώνται με το εν λόγω καθεστώς, περιλαμβανομένης της απώλειας του δικαιώματος παραμονής δυνάμει του άρθρου 8 του περί Προσφύγων Νόμου. Ωστόσο, η επίδικη απόφαση δεν συνιστά ούτε ενσωματώνει απόφαση επιστροφής ή απομάκρυνσης του Αιτητή από τη Δημοκρατία, συνεπώς δεν συνεπάγεται αυτομάτως και άνευ ετέρου την αναγκαστική επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του.
Συναφώς, παρά τους ισχυρισμούς του Αιτητή περί κινδύνου επαναπροώθησής του στη Σομαλία και περί επηρεασμού της οικογενειακής του ζωής λόγω της παρουσίας της συζύγου και του τέκνου του στη Δημοκρατία, επισημαίνεται ότι τα ζητήματα αυτά άπτονται πρωτίστως του ενδεχομένου έκδοσης και εκτέλεσης μεταγενέστερης απόφασης επιστροφής, η οποία μέχρι το παρόν στάδιο δεν έχει εκδοθεί. Σε περίπτωση δε έκδοσης τέτοιας απόφασης, ο Αιτητής διατηρεί τα προβλεπόμενα από τη νομοθεσία ένδικα μέσα προς αμφισβήτησή της, περιλαμβανομένης της δυνατότητας προβολής ισχυρισμών που άπτονται της αρχής της μη επαναπροώθησης και της προστασίας της οικογενειακής ζωής (βλ. άρθρο 18ΟΖ και 18 ΟΗ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105).
Περαιτέρω, τα λοιπά δικαιώματα που απορρέουν από το καθεστώς του ως Aιτητή διεθνούς προστασίας, τα οποία επηρεάζονται από την απόρριψη της προσφυγής του, δύνανται να αποκατασταθούν σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν προκύπτει τέτοια ανεπανόρθωτη ή πρακτικώς μη αναστρέψιμη βλάβη που να οδηγεί σε πλήρη αποδυνάμωση του αποτελέσματος της έφεσης, ώστε να δικαιολογείται η κατ’ εξαίρεση αναστολή εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης.
Η πιο πάνω διάκριση μεταξύ της απόρριψης αιτήματος διεθνούς προστασίας αφενός, και της έκδοσης ή εκτέλεσης απόφασης επιστροφής αφετέρου, αναδεικνύεται και στη νομολογία του Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου υπογραμμίζεται ότι η αρχή της μη επαναπροώθησης δύναται να εμποδίσει την απομάκρυνση προσώπου ακόμη και σε περιπτώσεις αποκλεισμού ή ανάκλησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας (βλ. ενδεικτικώς Απόφαση του Δικαστηρίου (Μεγάλο Τμήμα) της 14ης Μαΐου 2019, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-391/16, C-77/17 και C-78/17, M κ.λπ. κατά Ministerstvo vnitra και X και X κατά Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, σκέψη 94 επ. ECLI:EU:C:2019:403 και Απόφαση του Δικαστηρίου (Μεγάλο Τμήμα) της 6ης Ιουλίου 2023, Bundesrepublik Deutschland κατά MA, Υπόθεση C-663/21, EU:C:2023:540, σκέψη 36). Συνεπώς, οι ισχυρισμοί του Αιτητή περί κινδύνου μεταχείρισης αντίθετης προς την αρχή της μη επαναπροώθησης δεν καθιστούν, υπό τα παρόντα δεδομένα και ελλείψει εκτελεστής απόφασης επιστροφής, την παρούσα υπόθεση τέτοιας εξαιρετικής φύσεως ώστε να δικαιολογείται η αιτούμενη αναστολή. Περαιτέρω, ζητήματα που άπτονται της οικογενειακής ενότητας και της προστασίας της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής εξετάζονται κατεξοχήν και στο πλαίσιο της διαδικασίας έκδοσης και εκτέλεσης απόφασης επιστροφής, στο μέτρο που υπερβαίνουν την αξιολόγηση που διενεργείται κατά την εξέταση αιτήματος διεθνούς προστασίας.
Ενόψει των ανωτέρω, καταλήγω ότι δεν έχουν ικανοποιηθεί απορρέουσες από τη νομολογία προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
Ως εκ τούτου, η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα €500 συν Φ.Π.Α υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
Κ.Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Με τον περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 1) Διαδικαστικός Κανονισμό του 2026 προστέθηκε ο Κανονισμός 17 ο οποίος προβλέπει τα εξής:
«17. Οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2023, όπως αυτοί ισχύουν, και ως εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, θα εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών και εφόσον οι περιστάσεις επιτρέπουν τούτο, σε κάθε διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, εκτός εάν άλλως προβλέπεται στους παρόντες Κανονισμούς ή εκτός εάν το Δικαστήριο άλλως ήθελεν ορίσει».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο