ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπoθ. Αρ.: 2795/23
04 Mαϊου 2026
[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
H. F. H.
Αιτητής
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Γ. Βασιλόπουλος (κος), Δικηγόρος για τον Αιτητή
Ειρ. Παραδεισιώτη (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
Ο Αιτητής είναι παρών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, Δ ΔΔΔΠ: Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 29/07/2023, κοινοποιηθείσα προς αυτόν στις 16/08/2023, σύμφωνα με την οποία το αίτημά του για διεθνή προστασία απορρίφθηκε και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή στερημένη οιουδήποτε νομικού αποτελέσματος. Με επιπλέον αίτημα θεραπείας ο Αιτητής καλεί το Δικαστήριο όπως εκδώσει νέα απόφαση, αναγνωρίζοντας αυτόν ως πολιτικό πρόσφυγα ή δικαιούχο συμπληρωματικής προστασίας.
Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση αλλά και το περιεχόμενο του Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε ως τεκμήριο Α στην παρούσα διαδικασία, ο Αιτητής κατάγεται από τη Σομαλία, την οποία εγκατέλειψε στις 07/10/2021. Εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από τη Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 22/10/2021 και στις 19/11/2021 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας.
Στις 19/07/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με τον Αιτητή από την Υπηρεσία Ασύλου προς εξέταση του αιτήματός για διεθνή προστασία όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις να εκθέσει, μεταξύ άλλων, τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, καθώς και να ξηγήσει τυχόν φόβο επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Στις 28/07/2023 ετοιμάστηκε σχετική εισηγητική έκθεση και στις 29/07/2023 δεόντως εξουσιοδοτημένος λειτουργός κατόπιν εξέτασης της εισήγησης του αρμοδίου λειτουργού, αποφάσισε την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή, αποφασίζοντας παράλληλα και την επιστροφή του στη Σομαλία.
Η απορριπτική απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 16/08/2023, η οποία κοινοποιήθηκε στο Αιτητή αυθημερόν.
Εμπρόθεσμα ο Αιτητής, καταχώρησε, αρχικά αυτοπροσώπως, την υπό εξέταση προσφυγή, ισχυριζόμενος ότι απειλείται με θάνατο από τον αδερφό της κοπέλας του.
Σε κατοπινό στάδιο της διαδικασίας, ο Αιτητής διόρισε δικηγόρο για την εκπροσώπησή του, ο οποίος μετά από σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου προέβη σε τροποποίηση της αίτησης ακυρώσεως ώστε σε αυτήν να περιέχονται νομικοί ισχυρισμοί προς ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης.
Με την τροποποιημένη προσφυγή του ο συνήγορος του Αιτητή προωθεί αρκετούς λόγους προς ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ωστόσο με την γραπτή του αγόρευση επιχειρηματολογεί υπέρ της αξιοπιστίας των απορριφθέντων ισχυρισμών του Αιτητή, εστιάζοντας ότι οι Καθ΄ων η αίτηση δεν προχώρησαν σε διερεύνηση της εξωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεων του Αιτητή σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, κρίνοντας πλημμελώς ότι τα όσα δήλωσε ο Αιτητής αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οιαδήποτε έρευνα. Στη συνέχεια ο συνήγορος του Αιτητή παραθέτει εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τη μεταχείριση που δέχονται τα μέλη της εθνοτικής ομάδας Gaboye στη Σομαλία, τονίζοντας ότι σε περίπτωση επιστροφής του εκεί, ο Αιτητής θα κινδυνεύσει από τον αδερφό της πρώην κοπέλας του λόγω του ότι ανήκει στην ανωτέρω εθνοτική ομάδα και επειδή σύναψε σχέση με την αδερφή του.
Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση, μέσω της δικής τους αγόρευσης, ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή και νόμιμη, σύμφωνη με τις διατάξεις του Συντάγματος, των Νόμων και των Κανονισμών, είναι αποτέλεσμα ορθής ενάσκησης των εξουσιών με τις οποίες περιβάλλονται οι Καθ' ων η αίτηση, κατ' εφαρμογή των αρχών του διοικητικού δικαίου και λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα, αφού αξιολογήθηκαν όλα τα σχετικά γεγονότα και στοιχεία της υπόθεσης, είναι δε επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη, καλούν τέλος το Δικαστήριο όπως απορρίψει την προσφυγή του Αιτητή. Προωθούν δε οι Καθ’ ων η αίτηση, ότι η γραπτή αγόρευση του Αιτητή αντίκεται στον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962, καθώς οι ισχυρισμοί του δεν εξειδικεύονται και δεν αιτιολογούνται επαρκώς στην γραπτή του αγόρευση.
Δια της απαντητικής του αγόρευσης, ο συνήγορος του Αιτητή επαναλαμβάνει, σχετικά με την έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, ότι οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να αξιολογήσουν την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του Αιτητή και ζητά από το Δικαστήριο όπως ο Αιτητής αναγνωριστεί ως πρόσφυγας.
Έχω μελετήσει με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους των μερών και δεδομένου ότι το Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018 κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω πιο κάτω όλους τους ισχυρισμούς που αυτός προέβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας, έχοντας κατά νου τους προωθούμενος από τον Αιτητή ισχυρισμούς.
Κατά την υποβολή του αιτήματος του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω του φυλετικού ρατσισμού που βίωσε στη χώρα του λόγω της φυλής στην οποία ανήκει. Ακολούθως κατέγραψε ότι η κοπέλα με την οποία διατηρούσε σχέση στη Σομαλία δεν άνηκε στη φυλή του και όταν την είδαν μαζί του του δημιούργησαν προβλήματα.
Κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης και σε σχέση με τα προσωπικά του στοιχεία ο Αιτητής αρχικά δήλωσε ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στην πόλη Burao στην περιοχή Togdheer της Σομαλιλάνδης στη Σομαλία, διαμένοντας με τη μητέρα του και τα αδέρφια του. Αναφορικά με την πατρική του οικογένεια, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο πατέρας, ο οποίος ήταν κουρέας, απεβίωσε το 2019 από φυσικά αίτια, η δε μητέρα του εξακολουθεί να διαμένει και να εργάζεται στην πόλη Burao, με τον αδερφό του και την αδερφή του. Σχετικά με το μορφωτικό του επίπεδο, ο Αιτητής δήλωσε ότι φοίτησε στο σχολείο για 11 χρόνια, πλην όμως διέκοψε τη φοίτησή του το 2018, σημειώνοντας ότι φοίτησε και σε Κορανικό σχολείο για 2 χρόνια. Ως προς την επαγγελματική του εμπειρία, ο Αιτητής δήλωσε ότι ουδέποτε εργάστηκε καθώς τον συντηρούσε η μητέρα του.
Σχετικά με τη φυλετική του καταγωγή, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι ανήκει στη φυλή Gaboye. Κληθείς να παραθέσει πληροφορίες αναφορικά με τη φυλή Gaboye, o Αιτητής ανέφερε ότι πρώτα είναι οι Gaboye και μετά οι Muse Dire. Ζητηθείς να παραθέσει στοιχεία αναφορικά με τη φυλή στην οποία δήλωσε ότι ανήκει, ο Αιτητής προέβαλε ότι άτομα της φυλής του ζουν σε όλη τη χώρα, ότι αποτελούν μειονότητα, υποβάλλονται σε διακρίσεις, είναι φτωχοί και εργάζονται σαν κουρείς και υποδηματοποιοί, και οι άλλες φυλές δεν τους θέλουν στο περιβάλλον τους. . Κληθείς να αναφέρει μία υποφυλή της φυλής Gaboye, o Αιτητής επικαλέστηκε την Madiban. Ερωτηθείς εάν τα μέλη της φυλής Gaboye διαθέτουν διαφορετικά εξωτερικά χαρακτηριστικά από τους υπόλοιπους Σομαλούς, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά. Ως προς το εάν διατηρεί επαφές με τη φυλή του, ο Αιτητής απάντησε επίσης αρνητικά. Ερωτηθείς εάν είναι σε θέση να παραθέσει άλλες πληροφορίες αναφορικά με τη φυλή του, ο Αιτητής δήλωσε ότι δε γνωρίζει κάτι άλλο καθώς αγνοεί την ιστορία της φυλής του.
Αναφορικά με το ταξίδι του, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε την πόλη Burao στις 05/10/2021 και μετέβη στη Hergeisha όπου διάμεινε σε ένα φίλο του για δύο ημέρες. Στις 07/10/2021 εγκατέλειψε τη Σομαλία κάνοντας χρήση του διαβατηρίου του και μέσω Τουρκίας αφίχθηκε στην κατεχόμενη Κύπρο έχοντας στην κατοχή του φοιτητική θεώρηση εισόδου. Μετά από δύο εβδομάδες σε καραντίνα εισήλθε παράνομα, οδικώς στις ελεγχόμενες από τη Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Σχετικά με τους λόγους για τους οποίους επέλεξε την Κύπρο, ο Αιτητής ανέφερε ότι ακολούθησε τη συμβουλή του διακινητή.
Ως προς την κατάσταση της υγείας του, ο Αιτητής δήλωσε υγιής καθώς δεν αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα.
Κληθείς να εξηγήσει του λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του , ο Αιτητής δήλωσε ότι τον Ιανουάριο του 2021 ερωτεύτηκε και σύναψε σχέση με μία κοπέλα η οποία ανήκε στη φυλή Isaac. Οι σχέση τους ωστόσο περιήλθε στη γνώση του αδερφού της και περί τα τέλη Ιανουαρίου ο τελευταίος εντόπισε τον Αιτητή ενώ παρακολουθούσε ένα αγώνα ποδοσφαίρου στο γήπεδο και τον τραυμάτισε με ένα μαχαίρι επειδή ήταν μέλος της φυλής Gaboye. Oι δε παρευρισκόμενοι, μόλις άκουσαν ότι ο Αιτητής ήταν μέλος της φυλής Gaboye άρχισαν να γελάνε. Ακολούθως κατέφτασε η μητέρα του, η οποία τον οδήγησε στο νοσοκομείο όπου νοσηλεύτηκε για 2 μήνες. Δήλωσε περαιτέρω ότι την επόμενη ημέρα του τραυματισμού του, τον επισκέφτηκαν στο νοσοκομείο ο πατέρας και ο αδερφός της κοπέλας του, του ζήτησαν συγγνώμη και κατέβαλαν τα νοσήλιά του, ωστόσο όταν εξήλθε του νοσοκομείου το Μάρτιο του 2021 δέχθηκε δύο απειλητικά τηλεφωνήματα από τον αδερφό της κοπέλας του ότι θα τον σκοτώσει.
Ερωτηθείς εάν ο ίδιος ή τα μέλη της οικογένειάς του αντιμετώπισαν κάποιο άλλο πρόβλημα λόγω της φυλετικής του καταγωγής, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά, εξηγώντας ότι δεν αντιμετώπισε κάποιο σημαντικό πρόβλημα πλην του ότι τον παρενοχλούσαν οι συμμαθητές του στο σχολείο και τις απειλές που δέχτηκε από τον αδερφό της κοπέλας του.
Ερωτηθείς εάν αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο το Μάρτιο του 2021, μέχρι τον Οκτώβριο του ιδίου έτους, χρόνο κατά τον οποίο εγκατέλειψε τη Σομαλία, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά.
Κληθείς να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο κατάφερε να προστατεύσει τον εαυτό του την εν λόγω περίοδο, ο Αιτητής ανέφερε ότι προσπαθούσε να μην εξέρχεται της οικίας του, αν και ο αδερφός της κοπέλας του δε γνώριζε την τοποθεσία διαμονής του. Στο συγκεκριμένο σημείο, ο Αιτητής δήλωσε ότι το Μάιο του 2021 έλαβε μέρος σε ένα διαγωνισμό ταλέντων ως τραγουδιστής και κατατάχθηκε εντός των 6 πρώτων, πλην όμως οι διοργανωτές τον απέκλεισαν λόγω της φυλετικής του καταγωγής.
Ζητηθείς να σχολιάσει την αντίφαση που προέκυψε μεταξύ των δηλώσεών του περί του ότι προσπαθούσε να μην εξέρχεται της οικίας του και των δηλώσεών του περί του ότι έλαβε μέρος σε διαγωνισμό ταλέντων, ο Αιτητής απάντησε ότι πήγαινε το βράδυ.
Κληθείς να σχολιάσει άλλη αντίφαση που προέκυψε, μεταξύ των δηλώσεών του περί του ότι ο πατέρας και ο αδερφός της κοπέλας του πλήρωσαν τα νοσήλιά του και του ζήτησαν συγνώμη, και αυτών περί του ότι δεχόταν απειλές από τον αδερφό της κοπέλας του μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο, ο Αιτητής προέβαλε ότι τα άτομα που βρισκόταν στο γήπεδο ενημέρωσαν τον πατέρα της κοπέλας σχετικά με το περιστατικό και εκείνος ήταν αντίθετος στην πράξη του γιου του . Ως προς την τύχη της σχέσης του με την κοπέλα μετά τα ανωτέρω περιστατικά, ο Αιτητής δήλωσε ότι χώρισαν το Φεβρουάριο του 2021. Κληθείς να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο διώκεται από τον αδερφό της πρώην κοπέλας του, δεδομένου ότι έχουν χωρίσει από το Φεβρουάριο του 2021, ο Αιτητής υπέβαλε ότι η σχέση τους μαθεύτηκε και αυτό δεν άρεσε στον αδερφό της.
Περιγράφοντας τον τρόπο με τον οποίο γνώρισε την κοπέλα του, ο Αιτητής ανέφερε ότι γνωρίστηκαν σε μία γιορτή που έλαβε χώρα σε ένα ξενοδοχείο, προβάλλοντας συναφώς ότι έκρυβε την φυλετική του καταγωγή, αναφέροντας ακολούθως ότι τους είδε ο αδελφός της σε ένα εστιατόριο και έμαθε ότι (ο Αιτητής) ανήκει στη φυλή Gaboye επειδή του το είπαν κάποιοι πελάτες του πατέρα του από το κουρείο (βλ. ερ. 34 2Χ δ.φ.). Κληθείς να σχολιάσει το γεγονός ότι είχε τη δυνατότητα να κυκλοφορεί με την κοπέλα του χωρίς πρόβλημα και να πηγαίνει σε εστιατόρια, ο Αιτητής απάντησε ότι στην αρχή δε γνώριζαν τη φυλετική του καταγωγή.
Ως προς το περιστατικό που τον ανάγκασε να εγκαταλείψει τη Σομαλία 7 μήνες αργότερα, χωρίς να έχει αντιμετωπίσει κάποιο άλλο πρόβλημα από τον αδερφό της πρώην, από το Φεβρουάριο του 2021, κοπέλας του, ο Αιτητής υπέβαλε ότι μπορεί να τον βρει και να τον σκοτώσει.
Σχετικά με τον χρόνο κατά τον οποίο δέχθηκε την τελευταία τηλεφωνική απειλή από τον αδερφό της κοπέλας του, ο Αιτητής δήλωσε ότι του τηλεφώνησε στις 04/10/2021, ενώ η πρώτη φορά που τον απείλησε ήταν το Μάρτιο του ιδίου έτους, όταν βγήκε από το νοσοκομείο. Κληθείς να κατονομάσει το νοσοκομείο στο οποίο νοσηλεύτηκε, ο Αιτητής απάντησε μονολεκτικά «Τogdheer». Ερωτηθείς εάν διαθέτει έγγραφα που να σχετίζονται με τη νοσηλεία του, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά, επικαλούμενος ότι δεν του έδωσαν.
Ερωτηθείς εάν, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, οι αρχές της χώρας θα του επιτρέψουν την είσοδο, ο Αιτητής απάντησε καταφατικά, προβάλλοντας επιπλέον ότι φοβάται ότι θα τον εντοπίσει ο αδερφός της κοπέλας του, επειδή ο κόσμος γνωρίζεται μεταξύ του ενώ σαν Gaboye θα υποστεί περαιτέρω διακρίσεις.
Κληθείς ωστόσο να σχολιάσει το γεγονός ότι για 7 μήνες, ουδέν πρόβλημα του δημιούργησε ο αδερφός της πρώην κοπέλας του, ο Αιτητής υπέβαλε ότι το εν λόγω πρόσωπο διέμενε σε άλλη πόλη. Ερωτηθείς εκ νέου πως θα είναι σε θέση να τον εντοπίσει ο αδερφός της κοπέλας του, δεδομένου ότι ζουν σε διαφορετικές πόλεις, ο Αιτητής ανέφερε ότι μπορεί κάποια ημέρα να τον βρει. Ως προς τον τρόπο που κατάφερε να τον εντοπίσει ο αδερφός της κοπέλας του στο γήπεδο, ο Αιτητής προέβαλε ότι του το είπαν κάποια άτομα που τον είδαν. Ερωτηθείς πως γνωρίζει τη συγκεκριμένη πληροφορία, ο Αιτητής αποκρίθηκε ότι δεν είναι σίγουρος, ωστόσο υποθέτει ότι ο αδερφός της κοπέλας του τον εντόπισε κατ’ αυτόν τον τρόπο.
Ερωτηθείς εάν σε περίπτωση επιστροφής του στη Σομαλία, θα μπορούσε να ζήσει με ασφάλεια σε κάποια άλλη περιοχή, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά, επικαλούμενος ότι η οικογένειά του ζει στην πόλη Burao και θα πήγαινε να μείνει μαζί τους.
Από τις δηλώσεις και αναφορές του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός, στην εισηγητική του έκθεση διέκρινε τους ακόλουθους δύο (2) ισχυρισμούς. Τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή συμπεριλαμβανομένης της φυλετικής του καταγωγής, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του, καθώς και τις δηλώσεις του περί του φόβου δίωξής του από την οικογένεια της κοπέλας του εξαιτίας του ότι ανήκει στη φυλή Gaboye.
Προχωρώντας στην αξιολόγησή τους, ο αρμόδιος λειτουργός έκανε εν μέρει αποδεκτό τον ισχυρισμό Αιτητή σχετικά τα προσωπικά του στοιχεία καθώς οι δηλώσεις, σε γενικές γραμμές, κρίθηκαν σαφείς και συνεκτικές, ενώ ο Αιτητής προσκόμισε διαβατήριο από τη χώρα καταγωγής του. Επισημαίνεται ωστόσο ότι δεν έγινε αποδεκτό το σκέλος που αφορά τη φυλετική καταγωγή του Αιτητή, αφού, σύμφωνα με τους Καθ’ ων η αίτηση, εκείνος δεν γνώριζε επαρκείς πληροφορίες γύρω από τη φυλή Gaboye, παραθέτοντας γενικόλογες αναφορές τις οποίες θα μπορούσε να παραθέσει οισδήποτε πολίτης της Σομαλίας, δηλώνοντας ότι μόνο ότι οι Gaboye εργάζονται ως κουρείς και υποδηματοποιοί, είναι φτωχοί και δέχονται διακρίσεις. Κληθείς να εξηγήσει άλλωστε τους λόγους για τους οποίους δεν ήταν σε θέση να παραθέσει στοιχειωδώς επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με τη φυλή Gaboye, σημειώνουν οι Καθ’ ων η αίτηση, ο Αιτητής απάντησε ανεπαρκώς ότι δεν έχει μελετήσει την ιστορία της φυλής του. Σημειώνουν επίσης οι Καθ΄ων η αίτηση, ότι ο Αιτητής ουδέν πρόβλημα αντιμετώπισε κατά την έκδοση του Διαβατηρίου του, κατά την έξοδό του από τη Σομαλία, εξασφάλισε χρήματα για το ταξίδι του, φοίτησε στο σχολείο για 11 χρόνια και δεν έχει αντιμετωπίσει πρόβλημα εκτός αυτής, πληροφορίες ωστόσο οι οποίες δε συνάδουν με τις διαθέσιμες πληροφορίες αναφορικά με τη φυλή Gaboye.Σημειώνω στο σημείο αυτό, ότι η συλλογιστική που ακολούθησαν οι Καθ’ων η αίτηση εμφανίζεται λανθασμένη, αφού ενώ ξεκινά με αξιολόγηση κινδύνου, ολοκληρώνεται ως μια ασαφής κατάληξη επί της εξωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεων του Αιτητή.
Διερευνώντας την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του Αιτητή, οι Καθ΄ων η αίτηση αρχικά τόνισαν ότι ο Αιτητής προσκόμισε αντίγραφο του Διαβατηρίου του, το οποίο επιβεβαιώνει τα στοιχεία της ταυτότητάς του.
Ακολούθως προέβησαν σε εκτενή έρευνα αναφορικά με τη φυλή Gaboye, εκ της οποίας ανέκυψαν πληροφορίες οι οποίες επιβεβαιώνουν ότι τα μέλη της αντιμετωπίζουν διακρίσεις σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας και στερούνται προστασίας από τους κρατικούς θεσμούς. Κρίνουν ωστόσο οι Καθ΄ων η αίτηση ότι οι αντληθείσες πληροφορίες δεν βρίσκουν έρεισμα στις δηλώσεις του Αιτητή και ως εκ τούτου το σκέλος του ισχυρισμού που αφορά την κατ’ επίκληση φυλετική του καταγωγή δεν έγινε αποδεκτό.
Αξιολογώντας την αξιοπιστία του δεύτερου ισχυρισμού και δη την εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του Αιτητή περί του ότι στοχοποιήθηκε από τον αδερφό της κοπέλας του λόγω της φυλετικής του καταγωγής, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει συνεκτικές, λεπτομερείς και ευλογοφανείς απαντήσεις κατά το στάδιο της διερεύνησης του αιτήματός του. Ειδικότερα, οι Καθ΄ων η αίτηση αρχικά επισημαίνουν ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με ευλογοφάνεια το λόγο για τον οποίο κατά την περίοδο μεταξύ Μαρτίου και Οκτωβρίου 2021 ουδέν πρόβλημα αντιμετώπισε από τον αδερφό της κοπέλας του, αφού προέβαλε ασαφώς μεν ότι προστατευόταν δια του να αποφεύγει να εξέρχεται της οικίας του, χωρίς ευλογοφάνεια δε ότι την ίδια περίοδο συμμετείχε σε ένα διαγωνισμό ταλέντων. Ως στερούμενες νοηματικής συνοχής κρίθηκαν και οι δηλώσεις του Αιτητή περί του ότι ο αδερφός της κοπέλας του τον επισκέφτηκε με τον πατέρα του στο νοσοκομείο απολογούμενοι και πλήρωσαν τα νοσήλιά του, ωστόσο μόλις ο Αιτητής εξήλθε του νοσοκομείου άρχισε να δέχεται απειλές από τον αδερφό της κοπέλας του. Κληθείς δε να σχολιάσει, ο Αιτητής απάντησε ανεπαρκώς, κατά τους Καθ’ ων η αίτηση, ότι πατέρας της κοπέλας του δεν επικρότησε την πράξη του γιού του.
Στη συνέχεια οι Καθ΄ων η αίτηση κρίνουν ότι αν και ο Αιτητής δήλωσε ότι χώρισε με την κοπέλα του το Φεβρουάριο του 2021, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο συνέχισε να τον καταδιώκει ο αδερφός της, αφού προέβαλε συναφώς, πλην όμως ασαφώς, ότι τον καταδίωκε γιατί το περιστατικό έγινε ευρέως γνωστό. Ακολούθως οι Καθ΄ων η Αίτηση έκριναν ως αντιφατικές τις δηλώσεις του Αιτητή περί του ότι γνώρισε την κοπέλα του σε μία γιορτή σε ένα ξενοδοχείο, αφού σύμφωνα με τον πυρήνα του αιτήματός του τα μέλη της φυλής Gaboye υφίστανται διακρίσεις και περιορισμούς από τα μέλη των επικρατούντων φυλών και δε δικαιολογείται η παρουσία του εκεί. Η δε τοποθέτηση του Αιτητή περί του ότι απέκρυπτε τη φυλετική του καταγωγή, κρίθηκε ως ανεπαρκής.
Συνεχίζοντας την αξιολόγησή τους, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι ο Αιτητής, δεδομένου ότι απέκρυπτε την φυλετική του καταγωγή, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει πως περιήλθε στη γνώση του αδερφού της κοπέλας του η σχέση του μαζί της αλλά κυρίως η φυλετική του καταγωγή, αφού ο Αιτητής προέβαλε γενικόλογα ότι μάλλον θα του το είπαν οι πελάτες του θανούντος [από το 2019] πατέρα του. Ως ασαφής και μη ευλογοφανής κρίθηκε άλλωστε και η θέση του Αιτητή περί του ότι ο αδερφός της κοπέλας του τους είδε σε ένα εστιατόριο, καθώς σύμφωνα με άλλες δηλώσεις του, υφίστατο αποκλεισμούς και διακρίσεις λόγω της φυλετικής του καταγωγής. Ακολούθως οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ως ασαφή τη δήλωση του Αιτητή περί του ότι η κοπέλα του δε γνώριζε τη φυλετική του καταγωγή.
Κληθείς άλλωστε να εξηγήσει τι τον ώθησε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του δεδομένου ότι για 7 μήνες το μόνο που συνέβη είναι να του τηλεφωνήσει δύο φορές ο αδερφός της κοπέλας του, χωρίς ωστόσο να του δημιουργήσει κάποιο άλλο πρόβλημα, ο Αιτητής αποκρίθηκε υπεκφεύγοντας, κατά τους Καθ’ ων η αίτηση, ότι τον απείλησε και τις δύο φορές ότι θα τον σκοτώσει.
Καταλήγοντας, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι δε θεμελιώνεται η εσωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού, τονίζοντας ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να θεμελιώσει την εσωτερική αξιοπιστία ούτε των δηλώσεών του γύρω από τη φυλετική του καταγωγή αλλά ούτε και αυτή των δηλώσεών του γύρω από μεταχείριση της οποίας έγινε δέκτης από τον αδερφό της κοπέλας.
Διερευνώντας την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του Αιτητή, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι τα όσα δήλωσε ο Αιτητής αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματος του και χωρίς να προβούν σε περαιτέρω έρευνα και αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεων του Αιτητή, απέρριψαν τον υπό εξέταση ισχυρισμό στο σύνολό του ως μη αξιόπιστο.
Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι, επί τη βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές αναφορικά με τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του, ήτοι την πόλη Burao στη Σομαλιλάνδη, δεν καταγράφονται συγκρούσεις, ικανές να επιφέρουν περιστατικά αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων έτσι ώστε να πιθανολογηθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του εκεί, ο Αιτητής θα κινδυνέψει λόγω της κατάστασης ασφαλείας. Καταληκτικά, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν το φόβο του Αιτητή ως αβάσιμο και μη δικαιολογημένο, κρίνοντας ακολούθως ότι από τα στοιχεία και το προφίλ του Αιτητή, τις δηλώσεις του και την αξιολόγηση κινδύνου δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξής του σε περίπτωση επιστροφής του στην πόλη Burao της Σομαλιλάνδης στο πλαίσιο του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Επιπλέον κρίθηκε πως δεν προέκυψε κίνδυνος σοβαρής βλάβης ούτε στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1) και (2) του περί Προσφύγων Νόμου, σε περίπτωση επιστροφής του εκεί. Σε σχέση δε με τις προϋποθέσεις ένταξής του στο άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε ότι δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής λόγω αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς και εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, αφού η πόλη Burao, δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Ολοκληρώνοντας, οι Καθ΄ων η αίτηση κρίνουν ότι ενδεχόμενη επιστροφή του Αιτητή στη Σομαλία δεν αντίκεται στην αρχή της μη επαναπροώθησης και το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς δεν ανέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι εάν επιστέψει εκεί, ο Αιτητής θα υποβληθεί σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία.
Κατά την ενώπιόν μου διαδικασία και συγκεκριμένα στις 05/11/2025, ο συνήγορος του Αιτητή προωθεί, στα πλαίσια του ισχυρισμού του περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους των Καθ΄ων η αίτηση, ότι οι τελευταίοι παρέλειψαν να διερευνήσουν τις συνθήκες που επικρατούν γύρω από τους μικτούς γάμους στη Σομαλία και να προβούν σε αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεων του Αιτητή.
Από τη μεριά της, η συνήγορος των Καθ΄ων η αίτηση υπεραμύνθηκε της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, τονίζοντας ότι δεν έχει γίνει αποδεκτό ότι ο Αιτητή ανήκει στη φυλετική ομάδα Gaboye, ότι σε κάθε περίπτωση με την κοπέλα του χώρισαν το 2021 και ότι κατά τα λοιπά, εξέλαβε μόρφωση επί σειρά 11 ετών, εξέδωσε διαβατήριο και ταξίδεψε εκτός Σομαλίας χωρίς να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα, διαφαίνεται ότι ζούσε μια φυσιολογική ζωή, έχοντας μάλιστα λάβει μέρος σε διαγωνισμό ταλέντων ως τραγουδιστής.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.
Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο/Η Αιτητής/τρια έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του/της. Ο/Η Αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημα για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση του/της Αιτητή/τρια, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.
Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.
Ως προς την αιτιολόγηση των αποφάσεων της Διοίκησης, αυτή είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (βλ. Γρηγορόπουλος κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1997) 4 ΑΑΔ 1414).
Στην απόφαση Γενεθλίου ν. Συμβούλιο Αμπελουργικών Προϊόντων (1990) 3 ΑΑΔ 4096, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αποφάσεις των Διοικητικών Αρχών πρέπει να περιέχουν πλήρη επαρκή και σαφή αιτιολογία. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου. Η πλήρης αιτιολογία περιέχει ή δείχνει τη νομική βάση της διοικητικής απόφασης. Η αιτιολογία συνδέεται άμεσα με τη νομική έκδοση και νομιμότητα της διοικητικής πράξης. Περαιτέρω είναι αναγκαία για να μπορεί με ευχέρεια να γίνεται ο δικαστικός έλεγχος».
Έχοντας μελετήσει με προσοχή τους ισχυρισμούς του Αιτητή, παρατηρώ κατ’ αρχάς ότι οι Καθ’ων η αίτηση όφειλαν να διακρίνουν ως ξεχωριστό και αυτοτελή ισχυρισμό τον ισχυρισμό του περί της φυλετικής του καταγωγής, εφόσον εξ αυτής προκύπτει και ο κατ’ ισχυρισμό κίνδυνος δίωξής του στη χώρα καταγωγής του.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του θα εξετάσεις τους εξής ισχυρισμούς: 1. Προσωπικά στοιχεία, τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής, 2. Ο Αιτητής ανήκει στη φυλετική ομάδα Gaboye, 3. Ο Αιτητής στοχοποιήθηκε από τον αδερφό της πρώην κοπέλας του λόγω της φυλετικής του καταγωγής.
Το Δικαστήριο μελετώντας το σύνολο του διοικητικού φακέλου, αποδέχεται τον ισχυρισμό του Αιτητή σχετικά με τα προσωπικά στοιχεία, τον τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής καθώς δεν προέκυψαν περί του αντιθέτου στοιχεία και σύμφωνα με την έκθεση/εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, οι δηλώσεις του Αιτητή επιβεβαιώθηκαν και/ή εντοπίστηκαν σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και/ή χαρτογράφησης. Άλλωστε δεν παραγνωρίζω και λαμβάνω υπόψη ότι προς επίρρωση του εν λόγω ισχυρισμού ο Αιτητής παρουσίασε διαβατήριο εκδοθέν από τις αρχές της χώρας καταγωγής του.
Ως προς τον δεύτερο, διακριθέντα από το Δικαστήριο ισχυρισμό του Αιτητή περί του ότι ανήκει στη φυλετική ομάδα Gaboye, και δη την εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του, παρατηρώ ότι οι παρεχόμενες πληροφορίες είναι γενικόλογες και περιορισμένης έκτασης. Ειδικότερα, ο Αιτητής αδυνατεί να παραθέσει επαρκή και συγκεκριμένα στοιχεία αναφορικά με τη δομή, την ιστορία ή τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της φυλής στην οποία δηλώνει ότι ανήκει, ενώ δηλώνει ότι δεν διατηρεί επαφές με αυτήν και ότι αγνοεί περαιτέρω πληροφορίες. Το στοιχείο αυτό αποδυναμώνει την αξιοπιστία του σχετικού ισχυρισμού, καθόσον η φυλετική του ταυτότητα προβάλλεται ως κεντρικός λόγος δίωξης.
Παρά το γεγονός ότι στην αγόρευση του συνηγόρου του γίνεται αναφορά σε στοιχεία που αφορούν τη φυλή Gaboye, δεν προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου άμεση μαρτυρία από τον ίδιο τον Αιτητή, ώστε να είναι εφικτή η αξιολόγηση της εσωτερικής του αξιοπιστίας. Ως εκ τούτου, οι σχετικές αναφορές παραμένουν σε θεωρητικό επίπεδο, χωρίς να υποστηρίζονται από προσωπική και πειστική αφήγηση.
Αξιολογώντας την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του Αιτητή, το Δικαστήριο προχώρησε σε επιπλέον έρευνα γύρω από τη φυλή Gaboye και εντόπισε ότι αποτελεί μια μειονοτική ομάδα στη Σομαλία, μια επαγγελματική «κάστα», η οποία ορίζεται από τα παραδοσιακά επαγγέλματα των μελών της. Οι Gaboye παραδοσιακά εργάζονταν για κυρίαρχες φυλές σε επαγγέλματα όπως κουρείς ή εργάτες δέρματος, με τις γυναίκες να εκτελούν αγγειογραφίες και περιτομές[1].
Σύμφωνα με το COI Query της EUAA του 2019, με τον όρο Gaboοye χαρακτηρίζονται συλλογικά οι εθνοτικές ομάδες των Madhibaan και των Muse Diriye, τα μέλη των οποίων συναποτελούν την πιο πολυάριθμη επαγγελματική μειονότητα στη Σομαλιλάνδη, ενώ διαβιούν επίσης, σε μικρότερους αριθμούς, στην Αιθιοπία, στην Puntland και στη νότια Σομαλία. Πρόκειται για ορολογία «ομπρέλα», στην οποία περιλαμβάνονται και άλλες υπό-φυλές[2]. Οι Gabooye ζουν σε ορισμένες περιθωριοποιημένες γειτονιές, ιδιαίτερα στις πόλεις της βόρειας Σομαλίας (π.χ. στη Hargeisa, η συνοικία Gabooye ονομάζεται Dami). Ακόμη και οι ανώτατες αρχές των υποομάδων (των Gabooye) Madhibaan και Muse Diriye - οι θρησκευτικοί και παραδοσιακοί ηγέτες τους - δεν έχουν καμία επιρροή έξω από την κοινότητά τους[3].
Σε σχέση με τα χαρακτηριστικά των Gaboye, παλαιότερη έκθεση της επιτροπής Μετανάστευσης και Προσφύγων του Καναδά επιβεβαιώνει ότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένα φυσικά διακριτικά χαρακτηριστικά των Gabooye, ενώ σε αλληλογραφία με τη Διεύθυνση Έρευνας, ένας συνεργάτης του Ινστιτούτου Κοινωνικής Ανθρωπολογίας Max Planck, ο οποίος έχει δημοσιεύσει μια ακαδημαϊκή εργασία σε θέματα που σχετίζονται με τη Σομαλία και έχει πραγματοποιήσει έρευνα πεδίου στη βόρεια Σομαλία, εξήγησε ότι οι Gabooye διακρίνονται με βάση τη γενεαλογία τους και μπορούν να χωριστούν σε τέσσερις άλλες υποομάδες: Madhiban, Muuse Deriyo, Tumaal και Yibir. Αν και ορισμένα μέλη των υποομάδων Midgaan και Yibir έχουν τη δική τους διάλεκτο, γενικά οι Gabooye χρησιμοποιούν την «τυπική» σομαλική γλώσσα. Οι Gabooye συχνά ζουν σε ξεχωριστές περιοχές μακριά από τις πλειοψηφικές φυλές που θεωρούν τους Gabooye "βρώμικους"[4].
Με βάση τις πιο πάνω πληροφορίες το Δικαστήριο κρίνει ότι, παρά του ότι ορισμένα επιμέρους στοιχεία των ισχυρισμών του Αιτητή ως προς τη φυλή Gaboye συνάδουν με τις παρατεθείσες πληροφορίες, όπως ο μειονοτικός χαρακτήρας, τα παραδοσιακά επαγγέλματα και η απουσία διακριτών φυσικών χαρακτηριστικών, εντούτοις η έλλειψη επαρκούς γνώσης, η γενικότητα των απαντήσεών του και οι ανακολουθίες ως προς τη δομή και τα χαρακτηριστικά της εν λόγω ομάδας υπονομεύουν την προσωπική του αξιοπιστία. Ως εκ τούτου, η δηλωθείσα φυλετική του καταγωγή δεν τεκμηριώνεται κατά τρόπο επαρκώς αξιόπιστο και δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο.
Αξιολογώντας ακολούθως την εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του Αιτητή περί του ότι στοχοποιήθηκε από τον αδερφό της πρώην κοπέλας του λόγω της φυλετικής του καταγωγής, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η αφήγηση του Αιτητή δεν χαρακτηρίζεται από την απαιτούμενη συνοχή και συνεκτικότητα αλλά και ευλογοφάνεια. Ειδικότερα, ενώ ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι υπέστη σοβαρή επίθεση με μαχαίρι λόγω της σχέσης του, όπου και νοσηλέυτηκε για δύο μήνες εντούτοις δηλώνει ότι ο φερόμενος δράστης, μαζί με τον πατέρα του, τον επισκέφθηκαν στο νοσοκομείο, ζήτησαν συγγνώμη και κάλυψαν τα έξοδα νοσηλείας, γεγονός που δεν συνάδει με τους μεταγενέστερους ισχυρισμούς περί συνεχιζόμενων απειλών θανάτου από το ίδιο πρόσωπο. Επιπλέον, ουδέν περαιτέρω στοιχείο προέβαλε σε σχέση με μακρά σχετικά νοσηλεία του. Περαιτέρω, μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο, ο Αιτητής αναφέρει ότι δέχθηκε μόνον δύο τηλεφωνικές απειλές και δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε άλλο περιστατικό για διάστημα περίπου επτά μηνών μέχρι την αναχώρησή του, στοιχείο που αποδυναμώνει τον ισχυρισμό περί άμεσου και διαρκούς κινδύνου. Οι δηλώσεις του ως προς τον τρόπο εντοπισμού του από τον φερόμενο διώκτη παραμένουν ασαφείς και βασίζονται σε υποθέσεις, ενώ η συμπεριφορά του κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, όπως η συμμετοχή του σε δημόσιο διαγωνισμό, δεν συνάδει με πρόσωπο που τελεί υπό πραγματικό φόβο δίωξης. Τέλος, δεν προκύπτει επαρκώς αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της λήξης της σχέσης του τον Φεβρουάριο του 2021 και της φερόμενης συνέχισης των απειλών έκτοτε και μέχρι την εγκατάλειψη της χώρας καταγωγής του.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του Αιτητή, συμφωνώ με τον συνήγορο του Αιτητή πως όφειλαν οι Καθ’ ων η αίτηση να προβούν σε σχετική έρευνα, ωστόσο η παράλειψη αυτή δεν καθίσταται μοιραία, εφόσον το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να προβεί το ίδιο σε σχετική έρευνα, ως προς την εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του Αιτητή.
Μετά από σχετική έρευνα το Δικαστήριο εντόπισε σε σχέση με την εν γένει αντιμετώπιση των μελών της υπό εξέταση μειονοτικής ομάδας και τα προφίλ που στοχοποιούνται στη Σομαλία, του 2021, ότι τα μέλη της φυλής Gaboye/Mahdiban αντιμετωπίζουν πράγματι διάφορες μορφές διακρίσεων, οι οποίες εκδηλώνονται κυρίως με την περιορισμένη πρόσβασή τους στην εκπαίδευση, στην ενασχόλησή τους με ορισμένα επαγγέλματα και στην απόκτηση οικονομικών πόρων, στην προστασία τους από τις κρατικές αρχές, καθώς και με την ελλιπή συμμετοχή τους στον πολιτικό βίο[5].
Παρά το ότι ο Αιτητής δήλωσε ότι η σχέση του με την συγκεκριμένη κοπέλας διήρκησε μόλις ένα μήνα και διαφαίνεται ότι δεν επρόκειτο για σοβαρή σχέση με προοπτική το γάμο, εντούτοις ο κ. Βασιλόπουλος δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να ερευνήσουν τις συνθήκες που επικρατούν στη Σομαλία σε σχέση με μεικτούς γάμους. Καίτοι ο ισχυρισμός αυτός δεν προκύπτει βάσιμος έχοντας κατά νου τους ισχυρισμούς του Αιτητή, το Δικαστήριο για σκοπούς πληρότητας της απόφασης προέβη σε σχετική έρευνα αναφορικά με το θεσμό του γάμου στη Σομαλία. Από αυτή προκύπτει ότι οι γάμοι αποτελούν σημαντικό μέσο σφυρηλάτησης κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών δεσμών στην σομαλική κοινωνία. Οι δεσμοί που δημιουργούνται μέσω του γάμου ονομάζονται «xidid» στα σομαλικά, που κυριολεκτικά σημαίνει «ρίζα». Οι γάμοι συχνά δημιουργούν πολιτικές συμμαχίες. Σφυρηλατούνται μεταξύ οικογενειών των οποίων τα μέλη θεωρούν τους εαυτούς τους ουσιαστικά ίσους. Αυτό σημαίνει ότι οι γάμοι μεταξύ μιας «ισχυρής» και μιας «αδύναμης» ομάδας ή μεταξύ μιας πλειοψηφικής και μιας μειοψηφικής ομάδας παραδοσιακά δεν αντιμετωπίζονται με καλό μάτι. Στην καθημερινή ζωή, εξακολουθούν να συμβαίνουν, λόγω των ατομικών προτιμήσεων και των ρομαντικών συναισθημάτων των εμπλεκομένων ατόμων[6].
Παράλληλα, παλαιότερη μεν, απόλυτα σχετική δε, έκθεση του IRB το 2013, αναφέρει ότι η πλειοψηφία των φυλών απαγορεύεται να παντρεύονται άτομα της κάστας Gabooye, ότι ο γάμος μεταξύ του Gabooye και των "περισσότερων άλλων Σομαλικών ομάδων" είναι "ταμπού" και ειδικά στη Σομαλιλάνδη, αυτό το ταμπού τηρείται αρκετά αυστηρά εξηγώντας ότι ένας άνδρας από μια πλειοψηφική φυλή μπορεί να παντρευτεί μια γυναίκα από μια φυλή μειονότητας, όπως συμβαίνει μερικές φορές (πιο συχνά με τον Majeerteen στην Πούντλαντ, λιγότερο συχνά με τον Isaaq ή τους Darood στη Σομαλιλάνδη). Αλλά ο γάμος μιας γυναίκας από μια πλειοψηφική ομάδα με έναν άνδρα από μια φυλή μειονότητας είναι το τελικό σκάνδαλο, επειδή τα παιδιά της θα γίνουν μέλη της Midgan/μειονοτικής ομάδας και έτσι, «χαμένα» εντελώς στα μάτια της οικογένειάς της. Σε άλλη περίπτωση, αν μια γυναίκα από τη Μίντγκαν γεννήσει παιδιά του Ισαάκ ή του Νταρούντ, είναι ένα «βήμα προς τα πάνω» από γενεαλογική άποψη[7].
Η δε έκθεση Country Focus της EUAA, επιβεβαιώνει ότι αν ένας άνδρας από μια κυρίαρχη φυλή παντρευτεί μια γυναίκα Gaboye, η ίδια του η οικογένεια μπορεί να το αποδοκιμάσει και τα παιδιά του πιθανότατα θα προσβληθούν. Αν ένας άνδρας από τις Gaboye παντρευτεί μια γυναίκα από μια φυλή πλειοψηφίας, αυτό συνήθως προκαλεί μεγάλες συγκρούσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων οικογενειών. Κανονικά, η οικογένεια της γυναίκας απορρίπτει έναν τέτοιο γάμο και οι συγγενείς της μπορούν ακόμη και να απειλήσουν ή να επιτεθούν στον (υποψήφιο) σύζυγο ή/και την οικογένειά του[8].
Με βάση τις ανωτέρω πληροφορίες προκύπτει ότι, μολονότι τα μέλη της ομάδας Gaboye/Madhiban υφίστανται πράγματι κοινωνικές διακρίσεις και περιορισμούς στη Σομαλία, ιδίως ως προς την πρόσβαση σε πόρους, επαγγέλματα και κοινωνική αποδοχή, εντούτοις οι διαφυλετικές σχέσεις και γάμοι, αν και κοινωνικά αποδοκιμαζόμενοι και ενίοτε πηγή εντάσεων μεταξύ οικογενειών, δεν αποκλείονται πλήρως στην πράξη. Ωστόσο, στις περιπτώσεις όπου άνδρας από μειονοτική ομάδα επιδιώκει σχέση ή γάμο με γυναίκα από κυρίαρχη φυλή, δύνανται να προκύψουν σοβαρές αντιδράσεις από την οικογένεια της τελευταίας, περιλαμβανομένων απειλών ή και βίαιων ενεργειών. Υπό το πρίσμα αυτό, ο ισχυρισμός του Αιτητή περί αντίδρασης από τον αδερφό της κοπέλας του λόγω της φυλετικής του καταγωγής κρίνεται κατ’ αρχήν ως αντικειμενικά πιθανός, πλην όμως, η γενική αυτή διαπίστωση δεν αρκεί αφ’ εαυτής για να τεκμηριώσει την αλήθεια των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο Αιτητής. Δεδομένης της μη στοιχειοθετηθείσας εσωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεων του Αιτητή, το Δικαστήριο απορρίπτει τον ισχυρισμό αυτό.
Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι οι Καθ’ ων η αίτηση ορθά απέρριψαν την αίτηση του Αιτητή επί της ουσίας, εφόσον είναι ξεκάθαρο από τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα πως αυτός δεν απέδειξε λόγο δίωξης σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.
Σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου, καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δύναται να παραχωρηθεί σε οποιοδήποτε Αιτητή σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1) του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19 του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619.).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην Burao, τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει κίνδυνο θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[…]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στο τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή.
Εξ αυτής προκύπτει ότι το Burco (Burao) είναι μια μικρή πόλη που βρίσκεται στην περιοχή Togdheer της Σομαλιλάνδης[9], με περίπου 99.000 κατοίκους, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2025[10], η δεύτερη πιο πυκνοκατοικημένη πόλη στη Σομαλιλάνδη, ενώ ήταν εκεί που έλαβε χώρα η μονομερής ανακήρυξη της ανεξάρτητης Δημοκρατίας της Σομαλιλάνδης το 1991[11].
Η Σομαλιλάνδη αποτελεί μία αποσχισθείσα ημιερημική περιοχή της Σομαλίας στις ακτές του Κόλπου Aden, η οποία ανακήρυξε την ανεξαρτησία της το 1991 μετά την ανατροπή του στρατιωτικού δικτάτορα, Siad Barre[12]. Έκτοτε ακολούθησε αποσχιστικός αγώνας στα πλαίσια του οποίου δυνάμεις του Siad Barre καταδίωκαν αντάρτες, σκοτώθηκαν χιλιάδες άνθρωποι και πόλεις ισοπεδώθηκαν. Δεν πρόκειται για διεθνώς αναγνωρισμένη χώρα, ωστόσο διαθέτει λειτουργικό πολιτικό σύστημα, κυβερνητικούς θεσμούς, αστυνομική δύναμη, εθνικό νόμισμα και ο πληθυσμός της εκτιμήθηκε το 2024 σε περίπου 5.700.000 κατοίκους[13]. Σε σχέση με της επαρχίες της Σομαλιλάνδης, διεθνείς πηγές χαρτογράφησης επιβεβαιώνουν ότι η επικράτεια της Σομαλιλάνδης αποτελείται από τις επαρχίες Sool και Sanaag στα ανατολικά, τις επαρχίες Togdheer, Hargeisha και Sahil στα κεντρικά και την επαρχία Awdal στα Δυτικά της περιφέρειας[14].Σύμφωνα με έναν διοικητικό χάρτη αναφοράς της UNOCHA, η περιοχή Togdheer μοιράζεται ένα διεθνή σύνορα με την Αιθιοπία. Εσωτερικά συνορεύει με τις περιοχές Wogoyi Galbeed, Soul,και Sanaag. Αποτελείται από τέσσερις συνοικίες: Sheikh, Owdweyne, Burco (ή Burao) και Buhodle (ή Buuhoodle). Πρωτεύουσα της περιοχής είναι το Burco (ή Burao)[15].
Σύμφωνα με έκθεση της EUAA αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη Σομαλία το 2025, η επαρχία Toghdeer βρισκόταν υπό τον έλεγχο της αποσχιστικής διοίκησης της Σομαλιλάνδης και όχι της Al Shabab. Η ίδια έκθεση, ως προς τα περιστατικά ασφαλείας στην διοικητική περιφέρεια Togdheer, αναφέρει ότι μετά το 2023 δεν έχουν καταγραφεί περιστατικά που να σχετίζονται με τη δυναμική κάποιας σύγκρουσης εκεί[16].
Η έκθεση που δημοσίευσε το BTI, ένα παγκόσμιο φόρουμ το οποίο προήλθε από τη συνεργασία σχεδόν 300 εμπειρογνωμόνων χωρών και περιοχών από κορυφαία πανεπιστήμια και δεξαμενές σκέψης παγκοσμίως, αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη Σομαλία το 2024 αναφέρει ότι πλην της παρουσίας της Al Shabab στις οροσειρές Golis της επαρχίας Sanaag της Σομαλιλάνδης, οι εντάσεις μεταξύ των περιφερειών της Σομαλιλάνδης και του Puntland για τις επαρχίες Sool και Sanaag παραμένουν άλυτες[17], αναφέροντας ότι στις κοινές, αμφισβητούμενες, ανατολικές, παραμεθόριες περιοχές τους, ξέσπασαν, την περίοδο αναφοράς, συγκρούσεις μεταξύ των δυνάμεων ασφαλείας της Σομαλιλάνδης και των διαδηλωτών, αφού τα ανατολικά τμήματα των επαρχιών Sool και Sanaag, καθώς και η περιοχή Buhoodle στην επαρχία Togdheer, διεκδικούνται από αμφότερες τις περιφέρειες[18].
Σε σχέση με τα περιστατικά ασφαλείας στην επαρχία Toghdeer κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους, η πύλη ALCED καταγράφει 43 περιστατικά ασφαλείας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), τα οποία επέφεραν 14 απώλειες[19]. Στην πόλη Burao συγκεκριμένα, η ACLED κατέγραψε 11 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία επέφεραν 2 απώλειες[20]. Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πόλης Burao το 2026, ανέρχεται σε περίπου 155.860 κατοίκους[21].
Τα εν λόγω στοιχεία, εξεταζόμενα συνδυαστικά με τον εκτιμώμενο πληθυσμό της πόλης, ως αναφέρεται πιο πάνω, καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά μόνο από την παρουσία του στην εν λόγω πόλη, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Εφαρμόζοντας άλλωστε τη μέθοδο της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας», όπως αυτή απορρέει από τη νομολογία του ΔΕΕ, εκ του περισσού βεβαίως εφόσον κρίθηκε ήδη ότι στο τόπο δεν υφίστανται συνθήκες αδιάκριτης βίας, και λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, διαπιστώνεται ότι δεν προκύπτουν στοιχεία τα οποία να συνηγορούν υπέρ του ότι αυτός, λόγω των προσωπικών του περιστάσεων, θίγεται ειδικώς και αυξάνονται οι πιθανότητες να εκτεθεί σε περιστατικά αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά αμάχων, αφού πρόκειται για άνδρα, υγιή και αρτιμελή, διαθέτει οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του, και ειδικότερα στον τόπο συνήθους διαμονής του ήτοι την πόλη Burao, διαθέτει ικανοποιητική μόρφωση, με ικανότητα προς εργασία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον ανωτέρω κίνδυνο.
Το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 (2) (γ) του Ν.6(Ι)/2000 για να παρασχεθεί στον Αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας υπό τις πρόνοιες του ανωτέρω άρθρου.
Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω υπό τις περιστάσεις, ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός του για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας ως προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου, η δε απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση κρίνεται πλήρως αιτιολογημένη.
Λαμβάνεται υπόψιν και το γεγονός ότι ούτε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας ο Αιτητής κατόρθωσε να αντικρούσει τα ευρήματα περί αναξιοπιστίας των ισχυρισμών του από τους Καθ’ ων η αίτηση, ούτε όμως προέβαλε οποιονδήποτε στοιχειοθετημένο ισχυρισμό σε σχέση με τον πυρήνα του αιτήματός του για διεθνή προστασία.
Με βάση όλα τα πιο πάνω η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα και δεδομένης της ελλιπούς έρευνας που διεξήχθη από τους Καθ’ ων η αίτηση, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως επιδικαστούν μειωμένα έξοδα στο ποσό των €700 υπερ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Α. AΓΡΟΤΗ, Δ. ΔΔΔΠ
[1] Minority Rights Groups, Occupational groups in Somalia, n.d., https://minorityrights.org/communities/occupational-groups/#:~:text=Gaboye%20have%20traditionally%20worked%20for,Dheriyo%20and%20Madhiban%2C%20among%20others., (20/12/2025)
[2] Somalia - The Madhiban cast - EASO COI Query Response, 29/01/2019, Publisher(s): EU - European Asylum Support Office (EASO), www.coi.easo.europa.eu/administration/easo/PLib/SOM_Q3.pdf, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/12/2025)
[3]EUAA-European Union Agency for Asylum formerly: European Asylum Support Office, EASO): Somalia; Targeted Profiles September2021
https://www.ecoi.net/en/file/local/2060580/2021_09_EASO_COI_Report_Somalia_Targeted_profiles.pdf σελ. 63 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/12/2025)
[4] Immigration and Refugee Board of Canada, Responses to Information Requests, October 2013, www.justice.gov/file/294391/dl?inline, (02/12/2025)
[5] EUAA -European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Somalia Targeted profiles, Country of Origin Information Report September 2021, available at: https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2021_09_EASO_COI_Report_Somalia_Targeted_profiles.pdf σς. 62 - 63 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/12/2025)
[6] Hoehne, M. V., Telephone interview, 9 March 2025, https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-report-somalia-country-focus, (20/12/2025)
[7] Immigration and Refugee Board of Canada, Responses to Information Requests, October 2013, www.justice.gov/file/294391/dl?inline, (20/12/2025)
[8] EUAA, Country Focus, Somalia, January 2025, Kemal Dahir Ashour, Telephone interview, 10 March 2025, σελ. 60, https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-report-somalia-country-focus, (20/12/2025).
[9].Nightearth.com, Burco, Togdheer (Somaliland), Somalia, n.d., https://www.nightearth.com/showitem.php?item=burco-togdheer_(somaliland)-somalia&lang=en#gsc.tab=0, (ημ. πρόσβ. 23/04/2026)
[10] https://worldpopulationreview.com/cities/somalia, (ημ. πρόσβ. 23/04/2026)
[11] Radiosomaliland, Burao, n.d., https://www.radiosomaliland.com/burao/, (ημ. πρόσβ. 23/04/2026)
[12] ΒΒC News, "Somaliland profile", 02/01/2024, https://www.bbc.com/news/world-africa-14115069 (ημ. πρόσβ. 23/04/2026)
[13] Όπ. π.
[14] https://www.shutterstock.com/el/image-vector/administrative-map-de-facto-state-somaliland-2441163961, (ημ. πρόσβασης 30/05/2025)
[15] UNOCHA, Somalia Administrative Reference Map, as of 20 July 2023, https://www.unocha.org/attachments/21dce458-fade-4db2-ae3e-315a18e0903b/Somalia_Administrative%20Reference%20Map_20230326.pdf, (ημ. πρόσβ. 23/04/2026)
[16] EUAA, Security Situation, Somalia, May 2025, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-06/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf, σελ. 142, (ημ. πρόσβ. 23/04/2026)
[17] BTI, Somalia Country Report 2024, n.d., διαθέσιμο σε https://bti-project.org/en/reports/country-report/SOM, ((ημ. πρόσβ. 23/04/2026)
[18] Όπ. π.
[19] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Somalia, Toghdeer, Events / Fatalities, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/04/2026)
[20] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Somalia, Galmuduug, Events / Fatalities, Past Year, Zoom map in Burao, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/04/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο