Ζ. Α. Τ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.317/24, 7/5/2026
print
Τίτλος:
Ζ. Α. Τ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.317/24, 7/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.317/24

 

7 Μαΐου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Ζ. Α. Τ.

                                                                                                                        Αιτήτρια

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κος Α. Δημητρίου, Δικηγόρος για Αιτήτρια

Κα Θ. Παπανικολάου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση                                                       

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή η αιτήτρια αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.23/01/24, δια της οποίας απορρίφθηκε η επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας, ως άκυρης, παράνομης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος και έκδοση απόφασης επί της ουσίας του αιτήματος, «με την οποία να αντικαθίσταται η προσβαλλόμενη απόφαση» (Αιτητικό Α) ή, διαζευκτικά, απόφαση δια της οποίας να αναγνωρίζεται η αιτήτρια ως δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας (Αιτητικό Β) και απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι η αιτήτρια δικαιούται να τύχει προστασίας από την επαναπροώθηση (Αιτητικό Γ).

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, η αιτήτρια κατάγεται από το Καμερούν, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 23/11/20 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 10/01/21 (ερ.1-3, 34).

Στις 21/11/23 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με την αιτήτρια από την Υπηρεσία προς εξέταση του αιτήματός για διεθνή προστασία όπου της δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα της (ερ.24-34). Μετά τη συνέντευξη ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση - Εισήγηση και στις 09/01/24 η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε (ερ.61-76).

Ακολούθως ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία της δόθηκε διά χειρός στις 23/01/24 στην αγγλική γλώσσα, την οποία κατανοεί (ερ.77, 3).

Στην επίδικη αίτηση ασύλου η αιτήτρια καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής της εξαιτίας της αγγλόφωνης κρίσης και των αιματοχυσιών στις αγγλόφωνες περιοχές. Αυτό, ως αναφέρει, συμβαίνει από το 2016, όταν δημιουργήθηκε η ομάδα μαχητών, γνωστή ως «Amba Restoration Forces». Τα δύο αδέρφια της αιτήτριας εντάχθηκαν στην δύναμη και είναι μαχητές, ο στρατός τους αναζητεί και γι’ αυτό ο στρατός επισκεπτόταν το χωριό της αιτήτριας και απειλούσε την μητέρα της να τους αποκαλύψει που βρίσκονταν, διαφορετικά θα τη σκότωναν και έτσι η μητέρα της αιτήτριας, η οποία υποφέρει από υψηλή αρτηριακή πίεση, αναγκάστηκε να πουλήσει περιουσία για να βοηθήσει την αιτήτρια να εγκαταλείψει τη χώρα, καθότι – ως αναφέρει - όλη η οικογένειά της είναι στόχος.

Κατά τη συνέντευξη η αιτήτρια ανέφερε ότι γεννήθηκε στο χωριό Kulabei, μεγάλωσε στο χωριό Efah, στη βορειοδυτική περιφέρεια, διέμενε από το 2016 μέχρι που έφυγε από το Καμερούν στην Bamenda, έχει δύο μεγαλύτερα αδέλφια, ο πατέρας της απεβίωσε η δε μητέρα της ζει στο χωριό Efah, η ίδια ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια μόρφωση της, έλαβε εκπαίδευση ως κομμώτρια και διατηρούσε μικρό κομμωτήριο στην Bamenda.

Ερωτώμενη σχετικά η αιτήτρια ανέφερε ότι εγκατέλειψε το Καμερούν εξαιτίας της ένταξης των αδερφών της στους Ambazonians, λόγω της οποίας ο στρατός επιτίθετο στην μητέρα της με σκοπό να ομολογήσει που βρίσκονται τα αδέρφια της. Ως ανέφερε, στις 03/04/20 η αιτήτρια επισκέφθηκε την μητέρα της στο χωριό Efah, στις 09/04/20 ο στρατός επιτέθηκε στο χωριό τους και τότε στρατιώτες εισήλθαν πυροβολώντας στο σπίτι τους και έψαχναν τα αδέρφια της, χτύπησαν την μητέρα της και βίασαν την ίδια. Με την βοήθεια του γείτονα, η αιτήτρια μεταφέρθηκε λιπόθυμη σε νοσοκομείο στην Bamenda, όπου νοσηλεύτηκε για αρκετές μέρες, ακολούθως πήγε στο σπίτι του θείου της για να συνέλθει, ωστόσο εξαιτίας του άγχους και φοβιών που ανέπτυξε δυσκολευόταν να αντιμετωπίσει την κατάσταση και γι’ αυτό, με την οικονομική συνδρομή της μητέρας της, η αιτήτρια έφτασε στα κατεχόμενα και απ’ εκεί στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας.

Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις η αιτήτρια ανέφερε ότι τα αδέλφια της εντάχθηκαν στους Ambazonians το 2018, σε ηλικία των 28 και 30 ετών αντίστοιχα, με συνθηματικά ονόματα. Ως ανέφερε, εντάχθηκαν λόγω της υπόσχεσης του θείου τους ότι θα κερδίζουν χρήματα, αφού μετά την αποφοίτησή τους από το σχολείο ήταν δύσκολο να εργαστούν, λόγω της περιθωριοποίησης που υφίσταντο επειδή ήταν αγγλόφωνοι. Ερωτηθείσα η αιτήτρια που βρίσκονται τα αδέρφια της, απάντησε ότι δεν γνωρίζει καθώς πολεμούν στην περιοχή και μένουν σε στρατόπεδα σε μυστικές τοποθεσίες, στην περιφέρεια Momo, όπου – ως ανέφερε - ελέγχουν την περιοχή. Ερωτώμενη πως ο στρατός πληροφορήθηκε για την ένταξή τους στους μαχητές η αιτήτρια ανέφερε ότι πιθανό να το έμαθαν μετά από έρευνα και ο λόγος που τους αναζητά ο στρατός είναι γιατί είναι ενεργοί μαχητές. Στην προσπάθειά του στρατού για εντοπισμό τους σε επισκέψεις στο χωριό της η μητέρα της δεχόταν επιθέσεις καθότι πίστευαν ότι (η μητέρα) βοηθά τους μαχητές. Ερωτηθείσα, αν από το 2018 (όταν εντάχθηκαν τ’ αδέλφια της στους μαχητές), μέχρι τις 09/04/20, όταν συνέβη το περιστατικό του βιασμού, ο στρατός την προσέγγισε με οποιοδήποτε τρόπο, η αιτήτρια επιβεβαίωσε ότι ήταν μόνο την συγκεκριμένη μέρα, ήτοι στις 09/04/20.

Ερωτώμενη σχετικά με τον βιασμό της ανέφερε ότι την μέρα που εισέβαλαν στρατιώτες στο σπίτι τους, με τη βία ένας στρατιώτης άρπαξε την μητέρα της και την κτύπησε και στη συνέχεια απείλησαν την αιτήτρια, την έδεσαν και τέσσερις από αυτούς τη βίασαν, αυτή παρέμεινε για 3-4 μέρες λιπόθυμη και όταν αυτή συνήλθε βρισκόταν σε νοσοκομείο στην Bamenda. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της, παρά την φροντίδα που της παρείχαν οι γιατροί, η ίδια βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, καθότι της ήταν δύσκολο να ξεπεράσει όσα συνέβησαν. Οι ειδικοί στο νοσοκομείο, προσπαθούσαν να τη βοηθήσουν να διαχειριστεί την εμπειρία της, ωστόσο η αιτήτρια ένιωθε ντροπή, παρά τις συμβουλές των ειδικών να προσπαθήσει να αφήσει πίσω τα όσα πέρασε, και συνεχίζει να έχει ακόμα εφιάλτες. Όταν έλαβε εξιτήριο από το νοσοκομείο, η αιτήτρια διέμενε μαζί με τον θείο της στην Bamenda και έξι μήνες μετά εγκατέλειψε την χώρα. Ερωτηθείσα η αιτήτρια για τον λόγο που δεν ζήτησε βοήθεια από εξειδικευμένο επαγγελματία σχετικά με την εμπειρία της, ανέφερε ότι ακόμα αισθάνεται ντροπή, όμως πλέον έχει αρραβωνιαστεί, ο σύντροφός της είναι υποστηρικτικός και έχει  αποκτήσει ένα τέκνο μαζί του, στη Δημοκρατία.

Κληθείσα να αναφέρει αν πληροφορήθηκε από την μητέρα της σχετικά με την κατάσταση στη χώρα, η αιτήτρια απάντησε ότι η κατάσταση χειροτερεύει και ακόμα την επισκέπτονται μέλη του στρατού και (η μητέρα της) αναγκάζεται να παραμένει, όταν ο στρατός πηγαίνει στο χωριό της, στις δασώδεις περιοχές. Ερωτώμενη σχετικά η αιτήτρια ανέφερε ότι σε περίπτωση επιστροφής της είναι πιθανό να την αναγνωρίσουν ως την αδερφή των δύο μαχητών αδερφών της, οι οποίοι είναι γνωστοί και τους οποίους αναζητούν ,και δεν θα μπορούσε να ζήσει σε κάποια άλλη περιοχή του Καμερούν γιατί οι γαλλόφωνοι έχουν κατασκόπους και πιθανό να την υποδείξουν ως αγγλόφωνη, ως εξήγησε.

Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα της αιτήτριας στη συνέντευξη, σχημάτισαν τους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς:

1.    Ταυτότητα, το προφίλ και χώρα καταγωγής της αιτήτριας

2.    Ισχυριζόμενη συμμετοχή των αδελφών της αιτήτριας στους Ambazonians

3.    Ισχυριζόμενος βιασμός της αιτήτριας από μέλη του στρατού

Εκ των ως άνω ισχυρισμών οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν ως αξιόπιστους και αληθείς τον 1ο και 3ο ισχυρισμό, απορρίπτοντας τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό της αιτήτριας.

Αναφορικά με τον 2ο ως άνω ισχυρισμό, κρίθηκε ότι οι επί τούτου δηλώσεις της αιτήτριας στερούντο επαρκών λεπτομερών και παρουσίαζαν έλλειψη σαφήνειας. Ως αναφέρεται στην επίδικη έκθεση, η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες για το πως εντάχθηκαν τα αδέλφια της στους Ambazonians, πότε, για ποιο λόγο η ίδια γνώριζε τα συνθηματικά τους ονόματα, που βρίσκονταν και τι έκαναν ως μαχητές μέλη των δυνάμεων των αποσχιστών και ούτε ήταν σε θέση να εξηγήσει με ποιο τρόπο – ως η ίδια είχε αναφέρει – ο στρατός πληροφορήθηκε για τη δράση τους και τους αναζητούσε, παρότι ερωτήθηκε επί όλων των ως άνω επισταμένα. Κατά την εξέταση της εξωτερικής συνοχής του ως άνω ισχυρισμού έγινε έρευνα σε διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ) εκ της οποίας βρέθηκαν στοιχεία που συνάδουν με τα όσα ανέφερε η αιτήτρια περί της ύπαρξης και δράσης των Ambazonians και του ονόματος του αρχηγού τους (Lucas Cho Ayaba), ο οποίος - ωστόσο, ως σημειώθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση - βρίσκεται στο εξωτερικό και δεν ασχολείται με την επιχειρησιακή δράση των αποσχιστών. Εκ των ως άνω, δεδομένης της ελλείψεως επαρκώς πληροφοριών, ήτοι εσωτερικής συνοχής, στα λεγόμενα της αιτήτριας, ο 2ος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε.

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου στη βάση του ισχυρισμού που έγινε αποδεκτός αναφορικά με την καταγωγή, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής της αιτήτριας, κατόπιν επισκόπησης της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής της (Bamenda), ήταν κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση που επιστρέψει αυτή κινδυνεύει να αντιμετωπίσει δίωξη ή σοβαρή βλάβη. Ειδικώς σχετικά με τον 3ο ουσιώδη ισχυρισμό περί βιασμού της αιτήτριας από μέλη του στρατού, ο οποίος έγινε αποδεκτός, οι καθ’ ων η αίτηση σημείωσαν ότι δεδομένου ότι ο μόνος λόγος που υπέστη τούτο είναι λόγω του ότι τα αδέλφια της συμμετείχαν στους Ambazonians, το οποίο, ως αναφέρουν, δεν δεικνύει προσωπική στοχοποίηση και, δεδομένου ότι αυτή  δεν υπέστη κάτι άλλο μέχρι που έφυγε από το Καμερούν, δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα επανάληψης τέτοιου συμβάντος.

Συνεπεία των ως άνω ευρημάτων η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εξεδόθη απόφαση επιστροφής της αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της.

Στην προσφυγή ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας καταγράφει αρκετούς νομικούς ισχυρισμούς, πολλούς εκ των οποίων αναπτύσσει και προωθεί στην γραπτή αγόρευση.

Στην αγόρευση της αιτήτριας αναφέρεται κατά τη συνέντευξη δεν παρασχέθηκε σ’ αυτή διερμηνέας, η δε κατάρτιση του λειτουργού που διενήργησε τη συνέντευξη στην αγγλική γλώσσα δεν προκύπτει από τον φάκελο και συνεπώς – ως αναφέρει – αμφισβητείται εδώ η ποιότητα επικοινωνίας κατά τη συνέντευξη. Επί της ουσίας ο συνήγορος της αιτήτριας, κάνοντας αναφορές και παραθέτοντας πλούσιες παραπομπές σε σχετική νομολογία και την οικεία νομοθεσία, εισηγείται ότι δεν αξιολογήθηκε δεόντως η πιθανότητα δίωξης ή και σοβαρής βλάβης της αιτήτριας κατά την επιστροφή της και δεν συνυπολογίστηκε αλλά ούτε και εκτιμήθηκε, υπό το φως των λοιπών περιστάσεων της, το γεγονός ότι έγινε ήδη αποδεκτός ο 3ος ουσιώδης ισχυρισμός περί βιασμού της από μέλη του στρατού, εκ του οποίου, ως αναφέρει, αποδεικνύεται η παρελθούσα δίωξη/βλάβη, η οποία περαιτέρω, πέραν του ότι καταδεικνύει ότι υφίσταται εύλογη πιθανότητα να υποστεί δίωξη ή βλάβη κατά την επιστροφή της, συνιστά και παράβαση του αρ.3 της ΕΣΔΑ. Προς επίρρωση των όσων παραθέτει πλήθος πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής (ΠΧΚ), εκ των οποίων, ως εισηγείται, καταδεικνύεται ότι η έμφυλη βία αποτελεί συχνό φαινόμενο στη χώρα καταγωγής, ειδικώς δε στις περιοχές που, ως ο τόπος διαμονής της αιτήτριας, μαστίζονται από συγκρούσεις στρατού/αποσχιστών, στα πλαίσια της αγγλόφωνης κρίσης. Περαιτέρω σημειώνει ότι η γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στις αγγλόφωνες περιοχές είναι άκρως επισφαλής, με σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τόσο από τις δυνάμεις του στρατού όσο και των αποσχιστών.

Συνεπεία των ως άνω – ως εισηγείται ο συνήγορος της – υφίσταται εύλογη πιθανότητα δίωξης της αιτήτριας, με τη μορφή σεξουαλικής ή άλλων μορφών βίας, για λόγους που σχετίζονται με την ιδιότητα μέλους συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας, ήτοι των γυναικών στο Καμερούν, οι οποίες υφίστανται τέτοιες πράξεις βίας, ή και λόγω αποδιδόμενων σ’ αυτή πολιτικών πεποιθήσεων, ήτοι σύμπραξης της αιτήτριας ή και συμπάθειας προς το κίνημα των αποσχιστών, κατά των οποίων δεν μπορεί να λάβει προστασία, ιδίως εφόσον, ως ο συνήγορος της αναφέρει, εν προκειμένω στους φορείς δίωξης περιλαμβάνεται και το κράτος. Περαιτέρω, ως αναφέρει, δεδομένου του επισφαλούς της κατάστασης στον τόπο διαμονής της αιτήτριας (Βορειοδυτική Περιοχή), θα πρέπει – σε περίπτωση που δεν γίνει δεκτός ο κίνδυνος δίωξης της – να γίνει δεκτό ότι η αιτήτρια χρήζει συμπληρωματικής προστασίας στη βάση του 19 (2) (γ) του Νόμου, ή – σε κάθε περίπτωση – προστασίας από την επαναπροώθηση, στη βάση του αρ.3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).

Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι εδώ ουδείς ισχυρισμός της αιτήτριας δικογραφείται δεόντως και ουδείς αναπτύσσεται επαρκώς στην αγόρευση και είναι συνεπώς ανεπίδεκτοι δικαστικής κρίσης, παραθέτοντας σχετική νομολογία. Επί της ουσίας αναφέρουν ότι άπαντα τα ευρήματα τους επί της αξιοπιστίας των ισχυρισμών της αιτήτριας όσο και επί της (μη) ύπαρξης αναγκών διεθνούς προστασίας ή προστασίας από επαναπροώθηση είναι απολύτως εύλογα, ενδελεχώς τεκμηριωμένα, προϊόντα δέουσας έρευνας όλων των ενώπιον τους στοιχείων και πλήρως αιτιολογημένα, ουδεμία πλάνη έχει παρεισφρήσει κατά την λήψη της επίδικης απόφασης και ουδεμία πλημμέλεια εντοπίζεται αναφορικά με τη διαδικασία.

Αναφορικά κατ’ αρχήν με τα όσα ο συνήγορος της αιτήτριας αναφέρει σε σχέση με την ποιότητα επικοινωνίας κατά τη συνέντευξη αλλά και τη γνώση της γλώσσας επικοινωνίας από τον λειτουργό που διενήργησε τη συνέντευξη, από την ανάγνωση του πρακτικού συνέντευξης δεν μπορώ να εντοπίσω πλημμέλεια ή σφάλμα στη διαδικασία. Στην αιτήτρια εξηγήθηκαν δεόντως όλη η διαδικασία της συνέντευξης (ερ.33), αφού ερωτήθηκε ρητά αν αντιλαμβανόταν τον διερμηνέα και τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν (και αντίστοιχα αν ο διερμηνέας αντιλαμβανόταν την ίδια) απάντησε καταφατικά και, κατόπιν ανάγνωσης (readback) του επίδικου πρακτικού της συνέντευξης, η αιτήτρια έθεσε την υπογραφή της, βεβαιώνοντας ότι όσα ανέφερε καταγράφηκαν επ’ ακριβώς και ότι αυτή αντιλαμβανόταν πλήρως τη γλώσσα της συνέντευξης (ερ.24). Περαιτέρω, πριν αρχίσει η συνέντευξη, εξηγήθηκε στην αιτήτρια ότι αν δεν αντιλαμβάνεται τα διαλαμβανόμενα θα πρέπει να το αναφέρει αμέσως. Άλλωστε, από το ερ.3 προκύπτει ότι η αιτήτρια δήλωσε ως μητρική της γλώσσα τα αγγλικά.

Δεν εντοπίζω σημείο εκ του οποίου να δεικνύεται πλημμελής επικοινωνία της αιτήτριας στην αγγλική γλώσσα. Σημειώνω ότι στο αρ.17 (9) (γ) του Νόμου αναφέρεται ότι κατά τη συνέντευξη επιλέγεται «διερμηνέα[ς] ικανό[ς] να διασφαλίζει τη δέουσα επικοινωνία μεταξύ του αιτητή και του αρμόδιου λειτουργού που διεξάγει τη συνέντευξη» και πως «η επικοινωνία διενεργείται στη γλώσσα που προτιμά ο αιτητής, εκτός εάν υπάρχει άλλη γλώσσα την οποία κατανοεί και στην οποία είναι σε θέση να επικοινωνήσει με σαφήνεια», στο δε αρ.18 (1) γίνεται αναφορά περί «αναγκαίου διερμηνέα». Εκ των ως άνω καθίσταται σαφές ότι ο νομοθέτης, σε πλήρη συμμόρφωση με τις σχετικές Οδηγίες, των οποίων τα ως άνω άρθρα αποτελούν την μεταφορά στην εθνική νομοθεσία, θέλει να διασφαλίσει την δέουσα επικοινωνία του αιτητή (αιτήτριας) με τον διεξάγοντα τη συνέντευξη λειτουργό. Ουδεμία αμφιβολία γεννάται εδώ αναφορικά με την ποιότητα επικοινωνίας κατά τη συνέντευξη και συνεπώς δεν μπορώ να δεχθώ τις σχετικές αιτιάσεις του συνηγόρου της αιτήτριας. Επί όμοιου ζητήματος, στην απόφαση του Ανώτατου στην υπ. αρ.1694/11, Noel De Silva v. Δημοκρατίας, ημ.07/02/14, λέχθηκε ότι «[…] ο αιτητής υπέγραψε δήλωση ότι, όλες οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται είναι αληθινές και ότι αντιλαμβάνεται το ερωτηματολόγιο και τις αντίστοιχες απαντήσεις. Στη συνέχεια βεβαιώνει, ότι έχει καταγραφεί αντικατοπτρίζει επακριβώς τη δήλωσή του. Συνεπώς το επιχείρημα αυτό δεν έχει έρεισμα».

Δεδομένων των ως άνω οι ισχυρισμοί περί μη δέουσας γνώσεως ή και κατάρτισης του λειτουργού που διενέργησε την επίδικη συνέντευξη και συνέταξε την επίδικη έκθεση, στην απουσία περί του αντίθετου μαρτυρίας, δεδομένου του ότι το τεκμήριο της κανονικότητας της διαδικασίας παραμένει ακλόνητο, απορρίπτονται ως ατεκμηρίωτοι [βλ. Κόκκινου ν. Δημοκρατίας (1999) 4 ΑΑΔ 263, Kousoulides v. Republic (1967) 3 C.L.R. 438]. Επί πανομοιότυπου δε ισχυρισμού, στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.95/2023, B. E. J. ν Δημοκρατίας, ημ.27/02/25 αναφέρθηκε πως «ούτε [...] τα όσα προβάλλονται σε σχέση με την ταυτότητα και τα προσόντα του λειτουργού που διενήργησε τη συνέντευξη θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά, αφού στη βάση του τεκμηρίου της κανονικότητας, του οποίου επίκληση έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, τεκμαίρεται ότι η διοίκηση λειτούργησε σύμφωνα με τον Νόμο.  Δεν έχει δε υποδειχθεί οτιδήποτε από τον Εφεσείοντα ικανό να ανατρέψει το πιο πάνω τεκμήριο.»

Δεδομένου ότι οι υπόλοιποι προωθούμενοι εκ της αιτήτριας ισχυρισμοί συμπλέκονται με την επί της ουσίας ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων, αρχίζοντας από τον απορριφθέντα 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, η οποία τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, αναφέρεται στην σελ.98, ότι «[...] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.». Στην σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] οι δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […] Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»

Έχοντας διέλθει με προσοχή του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου και των όσων η αιτήτρια ανέφερε τόσο στην επίδικη αίτηση όσο και κατά τη συνέντευξη που ακολούθησε, είναι κατάληξη μου ότι τα λεγόμενα της στα πλαίσια του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού της περί συμμετοχής των αδελφών της στους Ambazonians διατηρούν εσωτερική συνοχή, αφού η αιτήτρια – στο σύντομο αφήγημα της αλλά και σε όλες τις ερωτήσεις που έγιναν επ’ αυτού – υπήρξε, κατά το ευλόγως αναμενόμενο – συνεκτική, παραθέτοντας πλήρη και επαρκή στοιχεία για τη δράση των αδελφών της, τον χρόνο ένταξης τους στις τάξεις των αποσχιστών, το που ενέδρευαν και, ερωτώμενη σχετικά, παρότι λακωνική, δεν έχει υποπέσει στην παραμικρή αντίφαση επί των ως άνω. Ενδεικτικά σημειώνω ότι η αιτήτρια ήταν σε θέση να αναφέρει το πότε εντάχθηκαν οι αδελφοί της στους αποσχιστές, πόσων χρονών ήταν τότε, γιατί γνωρίζει τα συνθηματικά τους ονόματα, τα οποία ανέφερε, το που αυτοί δρουν και έδωσε σαφή και ειλικρινή αιτιολογία σχετικά με το γιατί δεν γνωρίζει η ίδια περισσότερα για τη δράση τους, αναφέροντας ότι όσα έμαθε τα πληροφορήθηκε από την μητέρα της, αφού – ως περαιτέρω εξήγησε, το οποίο συνάδει με τα λοιπά λεγόμενα της -  η ίδια διέμενε στην Bamenda ήδη από το 2016, ενώ τα αδέλφια της εντάχθηκαν στις τάξεις των αποσχιστών το 2018, σημειώνοντας εντούτοις ότι έκτοτε επισκέπτεται συχνά την μητέρα της στο χωριό που διαμένει και πληροφορείται για τα τεκτενόμενα εκεί. Σημειώνω ότι η λακωνικότητα των απαντήσεων της αιτήτριας, δεδομένου ότι άπαντα τα λεγόμενα της διατηρούν συνοχή και ευλογοφάνεια, θεωρώ ότι θα πρέπει να καταλογισθεί υπέρ και όχι κατά της αξιοπιστίας της αιτήτριας, καθώς θεωρώ ότι καταδεικνύει το ανόθευτο των δηλώσεων της και το αυθόρμητο, γνήσιο του αφηγήματος της. Θεωρώ ότι εν προκειμένω η αιτήτρια, παρότι σύντομη στις αποκρίσεις της, παρέθεσε μια ειλικρινή εξιστόρηση όσων αυτή και η μητέρα της υπέστηκαν, τα οποία άλλωστε συνάδουν με ΠΧΚ που εντοπίζονται σχετικά, εκ των οποίων επιβεβαιώνεται η δράση των αποσχιστών, οι συχνές συγκρούσεις τους με τον στρατό και το πλήθος παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του τοπικού αγγλόφωνου πληθυσμού. Σχετικές ΠΧΚ τίθενται και πιο κάτω, στα πλαίσια της αξιολόγησης κινδύνου που ακολουθεί.

Ενόψει των ως άνω και λαμβανομένου υπόψη του ότι ο 1ος και 3ος ισχυρισμοί έγιναν ήδη αποδεκτοί από τους καθ’ ων η αίτηση (με τα ευρήματα των οποίων συμφωνώ, ως αυτά καταγράφονται στην επίδικη έκθεση [ερ.71-72], και τα οποία υιοθετώ ως έχουν), άπαντες οι ισχυρισμοί της αιτήτριας γίνονται αποδεκτοί ως αξιόπιστοι.

Προχωρώ λοιπόν σε αξιολόγηση κινδύνου και τυχόν αναγκών διεθνούς προστασίας, στη βάση των ενώπιον μου στοιχείων.

Προέχει η εξέταση τυχόν συνδρομής λόγων για παροχή προσφυγικού καθεστώτος.

Παρεμβάλλω ότι, σύμφωνα με το αρ.3 του περί Προσφύγων Νόμου (στο εξής ο Νόμος) και αρ.2 (δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (στο εξής η Οδηγία), ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται «[…] πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής […]». Σύμφωνα δε με το αρ.3Γ του Νόμου και αντίστοιχα αρ.9 της Οδηγίας, η πράξη δίωξης η οποία προκαλεί βάσιμο φόβο καταδίωξης θα πρέπει να «είναι αρκούντως σοβαρή λόγω της φύσης ή της επανάληψής της ώστε να συνιστά σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση βάσει του άρθρου 15 παράγραφος 2 της ευρωπαϊκής σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών· ή να αποτελεί σώρευση διαφόρων μέτρων συμπεριλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία να είναι αρκούντως σοβαρή ούτως ώστε να θίγεται ένα άτομο κατά τρόπο αντίστοιχο με τον αναφερόμενο στο στοιχείο».

Σχετικά με τον ισχυρισμό ότι η αιτήτρια υφίσταται κίνδυνο διώξεως λόγω αποδιδόμενων σ’ αυτή πολιτικών πεποιθήσεων, ήτοι – ως εισηγείται ο συνήγορος της – ως προσκείμενη φιλικά ή υποστηρίζουσα το κίνημα των αποσχιστών, ένεκα της συμμετοχής των αδελφών της στους Ambazonians, σημειώνω τα εξής επί του νομικού πλαισίου.

Στο εγχειρίδιο «Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας (οδ.2011/95/ΕΕ)», EASO, Δικαστική Ανάλυση, σελ.60, αναφέρεται ότι «οι πράξεις μπορεί να θεωρούνται πολιτικές στην επίμαχη χώρα καταγωγής ανεξάρτητα από το γεγονός ότι μπορεί να είναι χαμηλού πολιτικού επιπέδου ή όχι εμφανώς πολιτικού χαρακτήρα» και πως ένα άτομο «ενδέχεται να διατρέχει κίνδυνο δίωξης λόγω πολιτικών πεποιθήσεων εάν οι περιστάσεις είναι τέτοιες ώστε [..] να του καταλογίζουν πολιτικές πεποιθήσεις αντίθετες προς τις δικές τους.».

Επί της σημασίας που αποκτά η προηγούμενη δίωξη ενός αιτητή διαφωτιστικά είναι τα και όσα αναφέρονται στο εγχειρίδιο του EASO «Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας (οδηγία 2011/95/ΕΕ) – Δικαστική Ανάλυση», σελ.94, παρ.1.9.2.:

«Είναι σημαντικό ότι η προγενέστερη δίωξη, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 4 της ΟΕΑΑ (αναδιατύ­πωση), δεν περιλαμβάνει μόνο πράξεις δίωξης, αλλά και απειλές δίωξης (524). Επομένως, τόσο προγενέστερες πράξεις όσο και απειλές δίωξης είναι «ενδείξεις του βάσιμου φόβου [του αιτούντος] ότι η επίμαχη δίωξη θα επαναληφθεί σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής» (525). Εάν ο αιτών υποβλήθηκε ήδη σε δίωξη ή άμεση απειλή δίωξης, τότε, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 4 της ΟΕΑΑ, το γεγονός αυτό αποτελεί αφ’ εαυτού «σοβαρή ένδειξη ότι είναι βάσιμος ο φόβος» (526).

Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει προϋπόθεση προγενέστερης δίωξης, αλλά οι αποδείξεις προγενέστερης δίω­ξης αποτελούν σοβαρή ένδειξη του βάσιμου φόβου δίωξης του αιτούντος, εκτός εάν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για να θεωρηθεί ότι η εν λόγω δίωξη δεν θα επαναληφθεί.»

Στο σημείωμα της Υπάτης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγές «Note on Burden and Standard of Proof in Refugee Claims, 16 December 1998» αναφέρονται δε τα εξής, σε σχέση με το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται και το διενεργούμενο έλεγχο των δεδομένων εκάστης υπόθεσης σε μελλοντοστραφή βάση :

«In common law countries, the law of evidence relating to criminal prosecutions requires cases to be proved “beyond reasonable doubt”. In civil claims, the law does not require this high standard; rather the adjudicator has to decide the case on a “balance of probabilities”. Similarly in refugee claims, there is no necessity for the adjudicator to have to be fully convinced of the truth of each and every factual assertion made by the applicant. The adjudicator needs to decide if, based on the evidence provided as well as the veracity of the applicant’s statements, it is likely that the claim of that applicant is credible.

[…]

In the case of R. v Secretary of State for the Home Department ex parte Sivakumaran, etc. the House of Lords took into consideration the gravity of the consequences of an erroneous judgement and called for a test less stringent than the “more likely than not” standard. It ruled that the fear is well-founded if there is reasonable degree of likelihood that the person will be persecuted for one of the reasons mentioned in the Convention if returned to his country. »

Στο εγχειρίδιο του EASO «Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας (οδηγία 2011/95/ΕΕ) – Δικαστική Ανάλυση» αναφέρονται τα εξής:

[Παρ.1.9.1., σελ.90-91]

«Ο όρος «βάσιμος φόβος» σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει έγκυρη αντικειμενική βάση για τον φόβο δίωξης του αιτούντος. Το συγκεκριμένο στοιχείο του ορισμού του πρόσφυγα αφορά τον κίνδυνο ή την πιθανότητα να υποστεί δίωξη. Ο φόβος θεωρείται βάσιμος, εάν διαπιστώνεται ότι υπάρχει «εύλογη» πιθανότητα να υλοποιηθεί στο μέλλον (493). Για τη διαπίστωση αυτή, είναι απαραίτητο να αξιολογούνται οι δηλώσεις του αιτούντος υπό το πρίσμα όλων των σχετικών περιστάσεων της υπόθεσης [άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση)] και να ελέγχονται οι περιστάσεις που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του, καθώς και η συμπεριφορά των υπευθύνων δίωξης (494). Επομένως, η διαπίστωση του βάσιμου φόβου συνδέεται στενά με το καθήκον της αξιολόγησης των αποδεικτικών στοιχείων και της αξιοπιστίας που διέπεται πρωτίστως από το άρθρο 4 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση). Η αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης της αξιοπιστίας, είναι το πρώτο στάδιο. Εάν τα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε ο αιτών γίνουν δεκτά ως αξιόπιστα, ο υπεύθυνος για τη λήψη της απόφασης προχωρά στο δεύτερο στάδιο και εξετάζει κατά πόσον τα γεγονότα και οι περιστάσεις που έγιναν δεκτά ισοδυναμούν με βάσιμο φόβο.

[Παρ.1.9.1.2., σελ.93]

Για το Supreme Court (Ανώτατο Δικαστήριο) του Ηνωμένου Βασιλείου, ο φόβος είναι βάσιμος εάν υπάρχει «πραγματικός και σημαντικός κίνδυνος» ή «εύλογος βαθμός πιθανότητας» δίωξης για λόγο που προβλέπεται στη Σύμβαση (514).

Το σημαντικότερο είναι ότι και τα τρία αυτά κριτήρια θεωρούν ότι ο φόβος είναι βάσιμος, ανεξάρτητα από το κατά πόσον η πιθανότητα δίωξης είναι κατώτερη του 50 %. Ομοίως, στην απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση Saadi κατά Ιταλίας στο πλαίσιο του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, το ΕΔΔΑ αποφάνθηκε ότι ο αιτών δεν υποχρεούται «[να αποδείξει] ότι είναι περισσότερο πιθανό να υποβληθεί παρά να μην υποβληθεί σε κακομεταχείριση» (515). Επομένως, το κριτήριο του «βάσιμου φόβου» σημαίνει ότι, παρότι η απλή ή απομακρυσμένη πιθανότητα δίωξης αποτελεί ανεπαρκή κίνδυνο για να αποδειχθεί βάσιμος φόβος, ο αιτών δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι η πιθανότητα να υποστεί δίωξη υπερβαίνει το 50 % (516)

Υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου

Κατ’ εφαρμογή και των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών, επανερχόμενος στα ενώπιον μου στοιχεία, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο βιασμός της αιτήτριας έλαβε χώρα στο χωριό όπου διαμένει η μητέρα της, σε μια από τις συχνές επισκέψεις της αιτήτριας στην μητέρα της για να τη βοηθήσει (ερ.27). Ήταν κατά τη διάρκεια τέτοιας επίσκεψης που, κατά την επίθεση στρατιωτών στο σπίτι της μητέρας της που – συγκυριακά, δεδομένου ότι, ως η ίδια αναφέρει, ουδεμία άλλη επίθεση ή απειλές ή άλλης μορφής ενόχληση δέχθηκε, είτε πριν είτε μετά το συμβάν του βιασμού της, στον τόπο διαμονής της (Bamenda) η αιτήτρια – της επιτέθηκαν και τη βίασαν. Εκ τούτων προκύπτει ότι η βάναυση πράξη που υπέστη ήταν αποτέλεσμα της ατυχούς παρουσίας της στο σπίτι της μητέρας της κατά τον χρόνο εκείνο και όχι αποτέλεσμα προσωπικής στοχοποίησης της ιδίας ή απόδοσης σ’ αυτήν ότι συμπράττει ή βοηθά καθ’ οιονδήποτε τρόπο το κίνημα των αποσχιστών. Αυτό, ως η ίδια η αιτήτρια ειλικρινώς θεωρώ αναφέρει, έγινε σε σχέση με την μητέρα της, την οποία ο στρατός επισκεπτόταν συχνά, απειλώντας την προκειμένου να τους δώσει πληροφορίες για το που βρίσκονται οι γιοί της και την οποία υποπτεύονταν ότι τους παρέχει τρόφιμα (ερ.28, 25-26). Αυτό όμως δεν ισχύει για την αιτήτρια και συνεπώς θεωρώ ότι ο βιασμός της και ο τυχόν κίνδυνος που ενδεχομένως διατρέχει (επ’ αυτού θα επανέλθω πιο κάτω) κατά την επιστροφή της δεν ανάγεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο σε αποδιδόμενη σ’ αυτήν σύμπραξη με τους αποσχιστές (και συνεπώς ούτε αποδιδόμενες πολιτικές πεποιθήσεις).

Σχετικά με τον ισχυρισμό ότι η αιτήτρια υφίσταται κίνδυνο διώξεως ως μέλος ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, ήτοι – ως ο συνήγορος της εισηγείται – ως γυναίκα στο Καμερούν, θα πρέπει κατ’ αρχήν να σημειωθούν τα εξής επί του νομικού πλαισίου.

Στο αρ.3Δ του Νόμου αναφέρεται ότι η ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα νοείται όταν «τα μέλη της ομάδας αυτής έχουν κοινά εγγενή χαρακτηριστικά ή κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί ή έχουν από κοινού χαρακτηριστικά ή πεποιθήσεις τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ή τη συνείδηση, ώστε ένα πρόσωπο να μην πρέπει να αναγκάζεται να τις αποκηρύξει και […] η ομάδα έχει ιδιαίτερη ταυτότητα στην οικεία χώρα, διότι γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική ομάδα από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο.» Σημειώνεται ότι το αρ.3Δ συνιστά (αυτολεξεί) μεταφορά στην εθνική νομοθεσία του αρ.10 (1) (δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Το ως άνω άρθρο έχει τύχει ερμηνείας στα πλαίσια σχετικού προδικαστικού ερωτήματος από εθνικό Δικαστήριο στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στην υπ. αρ.C‑621/21, WS, ECLI:EU:C:2024:47, ημ.16/01/24, όπου αναφέρονται τα εξής διαφωτιστικά αναφορικά με το εύρος εφαρμογής της διάταξης αυτής.

«48. Συναφώς, επισημαίνεται ότι, αφενός, το αρ60, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της Κωνσταντινούπολης ορίζει ότι η βασιζόμενη στο φύλο βία κατά των γυναικών πρέπει να αναγνωρισθεί ως μορφή δίωξης υπό την έννοια του άρθρου 1, τμήμα Α, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Γενεύης. Αφετέρου, το εν λόγω άρθρο 60, παράγραφος 2, επιβάλλει στα μέρη να διασφαλίζουν ότι καθένας από τους λόγους δίωξης που προβλέπονται στη Σύμβαση της Γενεύης πρέπει να ερμηνεύεται λαμβανομένου υπόψη του φύλου και ότι, οσάκις στοιχειοθετείται ότι ο φόβος δίωξης οφείλεται σε έναν ή περισσότερους από τους παραπάνω λόγους, πρέπει να χορηγείται στους αιτούντες άσυλο καθεστώς πρόσφυγα.

49. Δεύτερον, όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό μιας ομάδας ως «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας», η οποία προβλέπεται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2011/95 και υπομνήσθηκε στη σκέψη 40 της παρούσας αποφάσεως, ήτοι το να έχουν τα μέλη της τουλάχιστον ένα από τα τρία αναγνωριστικά στοιχεία που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, επισημαίνεται ότι το ανήκειν στο γυναικείο φύλο συνιστά ένα εγγενές χαρακτηριστικό και, ως εκ τούτου, αρκεί για να μπορεί να γίνει δεκτό ότι πληρούται η εν λόγω προϋπόθεση.

50. Τούτο δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να μπορούν επίσης να θεωρηθούν ως μέλη «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας», κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95, γυναίκες οι οποίες έχουν ένα πρόσθετο κοινό χαρακτηριστικό όπως, επί παραδείγματι, ένα άλλο εγγενές χαρακτηριστικό ή κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί, φερ’ ειπείν μια ιδιάζουσα οικογενειακή κατάσταση, ή ακόμη από κοινού χαρακτηριστικά ή πεποιθήσεις τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ή τη συνείδηση ώστε να μην πρέπει οι γυναίκες αυτές να αναγκάζονται να τις αποκηρύξουν.

[…]

52. Τρίτον, όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό μιας ομάδας ως «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας», η οποία σχετίζεται με την «ιδιαίτερη ταυτότητα» της ομάδας στη χώρα καταγωγής, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι είναι δυνατόν οι γυναίκες να γίνονται αντιληπτές με διαφορετικό τρόπο από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο και να αναγνωρισθεί, εξ αυτού του λόγου, ότι έχουν ιδιαίτερη ταυτότητα στον εν λόγω κοινωνικό χώρο, ιδίως λόγω των κοινωνικών, ηθικών ή νομικών κανόνων που επικρατούν στη χώρα καταγωγής τους.

53. Η δεύτερη αυτή προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό μιας ομάδας ως «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας» πληρούται και στην περίπτωση γυναικών οι οποίες έχουν ένα πρόσθετο κοινό χαρακτηριστικό, όπως, παραδείγματος χάριν, ένα εξ αυτών που μνημονεύονται στις σκέψεις 50 και 51 της παρούσας αποφάσεως, όταν οι κοινωνικοί, ηθικοί ή νομικοί κανόνες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής τους έχουν ως συνέπεια να γίνονται οι γυναίκες αυτές αντιληπτές με διαφορετικό τρόπο από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο λόγω αυτού του κοινού τους χαρακτηριστικού.

54. Στο πλαίσιο αυτό, διευκρινίζεται ότι εναπόκειται στο οικείο κράτος μέλος να καθορίσει ποιος περιβάλλων κοινωνικός χώρος είναι κρίσιμος προκειμένου να εκτιμηθεί εάν υφίσταται ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα. Ο κοινωνικός χώρος δύναται να συμπίπτει με το σύνολο του εδάφους της τρίτης χώρας καταγωγής του αιτούντος διεθνή προστασία ή να μην είναι τόσο ευρύς, παραδείγματος χάριν μπορεί να περιορίζεται σε τμήμα του εδάφους της ή σε μέρος μόνον του πληθυσμού της.

[…]

56. Γεγονός παραμένει ότι το να υφίστανται κάποιου είδους διάκριση ή δίωξη πρόσωπα που έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό μπορεί να αποτελεί κρίσιμο στοιχείο όταν, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν πληρούται η δεύτερη προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό μιας ομάδας ως «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας» που προβλέπεται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95, πρέπει να διερευνηθεί εάν η επίμαχη ομάδα εμφανίζεται ως διακριτή ομάδα υπό το πρίσμα των κοινωνικών, ηθικών ή νομικών κανόνων που επικρατούν στην χώρα καταγωγής. Η ανωτέρω ερμηνεία επιρρωννύεται και από το σημείο 14 των κατευθυντήριων οδηγιών της HCR για τη διεθνή προστασία αριθ. 2, σχετικά με τη «συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» στα πλαίσια του άρθρου 1, τμήμα Α, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Γενεύης.

57. Ως εκ τούτου, μπορεί να θεωρηθεί ότι οι γυναίκες, στο σύνολό τους, έχουν την ιδιότητα μέλους «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας», κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95, οσάκις διαπιστώνεται ότι, λόγω του φύλου τους, εκτίθενται στη χώρα καταγωγής τους, σε σωματική ή ψυχική βία, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής και της ενδοοικογενειακής βίας.

[…]

60. Συναφώς, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 3, της οδηγίας, η εκτίμηση της βασιμότητας του φόβου του αιτούντος ότι θα υποστεί δίωξη πρέπει να γίνεται σε εξατομικευμένη βάση και κατά περίπτωση, με προσοχή και σύνεση, και να στηρίζεται μόνο σε συγκεκριμένη αξιολόγηση των γεγονότων και των περιστάσεων σύμφωνα με τους κανόνες όχι μόνον της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου, αλλά και της παραγράφου 4 αυτού, προκειμένου να διερευνηθεί εάν οι στοιχειοθετημένες περιστάσεις συνιστούν ή όχι τέτοια απειλή, ώστε ο ενδιαφερόμενος να έχει βάσιμο φόβο, λαμβανομένων υπόψη των ατομικών περιστάσεών του, ότι θα υποστεί πράγματι πράξεις δίωξης εάν υποχρεωθεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του [πρβλ. απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2023, Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie (Πολιτικές πεποιθήσεις στο κράτος μέλος υποδοχής), C‑151/22, EU:C:2023:688, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

61. Προς τούτο, όπως επισημαίνεται στο σημείο 36, στοιχείο x, των κατευθυντήριων οδηγιών της HCR για τη διεθνή προστασία αριθ. 1, σχετικά με τα αιτήματα για την αναγνώριση του καθεστώτος πρόσφυγα που υποβάλλονται από γυναίκες θα πρέπει επίσης να συλλέγονται οι πληροφορίες που αφορούν τη χώρα καταγωγής τους και ειδικότερα τη θέση της γυναίκας ενώπιον του νόμου, τα πολιτικά δικαιώματα των γυναικών, τα οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματά τους, τα πολιτισμικά και κοινωνικά ήθη της χώρας και τις συνέπειες της παραβίασής τους, την επικράτηση παρόμοιων επιζήμιων παραδοσιακών πρακτικών, τη συχνότητα και τους τύπους της βίας που ασκείται σε βάρος των γυναικών, την προστασία που τους παρέχεται, την τιμωρία που προβλέπεται για τους αυτουργούς της βίας και τους κινδύνους που μπορεί να αντιμετωπίσει μια γυναίκα όταν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της μετά την υποβολή του αιτήματος.

62. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στα πρώτα τρία προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95 έχει την έννοια ότι, ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής τους, μπορεί να θεωρηθεί ότι τόσο οι γυναίκες της χώρας αυτής στο σύνολό τους όσο και μικρότερες ομάδες γυναικών οι οποίες έχουν ένα πρόσθετο κοινό χαρακτηριστικό έχουν την ιδιότητα μέλους «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας» αποτελούσα «λόγο δίωξης» ικανό να οδηγήσει στην αναγνώριση του καθεστώτος πρόσφυγα σε αυτές.

[…]

70. Με βάση τα ανωτέρω, στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2011/95 έχει την έννοια ότι, οσάκις ο αιτών ισχυρίζεται ότι έχει φόβο ότι θα υποστεί δίωξη από μη κρατικούς υπευθύνους στη χώρα καταγωγής του, δεν είναι απαραίτητο να διαπιστώνεται συσχετισμός μεταξύ ενός εκ των λόγων δίωξης που μνημονεύονται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας και των πράξεων δίωξης, εφόσον μπορεί να διαπιστωθεί τέτοιος συσχετισμός μεταξύ ενός εκ των λόγων δίωξης και της έλλειψης προστασίας κατά των πράξεων αυτών από μη κρατικούς υπευθύνους προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας.»

Στην ανωτέρω απόφαση διατυπώνονται και εξηγούνται ευκρινώς οι παράμετροι που αξιολογούνται προκειμένου για αναγνώριση του συνόλου των γυναικών ή και μικρότερου υποσυνόλου αυτών, στο σύνολο της επικρατείας μιας χώρας ή μέρος αυτής, ως ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, κατά τα οριζόμενα στο αρ.3 και 3Δ του Νόμου, που υφίστανται εύλογη πιθανότητα να υποστούν, από κρατικό ή μη φορέα, πράξεις διώξεως, περιλαμβανομένης έμφυλης βίας, κακοποίησης, συλλήψεων, επιβολής ποινών, διακρίσεις και άλλες πράξεις οι οποίες είναι «αρκούντως σοβαρές λόγω της φύσης ή της επανάληψής της ώστε να συνιστούν σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση βάσει του άρθρου 15 παράγραφος 2 της ευρωπαϊκής σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών, ή […] να αποτελούν σώρευση διαφόρων μέτρων συμπεριλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία να είναι αρκούντως σοβαρή, ούτως ώστε να θίγεται ένα άτομο κατά τρόπο αντίστοιχο [με τον προαναφερθέντα]». 

Για τις πράξεις που έχουν τον απαιτούμενο βαθμό σοβαρότητας ώστε να ισοδυναμούν με πράξεις διώξεως, στο εγχειρίδιο «Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας (οδηγία 2011/95/ΕΕ)» του EASO, σελ.57, αναφέρονται τα εξής.

«Έχει αναγνωρισθεί ότι οι γυναίκες μπορεί να υφίστανται δίωξη λόγω της ιδιότητας τους ως μελών ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας τόσο λόγω του φύλου τους και μόνο όσο και ειδικότερα, εάν αποτελούν επιμέρους ομάδες ως γυναίκες που κατηγορούνται ότι παραβιάζουν τα κοινωνικά ήθη (ιδίως μοιχεία και ανυπακοή σε σύζυγο) και δεν προστατεύονται από τους συζύγους τους ή άλλους άρρενες συγγενείς (279). Σε υπόθεση που αφορούσε την τελευταία αυτή επιμέρους ομάδα, η Βουλή των Λόρδων του Ηνωμένου Βασιλείου επισήμανε τα εξής:

Οι μη αμφισβητούμενες αποδείξεις στη συγκεκριμένη υπόθεση δείχνουν ότι οι γυναίκες υφίστανται διακρίσεις στο Πακιστάν. Πιστεύω ότι η φύση και η κλίμακα της διάκρισης είναι τέτοια ώστε μπορεί εύλογα να θεωρηθεί ότι οι γυναίκες στο Πακιστάν υφίστανται διακρίσεις από την κοινωνία στην οποία ζουν. Ο λόγος για τον οποίο οι προσφεύγουσες φοβούνται ότι θα υποστούν δίωξη δεν είναι απλώς επειδή είναι γυναίκες. Είναι επειδή είναι γυναίκες σε μια κοινωνία η οποία εφαρμόζει διακρίσεις κατά των γυναικών (280).

Όπως τονίζεται στη συγκεκριμένη υπόθεση, ο προσδιορισμός ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας εξαρτάται από τα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τη λειτουργία της επίμαχης κοινωνίας. Επομένως, οι γυναίκες δεν αποτελούν ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα στις κοινωνίες που δεν εφαρμόζουν διακρίσεις εις βάρος τους.»

Στο εγχειρίδιο «Κατευθυντήριες γραμμές της EASO σχετικά με την ιδιότητα μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας»[1] καταγράφονται τα εξής:

«Εγγενή χαρακτηριστικά: ως εγγενές χαρακτηριστικό μπορεί να θεωρηθεί χαρακτηριστικό το οποίο είναι σύμφυτο, ενδογενές ή παραπέμπει συνήθως σε χαρακτηριστικό με το οποίο γεννιέται ένα πρόσωπο. Ωστόσο, επισημαίνεται ότι το χαρακτηριστικό αυτό δεν είναι αναγκαίο να είναι αναλλοίωτο (ήτοι σταθερό ή μόνιμο) ή αμετάβλητο.

[…]

Στη συνέχεια παρατίθεται ενδεικτικός κατάλογος των συνηθέστερων τύπων κοινών χαρακτηριστικών. Υπενθυμίζεται ότι τα κοινά χαρακτηριστικά δεν αποδεικνύουν καθεαυτά την ύπαρξη ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας όταν δεν συνοδεύονται από ανάλυση της ιδιαίτερης ταυτότητας της ομάδας σε συγκεκριμένη χώρα καταγωγής.

[…]

— Παραβάσεις ηθικών κωδίκων και κρατούντων κανόνων: ορισμένες πράξεις με τις οποίες παραβιάζονται ηθικοί κώδικες, όπως η μοιχεία, θα μπορούσαν επίσης να συνιστούν κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί. Επιπλέον, σε ορισμένες περιπτώσεις, η παραβίαση κοινωνικών κανόνων θα μπορούσε να συνδέεται με πεποιθήσεις τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ή τη συνείδηση ώστε ένα πρόσωπο να μην πρέπει να αναγκάζεται να τις αποκηρύξει. Σχετικά παραδείγματα θα μπορούσαν να είναι οι περιπτώσεις γονέων που αρνούνται να υποβάλουν το παιδί τους σε ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων (ΑΓΓΟ) ή γυναικών που αρνούνται να έχουν δευτερεύοντα ρόλο σε σχέση με τους συζύγους τους.

[…]

Οι δύο ενδείξεις που περιγράφονται κατωτέρω δεν είναι καθεαυτές αναγκαίες για τον προσδιορισμό μιας κοινωνικής ομάδας και, ως εκ τούτου, δεν συνιστούν προαπαιτούμενα για τη διαπίστωση ιδιαίτερης ταυτότητας· παρέχονται ως παραδείγματα ενδείξεων οι οποίες ενδέχεται να είναι χρήσιμες σε συγκεκριμένες περιστάσεις για τον προσδιορισμό μιας κοινωνικής ομάδας. Η αντίληψη του περιβάλλοντος κοινωνικού χώρου δεν είναι αναγκαίο να αφορά την κοινωνία της χώρας καταγωγής στο σύνολό της. Η αντίληψη περί διαφορετικότητας δεν θα πρέπει επίσης να θεωρείται κατ’ ανάγκη αρνητική. Για παράδειγμα, μια προνομιούχος κοινωνική τάξη μπορεί να γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο.

[…]

β) Στιγματισμός ή αντίληψη περί διαφορετικότητας από τον κοινωνικό χώρο

Καθώς οι κοινωνικές ομάδες σχετίζονται με τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο, είναι σημαντικό να γίνει κατανοητός ο τρόπος με τον οποίο η κοινωνία λειτουργεί και αντιμετωπίζει κάποιες ομάδες διαφορετικά από άλλες. Αυτό μπορεί να καταστεί εμφανές μέσω πράξεων ή πεποιθήσεων που εισάγουν δυσμενή διάκριση ή εξοστρακίζουν ή παρέχουν προνόμια σε ορισμένες ομάδες. Η δυσμενής διάκριση ή ο εξοστρακισμός μπορούν να συνίστανται, μεταξύ άλλων, σε περιορισμένη πρόσβαση σε θέσεις εργασίας, στέγη, ιατρική περίθαλψη ή εκπαίδευση. Ιδιαίτερες κοινωνικές ομάδες μπορούν να θεωρούνται παρίες ή να είναι αποκομμένες από την υπόλοιπη κοινωνία ή τον πληθυσμό στη χώρα καταγωγής ή σε συγκεκριμένη περιοχή (ή περιοχές) στη χώρα καταγωγής.»

Επανερχόμενος και πάλι στα ενώπιον μου στοιχεία δεν θεωρώ ότι έχει καταδειχθεί εδώ, υπό το φως και των ΠΧΚ που παραθέτει ο συνήγορος της αιτήτριας στην αγόρευση του, ότι οι γυναίκες στο Καμερούν, ως εισηγείται, συνιστούν εκ μόνου του φύλου τους ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, η οποία υφίσταται γι’ αυτό και μόνο τον λόγο πράξεις διώξεως. Άλλωστε εκ των διαθέσιμων ΠΧΚ, ως παρατίθενται πιο κάτω, δεικνύεται ότι οι όποιες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων υφίσταται ο τοπικός πληθυσμός στις αγγλόφωνες περιοχές είναι αποτέλεσμα της παρουσίας τους σε ζώνη όπου ασκείται αδιακρίτως βία και γίνονται συγκρούσεις των αντιμαχόμενων ένοπλων ομάδων, στα πλαίσια των οποίων λαμβάνουν χώρα οι παραβιάσεις αυτές (επί τούτου θα επανέλθω πιο κάτω). Καταλήγω λοιπόν ότι ο βιασμός της αιτήτριας (αλλά και ο όποιος κίνδυνος ήθελε πιο κάτω κριθεί ότι υφίσταται στο μέλλον), παρότι ενέχει το αναμφισβήτητα το απαιτούμενο επίπεδο σοβαρότητας, δεν μπορεί να αποδοθεί στην ιδιότητα της αιτήτριας ως μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, στην απουσία στοιχείων ότι το σύνολο των γυναικών στο Καμερούν υφίσταται δίωξη ή πράξεις συγκεκριμένων και συστηματικών διακρίσεων εκ του φύλου τους και μόνο, στον βαθμό που περιγράφεται στην ως άνω νομολογία και βιβλιογραφία.

Σημειώνω τέλος, επί της πτυχής που αφορά το προσφυγικό καθεστώς, ότι δεν εντοπίζω εδώ (και ούτε άλλωστε έγινε τέτοια εισήγηση από την αιτήτρια) ότι ο βιασμός της έγινε για τον λόγο ότι αυτή είναι αγγλόφωνη κάτοικος στης αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος για τέτοια ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα (με εγγενές χαρακτηριστικό τη γλώσσα ή τον τόπο διαμονής τους), αλλά και ούτε για λόγους εθνοτικής καταγωγής, δεδομένου ότι ουδέν υπέστη πριν ή μετά τον βιασμό της που να σχετίζεται μ’ αυτές τις παραμέτρους ή χαρακτηριστικά.

Προχωρώ στην εξέταση της πτυχής που αφορά τη συμπληρωματική προστασία.

Παρεμβάλλω, προτού προχωρήσω, τις κάτωθι διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ) σχετικά με την κατάσταση στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, στα πλαίσια της λεγόμενης αγγλόφωνης κρίσης.

Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη υπάρχουν « […] αναφορές για βίαιες ενέργειες που καταλήγουν σε καταστροφή νοσοκομείων, σχολείων και ολόκληρων χωριών στις εν λόγω περιοχές τις οποίες έχουν διαπράξει μη κυβερνητικές ένοπλες ομάδες και μέλη των ενόπλων δυνάμεων του κυβερνώντος κόμματος […]»[2],  ενώ το HRW και η Διεθνής Αμνηστία επίσης αναφέρουν πως στις ενέργειες αυτές προβαίνουν τόσο κυβερνητικοί και μη κυβερνητικοί δρώντες[3].  Σχετικά με τη γεωγραφική κατανομή των συγκρούσεων αναφέρονται τα εξής: «Στις ΝΔ και ΒΔ επαρχίες, υψηλά επίπεδα ανασφάλειας συνεχίζονταν. Η παρουσία κρατικών σωμάτων ασφαλείας – αστυνομία, χωροφυλακή, στρατός – είναι συγκεντρωμένη κατά μήκος των κύριων οδικών αρτηριών και στις πόλεις, ενώ οι μη κρατικές ένοπλες ομάδες εντοπίζονται κυρίως στις αγροτικές περιοχές.»[4].

Πηγές των Ηνωμένων Εθνών αναφέρουν τα εξής:

«Με την κλιμακούμενη βία ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και τις μη-κρατικές ένοπλες ομάδες στις Νοτιοδυτικές και Βορειοδυτικές περιοχές τού Καμερούν κατά το 2019, ο άμαχος πληθυσμός είναι αντιμέτωπος με σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων […] μαζικό εκτοπισμό, επιθέσεις κατά περιουσιών, κάψιμο σπιτιών και χωριών, διαχωρισμός οικογενειών, απώλεια εγγράφων ταυτοποίησης, αυθαίρετη σύλληψη και κράτηση […] έλλειψη πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες που έχουν επηρεασθεί από την κρίση και σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων (δολοφονίες, στρατολόγηση παιδιών, απαγωγές, έμφυλη βία, κ.ά. […] Επιθέσεις κατά χωριών, κάψιμο σπιτιών και δολοφονίες έχουν καταγραφεί.».[5]

Σύμφωνα με έκθεση της 1ης Μαρτίου του 2023 της R2P Monitor, «περισσότεροι από 6.000 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί ως αποτέλεσμα της κρίσης από το 2016. Οι δυνάμεις ασφαλείας διέπραξαν εξωδικαστικές δολοφονίες και εκτεταμένη σεξουαλική βία και βία λόγω φύλου, έκαψαν αγγλόφωνα χωριά και υπέβαλαν σε αυθαίρετη κράτηση, βασανιστήρια και κακομεταχείριση άτομα που θεωρούνταν ύποπτα ως αυτονομιστές. Οι ένοπλοι αυτονομιστές γίνονται επίσης ολοένα και πιο βίαιοι, σκοτώνοντας, απαγάγοντας και τρομοκρατώντας πληθυσμούς ενώ διεκδικούν σταθερά τον έλεγχο σε μεγάλα τμήματα των αγγλόφωνων περιοχών. Από τις αρχές του 2022 η κυβέρνηση αύξησε τις επιχειρήσεις της κατά των ένοπλων αυτονομιστικών προπύργιων. Οι αγγλόφωνοι αυτονομιστές απάντησαν εντείνοντας τις επιθέσεις εναντίον των κυβερνητικών δυνάμεων ασφαλείας, χρησιμοποιώντας περισσότερα φονικά όπλα και αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς IED. Οι αυτονομιστές έχουν απαγορεύσει την κυβερνητική εκπαίδευση και συχνά επιτίθενται, απειλούν και απαγάγουν μαθητές και καθηγητές, και επιπλέον καίνε, καταστρέφουν και λεηλατούν σχολεία. Αυτές οι επιθέσεις, καθώς και τα αυστηρά lockdown που επιβλήθηκαν από ένοπλους αυτονομιστές, έχουν στερήσει την εκπαίδευσή τους από τα παιδιά. Σύμφωνα με τον OCHA, μόνο το 46 τοις εκατό των σχολείων λειτουργούν και το 54 τοις εκατό των μαθητών πραγματοποίησαν εγγραφή για το ακαδημαϊκό έτος 2022-2023. Περισσότεροι από 2 εκατομμύρια άνθρωποι πλήττονται στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές και χρειάζονται ανθρωπιστική βοήθεια. Η OCHA εκτιμά, όπως αναφέρει η ίδια ως άνω έκθεση, ότι τουλάχιστον 628.000 άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί εσωτερικά λόγω βίας στις δύο περιοχές, ενώ περισσότεροι από 87.000 έχουν καταφύγει στη Νιγηρία». [6]

Σύμφωνα με το Protection Monitoring Update για το πρώτο τρίμηνο (Ιανουάριος-Μάρτιος) του 2025 του Global Protection Cluster [7], κατά το πρώτο τρίμηνο του 2025, «η ασφάλεια και η απόλαυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις περιοχές Northwest (NW) και Southwest (SW) διαταράχθηκε από την αυξημένη χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών (IEDs) από Μη Κρατικές Ένοπλες Ομάδες (NSAGs), καθώς και από παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως απαγωγές με σκοπό την καταβολή λύτρων, αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις, και κλοπές ή καταστροφή προσωπικής περιουσίας».[8]

Τον Οκτώβριο 2025 το Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για Συντονισμό Ανθρωπιστικών Υποθέσεων (UN OCHA) κατέγραψε για την περίοδο μεταξύ 1 και 30 Σεπτέμβρη του 2025 ότι το περιβάλλον ασφάλειας στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές παρέμεινε τεταμένο καθ’ όλη τη διάρκεια της απαγόρευσης κυκλοφορίας που επιβλήθηκε από Μη Κρατικές Ένοπλες Ομάδες από τις 8 Σεπτεμβρίου έως τις 14 Οκτωβρίου (σ.σ. 2025).[9] Η απαγόρευση, η οποία στόχευε στη διατάραξη της επανέναρξης των σχολείων και των προεδρικών εκλογών, ακολουθήθηκε από περιστατικά βίας, εκτοπισμού και κινδύνων για την προστασία του πληθυσμού.[10]

Το 2025 το Καμερούν συνέχισε να επηρεάζεται από τη σύγκρουση στη λεκάνη της λίμνης Chad στην περιοχή Far North, την Αγγλόφωνη εσωτερική κρίση στην περιοχή Northwest και Southwest και την προσφυγική κρίση στην γειτονική Κεντροαφρικανική Δημοκρατία.[11]

Το έτος 2025 χαρακτηρίστηκε από συχνές και έντονες συγκρούσεις μεταξύ μη κρατικών ένοπλων ομάδων και κρατικών δυνάμεων, με αποτέλεσμα η κατάσταση ασφάλειας και η ανθρωπιστική κατάσταση να παραμένουν ασταθείς. [12]

Εκ των ως άνω δεικνύεται ότι στη βορειοδυτική και νοτιοδυτική περιοχή του Καμερούν οι συγκρούσεις μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων του στρατού και των αποσχιστών και οι εκατέρωθεν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων παραμένουν σε αμείωτη ένταση, με αδιακρίτως ασκούμενη βία και συχνές παράπλευρες απώλειες σε άμαχο πληθυσμό.

Επί του νομικού πλαισίου παρεμβάλλω τα εξής.

Σχετικώς με την εφαρμογή του αρ.19 (2) (γ) του Νόμου, στην απόφαση ΔΕΕ C-465/07, Elgafaji, ημ.17/02/09, σκέψη 35-39, λέχθηκαν τα εξής καθοδηγητικά:

«35. Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.

36. Η ερμηνεία αυτή, η οποία δύναται να διασφαλίσει ένα αυτοτελές πεδίο εφαρμογής στο άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, δεν αναιρείται από το γράμμα της εικοστής έκτης αιτιολογικής σκέψης, κατά το οποίο «οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη».

37. Συγκεκριμένα, μολονότι η αιτιολογική αυτή σκέψη σημαίνει ότι η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.

38. Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της καταστάσεως αυτής επιρρωννύεται, επίσης, από το γεγονός ότι η οικεία προστασία είναι επικουρική, καθώς και από την οικονομία του άρθρου 15 της οδηγίας, καθόσον η βλάβη, της οποίας τον ορισμό δίνει το άρθρο αυτό υπό τα στοιχεία α΄ και β΄, πρέπει να εξατομικεύεται σαφώς. Μολονότι είναι αληθές ότι στοιχεία που αφορούν το σύνολο του πληθυσμού αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την εφαρμογή του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ο ενδιαφερόμενος, όπως και άλλα πρόσωπα, εντάσσεται στον κύκλο των δυνητικών θυμάτων μιας αδιακρίτως ασκούμενης βίας, εντούτοις, η ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως πρέπει να γίνεται λαμβανομένου υπόψη του συστήματος στο οποίο εντάσσεται, δηλαδή σε σχέση με τις λοιπές δύο περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 15 και, επομένως, να ερμηνεύεται σε στενή συνάρτηση με την εξατομίκευση αυτή.

39. Συναφώς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.»

Στην πιο πρόσφατη σχετική απόφαση του ΔΕΕ στη C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21, διευκρινίστηκαν τα εξής διαφωτιστικά:

«39. Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, επιβάλλεται προκαταρκτικώς η διαπίστωση ότι, όπως επισήμανε κατ’ ουσίαν ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 56 των προτάσεών του, η κατά το άρθρο 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 έννοια της «σοβαρής και προσωπικής απειλής» κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του αιτούντος επικουρική προστασία πρέπει να ερμηνευθεί ευρέως.

40. Επομένως, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υφίσταται «σοβαρή και προσωπική απειλή», κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95, απαιτείται να ληφθούν υπόψη σφαιρικά όλες οι σχετικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, ιδίως δε εκείνες που χαρακτηρίζουν την κατάσταση στη χώρα καταγωγής του αιτούντος.

41. Πράγματι, όσον αφορά την αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται δυνάμει του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95, ακόμη και αν στην αίτηση αυτή δεν γίνεται επίκληση των χαρακτηριστικών της κατάστασης του αιτούντος, από το άρθρο 4, παράγραφος 3, της οδηγίας προκύπτει η υποχρέωση εξατομικευμένης αξιολόγησης μιας τέτοιας αίτησης για τους σκοπούς της οποίας επιβάλλεται η συνεκτίμηση μιας ολόκληρης σειράς στοιχείων.

42. Στα στοιχεία αυτά περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας, «όλ[α] τ[α] συναφ[ή] στοιχεί[α] που σχετίζονται με τη χώρα καταγωγής κατά τον χρόνο λήψης απόφασης σχετικά με την αίτηση».

43. Ειδικότερα, όπως επισήμανε κατ’ ουσίαν ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 56 και 59 των προτάσεών του, μπορούν επίσης να συνεκτιμηθούν, μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.»

Ειδικώς επί της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής της αιτήτριας (Bamenda, στη Βορειοδυτική Περιοχή), σημειώνω τα εξής.

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED (Past year of ACLED Data), το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση στις 10/04/26), στην Bamenda έχουν καταγραφεί 50 περιστατικά ασφαλείας, με αποτέλεσμα 34 θανάτους, τα οποία κατατάσσονται ως εξής: 3 περιστατικά διαδηλώσεων χωρίς καταγεγραμμένους θανάτους, 35 περιστατικά πολιτικής βίας με 34 θανάτους, 31 περιστατικά σύρραξης με 22 θανάτους, 4 περιστατικά καταστολής με 2 θανάτους και 33 περιστατικά τρομοκρατικής ενέργειας με 19 θανάτους.

Όσον αφορά την ευρύτερη Βορειοδυτική περιοχή του Καμερούν έχουν καταγραφεί για την πιο πάνω αναφερόμενη περίοδο, 2,932 περιστατικά ασφαλείας, εκ των οποίων υπήρξαν 575 καταγεγραμμένοι θάνατοι και κατατάσσονται ως εξής: 22 περιστατικά διαδηλώσεων χωρίς θανάτους, 1,923 περιστατικά πολιτικής βίας με 572 θανάτους, 2,362 περιστατικά σύρραξης, με 474 θανάτους, 1 περιστατικό φρικαλεότητας (14 θανάτους),  92 περιστατικά καταστολής με 52 θανάτους και 1,815 περιστατικά τρομοκρατικής ενέργειας με 351 θανάτους. [13] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της Βορειοδυτικής Περιφέρειας ανέρχεται περί τα 2,5 εκατομμύρια κατοίκων,[14] ενώ της Bamenda περί τις 650.000[15].

Εν προκειμένω, αξιολογώντας τις ως άνω παρατιθέμενες ΠΧΚ αναφορικά με το επίπεδο αδιακρίτως ασκούμενης βίας στη Βορειοδυτική Περιοχή, τη συχνότητα και τη φύση των περιστατικών ασφαλείας που καταγράφονται στην περιοχή, λαμβανομένου υπόψη ότι στα περιστατικά ασφαλείας περιλαμβάνονται επιθέσεις σε άμαχο πληθυσμό, η οποία φαίνεται ότι αποτελεί και την πλειονότητα των περιστατικών, που περιλαμβάνουν τυφλές επιθέσεις με συχνές και πολλές απώλειες αμάχων, σε συνάρτηση και με τα στοιχεία του προφίλ της αιτήτριας, ήτοι του ότι πρόκειται για γυναίκα, με παρελθόν σεξουαλικής βίας, χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο στον τόπο διαμονής της (Bamenda), με ανήλικο παιδί, που, σύμφωνα με τα λεγόμενα της (τα οποία έγιναν αποδεκτά) επισκέπτεται συχνά την μητέρα της, η οποία διαμένει στο χωριό Efah (το οποίο βρίσκεται σε απόσταση περί των 40 χλμ. από την Bamenda[16]), όπου υπέστη βιασμό, με αποτέλεσμα να πρέπει να κινείται συχνά στο επαρχιακό οδικό δίκτυο όπου τα περιστατικά ασφαλείας είναι συχνότερα, με αδέλφια που εμπλέκονται ευθέως στις συγκρούσεις (είναι μαχητές Ambazonians), περιστάσεις που τη θέτουν σε ευάλωτη θέση και επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς γι’  αυτή, σε σύγκρισή με τον γενικότερο πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» [17], και συνυπολογιζόμενης και συνεκτιμούμενης της φύσης των συγκρούσεων, με αύξηση προσφάτως των επιθέσεων με αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς, είναι κατάληξη μου ότι θα πρέπει να γίνει εδώ δεκτό ότι η αιτήτρια – σε περίπτωση επιστροφής της στον τόπο διαμονής της - «υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι» αυτή θα εκτεθεί σε «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» της, εκ μόνης της παρουσίας της στην περιοχή, στη βάση του αρ.19 (2) (γ) του Νόμου. Σημειώνω ότι ουδέν ετέθη ενώπιον μου σχετικά με τον πατέρα του ανηλίκου τέκνου της αιτήτριας, αν διατηρεί σχέση μαζί του η αιτήτρια και υπό ποιο καθεστώς αυτός βρίσκεται, αν παραμένει ακόμα, στη Δημοκρατία.

Θα πρέπει εδώ να λεχθεί ότι δεν παραγνωρίζω ότι τα περιστατικά ασφαλείας στο αστικό κέντρο της Bamenda δεν είναι υψηλής έντασης, είναι όμως ουσιωδώς υψηλότερης στην ευρύτερη βορειοδυτική περιφέρεια. Δεδομένου του υψηλότερου βαθμού έντασης η οποία σημειώνεται στην ευρύτερη περιοχή και λαμβανομένων υπόψη των ως άνω περιστάσεων της αιτήτριας, θεωρώ πως παρότι, ακόμα και στο σύνολο της βορειοδυτικής περιοχής, δεν είναι ιδιαίτερα ψηλός ο αριθμός των περιστατικών ασφαλείας, εντούτοις υφίστανται στο πρόσωπο της αιτήτριας περιστάσεις που αποδεικνύουν ότι αυτή «θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς [της]» και συνεπώς εν προκειμένω απαιτείται «μικρότερος […] βαθμός αδιακρίτως ασκούμενης βίας […] προκειμένου […] να τύχει της επικουρικής προστασίας.» (βλ. Elgafaji, ανωτέρω).

Επί της δυνατότητας τώρα εσωτερικής μετεγκαστάσης της αιτήτριας (αρ.12Γ του Νόμου) στην απόφαση CF and DN (ανωτέρω), το ΔΕΕ, αξιολογώντας δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του αναφορικά με τους εκεί αιτητές ανέφερε ότι «λαμβανομένης υπόψη της γενικής κατάστασης όσον αφορά την ασφάλεια στην επαρχία αυτή, ιδίως δε του γεγονότος ότι, αφενός, η περιοχή αποτελεί πεδίο συγκρούσεων μεταξύ διαφόρων άκρως κατακερματισμένων μερών που εμπλέκονται στη σύρραξη (συμπεριλαμβανομένων τρομοκρατικών ομάδων) και που συνδέονται στενά με τον άμαχο πληθυσμό και του γεγονότος ότι, αφετέρου, κανένα μέρος δεν είναι σε θέση να ελέγξει αποτελεσματικά την περιοχή ή να προστατεύσει τον άμαχο πληθυσμό, ο οποίος είναι θύμα των ανταρτών και των κυβερνητικών δυνάμεων, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι οι CF και DN, εάν τυχόν επιστρέψουν στην περιοχή αυτή, θα αντιμετωπίσουν, λόγω της παρουσίας τους και μόνον, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθούν σε σοβαρή και προσωπική απειλή λόγω της αδιάκριτης άσκησης βίας που οφείλεται στη σύρραξη. Επιπλέον, λαμβανομένου υπόψη του ιδιαίτερα ευάλωτου προφίλ τους, εάν οι CF και DN επιστρέψουν στο Αφγανιστάν, δεν θα διαθέτουν, επίσης, αποδεκτή εναλλακτική δυνατότητα εύρεσης καταφυγίου στο εσωτερικό της χώρας, δεδομένου ότι δεν θα είναι, γενικώς, εύλογο να εγκατασταθούν σε άλλους πιθανούς τόπους».

Οι ανωτέρω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) ισχύουν κατά το μάλλον ή ήττον και εν προκειμένω. Ήτοι, εκ των ως άνω ΠΧΚ, ως πιο πάνω εξηγείται, η κατάσταση στη Βορειοδυτική Περιοχή είναι έκρυθμη, με πολλές αδιάκριτες επιθέσεις που πλήττουν τον τοπικό πληθυσμό, οι δε κυβερνητικές δυνάμεις δεν φαίνεται να είναι σε θέση να ασκήσουν αποτελεσματικό έλεγχο της περιοχής ή να παρέχουν αποτελεσματική (ούτε στο μέτρο του ευλόγως δυνατού) προστασία σε εύλογα αποδεκτό επίπεδο στον άμαχο πληθυσμό, εν προκειμένω δε μέλη του κυβερνητικού στρατού ήταν και οι δράστες του βιασμού της αιτήτριας. Περαιτέρω, δεδομένης της ελλείψεως κάποιου στοιχείου εκ του οποίου θα μπορούσε να συναχθεί ότι η αιτήτρια θα ήταν εύλογο να μετεγκατασταθεί σε άλλη περιοχή του Καμερούν κατά την επιστροφή της, λαμβανομένου υπόψη και του ευάλωτου της κατάστασης της, δεδομένης και της ύπαρξης του ανήλικου τέκνου της, αλλά και της απουσίας κάποιου συνδέσμου ή υποστηρικτικού δικτύου σε άλλη περιοχή, όπου αυτή - λαμβανομένου υπόψη του ότι η αιτήτρια δεν ομιλεί αγγλικά και δεν έχει ζήσει ποτέ στις γαλλόφωνες περιοχές του Καμερούν – θα μπορούσε «νόμιμα και με ασφάλεια να ταξιδέψει και να γίνει [δεκτή] […] και μπορεί εύλογα να αναμένεται να εγκατασταθεί εκεί» [Αρ.12Γ (1) του Νόμου], δεν υφίσταται δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης της, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο αρ.12Γ του Νόμου.

Για τους λόγους που πιο πάνω αναφέρονται η παρούσα προσφυγή επιτυγχάνει, ως προς το Αιτητικό Β, και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται δυνάμει του αρ.146 (4) (δ) του Συντάγματος και του αρ.11 (3) (β) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου (Ν. 73(Ι)/18), ώστε να αναγνωρίζεται η αιτήτρια ως δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας.

Σημειώνω εδώ ότι το ανήλικο τέκνο της αιτήτριας δεν ήταν αιτητής στην επίδικη αίτηση και ούτε στα πλαίσια της παρούσης και συνεπώς δεν μπορεί να εξεταστεί αλλά ούτε και να αποδοθεί θεραπεία σ’ αυτό. Άλλωστε θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν έχει εκδοθεί κατ’ αυτού απόφαση επιστροφής.

Επιδικάζονται έξοδα πλέον Φ.Π.Α., υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Κατευθυντήριες γραμμές της EASO σχετικά με την ιδιότητα μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, Μάρτιος 2020 https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/EASO-Guidance-MPSG-EL.pdf , σελ.12-16

[3] Human Rights Watch (HRW), World Report 2021 – Cameroon (Events of 2020), 13 January 2021, available at:  https://www.ecoi.net/en/document/2043533.html; Amnesty International (AI), Human Rights in Africa: Review of 2019 - Cameroon [AFR 01/1352/2020], 08 April 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2028266.html (accessed on 11/08/2021)

[3] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), p. 9, June 2020, available at:  https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf

[5] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), pp. 41-42, June 2020, available at:https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf

[6] Global Centre for the Responsibility to Protect (Author), published by ReliefWeb: R2P Monitor, Issue 64, 1 March 2023, 2 March 2023, σελ. 4,  https://reliefweb.int/attachments/4df72bc8-c5c2-4e1b-a2db-95e32a179862/R2P-Monitor-March-2023.pdf (ημ. 22/04/2024).

[7] To Global Protection Cluster είναι ένα δίκτυο μη κυβερνητικών οργανώσεων (ΜΚΟ), διεθνών οργανισμών και υπηρεσιών των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), οι οποίοι δραστηριοποιούνται στον τομέα της προστασίας σε ανθρωπιστικές κρίσεις, συμπεριλαμβανομένων ένοπλων συγκρούσεων και φυσικών καταστροφών. https://globalprotectioncluster.org/about (ημερομηνία πρόσβασης 23/04/2025)

[8] GPC (Global Protection Cluster), Protection Monitoring Update; January - March 2025, 15/05/ 2025, https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2025-05/pm_quarterly_update_jan-mar_2025.pdf, σελ. 1 (πρόσβαση 23/04/2025)

[9] UN OCHA, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.81, 30 Οκτωβρίου 2025, https://www.unocha.org/attachments/d724d669-0a06-4f11-be6d-5f359fe13fac/SITREP%20NWSW_September%202025_Final.pdf, σελ. 2, (ημερομηνία πρόσβασης 23/04/2026)

[10] UN OCHA, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.81, 30 Οκτωβρίου 2025, https://www.unocha.org/attachments/d724d669-0a06-4f11-be6d-5f359fe13fac/SITREP%20NWSW_September%202025_Final.pdf, σελ. 2 (ημερομηνία πρόσβασης 23/04/2026)

[11] European Commission, Cameroon, last updated 25 April 2025, https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en (ημερομηνία πρόσβασης 23/04/2026)

[12] UNOCHA, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.84, December 2025, 25 Φεβρουαρίου 2026, https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no84-december-2025, (ημερομηνία πρόσβασης 23/04/2026)

[13] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/04/2026)

[15] Bamenda Population 2026 διαθέσιμο στο https://worldpopulationreview.com/cities/cameroon/bamenda (πρόσβαση 22/04/2026)

[17] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο