ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.3347/23
26 Μαΐου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Ι. L. K.
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κα Γκ. Χρυσάφη, Δικηγόρος για αιτητή
Κα Χ. Καστάνας, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.29/08/23, η οποία κοινοποιήθηκε αυθημερόν, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτησή του για παροχή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης, παράνομης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων της παρούσας προσφυγής, ο αιτητής κατάγεται από τη Λ. Δ. του Κονγκό (στο εξής ΛΔΚ), εισήλθε ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές από τα κατεχόμενα τον Μάρτιο του 2020 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 03/03/20 (ερ.1-3, 37).
Στις 17/05/23 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με τον αιτητή από την Υπηρεσία προς εξέταση του αιτήματός για διεθνή προστασία, όπου δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στου οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.22-37). Μετά το πέρας της συνέντευξης ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση και, στις 08/06/23, η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε (ερ.74-85).
Ακολούθως, ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία του δόθηκε διά χειρός στις 29/08/23 και του μεταφράστηκε στην μητρική του γλώσσα (ερ.86, 2).
Στην επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας ο αιτητής δεν καταγράφει κανένα ισχυρισμό σε σχέση με τους λόγους που έφυγε από τη ΛΔΚ.
Στη συνέντευξή ο αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε στη Γκόμα και μετοίκησε στην Κινσάσα όταν ήταν 16 ετών, είναι άγαμος και άτεκνος, οι γονείς του απεβίωσαν όταν ο ίδιος ήταν 7 ετών, η αδελφή του απεβίωσε όταν ο ίδιος ήταν 17 ετών, σταμάτησε να φοιτά σε σχολείο σε ηλικία 15 ετών, δεν εργαζόταν, μετά δε τον θάνατο της αδελφής του, με την οποία και διέμενε μετά τον θάνατο τον γονέων του, ακολούθως δε του θανάτου του αδελφού της ο αιτητής διέμενε με έναν άνδρα «with another guy».
Ερωτώμενος ανέφερε ότι ο λόγος που έφυγε από τη ΛΔΚ είναι γιατί του συμπεριφέρονταν άσχημα γιατί είναι ομοφυλόφιλος και, δεύτερον, ως ανέφερε, γιατί το άτομο από τον οποίο έκλεψε χρήματα για να ταξιδέψει στην Κύπρο τον αναζητά. Ερωτώμενος περαιτέρω είπε ότι η αδελφή του απεβίωσε σε ηλικία 18 ετών, το 2019, χωρίς να θυμάται πότε ακριβώς, από καρδιακή πάθηση, ήταν καθαρίστρια, ο ίδιος δεν έχει συγγενείς στη ΛΔΚ και μετά τον θάνατο της αδελφής του ο αιτητής πήγε να μείνει με έναν ομοφυλόφιλο, ως ανέφερε, τον οποίον γνώριζε από πριν, χωρίς να θυμάται πότε τον γνώρισε, και, μετά τον θάνατο της αδελφής του, αυτός του είπε ότι δεν είχε πουθενά να πάει κι’ αυτός του προσφέρθηκε να τον φιλοξενήσει, χωρίς να θυμάται πότε ακριβώς πήγε να μείνει μαζί του. Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι είχε σεξουαλικές επαφές μ’ αυτόν που τον φιλοξενούσε, με δική του θέληση (“on my own will”) και, σε άλλη ερώτηση, ανέφερε ότι είχε σεξουαλικές επαφές μαζί του ήδη 2 χρόνια προτού αποβιώσει η αδελφή του. Ερωτώμενος περαιτέρω ανέφερε ότι ενίοτε η σεξουαλικές τους επαφές ήταν συναινετικές και ενίοτε δια της βίας, σε επόμενη δε ερώτηση, ανέφερε ότι δεν γνώριζε ποια ήταν η δουλειά του ατόμου αυτού, αυτός κάλυπτε τα έξοδα του αιτητή, ο ίδιος δεν ήταν περιορισμένος στο σπίτι του ατόμου αυτού, όμως τον κακομεταχειριζόταν και απαιτούσε να ζητά την άδεια του προτού αυτός φύγει από το σπίτι. Ο αιτητής δεν έφευγε από το σπίτι του ατόμου που τον κακοποιούσε γιατί δεν είχε που να πάει, μαγείρευε και φρόντιζε το σπίτι, δεν είχε φίλους, όμως δεν ήταν σε θέση, όταν ρωτήθηκε, να αναφέρει καμία άλλη πληροφορία για το άτομο αυτό, καθώς, ως ανέφερε, του απόκρυβε τη ζωή του.
Ερωτώμενος σχετικά με τον κατ’ ισχυρισμό σεξουαλικό του προσανατολισμό ο αιτητής ανέφερε ότι ήταν επιλογή του, προτιμά τους άνδρες, το συνειδητοποίησε πριν από καιρό (“a long time ago”), σε χρόνο που δεν θυμάται, ούτε τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες το συνειδητοποίησε, είναι εύκολο γι’ αυτόν να έχει σεξουαλικές επαφές με άνδρες, χωρίς όμως να θυμάται πότε ήταν η πρώτη φορά που είχε τέτοια επαφή, ήταν όμως, ως είπε, με ένα φίλο από το σχολείο, ο οποίος ενδιαφερόταν γι’ αυτόν, με τον οποίον είχαν επαφές σε ξενοδοχείο και περνούσαν όλη την μέρα τους εκεί, μαζί, μετά το σχολείο, δεν θυμάται πόσο συχνά, ούτε το όνομα του ξενοδοχείου όπου βρισκόντουσαν και, ως πρόσθεσε, για τη σχέση του αυτή δεν γνώριζε κανείς. Ερωτώμενος σχετικά ανέφερε ότι είχε δεσμό με τον φίλο του αυτόν για πολύ καιρό (“long time”), για τον προσανατολισμό του γνώριζαν φίλοι από το σχολείο, όταν είσαι ομοφυλόφιλος στη ΛΔΚ σε κοροϊδεύουν, τον ρωτούσαν γιατί είναι έτσι, ο ίδιος, ως ανέφερε, αποκρινόταν ότι «δεν είναι δουλεία τους» (“was not their business”) και δεν τον ενόχλησαν ποτέ με άλλον τρόπο πέραν αυτού, η δε αδελφή του δεν γνώριζε. Ερωτώμενος ανέφερε ότι είχε ενδιαφερθεί στο παρελθόν για γυναίκες και ότι είχε σχέση στην Κύπρο με έναν άνδρα, ο οποίος επέστρεψε στη ΛΔΚ.
Σχετικά με τον άλλο λόγο που έφυγε από τη ΛΔΚ, ερωτώμενος σχετικά, ο αιτητής ανέφερε ότι έκλεψε $2000 από τον άνδρα με τον οποίο διέμενε στη ΛΔΚ, πήγε σε ένα φίλο του για 2 μέρες, ο οποίος τον βοήθησε να εκδώσει το διαβατήριο του, και μετά έφυγε από τη ΛΔΚ, αυτός δε από τον οποίον έκλεψε τα χρήματα του τηλεφώνησε (μια φορά) και τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει, δεν τον έχει ξαναενοχλήσει έκτοτε, δεν έχει καμία άλλη ένδειξη ότι αυτός τον αναζητά ακόμα, όμως, αν επιστρέψει, θα τον βρει και θα τον σκοτώσει, είτε στην Κινσάσα είτε στη Γκόμα.
Οι καθ’ ων η αίτηση κατά την εξέταση του αφηγήματος του αιτητή εντόπισαν και εξέτασαν τους κάτωθι ουσιώδεις ισχυρισμούς.
1. Ταυτότητα, προφίλ και χώρα καταγωγής του αιτητή
2. Ο αιτητής είναι ομοφυλόφιλος
3. Ο αιτητής απειλήθηκε από τον σύντροφο του, ο οποίος τον κακομεταχειριζόταν, λόγω του ότι ο αιτητής έκλεψε χρήματα απ’ αυτόν
Επί των ως άνω έγινε αποδεκτός ο 1ος ουσιώδης ισχυρισμός, απορρίφθηκαν δε ο 2ος και 3ος ισχυρισμός, ως αναξιόπιστοι.
Αναφορικά με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του αιτητή επί του σεξουαλικού του προσανατολισμού αλλά και οι απαντήσεις του στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν σχετικά υπήρξαν ασαφείς, γενικόλογες, στερούμενες λεπτομερειών και βιωματικών στοιχείων, τόσο αναφορικά με τον προσανατολισμό του αλλά και τις εμπειρίες που αφηγήθηκε. Ειδικότερα, ως κρίθηκε, ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει τον τρόπο που ο ίδιος αντιλαμβάνεται τον προσανατολισμό του, ούτε να περιγράψει ευλόγως τη σχέση που διατηρούσε με φίλο του από το σχολείο, το πόσο καιρό διήρκησε η σχέση αυτή, που βρισκόντουσαν, πόσο συχνά, πως περνούσαν την ώρα τους μαζί και, ομοίως, δεν μπορούσε να παρέχει πληροφορίες για την άσχημη συμπεριφορά που κατ’ ισχυρισμό δεχόταν από συμμαθητές του, παραμένοντας επί όλων των ως άνω γενικόλογος και εν πολλοίς επαναλαμβανόμενος. Αναφορικά με την εξωτερική συνοχή του ισχυρισμού αυτού έγινε έρευνα σε διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ) εκ της οποίας προέκυψε ότι στη ΛΔΚ, παρότι η ομοφυλοφιλία δεν διώκεται ποινικά, εντούτοις τα άτομα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας δεν προστατεύονται επαρκώς από διακρίσεις και άλλη κακομεταχείριση και είναι δέκτες στιγματισμού, βίας, παρενόχλησης και σημαντικών διακρίσεων. Παρά τις πληροφορίες αυτές, δεδομένων των ελλείψεων που, ως κρίθηκε, εντοπίστηκαν στην εσωτερική συνοχή του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, αυτός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.
Σε σχέση με τον 3ο ουσιώδη ισχυρισμό, ως κρίθηκε, ο αιτητής απέτυχε στο να παραθέσει εύλογα αναμενόμενες πληροφορίες, λεπτομέρειες και βιωματικά στοιχεία, τόσο σχετικά με το άτομο με τον οποίο διέμενε, ο οποίος, ως ανέφερε, τον κακοποιούσε, δεν μπορούσε να τον περιγράψει σωματικά, δεν θυμόταν που και πότε τον γνώρισε, ούτε ήταν σε θέση να παραθέσει στοιχεία για την κακοποίησε που υπόκειτο, παραμένοντας γενικόλογος και ασαφής επί όλων των ερωτημάτων που του τέθηκαν σχετικά, χωρίς τελικά να περιγράψει ούτε την κατ’ ισχυρισμό κλοπή των χρημάτων και ούτε να παρέχει πληροφορίες για τις κατ’ ισχυρισμό απειλές που δέχθηκε από το άτομο αυτό μετά που έφυγε. Αναφορικά με την εξωτερική συνοχή του εν λόγω ισχυρισμού κρίθηκε ότι, δεδομένης της προσωπικής φύσεως του, δεν ήταν σκόπιμη η έρευνα σε διαθέσιμες ΠΧΚ σχετικά και ο 3ος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος ενόψει των ελλείψεων που παρατηρήθηκαν στην εσωτερική συνοχή των λεγομένων του αιτητή επ’ αυτού.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, στη βάση του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού, ήτοι του προφίλ του αιτητή, οι καθ’ ων η αίτηση αναζήτησαν πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, εκ των οποίων και κατέληξαν ότι, δεδομένου και του ότι η Κινσάσα δεν επηρεάζεται από ένοπλη σύρραξη, δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να υποβληθεί σε δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του.
Ενόψει των ως άνω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε κατά του αιτητή απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Στην παρούσα προσφυγή καταγράφονται ελάχιστα νομικά σημεία, εκ των οποίων ουδέν εξειδικεύεται.
Στις αγορεύσεις του ο αιτητής, αναφέρει ότι εν προκειμένω δεν έγινε δέουσα έρευνα των ισχυρισμών του, τα ευρήματα επί της αναξιοπιστίας των λεγομένων του, εκ των οποίων – ως εισηγείται – δεικνύεται κίνδυνος δίωξης ή και σοβαρής βλάβης, είναι λανθασμένα, η δε επίδικη απόφαση είναι προϊόν πλάνης και δεν αιτιολογείται επαρκώς. Ως επίσης αναφέρει, τα οποία κενά στα λεγόμενα του αιτητή είναι προϊόν του άγχους που διακατείχε αυτόν κατά τη συνέντευξη και αποτέλεσμα των κακών αναμνήσεων που ανακάλεσε.
Οι καθ’ ων η αίτηση αναφέρουν ότι ουδείς εκ των ισχυρισμών του αιτητή έχει δικογραφηθεί και αναπτυχθεί δεόντως και συνεπώς είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης, στη βάση σχετικής νομολογίας, την οποία παραθέτουν, και προσθέτουν ότι η επίδικη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, λήφθηκαν υπόψη όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και ορθή επί της ουσίας, όπως και τα ευρήματα τους επί της αναξιοπιστίας των ισχυρισμών του αιτητή.
Δεδομένου ότι άπαντες οι ισχυρισμοί συμπλέκονται με την ουσία προχωρώ «σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής […] τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν» και «την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας» [αρ.146 (4) (α) του Συντάγματος, αρ.11 (3) (α) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου και Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.107/2023, Q. B. T. ν. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25].
Προχωρώ σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων και επί της ουσίας εξέταση αυτών.
Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, αναφέρεται στην σελ.98, ότι «[...] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.». Στην σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] οι δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305). […] Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»
Στο ίδιο εγχειρίδιο, σελ.204, αναφέρονται, τα εξής:
«Όσον αφορά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας, οι αιτήσεις που βασίζονται σε γενετήσιο προσανατολισμό ή ταυτότητα φύλου μπορεί να είναι ιδιαίτερα δύσκολες στον χειρισμό, επειδή οι λόγοι της αίτησης συνδέονται με ευαίσθητες και προσωπικές πτυχές της ιδιωτικής ζωής. Οι αιτούντες ενδέχεται να νιώθουν στιγματισμένοι, να ντρέπονται και/ή να αρνούνται την πραγματικότητα· ενδέχεται επίσης να έχουν υποστεί απόρριψη και/ή κακομεταχείριση από την οικογένεια και/ή την κοινότητά τους. Οι παράγοντες αυτοί μπορεί να καθιστούν δύσκολη για τους αιτούντες την αποκάλυψη των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών με σαφή και συνεκτικό τρόπο και, ως εκ τούτου, τα αποδεικτικά στοιχεία που παρουσιάζουν μπορεί να γνωστοποιούνται με καθυστέρηση, να είναι ελλιπή και να περιέχουν ανακολουθίες.
Ένα από τα μοντέλα που αναφέρονται στη βιβλιογραφία, το μοντέλο DSSH υπ’ αριθ. 2 [Difference, Stigma, Shame, Harm (Διαφορά, Στίγμα, Ντροπή, Βλάβη)], βασίζεται στην αντίληψη ότι υπάρχουν ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά ή στοιχεία τα οποία είναι πιθανό να είναι κοινά σε άτομα που αναγνωρίζουν ένα φύλο ή μια σεξουαλική ταυτότητα που δεν συνάδει με τις ετεροκανονικές κοινωνίες στις οποίες ζουν (όπου ο κανόνας είναι η ταύτιση του βιολογικού και του κοινωνικού φύλου και η ετεροφυλοφιλία). Το μοντέλο προτείνει μια διαρθρωμένη μεθοδολογία για την αξιολόγηση αιτήσεων, η οποία βασίζεται στο φύλο και στη σεξουαλική ταυτότητα και εξηγείται, με πρακτικά παραδείγματα, στον δεύτερο τόμο του εγχειριδίου με τίτλο Credibility assessment training manual της Ουγγρικής Επιτροπής του Ελσίνκι.
[…]
Η ύπαρξη ή μη ορισμένων στερεοτυπικών συμπεριφορών ή εμφανίσεων δεν θα πρέπει να αποτελεί βάση για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο αιτών έχει ή δεν έχει ορισμένο γενετήσιο προσανατολισμό και/ή ορισμένη ταυτότητα φύλου. Δεν υπάρχουν καθολικά χαρακτηριστικά ή ιδιότητες που τυποποιούν τα άτομα ΛΟΑΔΜ (λεσβίες, ομοφυλόφιλοι αμφιφυλόφιλα, διεμφυλικά και μεσοφυλικά άτομα), όπως δεν υπάρχουν και για τα ετεροφυλόφιλα άτομα. Οι εμπειρίες της ζωής τους μπορεί να διαφέρουν σημαντικά, ακόμη και αν προέρχονται από την ίδια χώρα.»
Σημειώνω βεβαίως κατ’ αρχή ότι στα πλαίσια της εξέτασης ισχυρισμών που αφορούν σεξουαλικό προσανατολισμό δεν χωρούν τυποποιημένες προσεγγίσεις και η αξιολόγηση αξιοπιστίας δεν μπορεί να βασίζεται σε στερεοτυπικά πρότυπα (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, C-148/13-C-150/13, A. B. C., ημ.02/12/14). Περαιτέρω δεν πρέπει να ζητείται από τον αιτητή να υπεισέλθει σε λεπτομέρειες για σεξουαλικές εμπειρίες ή να προσφέρει σχετικά στοιχεία ή άλλης μορφής μαρτυρία. Αξίζει βεβαίως να σημειωθεί επίσης ότι το μοντέλο DSSH, του οποίου έγινε χρήση κατά την εξέταση της επίδικης αίτησης, είναι αντικείμενο προβληματισμού[1], ως βασιζόμενο επί στερεοτυπικών αντιλήψεων, και γι’ αυτό θεωρώ ότι η χρήση του θα πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή.
Στην απόφαση Α. Β. C. (ανωτέρω) αναφέρονται τα εξής κατατοπιστικά στις σκέψεις 61-64, επί του ζητήματος αξιολόγησης αξιοπιστίας στα πλαίσια υποθέσεων ως η παρούσα.
«61. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2004/83 επιβάλλει στις αρμόδιες αρχές την υποχρέωση να προβαίνουν στην αξιολόγησή τους συνεκτιμώντας την ατομική κατάσταση και τις προσωπικές περιστάσεις του αιτούντος και ότι το άρθρο 13, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2005/85 απαιτεί από τις ίδιες αυτές αρχές να διεξάγουν τη συνέντευξη συνεκτιμώντας τις προσωπικές ή γενικές συνθήκες που περιβάλλουν την αίτηση ασύλου.
62. Μολονότι η υποβολή ερωτήσεων που αφορούν στερεοτυπικές αντιλήψεις ενδέχεται να συνιστά χρήσιμο στοιχείο στη διάθεση των αρμόδιων αρχών προκειμένου να προβούν στη σχετική αξιολόγηση, εντούτοις η εκτίμηση των αιτήσεων για την παροχή του καθεστώτος πρόσφυγα η οποία στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο σε στερεοτυπικές αντιλήψεις συνδεόμενες με τους ομοφυλόφιλους δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των διατάξεων που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη, στο μέτρο που δεν παρέχει στις εν λόγω αρχές τη δυνατότητα να λάβουν υπόψη την ατομική κατάσταση του οικείου αιτούντος άσυλο.
63. Επομένως, η αδυναμία ενός αιτούντος άσυλο να απαντήσει σε τέτοιου είδους ερωτήσεις δεν μπορεί να συνιστά αφ’ εαυτής επαρκή λόγο για να συναχθεί η αναξιοπιστία του αιτούντος, στο μέτρο που η προσέγγιση αυτή είναι αντίθετη προς τις απαιτήσεις του άρθρου 4, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2004/83 καθώς και του άρθρου 13, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2005/85.
64. Δεύτερον, μολονότι οι εθνικές αρχές βασίμως προβαίνουν, κατά περίπτωση, σε υποβολή ερωτήσεων προκειμένου να εκτιμήσουν τα γεγονότα και τις περιστάσεις σχετικά με τον προβαλλόμενο γενετήσιο προσανατολισμό των αιτούντων άσυλο, εντούτοις οι ερωτήσεις που αφορούν τις λεπτομέρειες των σεξουαλικών πρακτικών του οικείου αιτούντος άσυλο προσβάλλουν τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνει ο Χάρτης και, ειδικότερα, το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής που προβλέπει το άρθρο του 7.»
Ενόψει και κατ’ εφαρμογή των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών θα συμφωνήσω εδώ με όλα τα ευρήματα και την τελική κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση επί του 2ου και 3ου ως άνω ισχυρισμού, για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω.
Εν προκειμένω το αφήγημα του αιτητή παρουσιάζει καταφανή κενά, ελλείψεις σε εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες και αοριστίες, ως και οι καθ’ ων η αίτηση έχουν εντοπίσει, οι οποίες πλήττουν μοιραία και αναπόφευκτα την εσωτερική συνοχή όλων ανεξαιρέτως των δηλώσεων του αναφορικά τόσο με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό όσο και τα όσα αναφέρει για τις εμπειρίες του στην πορεία του, τη σχέση του με φίλο του από το σχολείο, τα κατ’ ισχυρισμό υποτιμητικά σχόλια που δεχόταν, το πως περνούσε τον χρόνο του μ’ αυτόν, που, πότε και πόσο συχνά βρίσκονταν μαζί, τη σχέση του με τον άνδρα με τον οποίον διέμενε μετά τον θάνατο της αδελφής του αλλά και όσα συνέβησαν κατά τον χρόνο που διέμενε μαζί του, την ταυτότητα του προσώπου αυτού, του που εργαζόταν, το πως ο ίδιος περνούσε τον χρόνο του μαζί του, πως έγινε η κλοπή των χρημάτων και πως και πότε δέχθηκε απειλές και γιατί θεωρεί ότι κινδυνεύει ακόμα απ’ αυτόν.
Δεν μπορεί εν προκειμένω να αγνοηθούν τα ως άνω αλλά ούτε και το ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει καμία λεπτομέρεια για τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, τις εμπειρίες του, τα βιώματα και τα συναισθήματα του μετά και τη συνειδητοποίηση της ταυτότητας του και τα όσα βίωσε στη ΛΔΚ, τόσο στο σχολείο όσο και με τον άνδρα με τον οποίο διέμενε και ούτε να τοποθετήσει σαφώς χρονικά όσα ανέφερε, περιλαμβανομένου του θανάτου της αδελφής του, της σχέσης του με τον φίλο του από το σχολείο, τη διάρκεια αυτής, αλλά και το πότε άρχισε να μένει με το άτομο που κατ’ ισχυρισμό τον κακοποιούσε και από τον οποίο έκλεψε χρήματα. Επί όλων των δηλώσεων του αλλά και σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ο αιτητής σχετικά παρέμεινε παντελώς ασαφής, χωρίς να παραθέτει το παραμικρό ψήγμα βιωματικών στοιχείων.
Ενόψει των ως άνω συμφωνώ με όλα τα συμπεράσματα των καθ’ ων η αίτηση, όπως καταγράφονται στην επίδικη έκθεση (ερ.77-82), ως αυτά και ανωτέρω καταγράφονται στα πλαίσια της παρούσης, τα οποία και υιοθετώ ως έχουν, χωρίς να είναι θεωρώ σκόπιμο να τα επαναλάβω στο σημείο αυτό. Δεν μπορεί λοιπόν να αγνοηθεί εν προκειμένω ότι όλες οι απαντήσεις του αιτητή στερούνταν εύλογα αναμενόμενων λεπτομέρειών, χωρίς αναφορά σε κάποιο ιδιαίτερο γεγονός ή εμπειρία που εντυπώθηκε στη μνήμη του, έστω φωτογραφικά, από όσα αυτός βίωσε στα πλαίσια των σχέσεων στις οποίες αναφέρθηκε, τα οποία και θα ήταν απολύτως ευλόγως αναμενόμενο να είναι σε θέση να περιγράψει ο αιτητής στις πολλές επ’ αυτού ερωτήσεις που του τέθηκαν και θα έδιναν την αναμενόμενη βιωματική διάσταση στο αφήγημα του. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα όσα αναφέρει περί του ότι είχε άγχος στη συνέντευξη ή και λόγω τραυματικών εμπειριών παρέμειναν, δεδομένου του ότι ουδέν προσκόμισε και ουδεμία περαιτέρω μαρτυρία προσέφερε στα πλαίσια της παρούσης, παρότι – δεδομένης της εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου για πλήρη και εξ υπαρχής έλεγχο των ενώπιον του στοιχείων – είχε κάθε δυνατότητα να πράξει, παντελώς αίολα και ατεκμηρίωτα.
Σχετικά με την εξωτερική συνοχή των ισχυρισμών του αιτητή παραθέτω τα κάτωθι, πέραν όσων οι καθ’ ων η αίτηση έχουν εντοπίσει και καταγράφουν στην επίδικη έκθεση.
Ο Ποινικός Κώδικας της ΛΔΚ δεν περιέχει διατάξεις περί ποινικοποίησης συναινετικών σεξουαλικών πράξεων μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου, ωστόσο έχουν γίνει προσπάθειες να ποινικοποιηθεί.[2] Παρά τη μη ρητή ποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας, άτομα ΛΟΑΤΚΙ περιθωριοποιούνται και αναγκάζονται να αποκρύψουν τον προσανατολισμό τους [3].
Σύμφωνα με την έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό που αφορά στο έτος 2023, τα ομόφυλα άτομα υπόκειντο μερικές φορές σε δίωξη βάσει διατάξεων περί δημόσιας αιδούς. Υπήρξαν αναφορές ότι Αρχές σε ορισμένες περιπτώσεις υποκίνησαν, διέπραξαν ή ανέχθηκαν βία ή παρενόχληση εναντίον ατόμων ΛΟΑΤΚΙ ή εκείνων που ανέφεραν τέτοιου είδους κακοποίηση. Οι αρχές σπάνια έλαβαν μέτρα για να διερευνήσουν, να διώξουν ή να τιμωρήσουν αξιωματούχους που διέπραξαν κακοποιήσεις εναντίον ατόμων ΛΟΑΤΚΙ, είτε στις δυνάμεις ασφαλείας είτε αλλού στην κυβέρνηση. Τα άτομα ΛΟΑΤΚΙ υφίσταντο παρενόχληση, στιγματισμό και βία, , τόσο από κρατικούς όσο και από μη κρατικούς φορείς. Δεν υπάρχει θεσμοθετημένη διαδικασία για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου και της αλλαγής του καταχωρημένου φύλου επί των ταυτοποιητικών εγγράφων. Τοπικές οργανώσεις για τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ ανέφεραν ότι τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα που συμμετείχαν στις δραστηριότητες του Pride Month υπέστησαν παρενόχληση, σωματική βία και απειλές, όπως και τα προηγούμενα χρόνια. Ορισμένες ομάδες ακτιβιστών ΛΟΑΤΚΙ ανέφεραν ότι η κυβέρνηση απέρριψε τις αιτήσεις εγγραφής τους ως «Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις»[4].
Όσον αφορά την πρόσβαση σε κρατική προστασία αυτή δεν φαίνεται να είναι διαθέσιμη και τα περισσότερα άτομα ΛΟΑΤΚΙ δεν υποβάλλουν καταγγελίες στις αρχές από φόβο για αντίποινα ή περαιτέρω στοχοποίηση[5].
Ενόψει των ως άνω ΠΧΚ δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι άτομα ΛΟΑΤΚΙ υφίστανται στη ΛΔΚ κίνδυνο δίωξης εξαιτίας του σεξουαλικού τους προσανατολισμού. Όμως αυτό από μόνο του, ενόψει της καταφανούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής, δεν θα μπορούσε να υπερκεράσει τις ελλείψεις αυτές και ούτε βεβαίως να οδηγήσει σε αποδοχή κατά τα τ’ άλλα όλως ελλιπών ισχυρισμών, οι οποίοι περιέχουν κενά, αντιφάσεις και ασάφειες. Στην απουσία δε περαιτέρω μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου είναι η κατάληξη μου ότι τα κενά παραμένουν και συνεπώς η αποδοχή των ισχυρισμών αυτών θα ήταν ενάντια σε κάθε εύλογη κριτική θεώρηση τους. Ως δε και στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.97, αναφέρεται, «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.» Στη δε σελ.131 του ιδίου εγχειριδίου τονίζεται σχετικώς ότι «[η] γενικευμένη προσβασιμότητα πολλών πηγών ΠΧΚ, μέσω του διαδικτύου ή άλλων μέσων ενημέρωσης, συνεπάγεται την ανάγκη οι δικαστικοί λειτουργοί να έχουν υπόψη τους την πιθανότητα ορισμένες αιτήσεις διεθνούς προστασίας να έχουν καταρτιστεί κατά τρόπο ώστε να είναι συνεπείς με τις συναφείς ΠΧΚ.»
Εν προκειμένω, στη βάση των ως άνω, είναι κατάληξη μου ότι τα όσα αναφέρει ο αιτητής, συνιστούν επινοήματα του ιδίου, προκειμένου, στη βάση του (μη αποδεκτού) ισχυρισμού που αφορά τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, να στηρίξει (ανεπιτυχώς) την επίδικη αίτηση.
Ενόψει των όσων πιο πάνω αναφέρω, απομένει αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Κινσάσα).
Έκθεση του 2021 του portal RULAC σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα, αναφέρει ότι «[η] Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) εμπλέκεται σε πολλές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις (NIAC) εντός των εδαφών της εναντίον ένοπλων ομάδων στις περιοχές Ituri, Kasai και Kivu, ενώ δεν αναφέρεται η δραστηριοποίηση ένοπλων ομάδων στην Κινσάσα».[6]
Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση 08/05/26) στην Κινσάσα καταγράφηκαν συνολικά 42 περιστατικά πολιτικής βίας (όπου περιλαμβάνονται περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), με αποτέλεσμα 48 θανάτους. [7] Ο πληθυσμός της Κινσάσα ανέρχεται περί τα 17 εκατομμύρια. [8]
Εκ των ως άνω δεν δεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί και δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις – δεδομένης της απόρριψης του συνόλου του αφηγήματος του, ως ανωτέρω εξηγείται - που επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για γι’ αυτόν στη βάση και της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» [9] (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN).
Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι ο αιτητής αναμένεται να αντιμετωπίσει προκλήσεις κατά την επιστροφή του στην Κινσάσα. Σχετικώς, σε έρευνα του DIS αναφέρεται ότι τα νεαρά άτομα αντιμετωπίζουν υψηλά ποσοστά ανεργίας ή και οικονομικής ανέχειας.[10] Οι όποιες όμως προκλήσεις ενδεχομένως αντιμετωπίσει ο αιτητής κατά την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής δεν αναμένεται να θέσουν αυτόν κάτω από το όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης, εφόσον, ως διαφαίνεται, δεν αναμένεται να στερηθεί την πρόσβαση του σε βιοπορισμό, ο οποίος θα του επέτρεπε μια διαβίωση, έστω με ιδιαίτερες ίσως στερήσεις, δεδομένου ότι ο αιτητής είναι νεαρός (περί των 25 ετών σήμερα), υγιής, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, με (σχετικά) επαρκή μόρφωση και συνυπολογιζόμενου και του ότι, ενόψει της απόρριψης του συνόλου του αφηγήματος του, δεν μπορώ να δεχθώ ότι σε περίπτωση επιστροφής του ο αιτητής στερείται παντελώς οικογενειακού ή άλλου υποστηρικτικού δικτύου, η ύπαρξη του οποίου άλλωστε, δεδομένων των λοιπών περιστάσεων, τις οποίες αναφέρω πιο πάνω, δεν θεωρώ ότι είναι – σε κάθε περίπτωση - απαραίτητη.
Έπεται λοιπόν ότι δεν τεκμηριώθηκε εν προκειμένω βάσιμος φόβος «καταδίωξης του [αιτητή] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του. Δεν έχω δε εντοπίσει στοιχεία εκ των οποίων να καταδεικνύεται, δεδομένων των όσων πιο πάνω αναφέρω, ότι επιστροφή του αιτητή στη χώρα καταγωγής του είναι αντίθετη με την στο αρ.3 της ΕΣΔΑ αρχή της μη επαναπροώθησης.
Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Βλ. Zisakou S (2021) Credibility Assessment in Asylum Claims Based on Sexual Orientation by the Greek Asylum Service: A Deep-Rooted Culture of Disbelief. https://www.frontiersin.org/articles/10.3389/fhumd.2021.693308/full
[2] ILGA World Database, Democratic Republic of Congo, https://database.ilga.org/democratic-republic-of-congo-lgbti (πρόσβαση 12/02/26)
[3] Freedom House, Freedom in the World 2023 – Democratic Republic of the Congo, March 2023, https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2023 , τελευταία πρόσβαση 12/02/2026.
[4] USDOS - US Department of State: 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024, https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/democratic-republic-of-the-congo/ , πρόσβαση 12/02/26.
[5] Belgium, CEDOCA, Republique Democratique du Congo: Minorités sexuelles et de genre, 15 December 2023, σελ. 13, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._les_minorites_sexuelles_et_de_genre_20231215.pdf ,πρόσβαση 12/02/26.
[6] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, 13 April 2021, διαθέσιμο σε www.rulac.org/news/drc-a-new-conflict-in-ituri-involving-the-cooperative-for-development-of-th, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/07/2024)
[7] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2026)
[8] Macrotrends.net, Kinshasa population, 2024, διαθέσιμο σε https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population,
[9] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
[10] DIS, 'Democratic Republic of the Congo- Socioeconomic Conditions in Kinshasa' (2022), 48 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/07/2023)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο