ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.337/24
29 Μαΐου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Β. D. D.
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κκ Γιώτα Μιλτιάδου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για αιτητή
Κα Κ. Μιχαηλίδου, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.04/01/24, η οποία κοινοποιήθηκε αυθημερόν, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτησή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης, παράνομης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων της παρούσας προσφυγής, ο αιτητής κατάγεται από το Καμερούν, εισήλθε ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές από τα κατεχόμενα στις 15/11/21 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 24/01/22 (ερ.1-3, 24).
Στις 17/11/23 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με τον αιτητή προς εξέταση του αιτήματός για διεθνή προστασία, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στου οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.17-24), μετά δε τη συνέντευξη ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση/Εισήγηση και στις 07/12/23 η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε (ερ.70-83).
Ακολούθως, ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία του δόθηκε διά χειρός στις 04/01/24 και του μεταφράστηκε σε γλώσσα την οποία κατανοεί (ερ.84, 3).
Στην επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας ο αιτητής καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής λόγω της «πολιτικής αστάθειας» και γι’ αυτό ήρθε στην Κύπρο, ως αναφέρει, για να αναζητήσει διεθνή προστασία.
Στη συνέντευξή ο αιτητής δήλωσε ότι είναι υγιής, γεννήθηκε στην Bafia Muyuka, διέμενε στην Buea από το 2018 μέχρι που έφυγε από το Καμερούν, ο πατέρας του απεβίωσε, η μητέρα και η αδελφή του μένουν στην Bafia και είναι αγρότες, ο αδελφός του σκοτώθηκε στην Bamenda, ο ίδιος έχει ολοκληρώσει advanced level certificate, όμως δεν εργαζόταν και συντηρούνταν από την μητέρα του.
Ερωτώμενος σχετικά ανέφερε ότι έφυγε από το Καμερούν γιατί, όταν ήταν στην Bamenda το 2016 δεν κατάφερε να τελειώσει το σχολείο, αφού ξεκίνησε η κρίση, μετά έμεινε στο δάσος για 3-5 μήνες, επέστρεψε στην Buea για ασφάλεια, ως ανέφερε, στις 10/11/19 ο αδελφός του σκοτώθηκε στην Bamenda, και δεν ήταν ασφαλής, γιατί «οι μουσουλμάνοι γύρευαν αγόρια για να σκοτώσουν» και έτσι ήρθε στην Κύπρο. Ερωτώμενος περαιτέρω ανέφερε ότι η μητέρα του δεν εργάζεται και της στέλνει χρήματα ο ίδιος, ο πατέρας του απεβίωσε το 2005, χωρίς να θυμάται τον μήνα, η αδελφή του εργάζεται ως κομμώτρια και τον είχαν συλλάβει γιατί έκανε δραστηριότητες σε ημέρα που είχε οριστεί απαγόρευση κυκλοφορίας και έμεινε υπό κράτηση για 1 βδομάδα σε αστυνομικό σταθμό το 2018, δεν θυμάται όμως τον μήνα, και μετά πλήρωσε χρήματα και τον άφησαν. Ερωτώμενος που κρατήθηκε ανέφερε πως ήταν στην Buea Central Prison και – σε επόμενη ερώτηση περί του τι εννοεί όταν αναφέρει ότι οι μουσουλμάνοι γύρευαν αγόρια για να σκοτώσουν» - ο αιτητής ανέφερε πως είναι σχετικά με τη «γενική κατάσταση στο Καμερούν». Ερωτώμενος τι συνέβη στον ίδιο ανέφερε ότι σταμάτησε το σχολείο και, ερωτώμενος για τις συνέπειες επιστροφής του στο Καμερούν ανέφερε ότι δεν θα έχει χρήματα και ότι οι Αρχές δεν θα του επιτρέψουν να εισέλθει στη χώρα του «εξαιτίας του ότι η κατάσταση στο Καμερούν συνεχίζεται».
Οι καθ’ ων η αίτηση κατά την εξέταση του αφηγήματος του αιτητή εντόπισαν και εξέτασαν τους κάτωθι ουσιώδεις ισχυρισμούς.
1. Ταυτότητα, προφίλ και χώρα καταγωγής του αιτητή
2. Λόγω της γενικής κατάστασης ανασφάλειας στη χώρα του
3. Για λόγους ακαδημαϊκού περιεχομένου
Έγιναν αποδεκτοί άπαντες οι ως άνω ισχυρισμοί του αιτητή, καθώς, ως αναφέρεται στην επίδικη έκθεση, ο αιτητής – μη έχοντας αναφέρει πολλά – διατήρησε συνοχή ως προς τα όσα ανέφερε, οι δε διαθέσιμες πληροφορίες που εντόπισαν για την κρίση που ξέσπασε το 2016 καταγράφουν όντως αδιακρίτως ασκούμενη βία μεταξύ των αποσχιστών και των κυβερνητικών δυνάμεων στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου στη βάση των ως άνω αποδεκτών ισχυρισμών οι καθ’ ων η αίτηση αναζήτησαν πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής και την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Buea – Southwest Region), εκ των οποίων και κατέληξαν ότι, παρότι λαμβάνει χώρα αδιακρίτως ασκούμενη βία αλλά και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων εκεί, δεδομένου ότι – σύμφωνα με τα λεγόμενα του ιδίου – ουδέν υπέστη σε προσωπικό επίπεδο καθ’ όλο τον χρόνο που διέμενε εκεί και η δε σύλληψη του έγινε τρία χρόνια προτού ο ίδιος φύγει από το Καμερούν, δεν υφίσταται εδώ εύλογη πιθανότητα να υποβληθεί σε δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του.
Ενόψει των ως άνω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε κατά του αιτητή απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Στην παρούσα προσφυγή καταγράφονται σωρεία νομικών σημείων.
Στις αγορεύσεις οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του αιτητή, κατόπιν παράθεσης εκτεταμένων αποσπασμάτων από την οικεία νομοθεσία και νομολογία, αναφέρουν ότι η επίδικη εδώ απόφαση λήφθηκε χωρίς δέουσα έρευνα, υπό καθεστώς πλάνης, κατά παράβαση της αρχής της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης, δεν αιτιολογείται ή δεν αιτιολογείται επαρκώς και οι καθ’ ων η αίτηση δεν συνεργάστηκαν επαρκώς μ’ αυτόν προκειμένου να συλλεγούν οι απαραίτητες πληροφορίες για δέουσα διερεύνηση της αιτήσεως. Περαιτέρω εισηγούνται, παραθέτοντας πληροφορίες (ΠΧΚ) σχετικά με την λεγόμενη αγγλόφωνη κρίση, τη δράση του αυτονομιστικού κινήματος και κάνοντας αναφορές στην οικεία νομοθεσία και στα ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση στα πλαίσια της επίδικης αίτησης (ερ.75-79), ότι θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο αιτητής «πρόκειται για πρόσωπο το οποίο θα είναι σε κίνδυνο αν κληθεί να επιστρέψει λόγω της ενεργής δράσης του στο κίνημα των Ambazonians στην Κύπρο, ήτοι το κίνημα “Southern Cameroon Community Cyprus”, το οποίο μάχεται για τα δικαιώματα του αγγλόφωνου τμήματος του Καμερούν» (σελ.8 αγόρευσης) και το οποίο, δεδομένης της έκρυθμης κατάστασης, που, ως σημειώνουν, έγινε δεκτή και από τους καθ’ ων η αίτηση (παραπέμπει στα ερ.75-77), διατρέχει κίνδυνο δίωξης (προσφυγικό) ή – κατ’ ελάχιστο - σοβαρής βλάβης (καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας), εξαιτίας εδώ της αδιακρίτως ασκούμενης βίας στον τόπο διαμονής του. Εις επίρρωση των ως άνω παραθέτουν περαιτέρω πληροφορίες (ΠΧΚ) για την γενικότερη κατάσταση στο Καμερούν και τις τελούμενες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις αγγλόφωνες περιοχές της χώρας.
Οι καθ’ ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι ουδείς των προωθούμενων ισχυρισμών έχει εδώ δικογραφηθεί δεόντως και, παραθέτοντας σωρεία αναφορών και αποσπασμάτων από τη σχετική νομολογία, εισηγούνται ότι η επίδικη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, λήφθηκε υπόψη το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και ορθή επί της ουσίας, καθώς, ως εισηγούνται, με πλήθος αναφορών σε σχετική νομολογία, ουδεμία ανάγκη διεθνούς προστασίας προκύπτει εν προκειμένω, τόσο στη βάση του προσφυγικού όσο και συμπληρωματικής προστασίας, δεδομένου του ότι δεν υφίστανται στοιχεία που να δεικνύουν προσωπική στοχοποίηση του αιτητή ή και που επιτείνουν τον κίνδυνο γι’ αυτόν, στη βάση της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας.
Κατά τις διευκρινήσεις τα μέρη αρκέστηκαν να υιοθετήσουν τις γραπτές τους αγορεύσεις.
Δεδομένου ότι όλοι οι ισχυρισμοί του αιτητή συμπλέκονται με την ουσία προχωρώ «σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής […] τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν» και «την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας» [αρ.146 (4) (α) Συντάγματος, αρ.11 (3) (α) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου και Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.107/2023, Q. B. T. ν. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25].
Σημειώνω κατ’ αρχήν ότι συμφωνώ με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς που σχηματίστηκαν αλλά και τα ευρήματα περί αξιοπιστίας τους, ως αυτά καταγράφονται στην επίδικη έκθεση (ερ.78-81), τα οποία υιοθετώ ως έχουν και τα οποία – δεδομένου ότι οδηγούν σε αποδοχή των λεγομένων του αιτητή – δεν χρήζουν περαιτέρω ενασχόλησης.
Σημειώνω, προτού προχωρήσω, ότι δεν αμφισβητείται ότι στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν λαμβάνει χώρα αδιάκριτη βία, καθώς και σωρεία παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις αντιμαχόμενες πλευρές κατά του τοπικού πληθυσμού, ως και στις πιο κάτω πληροφορίες (ΠΧΚ) καταγράφεται, οι οποίες συνάδουν μ’ αυτές που εντόπισαν οι καθ’ ων η αίτηση όσο και με τις πηγές που παραθέτει ο αιτητής στην αγόρευση του.
Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη υπάρχουν « […] αναφορές για βίαιες ενέργειες που καταλήγουν σε καταστροφή νοσοκομείων, σχολείων και ολόκληρων χωριών στις εν λόγω περιοχές τις οποίες έχουν διαπράξει μη κυβερνητικές ένοπλες ομάδες και μέλη των ενόπλων δυνάμεων του κυβερνώντος κόμματος […]»[1], ενώ το HRW και η Διεθνής Αμνηστία επίσης αναφέρουν πως στις ενέργειες αυτές προβαίνουν τόσο κυβερνητικοί και μη κυβερνητικοί δρώντες[2]. Σχετικά με τη γεωγραφική κατανομή των συγκρούσεων αναφέρονται τα εξής: «Στις ΝΔ και ΒΔ επαρχίες, υψηλά επίπεδα ανασφάλειας συνεχίζονταν. Η παρουσία κρατικών σωμάτων ασφαλείας – αστυνομία, χωροφυλακή, στρατός – είναι συγκεντρωμένη κατά μήκος των κύριων οδικών αρτηριών και στις πόλεις, ενώ οι μη κρατικές ένοπλες ομάδες εντοπίζονται κυρίως στις αγροτικές περιοχές.»[3].
Πηγές των Ηνωμένων Εθνών αναφέρουν τα εξής:
«Με την κλιμακούμενη βία ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και τις μη-κρατικές ένοπλες ομάδες στις Νοτιοδυτικές και Βορειοδυτικές περιοχές τού Καμερούν κατά το 2019, ο άμαχος πληθυσμός είναι αντιμέτωπος με σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων […] μαζικό εκτοπισμό, επιθέσεις κατά περιουσιών, κάψιμο σπιτιών και χωριών, διαχωρισμός οικογενειών, απώλεια εγγράφων ταυτοποίησης, αυθαίρετη σύλληψη και κράτηση […] έλλειψη πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες που έχουν επηρεασθεί από την κρίση και σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων (δολοφονίες, στρατολόγηση παιδιών, απαγωγές, έμφυλη βία, κ.ά. […] Επιθέσεις κατά χωριών, κάψιμο σπιτιών και δολοφονίες έχουν καταγραφεί.».[4]
Σύμφωνα με έκθεση της 1ης Μαρτίου του 2023 της R2P Monitor, «περισσότεροι από 6.000 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί ως αποτέλεσμα της κρίσης από το 2016. Οι δυνάμεις ασφαλείας διέπραξαν εξωδικαστικές δολοφονίες και εκτεταμένη σεξουαλική βία και βία λόγω φύλου, έκαψαν αγγλόφωνα χωριά και υπέβαλαν σε αυθαίρετη κράτηση, βασανιστήρια και κακομεταχείριση άτομα που θεωρούνταν ύποπτα ως αυτονομιστές. Οι ένοπλοι αυτονομιστές γίνονται επίσης ολοένα και πιο βίαιοι, σκοτώνοντας, απαγάγοντας και τρομοκρατώντας πληθυσμούς ενώ διεκδικούν σταθερά τον έλεγχο σε μεγάλα τμήματα των αγγλόφωνων περιοχών. Από τις αρχές του 2022 η κυβέρνηση αύξησε τις επιχειρήσεις της κατά των ένοπλων αυτονομιστικών προπύργιων. Οι αγγλόφωνοι αυτονομιστές απάντησαν εντείνοντας τις επιθέσεις εναντίον των κυβερνητικών δυνάμεων ασφαλείας, χρησιμοποιώντας περισσότερα φονικά όπλα και αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς IED. Οι αυτονομιστές έχουν απαγορεύσει την κυβερνητική εκπαίδευση και συχνά επιτίθενται, απειλούν και απαγάγουν μαθητές και καθηγητές, και επιπλέον καίνε, καταστρέφουν και λεηλατούν σχολεία. Αυτές οι επιθέσεις, καθώς και τα αυστηρά lockdown που επιβλήθηκαν από ένοπλους αυτονομιστές, έχουν στερήσει την εκπαίδευσή τους από τα παιδιά. Σύμφωνα με τον OCHA, μόνο το 46 τοις εκατό των σχολείων λειτουργούν και το 54 τοις εκατό των μαθητών πραγματοποίησαν εγγραφή για το ακαδημαϊκό έτος 2022-2023. Περισσότεροι από 2 εκατομμύρια άνθρωποι πλήττονται στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές και χρειάζονται ανθρωπιστική βοήθεια. Η OCHA εκτιμά, όπως αναφέρει η ίδια ως άνω έκθεση, ότι τουλάχιστον 628.000 άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί εσωτερικά λόγω βίας στις δύο περιοχές, ενώ περισσότεροι από 87.000 έχουν καταφύγει στη Νιγηρία». [5]
Σύμφωνα με το Protection Monitoring Update για το πρώτο τρίμηνο (Ιανουάριος-Μάρτιος) του 2025 του Global Protection Cluster [6], κατά το πρώτο τρίμηνο του 2025, «η ασφάλεια και η απόλαυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις περιοχές Northwest (NW) και Southwest (SW) διαταράχθηκε από την αυξημένη χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών (IEDs) από Μη Κρατικές Ένοπλες Ομάδες (NSAGs), καθώς και από παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως απαγωγές με σκοπό την καταβολή λύτρων, αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις, και κλοπές ή καταστροφή περιουσίας».[7]
Τον Οκτώβριο 2025 το Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για Συντονισμό Ανθρωπιστικών Υποθέσεων (UN OCHA) κατέγραψε για την περίοδο μεταξύ 1 και 30 Σεπτέμβρη του 2025 ότι το περιβάλλον ασφάλειας στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές παρέμεινε τεταμένο καθ’ όλη τη διάρκεια της απαγόρευσης κυκλοφορίας που επιβλήθηκε από Μη Κρατικές Ένοπλες Ομάδες από τις 8 Σεπτεμβρίου έως τις 14 Οκτωβρίου (σ.σ. 2025).[8] Η απαγόρευση, η οποία στόχευε στη διατάραξη της επανέναρξης των σχολείων και των προεδρικών εκλογών, ακολουθήθηκε από περιστατικά βίας, εκτοπισμού και κινδύνων για την προστασία του πληθυσμού.[9]
Το 2025 το Καμερούν συνέχισε να επηρεάζεται από τη σύγκρουση στη λεκάνη της λίμνης Chad στην περιοχή Far North, την Αγγλόφωνη εσωτερική κρίση στην περιοχή Northwest και Southwest και την προσφυγική κρίση στην γειτονική Κεντροαφρικανική Δημοκρατία.[10]
Το έτος 2025 χαρακτηρίστηκε από συχνές και έντονες συγκρούσεις μεταξύ μη κρατικών ένοπλων ομάδων και κρατικών δυνάμεων, με αποτέλεσμα η κατάσταση ασφάλειας και η ανθρωπιστική κατάσταση να παραμένουν ασταθείς. [11]
Εκ των ως άνω δεικνύεται ότι στην Άπω Βόρεια, Βορειοδυτική και Νοτιοδυτική περιοχή του Καμερούν οι συγκρούσεις μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων του στρατού και των αποσχιστών και οι εκατέρωθεν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων παραμένουν σε αμείωτη ένταση, με αδιακρίτως ασκούμενη βία και συχνές απώλειες σε άμαχο πληθυσμό.
Επανερχόμενος τώρα τα ενώπιον μου στοιχεία που αφορούν το ιστορικό και το προφίλ του αιτητή παρατηρώ τα εξής.
Κατ’ αρχή θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα όσα συνάπτει επί της προσφυγής του ο αιτητής, πέραν των Παραρτημάτων Β και Δ, τα οποία αποτελούν πληροφορίες (ΠΧΚ) για τη χώρα καταγωγής (οι οποίες σε κάθε περίπτωση συνάδουν με αυτές που καταγράφονται και πιο πάνω, στα πλαίσια της παρούσης), δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη τα έγγραφα που παρατίθενται ως Παράρτημα Γ, καθώς αφορούν φερόμενα έγγραφα διαφόρων οντοτήτων που εντάσσονται στα πλαίσια του αυτονομιστικού κινήματος και πέραν του ότι, ως τέτοια, θα έπρεπε να προσκομισθούν σύμφωνα με τον κ.3 (β) ή 10 (α) των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ήτοι με ένορκη δήλωση του ιδίου, ουδεμία σύνδεση γίνεται εν τέλει και ουδέν συμπέρασμα μπορεί να εξαχθεί εξ αυτών για τη συμμετοχή του ίδιου του αιτητή στο κίνημα ή τις οντότητες που φέρονται να έχουν εκδώσει τα έγγραφα αυτά, στην απουσία σχετικής μαρτυρίας του ιδίου προς τούτο και ενόψει του ότι ουδέν σχετικό ανέφερε κατά την επίδικη αίτηση. Υπενθυμίζω εδώ και τονίζω ότι ο ίδιος ο αιτητής ουδέν ανέφερε περί εμπλοκής του στο αποσχιστικό κίνημα ή άλλη οντότητα κατά την επίδικη εδώ αίτηση και ουδεμία δικονομικώς ορθά προσαχθείσα επί τούτου μαρτυρία προσκόμισε στα πλαίσια της παρούσης που να δεικνύει τέτοια δράση.
Στα πλαίσια λοιπόν των ενώπιον μου στοιχείων δεν αποδέχομαι οιαδήποτε εμπλοκή του αιτητή στο αποσχιστικό κίνημα και – στη βάση των λεγομένων του ιδίου, ως αυτά έχουν καταγραφεί στην επίδικη συνέντευξη – αυτός ουδέποτε στοχοποιήθηκε προσωπικά καθ’ όσον χρόνο διέμενε στο Καμερούν και ουδεμία μαρτυρία για δράση του ιδίου στο κίνημα ή άλλη σχετιζόμενη μ’ αυτό οντότητα κατά τον χρόνο που αυτός βρίσκεται στη Δημοκρατία έχει τεθεί ενώπιον μου.
Ενόψει των όσων πιο πάνω εξηγώ ουδέν στοιχείο ετέθη που να δεικνύει ότι ο αιτητής θα υποστεί δίωξη (κατά την έννοια των αρ.3-3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου), αφού δεν έχει λεχθεί εκ του ιδίου κάτι που να αφορά πράξη κατά του ιδίου που να συνδέεται με λόγο δίωξης, ως προνοείται εκ του αρ.3Δ του Νόμου, η δε κράτηση του το 2018, για μικρό διάστημα, περί τα τρία χρόνια προτού ο αιτητής φύγει από το Καμερούν, στη διάρκεια των οποίων ουδέν υπέστη, δεν είναι αρκετή – άνευ ετέρου - για να τεκμηριώσει εύλογη πιθανότητα επανάληψης της και δεν συνδέεται με λόγο δίωξης.
Παρεμβάλλω εδώ και τα εξής επί του νομικού πλαισίου.
Επί της σημασίας που αποκτά η προηγούμενη δίωξη ενός αιτητή διαφωτιστικά είναι τα και όσα αναφέρονται στο εγχειρίδιο του EASO «Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας (οδηγία 2011/95/ΕΕ) – Δικαστική Ανάλυση», σελ.94, παρ.1.9.2.:
«Είναι σημαντικό ότι η προγενέστερη δίωξη, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 4 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση), δεν περιλαμβάνει μόνο πράξεις δίωξης, αλλά και απειλές δίωξης (524). Επομένως, τόσο προγενέστερες πράξεις όσο και απειλές δίωξης είναι «ενδείξεις του βάσιμου φόβου [του αιτούντος] ότι η επίμαχη δίωξη θα επαναληφθεί σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής» (525). Εάν ο αιτών υποβλήθηκε ήδη σε δίωξη ή άμεση απειλή δίωξης, τότε, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 4 της ΟΕΑΑ, το γεγονός αυτό αποτελεί αφ’ εαυτού «σοβαρή ένδειξη ότι είναι βάσιμος ο φόβος» (526).
Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει προϋπόθεση προγενέστερης δίωξης, αλλά οι αποδείξεις προγενέστερης δίωξης αποτελούν σοβαρή ένδειξη του βάσιμου φόβου δίωξης του αιτούντος, εκτός εάν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για να θεωρηθεί ότι η εν λόγω δίωξη δεν θα επαναληφθεί.»
Στο εγχειρίδιο του EASO «Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας (οδηγία 2011/95/ΕΕ) – Δικαστική Ανάλυση» αναφέρονται τα εξής:
«Ο όρος «βάσιμος φόβος» σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει έγκυρη αντικειμενική βάση για τον φόβο δίωξης του αιτούντος. Το συγκεκριμένο στοιχείο του ορισμού του πρόσφυγα αφορά τον κίνδυνο ή την πιθανότητα να υποστεί δίωξη. Ο φόβος θεωρείται βάσιμος, εάν διαπιστώνεται ότι υπάρχει «εύλογη» πιθανότητα να υλοποιηθεί στο μέλλον (493). Για τη διαπίστωση αυτή, είναι απαραίτητο να αξιολογούνται οι δηλώσεις του αιτούντος υπό το πρίσμα όλων των σχετικών περιστάσεων της υπόθεσης [άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση)] και να ελέγχονται οι περιστάσεις που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του, καθώς και η συμπεριφορά των υπευθύνων δίωξης (494). […]
[Παρ.1.9.1.2., σελ.93]
Το σημαντικότερο είναι ότι και τα τρία αυτά κριτήρια θεωρούν ότι ο φόβος είναι βάσιμος, ανεξάρτητα από το κατά πόσον η πιθανότητα δίωξης είναι κατώτερη του 50 %. Ομοίως, στην απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση Saadi κατά Ιταλίας στο πλαίσιο του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, το ΕΔΔΑ αποφάνθηκε ότι ο αιτών δεν υποχρεούται «[να αποδείξει] ότι είναι περισσότερο πιθανό να υποβληθεί παρά να μην υποβληθεί σε κακομεταχείριση» (515). Επομένως, το κριτήριο του «βάσιμου φόβου» σημαίνει ότι, παρότι η απλή ή απομακρυσμένη πιθανότητα δίωξης αποτελεί ανεπαρκή κίνδυνο για να αποδειχθεί βάσιμος φόβος, ο αιτών δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι η πιθανότητα να υποστεί δίωξη υπερβαίνει το 50 % (516).»
Καταλήγω ότι εκ των ενώπιον μου στοιχείων δεν δεικνύεται εύλογη πιθανότητα δίωξης, καθώς η απλή πιθανότητα δίωξης του αιτητή δεν αρκεί, δεδομένου ότι, ως και ανωτέρω εξηγώ, στην απουσία ενδείξεων περί προσωπικής στοχοποίησης του κατά το παρελθόν και χωρίς στοιχεία που να καταδεικνύουν ενεργή εμπλοκή του στο αποσχιστικό κίνημα, το ενδεχόμενο να υποστεί δίωξη κατά την επιστροφή του παραμένει στη σφαίρα του απλά πιθανού, όχι όμως και του ευλόγως πιθανού.
Απομένει η εξέταση της πτυχής της συμπληρωματικής προστασίας, η οποία, δεδομένων όσων πιο πάνω αναφέρω σχετικά με την πιθανότητα δίωξης του αιτητή, περιορίζεται στη βάση του αρ.19 (2) (γ), αφού ουδείς ισχυρισμός ετέθη ενώπιον μου που να καταδεικνύει εύλογη πιθανότητα να υποστεί ο αιτητής σοβαρή βλάβη, κατά τα διαλαμβανόμενα στο αρ.19 (2) (α) και (β) του Νόμου.
Προχωρώ σε επικαιροποιημένη αποτίμηση της γενικής κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Buea).
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση 01/11/25) στη Νοτιοδυτική Επαρχία, όπου βρίσκεται και η Buea, καταγράφηκαν 450 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political Violence” περιλαμβάνει βία κατά αμάχων, απομακρυσμένη βία, εκρήξεις, μάχες, εξεγέρσεις, διαμαρτυρίες) και 327 θάνατοι.[12] Κατά τους τελευταίους 12 μήνες (ενημέρωση στις 16/01/26) στην Buea καταγράφηκαν 32 περιστατικά ασφαλείας και προκλήθηκαν 14 θάνατοι.[13] Ο πληθυσμός της Νοτιοδυτικής περιφέρειας ανέρχεται περί το 1 ½ εκατομμύριο κατοίκων[14], της δε πόλης Buea περί τις 90.000. [15]
Παρεμβάλλω προτού προχωρήσω σε αποτίμηση των ως άνω στοιχείων, σε συνάρτηση και με τις πιο πάνω παρατεθείσες πληροφορίες για την τρέχουσα κατάσταση στη χώρα καταγωγής (ΠΧΚ), τα εξής, επί του νομικού πλαισίου που αφορά το αρ.19 (2) (γ).
Σχετικώς, στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) C-465/07, Elgafaji, ημ.17/02/09, σκέψη 35-39, λέχθηκαν τα εξής καθοδηγητικά:
«35. Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.
36. Η ερμηνεία αυτή, η οποία δύναται να διασφαλίσει ένα αυτοτελές πεδίο εφαρμογής στο άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, δεν αναιρείται από το γράμμα της εικοστής έκτης αιτιολογικής σκέψης, κατά το οποίο «οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη».
37. Συγκεκριμένα, μολονότι η αιτιολογική αυτή σκέψη σημαίνει ότι η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.
38. Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της καταστάσεως αυτής επιρρωννύεται, επίσης, από το γεγονός ότι η οικεία προστασία είναι επικουρική, καθώς και από την οικονομία του άρθρου 15 της οδηγίας, καθόσον η βλάβη, της οποίας τον ορισμό δίνει το άρθρο αυτό υπό τα στοιχεία α΄ και β΄, πρέπει να εξατομικεύεται σαφώς. Μολονότι είναι αληθές ότι στοιχεία που αφορούν το σύνολο του πληθυσμού αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την εφαρμογή του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ο ενδιαφερόμενος, όπως και άλλα πρόσωπα, εντάσσεται στον κύκλο των δυνητικών θυμάτων μιας αδιακρίτως ασκούμενης βίας, εντούτοις, η ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως πρέπει να γίνεται λαμβανομένου υπόψη του συστήματος στο οποίο εντάσσεται, δηλαδή σε σχέση με τις λοιπές δύο περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 15 και, επομένως, να ερμηνεύεται σε στενή συνάρτηση με την εξατομίκευση αυτή.
39. Συναφώς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.»
Στην πιο πρόσφατη σχετική απόφαση του ΔΕΕ στη C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21, διευκρινίστηκαν τα εξής διαφωτιστικά:
«39. Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, επιβάλλεται προκαταρκτικώς η διαπίστωση ότι, όπως επισήμανε κατ’ ουσίαν ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 56 των προτάσεών του, η κατά το άρθρο 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 έννοια της «σοβαρής και προσωπικής απειλής» κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του αιτούντος επικουρική προστασία πρέπει να ερμηνευθεί ευρέως.
40. Επομένως, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υφίσταται «σοβαρή και προσωπική απειλή», κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95, απαιτείται να ληφθούν υπόψη σφαιρικά όλες οι σχετικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, ιδίως δε εκείνες που χαρακτηρίζουν την κατάσταση στη χώρα καταγωγής του αιτούντος.
[…]
42. Στα στοιχεία αυτά περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας, «όλ[α] τ[α] συναφ[ή] στοιχεί[α] που σχετίζονται με τη χώρα καταγωγής κατά τον χρόνο λήψης απόφασης σχετικά με την αίτηση».
43. Ειδικότερα, όπως επισήμανε κατ’ ουσίαν ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 56 και 59 των προτάσεών του, μπορούν επίσης να συνεκτιμηθούν, μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.»
Είναι κατάληξη μου εκ των ως άνω ότι, παρότι στην ευρύτερη Νοτιοδυτική περιφέρεια καταγράφεται σχετικά υψηλός αριθμός περιστατικών ασφαλείας και απώλειες αμάχων, εντούτοις, δεδομένου ότι τόπος διαμονής του αιτητή είναι η πόλη Buea, δεν θεωρώ ότι καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας και η ένταση τους εκεί, όπου εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι σε τέτοιο υψηλό επίπεδο ώστε να προκύπτει «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» [αρ.19 (2) (γ) τον Νόμου] του αιτητή εκ μόνης της παρουσίας του εκεί, δεδομένης της απουσίας ιδιαίτερων περιστάσεων που επιτείνουν τον κίνδυνο γι’ αυτόν, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό, στη βάση και της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[16] (βλ. CF and DN, ανωτέρω).
Συνυπολογίζω επί των ως άνω ότι ο αιτητής είναι υγιής, 27 ετών σήμερα, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, με ικανοποιητική μόρφωση, έχει ζήσει στη Buea από το 2018 μέχρι το 2020 και διαθέτει οικογενειακό δίκτυο (μητέρα/αδελφή) στην ευρύτερη περιοχή (στην Bafia που είναι η γενέτειρα του - ερ.21-22), τα οποία και συνηγορούν υπέρ του ότι, κατά την επιστροφή του ο αιτητής αναμένεται ευλόγως να λάβει - έστω προσωρινά - στήριξη και στέγαση (αν επιστρέψει στη γενέτειρα του), κατ’ ελάχιστο μέχρις ότου να είναι σε θέση να βιοποριστεί και να συντηρεί τον εαυτό του, τα οποία και δεικνύουν ότι, παρά τις οποίες αντιξοότητες ενδεχομένως αντιμετωπίσει, δεν αναμένεται να στερηθεί των αναγκαίων χρειωδών και δεν αναμένεται να παραμείνει χωρίς πιθανότητες βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης του στο άμεσα προβλέψιμο μέλλον, ως και στη σχετική αυθεντία[17] του ΕΔΑΔ περιγράφονται. Σημειώνω εδώ ότι η γενέτειρα του αιτητή, όπου βρίσκονται η μητέρα και η αδελφή του (Bafia), είναι εξίσου ασφαλής, με 4 περιστατικά πολιτικής βίας και 1 θάνατο τους τελευταίους 12 μήνες. [18]
Έπεται λοιπόν ότι δεν τεκμηριώθηκε εν προκειμένω βάσιμος φόβος «καταδίωξης του [αιτητή] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Δεν έχω δε εντοπίσει στοιχεία εκ των οποίων να καταδεικνύεται, δεδομένων των όσων πιο πάνω αναφέρω, ότι επιστροφή του αιτητή στη χώρα καταγωγής του είναι αντίθετη με την στο αρ.3 της ΕΣΔΑ αρχή της μη επαναπροώθησης.
Θα πρέπει τέλος να σημειώσω ότι οι αναφορές των συνηγόρων του αιτητή περί του ότι στο ερ.75 γίνεται δεκτό ότι υφίσταται κίνδυνο σοβαρής βλάβης (αγόρευση αιτητή, σελ.10), το οποίο έρχεται σε αντίφαση με το εύρημα των καθ’ ων η αίτηση ότι δεν υφίσταται κίνδυνος βλάβης, δεν μπορούν να διαφοροποιήσουν την ως άνω κατάληξη μου. Τούτο γιατί είναι προφανές ότι η αναφορά στο ερ.75 θα πρέπει να διαβαστεί ως σημαίνουσα πως, δεδομένης της έκρυθμης κατάστασης, εντοπίζονται εδώ ενδείξεις ότι ενδεχομένως υφίσταται κίνδυνος σοβαρή βλάβης, εκ του οποίου καθίσταται αναγκαία η περαιτέρω και πιο ενδελεχής εξέταση της κατάστασης ασφαλείας σε συνάρτηση με το προφίλ του αιτητή, που γίνεται αμέσως μετά στην επίδικη έκθεση (ερ.71-75). Πρόκειται δηλαδή για ενδιάμεσο εύρημα των καθ’ ων η αίτηση, το οποίο εξετάζεται περαιτέρω αμέσως μετά και – εν τέλει – ανατρέπεται, ενόψει της ανάλυσης που γίνεται, με την οποία, ως και ανωτέρω εξηγώ, συμφωνώ. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η χρήση του λεκτικού «υπάρχουν εύλογοι/βάσιμοι λόγοι […] να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης» στο συγκεκριμένο σημείο της έκθεσης (προτού γίνει πλήρης εξέταση της υπαγωγής σε συμπληρωματική προστασία) είναι κατ’ ελάχιστον ατυχής και σίγουρα αδόκιμη, αφού παραπέμπει σε καταληκτική κρίση επί των δεδομένων, η οποία και βεβαίως γίνεται στην εξέταση που ακολουθεί στα ερ.71-75 και δεν προηγείται αυτής. Όμως αυτό δεν ανατρέπει το ότι η καταληκτική κρίση των καθ’ ων η αίτηση κρίνεται ορθή, για τους λόγους που πιο πάνω εξηγώ. Συνεπώς το όποιο ατυχές λεκτικό δεν μπορεί να ανατρέψει την επί της ουσίας ορθότητα της κρίσης τους.
Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] United Nations Economic and Social Council, Concluding observations on the fourth periodic report of Cameroon, E/C.12/CMR/CO/4, para. 4, 25 March 2019, available at: https://tbinternet.ohchr.org/_layouts/15/treatybodyexternal/Download.aspx?symbolno=E/C.12/CMR/CO/4&Lang=En
[2] Human Rights Watch (HRW), World Report 2021 – Cameroon (Events of 2020), 13 January 2021, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2043533.html; Amnesty International (AI), Human Rights in Africa: Review of 2019 - Cameroon [AFR 01/1352/2020], 08 April 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2028266.html (accessed on 11/08/2021)
[2] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), p. 9, June 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf
[3] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (June 2020), p. 9, June 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf (accessed 05/08/2022)
[4] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), pp. 41-42, June 2020, available at:https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf
[5] Global Centre for the Responsibility to Protect (Author), published by ReliefWeb: R2P Monitor, Issue 64, 1 March 2023, 2 March 2023, σελ. 4, https://reliefweb.int/attachments/4df72bc8-c5c2-4e1b-a2db-95e32a179862/R2P-Monitor-March-2023.pdf (ημ. 22/04/2024).
[6] To Global Protection Cluster είναι ένα δίκτυο μη κυβερνητικών οργανώσεων (ΜΚΟ), διεθνών οργανισμών και υπηρεσιών των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), οι οποίοι δραστηριοποιούνται στον τομέα της προστασίας σε ανθρωπιστικές κρίσεις, συμπεριλαμβανομένων ένοπλων συγκρούσεων και φυσικών καταστροφών. https://globalprotectioncluster.org/about (ημερομηνία πρόσβασης 23/04/2025)
[7] GPC (Global Protection Cluster), Protection Monitoring Update; January - March 2025, 15/05/ 2025, https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2025-05/pm_quarterly_update_jan-mar_2025.pdf, σελ. 1 (πρόσβαση 23/04/2025)
[8] UN OCHA, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.81, 30 Οκτωβρίου 2025, https://www.unocha.org/attachments/d724d669-0a06-4f11-be6d-5f359fe13fac/SITREP%20NWSW_September%202025_Final.pdf, σελ. 2, (ημερομηνία πρόσβασης 23/04/2026)
[9] UN OCHA, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.81, 30 Οκτωβρίου 2025, https://www.unocha.org/attachments/d724d669-0a06-4f11-be6d-5f359fe13fac/SITREP%20NWSW_September%202025_Final.pdf, σελ. 2 (ημερομηνία πρόσβασης 23/04/2026)
[10] European Commission, Cameroon, last updated 25 April 2025, https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en (ημερομηνία πρόσβασης 23/04/2026)
[11] UNOCHA, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.84, December 2025, 25 Φεβρουαρίου 2026, https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no84-december-2025, (ημερομηνία πρόσβασης 23/04/2026)
[12] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Southwest (Sud-Ouest) Region, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/12/2025).
[13] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events / Fatalities, All Events, Past Year, διαθέσιμη σε Explorer | ACLED (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26-01-2026).
[14] City Population, Cameroon, Sud-Ouest Region, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ [ημ. πρόσβασης 14/05/25]
[15] Cameroon: Regions, Major Cities & Towns - Population Statistics, Maps, Charts, Weather and Web Information (πρόσβαση 26-01-26)
[16] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
[17] M.S.S. v Belgium & Greece, app. No.30696/09, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΑΔ), ημ.21/01/11, παρ.263
[18] Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Cameroon, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμο στο: https://acleddata.com/platform/explorer (ημερ. πρόσβασης στις 29/05/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο