ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υποθ. Αρ.: 370/25
21 Μαΐου 2026
[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ-KΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με τo άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
L.M.M., ARC: 582XXXXX {.} εκ Κονγκό {.}, και τώρα στο Παραλίμνι
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου του Υφυπουργείου Μετανάστευσης
Καθ' ων η Αίτηση
Χρυστάλλα Παφίτη (κα) για Γ. Βασιλόπουλος (κος), Δικηγόρος για την Αιτήτρια
Άρτεμης Πάλλη (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση
Η Αιτήτρια παρούσα (Παρούσα η διερμηνέας κα. Βαρβάρα Κλαυδιανού, για πιστή μετάφραση από Lingala σε Ελληνικά)
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Η Αιτήτρια αιτείται δήλωσης του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 18/12/2024, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 16/01/2025 και με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παροχή Διεθνούς προστασίας καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου 6(Ι)/2000 και είναι παράνομη, άκυρη, στερείται κάθε νόμιμου αποτελέσματος και είναι αποτέλεσμα πλάνης και κακής εφαρμογής του Νόμου.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Σύμφωνα με τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου που βρίσκονται ενώπιον μου, η Αιτήτρια είναι υπήκοος Κονγκό και στις 08/11/2024 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, αφού προηγουμένως εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία, μέσω των κατεχόμενων εδαφών στις 01/11/2024. Στη 29/11/2024 διεξήχθη συνέντευξη στην Αιτήτρια από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 18/12/2024 υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την εισήγηση όπως απορριφθεί το αίτημα της Αιτήτριας. Στις 18/12/2024, ο δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, ενέκρινε την πιο πάνω Έκθεση-Εισήγηση αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας και εξέδωσε απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του. Την 16/01/2025 εκδόθηκε απορριπτική του αιτήματος της Αιτήτριας επιστολή από την Υπηρεσία Ασύλου συνοδευόμενη από αιτιολόγηση της απόφασής της, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια αυθημερόν. Στις 14/02/2025 η Αιτήτρια καταχώρισε την παρούσα προσφυγή.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Δια του εισαγωγικού του δικογράφου, ο συνήγορος του Αιτητή και εγείρει πλείονες νομικούς ισχυρισμούς προς ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης οι οποίοι δεν προωθούνται δια της γραπτής του αγόρευσης στο σύνολο τους.
Δια της γραπτής του αγόρευσης ο συνήγορος της Αιτήτριας προβάλλει ως πρώτο ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας, καθώς ο αρμόδιος λειτουργός παρέλειψε να αξιολογήσει τους πραγματικούς λόγους που ανάγκασαν την Αιτήτρια να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της και να μεταβεί στην Κύπρο και πως η αιτιολογημένη απόφαση δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, αλλά σε υποθέσεις του εξεταστή. Ο δεύτερος ισχυρισμός που εγείρει ο συνήγορος της Αιτήτριας, συνίσταται στην παράλειψη από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου να εξετάσει το εάν η Αιτήτρια πληροί της προϋποθέσεις χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Στη συνέχεια ο κος Βασιλόπουλος παραθέτει σχετικούς συνδέσμους ως προς την τεκμηρίωση της ποινικής δίωξης την οποία δύναται να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια στη χώρα της σε περίπτωση επιστροφής της, παραπέμποντας το Δικαστήριο, στην πρόσφατη απόφαση του ΔΕΕ C-621/21, σύμφωνα με την οποία γυναίκες που έχουν υποστεί βία λόγω του φύλου τους, μπορούν πλέον να αναγνωριστούν ως πρόσφυγες βάση αυτής. Επίσης, ο κος Βασιλόπουλος, παραθέτει πηγές, αναφορικά με τον πρόσφατο Νόμο, με βάση τον οποίο ποινικοποιείται η σχέση μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών, στην χώρα καταγωγής της Αιτήτριας.
Οι Καθ' ων η αίτηση, με τη Γραπτή τους Αγόρευση, διατείνονται ότι οι λόγοι ακύρωσης εγείρονται κατά παράβαση του Κανονισμού 7 του Ανώτατου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962 και αιτούνται όπως να μην ληφθούν υπόψη, λόγω αοριστίας. Επικουρικώς δε υποβάλλουν ότι η επίδικη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος, των Νόμων και Κανονισμών, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, σύμφωνα με τις γενικές αρχές διοικητικού δικαίου και είναι δε επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.
Δια της απαντητικής του αγόρευσης, ο συνήγορος της Αιτήτριας επισημαίνει ότι οι Καθ’ ων παρέλειψαν να απαντήσουν επί των ζητημάτων που οι ίδιοι καταγράφουν σχετικά με την εξέταση της Αιτήτριας, ιδίως ως προς τον τρόπο αξιολόγησης συναφών ισχυρισμών. Ειδικότερα, προβάλλει ότι δεν προκύπτει πως η Υπηρεσία Ασύλου ακολούθησε το μοντέλο DSSH, ούτε ότι έγινε σχετική τεκμηρίωση ως προς την εφαρμογή του.
Κατά το στάδιο των διευκρινήσεων, αμφότερα τα μέρη υιοθετούν το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων και της απαντητικής αγόρευσης της Αιτήτριας.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Καταρχήν, θα πρέπει να τονιστεί ότι τα νομικά σημεία στην αίτηση του Αιτητή είναι με γενικότητα και αοριστία που εγείρονται. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.
Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672:
"Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης. Όπως αναφέρεται ρητά στο σχετικό Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου,
"7. Έκαστος διάδικος δέον διά των εγγράφων προτάσεων αυτού να εκθέτη τα νομικά σημεία επί των οποίων στηρίζεται, αιτιολογών συγχρόνως ταύτα πλήρως. Διάδικος εμφανιζόμενος άνευ συνηγόρου δεν υποχρεούται εις συμμόρφωσιν προς τον κανονισμόν τούτον."
Στην παρούσα περίπτωση η απλή επίκληση της παραβίασης ενός συνταγματικού άρθρου, συγκεκριμένων νόμων και γενικών διοικητικών αρχών χωρίς οποιαδήποτε συγκεκριμενοποίηση δεν είναι αρκετή.».
Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636:
«Παρατηρούμε ότι στο κείμενο της προσφυγής δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ακύρωσης, αν και σχετική επιχειρηματολογία πράγματι προβάλλεται στη γραπτή αγόρευση της εφεσείουσας. Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως λόγος ακύρωσης που δεν εγείρεται στην προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία.»
Σχετική είναι και η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4.
Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση.
Αναφορικά με το ισχυρισμό του συνηγόρου της Αιτήτριας περί έλλειψης δέουσας έρευνας έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης.
Περαιτέρω η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371,Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).
Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).
Περαιτέρω όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Κηαi ν. Τhe Republic (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης (Δημοκρατίας ν. Γιαλλουρίδη και Άλλων), Αναθεωρητικές Εφέσεις 868, 868, ημερομηνίας 13.12.90)».
Όπως καταδεικνύεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου οι Καθ΄ ων η αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου και εξέτασαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία που είχαν ενώπιον τους.
Όσον αφορά στον ίδιο ισχυρισμό του συνηγόρου της Αιτήτριας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη, αυτός επίσης απορρίπτεται αφού η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης εμφαίνεται στο κείμενο της απόφασης των Καθ' ων η Αίτηση, και συμπληρώνεται τόσο από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου όσο και από την έκθεση της αρμόδιας λειτουργού των Καθ' ων η Αίτηση. Στο κείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται με λεπτομέρεια οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας και αξιολογείται όλη η διαδικασία που ακολουθήθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ενώ στο τέλος αξιολογούνται και τα όσα επικαλέστηκε ο Αιτητής στην αίτηση του για διεθνή προστασία και καταγράφονται εκτενώς οι λόγοι που οδήγησαν τους Καθ’ ων η Αίτηση στην απόρριψη του αιτήματος της.
Όπως έχει διατυπωθεί και νομολογιακά, η αιτιολόγηση των αποφάσεων της διοίκησης είναι επιβεβλημένη ώστε να επιτρέπεται ο δικαστικός έλεγχος της νομιμότητάς τους αλλά και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο σε ποια στοιχεία στηρίχθηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (Γρηγορόπουλος κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, (1997) 4 ΑΑΔ 1414). Μέσα από την αιτιολογία του οργάνου θα πρέπει να διαφαίνεται ο συλλογισμός του, ο οποίος οδήγησε στην προσβαλλόμενη απόφαση ή τουλάχιστον να υπάρχουν στοιχεία στον φάκελο της υπόθεσης που να μπορούν να συμπληρώσουν την αιτιολογία της απόφασης του αρμόδιου οργάνου (βλ. άρθρο 29 του Ν. 158 (Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371 Στέφανος Φράγκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, (1998) 3 ΑΑΔ 270).»
Περαιτέρω, κρίνεται σκόπιμο στο στάδιο αυτό να καταγραφούν οι ισχυρισμοί που πρόβαλε η Αιτήτρια στα πλαίσια της εξέτασης του αιτήματός της για διεθνή προστασία από την Υπηρεσία Ασύλου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία στον φάκελο της Αιτήτριας, αυτή είναι ενήλικη από τη Λ.Δ.Κ. Κατά την υποβολή της αίτησής της για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα της, επειδή τα παιδιά του συζύγου της μητέρας της την απειλούσαν. Τη βασάνισαν και ο θετός πατέρας της την απείλησε ότι θα έκανε ό,τι ήθελε, σε αντίθετη περίπτωση, θα υφίστατο τις συνέπειες (βλ. ερ. 1 του Δ.Φ).
Κατά τη συνέντευξη η Αιτήτρια δήλωσε ότι είναι υπήκοος Κονγκό, γεννηθείσα στις 25/08/2000, στην περιοχή Matadi της επαρχίας Kongo Central. Δήλωσε άγαμη Χριστιανή Καθολική, ως προς το μορφωτικό της επίπεδο ολοκλήρωσε τη φοίτηση της στο λύκειο, και φοίτησε μόνο ένα πανεπιστημιακό έτος. Δεν εργάστηκε στην χώρα στη χώρα καταγωγής της και την στήριζε οικονομικά η μητέρα της. Περαιτέρω, δήλωσε πως ομιλεί Λιγκάλα, Kikongo και Γαλλικά. Ως προς την πατρική της οικογένεια, οι γονείς της πήραν διαζύγιο όταν η ίδια ήταν δύο ετών, η μητέρα της ξαναπαντρεύτηκε και η Αιτήτρια πήγε να μείνει μαζί τους. Ο πατριός της έχει μια κόρη και τρεις υιούς. Η μητέρα της ζει στην περιοχή Matadi, μαζί με τον σύζυγο της και τα παιδιά του. Από την άλλο, ο πατέρας της είχε δύο συζύγους και έχει μια ετεροθαλή αδελφή, η οποία ζει στην Αγκόλα, ενώ τα βιολογικά της αδέλφια από την πλευρά του πατέρα της ζουν στο Mbanza – Ngungu στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Διατηρεί επαφή με τον πατέρα της και τα αδέλφια της. Όσον αφορά την ευρύτερη οικογένειά της, ανέφερε ότι διαθέτει μία θεία, η οποία διαμένει στην πόλη Matadi, καθώς και πολλούς συγγενείς από την πλευρά της μητέρας της οι οποίοι διαμένουν επίσης εκεί, καθώς και κάποια ξαδέλφια που διαμένουν στην Κινσάσα.
Κατά την συνέντευξη της και ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια ανέφερε ως λόγους, τη κακομεταχείριση που υπέστη από τον θετό πατέρα της, λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού ως ομοφυλόφιλη και για εκπαιδευτικούς σκοπούς (βλ. ερ. 38-39 του Δ.Φ).
Κατά το στάδιο των διευκρινιστικών ερωτήσεων, η Αιτήτρια δήλωσε ότι θεωρεί φυσιολογικό τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, αισθάνεται άνετα με αυτόν και τον έχει αποδεχθεί πλήρως. Σε ερώτηση σχετικά με τις σχέσεις της με άτομα του ίδιου φύλου, η Αιτήτρια ανέφερε ότι είχε μια σχέση αλλά όχι άλλες μετά από αυτήν, καθώς φοβόταν αρνητικά σχόλια από την κοινότητα της στο Κονγκό. Επιπλέον σχετικά με το νομικό πλαίσιο στη χώρα της, δήλωσε ότι οι γυναίκες δεν μπορούν να παντρευτούν άλλες γυναίκες και οι άνδρες δεν μπορούν να παντρευτούν άλλους άνδρες. Τέλος, σε ερώτηση σχετικά με την θρησκευτική της πίστη, ως Χριστιανή Καθολική και τον τρόπο που αυτή αντιμετωπίζει τα άτομα LGBTQ+ η Αιτήτρια ανέφερε ότι στην κοινότητα της στο Κονγκό η ομοφυλοφιλία θεωρείται απαγορευμένη, η Κυβέρνηση δεν την αποδέχεται και υπάρχει ενδεχόμενο ποινικής δίωξης ακόμη και φυλάκισης (βλ. ερ. 33 του Δ.Φ).
Σε ερώτηση σχετικά με την προστασία που θα μπορούσαν να της παρέχουν οι αρχές στη χώρα της, η Αιτήτρια απάντησε αρνητικά, επικαλούμενη το γεγονός ότι η ομοφυλοφιλία, είναι απαγορευμένη στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Όσον αφορά τις συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής της, δήλωσε ότι δεν θα μπορεί να ζει ειρηνικά και ότι, σε περίπτωση που γίνει γνωστός ο σεξουαλικός της προσανατολισμός, θα κινδυνεύει με φυλάκιση. Σε σχετική ερώτηση για τον πατριό της, τόνισε ότι το πιο σημαντικό για εκείνην είναι ο σεξουαλικός της προσανατολισμός (βλ. ερ. 33 του Δ.Φ).
Κατά την αξιολόγηση της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας, ο Λειτουργός κατέγραψε τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς:
1) Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προσωπικό προφίλ και στοιχεία της Αιτήτριας.
2) Ισχυριζόμενη κακομεταχείριση από τον πατριό της.
3) Ο σεξουαλικός προσανατολισμός της ως ομοφυλόφιλο άτομο.
Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστος. Αντιθέτως ο δεύτερος και ο τρίτος ισχυρισμός, έτυχαν απόρριψης. Ειδικότερα, ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν παρείχε ικανοποιητικές απαντήσεις σε θέματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματος της ενώ υπέπεσε και σε αντιφάσεις.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ο πατριός της αρνούνταν να της δώσει χρήματα και πως αν τα ήθελε θα έπρεπε να κοιμηθεί μαζί του. Σε σχετική ερώτηση αν ενέδωσε , η Αιτήτρια απάντησε αρνητικά. Πρόσθεσε ότι όταν έβγαινε από το μπάνιο εκείνος την άγγιζε και την χτυπούσε. Αντίφαση παρατηρείται στο σημείο αυτό, αφού η Αιτήτρια στην αξιολόγηση της ευαλωτότητας της, ερωτηθείσα αν έχει υποστεί κάποια βλάβη από τον πατριό της απάντησε ότι ποτέ δεν της έκανε κάτι.
Παρά το γεγονός ότι η Αιτήτρια είχε διευκρινίσει ότι στηριζόταν οικονομικά από τη μητέρα της, όταν ερωτήθηκε για ποιο λόγο συνέχιζε να ζητά χρήματα από τον πατριό της, απάντησε με αοριστία ότι το έκανε γιατί δεν είχε επαφή με τον πατέρα της και προσπαθούσε να δει αν θα την λυπηθεί και θα της τα δώσει. Ωστόσο παρατηρείται αντίφαση, καθώς όταν ερωτήθηκε γιατί συνέχισε να ζητά χρήματα από τον πατριό της, παρά το γεγονός ότι εκείνος της ζητούσε να κοιμηθεί μαζί του για να της δώσει χρήματα, ανέφερε ότι έμενε μαζί του και αρχικά δεν γνώριζε ότι δεν ήταν ο βιολογικός της πατέρας αλλά το αντιλήφθηκε αργότερα λόγω της κακομεταχείρισης που υπέστη. Ωστόσο σε άλλο μέρος της συνέντευξης, της ανέφερε πως ζητούσε χρήματα από τον πατριό της, καθότι δεν είχε επαφή με τον πατέρα της.
Σε ερώτηση σχετικά με το αν η Αιτήτρια κατάλαβε ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν ο πατριός της λόγω της συμπεριφοράς του, υπέπεσε σε αντίφαση, καθώς σε ένα σημείο ανέφερε ότι το κατάλαβε από τα αδέλφια της, ενώ σε άλλο σημείο της συνέντευξης δήλωσε ότι το αντιλήφθηκε λόγω της κακομεταχείρισης που υπέστη από αυτόν. Επίσης, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι, όταν ξεκίνησε τις σπουδές της στο πανεπιστήμιο, ο πατριός της πρότεινε να έχουν σχέση και υποσχέθηκε να νοικιάσει σπίτι για εκείνη. Ωστόσο, η Αιτήτρια διευκρίνισε ότι αρνήθηκε την πρόταση, ότι δεν υπέστη οποιαδήποτε βλάβη και ότι μετά το περιστατικό ο πατριός της δεν προέβη σε άλλες ενέργειες εναντίον της. Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε πως τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια στη συνέντευξη της αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματος της και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης.
Λαμβάνοντας όλα τα πιο πάνω υπόψιν, διαπιστώνεται ότι η Αιτήτρια δεν ήταν ικανή να παρέχει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες ώστε να τεκμηριώσει τον ανωτέρω ισχυρισμό της. Η Αιτήτρια υπέπεσε σε αντιφάσεις και έλλειψη επαρκών πληροφοριών και ως εκ τούτου, ο αρμόδιος λειτουργός απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό.
Ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός σχετικά με το ότι η Αιτήτρια είναι ομοφυλόφιλη, έτυχε απόρριψης. Ειδικότερα, οι Καθ' ων η Αίτηση εφαρμόζοντας το μοντέλο αξιολόγησης DSSH (Difference, Shame, Stigma, Harm - Διαφορετικότητα, Ντροπή, Στίγμα, Βλάβη), έκριναν ότι η Αιτήτρια δεν έχει δείξει κατανόηση όσον αφορά στα συναισθήματα και τις εμπειρίες της διαφορετικότητας, του στίγματος και της ντροπής που μπορεί να βιώνει ένα άτομο ΛΟΑΤΚΙ στη χώρα καταγωγής της.
Σε σχέση με το στοιχείο της διαφορετικότητας, οι Καθ' ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι η Αιτήτρια ήταν ασαφής όσο αφορά την συνειδητοποίηση και αποδοχή του σεξουαλικού της προσανατολισμού και οι δηλώσεις της παρουσιάζουν επιπολαιότητα. Σε σχέση με το στοιχείο της ντροπής και του στίγματος, οι Καθ' ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι δεν διαφάνηκαν εκ μέρους της Αιτήτριας τυχόν αισθήματα ντροπής, λόγω της ομοφυλοφιλίας της ενώ δεν ήταν σε θέση να περιγράψει το τι η ίδια βίωνε συναισθηματικά ως ομοφυλόφιλο άτομο. Σε σχέση, τέλος, με το στοιχείο της βλάβης, οι Καθ' ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι η Αιτήτρια έχει κάποια αντίληψη της επικρατούσας κατάστασης στη χώρα της ως προς την αντιμετώπιση της κοινωνίας, και της κυβέρνησης για τα ομοφυλόφιλα άτομα, αλλά δεν διαφάνηκε ότι αισθάνθηκε κίνδυνο ή και φόβο λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού στη χώρα καταγωγής της.
Ως εκ τούτου, η Αιτήτρια, δεν περιέγραψε την διαδικασία συνειδητοποίησης και αποδοχής της διαφορετικότητας της και οι αναφορές της χαρακτηρίζονται από επιπολαιότητα. Επίσης, δεν ήταν σε θέση να περιγράψει την συναισθηματική, ή/και ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρισκόταν τότε, ούτε εξέφρασε τυχόν συναισθήματα ή προβληματισμούς που είχε ή βίωνε κατά την περίοδο αναγνώρισης και αποδοχής της διαφορετικότητας της. Οι απαντήσεις της δεν χαρακτηρίζονταν από επάρκεια, ενώ απουσιάζει και το προσωπικό στοιχείο. Εν γένει, παρουσίασε με επιπολαιότητα το πως η ίδια βίωνε τη διαφορετικότητα της, ως ομοφυλόφιλο άτομο και οι αναφορές της χαρακτηρίζονται από ασάφειες και αοριστίες. Οι απαντήσεις της οι οποίες αφορούσαν τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, την αίσθηση της διαφορετικότητας της, το στίγμα και την βλάβη, σε συνάρτηση τις συνθήκες που επικρατούν στην χώρα καταγωγής της της στερούνταν λεπτομέρειας και επάρκειας. Ως εκ τούτου, η εσωτερική αξιοπιστία της Αιτήτριας, όσον αφορά στον σεξουαλικό της προσανατολισμό ως ομοφυλόφιλη, δεν θεωρείται ικανοποιητική.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του υπό εξέταση ισχυρισμού, οι Καθ΄ων η αίτηση προχώρησαν σε σχετική έρευνα εκ της οποίας επιβεβαιώθηκε πως σε ότι αφορά στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον, η ομοφυλοφιλία στην Λ.Δ.Κ αποτελεί ταμπού, και τα άτομα αντιμετωπίζονται από την κοινωνία και το οικογενειακό τους περιβάλλον σαν απόκληροι, υπόκεινται σε δυσμενείς διακρίσεις, εξευτελιστική μεταχείριση και κοινωνικό στιγματισμό. Επιπρόσθετα, διαπιστώθηκε ότι οι αρχές στη Λ.Δ.Κ συχνά δεν λαμβάνουν μέτρα για να ερευνήσουν να διώξουν ή να τιμωρήσουν άτομα που διαπράττουν βία εναντίων των ατόμων της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας. Δεδομένου ότι στα λεγόμενα της Αιτήτριας παρουσιάζονται ελλιπείς και αόριστες δηλώσεις και στα λεγόμενα της διαφαίνονται αντιφάσεις, έλλειψη ευλογοφάνειας και έλλειψη επαρκών πληροφοριών, ο ανωτέρω ισχυρισμός που αφορά τον σεξουαλικό της προσανατολισμό ως ομοφυλόφιλο άτομο, δεν γίνεται αποδεκτός.
Εν συνεχεία, ο Λειτουργός προέβη στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της, ήτοι στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Λαμβάνοντας υπόψη τα ουσιώδη περιστατικά που έγιναν δεκτά, καθώς και την κατάσταση ασφαλείας τόσο στη χώρα γενικότερα όσο και στον τελευταίο τόπο διαμονής της, διαπιστώθηκε ότι, βάσει των διαθέσιμων δεδομένων σχετικά με την επικρατούσα κατάσταση στην επαρχία Congo-Central, όπου αναμένεται να επιστρέψει, η πλατφόρμα ACLED καταγράφει για την περίοδο 12/2023–12/2024 συνολικά έξι (6) περιστατικά, συμπεριλαμβανομένων πέντε (5) θανάτων.
Περαιτέρω, σε σχέση με το προσωπικό της προφίλ, διαπιστώνεται ότι πρόκειται για ενήλικη, άγαμη γυναίκα, απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε ιδιαίτερη ευαλωτότητα ή ένταξη σε συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα, η οποία, σύμφωνα με τα ανωτέρω, θα μπορούσε να την καταστήσει πιθανό στόχο μελλοντικής δίωξης ή σοβαρής βλάβης.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο Λειτουργός έκρινε ότι από τους προβαλλόμενους και αποδεκτούς ισχυρισμούς της Αιτήτριας διαφαίνεται ότι στο πρόσωπό της δε συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχειά τα οποία θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής και ως εκ τούτου η Αιτήτρια δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς του πρόσφυγα.
Ο Λειτουργός εν συνεχεία προέβη σε εξέταση του κατά πόσο η Αιτήτρια δικαιούται παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19 (1) και έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 (2), (α), (β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000. Συγκεκριμένα, ο Λειτουργός έκρινε ότι σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στη Λαική Δημοκρατία του Κονγκό δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι από τους οποίους να προκύπτει ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, όπως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(α) ή βασανιστήρια, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία όπως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(β ή σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ως το άρθρο 19 (2)(γ) προνοεί, καθώς η χώρα καταγωγής στην οποία η Αιτήτρια αναμένεται να επιστρέψει, δε βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Ως εκ τούτου, ο Λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε Αιτητή/Αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, η Αιτήτρια δεν κατάφερε τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος της ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης, αλλά ούτε κατά την ενώπιόν μου διαδικασία.
Όταν ο/η αιτητής/τρια κρίνεται αναξιόπιστος, δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω διερεύνησης (δέστε υπόθ. αρ. 1964/06, ημερ. 11.3.08 Obaidul Haque v. Δημοκρατίας).
Βάσει της αξιολόγησης τόσο της εσωτερικής, όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας των υπό εξέταση ισχυρισμών, το Δικαστήριο καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με τον λειτουργό και οι υπό εξέταση ισχυρισμοί απορρίπτονται στο σύνολό τους ως μη αξιόπιστοι.
Όλο το αφήγημα της Αιτήτριας, τόσο αναφορικά με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό όσο και αναφορικά με την κατ' ισχυρισμό κακομεταχείριση από τον πατριό της, στερείται παντελώς βιωματικών στοιχείων, και χρονικής συνοχής.
Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι ο Λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό της Αιτήτριας και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία της δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.
Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358).
Στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, "Το ευεργέτημα της αμφιβολίας πρέπει να δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί και εξετασθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντος. Οι ισχυρισμοί του αιτούντος πρέπει να παρουσιάζουν συνοχή και αληθοφάνεια και να μην έρχονται σε αντίφαση με γεγονότα που είναι γενικά γνωστά σε όλους".
Επομένως, ορθά δεν παραχωρήθηκε σε αυτήν το ευεργέτημα της αμφιβολίας και ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης της για διεθνή προστασία.
Εν πάσει περιπτώση, και ως προς τον τρίτο ισχυρισμό της Αιτήτριας περί του σεξουαλικού προσανατολισμού της ως ομοφυλόφιλο άτομο, προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση του θα πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το εγχειρίδιο της EUAA «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση (2018), αναφέρεται ότι (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«Όσον αφορά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας, οι αιτήσεις που βασίζονται σε γενετήσιο προσανατολισμό ή ταυτότητα φύλου μπορεί να είναι ιδιαίτερα δύσκολες στον χειρισμό, επειδή οι λόγοι της αίτησης συνδέονται με ευαίσθητες και προσωπικές πτυχές της ιδιωτικής ζωής. Οι αιτούντες ενδέχεται να νιώθουν στιγματισμένοι, να ντρέπονται και/ή να αρνούνται την πραγματικότητα· ενδέχεται επίσης να έχουν υποστεί απόρριψη και/ή κακομεταχείριση από την οικογένεια και/ή την κοινότητά τους. Οι παράγοντες αυτοί μπορεί να καθιστούν δύσκολη για τους αιτούντες την αποκάλυψη των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών με σαφή και συνεκτικό τρόπο και, ως εκ τούτου, τα αποδεικτικά στοιχεία που παρουσιάζουν μπορεί να γνωστοποιούνται με καθυστέρηση, να είναι ελλιπή και να περιέχουν ανακολουθίες.
Ένα από τα μοντέλα που αναφέρονται στη βιβλιογραφία, το μοντέλο DSSH υπ' αριθ. 2 [Difference, Stigma, Shame, Harm (Διαφορά, Στίγμα, Ντροπή, Βλάβη)], βασίζεται στην αντίληψη ότι υπάρχουν ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά ή στοιχεία τα οποία είναι πιθανό να είναι κοινά σε άτομα που αναγνωρίζουν ένα φύλο ή μια σεξουαλική ταυτότητα που δεν συνάδει με τις ετεροκανονικές κοινωνίες στις οποίες ζουν (όπου ο κανόνας είναι η ταύτιση του βιολογικού και του κοινωνικού φύλου και η ετεροφυλοφιλία). Το μοντέλο προτείνει μια διαρθρωμένη μεθοδολογία για την αξιολόγηση αιτήσεων, η οποία βασίζεται στο φύλο και στη σεξουαλική ταυτότητα [...]
Η έννοια της βλάβης στο μοντέλο αυτό αναδεικνύει επίσης διαδικαστικούς παράγοντες οι οποίοι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε σχέση με άτομα τα οποία ενδέχεται να μην μπόρεσαν να μιλήσουν ποτέ ανοικτά σε κανέναν για την ταυτότητά τους, για τα οποία η ταυτότητά τους υπήρξε πηγή στίγματος και δυνητικής βλάβης, και τα οποία ενδέχεται να μη γνωρίζουν τα δικαιώματά τους όσον αφορά τον γενετήσιο προσανατολισμό και/ή την ταυτότητα φύλου στο πλαίσιο της αίτησης ασύλου. Όπως αναφέρεται στην έκθεση Beyond proof: Η ύπαρξη ή μη ορισμένων στερεοτυπικών συμπεριφορών ή εμφανίσεων δεν θα πρέπει να αποτελεί βάση για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο αιτών έχει ή δεν έχει ορισμένο γενετήσιο προσανατολισμό και/ή ορισμένη ταυτότητα φύλου. Δεν υπάρχουν καθολικά χαρακτηριστικά ή ιδιότητες που τυποποιούν τα άτομα ΛΟΑΔΜ (λεσβίες, ομοφυλόφιλοι, αμφιφυλόφιλα, διεμφυλικά και μεσοφυλικά άτομα), όπως δεν υπάρχουν και για τα ετεροφυλόφιλα άτομα. Οι εμπειρίες της ζωής τους μπορεί να διαφέρουν σημαντικά, ακόμη και αν προέρχονται από την ίδια χώρα.[1]
Η εφαρμογή του ανωτέρω μεθοδολογικού εργαλείου (DSSH) έχει δεχθεί κριτική ειδικά όταν δεν χρησιμοποιείται ορθά με αποτέλεσμα να ενισχύονται τα στερεότυπα. Το εν λόγω μεθοδολογικό εργαλείο χρησιμοποιείται από διάφορες χώρες, κράτη-μέλη, την EUAA καθώς και από την UNHCR και τον ΔΟΜ στο υλικό κατάρτισης τους για τις αιτήσεις που βασίζονται στον γενετήσιο προσανατολισμό και στην ταυτότητα φύλου.[2] Επισημαίνεται, ωστόσο, πως ο τρόπος που βιώνει κάθε πρόσωπο τον σεξουαλικό του προσανατολισμό είναι υποκειμενικός και εξαρτάται από την προσωπική ιστορία του ατόμου, τον πολιτισμό και την κοινωνικοοικονομική του κατάσταση.[3]
Παραθέτω επίσης σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην απόφαση της υπόθεσης υπ'αριθμόν C-148/13 - C-150/13, A. B. C. ημερομηνίας 2/12/14, όπου αποφασίστηκαν τα πιο κάτω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«61. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2004/83 επιβάλλει στις αρμόδιες αρχές την υποχρέωση να προβαίνουν στην αξιολόγησή τους συνεκτιμώντας την ατομική κατάσταση και τις προσωπικές περιστάσεις του αιτούντος και ότι το άρθρο 13, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2005/85 απαιτεί από τις ίδιες αυτές αρχές να διεξάγουν τη συνέντευξη συνεκτιμώντας τις προσωπικές ή γενικές συνθήκες που περιβάλλουν την αίτηση ασύλου.
62. Μολονότι η υποβολή ερωτήσεων που αφορούν στερεοτυπικές αντιλήψεις ενδέχεται να συνιστά χρήσιμο στοιχείο στη διάθεση των αρμόδιων αρχών προκειμένου να προβούν στη σχετική αξιολόγηση, εντούτοις η εκτίμηση των αιτήσεων για την παροχή του καθεστώτος πρόσφυγα η οποία στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο σε στερεοτυπικές αντιλήψεις συνδεόμενες με τους ομοφυλόφιλους δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των διατάξεων που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη, στο μέτρο που δεν παρέχει στις εν λόγω αρχές τη δυνατότητα να λάβουν υπόψη την ατομική κατάσταση του οικείου αιτούντος άσυλο.»
Το μοντέλο DSSH, αν και παρέχει μία οργανωμένη μέθοδο ανάλυσης, δεν μπορεί να αντανακλά πάντα με ακρίβεια τα βιώματα του κάθε Αιτητή ή κάθε Αιτήτριας, ιδιαίτερα αν δεν λαμβάνει υπόψη τη διαφορετικότητα του πολιτισμικού και κοινωνικού υποβάθρου και τις προσωπικές τους εμπειρίες. Γι' αυτό το λόγο μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο αξιολόγησης αλλά δεν πρέπει να αποτελεί τη μοναδική βάση για την εξέταση ενός αιτήματος. Η αξιοπιστία ενός ατόμου που προβάλλει ισχυρισμούς για το σεξουαλικό προσανατολισμό πρέπει να κρίνεται με ευρύτερα αποδεκτά κριτήρια, καθώς δεν υπάρχει ένας καθολικός τρόπος για να προσδιοριστεί η ΛΟΑΤΚΙ ταυτότητα. Έτσι η ύπαρξη ή η έλλειψη συγκεκριμένων χαρακτηριστικών ή εμπειριών που συχνά συνδέονται με τη σεξουαλική ταυτότητα, δεν μπορεί να θεωρείται καθοριστικός παράγοντας στην εκτίμηση του σεξουαλικού προσανατολισμού κάποιου. Επομένως, κάθε περίπτωση αξιολογείται με βάση τα ατομικά δεδομένα και τις ιδιαίτερες συνθήκες του Αιτητή ή της Αιτήτριας χρησιμοποιώντας βεβαίως τους κοινώς αποδεκτούς δείκτες αξιοπιστίας.
Παρατηρώ πως ο αρμόδιος λειτουργός ακολούθησε τα στάδια διερεύνησης του μοντέλου «DSSH», και αξιολόγησε ορθά τα κριτήρια του ανωτέρω μοντέλου στη βάσει των δηλώσεων της Αιτήτριας, έχοντας θέσει στην Αιτήτρια επαρκή αριθμό ερωτήσεων (τόσο ανοικτού, όσο και κλειστού τύπου) και δίνοντάς του τη δυνατότητα να αναπτύξει τις εμπειρίες, τα συναισθήματα και τα βιώματα της καθώς και να αποσαφηνίσει περαιτέρω τους ισχυρισμούς της. Παρόλο που δεν αναμένεται από την Αιτήτρια να υπεισέλθει σε πολύ προσωπικές και ευαίσθητες πληροφορίες, τα όσα παρέθεσε σχετικά με τον υπό κρίση ισχυρισμό της ορθώς κρίθηκαν ότι παρουσιάστηκαν με επιπολαιότητα, ασυνέπεια και αοριστία.
Ακολούθως, θα συμφωνήσω με τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου περί αναξιοπιστίας της Αιτήτριας ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό. Ειδικότερα, όπως ορθώς επισημαίνεται στην Έκθεση-Εισήγησή του, καταγράφεται ότι η Αιτήτρια δεν παρέθεσε επαρκείς πληροφορίες και λεπτομέρειες όσο αφορά τον πυρήνα του αιτήματός της. Η Αιτήτρια δεν είχε υποστεί οτιδήποτε περαιτέρω ούτε παρουσίασε οτιδήποτε συγκεκριμένο ενώπιον μου που τροποποιεί την εικόνα που διαμορφώθηκε από το λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου ενόψει των ισχυρισμών της, όπως αυτοί καταγράφηκαν με λεπτομέρεια στην έκθεση/εισήγηση του λειτουργού. Από το αφήγημά της, διαπιστώνεται πως η Αιτήτρια παρουσίασε τον πυρήνα του αιτήματός της με επιφανειακό τρόπο, με γενικές και αόριστες και αντιφατικές δηλώσει.
Από την αφήγηση του εξέλειπαν βασικές πληροφορίες από τις οποίες θα προέκυπτε ο βιωματικός και προσωπικός χαρακτήρας αναφορικά με την αναγνώριση, συνειδητοποίηση και αποδοχή της σεξουαλικότητας της. Τουναντίον, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παραθέσει την εσωτερική διεργασία και τη συναισθηματική και ψυχολογική πορεία που διεξήλθε ως προς τον αυτοπροσδιορισμό της και την οικειοποίηση της σεξουαλικής της ταυτότητας. Ως διαπιστώνω, οι δηλώσεις της επικεντρώθηκαν σε στερεοτυπικές επικρατούσες αντιλήψεις της κοινωνίας, χωρίς να δίνει σαφή απάντηση επί της ουσίας των ερωτημάτων που αφορούσαν τα προσωπικά της βιώματα ως προς την διαφορετικότητα. Κατά συνέπεια, η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων της δεν τεκμηριώθηκε.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του προαναφερόμενου ισχυρισμού το Δικαστήριο ανέτρεξε σε πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, προκειμένου να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς της. Δεν υφίσταται συγκεκριμένη νομοθεσία η οποία να ποινικοποιεί τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις, εντούτοις παρατηρήθηκε από την τοπική οργάνωση Rainbow Sunrise Mapambazuko, η οποία έχει ως στόχο την προώθηση των δικαιωμάτων της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας στη ΛΔΚ και την Αφρική, καθώς και από το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο των Ηνωμένων Εθνών (Committee on Economic, Social and Cultural Rights) ότι το Άρθρο 176 του Ποινικού Κώδικα[4] χρησιμοποιείται συχνά προς τον σκοπό της ποινικοποίησης των ομόφυλων σχέσεων.[5] Αυτό επιβεβαιώνεται από έκθεση της Διεθνούς Ένωσης Λεσβιών, Ομοφυλοφίλων, Αμφιφυλόφιλων, Τρανς και Διαφυλικών (ILGA World) σχετικά με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των ατόμων LGBTIQ, η οποία αναφέρει ότι το άρθρο 176 του Ποινικού Κώδικα που ποινικοποιεί δραστηριότητες κατά της «δημόσιας αιδούς έχει χρησιμοποιηθεί ως νόμιμη βάση για την ποινικοποίηση των LGBT ατόμων».[6] Οι εκθέσεις της Freedom House για τα έτη 2024 και 2025 (που καλύπτουν τα έτη 2023 και 2024 αντίστοιχα), σημειώνουν προς επίρρωση των ανωτέρω ότι έχει γίνει χρήση των διατάξεων του Ποινικού Κώδικα περί της «προσβολής των ηθών» και της «προσβολής της δημόσιας αιδούς» κατά των LGBT+ ατόμων.[7]
Αναφορικά με το κοινωνικό στίγμα, και τα περιστατικά βίας ενάντια στα LGBTQ άτομα, η επιτροπή του ΟΗΕ CESCR, σημειώνει στις 28 Μαρτίου 2022 ότι η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα αντιμετωπίζει στιγματισμό και διακρίσεις κατά την απόλαυση των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών τους δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης στην εργασία, τη στέγαση, την υγειονομική περίθαλψη και την εκπαίδευση.[8] Σε σχετικό σημείωμα της ACCORD, αναφέρεται ότι τον Φεβρουάριο του 2022, η Διεθνής Ένωση ILGA σε συνεργασία με τη μη κυβερνητική οργάνωση WEKA Organisation (WEO) που εδρεύει στη ΛΔΚ δημοσίευσε μια έκθεση ('shadow report') για την προαναφερθείσα Επιτροπή για την Κρατική Έκθεση για την εφαρμογή του Συμφώνου των Ηνωμένων Εθνών για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα, η οποία αναφέρει ότι, κατόπιν έρευνας που έγινε στην χώρα περί το 2015 η κοινωνία παραμένει βαθιά ομοφοβική, εφόσον 96% των Κονγκολέζων δεν πιστεύουν ότι η ομοφυλοφιλία πρέπει να γίνεται αποδεκτή, ενώ παρόμοιο ποσοστό δεν θα ανεχόταν ομοφυλόφιλους γείτονες.[9] Η ίδια πηγή αναφέρει ότι το 2021 καταγγέλθηκαν 179 περιστατικά σε τοπικές οργανώσεις, καταγράφοντας 226 παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων των LGBTQ ατόμων.[10]
Σε πληροφορίες που παρουσιάστηκαν ενώπιον του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ τον Αύγουστο του 2024 από τοπικούς, μη κυβερνητικούς οργανισμούς της ΛΔΚ, αναφέρεται ότι, αν και δεν υπήρχε ρητή ποινικοποίηση των σχέσεων του ίδιου φύλου, το 75% των LGBTQ+ ατόμων στη ΛΔΚ δεν είχαν πρόσβαση σε υπηρεσίες όπως η εκπαίδευση, η εργασία, η στέγαση, η υγειονομική περίθαλψη και η κοινωνική ασφάλιση, λόγω συστηματικού στιγματισμού και διακρίσεων. Οι θρησκευτικοί ηγέτες και οι κυρίαρχες πολιτισμικές πεποιθήσεις για την μαγεία συνέβαλαν στον στιγματισμό και την περιθωριοποίηση αυτών των ατόμων. Επιπλέον, τόσο τα μέσα ενημέρωσης όσο και οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, χρησιμοποιούνται για να προωθήσουν βία και διακρίσεις εναντίον των LGBTQ+ ατόμων.[11]
Αναφορικά με την δυνατότητα κρατικής προστασίας, πηγές παραπέμπουν σε τοπικές οργανώσεις οι οποίες αναφέρουν ότι οι αρχές σπανίως προέβαιναν στην διερεύνηση, δίωξη ή τιμωρία οργάνων του κράτους που πραγματοποιούσαν παραβιάσεις δικαιωμάτων των LGBTQ ατόμων.[12] Ακόμη δε, σύμφωνα με συλλογή πληροφοριών της ΑCCORD, 23 LGBTI άτομα συνελήφθησαν αφότου αναζήτησαν προστασία από την αστυνομία, ενώ 4 ομοφυλόφιλοι άνδρες συνελήφθησαν επειδή 'έμοιαζαν' ομοφυλόφιλοι.[13] Σε άλλο περιστατικό, τον Οκτώβριο του 2021, η ILGA σημειώνει ότι «7 άνδρες, συμπεριλαμβανομένων και ακτιβιστών, 'εγκλωβίστηκαν' στα γραφεία ενός μη - κυβερνητικού οργανισμού με ένα πλήθος κόσμου απ' έξω να φωνάζει ομοφοβικές προσβολές στους άνδρες. Παρότι η Αστυνομία διασκόρπισε το πλήθος, εντούτοις στην συνέχεια προσέβαλε και συνέλαβε τους 7 κατηγορώντας τους για το αδίκημα της «σαρκικής επαφής ενάντια στην φυσική τάξη» και υποβάλλοντας τους σε πρωκτικές εξετάσεις».[14]
Αν και οι δηλώσεις της Αιτήτριας φαίνεται να συνάδουν σε ένα βαθμό με πληροφορίες που αντλούνται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση στη χώρα καταγωγής της, σε σχέση με την αντιμετώπιση των ομοφυλόφιλων ατόμων, η εξωτερική αξιοπιστία δεν αρκεί από μόνη της για να τεκμηριώσει την αλήθεια των ισχυρισμών της. Για να καταστούν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί της, απαιτείται να συνοδεύονται από σαφή, λεπτομερή και εξατομικευμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν τον ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας. Οι δηλώσεις της, κρίνω ότι είναι ασαφείς και επιφανειακές, στερούμενες τις αναγκαίας πειστικότητας ώστε να θεμελιώνουν το αίτημά της. Κατά συνέπεια, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός στο σύνολό του.
Περαιτέρω, συμφωνώ με την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη ο Λειτουργός στη βάση του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος καθώς η Αιτήτρια δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για ένα από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο Άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.
Σημειώνεται πως λόγω του ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας αναφορικά με τους λόγους που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της απορρίφθηκαν ως μη αξιόπιστοι, δεν πληρούνται και οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, η Αιτήτρια κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).
Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:
Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619 όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staats-secretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας[1]» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).
Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο/η αιτητής/τρια μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο/η αιτητής/τρια δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.
Ως προς την γενική κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, σύμφωνα με την ιστοσελίδα RULAC (Rule of Law in Armed Conflict) της Ακαδημίας της Γενεύης, η ΛΔΚ εμπλέκεται σε αρκετές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις εντός των εδαφών της εναντίον ορισμένων μη κρατικών ένοπλων ομάδων, μεταξύ των οποίων οι ADF (Allied Democratic Forces), Mai-Mai Yakutumba, FDLR (Forces démocratiques de libération du Rwanda), CODECO (Coopérative de développement économique du Congo) και M23[15]. Ειρηνευτική αποστολή των Ηνωμένων Εθνών (UN Organization Stabilization Mission in the Democratic Republic of the Congo- MONUSCO) υποστηρίζει τις ένοπλες δυνάμεις της ΛΔΚ, και το Συμβούλιο Ασφαλείας, με το ψήφισμά του υπ' αρ. 2765 (2024), αποφάσισε την επέκταση της εντολής της MONUSCO μέχρι τις 20.12.2025[16]. Οι περιοχές Kivu, Kasai και Ituri είναι αυτές οι οποίες πλήττονται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις ένοπλες συγκρούσεις, αν και η βία είναι εκτεταμένη και επηρεάζει ολόκληρη τη χώρα[17].
Εν προκειμένω, αναφορικά με τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ήτοι την πόλη Matadi, Congo Central, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα αναφορικά με τις επικρατούσες εκεί συνθήκες.
Σύμφωνα με τη διαδικτυακή πύλη RULAC «Η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (Λ.Δ.Κ.) εμπλέκεται σε πολλές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις (NIAC) εντός των εδαφών της εναντίον αριθμού ενόπλων ομάδων στις περιοχές Ituri, Kasai και Kivu».[18] Επιπρόσθετα, Έκθεση (2024) της Διεθνούς Αμνηστίας για τη Λ.Δ.Κ. αναφέρει ότι οι ένοπλες συγκρούσεις στα ανατολικά συνεχίστηκαν, με τις κυβερνητικές δυνάμεις να μάχονται εναντίον ένοπλων ομάδων∙ ενώ η διακοινοτική βία επεκτάθηκε και στις επαρχίες Kasai, Kwango, Kwilu, Mai-Ndombe και Tshopo, και οδήγησε σε περαιτέρω σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.[19] Ωστόσο, ως διαφαίνεται από τις ανωτέρω πληροφορίες, στην πόλη Matadi δεν επικρατούν συνθήκες εσωτερικής ένοπλης σύρραξης και η κατάσταση ασφαλείας παρουσιάζεται σταθερή.
Για την πληρότητα της έκθεσης, και σύμφωνα με την έκθεση του Υπουργείου Εσωτερικών των Η.Π.Α. για τα ανθρώπινα δικαιώματα στο Κονγκό το 2023[20], δεν υπήρξαν σημαντικές αλλαγές στην κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Δημοκρατία του Κονγκό κατά τη διάρκεια του συγκεκριμένου έτους.
Σημαντικά ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων περιελάμβαναν αξιόπιστες αναφορές για: αυθαίρετες ή παράνομες δολοφονίες, συμπεριλαμβανομένων εξωδικαστικών δολοφονιών. βασανιστήρια ή σκληρή, απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία από την κυβέρνηση· σκληρές και απειλητικές για τη ζωή συνθήκες φυλακής· αυθαίρετη σύλληψη ή κράτηση· σοβαρά προβλήματα με την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης· πολιτικοί κρατούμενοι ή κρατούμενοι· αυθαίρετη ή παράνομη παρέμβαση στο απόρρητο· σοβαροί περιορισμοί στην ελευθερία της έκφρασης και της ελευθερίας των μέσων ενημέρωσης, συμπεριλαμβανομένης της βίας ή των απειλών βίας κατά δημοσιογράφων και της λογοκρισίας, ουσιαστική παρέμβαση στην ελευθερία του ειρηνικού συνέρχεσθαι· αδυναμία των πολιτών να αλλάξουν την κυβέρνησή τους ειρηνικά μέσω ελεύθερων και δίκαιων εκλογών· σοβαροί και παράλογοι περιορισμοί στην πολιτική συμμετοχή· σοβαρή κυβερνητική διαφθορά· σοβαρούς κυβερνητικούς περιορισμούς ή παρενόχληση εγχώριων και διεθνών οργανισμών ανθρωπίνων δικαιωμάτων· εκτεταμένη βία με βάση το φύλο, συμπεριλαμβανομένης της ενδοοικογενειακής βίας και της ενδοοικογενειακής βίας και της σεξουαλικής βίας· εγκλήματα που περιλαμβάνουν βία ή απειλές βίας που στοχεύουν αυτόχθονες πληθυσμούς· εμπορία ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένης της καταναγκαστικής εργασίας· εγκλήματα που περιλαμβάνουν βία ή απειλές βίας που στοχεύουν λεσβίες, ομοφυλόφιλους, αμφιφυλόφιλους, τρανς, queer ή ίντερσεξ άτομα· και την ύπαρξη των χειρότερων μορφών παιδικής εργασίας. Τέλος, σύμφωνα με την ίδια έκθεση η κυβέρνηση έλαβε περιορισμένα αξιόπιστα μέτρα για να εντοπίσει και να τιμωρήσει αξιωματούχους που μπορεί να έχουν διαπράξει παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά η επιβολή δεν ήταν συνεπής.
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην περιφέρεια Kongo Central όπου βρίσκεται η πόλη Matadi, συνήθης τόπος διαμονής της Αιτήτριας, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 11/02/2026), καταγράφηκαν 12 περιστατικά πολιτικής βίας[21] τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 21 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[4] Ειδικότερα, στην πόλη Matadi την συγκεκριμένη χρονική περίοδο, καταγράφηκαν 4 περιστατικά πολιτικής βίας τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 5 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[22] Σημειώνεται ότι ο συνολικός πληθυσμός της πόλης Matadi εκτιμάται ότι ανέρχεται σε 465,791 (2025) κατοίκους.[23]
Δεδομένων των πιο πάνω, καθίσταται κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην εν λόγω περιοχή δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι η Αιτήτρια θα εκτεθεί σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας εάν επιστρέψει στον τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής της.
Τα εν λόγω στοιχεία καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά μόνο από την παρουσία του στην εν λόγω πόλη, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Από τα πιο πάνω, δεν προκύπτει οτιδήποτε που να δημιουργεί τέτοιες προϋποθέσεις ώστε, σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στην περιοχή συνήθους διαμονής της, να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή λόγω της παρουσίας του και μόνο στην εν λόγω περιοχή, αφού πρόκειται για άμαχο πολίτη, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του στη χώρα καταγωγής της.
Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, παρατηρώ ότι αυτή πρόκειται για ενήλικη, άγαμη γυναίκα, απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, χωρίς ιδιαίτερα στοιχεία ευαλωτότητας. Επίσης, διαθέτει υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον, καθώς τα βιολογικά της αδέλφια από την πλευρά του πατέρα της ζουν στο Mbanza–Ngungu και η ίδια διατηρεί επαφή με τον πατέρα και τα αδέλφια της. Επιπλέον, έχει συγγενείς από τη μητέρα και μία θεία που ζουν στο Matadi, καθώς και ξαδέλφια στην Κινσάσα. Επομένως, λαμβάνοντας υπόψιν τις ιδιαίτερες περιστάσεις της Αιτήτριας, οι οποίες δεν παρουσιάζουν δείκτες ευαλωτότητας, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτή θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.
Στη βάση των παραπάνω δεν προκύπτει ότι με την επιστροφή της στη Λαική Δημοκρατία του Κονγκό, η Αιτήτρια θα έλθει αντιμέτωπη με σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας της, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης βάσει του άρθρου 19 (2) (γ).
Επί τη βάσει όλων όσων παρατέθηκαν στην παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα της Αιτήτριας για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν το αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.
Υπό το φως των πιο πάνω η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με €1500 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.
Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] EUAA, Δικαστική ανάλυση, Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου, Έκδοση 2018, σελ. 204-206, EASO-Evidence-and-Credibility-Assessment-JA-EL.pdf
[2] EUAA, Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System, Judicial analysis, Second edition, σελ.265, σημείωση 870, February 2023, Evidence_credibility_judicial_analysis_second_edition.pdf
[3] Ibid, , σελ.266
[4] République Démocratique du Congo: Code pénal, 30 January 1940, available at: https://www.refworld.org/legal/legislation/natlegbod/1940/fr/54256, article 176: "A person who engages in activities against public decency will be liable to a term of imprisonment of eight days to three years and/or fined twenty-five to one thousand zaires"
[5] ACCORD, Anfragebeantwortung zur Demokratischen Republik Kongo: Lage homosexueller Personen (Diskriminierung, Repressionen) [a-11950], 20 Ιουλίου 2022, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/document/2078844.html; UN - CESCR, Concluding observations on the sixth periodic report of the Democratic Republic of the Congo, https://digitallibrary.un.org/record/3969917?ln=en&v=pdf , παρ. 28 – 29
[6] ILGA - International Lesbian, Gay, Bisexual, Trans and Intersex Association (Author): Our Identities Under Arrest; A global overview on the enforcemnt of laws criminalising consensual same-sex sexual acts between adults and diverse gender expression; 2021 First Edition, December 2021, https://www.ecoi.net/en/file/local/2094645/Our_Identities_Under_Arrest_2021.pdf
[7] Freedom House (Author): Freedom in the World 2024 - Democratic Republic of the Congo, 2024, https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2024; Freedom House (Author): Freedom in the World 2025 - Democratic Republic of the Congo, 2025, https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2025
[8] CESCR - UN Committee on Economic, Social and Cultural Rights: Concluding observations on the sixth periodic report of the Democratic Republic of the Congo [E/C.12/COD/CO/6], 28 March 2022, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/file/local/2072082/G2229422.pdf
[9] ILGA World / WEO - WEKA Organisation: Shadow report on social, economic and cultural rights of LGBTI people in the Democratic Republic of Congo; Submitted for the DRC review at the 71st Session of the Committee on Economic, Social and Cultural Rights (CESCR), February 2022, όπως παρατίθεται σε: ACCORD - Austrian Centre for Country of Origin and Asylum Research and Documentation: Anfragebeantwortung zur Demokratischen Republik Kongo: Lage homosexueller Personen (Diskriminierung, Repressionen) [a-11950], 20 July 2022, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/document/2078844.html
[10] ILGA World / WEO - WEKA Organisation: Shadow report on social, economic and cultural rights of LGBTI people in the Democratic Republic of Congo; Submitted for the DRC review at the 71st Session of the Committee on Economic, Social and Cultural Rights (CESCR), February 2022, όπως παρατίθεται σε: ACCORD - Austrian Centre for Country of Origin and Asylum Research and Documentation: Anfragebeantwortung zur Demokratischen Republik Kongo: Lage homosexueller Personen (Diskriminierung, Repressionen) [a-11950], 20 July 2022, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/document/2078844.html
[11] United Nations Human Rights Council, Summary of stakeholders' submissions on the Democratic Republic of the Congo, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/file/local/2115950/g2415753.pdf, παρ. 13
[12] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 Απριλίου 2024, https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/democratic-republic-of-the-congo/; UN - CESCR, Concluding observations on the sixth periodic report of the Democratic Republic of the Congo https://digitallibrary.un.org/record/3969917?ln=en&v=pdf, παρ. 28 – 29 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/02/2026)
[13] ACCORD, Anfragebeantwortung zur Demokratischen Republik Kongo: Lage homosexueller Personen (Diskriminierung, Repressionen) [a-11950], 20 Ιουλίου 2022, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/document/2078844.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/02/2026)
[14] ILGA World / WEO - WEKA Organisation: Shadow report on social, economic and cultural rights of LGBTI people in the Democratic Republic of Congo; Submitted for the DRC review at the 71st Session of the Committee on Economic, Social and Cultural Rights (CESCR), February 2022, όπως παρατίθεται σε: ACCORD - Austrian Centre for Country of Origin and Asylum Research and Documentation: Anfragebeantwortung zur Demokratischen Republik Kongo: Lage homosexueller Personen (Diskriminierung, Repressionen) [a-11950], 20 July 2022, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/document/2078844.html, σελ. 5-6 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/02/2026)
[15] RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύης, 'Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo', Last updated: Tuesday 14th February 2023, διαθέσιμο σε https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-democratic-republic-of-congo#collapse1accord (ημερομηνία πρόσβασης 11/02/2026)
[16] UNSC, S/RES/2765 (2024) διαθέσιμο σε https://digitallibrary.un.org/record/4069994?v=pdf (ημερομηνία πρόσβασης 11/02/2026)
[17] RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύης, 'Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo', Last updated: Tuesday 14th February 2023, διαθέσιμο σε https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-democratic-republic-of-congo#collapse1accord (ημερομηνία πρόσβασης 11/02/2026)
[18] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, Τελευταία Ενημέρωση: 13 Απριλίου 2021, https://www.rulac.org/news/drc-a-new-conflict-in-ituri-involving-the-cooperative-for-development-of-th
[19] Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2024, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/02/2026)
[20] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Republic of the Congo, 23 Απριλίου 2024, https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/02/2026)
[21] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests).
[22] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Democratic Republic of Congo/DRC, Kongo Central (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/02/2026)
[23] World Population Review, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/matadi (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/02/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο