ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ. 4091/2023
29 Μαΐου 2026
[Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
P.O.A.
Αιτήτρια
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
Ζ. Ποντίκη (κα) για Αλ Τάχερ, Μπενέτη και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόρος για την Αιτήτρια
Γ. Ροδοθέου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την προσφυγή της η αιτήτρια, αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 28/08/2023 η οποία του κοινοποιήθηκε στις 09/10/2023 και δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση του για παροχή διεθνούς προστασίας, ως παράνομης, άκυρης και στερούμενης οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος.
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των Διευκρινήσεων της παρούσας προσφυγής ως Τεκμήριο 1, η αιτήτρια είναι ενήλικη από τη Νιγηρία και στις 14/02/2022 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Στις 17/07/2023 διεξήχθη συνέντευξη στην Αιτήτρια από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA). Ακολούθως, στις 17/08/2023 ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Εισηγητική Έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με τη συνέντευξη της αιτήτριας και στις 28/08/2023, ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου αποφάσισε όπως να μην παραχωρηθεί στην αιτήτρια καθεστώς διεθνούς προστασίας. Στις 03/10/2023 η Υπηρεσία Ασύλου ετοίμασε επιστολή ενημέρωσης προς την Αιτήτρια σχετικά με την απόρριψη του αιτήματος της. Η επιστολή και η αιτιολόγηση της απόφασης, παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως στις 09/10/2023 από την Αιτήτρια.
Στη συνέχεια, η αιτήτρια καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.
Η συνήγορος της αιτήτριας στα πλαίσια της προσφυγής και της γραπτής αγόρευσης, προώθησε διάφορους λόγους ακύρωσης προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης, τους οποίους εν τέλει εγκατέλειψε κατά το στάδιο των διευκρινήσεων και διατήρησε μόνο το λόγο ακύρωσης που αφορά την μη διεξαγωγή δέουσας έρευνας. Ενόψει των δηλώσεων του ευπαίδευτου συνηγόρου του αιτητή, όλοι οι λόγοι ακύρωσης ως καταγράφονται στην προσφυγή, πέραν από το λόγο ακύρωσης που αφορά τη μη δέουσα έρευνα εκ μέρους των Καθ΄ ων η αίτηση, αποσύρονται και απορρίπτονται.
Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, λήφθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους καθ΄ ων η αίτηση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και απορρίπτουν τους προωθούμενους ισχυρισμούς ως νόμω και ουσία αβάσιμους.
Θα προχωρήσω να εξετάσω τον λόγο ακύρωσης που διατήρησε η συνήγορος της αιτήτριας ήτοι τον ισχυρισμό περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση.
Κατά πάγια νομολογία, η επάρκεια της έρευνας, η έκταση και ο τρόπος διεξαγωγής της, ποικίλει ανάλογα με τα υπό διερεύνηση γεγονότα. Προκαθορισμένος τρόπος δεν υπάρχει. Με την προϋπόθεση ότι η έρευνα είναι επαρκής, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στον τρόπο που η διοίκηση επέλεξε να διερευνήσει το θέμα, ούτε και υποκαθιστά τα υπ' αυτής διαπιστωθέντα πρωτογενή ευρήματα (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών κ.ά. (1999) 3 Α.Α.Δ. 447 και Ράφτης ν. Δημοκρατίας κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 και Κώστας Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1002/2009, ημερ. 27.10.2011).
Στη βάση της πιο πάνω υποχρέωσης του αρμόδιου οργάνου για δέουσα έρευνα θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν οι ισχυρισμοί της αιτήτριας σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός της, για να διαφανεί εάν όντως το αρμόδιο όργανο προέβη στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.
Κατά την υποβολή του αιτήματός της για διεθνή προστασία και αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια κατέγραψε ότι μετά τον θάνατο του πατέρα της, η οικογένειά του ιδιοποιήθηκε την περιουσία του, ενώ προσπάθησε να οικειοποιηθεί και την οικία που είχε κληρονομήσει η Αιτήτρια και η οικογένειά της. Η Αιτήτρια σημείωσε πως εξαιτίας αυτών των διεκδικήσεων έχασε και την μητέρα της και στη συνέχεια αποφάσισε να εγκαταλείψει την χώρα της λόγω της ανασφάλειας που αυτή η συνθήκη της είχε προξενήσει, φοβούμενη μήπως σκοτώσουν και την ίδια (ερ. 1 Δ.Φ.).
Στο πλαίσιο της προσωπικής της συνέντευξης, αναφορικά με τα προσωπικά της στοιχεία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι γεννήθηκε και έζησε στην πόλη Benin της πολιτείας Edo. Ολοκλήρωσε την δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην χώρα της στην πόλη Benin (ερ. 69 του Δ.Φ.). Αναφορικά με την οικογένειά της δήλωσε ότι οι γονείς της έχουν αποβιώσει, και έχει έναν αδερφό 15 ετών που διαμένει στην πόλη Benin. Ως προς την οικογενειακή της κατάσταση δήλωσε άγαμη. Κατά την παραμονή της στην Νιγηρία, εργάστηκε ως γραμματέας το 2020 σε ξενοδοχείο στην πόλη Benin και ακολούθως σε κατάστημα παιγνίων και κινητών τηλεφώνων για 6-7 μήνες (ερ. 69 του Δ.Φ.).
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης και δη κατά το σκέλος της ελεύθερης αφήγησής της, η Αιτήτρια ανέφερε πως εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της εξαιτίας των δυσκολιών που αντιμετώπισε ως προς την ασφαλή διαβίωση της ίδιας και του αδερφού της, οι οποίες ανέκυψαν αφού η οικογένεια του πατέρα της την εκδίωξε από το πατρικό της σπίτι, μαζί με τον αδερφό της, μετά τον θάνατο των γονέων τους (ερ. 41 του Δ.Φ.).
Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του αρμόδιου λειτουργού, η Αιτήτρια πρόσθεσε πως η οικογένεια του πατέρα της εξαπέλυσε επίσης απειλές κατά της ζωής της ιδίας και του αδερφού της σε περίπτωση που επιχειρούσαν να επιστρέψουν στο σπίτι τους (ερ. 40 του Δ.Φ.), διευκρινίζοντας περαιτέρω ότι το αίσθημα ανασφάλειας που συνέβαλε στην απόφασή της να διαφύγει από την Νιγηρία, έγκειτο στον φόβο της ότι, εφόσον οι γονείς της απεβίωσαν ενώ προηγουμένως ήταν υγιείς, μπορεί αντίστοιχα να συνέβαινε το οτιδήποτε στην ίδια και τον αδερφό της, εξίσου απροσδόκητα (ερ. 40 του Δ.Φ.). Ερωτηθείσα σχετικά με τις συνθήκες της εκδίωξής της από την οικογενειακή οικία μετά τον θάνατο των γονέων της, η Αιτήτρια απάντησε πως ο αδελφός του πατέρα της κατείχε τους τίτλους ιδιοκτησίας του σπιτιού (ερ. 40 του Δ.Φ.), ισχυριζόμενη περαιτέρω πως την ημέρα που εκδιώχθηκαν κατήγγειλαν το περιστατικό και τις απειλές στο αστυνομικό τμήμα της πόλης Benin, χωρίς ωστόσο να προχωρήσει κάποια σχετική έρευνα (ερ. 39 του Δ.Φ.).
Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του αρμόδιου λειτουργού σχετικά με τους κινδύνους που η Αιτήτρια φοβόταν πως θα αντιμετώπιζε σε περίπτωση επιστροφής στην χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε πως δεν είχε αντιμετωπίσει απειλές από το 2018 που απεβίωσε και η μητέρα της μέχρι και το 2021 που εγκατέλειψε τελικά την χώρα καταγωγής της, διότι ήταν εγκατεστημένη σε διαφορετική περιοχή, ισχυριζόμενη επιπλέον ότι η επιστροφή της ενδεχομένως θα εκλαμβανόταν ως πρόθεση διεκδίκησης της περιουσίας από τον αδελφό του πατέρα της και θα την έθετε σε κίνδυνο (ερ. 38 του Δ.Φ.).
Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τις δηλώσεις της αιτήτριας, κατά το στάδιο της συνέντευξης της, σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις της. Ο πρώτος αφορούσε τα προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας, το προφίλ, τη χώρα καταγωγής και την ταυτότητά της, ενώ ο δεύτερος το ότι η Αιτήτρια απειλήθηκε από τη οικογένεια του πατέρα της προκειμένου να εγκαταλείψει την οικογενειακή οικία, μετά τον θάνατο των γονέων της.
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθώς οι δηλώσεις της Αιτήτριας κρίθηκαν ως λεπτομερείς και σαφείς, επιβεβαιώθηκαν δε από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Καταγράφεται δε, ότι η Αιτήτρια προσκόμισε πρωτότυπο διαβατήριο που έχει εκδοθεί από τις αρχές της χώρας καταγωγής της (ερ. 6 του Δ.Φ.).
Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι εγκατέλειψε τη Νιγηρία επειδή αντιμετώπισε απειλές κατά της ζωής της από τον πατρικό της θείο, σχετιζόμενες με την εκδίωξη της ίδιας και του αδερφού της από την οικογενειακή κατοικία, απορρίφθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας καθότι τα λεγόμενα της Αιτήτριας αξιολογήθηκαν ως γενικού περιεχομένου, μη συγκεκριμένα και μη λεπτομερή. Ειδικότερα, ο αρμόδιος λειτουργός τόνισε πως η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με σαφήνεια τα προβλήματα που ισχυρίστηκε πως αντιμετώπισε μετά τον θάνατο των γονέων της αναφορικά με την έλλειψη ασφάλειας που δήλωσε πως αισθανόταν, ενώ περαιτέρω δεν ήταν σε θέση να επεξηγήσει τους λόγους που την ανάγκασαν να αναχωρήσει από την χώρα της τρία (3) χρόνια αφότου είχε χάσει και τους δυο γονείς της (ερ. 67 του Δ.Φ.). Επιπρόσθετα, ο αρμόδιος λειτουργός διαπίστωσε πως η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να εξειδικεύσει και να παράσχει λεπτομέρειες αναφορικά με την σχέση που διατηρούσε η οικογένειά της με τα αδέλφια του πατέρα της, ούτε να εξηγήσει λεπτομερώς και συνεκτικά με ποιον τρόπο οι συγγενείς του πατέρα της άντλησαν τα δικαιώματα ιδιοκτησίας επί της οικογενειακής τους κατοικίας, τα οποία επικαλέστηκαν για να εκδιώξουν την Αιτήτρια και τον αδελφό της από το σπίτι τους. Ομοίως, ως προς την επίπτωση των απειλών που δέχθηκε στην μετέπειτα ζωή της, ο λειτουργός τόνισε ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να παράσχει συγκεκριμένες, λεπτομερείς και συνεκτικές πληροφορίες σχετικά με τις συνθήκες διαβίωσής της κατά την περίοδο που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, ζούσε με τον αδελφό της σε μια εκκλησία επί τρία (3) έτη, ως απότοκο της εκδίωξής τους από το πατρικό τους οίκημα.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός παρέθεσε πληροφορίες γενικού περιεχομένου αναφορικά με τις περιουσιακές διαμάχες στην Νιγηρία, οι οποίες αναφέρουν ότι η διακοινοτική βία για την γη εμφανίζεται ως συνήθης στην Δυτική Αφρική. Επισημαίνει ότι η βάση πολλών διακοινοτικών συγκρούσεων στηρίζεται στις διαφωνίες λόγω γης, ειδικά στην Δυτική Αφρική, καθότι αυτές οι χώρες αποτελούν κάποιες από τις φτωχότερες στον κόσμο. Ωστόσο, λόγω του ότι δεν στοιχειοθετήθηκε η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε εν συνόλω.
Κατά τη νομική ανάλυση, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι η αιτήτρια δεν δικαιούται προσφυγικό καθεστώς, αφού στο πρόσωπο του δεν συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3 και 3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου ήτοι την εθνικότητα την φυλή, τη θρησκεία, την ιδιότητα μέλους σε μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή την πολιτική γνώμη όπως περιγράφεται στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και το άρθρο 10 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Περαιτέρω, θεώρησε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο της αιτήτριας, καθότι δεν προέκυψε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης δυνάμει του άρθρου 15(α) και (β) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο19(2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου). Επιπρόσθετα, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ούτε και οι προϋποθέσεις για χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο της αιτήτριας συντρέχουν δυνάμει του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου), μιας και στην πόλη Benin της πολιτείας Edo στην Νιγηρία, τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της αιτήτριας, δεν επικρατούν συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων λόγω εσωτερικής και/ή διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης.
Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, διαπιστώνω ότι οι καθ΄ ων η αίτηση έχουν προβεί σε επαρκή έρευνα και ο πιο πάνω προβαλλόμενος ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Θα προχωρήσω να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης στη βάση του άρθρου 11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(I)/2018) και ενόψει τούτου να κρίνω αν ορθά το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημα της αιτήτριας.
Προχωρώντας τώρα στην αξιολόγηση του συνόλου των ενώπιον μου στοιχείων στη βάση και της εκ του Νόμου παρεχόμενης δικαιοδοσίας, αρχικά συντάσσομαι με το ότι ο πρώτος ισχυρισμός όσον αφορά τα στοιχεία του προσωπικού προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της αιτήτριας, ορθώς έγινε αποδεκτός από τους Καθ’ ων η αίτηση, αφού δεν έχουν προκύψει στοιχεία που να συνηγορούν υπέρ του αντιθέτου.
Λαμβάνοντας υπόψιν τις δηλώσεις της αιτήτριας, ως αυτές προβλήθηκαν καθ’ όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός του και οι οποίες παρατέθηκαν λεπτομερώς ανωτέρω, παρατηρώ εκ προοιμίου ότι αυτή δεν ήταν σε θέση να στοιχειοθετήσει την αξιοπιστία των δηλώσεων της γύρω από τον δεύτερο ισχυρισμό της ισχυρισμό περί του ότι μετά τον θάνατο των γονέων της, η αιτήτρια απειλήθηκε να εγκαταλείψει την πατρική της οικία από την πατρική της οικογένεια. Ορθώς, λοιπόν, θεωρώ κρίθηκε από τους Kαθ’ ων η αίτηση ότι, όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό, τα όσα προβλήθηκαν στη συνέντευξη της αιτήτριας, ως ανωτέρω καταγράφονται, έθεταν εύλογα εν αμφιβόλω την αξιοπιστία των λεγομένων της αναφορικά με τα όσα ισχυρίστηκε, καθότι δεν ήταν σε θέση να παρέχει ικανοποιητικές πληροφορίες σχετικά με τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξης της, ενώ οι απαντήσεις της στερούνταν εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών και περιείχαν αρκετές ελλείψεις και ασυνέπειες όσον αφορά τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξης της από τον θείο της. Θα συμφωνήσω με την αξιολόγηση στην οποία έχει προβεί ο αρμόδιος λειτουργός ως καταγράφεται στην έκθεση – εισήγηση και με τα σημεία που εντόπισε περί του να καταλήξει σε εύρημα περί της μη αξιοπιστίας της αιτήτριας και επομένως παρέλκει η όποια επανάληψη τους.
Επομένως, καταλήγω ότι το εν λόγω αφήγημα της αιτήτριας δεν παρουσιάζει ευλογοφάνεια και συνοχή. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα εκ της αιτήτριας εξιστορισθέντα δεν αντικατοπτρίζουν βιωματικά περιστατικά. Επομένως, ο υπό εξέταση ισχυρισμός κρίνεται ως μη αξιόπιστος.
Υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υπόθεσης που έγιναν αποδεκτά, κρίνεται ότι ορθώς οι Καθ' ων η αίτηση διαπίστωσαν, σύμφωνα και με τα πιο πάνω, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση της αιτήτριας ως πρόσφυγα, καθώς όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, η αιτήτρια δεν τεκμηρίωσε κατά τρόπο κανένα απολύτως ισχυρισμό ο οποίος στοιχειοθετεί βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης, που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα στο πρόσωπό της, έτσι όπως η έννοια του πρόσφυγα ερμηνεύεται στην Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από τον Περί Προσφύγων Νόμο, καθότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου.
Συνακόλουθα, η αιτήτρια δεν επικαλέστηκε κανέναν ουσιώδη λόγο που να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς της, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό τη μορφή θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή βασανιστηρίων, εξευτελιστικής ή απάνθρωπης μεταχείρισης ή τιμωρίας, για να της δοθεί συμπληρωματική προστασία σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (α), (β) του Περί Προσφύγων Νόμου.
Περαιτέρω, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, η αιτήτρια, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπουν, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα της αιτήτριας, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί πόλη Benin της πολιτείας Edo στην Νιγηρία, η οποία έχει γίνει δεκτό ότι αποτελεί τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της.
Σύμφωνα δε, με το WAR WATCH (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), που αποτελεί διαδικτυακή πληροφοριακή πύλη της Ακαδημίας της Γενεύης (Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights) για την καταγραφή και ανάλυση ενόπλων συγκρούσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, κατά την περίοδο (αναφοράς) μεταξύ Ιουλίου 2024 και Ιουνίου 2025, η Νιγηρία εμπλέκεται από το 2009 στις βορειοανατολικές περιοχές της χώρας, σε δύο μη-διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις κατά των μη κρατικών ένοπλων ομάδων Boko Haram και του Ισλαμικού Κράτους στην επαρχία της Δυτικής Αφρικής (ISWAP), καθώς επίσης, στη Νιγηρία υπάρχει και μια μη-διεθνής ένοπλη σύρραξη μεταξύ του ISWAP και της Boko Haram.[1]
Όσον αφορά τη πολιτεία Edo (Νιγηρία) παραθέτω αριθμητικά δεδομένα επί των περιστατικών ασφαλείας στη συγκεκριμένη περιοχή. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 22/05/2026), καταγράφηκαν 92 περιστατικά πολιτικής βίας ("political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/ απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 56 θάνατοι.[2]
Σημειώνεται πως ο πληθυσμός της πολιτείας Edo για το έτος 2022 εκτιμήθηκε στους 4,777,000 κατοίκους[3], επομένως καθίσταται κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην εν λόγω περιοχή δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με το συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι η αιτήτρια θα εκτεθεί σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας εάν επιστρέψει στον τόπο συνήθους διαμονής της.
Κατά συνέπεια, η πολιτεία Edo, δεν φαίνεται να πλήττεται από συγκρούσεις και περιστατικά βίας οι οποίες πληρούν το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ως αυτό ερμηνεύθηκε νομολογιακά στις αποφάσεις C-465/07 - Elgafaji και C‑285/12 - Diakité του ΔΕΕ[4]. Πέραν τούτου, λαμβάνοντας υπόψιν και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, διαπιστώνω ότι απουσιάζουν ιδιαίτερες επιβαρυντικές περιστάσεις, δεδομένου ότι η αιτήτρια συνιστά ενήλικη, υγιή, διαθέτον μορφωτικό επίπεδο. Συμπερασματικά, δεν κρίνω ότι ανακύπτουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι η αιτήτρια θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου τα οποία περιορίζονται στο περιεχόμενο του σχετικού διοικητικού φακέλου, αφού ουδεμία περαιτέρω μαρτυρία προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσας προς υποστήριξη της αιτήσεως και αφού εξέτασα, τόσο τη νομιμότητα, όσο και την ουσία της υπό αναφορά υπόθεσης, καταλήγω ότι το αίτημα της αιτήτριας εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτηση της αιτήτριας.
Εν τέλει, σημειώνεται ότι ο Υπουργός Εσωτερικών, ασκώντας την εξουσία που του παρέχει το άρθρο12Βτρις του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000, έκδωσε την Κ.Δ.Π 145/2025, δυνάμει της οποίας η Νιγηρία περιλαμβάνεται στον κατάλογο των χωρών με τις ασφαλείς χώρες ιθαγένειας. Η αιτήτρια στην παρούσα δεν έχει προβάλει οποιοδήποτε λόγο για να θεωρηθεί ότι η χώρα αυτή δεν είναι ασφαλής χώρα ιθαγένειας, στη βάση των όσων διαλαμβάνονται από το αρ.12Βτρις (6).
Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με € 1000 έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.
Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] WAR WATCH (World Assessment and Tracking of Civilian Harm) - Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights, 'Non-International Armed Conflicts in Nigeria' (Reporting period: July 2024 - June 2025), διαθέσιμο σε: https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-nigeria/ [Ημερομηνία Πρόσβασης 28/05/2026]
[2] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Nigeria, Edo, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 22.05.2026), https://acleddata.com/platform/explorer [Ημερομηνία Πρόσβασης 28/05/2026]
[3] City Population - Nigeria – Edo,https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/ [Ημερομηνία Πρόσβασης 28/05/2026]
[4] Βλ. Απόφαση ΔΕΕ C-285/12 Aboubacar Diakité ν. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides ημερ.30/01/2014 (βλ. σκέψη 31), όπως επίσης απόφαση ΔΕΕ C-465/07 Meki Elgafaji, Noor Elgafali v Staatssecretaris van Justitie ημερ. 17/2/2009 (βλ. σκέψη 39, 43).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο