ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.4447/23
27 Μαΐου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Ι. J. G. K.
Αιτήτρια
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κα Ρ. Καλογήρου, Δικηγόρος για Αιτήτρια
Κα Α. Κίτσιου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή η αιτήτρια αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία της κοινοποιήθηκε στις 06/11/23, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε, ως άκυρης, αντισυνταγματικής, παράνομης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, η αιτήτρια κατάγεται από το Καμερούν, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 04/05/21 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 13/06/21 (ερ.1-3, 43).
Στις 23/10/23 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με την αιτήτρια από την Υπηρεσία προς εξέταση του αιτήματός για διεθνή προστασία όπου της δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα της (ερ.33-43). Μετά το πέρας των συνεντεύξεων ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση- Εισήγηση και στις 26/10/23 απορρίφθηκε το αίτημα για διεθνή προστασία (ερ.86-102).
Ακολούθως ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία δόθηκε διά χειρός στις 06/11/23, σε γλώσσα την οποία κατανοεί (ερ.103).
Στην επίδικη αίτηση η αιτήτρια καταγράφει έφυγε από τη χώρα καταγωγής της λόγω της συνεχιζόμενης «αγγλόφωνης κρίσης», ο στρατός τη διώκει γιατί έμαθαν ότι βοηθούσε Ambazonians στον καθαρισμό και περιποίηση των τραυμάτων τους, εισέβαλε στο σπίτι της μια μέρα, προέβη σε βαναυσότητες κατά του αδελφού της και της μητέρας της, για να τους πουν που βρίσκεται η αιτήτρια και έτσι η ίδια έπρεπε να διαφύγει για την ασφάλεια της, πήγε στη Νιγηρία για 2 μήνες, ένας φίλους της τη βοήθησε να ταξιδέψει στην Κύπρο όπου θα είναι ασφαλής και με τη βοήθεια αυτού και ενός θείου της, ο οποίος διευθέτησε τα έγγραφα και τα χρήματα για το ταξίδι της, έφυγε από το Καμερούν και αυτή δεν θέλει να επιστρέψει μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος.
Στη συνέντευξη η αιτήτρια ανέφερε ότι δεν αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, γεννήθηκε στο Tombel, διέμεινε στη Douala από το 2007 μέχρι το 2015, μετά στην Kumba μέχρι το 2017 και έκτοτε και μέχρι να φύγει από τη χώρα διέμενε στη Limbe, έχει αποφοιτήσει από πανεπιστήμιο το 2016, εργαζόταν σε κλινική, η οικονομική της κατάσταση ήταν καλή, οι γονείς και τα δύο αδέλφια διαμένουν στην Penja (Littoral Region), η δε αιτήτρια έχει κόρη γεννηθείσα στη Δημοκρατία, η οποία έχει επιστρέψει στο Καμερούν, μαζί με τον πατέρα της, του οποίου η αίτηση ασύλου απορρίφθηκε.
Ερωτώμενη σχετικά η αιτήτρια, επαναλαμβάνοντας κατ’ ουσία, εν πολλοίς αυτολεξεί, τα όσα κατέγραψε στην επίδικη αίτηση, ανέφερε ότι είχε μικρή επιχείρηση, «σαν φαρμακείο, πρώτες βοήθειες», κάποιοι μαχητές Ambazonian πήγαν για να τους περιθάλψει η αιτήτρια τις πληγές τους, μια μέρα ο στρατός εισέβαλε σπίτι της, η μητέρα της τους είπε ότι αυτή δεν ήταν εκεί, ενημέρωσε την αιτήτρια, αυτή επέστρεψε σπίτι της την επόμενη μέρα, μετά έφυγε για Νιγηρία, όπου έμεινε 3 μήνες και μετά επικοινώνησε με ένα θείο της, ο οποίος διευθέτησε τα απαραίτητα για να ταξιδέψει η αιτήτρια στην Κύπρο. Ερωτώμενη σχετικά η αιτήτρια ανέφερε ότι το «φαρμακείο» της λειτουργούσε για 9 μήνες το 2020 στην Limbe, ο στρατός την αναζήτησε (στο σπίτι της) τον Ιούλιο 2020 γιατί πίστευαν ότι ήξερε μερικούς Ambazonians, αν τη δουν θα τη σκοτώσουν, ως ανέφερε, το οποίο, όταν ρωτήθηκε, είπε ότι το γνωρίζει γιατί τους είχε δει να σκοτώνουν άλλους ανθρώπους, η μητέρα της είχε στείλει μήνυμα στην αιτήτρια, χωρίς να γνωρίζει πως το κατάφερε ενόσω, σύμφωνα με τα όσα η ίδια ανέφερε, ο στρατός βρισκόταν στο σπίτι της, δεν συνέβη τίποτε στην ίδια, επέστρεψε σπίτι της την επόμενη μέρα, για να πάρει χρήματα, πήγε στη Douala από τον Ιούλιο μέχρι τον Σεπτέμβριο 2020 και έφυγε για τη Νιγηρία λίγες μέρες μετά, ο δε στρατός, ως ανέφερε όταν ρωτήθηκε επ’ αυτού, δεν την προσέγγισε μετά απ’ αυτό και ούτε όταν αυτή επέστρεψε στο Καμερούν από τη Νιγηρία για 3 μήνες, μέχρι να ταξιδέψει προς την Κύπρο.
Ερωτώμενη η αιτήτρια ανέφερε ότι αν επιστρέψει στο Καμερούν θα πάει φυλακή γιατί ο στρατός την αναζητά, μπορεί εντούτοις, ως ανέφερε, να ζήσει με ασφάλεια στην Yaounde γιατί εκεί δεν υπάρχουν συγκρούσεις. Ερωτώμενη σχετικά με τη διαδικασία έκδοσης του διαβατηρίου της και το πως ήταν εφικτό χωρίς την εμπλοκή της ίδιας (είπε ότι διευθέτησε τα απαραίτητα ο θείος της) η αιτήτρια ανέφερε ότι δεν γνωρίζει και δεν θυμάται τίποτε και, ερωτώμενη για την κόρη της και τον πατέρα της (κόρης της) ανέφερε ότι μετά που αυτοί επέστρεψαν ο πατέρας της κόρης της βρέθηκε νεκρός στον δρόμο και την κόρη της έχει αναλάβει η μητέρα της (αιτήτριας).
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα όσα ανέφερε η αιτήτρια εντόπισαν και αξιολόγησαν τους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.
1. Ταυτότητα, προφίλ, χώρα καταγωγής και τόπο διαμονής της αιτήτριας
- Ισχυριζόμενα προβλήματα από τον στρατό του Καμερούν
Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο εκ των ως άνω ισχυρισμών, απέρριψαν όμως τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό ως αναξιόπιστο.
Αναφορικά με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, κρίθηκε ότι όσα ανέφερε η αιτήτρια στερούνται εσωτερικής συνοχής ενόψει της αοριστίας, ασάφειας, έλλειψης συνέπειας, ευλογοφάνειας αλλά και γενικότητας των δηλώσεων της. Ως αναφέρεται στην επίδικη έκθεση, η αιτήτρια υπέπεσε σε αντίφαση ως προς το ότι, ενώ αρχικά ανέφερε ότι εργάστηκε σε κλινική το 2018-2019 και πουθενά άλλου, ακολούθως ανέφερε ότι διατηρούσε φαρμακείο / πρώτες βοήθειες περί τους εννιά μήνες το 2020, χωρίς να είναι σε θέση να δώσει ικανοποιητικές εξηγήσεις επί τούτου όταν ρωτήθηκε, ούτε να εξηγήσει πως ο στρατός πληροφορήθηκε για την περίθαλψη μαχητών Ambazonians απ’ αυτή. Περαιτέρω, ως κρίθηκε, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει πως η μητέρα της κατάφερε να την ειδοποιήσει δια μηνύματος, ενόσω ο στρατός βρισκόταν στο σπίτι της, γι’ αυτό, ούτε να εξηγήσει γιατί αρχικά ανέφερε ότι η ίδια πήγε σε μια φίλη της και απ’ εκεί στη Νιγηρία ενώ ακολούθως ανέφερε ότι είχε πάει την επόμενη μέρα και από το σπίτι της μητέρας της, ακολούθως δε ανέφερε ότι έμεινε για 3 μήνες στη Douala προτού αναχωρήσει για τη Νιγηρία, το οποίο έρχεται σε αντίφαση με προηγούμενες δηλώσεις της ότι στη Douala διέμενε μεταξύ 2007-2014, χωρίς και πάλι να είναι σε θέση να δώσει ικανοποιητικές εξηγήσεις. Σημειώθηκε δε ότι, σύμφωνα με τα όσα η ίδια ανέφερε, η αιτήτρια δεν αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα με τον στρατό μετά την κατ’ ισχυρισμό αναζήτηση της στο σπίτι της και ούτε κατά το διάστημα περί των 3 μηνών που επέστρεψε από τη Νιγηρία, προτού αυτή ταξιδέψει στην Κύπρο.
Στα πλαίσια εξέτασης της εξωτερικής συνοχής του ως άνω 2ου ισχυρισμού δεν κρίθηκε σκόπιμο να αναζητηθούν πληροφορίες σχετικά (ΠΧΚ) και ο ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος συνεπεία των ελλείψεων που εντοπίστηκαν στην εσωτερική συνοχή των λεγομένων της αιτήτριας, ως ανωτέρω καταγράφονται.
Στη βάση των ως άνω ευρημάτων, δεδομένου και αξιολογούμενου και του προφίλ της αιτήτριας, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εύλογος βαθμός πιθανότητας να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της. Αναφορικά ειδικώς με το αρ.19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ομοίως, κατέληξαν ότι δεν υφίσταται κίνδυνο να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας η αιτήτρια κατά την επιστροφή, καθώς στη Limbe (Southwest), παρότι ασκείται αδιάκριτη βία, αυτή δεν είναι σε τόσο υψηλό επίπεδο ώστε να προκύπτει πραγματικός κίνδυνος για την ίδια, με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες τις οποίες εντόπισαν και παρέθεσαν.
Συνεπεία των ανωτέρω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε κατά της αιτήτριας απόφασης επιστροφής της στη χώρα καταγωγής.
Στα πλαίσια της προσφυγής σημειώνονται ορισμένα νομικά σημεία τα οποία εντούτοις δεν εξειδικεύονται και δεν συναρτώνται με τα επίδικα ζητήματα. Μετά την ανάληψη του χειρισμού της προσφυγής από άλλο δικηγόρο η νέα δικηγόρος της αιτήτριας έλαβε άδεια να καταχωρήσει νέα γραπτή αγόρευση (ημ.05/12/25) και ζήτησε να μην ληφθεί υπόψη η εκ του προηγούμενου δικηγόρου καταχωρηθείσα αγόρευση.
Στη γραπτή αγόρευση της αιτήτριας, κατόπιν καταγραφής των λεγομένων της στα πλαίσια της επίδικη αίτησης και παράθεσης της οικείας νομοθεσίας και νομολογίας, προωθούνται ισχυρισμοί περί μη δέουσας έρευνας, όπου και – κατόπιν παραπομπής σε σημεία των ισχυρισμών της αιτήτριας – αναφέρεται ότι τα ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση περί της αναξιοπιστίας του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού της είναι λανθασμένα και σημειώνεται ότι δεν έγινε έρευνα σε διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ), προκειμένου να διαπιστωθεί ότι, ως εισηγείται, τα όσα η αιτήτρια αναφέρει συνάδουν μ’ αυτές. Ακολούθως, κατόπιν ανάλυσης του οικείου νομικού πλαισίου και σχετικής νομολογίας, εισηγείται ότι, σε κάθε περίπτωση που γίνει δεκτό ότι δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις παροχής προσφυγικού, δεδομένης της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής της αιτήτριας, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι αυτή, δεδομένου και του προφίλ της, υφίσταται κίνδυνο σοβαρής βλάβης, κατά το αρ.9 (2) (γ), λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας εκεί, και θα πρέπει να δοθεί συμπληρωματική προστασία στην αιτήτρια. Αναφέρει δε τέλος ότι η επίδικη απόφαση δεν αιτιολογείται.
Οι καθ’ ων η αίτηση αντιτάσσουν, κάνοντας παραπομπές στους επιμέρους ισχυρισμούς της αιτήτριας, ότι η επίδικη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, λήφθηκαν υπόψη όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη αίτηση, είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και ορθή επί της ουσίας, όπως και τα ευρήματα επί της αναξιοπιστίας των ισχυρισμών της αιτήτριας.
Δεδομένου ότι όλοι οι προωθούμενοι από την αιτήτρια ισχυρισμοί άπτονται της ουσίας της υπόθεσης, προχωρώ με την επί της ουσίας εξέταση των ενώπιον μου στοιχείων, εξ υπαρχής, η οποία και τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).
Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».
Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:
«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305). […]
Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»
Εν προκειμένω θα συμφωνήσω με το σύνολο των ευρημάτων και της κατάληξης των καθ’ ων η αίτηση επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού της αιτήτριας καθώς, ως δε επαρκώς και απολύτως τεκμηριωμένα εξηγείται στα ερ.95-97 της επίδικης έκθεσης, τα λεγόμενα της παρουσιάζουν ουσιώδη κενά, σημαντικές ελλείψεις, πλήθος αντιφάσεων και στερούνται παντελώς χρονικής συνέχειας και ευλογοφάνειας, εκ των οποίων διαβρώνεται η συνολική αξιοπιστία των δηλώσεων της.
Διερχόμενος των λεγομένων της αιτήτριας παρατηρώ, πέραν των όσων σχετικώς έχουν καταγράψει οι καθ’ ων η αίτηση (παρατίθενται πιο πάνω και δεν θεωρώ σκόπιμο να τα επαναλάβω, πέραν του να τα υιοθετήσω στο σύνολο τους), ότι το αφήγημα της αιτήτριας στερείται παντελώς κάθε λεπτομέρειας, χρονικής συνοχής, αλλά και βιωματικού στοιχείου επί των όσων εξιστορεί και ουδεμία – έστω ελάχιστη – εξήγηση έδωσε επί των κενών και αντιφάσεων που είχαν εντοπιστεί στα λεγόμενα της, παρότι της δόθηκε πολλάκις ευκαιρία να το πράξει.
Δεδομένης δε της παντελούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής των λεγομένων της αιτήτριας δεν θεωρώ ότι ήταν απαραίτητη η αναζήτηση πληροφορίων αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία αυτών. Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.132, αναφέρεται ότι η αναζήτηση ΠΧΚ «ενδέχεται να μην είναι απαραίτητ[η] σε περίπτωση αρνητικής διαπίστωσης περί της αξιοπιστίας βάσει καταφανούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής ή μη ικανοποιητικής επεξήγησης αποκλίσεων ή παραλλαγών σε ό,τι αφορά τα ουσιώδη στοιχεία μιας αίτησης ή, ακόμη περισσότερο, σε περίπτωση απόρριψης προσφυγής ως απαράδεκτης.».
Για σκοπούς πληρότητας σημειώνω ότι, ως και στις πιο κάτω παρατιθέμενες διαθέσιμες πληροφορίες καταγράφεται, στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν λαμβάνουν χώρα συγκρούσεις αυτονομιστών και κυβερνητικού στρατού, στα πλαίσια της οποίας ασκείται αδιάκριτη βία και πλήθος παραβιάσεων βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές.
Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη υπάρχουν « […] αναφορές για βίαιες ενέργειες που καταλήγουν σε καταστροφή νοσοκομείων, σχολείων και ολόκληρων χωριών στις εν λόγω περιοχές τις οποίες έχουν διαπράξει μη κυβερνητικές ένοπλες ομάδες και μέλη των ενόπλων δυνάμεων του κυβερνώντος κόμματος […]»[1], ενώ το HRW και η Διεθνής Αμνηστία επίσης αναφέρουν πως στις ενέργειες αυτές προβαίνουν τόσο κυβερνητικοί και μη κυβερνητικοί δρώντες[2]. Σχετικά με τη γεωγραφική κατανομή των συγκρούσεων αναφέρονται τα εξής: «Στις ΝΔ και ΒΔ επαρχίες, υψηλά επίπεδα ανασφάλειας συνεχίζονταν. Η παρουσία κρατικών σωμάτων ασφαλείας – αστυνομία, χωροφυλακή, στρατός – είναι συγκεντρωμένη κατά μήκος των κύριων οδικών αρτηριών και στις πόλεις, ενώ οι μη κρατικές ένοπλες ομάδες εντοπίζονται κυρίως στις αγροτικές περιοχές.»[3].
Πηγές των Ηνωμένων Εθνών αναφέρουν τα εξής:
«Με την κλιμακούμενη βία ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και τις μη-κρατικές ένοπλες ομάδες στις Νοτιοδυτικές και Βορειοδυτικές περιοχές τού Καμερούν κατά το 2019, ο άμαχος πληθυσμός είναι αντιμέτωπος με σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων […] μαζικό εκτοπισμό, επιθέσεις κατά περιουσιών, κάψιμο σπιτιών και χωριών, διαχωρισμός οικογενειών, απώλεια εγγράφων ταυτοποίησης, αυθαίρετη σύλληψη και κράτηση […] έλλειψη πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες που έχουν επηρεασθεί από την κρίση και σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων (δολοφονίες, στρατολόγηση παιδιών, απαγωγές, έμφυλη βία […]. Επιθέσεις κατά χωριών, κάψιμο σπιτιών και δολοφονίες έχουν καταγραφεί.».[4]
Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και με δεδομένα τα όσα πιο πάνω παραθέτω, το γεγονός ότι συμβάντα ως αυτά που εξιστορεί η αιτήτρια απαντώνται στη χώρα καταγωγής, αυτό δεν αρκεί – άνευ ετέρου - για να υπερκεράσει ή και να ανατρέψει εν προκειμένω την παντελή έλλειψη εσωτερικής συνοχής, ενόψει της συνολικής θεώρησης των δεικτών αξιοπιστίας, λαμβανομένου υπόψη ότι, ως και στο εγχειρίδιο «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.97, αναφέρεται, «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή.».
Είναι κατάληξη μου εδώ ότι τα τρωτά σημεία του αφηγήματος της αιτήτριας παραμένουν και συνεπώς ουδείς εκ των ισχυρισμών της μπορεί να γίνει δεκτός, καθότι οι πολλές και σημαντικές ελλείψεις εσωτερικής συνοχής δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής τους, με δεδομένο ότι ουδέν περαιτέρω προστέθηκε επί τούτων στα πλαίσια της παρούσης.
Απομένει λοιπόν μια επικαιροποιημένη αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής της αιτήτριας (Limbe, Southwest).
Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση την 15/05/26) στην πόλη Limbe δεν καταγράφηκε περιστατικό πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις - απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), στη δε ευρύτερη Νοτιοδυτική περιοχή έχουν καταγραφεί κατά το ίδιο διάστημα 1173 περιστατικά πολιτικής βίας, εκ των οποίων έχουν προκύψει 756 θάνατοι. [5] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πόλης Limbe ανέρχεται περί τις 84,000 κατοίκων, της δε νοτιοδυτικής περιφέρειας περί τα 2 εκατομμύρια. [6], [7]
Είναι κατάληξη μου εκ των ως άνω ότι, παρότι στην ευρύτερη Νοτιοδυτική περιφέρεια καταγράφεται σχετικά υψηλός αριθμός περιστατικών ασφαλείας και απώλειες αμάχων, εντούτοις, δεδομένου ότι τόπος διαμονής της αιτήτριας είναι η πόλη Limbe (όπου, ως εκ των ως άνω προκύπτει, δεν καταγράφηκε τους τελευταίους 12 μήνες κάποιο περιστατικό ασφαλείας), δεν θεωρώ ότι καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας και η ένταση τους εκεί, όπου εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι σε τέτοιο υψηλό επίπεδο ώστε να προκύπτει «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» [αρ.19 (2) (γ) τον Νόμου] της αιτήτριας εκ μόνης της παρουσίας της εκεί, δεδομένης της απουσίας ιδιαίτερων περιστάσεων, λαμβανομένης υπόψη της απόρριψης του αφηγήματος της περί διώξεως στην από τον στρατό, που να επιτείνουν τον κίνδυνο γι’ αυτήν, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[8] (C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21, ΔΕΕ).
Εν προκειμένω λαμβάνω υπόψη και συνυπολογίζω ότι η αιτήτρια είναι περί των 30 ετών σήμερα, υγιής, με πανεπιστημιακή μόρφωση, με εργασιακή εμπειρία, διαθέτει ευρύτατο οικογενειακό δίκτυο στην ευρύτερη περιοχή (γονείς/αδέλφια), το δε παιδί της το φροντίζει άλλωστε η μητέρα της, η οποία διαμένει στην πόλη Penja, η οποία απέχει 85 χιλιόμετρα από τη Limbe[9], όπου η ίδια η αιτήτρια έχει ζήσει για χρόνια στο παρελθόν. Δεν πρέπει δε να παραγνωρισθεί ότι η αιτήτρια διατηρεί τη δυνατότητα να μείνει κατά την επιστροφή της είτε στην πόλη Penja, όπου μένουν οι γονείς και τ’ αδέλφια της, ή και στην Douala, όπου η ίδια έζησε αρκετά χρόνια στο παρελθόν (2007-2014), που βρίσκεται στις γαλλόφωνες, όπου – ως η ίδια ανέφερε (βλ. ερ.35 – Χ8) – αναμένει ότι μπορεί να ζήσει με ασφάλεια.
Τα ως άνω δεδομένα αρκούν – θεωρώ - για να καταδείξουν ότι η αιτήτρια αναμένεται να λάβει στήριξη ή και στέγαση κατά την επιστροφή της, έως ότου η ίδια ορθοποδήσει και βιοποριστεί, και ότι δεν αναμένεται να προκύψει κίνδυνος σοβαρής βλάβης ή δίωξης.
Έπεται λοιπόν ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης [της] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς [της], θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Δεδομένων δε των ως άνω διαπιστώσεων μου δεν θεωρώ ότι η επιστροφή της αιτήτριας θα είναι σε παράβαση του εκ των αρ.2 και 3 της ΕΣΔΑ δικαιώματος της στην μη επαναπροώθηση.
Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] United Nations Economic and Social Council, Concluding observations on the fourth periodic report of Cameroon, E/C.12/CMR/CO/4, para. 4, 25 March 2019: https://tbinternet.ohchr.org/_layouts/15/treatybodyexternal/Download.aspx?symbolno=E/C.12/CMR/CO/4&Lang=En
[2] Human Rights Watch (HRW), World Report 2021 – Cameroon (Events of 2020), 13 January 2021, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2043533.html; Amnesty International (AI), Human Rights in Africa: Review of 2019 - Cameroon [AFR 01/1352/2020], 08 April 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2028266.html (accessed on 11/08/2021)
[2] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), p. 9, June 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf
[3] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (June 2020), p. 9, June 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf (accessed 05/08/2022)
[4] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), pp. 41-42, June 2020, available at:https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf
[5] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, SouthWest, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/05/2026).
[6] City Population, Cameroon: SouthWest Region, https://citypopulation.de/en/cameroon/cities/?admid=6826 (πρόσβαση 26/05/2026).
[7] City Population, Cameroon: Limbe, https://citypopulation.de/en/cameroon/cities/?cityid=1201 (πρόσβαση 26/05/2026).
[8] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο