ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 4558/23
25 Μαΐου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
P.T.M.
Αιτήτριας
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας
μέσω του Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η Αίτηση
...........................
Η αιτήτρια εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου
Άρτεμις Παναγή, Δικηγόρος για την Αιτήτρια
Κάλια Σάββα, Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η Αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η αιτήτρια με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως προσφεύγει εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 04/11/2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Η αιτήτρια είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής αναφερόμενη ως «ΛΔΚ») και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στη 01/07/2021, αφού εισήλθε παρατύπως στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Στις12/07/2021, παρέλαβε Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς
Προστασίας («Confirmation of Submission of an Application for International Protection»). Αυθημερόν, διενεργήθηκε αξιολόγηση ειδικών αναγκών και ευαλωτότητας της αιτήτριας από αρμόδια λειτουργό. Στις 25/05/2023, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA), ο οποίος, στις 31/10/2023, ετοίμασε Έκθεση – Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος της αιτήτριας.
Στις 04/11/2023, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης της αιτήτριας. Ακολούθως, στις 22/11/2023, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή σχετικά με το αίτημα της αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από την αιτήτρια αυθημερόν, αφού της μεταφράσθηκε σε γλώσσα που κατανοεί (γαλλικά). Στις 06/12/2023, η αιτήτρια καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, δια μέσου της συνηγόρου της, ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.
Η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας, κατά τη δικάσιμο όπου η υπόθεση ήταν ορισμένη για διευκρινίσεις και παρουσίαση φακέλου, απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς που προωθούσε μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης και δήλωσε πως προωθεί μόνο το νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας, κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης, εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Κατά συνέπεια, οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης, αλλά και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει πως αυτή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία της υπόθεσης και αναφέρει πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα της αιτήτριας για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε η αιτήτρια σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός της, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.
Κατά το στάδιο υποβολής της αίτησής της, η αιτήτρια προέβαλε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της διότι λάμβανε απειλές κατά της ζωής της από τη δεύτερη σύζυγο του συντρόφου της, η οποία ήταν μέλος των στρατιωτικών δυνάμεων. Όπως ισχυρίστηκε, η συγκεκριμένη γυναίκα την αναζήτησε και αφότου την εντόπισε, τη φυλάκισε για δύο εβδομάδες, κατά τη διάρκεια των οποίων, η αιτήτρια υπέστη κακοποίηση. Η αιτήτρια δραπέτευσε με τη βοήθεια ορισμένων ατόμων που την είχαν ερωτευθεί και κατόπιν προτροπής της μητέρας της, ήλθε στη Δημοκρατία για να προστατευθεί (ερυθρά 1 και 21 –σε μετάφραση– του διοικητικού φακέλου). Η αιτήτρια προσκόμισε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου το πρωτότυπο διαβατήριό της, το οποίο εκδόθηκε από τις αρχές της χώρας καταγωγής της (ερυθρό 8 του διοικητικού φακέλου).
Στις 12/07/2021, ενόσω η αιτήτρια βρισκόταν ακόμα στο Κέντρο Πρώτης Υποδοχής (ΚεΠΥ) «Πουρνάρα», διενεργήθηκε αξιολόγηση ειδικών αναγκών και ευαλωτότητας από αρμόδια λειτουργό, μέσα από σχετική συνέντευξη. Η λειτουργός σημείωσε επί του σχετικού εντύπου ως «Χαμηλό» το επίπεδο πιθανολόγησης σοβαρού κινδύνου για την προσωπική ασφάλεια της αιτήτριας με ενδεχόμενη απαιτούμενη παρέμβαση για ειδικές ανάγκες (ερυθρό 19 του διοικητικού φακέλου). Η αρμόδια λειτουργός κατέγραψε πως η αιτήτρια δεν χρήζει άμεσης παραπομπής ή επανεξέτασης (ερυθρό 19 του διοικητικού φακέλου).
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της, στα πλαίσια αξιολόγησης των ειδικών αναγκών και ευαλωτότητας, η αιτήτρια δήλωσε ότι είχε συνάψει σχέση με έναν άντρα, ο οποίος ήταν νυμφευμένος, στοιχείο το οποίο εκείνη δεν γνώριζε. Όταν η σύζυγός του το ανακάλυψε, τη φυλάκισε στις 28/11/2020 σε ένα δωμάτιο, όπου παρέμεινε επί δύο εβδομάδες, κατά τη διάρκεια των οποίων της στέρησε την τροφή και την κακοποίησε σωματικά. Η αιτήτρια κατάφερε να αποδράσει με τη βοήθεια του φρουρού ο οποίος την είχε ερωτευθεί και αισθάνθηκε συμπόνια για εκείνη. Η αιτήτρια επέστρεψε στην οικία της και εξιστόρησε τα γεγονότα στη μητέρα της, η οποία την μετέφερε σε άλλη κοινότητα, εκτός της Κινσάσα, ώστε να διαμείνει μέχρι να της ετοιμάσει τα έγγραφα του ταξιδιού της. Η αιτήτρια δήλωσε πως η μητέρα της διαμένει στη χώρα καταγωγής της και ο πατέρας της τους εγκατέλειψε όταν εκείνη βρισκόταν σε νεαρή ηλικία (ερυθρό 17 του διοικητικού φακέλου).
Κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης σε σχέση με το αίτημά της και ως προς τα προσωπικά της στοιχεία, η αιτήτρια ανέφερε ότι ομιλεί Lingala, γαλλικά και Kikongo, ανήκει στην εθνοτική ομάδα Mukongo και είναι χριστιανή καθολική στο δόγμα (ερυθρό 58/2Χ, 4Χ του διοικητικού φακέλου). Γεννήθηκε στην πόλη Κινσάσα που αποτελεί και τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής της (περιοχή Matonge στο Kalamu) (ερυθρό 58/3Χ του διοικητικού φακέλου). Ως προς το εκπαιδευτικό της υπόβαθρο, η αιτήτρια ανέφερε ότι φοίτησε δυόμιση έτη σε ανώτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα μέχρι που έπαυσε τις σπουδές της το 2021 διότι μία γυναίκα την παρενοχλούσε και ως προς το επαγγελματικό της προφίλ δήλωσε ότι μεταξύ 2019 και 2020 εργαζόταν ως υπάλληλος υποδοχής σε ένα γραφείο ενώ πριν το 2019 εργαζόταν ως πωλήτρια ενδυμάτων, μικρών στεγνωτήρων μαλλιών και κοσμημάτων (ερυθρό 57/1Χ, 2Χ του διοικητικού φακέλου).
Είναι άγαμη και άτεκνη, οι γονείς της διαμένουν στην Kauka της Κινσάσα και έχει δύο αδελφές και έναν αδελφό που διαβιούν στην Κινσάσα (ερυθρά 57/2Χ, 3Χ, 56/1X του διοικητικού φακέλου). Η αιτήτρια διατηρεί επικοινωνία με τη μητέρα της (ερυθρό 56/2Χ του διοικητικού φακέλου), είχε έναν αδελφό ο οποίος εξαφανίσθηκε στις 28/04/2023 και ο οποίος εντοπίσθηκε νεκρός την 01/05/2023 (έχει στην κατοχή της φωτογραφικό υλικό). Η ίδια αποδίδει το θάνατό του σε δολοφονία και ανέφερε πως υπαίτια είναι μία γυναίκα η οποία την είχε απειλήσει πως θα την σκοτώσει (ερυθρό 56/1Χ, 2Χ του διοικητικού φακέλου). Ως προς το ταξίδι της στη Δημοκρατία, δήλωσε ότι αφίχθη στις μη ελεγχόμενες περιοχές μέσω Γκαμπόν και Κωνσταντινούπολης και ακολούθως, οδικώς, κατόπιν 14 ημερών που διετέλεσε σε καραντίνα, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές στις 06/06/2021 (ερυθρό 55/1Χ του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, η αιτήτρια υποστήριξε ότι είχε συνάψει σχέση με έναν άντρα ο οποίος ήταν νυμφευμένος, στοιχείο το οποίο εκείνη αγνοούσε. Μία μέρα, η σύζυγός του κάλεσε την αιτήτρια τηλεφωνικώς κραυγάζοντας και την προσέβαλε. Λίγες ημέρες αργότερα όταν συνάντησε το σύντροφό της, η αιτήτρια απαίτησε την αλήθεια αλλά εκείνος αρνήθηκε τα πάντα. Συνέχισαν να διατηρούν τη σχέση τους. Μία ημέρα που η αιτήτρια ανέμενε ένα ταξί στην οδό 11 Rue στην Limete, επιβιβάσθηκε σε λάθος όχημα, και απήχθη. Την μετέφεραν στη γυναίκα αυτή η οποία την κακοποίησε και την ταπείνωσε. Η αιτήτρια την ικέτευε να μην την βλάψει, εξηγώντας της πως δεν γνώριζε πως ο σύντροφος της ήταν νυμφευμένος.
Η αιτήτρια κατάφερε να αποδράσει με τη βοήθεια του φρουρού, ο οποίος είχε αναπτύξει συναισθήματα για εκείνη, αφού του ζήτησε να τη βοηθήσει και αφού έλαβε από εκείνον 500 φράνκα. Μετέβη στη μητέρα της και της εξιστόρησε τα γεγονότα. Ακολούθως, η αιτήτρια ξεκίνησε να λαμβάνει απειλητικά μηνύματα από τη γυναίκα. Η αιτήτρια της εξηγούσε πως δεν διατηρούσε πλέον σχέση με το σύζυγό της και πως επιθυμούσε μονάχα να ζήσει μία ήρεμη ζωή. Μετά την αποχώρηση της αιτήτριας από την Κινσάσα στις 10/07/2021, η ξαδέλφη της εντοπίσθηκε νεκρή στην πυρπολημένη οικία της. Ένα μήνα αργότερα, όταν η αιτήτρια συνομιλούσε με τη μητέρα της, της εξέφρασε την πεποίθησή της πως η γυναίκα αυτή ήταν υπαίτια για το περιστατικό αυτό. Στη συνέχεια, ισχυρίστηκε πως την 1 Μαΐου, ο νεότερος αδελφός της δολοφονήθηκε. Η αιτήτρια δήλωσε πως δεν γνωρίζει τι ακριβώς αποζητά αυτή η γυναίκα και πως ενδεχομένως να επιθυμεί να την βλάψει ακόμη, παρόλο που δεν βρίσκεται η ίδια πλέον στη χώρα της (ερυθρά 54/2Χ, 3Χ, 53/1Χ του διοικητικού φακέλου).
Σε περίπτωση επιστροφής της, η αιτήτρια φοβάται πως η γυναίκα αυτή θα την σκοτώσει και συμπλήρωσε πως μία ημέρα έλαβε ένα μήνυμα στο κινητό της από εκείνη όπου την απειλούσε πως θα την βλάψει όταν επιστρέψει (ερυθρό 53/2Χ του διοικητικού φακέλου). Ερωτηθείσα σχετικά με την ηλικία, εθνοτική ομάδα, σύσταση της οικογένειας, θρησκεία, επαγγελματική ιδιότητα και εκπαιδευτικό υπόβαθρο της γυναίκας, απάντησε πως δεν γνωρίζει, μήτε γνωρίζει το όνομά της, είχε ακούσει ωστόσο να την καλούν «Huguette» (ερυθρό 48/2Χ του διοικητικού φακέλου).
Σε σχέση με το τηλεφώνημα που έλαβε από τη γυναίκα αυτή, δεν ήταν σε θέση να το τοποθετήσει χρονικά, ανέφερε δε ότι κατόπιν αυτού, τηλεφώνησε στο σύντροφό της με τον οποίο δεν είχε συνομιλήσει την ημέρα εκείνη και ο οποίος της δήλωσε ότι θα επικοινωνούσε μαζί της αργότερα. Την επόμενη ημέρα, του τηλεφώνησε εκ νέου και του εξιστόρησε πως της είχε τηλεφωνήσει μία γυναίκα που ισχυριζόταν πως ήταν η σύζυγός του, το οποίο εκείνος αρνήθηκε και που η αιτήτρια πίστεψε (ερυθρό 47/1Χ του διοικητικού φακέλου). Κληθείσα να αποσαφηνίσει εάν αποκάλυψε στο σύντροφό της ότι έλαβε τηλεφώνημα από τη σύζυγό του δια ζώσης ή τηλεφωνικώς, αποκρίθηκε πως του το αποκάλυψε τηλεφωνικώς (ερυθρά 47/2Χ, 46/1Χ του διοικητικού φακέλου).
Σε σχέση με την απαγωγή της, δήλωσε ότι απήχθη στις 14/11/2020 από την Limete, οδό 11 Rue και στο όχημα στο οποίο επιβιβάσθηκε επέβαιναν δύο άτομα στο οπίσθιο κάθισμα και ένα άτομο στη θέση του συνοδηγού (ερυθρό 46/1Χ, 3Χ του διοικητικού φακέλου). Η αιτήτρια διαισθάνθηκε πως έπρεπε να εξέλθει του οχήματος και να συνεχίσει την πορεία της με κάποιο μοτοποδήλατο αλλά αδυνατούσε να διατυπώσει λεκτικώς τη σκέψη της (ερυθρό 46/2Χ, 3Χ του διοικητικού φακέλου). Την μετέφεραν στην Munga Fula στην Kindele σε μία δασώδη περιοχή όπου βρισκόταν ένα οίκημα στο οποίο κρατήθηκε (ερυθρό 45/1Χ του διοικητικού φακέλου). Η γυναίκα αυτή εισήλθε στο χώρο όπου την είχαν τοποθετήσει, την κτύπησε και προσέβαλε και την απείλησε ότι θα την σκοτώσει (ερυθρό 45/1Χ του διοικητικού φακέλου). Ερωτηθείσα για ποιον λόγο θεώρησε πως η γυναίκα ήταν η σύζυγος του συντρόφου της εφόσον εκείνος αρνήθηκε ότι είναι νυμφευμένος, απάντησε ότι η γυναίκα της παρουσίασε φωτογραφίες του συζύγου της (ερυθρό 45/3Χ του διοικητικού φακέλου).
Κληθείσα να εξηγήσει τον λόγο που πιστεύει ότι ο θάνατος της ξαδέλφης της συνδέεται με τη γυναίκα αυτή, απάντησε ότι όταν κρατήθηκε από εκείνη, την απείλησε πως θα τη σκοτώσει και κληθείσα να εξηγήσει το λόγο που πιστεύει πως η γυναίκα επιθυμεί να τη σκοτώσει εφόσον δεν το έπραξε την μία εβδομάδα κατά την οποία την είχε απαγάγει, απάντησε ότι ο Θεός την προστάτευσε, ωστόσο, ο αδελφός της απεβίωσε και εάν η ίδια είχε αποβιώσει, εκείνος θα ήταν ακόμη εν ζωή. Πρόσθετα, ανέφερε πως εάν κάποιος επιθυμεί να βλάψει κάποιον, μπορεί να το πράξει ακόμη και 10 ή 30 έτη αργότερα (ερυθρό 44/2Χ, 3Χ του διοικητικού φακέλου).
Η αιτήτρια έλαβε 2 – 3 απειλητικά τηλεφωνήματα από τη γυναίκα με το τελευταίο το Φεβρουάριο 2021 (ερυθρό 44/3Χ του διοικητικού φακέλου). Ερωτηθείσα εάν υφίσταται κάποιος λόγος που δεν γνωρίζει περισσότερες πληροφορίες για την εν λόγω γυναίκα εφόσον το περιστατικό της απαγωγής έλαβε χώρα το Νοέμβριο του έτους 2020 και εγκατέλειψε τη χώρα τον Ιούνιο του έτους 2021, απάντησε ότι φοβόταν για την ίδια και την οικογένειά της διότι στη χώρα της επικρατεί πολλή διαφθορά (ερυθρό 44/3Χ, 43/1Χ του διοικητικού φακέλου).
Ο λειτουργός επεσήμανε πως κατά την αίτησή της είχε καταγράψει πως η γυναίκα ανήκε στο στρατό ενώ κατά τη συνέντευξη δήλωσε πως δεν γνωρίζει την επαγγελματική της ιδιότητα και την προέτρεψε να επεξηγήσει και η αιτήτρια ανέφερε πως σε μία περίσταση όταν την επισκέφθηκε η γυναίκα ήταν ενδεδυμένη με στρατιωτική στολή και κληθείσα να εξηγήσει το λόγο που δεν μοιράστηκε αυτή την πληροφορία κατά τη συνέντευξη, απάντησε πως δεν ερωτήθηκε επί τούτου και πως αφότου έφθασε στη Δημοκρατία, ένας εκ των ξαδέλφων της επιχείρησε να εντοπίσει τη γυναίκα με το όνομα «Huguette» ανεπιτυχώς, οπότε και υποπτεύθηκε ότι πιθανώς η γυναίκα αυτή να είχε ενδυθεί με τη στρατιωτική στολή μονάχα προς εκφοβισμό (ερυθρό 43/1Χ του διοικητικού φακέλου). Κληθείσα να αποσαφηνίσει εάν κρατήθηκε επί μία ή δύο εβδομάδες ως είχε δηλώσει στην αίτησή της, απάντησε ότι είχε αναφέρει πως είχε κρατηθεί μία εβδομάδα, όχι δύο (ερυθρό 43/1Χ του διοικητικού φακέλου).
Κληθείσα να εξηγήσει το λόγο που θα τη σκοτώσει αυτή η γυναίκα εφόσον αυτό δεν συνέβη μεταξύ 11/2020 και 06/2021, απάντησε πως η γυναίκα είχε υποσχεθεί πως θα τη σκοτώσει και πως έφερε πολλή οργή και μίσος για την αιτήτρια (ερυθρό 43/2Χ του διοικητικού φακέλου). Η αιτήτρια στράφηκε προς τις αρχές και κατήγγειλε το περιστατικό, χωρίς αποτέλεσμα, διότι όπως ισχυρίστηκε οι αρχές είναι διεφθαρμένες (ερυθρό 42/1Χ του διοικητικού φακέλου). Ερωτηθείσα εάν θα ήταν δυνατόν να αναζητήσει την προστασία των αρχών από τη γυναίκα αυτή σε περίπτωση επιστροφής, απάντησε ότι δεν θεωρεί πως είναι εφικτό διότι στη χώρα της άπαντες αλληλοβλάπτονται και τρέφουν αμοιβαίο μίσος (ερυθρό 42/1Χ του διοικητικού φακέλου).
Στη βάση των ανωτέρω πληροφοριών ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε στην Έκθεση – Εισήγησή του δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς ως κατωτέρω: 1) Ταυτότητα, προφίλ και χώρα καταγωγής της αιτήτριας, και 2) Ισχυρισμός πως η αιτήτρια και τα μέλη της οικογένειάς της αντιμετώπισαν προβλήματα από τη σύζυγο του άντρα με τον οποίο η αιτήτρια είχε συνάψει ρομαντική σχέση. Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε δεκτός, καθώς στοιχειοθετήθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία του σε συνάρτηση με πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σε σχέση με τη χώρα καταγωγής και το προσκομισθέν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου από την αιτήτρια πρωτότυπο διαβατήριο αυτής, που εκδόθηκε από τις αρχές της χώρας καταγωγής της.
Αναφορικά με το δεύτερο ισχυρισμό της αιτήτριας, ο οποίος δεν έγινε αποδεκτός, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι οι δηλώσεις της αιτήτριας ήταν ανεπαρκείς, μη λεπτομερείς και αόριστες. Ειδικότερα, η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις συνθήκες της γνωριμίας της με τον σύντροφό της, ούτε να επεξηγήσει επαρκώς το λόγο που δεν ήταν σε θέση να το πράξει. Όσον αφορά τις τηλεφωνικές τους συζητήσεις, παρότι παρέθεσε ορισμένες βασικές πληροφορίες, όταν κλήθηκε να περιγράψει το περιεχόμενο μίας συγκεκριμένης συζήτησης, δεν ήταν σε θέση να το πράξει, δηλώνοντας μονάχα πως ο σύντροφός της είχε δηλώσει πως την αγαπούσε και επιθυμούσε να τη νυμφευθεί. Κληθείσα να περιγράψει μία τηλεφωνική συζήτηση που είχε χαραχτεί στο μυαλό της, δεν ήταν σε θέση εκ νέου να το πράξει μήτε να περιγράψει επαρκώς το ραντεβού τους προτού ο σύντροφος της εκφράσει πως επιθυμούσε να τη νυμφευθεί.
Ομοίως, δεν μπόρεσε να περιγράψει τον τρόπο που εξελίχθηκε η σχέση τους από τηλεφωνική σε ρομαντική, να εξηγήσει εάν έλαβε χώρα κάποια συζήτηση μεταξύ τους προς αποσαφήνιση της φύσης της σχέσης τους, να περιγράψει συνθήκες υπό τις οποίες αποδέχθηκε την πρόταση του συντρόφου της να γίνουν ζευγάρι, τις δραστηριότητές τους ως ζευγάρι και τα στοιχεία του χαρακτήρα του τα οποία θαύμαζε περισσότερο. Δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες σε σχέση με τη σύζυγο του και παρότι παρέθεσε πληροφορίες σχετικά με το τηλεφώνημα που έλαβε από εκείνη, δεν ήταν λεπτομερής όσον αφορά το τηλεφώνημα που επακολούθησε με το σύντροφο της κατά το οποίο τον πληροφόρησε για το τηλεφώνημα που είχε προηγηθεί.
Αναφορικά με την αντίφαση στην οποία υπέπεσε σε σχέση με το εάν τον ενημέρωσε δια ζώσης ή τηλεφωνικώς, δεν ήταν σε θέση να τη διασαφηνίσει ικανοποιητικώς, δηλώνοντας μονάχα πως του είχε τηλεφωνήσει. Σε σχέση με την απαγωγή της, δεν ήταν σε θέση να περιγράψει τις συνθήκες αυτής ενώ η ίδια δήλωσε ότι όταν εισήλθε στο ταξί διαισθάνθηκε πως έπρεπε να αποβιβασθεί αλλά όταν προσπάθησε να μιλήσει, δεν μπορούσε να αρθρώσει κάποια πρόταση, αδυνατώντας να επεξηγήσει εάν είχε κάτι λάβει χώρα προτού ακριβώς προσπαθήσει να μιλήσει. Ομοίως, δεν παρείχε πληροφορίες σχετικά με το πως έφθασε στο μέρος όπου κρατήθηκε και δεν περιέγραψε επαρκώς το χώρο όπου κρατήθηκε και την κακοποίηση που υπέστη.
Παρότι αναφέρθηκε με κάποια λεπτομέρεια στο περιεχόμενο της συζήτησής της με τη γυναίκα, δεν αναφέρθηκε επαρκώς στο χρόνο που παρέμεινε έγκλειστη στο χώρο αυτό, όπου παρέμεινε επί μία εβδομάδα και κληθείσα να διηγηθεί μία ημέρα, απάντησε μονάχα πως έκλαιγε και προσευχόταν ενώ δεν μπόρεσε να περιγράψει το περιβάλλον στο οποίο βρισκόταν. Όσον αφορά την απόδρασή της, δεν ήταν σε θέση να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους ο φρουρός της αποφάσισε να συνδιαλλαγεί με εκείνη, τον τρόπο που την προσέγγισε και την αποδέσμευσε, την τοποθεσία στην οποία βρέθηκε η ίδια κατόπιν της απελευθέρωσής της και τον τρόπο που μετέβη στην οικία της.
Περαιτέρω, αναμενόταν από την αιτήτρια να είναι σε θέση να στοιχειοθετήσει τον ισχυρισμό της ότι ο θάνατος της ξαδέλφης και του αδελφού της συνδέονται με τη γυναίκα που την είχε απειλήσει αντί να παράσχει μονάχα μία συλλογιστική βασισμένη σε υποθέσεις, καθώς και τον ισχυρισμό της ότι η γυναίκα επιθυμεί να τη σκοτώσει, δεδομένου ότι δεν το έπραξε όταν την είχε απαγάγει. Κληθείσα να εξηγήσει το λόγο που δεν γνωρίζει περισσότερες πληροφορίες για τη γυναίκα αυτή, δεδομένου ότι η απαγωγή της έλαβε χώρα τον 11/2020 και εκείνη έφυγε στις 06/2021, απάντησε αορίστως ότι φοβάται για την ίδια και την οικογένειά της διότι η χώρα της είναι διεφθαρμένη ενώ δεν αποσαφήνισε επαρκώς την αντίφαση στα λεγόμενά της αναφορικά με την επαγγελματική ιδιότητα της γυναίκας αυτής και το λόγο που δεν αναφέρθηκε στο στοιχείο αυτό κατά τη συνέντευξή της. Τέλος, ελλιπείς ήταν οι δηλώσεις της όσον αφορά την διαδικασία που ακολούθησε για την καταγγελία του περιστατικού στις αστυνομικές αρχές. Κατά συνέπεια, η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού δεν έγινε αποδεκτή.
Επί της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι λόγω της εγγενώς υποκειμενικής φύσεως των περιστατικών δεν κατέστη εφικτός ο εντοπισμός πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που να μπορούν να διασταυρώσουν το εν λόγω αφήγημα. Παρ’ όλα αυτά, αυτό και μόνο το γεγονός δεν είναι αρκετό ώστε να θεωρηθεί ότι οι δηλώσεις της αιτήτριας δεν είναι εξωτερικά αξιόπιστες. Ωστόσο, ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας, ο λειτουργός δεν αποδέχτηκε τον ισχυρισμό της.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ο λειτουργός, στη βάση του αποδεκτού ισχυρισμού, παραπέμποντας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής της και ειδικότερα στην Κινσάσα, τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής της αιτήτριας και συνυπολογίζοντας το προσωπικό της προφίλ, κατέληξε ότι δεν υφίστανται εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι η αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της και ειδικότερα στην πόλη Κινσάσα, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή σοβαρή βλάβη.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση των ισχυρισμών της αιτήτριας, ο λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό της εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Επιπλέον, κρίθηκε ότι σε περίπτωση επιστροφής της στη ΛΔΚ, η αιτήτρια δεν θα κινδυνεύσει με θανατική ποινή ή εκτέλεση σύμφωνα με το άρθρο 19(2)(α) του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε ενδέχεται να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία δυνάμει του άρθρου 19 (2)(β). Αναφορικά με το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο λειτουργός κατέληξε, κατόπιν σχετικής έρευνας αναφορικά με την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής της, ότι η αιτήτρια δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό την έννοια του συγκεκριμένου άρθρου αφού στην πόλη Κινσάσα δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων και ως εκ τούτου, το ενδεχόμενο υπαγωγής της σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας απορρίφθηκε.
Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα της αιτήτριας λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από το συνήγορο της, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος ορθά έγινε αποδεκτός, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ.
Αναφορικά με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, θα πρέπει να αναφέρω πως διαφαίνεται από το αφήγημά της ότι η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να προβάλει τον ισχυρισμό της με συνέπεια και λεπτομέρεια, αφού δεν παρουσίασε με τρόπο συνεκτικό και λεπτομερή τα όσα αφορούν τον πυρήνα του αιτήματός της. Η αιτήτρια δεν έδωσε επαρκείς πληροφορίες για τον κίνδυνο που διέτρεχε και δεν περιέγραψε τα στοιχεία αυτά που κατά τον ισχυρισμό της θα την έθεταν σε κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Η έκθεση του αρμόδιου λειτουργού ως προς την αξιολόγηση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού είναι πλήρης και έχουν καταγραφεί όλα τα σημεία που αναδύουν πως η αιτήτρια είναι εσωτερικά αναξιόπιστη στις δηλώσεις της. Πρόσθετα, η αιτήτρια δεν επεξήγησε τον πυρήνα του αιτήματός της, ούτε ήταν συγκεκριμένη, ούτε λεπτομερής, με αποτέλεσμα τα όσα αφηγείται να μην παραπέμπουν σε αξιόπιστες αναφορές ή σε περιστατικά που η ίδια βίωσε. Ενόψει των ανωτέρω δεδομένων διαπιστώνω πως η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού της δεν τεκμηριώθηκε, εφόσον στήριξε τον πυρήνα του αιτήματός της σε γενικές και αόριστες αναφορές από τις οποίες δεν προκύπτει η προσωπική της εμπειρία.
Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων της αιτήτριας, θεωρώ αναγκαίο να διεξάγω έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης προκειμένου να διασταυρωθούν τα όσα ανέφερε η αιτήτρια. Αναφορικά με την διαθεσιμότητα κρατικής προστασίας στη ΛΔΚ, κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, ανευρέθησαν οι πιο κάτω πληροφορίες: H 2024 έκθεση του Freedom House για τα γεγονότα του 2023 αναφέρει ότι τα δικαστήρια είναι συγκεντρωμένα σε αστικές περιοχές [της ΛΔΚ], ενώ οι αγροτικές περιοχές βασίζονται σε εθιμικά δικαστήρια, άτυποι μηχανισμοί απονομής δικαιοσύνης είναι συνηθισμένοι σε ολόκληρη τη χώρα ενώ είναι σύνηθες πολίτες να δικάζονται σε στρατιωτικά δικαστήρια, τα οποία διαθέτουν ανεπαρκείς εγγυήσεις για τα δικαιώματα των κατηγορουμένων και ανεπαρκείς μηχανισμούς προστασίας μαρτύρων.[1] Οι αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις είναι συχνές, όπως και η παρατεταμένη προφυλάκιση με ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού των φυλακών να αποτελείται από προφυλακισμένους.[2] Η δικαστική εξουσία, και ειδικότερα το συνταγματικό δικαστήριο, συχνά θεωρείται διεφθαρμένη και υπόκειται σε πολιτικούς χειρισμούς.[3]
Η 2023 έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών που δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο 2024 αναφέρει ο νόμος προέβλεπε ανεξάρτητη δικαιοσύνη, αλλά η κυβέρνηση γενικά δεν σεβόταν τη δικαστική ανεξαρτησία και αμεροληψία.[4] Κυβερνητικοί αξιωματούχοι και άλλα ισχυρά πρόσωπα συχνά ασκούσαν πιέσεις σε δικαστές, εισαγγελείς ή δικηγόρους υπεράσπισης.[5] Η παρατεταμένη προφυλάκιση, που κυμαινόταν από μήνες έως χρόνια, αποτελούσε επίσης πρόβλημα.[6]
Η διαφθορά που επικρατεί σε διάφορους τομείς της χώρας, συμπεριλαμβανομένης της δικαιοσύνης όπου συχνότερα εντοπίζονται περιπτώσεις διαφθοράς και υπαγόρευσης δικαστικών αποφάσεων από πολιτικά ή οικονομικά συμφέροντα, επιβεβαιώνεται στην πρόσφατη έκθεση του τμήματος έρευνας του Βελγικού Γραφείου του Επιτρόπου για τους Πρόσφυγες και τους Απάτριδες.[7] Παρά την ύπαρξη νομοθεσίας κατά της διαφθοράς, αυτή σπανίως εφαρμόζεται.[8]
Η πλέον πρόσφατη έκθεση του ινστιτούτου Bertelsmann Stiftung που καλύπτει από 1 Φεβρουαρίου 2023 έως 31 Ιανουαρίου 2025 σημειώνει πως οι προσπάθειες για τη μεταρρύθμιση της Εθνικής Αστυνομίας του Κονγκό έχουν πληγεί από τη διαφθορά και εξακολουθούν να μην καταφέρνουν να ασκήσουν έλεγχο σε μεγάλο μέρος της χώρας, ιδίως στις αγροτικές περιοχές όπου κατοικεί σημαντικό τμήμα του πληθυσμού και από όπου συχνά ξεκινούν τα επεισόδια βίας. [9] Στις αστικές και εμπορικές διαφορές, τα δικαστήρια θεωρούνται ευρέως μεροληπτικά, με αποφάσεις που ευνοούν συστηματικά όσους μπορούν να καταβάλουν τα μεγαλύτερα δωροδοκία ή να επικαλεστούν πολιτικές και στρατιωτικές διασυνδέσεις.[10]
Παρόλο που υπάρχουν πληροφορίες που επιβεβαιώνουν την κατάσταση που επικαλείται η αιτήτρια στη γενικότερη της μορφή και εφόσον δεν έχει επιβεβαιωθεί από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ο προσωπικός της προβαλλόμενος ισχυρισμός, αυτό δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η έλλειψη εσωτερικής συνοχής στους ισχυρισμούς της και η έλλειψη επαρκών λεπτομερειών και βιωματικών περιγραφών στην αφήγηση της αιτήτριας είναι τέτοια που στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης και αποτίμησης των στοιχείων της υπόθεσης, δεν επαρκεί για να δοθεί καθεστώς. Για να καταστούν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί της αιτήτριας, απαιτείται να συνοδεύονται από σαφή, λεπτομερή και εξατομικευμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν τον ουσιώδη ισχυρισμό της. Κατά συνέπεια, με δεδομένο ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό της, εφόσον προέβη σε γενικές και αόριστες αναφορές κατά το αφήγημά της, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής […]».
Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).
Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτήτριας εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στην αιτήτρια το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).
Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής της αιτήτριας, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της αιτήτριας, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Το War Watch [πρώην Rule of Law in Armed Conflicts project (RULAC)] της Ακαδημίας Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Γενεύης, στην επισκόπησή του για την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ ανέφερε ότι η χώρα εμπλέκεται σε αρκετές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις στο έδαφός της εναντίον ορισμένων ένοπλων ομάδων καθώς και σε διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις.[11]
Στις 2 Φεβρουαρίου του 2026, η κυβέρνηση της ΛΔΚ και η οργάνωση M23 υπέγραψαν στη Ντόχα τους όρους αναφοράς για την εφαρμογή εκεχειρίας.[12] Παρά τη συμφωνία στη Ντόχα, η κυβέρνηση του Κονγκό και η M23 συνέχισαν να ανταλλάσσουν κατηγορίες για παραβιάσεις.[13] Η εκεχειρία τέθηκε σε ισχύ στις 18 Φεβρουαρίου κατόπιν της σύμφωνης γνώμης και των δύο μερών.[14] Παρά την συμφωνία, αμφότερα μέλη αλληλοκατηγορήθηκαν για παραβίαση της συμφωνίας∙ στην Ουβίρα, πολίτες αναζήτησαν καταφύγιο σε ένα πρόχειρο στρατόπεδο ώστε να αποφύγουν τις εχθροπραξίες.[15] Σύμφωνα με ομάδες της κοινωνίας των πολιτών, δυνάμεις Wazalendo που υποστηρίζουν το Κονγκό συγκρούστηκαν με μαχητές Twirwaneho που υποστηρίζονται από το M23 στο ανατολικό τμήμα της χώρας.[16] Άρθρο τοπικού τύπου, δημοσιευθέν στις 26 Φεβρουαρίου 2026, αναφέρει ότι οι μαχητές της M23 ανακατέλαβαν δύο χωριά στο North Kivu, μία ημέρα αφότου είχαν απωλέσει τον έλεγχό τους.[17]
Άρθρο που δημοσιεύθηκε από το πρακτορείο Al Jazeera τον Απρίλιο 2026 αναφέρει ότι αμφότερα τα μέρη συμφώνησαν να διευκολύνουν την παράδοση της ανθρωπιστικής βοήθειας και να απελευθερώσουν κρατούμενους, δεσμεύτηκαν επίσης να μην στοχεύουν αμάχους και να διευκολύνουν την παροχή ιατρικής περίθαλψης στους τραυματίες και τους ασθενείς.[18] Σύμφωνα με τα μηνιαία δελτία παρακολούθησης συγκρούσεων του International Crisis Group, δεν διαφαίνεται να έχουν σημειωθεί περιστατικά στην Κινσάσα από τον Ιανουάριο του 2025.[19]
Σύμφωνα με άρθρο που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο 2025 από την οργάνωση Friends of the Congo (FOTC), ενός οργανισμού υπεράσπισης (advocacy organization) που ιδρύθηκε για να συνεργαστεί με Κονγκολέζους με σκοπό την προώθηση ειρηνικής και διαρκούς αλλαγής στη ΛΔΚ, η εγκληματικότητα στο δρόμο στην Κινσάσα αποδίδεται συχνά σε συμμορίες γνωστές ως «Kulunas» ή αστικοί ληστές.[20] Οι ομάδες αυτές εμπλέκονται σε βίαιες ληστείες, εκβιασμούς και επιθέσεις, στοχοποιώντας συχνά κατοικίες, καταστήματα και δημόσιους χώρους.[21] Είναι ιδιαίτερα δραστήριες σε γειτονιές όπως Ngiri-Ngiri, Ngaba, Kalamu, Matete και Kisenso, όπου δρουν με ματσέτες και άλλα όπλα.[22] Σε απάντηση της αυξανόμενης εγκληματικότητας, η κυβέρνηση της ΛΔΚ έχει εντείνει την καταστολή των αστικών συμμοριών.[23] Τον Δεκέμβριο 2024, η επιχείρηση «Ndobo» οδήγησε στη σύλληψη 450 ατόμων σε όλη την Κινσάσα, με πολλούς να αντιμετωπίζουν ταχείες δίκες και αυστηρές ποινές, συμπεριλαμβανομένης της θανατικής ποινής.[24]
Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 25/05/2026), στην επαρχία Κινσάσα, καταγράφηκαν 54 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 48 θάνατοι.[25] Σημειώνεται πως ο πληθυσμός για την Κινσάσα σύμφωνα με εκτιμήσεις για το 2026 ανέρχεται σε 21,852,144 κατοίκους.[26]
Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή της κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της αιτήτριας όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας της εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή της. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις της αιτήτριας, παρατηρώ ότι αυτή είναι γυναίκα ενήλικη, υγιής, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, πλήρως ικανή προς εργασία και με προηγούμενη εργασιακή εμπειρία στη χώρα καταγωγής της, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας. Η αιτήτρια δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω παρατέθηκαν και το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι ορθώς κρίθηκε επί της ουσίας ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στο καθεστώς του πρόσφυγα ή για την παραχώρηση σε αυτή συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για δέουσα έρευνα. Από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση. Συνεπώς, ο ισχυρισμός της ευπαίδευτης συνηγόρου της αιτήτριας περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτεται στο σύνολό του.
Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και το σύνολο το στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω ότι ακολουθήθηκε η ορθή διερευνητική διαδικασία και ορθώς το αίτημα της αιτήτριας για αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας έχει απορριφθεί. Οι Καθ' ων η αίτηση, στα πλαίσια εξέτασης και αξιολόγησης του αιτήματος της αιτήτριας, συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε η αιτήτρια, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι η προσφυγή της αιτήτριας εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον της αιτήτριας.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Freedom House, Freedom in the World 2024 – Democratic Republic of the Congo, https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2024
[2] Freedom House, Freedom in the World 2024 – Democratic Republic of the Congo, https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2024
[3] Freedom House, Freedom in the World 2024 – Democratic Republic of the Congo, https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2024
[4] United States Department of State (USDOS), 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 Απριλίου 2024, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf, σελ. 10
[5] United States Department of State (USDOS), 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 Απριλίου 2024, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf, σελ. 10
[6] United States Department of State (USDOS), 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 Απριλίου 2024, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf, σελ. 10
[7] Belgium, CEDOCA, COI Focus, République Démocratique du Congo: Corruption et fraude documentaire [Democratic Republic of the Congo: Corruption and document fraud], 27 Απριλίου 2026,
[8] Belgium, CEDOCA, COI Focus, République Démocratique du Congo: Corruption et fraude documentaire [Democratic Republic of the Congo: Corruption and document fraud], 27 Απριλίου 2026,
[9] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report — Congo, DR. Gütersloh: Bertelsmann Stiftung, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_COD.pdf, σελ. 6
[10] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report — Congo, DR. Gütersloh: Bertelsmann Stiftung, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_COD.pdf, σελ. 6
[11] War Watch, Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, Reporting period: July 2023 – June 2025, τελευταία ενημέρωση 28 Ιανουαρίου 2026, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-cong…
[12] Security Council Report, March 2026 Monthly Forecast, 2 Μαρτίου 2026, https://www.securitycouncilreport.org/monthly-forecast/2026-03/democratic-republic-of-the-congo-33.php
[13] Security Council Report, March 2026 Monthly Forecast, 2 Μαρτίου 2026, https://www.securitycouncilreport.org/monthly-forecast/2026-03/democratic-republic-of-the-congo-33.php
[14] Security Council Report, March 2026 Monthly Forecast, 2 Μαρτίου 2026, https://www.securitycouncilreport.org/monthly-forecast/2026-03/democratic-republic-of-the-congo-33.php
[15] Africa News, Fighting resumes in eastern DRC in violation of ceasefire deal, 23 Φεβρουαρίου 2026, https://www.africanews.com/2026/02/23/fighting-resumes-in-eastern-drc-in-violation-of-ceasefire-deal/
[16] Africa News, Fighting resumes in eastern DRC in violation of ceasefire deal, 23 Φεβρουαρίου 2026, https://www.africanews.com/2026/02/23/fighting-resumes-in-eastern-drc-in-violation-of-ceasefire-deal/
[17] Actualite.cd, Masisi : les rebelles de l’AFC/M23 reprennent le contrôle de Kasenyi et Luke après de violents combats, 26 Φεβρουαρίου 2026, https://actualite.cd/2026/02/26/masisi-les-rebelles-de-lafcm23-reprennent-le-controle-de-kasenyi-et-luke-apres-de
[18] Al Jazeera, DRC government, M23 rebels commit to protect civilians, aid deliveries, 19 Απριλίου 2026, https://www.aljazeera.com/news/2026/4/19/drc-government-m23-rebels-commit-to-protect-civilians-aid-deliveries
[19] International Crisis Group, Tracking Conflict Worldwide, Democratic Republic of Congo, https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/database?location%5B%5D=7&crisis_state=&created=-12+months&from_month=1&from_year=2025&to_month=1&to_year=2025
[20] Friends of the Congo (FOTC), Kinshasa: Urban and armed banditry on the rise, 11 Ιουνίου 2025, https://friendsofthecongo.org/kinshasa-urban-and-armed-banditry-on-the-rise/; Friends of the Congo (FOTC), Mission & Vision, https://friendsofthecongo.org/mission-vision/
[21] Friends of the Congo (FOTC), Kinshasa: Urban and armed banditry on the rise, 11 Ιουνίου 2025, https://friendsofthecongo.org/kinshasa-urban-and-armed-banditry-on-the-rise/
[22] Friends of the Congo (FOTC), Kinshasa: Urban and armed banditry on the rise, 11 Ιουνίου 2025, https://friendsofthecongo.org/kinshasa-urban-and-armed-banditry-on-the-rise/
[23] Friends of the Congo (FOTC), Kinshasa: Urban and armed banditry on the rise, 11 Ιουνίου 2025, https://friendsofthecongo.org/kinshasa-urban-and-armed-banditry-on-the-rise/
[24] Friends of the Congo (FOTC), Kinshasa: Urban and armed banditry on the rise, 11 Ιουνίου 2025, https://friendsofthecongo.org/kinshasa-urban-and-armed-banditry-on-the-rise/
[25] Πλατφόρμα ACLED Explorer, Country: Democratic Republic of the Congo, Events/ Fatalities, Political Violence, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer
[26] World Population Review, DR Congo – Kinshasa, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο