A.F.M ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 4856/2021, 28/5/2026
print
Τίτλος:
A.F.M ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 4856/2021, 28/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

 Υπόθεση Αρ. 4856/2021

28 Μαΐου, 2026

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος 

Μεταξύ:

A.F.M

από Ιράκ

                        Αιτητής

και

Κυπριακής Δημοκρατίας,

μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου

     Καθ' ων η αίτηση

 

Δικηγόρος για Αιτητή: Χ. Π. Τοπούζης (κος)

Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Π. Δημητρίου (κα) για Α. Δημητρίου (κος), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 17.06.2021, με την οποίαν απορρίφθηκε η αίτησή του για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Σκιαγραφώντας τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά  προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου ο οποίος κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»), διαφαίνονται τα ακόλουθα:  

 

Ο Αιτητής κατάγεται από το Ιράκ, το οποίο εγκατέλειψε στις 17.09.2017 μαζί με τη σύζυγο και την ανήλικη θυγατέρα του, μεταβαίνοντας αρχικά στην Τουρκία. Ακολούθως, περί τον Δεκέμβριο του 2018 εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές και στις 18.12.2018 υπέβαλε αίτηση χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας εκ μέρους όλης της οικογένειας. Στις 20.10.2020 πραγματοποιήθηκε προσωπική συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), o οποίος υπέβαλε στις 31.03.2021 Έκθεση-Εισήγηση προς  τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Σημειώνεται ότι στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας λήφθηκαν επίσης δηλώσεις της συζύγου του Αιτητή -κατά την δική της προφορική συνέντευξη η οποία έλαβε χώρα στις 21.10.2020- αναφορικά με τα περιστατικά που οδήγησαν την οικογένεια στην αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου ενέκρινε στις 17.06.2021 την Εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου που υπέβαλε ο Αιτητής εκ μέρους όλης της οικογένειας, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 08.07.2021 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 05.07.2021. Την απόφαση αυτή προσβάλλει ο Αιτητής μέσω της υπό εξέταση προσφυγής του.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

 

Εξειδικεύοντας και περιορίζοντας στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου του, τους εγειρόμενους στην προσφυγή λόγους ακυρώσεως, ο Αιτητής ισχυρίζεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε χωρίς δέουσα έρευνα και υποστηρίζει ότι οι καθ’ ων η αίτηση δεν εξέτασαν την κατάσταση ασφαλείας της χώρας καταγωγής του αιτητή, ούτε την ουσία των ισχυρισμών του. Υποστηρίζει ότι εναντίον του Αιτητή έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης και απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα με τη κατηγορία του άρθρου 4 του αντιτρομοκρατικού νόμου του Ιράκ, και σε περίπτωση επιστροφής του, και παραθέτοντας πληροφορίες από εξωτερικές πηγές, υποστηρίζει ότι εν λόγω κατηγορία καταλήγει σε επιβολή θανατικής ποινής. Επιπλέον, ο Αιτητής προωθεί, δια του συνηγόρου του, τη θέση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε υπό καθεστώς πλάνης, και ότι η επίδικη πράξη είναι μη επαρκώς, δεόντως και νομίμως αιτιολογημένη.

 

Από την πλευρά τους, οι Καθ΄ ων η αίτηση υπεραμύνονται  ότι η προσβαλλόμενη πράξη και/ή απόφαση έχει ληφθεί νόμιμα και ορθά, σύμφωνα με τις Διεθνείς Συμβάσεις, τις διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, των Κανονισμών και των Γενικών αρχών του Διοικητικού Δικαίου, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η Αίτηση, κατ' εφαρμογή των αρχών του Διοικητικού Δικαίου και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, είναι δε επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη.

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ


Εκ προοιμίου, το Δικαστήριο
 διαπιστώνει ότι, καίτοι η σύζυγος και η ανήλικη θυγατέρα του Αιτητή περιλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, εντούτοις τα πρόσωπα αυτά δεν συμπεριλήφθηκαν, ως διάδικοι, στο δικόγραφο της προσφυγής. Υπό το φως της αρχής ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου εξικνείται εντός των ορίων της προσφυγής όπως αυτή έχει κατατεθεί, θα ήταν ορθό να αναφερθεί ότι η σύζυγος και η ανήλικη θυγατέρα του Αιτητή δεν δύνανται να θεωρηθούν ως αιτητές στην παρούσα διαδικασία, καθόσον δεν έχουν τυπικά περιληφθεί στο δικόγραφο (Ε. Σπηλιωτόπουλος, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, Τόμος ΙΙ, 15η Έκδ., σελ.45).

 

Εντούτοις, η τυπική αυτή διαπίστωση δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης στο μέτρο που αφορά τον Αιτητή, ούτε να λάβει υπόψη του τα πραγματικά στοιχεία που επικαλέστηκε ο ίδιος προς θεμελίωση των ισχυρισμών του. Παρότι η σύζυγος και η ανήλικη θυγατέρα δεν συμμετέχουν τυπικά ως διάδικοι, το περιεχόμενο της προσφυγής του Αιτητή εκτείνεται κατ' ανάγκην στις συνέπειες που θα επιφέρει τυχόν επιστροφή τους στην χώρα καταγωγής τους, στην οικογενειακή τους ζωή, όπως αυτή ρυθμίζεται από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.

 

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση της διοίκησης είναι ενιαία· μία και μόνη πράξη εκδόθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, η οποία αφορά συλλογικά ολόκληρη την οικογένεια — τον Αιτητή, τη σύζυγο του και την ανήλικη θυγατέρα τους. Η ενιαία αυτή φύση της διοικητικής πράξης καθιστά αδύνατη τη μερική ακύρωσή της ή τη μερική διατήρησή της χωρίς να επηρεαστεί το σύνολο των προσώπων που καλύπτει, καθώς η κρίση επί της νομιμότητάς της δεν μπορεί να τεμαχιστεί χωρίς να διαρραγεί η συνοχή της πράξης.

 

Κατά συνέπεια, παρότι η σύζυγος και η ανήλικη θυγατέρα τους, δεν θεωρούνται αιτητές σε τυπικό επίπεδο, τα πραγματικά στοιχεία που αφορούν τα προσωπικά τους στοιχεία και την προσωπική συνέντευξη της συζύγου δύνανται και πρέπει να ληφθούν υπόψη ως ουσιώδη δεδομένα που συνδέονται άμεσα με τους ισχυρισμούς του Αιτητή και διαμορφώνουν την ουσία της κρίσης επί της νομιμότητας της προσβαλλόμενης ενιαίας απόφασης.

 

Επί της ουσίας της προσφυγής σε συνάρτηση και με τους ισχυρισμούς του Αιτητή

 

Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή συναρτώνται και διασυνδέονται με την ίδια την ουσία της υπόθεσης και ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας, όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν[1], θα προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, σε συνάρτηση και με τους ισχυρισμούς αυτούς.

 

Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας, επισημαίνεται ότι, το Δικαστήριο στο πλαίσιο ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση.[2]

 

Ως εκ τούτου, έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων και ισχυρισμών που τέθηκαν ενώπιόν του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των θέσεων των διαδίκων, είτε υπέρ είτε κατά της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Ειδικότερα, ο Αιτητής στο πλαίσιο της αίτησής του, αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του κατέγραψε ότι επειδή είναι Μουσουλμάνος Σουνίτης και η χώρα του ελέγχεται από τη Σιΐτες, δεν μπορούσε να ζήσει μαζί τους, ενώ προσέθεσε πως εγκατέλειψε τη Τουρκία λόγω των συμμοριών και την αδύνατη νομοθεσία περί αλλοδαπών.   

 

Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης που διενεργήθηκε από τον Λειτουργό, ο Αιτητής δήλωσε ως τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του την Βαγδάτη, αποσαφηνίζοντας ότι πριν εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του διέμενε για περίοδο 7 μηνών στη περιοχή Sulaymaniyah του ΚRI (Kurdish Region of Iraq – της ημιαυτόνομης Κουρδικής ομοσπονδιακής περιοχής της Δημοκρατίας του Ιράκ) με σχετική άδεια διαμονής. Είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ως προς το θρήσκευμα του δήλωσε Μουσουλμάνος Σουνίτης. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση δήλωσε έγγαμος, πατέρας 4 τέκνων από την πρώτη σύζυγο του, με την οποία είναι διαζευγμένος από το 2014 και μίας ακόμη ανήλικης θυγατέρας, την οποία απέκτησε με τη δεύτερη σύζυγό του. Τα τέκνα του από τη πρώτη σύζυγο διαμένουν στη Βαγδάτη, δυο εκ των οποίων με τους γονείς του. Ο Αιτητής εισήλθε στη Κυπριακή Δημοκρατία με τη σύζυγο του και την ανήλικη θυγατέρα τους. Οι γονείς του Αιτητή και τα δυο αδέλφια του διαμένουν στη Βαγδάτη. Ο Αιτητής δήλωσε ότι έχει επικοινωνία με τα μέλη της οικογένειας του.  Ως προς το επαγγελματικό του προφίλ δήλωσε ότι διατηρούσε επιχείρηση με κουρτίνες και ασχολείτο με αγοραπωλησίες αυτοκινήτων στη Βαγδάτη, ενώ ήταν και οδηγός του [], μέλους του κυβερνητικού συμβουλίου της Βαγδάτης.

 

Ως προς την ουσία του αιτήματος του δήλωσε ότι κατά τη διάρκεια της εργασίας του στο Επαρχιακό Συμβούλιο της Βαγδάτης, στις 10.01.2017 υπέβαλε προσφορά για ένα επενδυτικό έργο, το οποίο αφορούσε την εκμετάλλευση μίας έκταση κρατικής γης όπου υπήρχαν 118 καταστήματα και αρχικά ανήκε στο κόμμα Baath, προσθέτοντας ότι μετά την πτώση του καθεστώτος του Saddam το 2003, όλες οι ιδιοκτησίες που ανήκαν στο ανωτέρω κόμμα  περιήλθαν στη διαχείριση του Υπουργείου Οικονομικών του Ιράκ.

 

Ο Αιτητής δήλωσε πως αν και η προσφορά του έγινε ανεπίσημα δεκτή στις 08.03.2017, στη συνέχεια έλαβε τηλεφωνικές απειλές, στις οποίες του ζητούσαν να αποσύρει την προσφορά του. Δύο ημέρες αργότερα, επιστρέφοντας στην εργασία του, ενημέρωσε για τις απειλές τον [], ο οποίος τον συμβούλευσε να κρυφτεί και έτσι ο Αιτητής  και η οικογένειά του διέφυγαν στη Sulaymaniyah στις 12.03.2017.

 

Ο Αιτητής ακολούθως υπέβαλε ότι τον Ιούλιο του 2017, αν και βρισκόταν στη Sulaymaniyah, η προσφορά του έγινε οριστικά δεκτή και την 1η/08/2017 δέχθηκε εκ νέου απειλητικά τηλεφωνήματα βάσει των οποίων θα παραλάμβανε ένα «δώρο», το οποίο εν τέλει συνίστατο σε μία μια επιστολή ειδοποίησης σύλληψης η οποία εκδόθηκε εις βάρος του, σύμφωνα με την οποία κατηγορείτο για τρομοκρατία. Ενημερώθηκε επίσης πως τα τρία άτομα που διηύθυναν τη γη για την οποία υπέβαλε την προσφορά του ήταν μέλη της πολιτοφυλακής Bader, γεγονός το οποίο, εάν γνώριζε, δεν θα είχε υποβάλει προσφορά. Δήλωσε μάλιστα ότι τα εν λόγω άτομα είναι οι [], συνταγματάρχης, [], διευθυντής της Αστυνομίας της Βαγδάτης και [], διευθυντής της Εθνικής Ασφάλειας του Ιράκ.

 

Στις 29.09.2017 αναχώρησε για τη Τουρκία όπου παρέμεινε για 3-4 μήνες και όταν ήρθε στη Κυπριακή Δημοκρατία του έστειλε η οικογένειά του ένα βίντεο επί του οποίου καιγόταν το ακίνητο στο οποίο είχε επενδύσει και εξήγησε ότι η σύζυγος του δεν γνώριζε καμία πληροφορία αναφορικά με τις απειλές που δέχτηκε και την επιστολή που έλαβε στο Ιράκ, καθώς της αποκάλυψε την αλήθεια μόνο όταν εγκαταστάθηκαν στη Τουρκία.

 

Αναφορικά το επενδυτικό του πλάνο, ο Αιτητής επανέλαβε πως το ακίνητο προϋπήρχε και συμπεριλάμβανε μία κρατική έκταση, επί της οποίας υπήρχαν 118 καταστήματα. Τότε εκείνος, αν και ήταν οδηγός, υπέβαλε προσφορά στα άτομα που εκμεταλλευόταν το ακίνητο, σύμφωνα με την οποία θα πλήρωνε ενοίκιο στην κυβέρνηση του Ιράκ και θα αποκαθιστούσε τα κτήρια, με αποτέλεσμα το ακίνητο να περιέλθει στην κατοχή του μετά τη λήξη του έργου. Ακολούθως υπέβαλε ότι από τον Ιούλιο του 2017 άρχισε να λαμβάνει από τα ενοικιαζόμενα καταστήματα μηνιαίο μίσθωμα ύψους 1.600 δολαρίων και απέδιδε στην κυβέρνηση το ετήσιο μίσθωμα των 10.000 δολαρίων. Ερωτηθείς εάν διαθέτει σχετικά έγγραφα, ο Αιτητής απάντησε καταφατικά επικαλούμενος ότι βρίσκονται στην κατοικία του και μπορεί να τα ανακτήσει.

 

Κληθείς να σχολιάσει τις δηλώσεις του περί του ότι άρχισε να λαμβάνει απειλές τον Μάρτιο του 2017, ενώ η προσφορά του έγινε αποδεκτή 4 μήνες αργότερα, τον Ιούλιο, ο Αιτητής υπέβαλε πως είχε λάβει έγκριση για καθαρισμό των κτηρίων από τον Ιανουάριο του 2017.

 

Αναφορικά με την καταστροφή του ακινήτου λόγω φωτιάς, ο Αιτητής ισχυρίστηκε πως ενημερώθηκε μέσω βίντεο που του απέστειλε η οικογένειά του, περίπου 2 μήνες μετά την άφιξη του στη Κύπρο.

 

Ερωτηθείς πως από οδηγός του Συμβουλίου της Βαγδάτης κατάφερε να καταστεί επενδυτής, ο Αιτητής αποκρίθηκε ότι ο παππούς του διέθετε μία αχανή έκταση γης στο Ιράκ, η δε οικογένεια της συζύγου του διαθέτει τεράστια οικονομική δυνατότητα.

 

Ερωτηθείς εάν αντιμετώπισε κάποιο άλλο πρόβλημα στο Ιράκ, ο Αιτητής αποσαφήνισε ότι δεν δέχτηκε κάποια απειλή κατά της σωματικής του ακεραιότητας, ωστόσο επιβαρύνθηκε η ψυχολογική του κατάσταση λόγω του ότι η επένδυσή του ανερχόταν στο ποσό του μισού εκατομμυρίου δολαρίων (βλ. ερ. 26 2Χ δ.φ.).

 

Στις 21.10.2020, διενεργήθηκε συνέντευξη στη σύζυγο του Αιτητή, η οποία δήλωσε ως τόπο καταγωγής τη περιοχή Adamiyah και συνήθους διαμονής της την Βαγδάτη και δήλωσε πως για περίοδο 7 μηνών διέμενε στη περιοχή Sulaimaniyah, με τον σύζυγο της - Αιτητή. Είναι απόφοιτη πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, ως προς το θρήσκευμα της δήλωσε Μουσουλμάνα Σουνίτισα. Ως προς την οικογενειακή της κατάσταση δήλωσε έγγαμη από το έτος 2014 με τον Αιτητή και έχουν αποκτήσει μια ανήλικη θυγατέρα, γεννηθείσα στις 26.03.2015. Ο πατέρας της έχει αποβιώσει και η μητέρα της και τα 4 αδέλφια διαμένουν στη Βαγδάτη και διατηρεί επικοινωνία μαζί τους. Δήλωσε πως στις 17.09.2017 με τον σύζυγο της μετέβησαν στη Τουρκία, όπου παρέμειναν μέχρι το 2018. Ως προς την κατάσταση υγείας της δήλωσε πως είναι διαβητική και πως της αφαιρέθηκε η μήτρα. Ως προς την ουσία του αιτήματος της δήλωσε πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπιζε ο σύζυγος της αναφορικά με την αγορά. Αρχικά δήλωσε πως δεν ήταν ενήμερη για τα προβλήματα του συζύγου της αλλά ισχυρίστηκε ότι την ενημέρωσε λεπτομερώς όταν έφθασαν στη Τουρκία, για την επιστολή σύλληψης, την απαγόρευση εξόδου και την καταστροφή της αγοράς. Ανέφερε πως ο σύζυγος της είχε και άλλο πρόβλημα με το διαβατήριο του, το οποίο έληγε το 2021 και για να το ανανεώσει θα έπρεπε να επιστρέψει στο Ιράκ, αλλά δεν μπορούσε. Επιπλέον, δήλωσε ότι η ίδια κατά τη παραμονή της στη Κύπρο ήταν έγκυος, ωστόσο έχασε το μωρό και της αφαίρεσαν εν αγνοία της τη μήτρα της.

 

Μετά την ολοκλήρωση της προφορικής του συνέντευξης, ο Αιτητής προσκόμισε συγεκριμένα έγγραφα τα οποία φέρουν ερυθρά 72- 101 του δ.φ. τα οποία έγγραφα ωστόσο, ούτε καταγράφηκαν αλλά ούτε και αξιολογήθηκαν από τους Καθ’ ων η αίτηση.

 

 

Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση

 

Έχοντας παραθέσει τους ισχυρισμούς του Αιτητή και της συζύγου του, ως αυτοί αναπτύχθηκαν σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, προχωρώ τώρα στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε, επί των όσων ο Αιτητής και η σύζυγος του παρέθεσαν κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων τους, από τo λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. 

 

Κατά την αξιολόγηση της αίτησης ασύλου του Αιτητή, ο Λειτουργός, στην εισηγητική του έκθεση, διέκρινε δυο ουσιώδεις ισχυρισμούς: ο πρώτος αναφορικά με την υπηκοότητα, τόπο καταγωγής και τελευταίας διαμονής του Αιτητή και ο δεύτερος σχετικά με την ισχυριζόμενη δίωξη από τις αστυνομικές αρχές της χώρας καταγωγής του.

 

Ο Λειτουργός έκρινε ότι πληρείται η εσωτερική και εξωτερική αξιοπιστία του πρώτου ισχυρισμού και ως εκ τούτου τον έκανε αποδεκτό, κρίνοντας ως τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, την περιοχή Sulaymaniyah  της ημιαυτόνομης Κουρδικής ομοσπονδιακής περιοχής της Δημοκρατίας του Ιράκ.

 

Όσο αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό του Αιτητή αυτός απορρίφθηκε καθώς κρίθηκε ότι δε θεμελιώθηκε η εσωτερική αξιοπιστία του Αιτητή.  Εξετάζοντας την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο Λειτουργός παρέθεσε πληροφορίες οι οποίες επιβεβαιώνουν ότι στην Κουρδική περιοχή του Ιράκ έχει δοθεί πρόσβαση στη βάση δεδομένων των Ιρακινών ομοσπονδιακών αρχών, στοιχεία που έρχονται σε αντίφαση με τις δηλώσεις του. Επιπλέον, ο Λειτουργός κατέγραψε πως ο Αιτητής προσκόμισε αντίγραφο επίσημου εγγράφου όπου αναγράφονται τα προσωπικά στοιχεία του ιδίου, της συζύγου και της θυγατέρας τους από το Προξενείο της Δημοκρατίας του Ιράκ στη Κωνσταντινούπολη, τον Αύγουστο του 2018, ενώ στο Ιράκ εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του (ερυθρό 56 του δ.φ.).

 

Κατά την αξιολόγηση της συνέντευξης της συζύγου του Αιτητή, ο Λειτουργός διέκρινε ένα ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπιζε ο σύζυγος της στο Ιράκ, ο οποίος απορρίφθηκε καθώς κρίθηκε ότι δεν θεμελιώθηκε η αξιοπιστία του. Ο Λειτουργός κατέγραψε πως η σύζυγος του Αιτητή δεν αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα, παρά μόνο όταν ο σύζυγος της της ζήτησε να μην επισκεφθεί την οικογένεια της, όταν πήγε να εκδώσει το διαβατήριο της (ερυθρά 47-χ1,χ2, 48-χ1 του δ.φ.). Επιπλέον, αναφέρθηκε στα προβλήματα υγείας της, για τα οποία προσκόμισε ιατρική έκθεση.

 

Κατά την αξιολόγηση του κινδύνου στα πλαίσια των ισχυρισμών που έγιναν δεκτοί, ήτοι τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή,  ο Λειτουργός κατέληξε ότι οι λόγοι για τους οποίους εγκατέλειψαν τη χώρα καταγωγής τους και δεν επιθυμούν να επιστρέψουν, δεν απορρέουν  από παρελθούσες πράξεις δίωξης ή με υποβολή σε σοβαρή βλάβη, με αποτέλεσμα ο φόβος του να κρίνεται ως αβάσιμος και μη δικαιλογημένος. Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση, ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου κατέγραψε ότι δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου για αναγνώρισή τους ως πρόσφυγες, ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου, ως προς τη συμπληρωματική προστασία.

 

Διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου

 

Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία και ειδικότερα στις  11.10.2022, ο συνήγορος του Αιτητή καταχώρισε αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας, η οποία κρίθηκε ότι πληρούσε τις νομολογιακές προϋποθέσεις και στην απουσία σχετικής ένστασης από τους Καθ’ ων η αίτηση, αυτή έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, εκδίδοντας κατά τούτο σχετικό διάταγμα προσαγωγής μαρτυρίας. Η προσαχθείσα μαρτυρία συνίσταται σε ένορκη δήλωση του Αιτητή με επισυνημμένα φωτοαντίγραφα από 1) δύο εντάλματα σύλληψης εναντίον του Αιτητή, που φέρονται να εκδόθηκαν το 2017 και το 2018 από το κεντρικό Δικαστήριο Ερευνών, 2) απόφαση απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα εκδοθείσα από τη Διεύθυνση Πολιτικής κατάστασης, Διαβατηρίων και Κατοικιών, ημερομηνίας 25/02/2018, 3) απόφαση απαγόρευσης εξόδου του Αιτητή από τη χώρα εκδοθείσα το τμήμα Απαγόρευσης του Υπουργείου εσωτερικών του Ιράκ, ημερομηνίας 29/04/2018 και 4) σχετική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου του Ιράκ ημερομηνίας 25/02/2018, η οποία αναφέρει ότι στον Αιτητή επιβλήθηκε απαγόρευση εξόδου από τη χώρα στις 07/12/2017 εξαιτίας του ότι κατηγορείτο στη βάση του άρθρου 4 του αντιτρομοκρατικού Νόμου (Τεκμήρια Α1-Α3).

 

Στις 02.06.2023 καταχωρίστηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Αιτητή, όπου επισυνάφθηκαν δύο φωτοαντίγραφα απόφασης (Τεκμήριο Β1) του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου του Ιράκ, ημερομηνίας 15/11/2020. Το πρώτο έγγραφο  αναφέρει ότι ο Αιτητής καταδικάζεται ερήμην σε θάνατο, πλην όμως διατηρεί το δικαίωμα άσκησης έφεσης και το δεύτερο έγγραφο αναφέρει ότι ο Αιτητής δεν παραστάθηκε κατά τη δικάσιμο της 23ης/10/2020 και ως εκ τούτου η υπόθεσή εκδικάστηκε ερήμην του, πλην όμως παρουσία του δικηγόρου του.

 

Ακολούθησε αντεξέταση του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση στις 03.11.2023 στο πλαίσιο της οποίας, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά, ερωτηθείς πως ήρθαν στην κατοχή του τα εν λόγω έγγραφα, ο Αιτητής απάντησε πως μετά την λήψη της απορριπτικής επιστολής από τους καθ’ ων η Αίτηση, επικοινώνησε με τη μητέρα του, η οποία μέσω δικηγόρου, εντόπισε τα έγγραφα και τα έλαβε στις 15.11.2020. Υποδείχθηκε από τη συνήγορο των Καθ’ ων η αίτηση πως το όνομα στα εντάλματα σύλληψης και έρευνας για το 2017 και 2018 είναι διαφορετικά από το όνομα του Αιτητή, ως καταγράφεται στο διαβατήριο του και πως δεν εντοπίζεται αριθμός εντάλματος στο ένταλμα σύλληψης και έρευνας για το έτος 2018. Επιπλέον, υποδείχθηκε στον Αιτητή ότι το επάγγελμα που αναγράφεται στα δυο εντάλματα σύλληψης είναι διαφορετικό σε κάθε έγγραφο. Στις σχετικές υποδείξεις ο Αιτητής  μετέθεσε την ευθύνη στον μεταφραστή. Επισημάνθηκε στον Αιτητή ότι στο ένταλμα σύλληψης του 2018 αναγράφεται ως ημερομηνία γέννησης μόνο το έτος, ενώ στο ένταλμα σύλληψης και έρευνας του 2017 δεν αναγράφεται τίποτα. Ερωτηθείς ποιος εξέδωσε τα σχετικά έγγραφα απάντησε το Δικαστήριο, από το Τμήμα Απαγόρευσης στη Βαγδάτη. Σε μεταγενέστερο σημείο υποδείχθηκε το Τεκμήριο Α1 και ο Αιτητής επιβεβαίωσε πως δεν αναγράφεται το Τμήμα Απαγόρευσης.  Ερωτηθείς πως εγκατέλειψε νόμιμα τη χώρα καταγωγής του, εφόσον εκκρεμούσαν τα σχετικά εντάλματα σύλληψης, απάντησε ότι εγκατέλειψε τη χώρα από το Κουρδιστάν, η οποία είναι διαφορετική κυβέρνηση. Υποδείχθηκε ότι τα εντάλματα σύλληψης και έρευνας δεν φέρουν ημερομηνία έκδοσης, με τον Αιτητή να αναφέρει πως στις 03.05.2017 έλαβε την πρώτη απειλή και όταν έφτασε στο Κουρδιστάν εκδόθηκε το ένταλμα σύλληψης.

 

Ακολούθως, για το Τεκμήριο Α2 υπεβλήθη από τη συνήγορο των καθ’ ων η αίτηση πως το όνομα του Αιτητή διαφέρει συγκρινόμενο με αυτό του διαβατηρίου του, με τον Αιτητή να μεταφέρει την ευθύνη στο μεταφραστή και τον συνήγορο του να δηλώνει πως η μετάφραση των εγγράφων Τεκμηρίων Α1 και Α2 είναι ανεπίσημη. Υποδείχθηκε το έγγραφο Τεκμήριο Α2 στον Αιτητή, ο οποίος δήλωσε πως αναγράφονται τα ονόματα «[]» και «[]». Όσον αφορά το Τεκμήριο Α2, δήλωσε πως εξεδόθη από το ίδιο Δικαστήριο. Ερωτηθείς γιατί δεν αναφέρθηκε στα έγγραφα κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του δήλωσε πως το έπραξε. Αναφορικά με το Τεκμήριο Α3, ο Αιτητής ερωτήθηκε εάν είναι δικαστικό έγγραφο και απάντησε πως είναι ηλεκτρονικό μήνυμα από το Υπουργείο Εσωτερικών & Διαβατηρίων. Επισημάνθηκε από τη συνήγορο πως η ηλεκτρονική διεύθυνση του Υπουργείου καταλήγει σε @yahoo.com, με τον Αιτητή να δηλώνει πως σίγουρα θα έχουν αλλά δεν τη γνωρίζει.

 

Αναφορικά με τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν στην συμπληρωματική Ένορκη δήλωσή του και κληθείς να προσδιορίσει το λόγο ή το έγκλημα για το οποίο καταδικάστηκε σε θανατική ποινή στο Ιράκ, ο Αιτητής αποκρίθηκε ότι δέχθηκε απειλές λόγω των επαγγελματικών του δραστηριοτήτων.

 

Ολοκληρώνοντας την διαδικασία της αντεξέτασης, ο συνήγορος του Αιτητή καταχώρισε στις 24.04.2024 συμπληρωματική γραπτή αγόρευση. Στο πλαίσιο αυτής, ο συνήγορος του Αιτητή υποστήριξε πως κατά την αντεξέταση δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του Αιτητή, πως οι αμφισβητήσεις με το όνομα του Αιτητή, ως καταγράφονται στις μεταφράσεις βεβαιώθηκαν από τη διερμηνέα πως είναι ορθές στα αραβικά και πως δεν υπήρξε υποβολή περί μη γνησιότητα των εγγράφων από τους καθ’ ων η αίτηση. Υποστηρίζει πως το βάρος απόδειξης του Αιτητή είναι σχετικά «χαλαρότερο» αναφορικά με την απόδειξη των ισχυρισμών του και η κρίση επί της αξιοπιστίας του, υποστηρίζοντας πως πρέπει να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας. Ακολούθως, υποστηρίζει ότι τα έγγραφα που προσκομίστηκαν στοιχειοθετούν πλήρως του ισχυρισμούς του περί βάσιμου φόβου δίωξης στη χώρα καταγωγής του και πως η καταδίκη σε θάνατο και η απαγόρευση εξόδου στη χώρα του καταδεικνύουν τη πλάνη περί τα πράγματα και τη μη διεξαγωγή δέουσας έρευνας από τους καθ΄ ων η αίτηση. Καταληκτικά, υποστηρίζει ότι το Ιράκ ανήκει στις μη ασφαλείς χώρες καταγωγής και επαναλαμβάνει πως η επιστροφή του Αιτητή ισοδυναμεί σε θάνατο.

 

Η συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση επί της συμπληρωματικής αγόρευσης της, ημερομηνίας 17.07.2024, αναφορικά με τα Τεκμήρια Α1, Α2 και Α3, σημειώνει τις αντιφάσεις και τις ανακρίβειες που εντόπισε. Ειδικότερα, ανέφερε πως είχε στη κατοχή του τα εν λόγω έγγραφα από τις 15.11.2020, και πως ερωτηθείς πως ήρθαν στη κατοχή του δήλωσε ότι μετά την λήψη της απορριπτικής απόφασης από την Υπηρεσία Ασύλου επικοινώνησε με τη μητέρα του και μέσω δικηγόρου απέστειλαν τα έγγραφα, ισχυρισμός που βρίσκεται σε αντίφαση με την παράγραφο 4 της Ένορκης του δήλωσης, στην οποία κατέγραψε ότι «μόλις πρόσφατα» κατάφερε να εξασφαλίσει τα σχετικά έγγραφα. Ανακρίβειες παρατηρήθηκαν στο Τεκμήριο Α1, όπου στο ένταλμα του 2017 έχει αριθμό, στο ένταλμα του 2018 δεν υπάρχει αριθμός και πως τα συγκεκριμένα έγγραφα δεν τεκμηριώνουν το όνομα του Αιτητή καθώς και το επάγγελμα του. Ερωτηθείς κατά τη αντεξέταση δήλωσε ότι εργαζόταν ως φύλακας στο Κοινοβούλιο, ωστόσο επί του εντάλματος σύλληψης και έρευνας του 2017 αναγράφεται ως επάγγελμα ότι είναι υπάλληλος της Κοινότητας της Βαγδάτης ενώ στο ένταλμα του 2018 γενικό κέρδος. Αναφορικά με το Τεκμήριο Α2, η συνήγορος υποστηρίζει πως δεν είναι γνήσιο και ο Αιτητής υπέπεσε σε αντιφάσεις ως προς το περιεχόμενο του, την οντότητα που το έκδωσε, την ισχύ, τον τρόπο εξασφάλισης του και πως το όνομα στο εν λόγω έγγραφο δεν είναι το ίδιο με αυτό του διαβατηρίου του Αιτητή. Αναφορικά με το Τεκμήριο Α3, επισημαίνει ότι η ηλεκτρονική διεύθυνση του Υπουργείου Εσωτερικών & Διαβατηρίων καταλήγει σε «@yahoo.com». Συμπερασματικά, καταλήγει πως τα έγγραφα δεν αποτελούν πραγματικά και έγκυρα έγγραφα και αποτελούν κατασκευάσματα του Αιτητή. 

 

Κατά τις Διευκρινίσεις που έλαβαν χώρα στις 07.07.2025, ο συνήγορος του Αιτητή υιοθέτησε το περιεχόμενο των γραπτών του αγορεύσεων και προσκόμισε περαιτέρω  δέσμη εγγράφων αναφορικά με την κατάσταση που επικρατεί στο Ιράκ [Τεκμήρια 2(α), 2 (β, 2(γ)] και επανέλαβε τους ισχυρισμούς του, όπως καταγράφηκαν επί των γραπτών του αγορεύσεων.

 

Η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση υιοθέτησε το περιεχόμενο της ένστασης και των γραπτών τους αγορεύσεων.

 

Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

 

Αξιολογώντας λοιπόν  τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Έκθεση/Εισήγηση του λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς του Αιτητή ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά την διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:

 

Κατ’ αρχάς, διαπιστώνω ότι ο διαχωρισμός των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή, ως αυτός επιχειρήθηκε από τον Λειτουργό, δεν αποτυπώνει με επαρκή ακρίβεια και πληρότητα τον πυρήνα των προβαλλόμενων ισχυρισμών και την αυτοτέλεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν το αίτημα διεθνούς προστασίας του Αιτητή. Και τούτο διότι, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός, όπως καταγράφηκε από τον λειτουργό υπό τον γενικό τίτλο της «ισχυριζόμενης δίωξης από τις αστυνομικές αρχές της χώρας καταγωγής», ενσωματώνει και συγχωνεύει πλείστα επιμέρους πραγματικά περιστατικά, διαφορετικής φύσεως και αποδεικτικής βαρύτητας, τα οποία θα έπρεπε να τύχουν αυτοτελούς αξιολόγησης.

 

Ειδικότερα, από το σύνολο του περιεχομένου της αίτησης ασύλου, της προσωπικής συνέντευξης του Αιτητή, των εγγράφων που προσκομίστηκαν ενώπιον της διοίκησης αλλά και της μεταγενέστερης προσαχθείσας μαρτυρίας ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν περιορίζονται απλώς και μόνο σε μία γενική επίκληση δίωξης από τις αρχές του Ιράκ, αλλά συγκροτούν μία αλληλουχία αυτοτελών πραγματικών περιστατικών, τα οποία διαφοροποιούνται τόσο χρονικά όσο και ως προς τη φύση και το αποδεικτικό τους υπόβαθρο.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι οι ουσιώδεις ισχυρισμοί του Αιτητή θα έπρεπε να διαχωριστούν ως ακολούθως: (α) τις δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του, (β) τις δηλώσεις του περί του ότι το 2017 δεχόταν συστηματικά απειλές από  μέλη της κυβέρνησης επειδή έγινε αποδεκτή η προσφορά του για  την εκμετάλλευση μίας έκτασης δημόσιας γης που περιείχε 118 καταστήματα, η οποία μάλιστα πυρπολήθηκε, και (γ) τις δηλώσεις του περί του ότι το 2017 κατηγορήθηκε για τρομοκρατία και καταδικάστηκε σε θάνατο το Νοέμβριο του 2020.

 

(α)  Αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση των ανωτέρω ουσιωδών ισχυρισμών, αρχικά συντάσσομαι με την κρίση των Καθ' ων η αίτηση ως προς την αποδοχή του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, τον οποίον και αποδέχομαι λόγω του ότι οι δηλώσεις του Αιτητή κρίνονται ως σαφείς,  δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου, ενώ οι δηλώσεις του επιβεβαιώθηκαν και από αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης στις οποίες προσέτρεξε ο λειτουργός της Υπηρεσίας ασύλου. Δεν παραβλέπω άλλωστε ότι οι Αιτητές προσκόμισαν πλήθος εγγράφων που βεβαιώνουν τα στοιχεία της ταυτότητάς τους.

 

Ωστόσο, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, εσφαλμένα οι Καθ’ ων η αίτηση αξιολόγησαν τη Sulaymaniyah ως τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, αφού από το σύνολο των δηλώσεων και των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών προκύπτει ότι η εκεί παραμονή του είχε προσωρινό χαρακτήρα και συνδεόταν με τη μετακίνησή του λόγω των προβλημάτων που, κατά τα γενόμενα αποδεκτά, αντιμετώπιζε στη Baghdad. Ειδικότερα, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκαταστάθηκε στη Sulaymaniyah μόλις το Μάρτιο του 2017 και παρέμεινε εκεί μόνο για λίγους μήνες μέχρι την αναχώρησή του από το Ιράκ το Σεπτέμβριο του ιδίου έτους. Αντιθέτως, το σύνολο των προσωπικών, επαγγελματικών και κοινωνικών του δεσμών, καθώς και ο πυρήνας των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, συνδέονται με τη Βαγδάτη, η οποία συνιστά τον τελευταίο ουσιαστικό τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή στο Ιράκ.

 

(β)  Αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τις δηλώσεις του Αιτητή περί του ότι από το Μάρτιο του 2017 μέχρι τον Αύγουστο του ιδίου έτους δεχόταν συστηματικά απειλές από  μέλη της κυβέρνησης επειδή έγινε αποδεκτή η προσφορά του για  την εκμετάλλευση μίας έκτασης γης που περιείχε 118 καταστήματα, η οποία στη συνέχεια πυρπολήθηκε, το Δικαστήριο κρίνει τα ακόλουθα.

 

Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του Αιτητή, διαπιστώνω ότι ο πυρήνας του ισχυρισμού του παρουσιάζει επαρκή συνοχή, λογική αλληλουχία και σταθερότητα ως προς τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που τον συγκροτούν. Ειδικότερα, ο Αιτητής ήδη από το στάδιο καταγραφής της αίτησής του και κατά τη διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης ανέφερε με επαρκή σαφήνεια ότι η εμπλοκή του με την εκμετάλλευση της επίδικης κρατικής γης αποτέλεσε την αφορμή για την έναρξη των προβλημάτων του με πρόσωπα συνδεόμενα με κρατικούς μηχανισμούς και πολιτοφυλακές.

 

Οι δηλώσεις του ως προς τη φύση της επένδυσης, την αποδοχή της προσφοράς του, τις μεταγενέστερες απειλές, τη μετακίνησή του στη Sulaymaniyah και την πυρπόληση της αγοράς παραμένουν κατά βάση σταθερές σε όλα τα στάδια της διαδικασίας και εμφανίζουν επαρκή χρονική και λογική συνοχή ως προς την εξέλιξη των γεγονότων. Ο Αιτητής εξήγησε ότι αρχικά υπέβαλε προσφορά για την εκμετάλλευση του ακινήτου, ακολούθως άρχισε να δέχεται πιέσεις και απειλές προκειμένου να αποσύρει την προσφορά του, ενώ μετά την οριστική αποδοχή της επένδυσης η κατάσταση κλιμακώθηκε, οδηγώντας τελικώς στην αποχώρησή του με την οικογένειά του από τη Βαγδάτη.

 

Σημαντικό δε είναι ότι ο βασικός πυρήνας των δηλώσεων του Αιτητή επιβεβαιώνεται ουσιωδώς και από τις δηλώσεις της συζύγου του, η οποία ανέφερε ότι η οικογένεια εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής εξαιτίας των προβλημάτων που αντιμετώπιζε ο σύζυγός της αναφορικά με την αγορά και την επένδυση. Παρότι δήλωσε ότι δεν γνώριζε εξαρχής όλες τις λεπτομέρειες των προβλημάτων αυτών, εξήγησε ότι ενημερώθηκε πληρέστερα όταν εγκαταστάθηκαν στην Τουρκία, αναφερόμενη στην επιστολή σύλληψης, στην απαγόρευση εξόδου από τη χώρα και στην καταστροφή της αγοράς. Οι δηλώσεις της δεν εμφανίζουν ουσιώδεις αντιφάσεις σε σχέση με τον πυρήνα του αφηγήματος του Αιτητή, αλλά αντιθέτως ενισχύουν τη συνοχή του.

 

Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο Λειτουργός εντόπισε ορισμένες ασάφειες ή ελλείψεις στις δηλώσεις του Αιτητή, ιδίως ως προς το χρόνο αποδοχής της επένδυσης, τον τρόπο λειτουργίας των εμπλεκόμενων φορέων και το χρονικό σημείο κατά το οποίο πληροφορήθηκε την πυρπόληση της αγοράς. Ωστόσο, οι ασάφειες αυτές αφορούν επιμέρους πτυχές του ισχυρισμού και δεν είναι τέτοιας έκτασης ώστε να αναιρούν συνολικά την αξιοπιστία του αφηγήματός του, ιδίως λαμβανομένου υπόψη ότι ο Αιτητής ουδέποτε διαφοροποίησε τον βασικό πυρήνα των δηλώσεών του, ήτοι ότι η εμπλοκή του με την επίδικη επένδυση υπήρξε η αιτία των απειλών και των προβλημάτων που αντιμετώπισε στη χώρα καταγωγής του.

 

Ως εκ τούτου, λαμβάνοντας υπόψη τη συνοχή των δηλώσεων του Αιτητή και την ουσιώδη επιβεβαίωση που παρέχεται από τις δηλώσεις της συζύγου του, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού πληρούται.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού, το Δικαστήριο προχώρησε σε σχετική έρευνα εκ της οποίας εντόπισε τις ακόλουθες πληροφορίες.

 

·                Aναφορικά με το μέλους του κυβερνητικού συμβουλίου της Βαγδάτης του οποίου δήλωσε ότι ήταν οδηγός, [], το Δικαστήριο εντόπισε πληροφορίες οι οποίες επιβεβαιώνουν ότι το εν λόγω πρόσωπο απεβίωσε το Δεκέμβριο του 2024, πλην όμως κατά το παρελθόν αποτέλεσε μια εξέχουσα προσωπικότητα στον Συνασπισμό για το Κράτος του Δικαίου (SLC) του Ιράκ και διετέλεσε μέλος του Επαρχιακού Συμβουλίου της Βαγδάτης[3],[4].

 

·                Σχετικά με τα πρόσωπα που ο Αιτητής κατονόμασε ως διαχειριστές του ακινήτου και συγκεκριμένα τον [], συνταγματάρχη, το Δικαστήριο εντόπισε άρθρο του CNN το Μάιο του 2005, το οποίο αναφέρει ότι, σύμφωνα με πληροφορίες που κοινοποίησαν οι ένοπλες δυνάμεις του ιρακινού στρατού, συνελήφθη στη Βαγδάτη ο [], ο οποίος ηγείτο της Ταξιαρχίας Al Numan και είχε δεσμούς με ηγέτες των ανταρτών -- πιθανώς με το δίκτυο του αλ-Ζαρκάουι[5].

 

·                Αναφορικά με τον [], έκθεση της DVIDS (Defense Visual Information Distribution Service) του 2019, επιβεβαιώνει ότι το εν λόγω πρόσωπο ήταν, τον υπό κρίση χρόνο, αναπληρωτής στρατηγός της ιρακινής αστυνομίας[6].

 

·                Σχετικά τέλος με τον Ishak Alfayald, o οποίος κατά τον Αιτητή, τον υπό κρίση χρόνο ήταν ο επικεφαλής της Εθνικής Ασφάλειας του Ιράκ, κατόπιν έρευνας του Δικαστηρίου εντοπίστηκε άρθρο της Voice of America το Δεκέμβριο του  2018, η οποία αναφέρει ότι ο  Faleh και όχι ο Ιshak Al Fayad, πρώην επικεφαλής των πολιτοφυλακών της Λαϊκής Κινητοποίησης του Ιράκ, που συνδέονται με το Ιράν, επέστρεψε στη διπλή θέση του, ως πρόεδρος των πολιτοφυλακών και σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του πρωθυπουργού Άντελ Αμπντούλ-Μαχντ, αφού είχε απομακρυνθεί από τις θέσεις από τον υπηρεσιακό πρωθυπουργό Χαϊντάρ αλ-Αμπάντι τον Αύγουστο του 2018 για πολιτική συμπεριφορά [7]. Παράλληλα, άρθρο της Intelligence Online, επιβεβαιώνει ότι το 2020, ο  Faleh Al Fayad παραιτήθηκε από τον ρόλο του στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας του Ιράκ[8].

 

·                Αναφορικά με την παρουσία των πολιτοφυλακών τον υπό κρίση χρόνο, άρθρο της NORIA Research[9] τον Ιούνιο του 2018, συνοψίζει ότι μετά το τέλος του πολέμου κατά του Ισλαμικού Κράτους (IS), το ιρακινό κράτος προέβη στην υιοθέτηση ενός πολιτικού μοντέλου που βασιζόταν στην ύπαρξη πολιτοφυλακών. Οι ένοπλες ομάδες κατέλαβαν τους τοπικούς μηχανισμούς ασφαλείας και τα οικονομικά δίκτυα, αποκτώντας κυρίαρχη θέση στην ανοικοδόμηση του Ιράκ[10].

 

·                Αναφορικά με την εκμετάλλευση της κρατικής ιδιοκτησίας στο Ιράκ κατά τον υπό κρίση χρόνο, έκθεση του Arab Land Initiative αναφέρει ότι, παρά τη φάση ανοικοδόμησης της χώρας μετά την ήττα του ISIS το 2017, επικρατούσε θεσμική ασάφεια και αλληλοεπικάλυψη αρμοδιοτήτων ως προς τη διαχείριση δημόσιας γης. Η έλλειψη ενιαίου ρυθμιστικού πλαισίου, ο ανεπαρκής συντονισμός μεταξύ κρατικών φορέων και η δυνατότητα υπουργείων να εκμισθώνουν κρατική γη χωρίς προηγούμενη έγκριση του Υπουργείου Οικονομικών συνέβαλαν στη δημιουργία συγκρούσεων και δυσλειτουργιών στη διαχείριση κρατικής περιουσίας. Παρόλο που το Υπουργείο Οικονομικών ήταν ο επίσημος θεματοφύλακας της κρατικής περιουσίας στο Ιράκ, διάφορα υπουργεία πωλούσαν και εκμίσθωναν κρατική γη που βρίσκεται υπό τον έλεγχό τους χωρίς να λάβουν προηγούμενη έγκριση από το Υπουργείο Οικονομικών[11].

 

Αξιολογώντας τις ανωτέρω πληροφορίες υπό το πρίσμα της εξωτερικής αξιοπιστίας του υπό εξέταση ισχυρισμού, διαπιστώνω ότι ουσιώδη στοιχεία του αφηγήματος του Αιτητή ενισχύονται από τις αντικειμενικές πληροφορίες χώρας καταγωγής που εντοπίστηκαν από το Δικαστήριο. Ειδικότερα, επιβεβαιώνεται η ύπαρξη και η δημόσια ιδιότητα προσώπων που ο Αιτητής κατονόμασε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, καθώς και η σύνδεσή τους με κρατικούς, αστυνομικούς ή παρακρατικούς μηχανισμούς στο Ιράκ. Παρότι δεν κατέστη δυνατό να επιβεβαιωθούν πλήρως όλες οι ιδιότητες ή η ακριβής εμπλοκή των εν λόγω προσώπων στην υπό εξέταση υπόθεση, οι πληροφορίες αυτές δεν αναιρούν τον βασικό πυρήνα των ισχυρισμών του Αιτητή αλλά, αντιθέτως, προσδίδουν εξωτερική συνοχή στο αφήγημά του.

 

Περαιτέρω, οι πληροφορίες χώρας καταγωγής επιβεβαιώνουν ότι κατά τον υπό κρίση χρόνο επικρατούσε έντονη παρουσία πολιτοφυλακών και παρακρατικών μηχανισμών στο Ιράκ, οι οποίοι είχαν σημαντική επιρροή στους τοπικούς μηχανισμούς ασφαλείας και στα οικονομικά δίκτυα της χώρας. Παράλληλα, προκύπτει ότι η διαχείριση κρατικής γης χαρακτηριζόταν από θεσμική ασάφεια, αλληλοεπικάλυψη αρμοδιοτήτων και έλλειψη συντονισμού μεταξύ κρατικών φορέων και τοπικών αρχών. Οι πληροφορίες αυτές συνάδουν ουσιωδώς με τους ισχυρισμούς του Αιτητή περί εμπλοκής του σε διαφορά σχετιζόμενη με την εκμετάλλευση κρατικής γης και περί παρεμβάσεων και απειλών από πρόσωπα συνδεόμενα με μηχανισμούς εξουσίας.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι αντικειμενικές πληροφορίες χώρας καταγωγής ενισχύουν ουσιωδώς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή, καθόσον επιβεβαιώνουν ότι το γενικό πραγματικό και θεσμικό πλαίσιο που περιέγραψε είναι συμβατό με τις συνθήκες που επικρατούσαν στο Ιράκ κατά τον κρίσιμο χρόνο.

 

Αξιολογώντας στη συνέχεια τα έγγραφα που προσκόμισε ο Αιτητής κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας προς επίρρωση του υπό εξέταση ισχυρισμού, παρατηρώ ότι αυτά συνίστανται στα ακόλουθα αντίγραφα:

 

1)    Δύο αποδείξεις καταβολής μισθωμάτων του Αιτητή προς την κυβέρνηση του Ιράκ εγκεκριμένες από το τμήμα των δημόσιας περιουσίας, ημ. 10.01.2017, οι οποίες αφορούν το ακίνητο υπ’ αριθ. 16/2615 (βλ. ερ. 99 -98 δ.φ.).

 

2)    Μία απόδειξη καταβολής μισθωμάτων του Αιτητή προς την κυβέρνηση του Ιράκ ημερ. 04.06.2018,  εγκεκριμένη από το τμήμα των δημόσιας περιουσίας, , η οποία φέρεται να αποτελεί την πρώτη δόση  καταβολής μισθωμάτων για την περίοδο 04.06.2018 μέχρι 10.08.2019, η οποία αφορά το υπ’ αριθ. 16/2615 ακίνητο (βλ. ερ. 97 - 96 δ.φ.).

 

3)    Έγγραφη βεβαίωση του Υπουργείου Οικονομικών του Ιράκ, ημερομηνίας 11.07.2017, η οποία βεβαιώνει την εγγραφή του υπ’ αριθ. 16/2615 ακινήτου, το οποίο εμπεριέχει επί της επιφάνειάς του 89 καταστήματα, στο όνομα του Αιτητή (βλ. ερ. 95 – 94 δ.φ.).

 

4)    Έγγραφη εκτίμηση της αξίας του μισθώματος του υπ’ αριθ. 16/2615 ακινήτου, το οποίο φέρει ως ημερομηνία υπογραφή τους προϊσταμένου την 03η/07/2017 και αναφέρει ως ημερομηνία έναρξης της μίσθωσης την 04η/06/2016, καθώς και ότι ο Αιτητής, ως ενοικιαστής του υπ’ αριθ. 16/2615 ακινήτου θα πρέπει να καταβάλει συγκεκριμένα ποσά (βλ. ερ. 93 – 92 δ.φ.).

 

5)    Έγγραφη αίτηση του Υπουργείου Οικονομικών και του τμήματος εγγραφής ακινήτων, απευθυνόμενη στον τεχνικό τομέα, δια του οποίου αιτείται τον έλεγχο του υπ’ αριθ. 16/2615 ακινήτου στις 11/05/2017 (βλ. ερ. 91 – 90 δ.φ.).

 

6)    Σύμβαση μίσθωσης του υπ’ αριθ. 2615/16/11 ακινήτου μεταξύ του Αιτητή και του γενικού διευθυντηρίου δημόσιας περιουσίας της Βαγδάτης, το οποίο έχει υπογραφεί στις 10/01/2017 (βλ. ερ. 87 – 86 δ.φ.).

 

Ως προς την αξιολόγηση των ανωτέρω εγγράφων, το Δικαστήριο επισημαίνει καταρχάς ότι, σύμφωνα με το εγχειρίδιο της EASO (νυν EUAA) «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου» (Δικαστική ανάλυση, 2018), δεν υφίσταται γενική υποχρέωση των αρχών ή του Δικαστηρίου να διερευνούν αυτεπαγγέλτως τη γνησιότητα των προσκομιζόμενων εγγράφων, εκτός εάν οι ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης το καθιστούν αναγκαίο. Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι η γνησιότητα ενός εγγράφου δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκη με την αξιοπιστία του περιεχομένου του, ενώ το βάρος απόδειξης της γνησιότητας και αξιοπιστίας των εγγράφων φέρει ο αιτών διεθνή προστασία[12].

 

Παράλληλα, σύμφωνα την απόφαση του ΕΔΔΑ στην από 02/10/2012 απόφασή του επί της υπόθεσης Singh et autres c Belgique, No. 33210/11 σχετικά με την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων και των προσκομισθέντων εγγράφων, δεν απορρέει κάποια υποχρέωση του παρόντος Δικαστηρίου να εξετάσει τη γνησιότητα των προσκομισθέντων εγγράφων, καθώς πως η ανωτέρω απόφαση αναφέρει «δεδομένης της φύσεως του εγγράφου και των περιστάσεων της εκάστοτε υπόθεσης, η Δικαστική αρχή ενδέχεται να έχει την υποχρέωση να εξετάσει εάν το προσκομισθέν έγγραφο είναι γνήσιο»[13].

 

Ο πρακτικός Οδηγός της EUAA του 2024 σχετικά με την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και την αξιολόγηση κινδύνου, προσδιορίζει ωστόσο ότι τα κριτήρια αξιολόγησης των εγγράφων είναι η συνάφεια, η αξιοπιστία, η ύπαρξη/υπόσταση, η φύση, η ιδιότητα του συντάκτη, η μορφή, και το περιεχόμενο [14].

 

Έχοντας σταχυολογήσει  τα προσκομισθέντα έγγραφα, υπό το φως των ανωτέρω κριτηρίων, έχω καταλήξει στις ακόλουθες διαπιστώσεις.  

 

Αναφορικά με τα αντίγραφα των δύο αποδείξεων καταβληθέντων ενοικίων ημερομηνίας 10.01.2017 (βλ. ερ. 99 -98 δ.φ.), τα εν λόγω έγγραφα έρχονται σε αντίθεση με τις δηλώσεις του Αιτητή, ο οποίος δήλωσε ότι η έγκριση που έλαβε για την εκμετάλλευση του ακινήτου τον Ιανουάριο του 2017 ήταν αποκλειστικά λεκτική (βλ. ερ. 25 8Χ δ.φ.), καθώς η προσφορά του έγινε επισήμως δεκτή στις 3.07.2017. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι καθώς οι αποδείξεις που προσκόμισε ο Αιτητής αφορούν καταβολές μισθωμάτων σε χρόνο κατά τον οποίο, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, η προσφορά του δεν είχε γίνει επισήμως δεκτή, αυτές δεν ενισχύονται από το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, τα οποία ακολούθως κρίνεται ότι δεν πληρούν τα κριτήρια τις αξιοπιστίας, της χρονικής υπόστασης και του περιεχομένου αφού δεν έχει ανακύψει κάποιος λόγος καταβολής μισθωμάτων από τον Αιτητή τον Ιανουάριο του 2017, όπως ο ίδιος έχει αναφέρει. Στη βάση των ανωτέρω διαπιστώσεων, η ενισχυτική αξία των εν λόγω εγγράφων κρίνεται ως περιορισμένη.

 

Αναφορικά με την απόδειξη καταβολής μισθωμάτων ύψους 12.696.500  δηναρίων από τον Αιτητή προς την κυβέρνηση του Ιράκ ημερομηνίας 04.06.2018 (βλ. ερ. 97 - 96 δ.φ.)η οποία φέρεται να έχει εγκριθεί από το τμήμα δημόσιας περιουσίας του Ιράκ και αποτελεί την πρώτη δόση καταβολής μισθωμάτων για την περίοδο 04.06.2018 μέχρι 10.08.2019 για το υπ’ αριθ. 16/2615 ακίνητο, το Δικαστήριο κρίνει ότι το περιεχόμενο του εγγράφου έρχεται σε αντίθεση με τις δηλώσεις του Αιτητή, καθώς εκείνος δήλωσε ότι το ακίνητο κάηκε λίγους μήνες μετά την άφιξή του στην Κύπρο, ενώ από το εν λόγω έγγραφο ανακύπτει ότι ο Αιτητής κατέβαλε μίσθωμα για το ακίνητο στις 04.06.2018, ημερομηνία κατά τον οποία βρισκόταν στην Τουρκία. Το περιεχόμενο του εγγράφου έρχεται επίσης σε αντίθεση με τις ασαφείς δηλώσεις του Αιτητή περί του ότι η προσφορά του εγκρίθηκε λεκτικά τον Ιανουάριο του 2017 και επίσημα τον Ιούλιο του 2017.  Καθώς λοιπόν οι δηλώσεις του Αιτητή δεν αντικατοπτρίζονται στο περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, διαπιστώνεται ότι ούτε στη συγκεκριμένη περίπτωση πληρούνται τα κριτήρια της αξιοπιστίας, της χρονικής υπόστασης, και του περιεχομένου του υπό εξέταση εγγράφου. Για τους ανωτέρω λόγους, η ενισχυτική του αξία κρίνεται ως περιορισμένη.

 

Αναφορικά με την έγγραφη βεβαίωση του Υπουργείου Οικονομικών του Ιράκ, ημερομηνίας 11/07/2017, η οποία βεβαιώνει την εγγραφή του υπ’ αριθ. 16/2615 ακινήτου, το οποίο εμπεριέχει επί της επιφάνειάς του 89 καταστήματα, στο όνομα του Αιτητή (βλ. ερ. 95 – 94 δ.φ.), το Δικαστήριο κρίνει ότι το περιεχόμενο του εγγράφου αναιρεί τις δηλώσεις του Αιτητή, ο οποίος υπέβαλε εμφατικά και κατ’ επανάληψη ότι το ακίνητο έφερε στην επιφάνειά του 118 καταστήματα.  Το προσκομισθέν έγγραφο αναφέρει ότι το ακίνητο έφερε στην επιφάνειά του 89 καταστήματα, γεγονός το οποίο θα αναμενόταν από τον Αιτητή να θυμάται και/ή γνωρίζει, δεδομένου ότι αναφέρθηκε εμφατικά και κατ’ επανάληψη στον αριθμό των καταστημάτων και την οικονομική ζημιά την οποία υπέστη. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρούνται τα κριτήρια της της αξιοπιστίας και του περιεχομένου του εγγράφου αφού οι δηλώσεις του Αιτητή και το περιεχόμενό του εγγράφου δεν ταυτίζονται. Καταληκτικά, η ενισχυτική του αξία κρίνεται περιορισμένη.

 

Σχετικά με την έγγραφη εκτίμηση της αξίας του μισθώματος του υπ’ αριθ. 16/2615 ακινήτου (βλ. ερ. 93 – 92 δ.φ.), το οποίο φέρει ως ημερομηνία υπογραφή τους προϊσταμένου την 03η.07.2017 και αναφέρει ως ημερομηνία έναρξης της μίσθωσης την 04η/06/2016, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι και πάλι οι δηλώσεις του Αιτητή αναιρούνται από το περιεχόμενο του εγγράφου, καθώς εκείνος υπέβαλε ότι υπέβαλε την προσφορά του για εκμετάλλευση του ακινήτου τον Ιανουάριο του 2017. Διαπιστώνεται επίσης ότι το εν λόγω έγγραφο, ομοίως με το προηγούμενο έγγραφο και σε αντίθεση με τις δηλώσεις του Αιτητή, αναφέρει ότι το ακίνητο εμπεριέχει 89 και όχι 118 καταστήματα. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι δηλώσεις του Αιτητή δε συνάδουν με το περιεχόμενο του εγγράφου με αποτέλεσμα να μη πληρούνται τα κριτήρια της της αξιοπιστίας, της χρονικής υπόστασης και του περιεχομένου.

 

Ως προς την έγγραφη αίτηση του Υπουργείου Οικονομικών και του τμήματος εγγραφής ακινήτων, απευθυνόμενη στον τεχνικό τομέα, δια του οποίου αιτείται τον έλεγχο του υπ’ αριθ. 16/2615 ακινήτου στις 11.05.2017 (βλ. ερ. 91 – 90 δ.φ.), το Δικαστήριο κρίνει ότι το περιεχόμενο του εγγράφου δεν ενισχύει τις δηλώσεις του Αιτητή περί γύρω από την έναρξη της μίσθωσης, αφού θα αναμενόταν ευλόγως ο τεχνικός έλεγχος του ακινήτου να προηγηθεί τις έναρξης της μίσθωσης, η οποία στα προσκομισθέντα έγγραφα αναφέρεται ως η 04η.06.2016. Ως τούτου η ενισχυτική αξία και του υπό εξέταση εγγράφου κρίνεται ως περιορισμένη. Κληθείς να περιγράψει τα εν λόγω έγγραφα άλλωστε, ο Αιτητής δήλωσε ασαφώς ότι αποτελούν ότι αποτελούν έγγραφα που σχετίζονταν με την εκμίσθωση και τον έλεγχο του ακινήτου, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να αποσαφηνίσει τη φύση, το σκοπό ή τη χρονική αλληλουχία των διαδικασιών που αυτά αποτύπωναν, γεγονός που περιορίζει περαιτέρω την ενισχυτική τους αξία.

 

Και ενώ σύμφωνα με τον Αιτητή η προσφορά του έγινε επίσημα αποδεκτή τον Ιούλιο του 2017, από τα έγγραφα που αξιολογήθηκαν ανωτέρω προκύπτει αντιφατικά ως έναρξη της σύμβασης η 4η/06/2016, η προσκομισθείσα δε σύμβαση μίσθωσης του υπ’ αριθ. 2615/16/11 ακινήτου μεταξύ του Αιτητή και του γενικού διευθυντηρίου δημόσιας περιουσίας της Βαγδάτης (βλ. ερ. 87 – 86 δ.φ.) φέρει ημερομηνία υπογραφής την 10η/01/2017, ημερομηνία κατά την οποία, σύμφωνα με αρχικές του δηλώσεις, ο Αιτητής υπέβαλε την προσφορά του, σύμφωνα όμως με μεταγενέστερες δηλώσεις του, έλαβε προφορική έγκριση της προσφοράς του. Ως εκ τούτου, καθώς το περιεχόμενο του υπό εξέταση εγγράφου δε συνάδει με τις δηλώσεις του Αιτητή, η ενισχυτική του αξία να κρίνεται, ομοίως με τα υπόλοιπα έγγραφα, ως περιορισμένη.

 

Σχολιάζοντας καταληκτικά τα προσκομισθέντα έγγραφα, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτά δεν ενισχύουν ουσιωδώς το αφήγημα του Αιτητή ως προς το ειδικό πραγματικό υπόβαθρο της επίδικης μίσθωσης, αλλά αντιθέτως δημιουργούν περαιτέρω αμφιβολίες ως προς τη συνοχή μεταξύ του περιεχομένου τους και των δηλώσεών του.

 

Ενδεικτικά, ενώ θα αναμενόταν από τα εν λόγω έγγραφα να αποσαφηνίζουν τουλάχιστον το χρονικό πλαίσιο της υπό εξέταση μίσθωσης, εντούτοις προκύπτουν ουσιώδεις διαφοροποιήσεις ως προς την έναρξη της συμβατικής σχέσης, καθόσον σε ορισμένα εξ αυτών ως ημερομηνία έναρξης αναφέρεται η 04η.06.2016, σε άλλα η 10η.01.2017, ενώ σύμφωνα με τις δηλώσεις του Αιτητή η επίσημη αποδοχή της προσφοράς του έλαβε χώρα τον Ιούλιο του 2017.

 

Περαιτέρω, προκύπτουν ουσιώδεις αποκλίσεις αναφορικά με τον αριθμό των καταστημάτων που περιλαμβάνονταν στο επίδικο ακίνητο. Ειδικότερα, ο Αιτητής δήλωσε κατ’ επανάληψη και με έμφαση ότι το ακίνητο περιείχε 118 καταστήματα, ενώ τα προσκομισθέντα έγγραφα αναφέρονται σε 89 καταστήματα. Η δε διαφορά αυτή δεν μπορεί ευχερώς να αποδοθεί σε επουσιώδη παραδρομή ή απλή λανθασμένη εκτίμηση, δεδομένου ότι ο αριθμός των καταστημάτων συνδέεται άμεσα με το μέγεθος της επένδυσης και την οικονομική ζημία που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι υπέστη. Δεν διαφεύγει επίσης της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ακόμη και στην αγόρευση του συνηγόρου του Αιτητή γίνεται αναφορά σε διαφορετικό αριθμό καταστημάτων, ήτοι 145.

Παράλληλα, δεδομένων των δηλώσεων του Αιτητή περί του ότι το υπό εκμετάλλευση ακίνητο πυρπολήθηκε δύο μήνες μετά την άφιξή του στην Κύπρο αλλά και του λοιπού ιστορικού της παρούσας υπόθεσης, δεν δικαιολογούνται οι καταβολές μισθωμάτων από τον Αιτητή προς την κυβέρνηση του Ιράκ σε χρόνο κατά τον οποίο είχε ήδη εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του διωκόμενος ποινικά από τις αρχές, ως διατείνεται, και ενώ διέμενε ήδη νόμιμα στην Τουρκία κατέχοντας άδεια προσωρινής διαμονής εκείνος και η οικογένειά του. Σημειώνεται ότι δύο εκ των ενταλμάτων σύλληψης που προσκόμισε και συγκεκριμένα αυτά που φέρονται να έχουν εκδοθεί το 2017, αν και ο Αιτητής προσκόμισε απόδειξη καταβολής μισθώματος ύψους 12.696.500 Ιρακινών Δηναρίων προς την κυβέρνηση του Ιράκ, ημερομηνίας 04/06/2018 (βλ. ερ. 97 – 96 δ.φ.).

 

Δεν παραβλέπω άλλωστε ότι σύμφωνα με παλαιότερη, πλην τον υπό κρίση χρόνο, έκθεση του Καναδικού Συμβουλίου Μετανάστευσης και Προσφύγων, σε τηλεφωνική συνέντευξη του 2016 με τη Διεύθυνση Έρευνας, ο Διευθυντής και Αρχηγός Αποστολής του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης (ΔΟΜ) στη Βαγδάτη δήλωσε ότι «υπάρχει τεράστια συχνότητα» πλαστών εγγράφων στο Ιράκ. Ομοίως, σύμφωνα με μια έκθεση που δημοσιεύθηκε το 2014 από το Landinfo, το κέντρο πληροφοριών για τις χώρες προέλευσης της κυβέρνησης της Νορβηγίας, «ένα υψηλό ποσοστό ιρακινών εγγράφων διαπιστώνεται ότι είναι πλαστά ή παραποιημένα». Σε αλληλογραφία με τη Διεύθυνση Έρευνας, ένας εκπρόσωπος του Γραφείου του Διευθυντή του Γραφείου Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής (MENA) της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες στο Αμμάν της Ιορδανίας έγραψε ότι «τα πλαστά έγγραφα αποκτώνται αρκετά εύκολα, αλλά έχουν περιορισμένη χρησιμότητα εντός του Ιράκ, καθώς αναγνωρίζονται γρήγορα ως τέτοια. Συχνότερα, πλαστά έγγραφα χρησιμοποιούνται εκτός Ιράκ»[15].

 

Και ενώ διαπιστώνεται ιστορικό στην επικράτηση των πλαστών εγγράφων στο Ιράκ,  το Δικαστήριο εντόπισε έκθεση της Zunoma, η οποία δημοσιεύτηκε τον Ιούλιο του 2025 και  επιβεβαιώνει ότι η απάτη γύρω από τα έγγραφα εξακολουθεί να βρίσκεται σε άνοδο στην ευρύτερη περιοχή, με το Ιράκ να αποτελεί τη η χώρα με το υψηλότερο ποσοστό όλων των τύπων απάτης στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, ένα εκπληκτικό ποσοστό ύψους 55%[16]. Η ίδια πηγή αποσαφηνίζει ότι η επικράτηση των πλαστών εγγράφων σε αυτήν την περίπτωση φαίνεται να οφείλεται σε διάφορους παράγοντες, όπως τα κενά σε ορισμένα κυβερνητικά πρωτόκολλα όσον αφορά τη νομιμοποίηση εγγράφων, ασυνεπής ασφάλεια και ακεραιότητα εγγράφων αφού πολλά εξ αυτών περιέχουν ευπάθειες σχεδιασμού που μπορούν εύκολα να εκμεταλλευτούν οι ολοένα και πιο εξελιγμένοι απατεώνες του σήμερα, καθώς και δομικές πολυπλοκότητες που μπορούν να δυσχεράνουν την επαλήθευση της γνησιότητας των εγγράφων, περιορισμένη πρόσβαση σε πιστοποιητικά γέννησης για ορισμένες πληθυσμιακές ομάδες, γλωσσικές διαφορές στη μετάφραση -ιδίως με τα αραβικά- και ευρύτερους περιφερειακούς παράγοντες, όπως ανησυχίες για την ασφάλεια και την επιρροή των άτυπων αγορών[17].

 

Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα προσκομισθέντα έγγραφα παρουσιάζουν περιορισμένη ενισχυτική αξία ως προς το ειδικό πραγματικό υπόβαθρο της επίδικης μίσθωσης και της διαχείρισης του ακινήτου. Ωστόσο, οι ανωτέρω διαπιστώσεις δεν αρκούν αφ’ εαυτών για να ανατρέψουν πλήρως την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή, ιδίως υπό το φως των αντικειμενικών πληροφοριών χώρας καταγωγής που κρίθηκαν συμβατές με τον γενικό πυρήνα του αφηγήματός του.

 

Συνεκτιμώντας το σύνολο των στοιχείων της υπόθεσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι διαπιστωθείσες αδυναμίες και αντιφάσεις των προσκομισθέντων εγγράφων δεν αρκούν αφ’ εαυτών για να ανατρέψουν την αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή, ιδίως υπό το φως των αντικειμενικών πληροφοριών χώρας καταγωγής που κρίθηκαν συμβατές με τον γενικό πυρήνα του αφηγήματός του. Παρότι δεν τεκμηριώνεται πλήρως το σύνολο των ειδικότερων πραγματικών περιστατικών που αφορούν τη χρονική διάρκεια, τους οικονομικούς όρους και την ακριβή έκταση της επίδικης μίσθωσης, εντούτοις το Δικαστήριο αποδέχεται ότι ο Αιτητής ενεπλάκη σε διαφορά σχετιζόμενη με την εκμετάλλευση κρατικής γης στο Ιράκ και ότι, συνεπεία της εμπλοκής του αυτής, δέχθηκε πιέσεις και απειλές από πρόσωπα συνδεόμενα με κρατικούς ή παρακρατικούς μηχανισμούς.

 

Λαμβάνοντας δε υπόψη τη συνοχή του αφηγήματος του Αιτητή, τη συμβατότητά του με τις αντικειμενικές πληροφορίες χώρας καταγωγής, αλλά και την αρχή του ευεργετήματος της αμφιβολίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή γίνεται αποδεκτός ως προς τον ουσιώδη πυρήνα του.

 

(γ) Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό

 

Εξετάζοντας τέλος τον τρίτο ισχυρισμό, ήτοι τις δηλώσεις του Αιτητή περί του ότι διώχθηκε ποινικά το 2017 και καταδικάστηκε σε θάνατο το Νοέμβριο του 2020 στη βάση του άρθρου 4 του Αντιτρομοκρατικού Νόμου του Ιράκ, το Δικαστήριο επιχειρεί καταρχάς να συνθέσει το υπό εξέταση αφήγημα και να διαμορφώσει ένα σαφές χρονοδιάγραμμα της φερόμενης ποινικής δίωξης και καταδίκης του Αιτητή για το αδίκημα της τρομοκρατίας, όπως αυτό προκύπτει από τις δηλώσεις του κατά τη διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης, αλλά και από τους ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμούς, μαρτυρίες και δηλώσεις του.

 

Από τα ανωτέρω, το Δικαστήριο παρατηρεί αρχικά ότι ο Αιτητής δήλωσε πως, ενώ είχε ήδη εγκατασταθεί με την οικογένειά του από τον Μάρτιο του 2017 στην περιοχή Sulaymaniyah, στην ημιαυτόνομη Κουρδική ομοσπονδιακή περιοχή της Δημοκρατίας του Ιράκ, τον Αύγουστο του 2017 εκδόθηκε εις βάρος του ένταλμα σύλληψης («arrest notification letter» - ερ. 27 1Χ δ.φ.). Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, η έκδοση του εν λόγω εντάλματος αποτέλεσε την αιτία για την αναχώρησή του από το Ιράκ ένα μήνα αργότερα, ήτοι το Σεπτέμβριο του 2017, με τελικό προορισμό την Τουρκία. Εκεί, τον Νοέμβριο του 2018, τόσο ο ίδιος όσο και τα μέλη της οικογένειάς του εξασφάλισαν άδεια προσωρινής διαμονής.

 

Ακολούθως, δια των ισχυρισμών του κατά τη διάρκεια της αντεξέτασής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι το Δεκέμβριο του 2020 επικοινώνησε με τη μητέρα του και εκείνη, μέσω δικηγόρου, εξασφάλισε τα έγγραφα τα οποία ο Αιτητής προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου υπό μορφή μαρτυρίας. Δεδομένου ότι εκ των προσκομισθέντων εγγράφων και δη των ενταλμάτων σύλληψης απουσιάζει η ακριβής ημερομηνία έκδοσης και αυτά φέρουν διαφορετικές χρονολογίες, ο Αιτητής ερωτήθηκε πότε εκδόθηκαν τα προσκομισθέντα εντάλματα και εκείνος απάντησε ότι το πρώτο ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε ενώ βρισκόταν ήδη στη Sulaymaniyah.

 

Κληθείς να αποσαφηνίσει πώς κατάφερε να εξέλθει του Ιράκ νόμιμα το Σεπτέμβριο του 2017, ενώ, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, εκκρεμούσε ήδη εις βάρος του ένταλμα σύλληψης από τον Αύγουστο του ιδίου έτους για τρομοκρατία, ο Αιτητής προέβαλε ότι η ημιαυτόνομη Κουρδική ομοσπονδιακή περιοχή της Δημοκρατίας του Ιράκ διαθέτει ανεξάρτητη κυβέρνηση και ότι, ως εκ τούτου, εγκατέλειψε το Ιράκ χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα στο αεροδρόμιο της Sulaymaniyah.

 

Κληθείς στη συνέχεια να αποσαφηνίσει το λόγο για τον οποίο καταδικάστηκε σε θανατική ποινή στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής αποκρίθηκε ότι αγνόησε τις απειλές που δέχθηκε όταν άνοιξε μία επιχείρηση. Κληθείς να επεξηγήσει περαιτέρω τη δήλωσή του, υπέβαλε ότι δέχθηκε απειλές επειδή άνοιξε ένα μπαρ, επικαλούμενος ότι τα υπόλοιπα τα είχε ήδη αναφέρει κατά τη διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης (βλ. ερ. 9 πρακτικού ημερομηνίας 30.11.2023).

 

Ο Αιτητής, δια των υποβληθέντων κυρίως εγγράφων, προωθεί ότι το Νοέμβριο του 2020 καταδικάστηκε σε θάνατο στο Ιράκ στη βάση του άρθρου 4 του Αντιτρομοκρατικού Νόμου, υποβάλλοντας, επαναλαμβάνεται, τα ακόλουθα αντίγραφα: 1) δύο εντάλματα σύλληψης, που φέρονται να εκδόθηκαν το 2017 και το 2018 αντίστοιχα από το Κεντρικό Δικαστήριο Ερευνών, 2) απόφαση απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα εκδοθείσα από τη Διεύθυνση Πολιτικής Κατάστασης, Διαβατηρίων και Κατοικιών ημερομηνίας 25.02.2018, 3) απόφαση απαγόρευσης εξόδου του Αιτητή από τη χώρα εκδοθείσα από το Τμήμα Απαγόρευσης του Υπουργείου Εσωτερικών του Ιράκ ημερομηνίας 29.04.2018, 4) απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου του Ιράκ ημερομηνίας 25.02.2018, η οποία αναφέρει ότι στον Αιτητή επιβλήθηκε απαγόρευση εξόδου από τη χώρα στις 07.12.2017 εξαιτίας του ότι κατηγορείτο στη βάση του άρθρου 4 του Αντιτρομοκρατικού Νόμου (Τεκμήρια Α1-Α3), και 5) απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου του Ιράκ ημερομηνίας 15.11.2020, δια της οποίας ο Αιτητής καταδικάζεται ερήμην σε θάνατο, πλην όμως διατηρεί δικαίωμα άσκησης έφεσης, συνοδευόμενη από έτερο έγγραφο του ιδίου φορέα, το οποίο αναφέρει ότι ο Αιτητής δεν παραστάθηκε κατά τη δικάσιμο της 23ης.10.2020 και ως εκ τούτου η υπόθεσή του εκδικάστηκε ερήμην του, πλην όμως παρουσία του δικηγόρου του.

 

Αξιολογώντας την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του Αιτητή, το Δικαστήριο αρχικά διαπιστώνει ότι τόσο κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας όσο και κατά τη διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, οι δηλώσεις του ως προς τον πυρήνα της φερόμενης ποινικής του δίωξης και καταδίκης δεν παρουσιάζουν την απαιτούμενη συνοχή, σαφήνεια και σταθερότητα ώστε να καταστεί δυνατό να διαμορφωθεί με ασφάλεια ένα συνεκτικό και αξιόπιστο χρονοδιάγραμμα των γεγονότων.

 

Ειδικότερα, ενώ ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι ήδη από τον Αύγουστο του 2017 εκκρεμούσε εις βάρος του ένταλμα σύλληψης για τρομοκρατία, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με σαφήνεια ποιο από τα προσκομισθέντα εντάλματα αποτελεί το πρώτο ένταλμα που εκδόθηκε εις βάρος του, ούτε να αποσαφηνίσει το ακριβές χρονικό σημείο έκδοσής του. Οι δε δηλώσεις του ως προς την πορεία της φερόμενης ποινικής διαδικασίας παραμένουν αποσπασματικές και ασαφείς, χωρίς να προκύπτει με σαφήνεια πότε ακριβώς κινήθηκε η ποινική δίωξη, πότε επιβλήθηκαν οι περιορισμοί εξόδου και πώς εξελίχθηκε η διαδικασία μέχρι την ερήμην καταδίκη του το 2020.

 

Παράλληλα, το Δικαστήριο διαπιστώνει ουσιώδη ασάφεια ως προς τον ίδιο τον λόγο της φερόμενης ποινικής δίωξης. Ενώ κατά τη διοικητική διαδικασία ο Αιτητής συνέδεσε τις απειλές και τη δίωξή του με τη διαφορά που ανέκυψε γύρω από την επενδυτική του δραστηριότητα και την εκμετάλλευση κρατικής γης, κατά τη διάρκεια της αντεξέτασής του ενώπιον του Δικαστηρίου προέβαλε ότι οι απειλές σχετίζονταν με το άνοιγμα «ενός μπαρ», στοιχείο το οποίο ουδέποτε είχε προηγουμένως αναφέρει κατά τη διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης ή της διοικητικής διαδικασίας. Η διαφοροποίηση αυτή δεν αφορά δευτερεύουσα πτυχή του αφηγήματος, αλλά τον ίδιο τον γενεσιουργό λόγο της φερόμενης ποινικής δίωξης και καταδίκης του, επηρεάζοντας καίρια την εσωτερική συνοχή των δηλώσεών του.

 

Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν παραβλέπει ότι ο Αιτητής δήλωσε πως εγκατέλειψε νόμιμα το Ιράκ χρησιμοποιώντας τα πραγματικά του στοιχεία, παρά το ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ήδη εκκρεμούσε εις βάρος του δίωξη για τρομοκρατία. Η εξήγηση που παρείχε περί ανεξαρτησίας της κουρδικής διοίκησης δεν αποσαφηνίζει επαρκώς πώς πρόσωπο εις βάρος του οποίου εκκρεμούσε σοβαρή κατηγορία περί τρομοκρατίας κατόρθωσε να εξέλθει της χώρας χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα ή έλεγχο.

 

Το Δικαστήριο διαπιστώνει επίσης ασάφειες και ως προς τον τρόπο εξασφάλισης των σχετικών εγγράφων, καθόσον οι δηλώσεις του Αιτητή περί του χρόνου και των συνθηκών υπό τις οποίες αυτά περιήλθαν στην κατοχή του δεν παραμένουν απολύτως σταθερές κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.

 

Συνεκτιμώντας το σύνολο των ανωτέρω στοιχείων, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι δηλώσεις του Αιτητή ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό παρουσιάζουν ουσιώδεις ασάφειες, μεταβολές και εσωτερικές αντιφάσεις που επηρεάζουν τον πυρήνα του αφηγήματός του και δεν επιτρέπουν τη διαμόρφωση ενός συνεκτικού και αξιόπιστου χρονοδιαγράμματος της φερόμενης ποινικής δίωξης και καταδίκης του. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η εσωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού δεν πληρούται.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του υπό εξέταση ισχυρισμού, το Δικαστήριο αρχικά εντόπισε το Ν. 13/2005 του Ιράκ, ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«Άρθρο 1

 

Ορισμός της τρομοκρατίας

Κάθε εγκληματική πράξη που διαπράττεται από άτομο ή οργανωμένη ομάδα και στρέφεται κατά ατόμου ή ομάδας ατόμων ή ομάδων ή επίσημων ή ανεπίσημων θεσμών, η οποία προκαλεί ζημία σε δημόσια ή ιδιωτική περιουσία, με σκοπό τη διατάραξη της ειρήνης, της σταθερότητας και της εθνικής ενότητας ή την πρόκληση τρόμου και φόβου μεταξύ των ανθρώπων και τη δημιουργία χάους προς επίτευξη τρομοκρατικών σκοπών.

 

Άρθρο 2

Οι ακόλουθες πράξεις θεωρούνται τρομοκρατικές πράξεις

(…)

Όποιος οργανώνει, ηγείται ή συμμετέχει σε ένοπλη τρομοκρατική συμμορία που ασκεί και σχεδιάζει τρομοκρατικές πράξεις, καθώς και όποιος συμβάλλει ή συμμετέχει σε αυτές.

(…)

 

Άρθρο 4

Ποινές

Όποιος διαπράξει, ως κύριος δράστης ή συνεργός, οποιαδήποτε από τις τρομοκρατικές πράξεις που αναφέρονται στα άρθρα 2 και 3 του παρόντος νόμου, τιμωρείται με την ποινή του θανάτου. Το ίδιο ισχύει και για όποιον υποκινεί, σχεδιάζει, χρηματοδοτεί ή παρέχει βοήθεια σε τρομοκράτες για τη διάπραξη των εγκλημάτων που προβλέπονται στον παρόντα νόμο.

Όποιος αποκρύπτει εκ προθέσεως οποιαδήποτε τρομοκρατική πράξη ή παρέχει καταφύγιο σε τρομοκράτη με σκοπό την απόκρυψή του, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη.

[……]

 

Άρθρο 6

Τελικές Διατάξεις

Τα εγκλήματα που αναφέρονται στον παρόντα νόμο θεωρούνται συνηθισμένα εγκλήματα ηθικής ατιμίας.

Όλα τα κεφάλαια, τα κατασχεμένα αντικείμενα και τα βοηθήματα που χρησιμοποιήθηκαν στην εγκληματική πράξη ή για την προετοιμασία της εκτέλεσής της δημεύονται.

(…)» [18].

 

·                Η έκθεση ΠΧΚ  της EUAA  για το Ιράκ του 2020[19], παραπέμποντας στην έκθεση του οργανισμού το 2019 αναφορικά με τη μεταχείριση των ατόμων που τους αποδόθηκε σύνδεση με το Ισλαμικό Κράτος , περιγράφει ότι μεταξύ 2014-2018, κατά τη διάρκεια του αγώνα κατά του Ισλαμικού Κράτους του Ιράκ και του Λεβάντε (ISIL), πολυάριθμες αναφορές τόνισαν σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράχθηκαν από στρατιωτικές δυνάμεις ή συνδεόμενες δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένων των φερόμενων ως μαχητών ή συνδεόμενων με το ISIS που έχουν συλληφθεί και διωχθεί σε ιρακινά δικαστήρια κατά της τρομοκρατίας, και εκατοντάδες έχουν καταδικαστεί σε θάνατο[20].

 

·                Στην ετήσια έκθεσή της για το Ιράκ για το 2019, το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων  ανέφερε ότι οι ιρακινές δυνάμεις συνέχισαν να κρατούν «αυθαίρετα» και «τακτικά» υπόπτους λόγω ISIS, «πολλούς για μήνες, χωρίς δικαστική εντολή ή ένταλμα σύλληψης, και συχνά χωρίς να παρέχουν κανένα λόγο για τη σύλληψη»[21]. Η έκθεση Country Focus της EUAA για το Ιράκ του 2024[22] επιβεβαιώνει ότι Οι συλλήψεις που διεξάγονται βάσει του αντιτρομοκρατικού νόμου τείνουν να πραγματοποιούνται χωρίς εντάλματα, τα οποία συνήθως εκδίδονται μόνο μετά τη σύλληψη[23] και εξηγεί ότι πλαίσιο για την άσκηση δίωξης βάσει του αντιτρομοκρατικού νόμου θεωρείται «εξαιρετικά ευρύ»[24] και η νομοθεσία χρησιμοποιείται ως «πρόσχημα» για την παράνομη κράτηση Σουνιτών Αράβων, συμπεριλαμβανομένων υπόπτων για σχέση με το ISIS[25].

 

·                Η ΜΚΟ PAX δήλωσε ομοίως σε μια σύντομη περίληψη πολιτικής του Οκτωβρίου 2019 σχετικά με τις δίκες του ISIS ότι, βάσει της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας, χιλιάδες φερόμενα μέλη του ISIS είχαν καταδικαστεί είτε σε εκτέλεση μακροχρόνιων ποινών φυλάκισης, σημειώνοντας ότι αυτές «συχνά δεν πληρούσαν τα βασικά πρότυπα δικαιοσύνης»[26] και σύμφωνα με το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, οι συνοπτικές δίκες υπόπτων για τρομοκρατία διαρκούσαν μόλις πέντε λεπτά[27].

 

·                Σύμφωνα με την έκθεση UNAMI/OHCHR του 2020, κεντρικό αποδεικτικό στοιχείο στις υποθέσεις τρομοκρατίας  είναι συχνά οι ομολογίες, οι οποίες εμφανίζονται σε διάφορα στάδια της διαδικασίας. Στο ακροατήριο, ωστόσο, προβάλλονται συχνά ανακλήσεις ομολογιών και ισχυρισμοί ότι αυτές λήφθηκαν με βασανιστήρια ή κακομεταχείριση κατά την ανάκριση. Ως προς τη θεμελίωση της ευθύνης, η αντιτρομοκρατική δίωξη στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε κατηγορίες συμμετοχής με τρομοκρατική οργάνωση. Στην πράξη, αυτό συχνά δεν συνοδεύεται από αναλυτική εξατομίκευση συγκεκριμένων πράξεων, ούτε από σαφή διαφοροποίηση ρόλων και βαθμού συμμετοχής. Η αποδεικτική παρουσίαση και η αιτιολόγηση εμφανίζονται σε ορισμένες περιπτώσεις περιορισμένες, με αποτέλεσμα ο χαρακτηρισμός της σχέσης με την οργάνωση να λειτουργεί ως βασικός πυλώνας καταδίκης.[28]

 

·                Σε επίπεδο κυρώσεων, η θανατική ποινή στο Ιράκ χρησιμοποιείται εκτεταμένα στο αντιτρομοκρατικό πλαίσιο και έχουν επιβληθεί θανατικές καταδίκες και σε υποθέσεις που αντιμετωπίστηκαν ως μέλη τρομοκρατικών οργανώσεων, χωρίς σαφή αναφορά σε συγκεκριμένες πράξεις.[29]

 

·                Παράλληλα, νεότερες πληροφορίες επιβεβαιώνουν ότι οι Ιρακινές αρχές συνεχίζουν τις εκτελέσεις στη βάση του άρθρου 4 του Ν. 13/2005[30],[31],[32].

 

Η εξωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού ενισχύεται από τη σύγκλιση πολλαπλών αξιόπιστων και ανεξάρτητων πηγών, μεταξύ των οποίων εκθέσεις της EUAA, της UNAMI/OHCHR, του Παρατηρητηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και άλλων διεθνών οργανισμών, οι οποίες καταγράφουν διαχρονικά την ευρεία εφαρμογή της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας στο Ιράκ, την αυστηρή μεταχείριση προσώπων που θεωρούνται συνδεόμενα με το ISIS, καθώς και ζητήματα που άπτονται των δικονομικών εγγυήσεων και της επιβολής της θανατικής ποινής. Ωστόσο, κρίνεται κρίσιμο όπως οι πληροφορίες αυτές εξεταστούν περαιτέρω σε συνάρτηση με τα έγγραφα και λοιπά στοιχεία που προσκόμισε ο ίδιος ο Αιτητής.

 

Επισημαίνεται ότι, καθώς οι πληροφορίες που αντλήθηκαν αναφέρονται σε σύντομες διαδικασίες αναφορικά με την ποινική μεταχείριση των κατηγορούμενων για τρομοκρατία, οι δηλώσεις του Αιτητή περί του ότι η ποινική του δίωξη ξεκίνησε το 2017 και ολοκληρώθηκε το 2020 με την ποινική του καταδίκη, αξιολογούνται από το Δικαστήριο ως μη συνάδουσες με τις επικρατούσες συνθήκες στο Ιράκ, αφού άλλωστε οι προσκομισθείσες αποφάσεις αναφέρονται σε μία και μοναδική δικάσιμο ημερομηνίας 15.11.2020 κατά την οποία ο Αιτητής απουσίαζε, χωρίς να προκύπτει κάποιο άλλο έγγραφο Δικαστηρίου από τον Φεβρουάριο του 2018 μέχρι το Νοέμβριο του 2010, χρόνο κατά τον οποίο ο Αιτητής διατείνεται ότι καταδικάστηκε σε θάνατο.

 

Το ανωτέρω συμπέρασμα ενδυναμώνεται και από την αξιολόγηση  των δηλώσεων του  Αιτητή σχετικά με την εκμετάλλευση της περιουσίας του στο Ιράκ κατά την παραμονή του στην Κύπρο, αφού, αν και από την ερμηνεία του άρθρου 6 του Ν. 13/2005 το Ιράκ ήδη απορρέει η δέσμευση της περιουσίας των τρομοκρατών, το Δικαστήριο εντόπισε περαιτέρω πληροφορίες οι οποίες επιβεβαιώνουν ότι υπό την αιγίδα της Γενικής Γραμματείας του Υπουργικού Συμβουλίου του Ιράκ και σύμφωνα με το Ν. 39/2015[33], το εν λόγω έτος συστήθηκε  στο Ιράκ η Επιτροπή για τη Δέσμευση Τρομοκρατικών Κεφαλαίων, με σκοπό τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων τρομοκρατών και/ή περιουσιακών στοιχείων άλλων προσώπων που ορίζονται από την Επιτροπή Κυρώσεων των Ηνωμένων Εθνών. Η Επιτροπή προβαίνει σε ενέργειες που αποσκοπούν στη λήψη των απαραίτητων μέτρων για τη δέσμευση των κεφαλαίων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων των τρομοκρατών και/ή των κατονομασμένων προσώπων και των κατονομασμένων οντοτήτων ή των κεφαλαίων προσώπων και οντοτήτων που ενεργούν για λογαριασμό τους ή για λογαριασμό τους ή κατ' εντολή τους, συμπεριλαμβανομένων των κεφαλαίων και άλλων περιουσιακών στοιχείων που προέρχονται ή δημιουργούνται από περιουσία που ανήκει ή ελέγχεται άμεσα ή έμμεσα από τέτοια πρόσωπα ή οντότητες που συνδέονται με αυτά. Η Επιτροπή μπορεί επίσης να δεσμεύσει τα περιουσιακά στοιχεία, τα υποκαταστήματα και την περιουσία των συζύγων τους, εάν αυτό δικαιολογείται. Καταρτίζει, τέλος,  τοπικούς καταλόγους τρομοκρατικών προσώπων και τρομοκρατικών οργανώσεων που πληρούν τα κριτήρια δέσμευσης με βάση τις πληροφορίες που παρέχονται από τις αρμόδιες αρχές, ενώ τέλος παραλαμβάνει τις αιτήσεις που λαμβάνει το Υπουργείο Εξωτερικών από ξένες χώρες σχετικά με τη δέσμευση κεφαλαίων και άλλων περιουσιακών στοιχείων προσώπων που διαμένουν στη Δημοκρατία του Ιράκ και επαληθεύει την πλήρωση των κριτηρίων δέσμευσης και της έκδοσης σχετικής απόφασης[34].

 

Αξιολογώντας στην συνέχεια τα έγγραφα που έχει προσκομίσει ο Αιτητής προς επίρρωση του υπό εξέταση ισχυρισμού, το Δικαστήριο κρίνει ότι 1) λόγω της αδυναμίας του να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο εν τέλει καταδικάστηκε σε θάνατο στη βάση του άρθρου 4 του αντιτρομοκρατικού Νόμου του Ιράκ, 2) λόγω του ότι κρίθηκε ως εσωτερικά μη αξιόπιστος , 3) λόγω του ότι ο φόβος του ερείδεται αποκλειστικά από την παρουσία των εν λόγω εγγράφων, τα οποία ο Αιτητής δήλωσε ότι περιήλθαν στην κατοχή του το 2020 αν και πλήθος εξ αυτών εκδόθηκαν το 2017 και το 2018, με αποτέλεσμα να παρουσιάζει ελάχιστες πληροφορίες αναφορικά με τα έγγραφα που προσκόμισε, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτά όχι μόνο δεν ενισχύουν τους ισχυρισμούς του, αλλά δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες αναφορικά με τη γνησιότητά τους.

 

Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην αξιολόγηση της ενισχυτικής τους αξίας σε λαμβάνοντας υπόψη της δηλώσεις του Αιτητή, τις ΠΧΚ που θα ανακύψουν και τον Πρακτικό Οδηγό της EUAA σχετικά με την Αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων[35]

 

Αρχικά λοιπόν θα αξιολογηθούν το αντίγραφο του φερόμενου εντάλματος σύλληψης και έρευνας το οποίο ο Αιτητής  καταχώρισε στα πλαίσια  της διοικητικής διαδικασίας (βλ. ερ. 89 – 88 δ.φ.) και φέρεται να έχει εκδοθεί από το κεντρικό δικαστικό συμβούλιο και την επιτροπή δικαστικών ερευνών του Ιράκ στις 12.08.2017, σε συνδυασμό με τα δύο εντάλματα σύλληψης που προσκόμισε με τη μορφή μαρτυρίας ενώπιόν μου, τα οποία φέρονται να έχουν εκδοθεί το 2017 και 2018, χωρίς ωστόσο να αναγράφεται επ’ αυτών ακριβής ημερομηνία έκδοσής τους (Τεκμήριο Α1).

 

Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία των εν λόγω εγγράφων, ο Αιτητής δεν παρέθεσε επαρκείς πληροφορίες γύρω από αυτά, καθώς ανέφερε γενικόλογα ότι τον Αύγουστο του 2017 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εις βάρος του επειδή κατηγορήθηκε στη βάση του άρθρου 4 του αντιτρομοκρατικού Νόμου του Ιράκ και βασιζόμενος κυρίως στην παρουσία των εν λόγω εγγράφων,  υποστήριξε πως η υπόλοιπη ποινική διαδικασία εξελίχθηκε εν τη απουσία του από το Ιράκ, μέχρι το 2020, οπότε μετά την απόρριψη της αιτήσεως του από τους Καθ΄ων η αίτηση, ενημερώθηκε από τη μητέρα του ότι εκδόθηκε απόφαση δια της οποίας καταδικάστηκε σε θάνατο στη βάση του άρθρου 4 του αντιτρομοκρατικού Νόμου του Ιράκ.

 

Αν και οι προηγουμένως αντληθείσες ΠΧΚ αναφέρουν ότι οι περιπτώσεις τρομοκρατίας το ένταλμά σύλληψης συνήθως εκδίδεται μετά την πράξη της σύλληψης, το Δικαστήριο προέβη σε έρευνα σχετικά με την έκδοση ενταλμάτων σύλληψης στο Ιράκ.

 

Σύμφωνα λοιπόν με το αρ.93 του Κ.Π.Δ.  του Ιράκ, « το ένταλμα σύλληψης πρέπει να περιέχει το πλήρες όνομα του κατηγορουμένου, τα στοιχεία της ταυτότητάς του και τη φυσική του περιγραφή, εφόσον αυτά είναι γνωστά, καθώς και τον τόπο κατοικίας του, το επάγγελμά του και το είδος του αδικήματος στο οποίο αφορά το ένταλμα, τη σχετική εφαρμοστέα νομική διάταξη και την ημερομηνία έκδοσης του εντάλματος. Το ένταλμα πρέπει να φέρει την υπογραφή και τη σφραγίδα του δικαστηρίου » [36].

 

Εστιάζοντας στο χρόνο έκδοσης του εντάλματος, που ο Αιτητής καταχώρισε στα πλαίσια της διοικητικής διαδικασίας (βλ. ερ. 89 – 88 δ.φ.), ως ημερομηνία υπογραφής του από τους αρμόδιους δικαστές διακρίνεται η 12η Αυγούστου 2017. Κληθείς να αποσαφηνίσει πως κατάφερε να εξέλθει του Ιράκ νόμιμα το Σεπτέμβριο του 2017, δεδομένου ότι σύμφωνα με το προσκομισθέν έγγραφο η σύλληψή του διατάχθηκε τον Αύγουστο του 2017 υπό την κατηγορία της τρομοκρατίας, ο Αιτητής δήλωσε ότι η Suleimaniyah διαθέτει διαφορετική κυβέρνηση και έτσι κατάφερε να εξέλθει του Ιράκ από την ημιαυτόνομη Κουρδική ομοσπονδιακή περιοχή του Ιράκ χωρίς να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα στο αεροδρόμιο της Sulaymaniyah.

 

Κατόπιν έρευνας του Δικαστηρίου ωστόσο, εντοπίστηκε έκθεση του Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες της Δανίας του 2023, η οποία επιβεβαιώνει ότι 1) όλα τα αεροδρόμια στο Ιράκ είναι συνδεδεμένα με τη βάση δεδομένων των ιρακινών υπηρεσιών ασφαλείας, 2) η εν λόγω βάση περιέχει έναν κατάλογο προσώπων στα οποία έχει απαγορευτεί η έξοδος από το Ιράκ, 3) εάν έχει εκδοθεί απαγόρευση εξόδου σε ένα άτομο, αυτό δεν μπορεί να αναχωρήσει από κανένα αεροδρόμιο του Ιράκ (συμπεριλαμβανομένων των αεροδρομίων του ημιαυτόνομου Ιρακινού Κουρδιστάν) επειδή το όνομά του θα εμφανιστεί στο αεροδρόμιο και τέλος,  4) εάν πρόκειται για προφανή περίπτωση σοβαρού εγκλήματος, η απαγόρευση εξόδου εκδίδεται άμεσα [37].

 

Στη βάση λοιπόν των ανωτέρω πληροφοριών, το Δικαστήριο κρίνει την ενισχυτική αξία του υπό εξέταση εγγράφου ως περιορισμένη καθώς από τις αντληθείσες ΠΧΚ  ανακύπτει ότι δε θα ήταν δυνατό για τον  Αιτητή να εξέλθει του Ιράκ νόμιμα το Σεπτέμβριο του 2017,  αν είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εις βάρος του τον Αύγουστο του ιδίου έτους, λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος για το οποίο κατηγορήθηκε. Βάσει της τελευταίας άλλωστε και   σύμφωνα με τις ΠΧΚ που αντλήθηκαν, θα αναμενόταν ευλόγως να έχει επιβληθεί στον Αιτητή άμεση απαγόρευση εξόδου από τη χώρα επειδή ακριβώς κατηγορείτο για τρομοκρατία.

 

Σε σχέση με τα εντάλματα που ο Αιτητής προσκόμισε υπό τη μορφή μαρτυρίας ενώπιόν μου (Τεκμήριο Α1) το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το ένταλμα του 2018 δεν αναφέρει αριθμό εντάλματος, ενώ από αμφότερα εντάλματα σύλληψης εκλείπουν οι σαφείς αναφορές του φορέα έκδοσής τους καθώς και η ημερομηνία έκδοσής τους, στοιχεία που κλονίζουν την αξιοπιστία τους.  Παράλληλα, μόνο ένα εξ αυτών φέρει τη φωτογραφία του Αιτητή και το επάγγελμά του παρουσιάζεται ως διαφορετικό μεταξύ των ενταλμάτων, καθώς στα δύο  εξ αυτών ο Αιτητής περιγράφεται ως υπάλληλος του Συμβουλίου της Βαγδάτης, στο δε ένταλμα του 2018 ως επάγγελμά αναφέρεται το «γενικό κέρδος». Οι εν λόγω διαπιστώσεις προκαλούν περαιτέρω αμφιβολίες όχι μόνο γύρω από το περιεχόμενό τους και τη γνησιότητά τους.

 

Αναφορικά με τα αντίγραφα των αποφάσεων απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα κατά του Αιτητή, τα οποία εκδόθηκαν  1) από τη Διεύθυνση Πολιτικής κατάστασης, Διαβατηρίων και Κατοικιών στις 25.02.2018, 2) από το τμήμα Απαγόρευσης του Υπουργείου εσωτερικών του Ιράκ στις 29.04.2018 και 3) από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Ιράκ στις 25.02.2018, η οποία ωστόσο αναφέρει ότι στον Αιτητή επιβλήθηκε απαγόρευση εξόδου από τη χώρα στις 07.12.2017, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν μπορεί να αξιολογήσει την ενισχυτική τους αξία λόγω του ότι ο Αιτητής δεν παρέθεσε καμία απολύτως πληροφορία γύρω από την έκδοσή τους, ενώ λαμβάνεται υπόψη ότι σε κανένα στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, ο Αιτητής ή η σύζυγός του δήλωσαν ότι είχε επιβληθεί στον πρώτο απαγόρευση εξόδου από το Ιράκ, γεγονός το οποίο αποδυναμώνει την ενισχυτική αξία του υπό εξέταση εγγράφου.

 

Παράλληλα, κληθείς να περιγράψει ενδεικτικά την υπ’ αριθ. 3633 απόφαση απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα ημερομηνίας 25.02.2018, ο Αιτητής απάντησε ασαφώς ότι αποτελεί ένα ηλεκτρονικό μήνυμα από το Υπουργείο Εσωτερικών του Ιράκ. Το έγγραφο ωστόσο παρουσιάζεται ως επίσημο έγγραφο απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα, εκδοθέν από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Ιράκ και κρίνεται εξαιρετικά απίθανο η διεύθυνσή του να είναι η αναγραφόμενη, «hjc.cckn2008@yahoo.com». Για τους ανωτέρω λόγους, συνδυαστικά με όλα όσα έχουν κριθεί από το παρόν Δικαστήριο σχετικά με την ποινική δίωξη του Αιτητή,  το Δικαστήριο κρίνει ότι τα εν λόγω έγγραφα πιθανότατα αποτελούν, όπως ορθώς υπέβαλε η συνήγορος των Καθ΄ων η αίτηση, κατασκευασμένα έγγραφα.

 

Εκ παραλλήλου, η ύπαρξη ενταλμάτων σύλληψης κατά του Αιτητή από το 2017 καθώς και η έκδοση απόφασης απαγόρευσης εξόδου του από τη χώρα το Φεβρουάριο του 2018, δε συνάδει με το γεγονός ότι ο Αιτητής, τον Αύγουστο του 2018 υπέβαλε ενώπιον του προξενείου του Ιράκ στην Κωνσταντινούπολη αίτηση και ακολούθως παρέλαβε πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης χωρίς να αντιμετωπίσει κανένα απολύτως πρόβλημα. 

 

Στο συγκεκριμένο σημείο, το Δικαστήριο θα σχολιάσει τις προσωρινές άδειες διαμονής που εξέδωσε ο Αιτητής στο Ιράκ το Νοέμβριο του 2018. Στην επίσημη ιστοσελίδα του Υπουργείου Εσωτερικών της Τουρκίας[38], αναφέρται ότι προκειμένου να αιτηθεί προσωρινής άδειας διαμονής στην Τουρκία, ο ενδιαφερόμενος  υποχρεούται να προσκομίσει, μεταξύ άλλων, αντίγραφο ποινικού μητρώου από τη χώρα καταγωγής του βάσει του Άρθρου 32 του Νόμου 6458  περί αλλοδαπών και διεθνούς προστασίας, ο οποίος αναφέρει:

 

«ΑΡΘΡΟ 32

Για την έκδοση αδειών βραχυπρόθεσμης διαμονής απαιτούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

– Να υποβάλει αίτηση επικαλούμενο έναν ή περισσότερους από τους λόγους που αναφέρονται στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 31 και να υποβάλει τις πληροφορίες και τα έγγραφα που σχετίζονται με την αίτηση αυτή.

Να μην εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7.

– Να διαθέτει συνθήκες στέγασης σύμφωνα με τα γενικά πρότυπα υγείας και ασφάλειας.

Να υποβάλει έγγραφο που να αποδεικνύει το ποινικό μητρώο και να έχει εκδοθεί από τις αρμόδιες αρχές της χώρας της οποίας είναι πολίτης ή όπου διαμένει νόμιμα, εφόσον του ζητηθεί.

– Να παράσχει τις πληροφορίες της διεύθυνσης στην οποία θα διαμείνει στην Τουρκία»[39].

Σημειώνεται, ως προς το αντίγραφο του ποινικού μητρώου στο Ιράκ, ότι σύμφωνα με πληροφορίες του Υπουργείου Εξωτερικών της χώρας, το εν λόγω έγγραφο ονομάζεται Non Conviction Certificate (CNN) («Πιστοποιητικό Μη Καταδίκης» κατά την ελεύθερη μετάφραση του Δικαστηρίου) και σχετικά με την απόκτησή του από Ιρακινούς πολίτες που ζουν εκτός του Ιράκ, η διαδικασία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την επικύρωση του πιστοποιητικού από τις αρμόδιες αρχές του Ιράκ και δη από το Υπουργείο Εσωτερικών στη Βαγδάτη, τη Διεύθυνση Ποινικών Αποδεικτικών Στοιχείων, το Τμήμα Δακτυλικών Αποτυπωμάτων και τέλος,  από το Υπουργείο Εξωτερικών[40].

 

Περαιτέρω αντληθείσες πληροφορίες από έγκυρες Τουρκικές νομικές πηγές αποσαφηνίζουν ότι  δεν μπορούν να εκδοθούν άδειες βραχείας διάρκειας σε ορισμένες κατηγορίες αλλοδαπών, όπως σε εκείνους που εμπίπτουν στα γενικά κριτήρια απαγόρευσης εισόδου ή απαραδέκτου (Νόμος 6458 Άρθρο 7) - για παράδειγμα, άτομα με εντολή απέλασης, σοβαρό ποινικό μητρώο ή άτομα που δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τον σκοπό της διαμονής τους. Μεταξύ των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί η άδεια βραχείας διαμονής στην Τουρκία, είναι να μην εμπίπτει ο ενδιαφερόμενος στις απαγορεύσεις του Άρθρου 7 (π.χ. να μην του απαγορεύεται η είσοδος, να μην αποτελεί απειλή για τη δημόσια ασφάλεια κ.λπ.) και να εάν του ζητηθεί, θα πρέπει να προσκομίσουν ποινικό μητρώο από τη χώρα καταγωγής τους ή τη χώρα πρόσφατης διαμονής τους[41].

 

Στη βάση των ανωτέρω πληροφοριών, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο Αιτητής, κατά την υποβολή αιτήματος  προσωρινής διαμονής στην Τουρκία, είτε προσκόμισε αντίγραφο ποινικού μητρώου από το Ιράκ, ή σε περίπτωση που δεν το έπραξε επειδή δεν του ζητήθηκε, καθώς ο σχετικός νόμος της Τουρκίας αφήνει στη διακριτική ευχέρεια των αρχών το εάν θα ζητηθεί αντίγραφα ποινικού μητρώου, ήταν ευλόγως αναμενόμενα έτοιμος να το πράξει σε περίπτωση που του το ζητούσαν. Αμφότερα τα ενδεχόμενα ωστόσο προϋποθέτουν την ύπαρξη καθαρού ποινικού μητρώου του Αιτητή περί το Νοέμβριο του 2018. Για όλους τους ανωτέρω λόγους, η ενισχυτική αξία των εν λόγω εγγράφων κρίνεται ιδιαιτέρως περιορισμένη.

 

Εξετάζοντας τέλος την ενισχυτική αξία των καταδικαστικών αποφάσεων που προσκόμισε ο Αιτητής, Τεκμήριο Β1, αρχικά θα πρέπει να αποσαφηνιστεί, ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του εγγράφου, ότι καθώς ο ισχυρισμός του Αιτητή γύρω από τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες και τις απειλές που δέχτηκε λόγο αυτών, η οποία κατά τον Αιτητή αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία της καταδίκης του σε θάνατο, έχει ήδη απορριφθεί ως μη αξιόπιστος, η ενισχυτική αξία των υπό εξέταση καταδικαστικών αποφάσεων περιορίζεται εκ προοιμίου. Επίσης, το γεγονός ότι ενώ στις 11/10/2022 ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας προσκομίζοντας τα φερόμενα ως εντάλματα σύλληψης και την απαγόρευση εξόδου από το Ιράκ και στις  02/06/2023 επανήλθε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση δια της οποίας προσκομίζει τις υπό εξέταση αποφάσεις, οι οποίες ωστόσο φέρονται να έχουν εκδοθεί δύο χρόνια πριν την αρχική αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας ημερομηνίας 11/10/2022, ήτοι το Νοέμβριο του 2020, δημιουργεί περαιτέρω αμφιβολίες αναφορικά με την προέλευσή τους και το χρόνο και το πλαίσιο υπό το οποίο τα εν λόγω έγγραφα περιήλθαν στην κατοχή του Αιτητή.

 

Σε κάθε περίπτωση,  το Δικαστήριο εντόπισε ότι το Άρθρο 224 του Κ.Π.Δ. του Ιράκ, αναφέρει ότι μία καταδικαστική απόφαση πρέπει να περιέχει τα εξής στοιχεία:

 

« Α. Να περιλαμβάνει το όνομα του δικαστή ή των δικαστών που την εξέδωσαν, τον κατηγορούμενο, τα λοιπά διάδικα μέρη και έναν εκπρόσωπο της Εισαγγελίας, περιγραφή του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται ότι το τέλεσε, τη σχετική διάταξη νόμου που εφαρμόζεται, τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η απόφαση του δικαστηρίου καθώς και τους λόγους που δικαιολογούν το ύψος της επιβληθείσας ποινής. Η απόφαση ως προς την ποινή πρέπει να περιλαμβάνει τις κύριες και παρεπόμενες ποινές που επιβλήθηκαν από το δικαστήριο· το ποσό της αποζημίωσης για το οποίο το δικαστήριο έκρινε υπεύθυνο τον κατηγορούμενο ή άλλο πρόσωπο που ενδεχομένως υπέχει αστική ευθύνη· ή την απόφαση του δικαστηρίου σχετικά με την επιστροφή, κατάσχεση ή καταστροφή περιουσιακών στοιχείων ή αντικειμένων που αποτελούν αντικείμενο της αξίωσης. Ο δικαστής ή η σύνθεση του δικαστηρίου υπογράφει και χρονολογεί κάθε απόφαση και τη σφραγίζει με τη σφραγίδα του δικαστηρίου» [42].

 

Παρατηρώντας τις προσκομισθείσες αποφάσεις, διακρίνω ότι αυτές αναφέρουν ότι ο Αιτητής καταδικάστηκε στη βάση των άρθρων 2.1 και 2.3 του Ν. 13/2005 του Ιράκ, ήτοι λόγω της φερόμενης συμμετοχής του σε τρομοκρατική οργάνωση, γεγονός το οποίο καθ’ όλη την ενώπιόν μου διαδικασία εκείνος δεν ήταν σε θέση να αποσαφηνίσει όπως ευλόγως θα αναμενόταν, γεγονός που περιορίζει την ενισχυτική αξία του υπό εξέταση εγγράφου, καθώς ο Αιτητής επικαλέστηκε ασαφώς ότι αιτίας της καταδίκης του ήταν η επιχειρηματική του δραστηριότητα.  

 

Ως προς το περιεχόμενο των εγγράφων - αποφάσεων,  παρατηρώ ότι σε αντίθεση με τις αντληθείσες ΠΧΚ, αυτές δεν αναφέρουν ούτε τα διάδικα μέρη και τον εκπρόσωπο της Εισαγγελίας αλλά ούτε και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η απόφαση του δικαστηρίου και τους λόγους που δικαιολογούν το ύψος της επιβολής της θανατικής ποινής εναντίον του Αιτητή, γεγονός που αποδυναμώνει την αποδεικτική τους αξία. Παράλληλα, το γεγονός ότι το πρώτο έγγραφο αναφέρει ότι στον Αιτητή υποβλήθηκε απαγόρευση εξόδου από τη χώρα και εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εις βάρος του στη βάση των διατάξεων του άρθρου 4 τον Ν. 13./2005, έρχεται σε αντίφαση με τα αναφερόμενα στο εν λόγω άρθρο, τα οποία ορίζουν την επαπειλούμενη ποινή και δεν αναφέρονται σε απαγόρευση εξόδου από τη χώρα ή τη σύλληψη του καταδικασθέντος [43]. Αμφιβολίες εγείρονται επίσης λόγω του ότι σύμφωνα με τον Αιτητή, τις δηλώσεις του συνηγόρου του αλλά και το περιεχόμενο των αποφάσεων που προσκόμισε υπό τη μορφή μαρτυρίας, αν και  φέρεται να ερημοδικάστηκε, σύμφωνα με το περιεχόμενο του ίδιου εγγράφου, κατά τη διάρκεια του ακρόασης της υπόθεσής του από το Δικαστήριο εκπροσωπείτο, βάσει σχετικής εξουσιοδότησης, από το φερόμενο ως δικηγόρο Αμίρ Φαιζάλ Μιεσσέρ Χάουετ.

 

Ως συγκεχυμένες κρίνονται και οι πληροφορίες αναφορικά με το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση κατά του Αιτητή,  καθώς ως φορέας έκδοσής τους αναφέρεται αρχικά το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Ιράκ, πλην όμως ακριβώς από κάτω ως φορέας έκδοσης της απόφασης αναφέρεται η προεδρία του Εφετείου της Βαγδάτης και ακολούθως το Ομοσπονδιακό Κεντρικό Ποινικό Δικαστήριο της Αλρασάφας. Το γεγονός λοιπόν ότι τα προσκομισθέντα αναφέρουν ως εκδότες τις ίδιας απόφασης τρία διαφορετικά δικαστήρια που εμπίπτουν σε δικαιοδοσίες διαφορετικού βαθμού, αποδυναμώνει περαιτέρω την αποδεικτική αξία του εν λόγω εγγράφου.

 

Η εν λόγω κατάληξη ενδυναμώνεται και από το γεγονός ότι στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση, ο Αιτητής αναφέρεται αόριστα σε έγγραφα που βεβαιώνουν ότι καταδικάστηκε σε θάνατο, χωρίς να αποσαφηνίζει εάν αυτά αποτελούν δικαστικές αποφάσεις, γεγονός το οποίο παραπέμπει σε άγνοια αναφορικά με τη φύση τους και το περιεχόμενό τους. Σε συνδυασμό με τις αντληθείσες ΠΧΚ γύρω από την επικράτηση των πλαστών εγγράφων στο Ιράκ, το χρόνο που τα προσκομισθέντα εκ του Αιτητή έγγραφα φέρονται να εκδόθηκαν, το χρόνο και τον τρόπο που αυτά φέρονται να περιήλθαν στην κατοχή του και να προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τη στήριξη του υπό εξέταση ισχυρισμού του αποκλειστικά στην παρουσία των συγκεκριμένων εγγράφων και στο ότι οι δηλώσεις του Αιτητή φέρουν λιγότερες πληροφορίες αναφορικά με τον υπό εξέταση ισχυρισμό από ότι τα προσκομισθέντα έγγραφα, το Δικαστήριο οδηγείται στο συμπέρασμα ότι τα προσκομισθέντα έγγραφα δεν επαρκούν ώστε να αποκαταστήσουν τις ουσιώδεις ασάφειες, αντιφάσεις και ελλείψεις που διαπιστώθηκαν στις δηλώσεις του Αιτητή, ενώ παράλληλα εγείρουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα, την προέλευση και την αξιοπιστία τους. Υπό το πρίσμα του συνόλου των ανωτέρω, τα έγγραφα αυτά δεν προσδίδουν επαρκή ενισχυτική αποδεικτική αξία στον υπό εξέταση ισχυρισμό.

 

Επισημαίνεται πως παρά τη σοβαρότητα του ισχυρισμού περί επιβολής θανατικής ποινής, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ουσιώδεις αντιφάσεις, ασυνέπειες και ελλείψεις που εντοπίζονται τόσο στο περιεχόμενο των προσκομισθέντων εγγράφων όσο και στις ίδιες τις δηλώσεις του Αιτητή δεν περιορίζονται σε ζητήματα τεχνικής επαλήθευσης γνησιότητας, αλλά επεκτείνονται στον ίδιο τον πυρήνα της αξιοπιστίας του υπό εξέταση ισχυρισμού. Υπό τα δεδομένα αυτά, και αξιολογώντας το σύνολο των στοιχείων σωρευτικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν καθίσταται αναγκαία η διαταγή περαιτέρω πραγματογνωμοσύνης ή η αναπομπή της υπόθεσης στη διοίκηση προς διεξαγωγή πρόσθετης διερεύνησης.

 

Υπό το σύνολο των ανωτέρω περιστάσεων, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή περί ποινικής δίωξης το 2017 και καταδίκης του για τρομοκρατία το Νοέμβριο του 2020 δεν κατέστη δυνατό να τεκμηριωθεί κατά τρόπο συνεκτικό, αξιόπιστο και επαρκώς αποδεικτικό και, ως εκ τούτου, απορρίπτεται ως μη αξιόπιστος.

 

Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η απόρριψη του υπό εξέταση ισχυρισμού δεν ερείδεται σε μεμονωμένη ανακολουθία ή σε αποσπασματική αξιολόγηση επιμέρους στοιχείων, αλλά στη συνολική αξιολόγηση των δηλώσεων του Αιτητή, της εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας τους, της ποιότητας και συνοχής των προσκομισθέντων εγγράφων, καθώς και της συμβατότητάς τους με τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής.

 

Νομική Αξιολόγηση

 

Έχοντας αξιολογήσει τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση και τους ουσιώδεις ισχυρισμούς που έχουν γίνει αποδεκτοί, προχωρώ στη νομική αξιολόγηση των προϋποθέσεων χορήγησης διεθνούς προστασίας.

 

Χρήσιμη είναι η επαναφορά στη μνήμη των προνοιών του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, δυνάμει του οποίου:

 

«Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, βρίσκεται εκτός της χώρας της ιθαγένειάς του και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να απολαύσει την προστασία της χώρας αυτής».

 

Υπό το φως των ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη ότι αποδεκτοί κρίθηκαν αφενός ο ισχυρισμός του Αιτητή αναφορικά με τα προσωπικά και οικογενειακά του στοιχεία και αφετέρου ο ισχυρισμός περί εμπλοκής του σε διαφορά σχετιζόμενη με την εκμετάλλευση κρατικής γης και των απειλών που δέχθηκε συνεπεία αυτής, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση του κατά πόσον στοιχειοθετείται βάσιμος φόβος δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Παρά την αποδοχή του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού ως προς τον βασικό του πυρήνα, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι δεν κατέστη δυνατό να τεκμηριωθεί ότι οι απειλές που δέχθηκε ο Αιτητής έλαβαν τέτοια ένταση, διάρκεια ή μορφή ώστε να συνιστούν πράξεις δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε ότι συνδέονται αιτιωδώς με έναν από τους λόγους της Σύμβασης της Γενεύης, ήτοι τη φυλή, τη θρησκεία, την εθνικότητα, τις πολιτικές πεποιθήσεις ή τη συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα. Αντιθέτως, από τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η διαφορά που αντιμετώπισε ο Αιτητής σχετιζόταν πρωτίστως με επιχειρηματικά και οικονομικά συμφέροντα γύρω από τη διαχείριση κρατικής γης και όχι με χαρακτηριστικό που εμπίπτει στους λόγους διεθνούς προστασίας της Σύμβασης. Ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος πρόσφυγα.

 

Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα υπαγωγής της στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας, ή αλλιώς συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Το άρθρο 19(1) προβλέπει ότι επικουρική προστασία αναγνωρίζεται σε αιτητή, ο οποίος, μολονότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3, αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

 

Η έννοια της «σοβαρής βλάβης» περιορίζεται εξαντλητικά στις περιπτώσεις του άρθρου 19(2), ήτοι στη θανατική ποινή ή εκτέλεση, στα βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, και στη σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των περιπτώσεων (α) και (β) του άρθρου 19(2). Συνεπώς, εξετάζεται αποκλειστικά η εφαρμογή της περίπτωσης (γ).

 

Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την εκτίμηση της ύπαρξης αδιάκριτης βίας λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η ένταση και η διάρκεια της ένοπλης σύρραξης, ο βαθμός οργάνωσης των εμπλεκομένων δυνάμεων, η γεωγραφική έκταση της βίας, καθώς και η ύπαρξη επιθέσεων κατά αμάχων (βλ. απόφαση ΔΕΕ, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland[44]). Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie[45] η σοβαρή και προσωπική απειλή κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ προϋποθέτει εξαιρετική κατάσταση, στην οποία το επίπεδο της αδιάκριτης βίας είναι τόσο υψηλό ώστε η απλή παρουσία του αμάχου στην οικεία περιοχή να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Στη βάση της ως άνω νομολογίας, προς τον σκοπό εξέτασης των προϋποθέσεων που διαλαμβάνει το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως αυτός ενσωματώνει το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[46] και λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης του Αιτητή, προχώρησα σε έρευνα σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την πόλη Βαγδάτη του Ιράκ από την οποία προέκυψαν τα ακόλουθα:  

 

·           Η πρόσφατη έκθεση του War Watch καταγράφει ότι η διεθνής ένοπλη σύρραξη μεταξύ Ιράν και Ιράκ ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου 2026, όταν το Ιράν εξαπέλυσε επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πυραύλους εναντίον του Διεθνούς Αεροδρομίου του Ερμπίλ και του Γενικού Προξενείου των ΗΠΑ στο Ερμπίλ, τα οποία βρίσκονται και τα δύο σε ιρακινό έδαφος. Παρόλο που τα περισσότερα εισερχόμενα πυρομαχικά αναφέρθηκε ότι αναχαιτίστηκαν και δεν καταγράφηκαν σημαντικές ζημιές ή τραυματισμοί, η προσφυγή στη βία κατά του Ιράκ ήταν αρκετή για να ενεργοποιήσει μια διεθνή ένοπλη σύρραξη. Μετά το ξέσπασμα των εχθροπραξιών, οι επιθέσεις που αποδίδονται σε ιρακινές πολιτοφυλακές που υποστηρίζονται από το Ιράν φέρεται να αυξήθηκαν. Δεν αναφέρεται οριστικό κλείσιμο στρατιωτικών επιχειρήσεων για την υπό εξέταση περίοδο. Συνεπώς, η διεθνής αυτή ένοπλη σύρραξη μεταξύ Ιράν και Ιράκ παρέμεινε σε εξέλιξη.[47]

 

·           Άρθρο του πρακτορείου Al Jazeera στις 25 Μαρτίου 2026 επιβεβαίωσε ότι οι επιθέσεις του Ιράν συνεχίζονται στο Ιράκ με μεγάλη συχνότητα και ότι αεροπορικές επιδρομές σκότωσαν επτά μαχητές στην Άνμπαρ του Ιράκ.[48] Άρθρο του ίδιου πρακτορείου στις 30 Μαρτίου 2026 εξηγεί ότι στη σκιά του συνεχιζόμενου πολέμου μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ κατά του Ιράν, οι έρημοι του Ιράκ έχουν μετατραπεί σε ορμητήριο για μια δευτερεύουσα σύγκρουση. Μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πύραυλοι που εκτοξεύονται από ένοπλες ομάδες που συνδέονται με το Ιράν πετάνε συστηματικά στον νυχτερινό ουρανό προς την Αραβική Χερσόνησο, μετατρέποντας το ιρακινό έδαφος σε ορμητήριο, ενώ η κυβέρνηση στη Βαγδάτη αγωνίζεται να παρέμβει. Αυτή η κλιμακούμενη επίθεση έχει προκαλέσει μια άνευ προηγουμένου διπλωματική κρίση, δοκιμάζοντας σοβαρά τους σχολαστικά ανανεωμένους δεσμούς του Ιράκ με τους Άραβες γείτονές του, με αποτέλεσμα στις 25 Μαρτίου 2026  η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ, το Κουβέιτ, το Μπαχρέιν και η Ιορδανία εξέδωσαν μια έντονα διατυπωμένη κοινή δήλωση καταδικάζοντας τις επιθέσεις σε υποδομές του Κόλπου[49].

 

·           Το Κέντρο Soufan,  είναι ένας ανεξάρτητος ΜΚΟ με έδρα τη Νέα Υόρκη, της οποίας αποστολή  είναι η παροχή έρευνας, ανάλυσης και στρατηγικών αιχμής για την πρόβλεψη και την αντιμετώπιση των πιο επειγόντων προκλήσεων ασφαλείας στον κόσμο, σε έκθεση που δημοσίευσε στις 26 Μαρτίου 2026, αναφέρει ότι μέσα σε λίγες μέρες από την αμερικανο-ισραηλινή επίθεση στο Ιράν, η Τεχεράνη και οι Ιρακινοί σύμμαχοί της άρχισαν να χτυπούν αμερικανικές βάσεις στο Ιράκ, οι περισσότερες από τις οποίες είχαν πρόσφατα ολοκληρώσει τη μετεγκατάστασή τους από το αραβικό Ιράκ στον κουρδικό ελεγχόμενο βορρά. Μέχρι τα τέλη της περασμένης εβδομάδας, η «Ισλαμική Αντίσταση στο Ιράκ» - ένας συνασπισμός ομάδων του PMF που συνδέονται με το Ιράν - είχε εξαπολύσει περισσότερες από 300 επιθέσεις με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη σε ένα αυξανόμενο σύνολο στόχων, συμπεριλαμβανομένης της αμερικανικής πρεσβείας στη Βαγδάτη, του διεθνούς αεροδρομίου της Βαγδάτης, αεροδρομίων στο ιρακινό Κουρδιστάν και εγκαταστάσεων πετρελαίου και φυσικού αερίου στην περιοχή του ιρακινού Κουρδιστάν (IKR). Το Σάββατο 21 Μαρτίου 2026, η αμερικανική πρεσβεία στη Βαγδάτη χτυπήθηκε για τέταρτη φορά από την έναρξη του πολέμου. Η αποστολή έχει επίσης αντιμετωπίσει βίαιες διαμαρτυρίες από Ιρακινούς που αντιτίθενται στην αμερικανική επίθεση κατά του Ιράν. Την Κυριακή 22 Μαρτίου 2026, η τρομοκρατική οργάνωση KH δημοσίευσε ένα βίντεο από μια επίθεση με μη επανδρωμένα αεροσκάφη στη βάση των ΗΠΑ κοντά στο διεθνές αεροδρόμιο της Βαγδάτης, η οποία πιστεύεται ότι είναι η πρώτη φορά που ένα από τα FPV (πρώτου προσώπου) μη επανδρωμένα αεροσκάφη της ομάδας παρέκαμψε τις αμερικανικές άμυνες. Οι ΗΠΑ ανταπέδωσαν σε βάσεις ομάδων του PMF (πολιτοφυλακών) που συνδέονται με το Ιράν, στο πλαίσιο της πολεμικής τους προσπάθειας εναντίον του Ιράν. Οι αμερικανικές επιθέσεις σε φιλο-ιρανικές εγκαταστάσεις στη Βαγδάτη σκότωσαν τον Rahif Qasim Abu Ali, επικεφαλής της πυραυλικής μονάδας του Οργανισμού Badr, ο οποίος θεωρείται μία από τις πιο μετριοπαθείς από τις ομάδες που συνδέονται με το Ιράν. Οι επιθέσεις ενδέχεται επίσης να σκότωσαν το κορυφαίο στέλεχος του KH, Abu Hussein al-Hemedawi, κάτι που, εάν αληθεύει, θα αποτελούσε σημαντικό πλήγμα για την ομάδα. Σε αντίθεση με τις προηγούμενες αμερικανικές επιθέσεις αντιποίνων σε πολιτοφυλακές που συνδέονται με το Ιράν, η κυβέρνηση δεν έχει απαιτήσει να σταματήσουν οι αμερικανικές επιθέσεις εναντίον τους[50].

 

·           Το περιοδικό Long War στις 16 Μαρτίου 2026 μετέδωσε το ιστορικό των επιθέσεων έως τότε. Όπως αναφέρει, στις 13 Μαρτίου 2026 δύο μη επανδρωμένα αεροσκάφη αναχαιτίστηκαν ενώ στόχευαν το Κέντρο Διπλωματικής Υποστήριξης των ΗΠΑ κοντά στο Διεθνές Αεροδρόμιο της Βαγδάτης. Αλλού, ένα μη επανδρωμένο αεροσκάφος συνετρίβη σε ένα αγρόκτημα στην Μπαρτέλα στην επαρχία Νινευή και ένα άλλο στην περιοχή Αμπού Γκράιμπ κοντά στο Διεθνές Αεροδρόμιο της Βαγδάτης. Ρουκέτες έπληξαν επίσης την αεροπορική βάση K1 στο Κιρκούκ, αν και δεν αναφέρθηκαν ζημιές. Στις 14 Μαρτίου 2026, δύο μη επανδρωμένα αεροσκάφη αναχαιτίστηκαν ενώ στόχευαν το Camp Victory στο Διεθνές Αεροδρόμιο της Βαγδάτης. Στη Βαγδάτη, πύραυλοι και μη επανδρωμένα αεροσκάφη στόχευσαν το συγκρότημα της Πρεσβείας των ΗΠΑ. Ένα μη επανδρωμένο αεροσκάφος κατέστρεψε ένα κέντρο δορυφορικών επικοινωνιών και ένας πύραυλος χτύπησε ένα ελικοδρόμιο. Στις 15 Μαρτίου 2026, ένα μη επανδρωμένο αεροσκάφος αναχαιτίστηκε ενώ στόχευε το Κέντρο Διπλωματικής Υποστήριξης των ΗΠΑ στη Βαγδάτη κοντά στο Διεθνές Αεροδρόμιο της Βαγδάτης. Αργότερα, μια συνδυασμένη επίθεση με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ρουκέτες έπληξε την ίδια εγκατάσταση, τραυματίζοντας τέσσερα μέλη του προσωπικού ασφαλείας του Ιράκ. Στις 16 Μαρτίου 2026, τέσσερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη που στόχευαν το Κέντρο Διπλωματικής Υποστήριξης της Βαγδάτης αναχαιτίστηκαν σε τέσσερις ξεχωριστές περιπτώσεις. Τα ιρακινά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν επίσης ότι αναχαιτίστηκε ένας πύραυλος που στόχευε την Πρεσβεία των ΗΠΑ στην Πράσινη Ζώνη της Βαγδάτης. Ένα μη επανδρωμένο αεροσκάφος χτύπησε το ξενοδοχείο Rashid στην Πράσινη Ζώνη, χτυπώντας τους επάνω ορόφους, αλλά χωρίς να προκαλέσει τραυματισμούς. Στο νότιο Ιράκ, δύο μη επανδρωμένα αεροσκάφη χτύπησαν το πετρελαιοπηγείο Majnoon στη Βασόρα και ένα άλλο χτύπησε την αεροπορική βάση Balad στο κυβερνείο Salah al Din [51].

 

·           Σύμφωνα με αναφορά του Global Conflict Tracker, η οποία δημοσιεύτηκε τον Φεβρουάριο του 2026, έξι χρόνια μετά τον πόλεμο κατά του Ισλαμικού Κράτους, το Ιράκ εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις. Πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι παραμένουν εσωτερικά εκτοπισμένοι, ενώ τρία εκατομμύρια άνθρωποι χρειάζονται ανθρωπιστική βοήθεια καθώς το Ιράκ συνεχίζει την ανοικοδόμηση. Εκτός από την επανένταξη των απελευθερωμένων σουνιτικών κοινοτήτων στο πολιτικό σύστημα, η κυβέρνηση αγωνίζεται να επιτύχει την αποστράτευση και την ενσωμάτωση ισχυρών σιιτικών πολιτοφυλακών, οι οποίες σχηματίστηκαν κατά τη διάρκεια του αγώνα κατά του Ισλαμικού Κράτους, στις ιρακινές δυνάμεις ασφαλείας. Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει επίσης συνεχιζόμενες εντάσεις με κουρδικές ομάδες που πιέζουν για μεγαλύτερη αυτονομία στο βορρά μετά από ένα αποτυχημένο δημοψήφισμα ανεξαρτησίας τον Οκτώβριο του 2017. Από την έναρξη του πολέμου Ισραήλ-Χαμάς, η σταθερότητα του Ιράκ έχει επιδεινωθεί σημαντικά, με τις υποστηριζόμενες από το Ιράν πολιτοφυλακές να στοχεύουν τις αμερικανικές δυνάμεις στα δυτικά και βόρεια της χώρας.[52] Κατά τη διάρκεια του περασμένου έτους, ήτοι το 2025, σύμφωνα με αναφορά του Human Rights Watch, το Ιράκ διατήρησε την εύθραυστη σταθερότητα που απολάμβανε τα τελευταία χρόνια παρά τις περιφερειακές αναταραχές. Η σποραδική βία και οι συγκρούσεις μεταξύ ένοπλων ομάδων και ομοσπονδιακών δυνάμεων καθ' όλη τη διάρκεια του έτους έθεσαν σε κίνδυνο τις ζωές των αμάχων και υπογράμμισαν την αδυναμία του κράτους να επιβάλει εξουσία σε αυτές τις ομάδες.[53]

·           Αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας στο Ιράκ, σύμφωνα με δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED για το τελευταίο έτος, καταγράφηκαν 1.479 περιστατικά πολιτικής βίας που είχαν ως αποτέλεσμα 545 θανάτους, ενώ 22,6 εκατομμύρια άνθρωποι βρέθηκαν εκτεθειμένοι ή επηρεάστηκαν άμεσα από την εγγύτητά τους σε αυτές τις ζώνες συγκρούσεων [54].  Την ίδια περίοδο, στην περιοχή της Βαγδάτης, τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή και περιοχή που ευλόγως αναμένεται να εγκατασταθεί σε περίπτωση επιστροφής του στο Ιράκ, καταγράφηκαν 136 περιστατικά πολιτικής βίας, τα οποία επέφεραν 44 απώλειες[55]. Επισημαίνεται πως ο πληθυσμός της Βαγδάτης, με βάση εκτιμήσεις του 2026 ανέρχεται στους 8.001.223 κατοίκους[56].

 

·           Αναφορικά με τη δυνατότητα επιστροφής του Αιτητή στο Ιράκ, η Ιρακινή Αρχή Πολιτικής Αεροπορίας (ICAA) άνοιξε επίσημα τον εναέριο χώρο της χώρας και όλα τα εμπορικά αεροδρόμια στις 8 Απριλίου 2026, τερματίζοντας ένα 40ήμερο κλείσιμο που είχε καθηλώσει πολιτικές πτήσεις από τις 28 Φεβρουαρίου 2026. Το Διεθνές Αεροδρόμιο της Βαγδάτης (BGW) και άλλα μεγάλα αεροδρόμια λειτουργούν και η Iraqi Airways έχει επαναρχίσει σταδιακά τις εμπορικές πτήσεις από τις 11 Απριλίου 2026.[57] Η Πρεσβεία των ΗΠΑ στη Βαγδάτη εξέδωσε προειδοποίηση ασφαλείας στις 5 Μαΐου 2026, σύμφωνα με την οποία οι ταξιδιώτες που σκέφτονται να ταξιδέψουν εντός της χώρας αντιμετωπίζουν συνεχείς πιθανούς κινδύνους από πυραύλους, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ρουκέτες στον ιρακινό εναέριο χώρο.[58]

 

Υπό το φως των πιο πάνω πληροφοριών, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον οι συνθήκες ασφαλείας που επικρατούν σήμερα στη Βαγδάτη, τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή και περιοχή στην οποία ευλόγως αναμένεται να επιστρέψει, συνιστούν κατάσταση τέτοιας έντασης αδιάκριτης βίας ώστε να θεμελιώνεται κίνδυνος σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας αποκλειστικά και μόνο λόγω της παρουσίας του στην περιοχή αυτή.

 

Από τις ενώπιον του Δικαστηρίου πληροφορίες χώρας καταγωγής προκύπτει ότι η κατάσταση ασφαλείας στο Ιράκ επιδεινώθηκε σημαντικά κατά το έτος 2026 λόγω της διεθνούς ένοπλης σύρραξης μεταξύ Ιράν και Ιράκ, των επαναλαμβανόμενων επιθέσεων από πολιτοφυλακές που συνδέονται με το Ιράν, καθώς και των αμερικανικών αντιποίνων σε στόχους εντός του ιρακινού εδάφους. Οι πληροφορίες καταδεικνύουν ότι η Βαγδάτη αποτέλεσε επανειλημμένως στόχο επιθέσεων με ρουκέτες και μη επανδρωμένα αεροσκάφη, περιλαμβανομένων επιθέσεων κατά της αμερικανικής πρεσβείας, του διεθνούς αεροδρομίου της Βαγδάτης και εγκαταστάσεων ασφαλείας. Παράλληλα, επιβεβαιώνεται ότι οι πολιτοφυλακές εξακολουθούν να διατηρούν ισχυρή παρουσία και ότι η ιρακινή κυβέρνηση εξακολουθεί να αντιμετωπίζει δυσχέρειες ως προς τον πλήρη έλεγχο των ένοπλων ομάδων και την επιβολή της κρατικής εξουσίας.

 

Ωστόσο, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι, παρά τη σαφή επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας και την ύπαρξη σοβαρών περιστατικών πολιτικής βίας, οι διαθέσιμες αντικειμενικές πληροφορίες δεν καταδεικνύουν ότι η ένταση της αδιάκριτης βίας στη Βαγδάτη έχει φθάσει σε τόσο εξαιρετικά υψηλό επίπεδο ώστε κάθε άμαχος που επιστρέφει στην περιοχή να διατρέχει, εκ μόνης της παρουσίας του εκεί, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

 

Ειδικότερα, παρότι κατά το τελευταίο έτος καταγράφηκαν στην περιοχή της Βαγδάτης 136 περιστατικά πολιτικής βίας με 44 απώλειες, τα περιστατικά αυτά αξιολογούνται υπό το πρίσμα του συνολικού πληθυσμού της πόλης, ο οποίος υπερβαίνει τα οκτώ εκατομμύρια κατοίκους. Οι δε περισσότερες επιθέσεις που καταγράφονται στις αντικειμενικές πληροφορίες φαίνεται να στοχεύουν συγκεκριμένες στρατιωτικές, διπλωματικές ή πολιτικές εγκαταστάσεις και όχι αδιακρίτως τον άμαχο πληθυσμό.

Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη ότι, παρά τις περιφερειακές αναταραχές, οι πολιτικές και διοικητικές δομές του Ιράκ εξακολουθούν να λειτουργούν, ο εναέριος χώρος της χώρας έχει επαναλειτουργήσει, το Διεθνές Αεροδρόμιο της Βαγδάτης λειτουργεί κανονικά και οι εμπορικές πτήσεις έχουν επαναληφθεί.

 

Συνεκτιμώντας το σύνολο των ανωτέρω στοιχείων, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, παρά την εύθραυστη και επιδεινωμένη κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί σήμερα στη Βαγδάτη, δεν τεκμηριώνεται ότι ο Αιτητής διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης αποκλειστικά λόγω της παρουσίας του στην περιοχή αυτή, ούτε ότι η ένταση της αδιάκριτης βίας έχει φθάσει στο εξαιρετικά υψηλό επίπεδο που απαιτείται για την υπαγωγή του σε καθεστώς επικουρικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Ως εκ τούτου, οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς επικουρικής προστασίας δεν πληρούνται.

 

Ως προς τη σύζυγο και την ανήλικη θυγατέρα του Αιτητή, το Δικαστήριο επισημαίνει καταρχάς ότι, παρότι αυτές δεν συμπεριλήφθηκαν τυπικά ως διάδικοι στην παρούσα προσφυγή, εντούτοις τα ζητήματα της οικογενειακής ενότητας και του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού δεν δύνανται να αγνοηθούν κατά την εξέταση της παρούσας υπόθεσης, ιδίως λαμβανομένης υπόψη της ενιαίας φύσης των πραγματικών περιστατικών επί των οποίων εδράζεται το αίτημα διεθνούς προστασίας του Αιτητή, αλλά και των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, το άρθρο 24 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την αρχή διατήρησης της οικογενειακής ενότητας στο πλαίσιο του διεθνούς προσφυγικού δικαίου.

 

Ως προς το βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου τέκνου του Αιτητή, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι πρόκειται για ανήλικη θυγατέρα, η οποία διέμενε με τους γονείς της στο Ιράκ μέχρι την αναχώρησή τους και ακολούθησε αυτούς κατά τη μετακίνησή τους εκτός χώρας. Παρά το γεγονός ότι το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού συνιστά πρωταρχική μέριμνα κατά την εξέταση αιτημάτων διεθνούς προστασίας, από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι η ανήλικη αντιμετώπισε στο παρελθόν ή διατρέχει, σε περίπτωση επιστροφής της στο Ιράκ, αυτοτελή ή εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης.

 

Λαμβάνεται περαιτέρω υπόψη ότι αμφότεροι οι γονείς της κατάγονται από τη Βαγδάτη και ότι δεν προέκυψε πως η οικογένεια στερείται οποιουδήποτε οικογενειακού ή κοινωνικού δικτύου υποστήριξης στη χώρα καταγωγής. Δεν προέκυψε επίσης ότι η ανήλικη στερείται πρόσβασης σε βασικές συνθήκες διαβίωσης, οικογενειακής φροντίδας ή στοιχειώδεις συνθήκες ασφάλειας σε περίπτωση επιστροφής της με τους γονείς της.

 

Το Δικαστήριο συνεκτιμά βεβαίως ότι η γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στο Ιράκ και ειδικότερα στη Βαγδάτη παραμένει εύθραυστη και επιβαρυμένη λόγω των περιφερειακών συγκρούσεων και της δράσης ένοπλων ομάδων. Εντούτοις, για τους λόγους που έχουν ήδη αναλυθεί ανωτέρω, οι διαθέσιμες αντικειμενικές πληροφορίες δεν καταδεικνύουν ότι η ένταση της αδιάκριτης βίας έχει φθάσει σε τέτοιο επίπεδο ώστε η επιστροφή της οικογένειας στη Βαγδάτη να συνεπάγεται, αφ’ εαυτής, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης για την ανήλικη ή τα λοιπά μέλη της οικογένειας.

Υπό τα δεδομένα αυτά, και ελλείψει στοιχείων που να καταδεικνύουν ότι η επιστροφή της οικογένειας στο Ιράκ θα εξέθετε την ανήλικη ή τη σύζυγο του Αιτητή σε πραγματικό κίνδυνο μεταχείρισης αντίθετης προς τα άρθρα 3 ή 19 του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο κρίνει ότι ούτε η αρχή της οικογενειακής ενότητας ούτε το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού επιβάλλουν διαφορετική κατάληξη ως προς την εξέταση του αιτήματος διεθνούς προστασίας του Αιτητή.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, είναι η κατάληξή μου ότι ορθώς κρίθηκε και επί της ουσίας ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων και, περαιτέρω, ορθώς θεωρήθηκε ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται από την οικεία νομοθεσία (άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου).

 

Ενόψει, ωστόσο, των πλημμελειών που εντοπίστηκαν κατά την εξέταση της αίτησης του Αιτητή,  θεωρώ ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις να μην επιδικάσω έξοδα. Υπό το φως της ανάλυσης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, ως έχει παρατεθεί ανωτέρω, αυτή επικυρώνεται ως προς την κατάληξή της, ήτοι ότι η αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίπτεται χωρίς έξοδα.

 

 

 

Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 



[1] Βλ. άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018).

[2] Βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 01.02.2010

[3] Ο ηλεκτρονικός σύνδεσμος της πηγής δεν παρατίθεται στην δημοσιευόμενη εκδοχή της παρούσας απόφασης προς αποφυγή έμμεσης ταυτοποίησης του Αιτητή και προς διασφάλιση της ανωνυμίας του.

[4] Ο.π.

[5] Ο.π.

[6] Ο.π.

[7] VOA, Iraq: Militia Leader Returns as National Security Adviser, 18th December 2018, https://www.voanews.com/a/iraq-militia-leader-returns-as-national-security-adviser/4705412.html, (πρόσβαση 24/03/2026)

[9] Μίας διεθνούς, ανεξάρτητης ΜΚΟ η οποία μετατρέπει τα δεδομένα που συλλέχθηκαν επιτόπου σε πρωτότυπες αναλύσεις και αξιοποιεί την έρευνά της με σκοπό την ενημέρωση των πολιτικών συζητήσεων και την εμπλοκή ευρύτερου κοινό)

[10] Noria Research, The Return of the State and Inter-Militia Competition in Northern Iraq, 14/06/2018, https://noria-research.com/mena/the-return-of-the-state-and-inter-militia-competition-in-northern-iraq/, (πρόσβαση 24/03/2026)

[11] Arab Land Initiative, Iraq, n.d., https://arablandinitiative.gltn.net/countries/iraq,

[12] Court of Appeal (Εφετείο) (Ιρλανδία), απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2017, AO κατά Refugee Appeals Tribunal & ors [2017] IECA 51, σκέψη 45, http://www.courts.ie/Judgments.nsf/bce24a8184816f1580256ef30048ca50/96499bb66d581eaa802580db0034d233?OpenDocument, (πρόσβαση 26/03/2026)

[13] ECHR, Singh et autres c Belgique, No. 33210/11,   https://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-113660, (πρόσβαση 26/03/2026)

[14] EUAA, Πρακτικός Οδηγός σχετικά με την Αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και την εκτίμηση κινδύνου, Ιανουάριο 2024, chrome-extension://efaidnbmnnnibpcajpcglclefindmkaj/https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-01/Practical-Guide-Evidence-Risk-Assessment_EL.pdf, (πρόσβαση 26/03/2026)

[15] IRBC, Iraq: Availability of fraudulent identification documents, including passports, national identity cards, certificates of nationality and birth certificates; state efforts to combat fraud (2014-January 2016), https://webarchive.archive.unhcr.org/20230519202136/https://www.refworld.org/docid/56d7fa3c4.html, (26/03/2026).

[16] Zunoma, Document Fraud in the Middle East - a Global Effort, 23/07/2025, https://zunoma.com/document-fraud-in-the-middle-east-a-global-effort/, (26/03/2026)

[17] Όπ. π.

[18] Iraq: Anti-Terrorism Law (Law No. 13 of 2005), 7 November 2005, https://www.refworld.org/legal/legislation/natlegbod/2005/en/122206 (ημερομηνία προβολής 26/3/2026)

[19] EASO, Iraq: Treatments of Iraqi Percieved affiliation to ISIL, October 2020, chrome-extension://efaidnbmnnnibpcajpcglclefindmkaj/https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/10_2020_EASO_COI_Report_Iraq_Treatment_Iraqis_affiliation_ISIL.pdf_0.pdf,  (ημερομηνία προβολής 28/3/2026), σελ. 11

[20] EASO, Iraq: Targeting of Individuals, March 2019, see sections: 1.2 Sunni perceived to be ISIL collaborators or sympathisers (1.2.1 Prosecution of ISIL suspects; 1.2.2 Retaliatory violence; 1.2.3 Targeting by KRG Forces); 1.5 Members of tribes with (perceived) affiliation with ISIL, https://coi.easo.europa.eu/administration/easo/PLib/Iraq_targeting_of_individuals.pdf, (ημερομηνία προβολής 28/3/2026)

[21]  HRW, Everyone Must Confess - Abuses against Children Suspected of ISIL Affiliation, 6 March 2019, https://reliefweb.int/sites/reliefweb.int/files/resources/iraq0319_web_0.pdf, (ημερομηνία προβολής 28/3/2026)

, σελ. 33

[22] EUAA, Country Focus – Iraq, May 2024, chrome-extension://efaidnbmnnnibpcajpcglclefindmkaj/https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2024_05_EUAA_COI_Report_Iraq_Country_Focus.pdf, (ημερομηνία προβολής 26/3/2026), σελ. 23-24

[23]  MENA Rights Group, Alternative report submitted in the context of the review of Iraq’s second period report  (confidential), 16 March 2022, https://menarights.org/sites/default/files/2023-01/MRG_UNCAT%2020_IRQ_Final.pdf, (ημερομηνία προβολής 26/3/2026), σελ. 13

[24] Parry J. et al., in: UNIDIR, Coming Home: The Return and Reintegration of Families with Perceived ISIL Affiliation in Iraq, MEAC Findings Report, April 2023, https://unidir.org/files/2023-04/UNIDIR_MEAC_Coming_Home_Return_Reintegration_Families_Perceived_ISIL_Affiliation_Iraq.pdf, pp. 7-8; US Central Command, Centcom – Year in Review 2022: The Fight against Isis, 29 December 2022, https://www.centcom.mil/MEDIA/PRESS-RELEASES/Press-Release-View/Article/3255908/centcom-year-in-review-2022-the-fight-against-isis/, (ημερομηνία προβολής 26/3/2026)

[25] USDOS, 2022 Report on International Religious Freedom: Iraq, 15 May 2023, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2023/05/441219-IRAQ-2022-INTERNATIONAL-RELIGIOUS-FREEDOM-REPORT.pdf, (ημερομηνία προβολής 26/3/2026), σελ. 12.

[26] PAX, ISIS-only tribunal: selective, politicised justice will do more harm than good, 31 October 2019, https://www.paxforpeace.nl/media/files/policybrief-iraq-isis-tribunal-2019-eng.pdf, (ημερομηνία προβολής 28/3/2026), σελ. 2

[27]  HRW, Transfer of ISIS Suspects, Including Foreigners, to Iraq Raises Torture Concerns, 4 March 2019, https://www.hrw.org/news/2019/03/04/transfer-isis-suspects-including-foreigners-iraq-raises-torture-concerns, (ημερομηνία προβολής 28/3/2026)

[28] UN, Human Rights in the Administration of Justice in Iraq: Trials under the anti-terrorism laws and implications for justice, accountability and social cohesion in the aftermath of ISIL, 1/10/2020, διαθέσιμο σε: https://www.ohchr.org/en/documents/country-reports/human-rights-administration-justice-iraq-trials-under-anti-terrorism-laws (ημερομηνία προβολής 26/3/2026)

[29] UN, Human Rights in the Administration of Justice in Iraq: Trials under the anti-terrorism laws and implications for justice, accountability and social cohesion in the aftermath of ISIL, 1/10/2020, διαθέσιμο σε: https://www.ohchr.org/en/documents/country-reports/human-rights-administration-justice-iraq-trials-under-anti-terrorism-laws (ημερομηνία προβολής 26/3/2026)

[30] Τhe New Region, Iraq arrests seven suspected ISIS members, 26/03/2025, https://thenewregion.com/posts/1873/iraq-arrests-seven-suspected-isis-members, (ημερομηνία προβολής 26/3/2026)

[31] The Arab News- Japan, Iraq hangs 11 convicted of ‘terrorism’: security, health sources, 25/04/2024, https://www.arabnews.jp/en/middle-east/article_120426/, (ημερομηνία προβολής 26/3/2026)

[32] Amnesty international, Iraq: At least 13 people executed amid alarming lack of transparency, 24/12/2024, https://www.amnesty.org/en/latest/news/2024/04/iraq-at-least-13-people-executed-amid-alarming-lack-of-transparency/, (ημερομηνία προβολής 26/3/2026)

[33] Republic of Iraq , Anti-Money Laundering and Countering Financing of Terrorism Office, n.d., https://aml.iq/?page_id=1994&lang=en#:~:text=Committee%20for%20the%20freezing%20of,on%20Security%20Council%20resolutions%20of:, (ημερομηνία προβολής 28/3/2026)

[34] Όπ. π.

[35] EUAA, Πρακτικός Οδηγός σχετικά με την Αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και την εκτίμηση κινδύνου, Ιανουάριο 2024, chrome-extension://efaidnbmnnnibpcajpcglclefindmkaj/https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-01/Practical-Guide-Evidence-Risk-Assessment_EL.pdf, (πρόσβαση 30/03/2026)

 

[36] UNODC - UN Office on Drugs and Crime: Criminal procedure code 23 of 1971 (as amended to 14 march 2010), 1 November 2013, art. 93, διαθέσιμο σε:
https://www.ecoi.net/en/file/local/1141738/4765_1464616915_iraq-criminal-procedure-code.pdf (ημερομηνία προβολής 26/3/2026)

[37] Danish Refugee Council, ΚRI, March 2023, chrome-extension://efaidnbmnnnibpcajpcglclefindmkaj/https://us.dk/media/mxnnzldc/report_kurdistan-region-of-iraq-issues-regarding-single-women-documents-and-exit_tilgaengelig.pdf, ημερομηνία προβολής 26/3/2026)

, σελ. 31

[38] Ministry of Interior Turkey, Residence Permit Types, Short Term Resident Permits, n.d., https://en.goc.gov.tr/residence-permit-types, (30/03/2026)

[39] Turkey iResidence, Revised March 2026, WHAT IS ARTICLE 21 AND 32 MEAN OF LAW. 6458?, https://residencepermitturkey.com/article-32#:~:text=WHAT%20IS%20ARTICLE%2021%20AND,PERMIT%20TURKEY%2C%20VISA%20AND%20IMMIGRATION, (30/03/2026)

[40] MOFA, Non Conviction Certificate, https://mofa.gov.iq/non-conviction-certificate/, (30/03/2026)

[41] ΑΑΥ Legal, Residence Permit Law in Turkey: Comprehensive Legal Guide for Foreigners, n.d., https://erkamyilmaz.av.tr/residence-permit-law-in-turkey-comprehensive-legal-guide-for-foreigners/, (ημερομηνία προβολής 26/3/2026)

[42] UNODC - UN Office on Drugs and Crime: Criminal procedure code 23 of 1971 (as amended to 14 march 2010), 1 November 2013, art. 224, διαθέσιμο σε:
https://www.ecoi.net/en/file/local/1141738/4765_1464616915_iraq-criminal-procedure-code.pdf (ημερομηνία προβολής 28/2/2026)

[43] Iraq: Anti-Terrorism Law (Law No. 13 of 2005), Article 4, https://www.refworld.org/legal/legislation/natlegbod/2005/122206, (ημερομηνία προβολής 30/2/2026)

 

[44] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland

[45] Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji ;κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009

[46] ΟΔΗΓΙΑ 2011/95/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση).

[47] War Watch, Armed Conflicts in Iraq, Reporting period: July 2024 - June 2025, https://warwatch.ch/situations/armed-conflicts-in-iraq/ (τελευταία πρόσβαση 26.05.2026).

[48] Al Jazeera, ‘A heinous crime’: Air strikes kill seven fighters in Iraq’s Anbar, 25 Μαρτίου 2026, https://www.aljazeera.com/news/2026/3/25/a-heinous-crime-air-strikes-kill-seven-fighters-in-iraqs-anbar, (τελευταία πρόσβαση 26.05.2026).

[49] Al Jazeera, Iraq risks Arab ties as Iran-aligned groups strike Gulf nations, 30 Μαρτίου 2026, https://www.aljazeera.com/news/2026/3/30/iraq-risks-arab-ties-as-iran-aligned-groups-strike-gulf-nations (τελευταία πρόσβαση 26.05.2026).

[50] Τhe Soufan Center, Intelbrief, Iraq Unable to Avoid the U.S.-Iran Crossfire, 16 Μαρτίου 2026,  https://thesoufancenter.org/intelbrief-2026-march-16/ (τελευταία πρόσβαση 26.05.2026).

[51] Long War Journal, Iranian drones and missiles hit regional oil fields, airports, military bases, and ports (March 13-16 updates), 16 Μαρτίου 2026, https://www.longwarjournal.org/archives/2026/03/iranian-drones-and-missiles-hit-regional-oil-fields-airports-military-bases-and-ports-march-13-16-updates.php (τελευταία πρόσβαση 26.05.2026).

[52] Global Conflict Tracker, Instability in Iraq by the Centre for Preventive Action, 18 Φεβρουαρίου 2026, Instability in Iraq | Global Conflict Tracker (τελευταία πρόσβαση 26.05.2026).

[53] Human Rights Watch, World Report 2026 Iraq, World Report 2026: Iraq | Human Rights Watch (τελευταία πρόσβαση 26.05.2026).

[54] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Iraq, Events / Fatalities/Exposure, Political Violence, Past Year,  https://acleddata.com/platform/explorer  (τελευταία πρόσβαση 26.05.2026).

[55] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Iraq, Baghdad, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer  (τελευταία πρόσβαση 26.05.2026).

[56] World Population Review, Baghdad, https://worldpopulationreview.com/cities/iraq/baghdad (τελευταία πρόσβαση 26.05.2026)

[57] Iraqi News, Iraq reopens airspace and all airports following weeks-long closure, 8 Απριλίου 2026, Iraq reopens airspace and all airports following weeks-long closure - Iraqi News (τελευταία πρόσβαση 26.05.2026).

[58] Defcon Level, US Issues Security Alert for Iraq on Reopened Iraqi Airspace and Continued Threats From Missiles, Drones, Rockets and Militia, 5 Μαΐου 2026, US Issues Security Alert For Iraq on Reopened Iraqi Airspace and Continued Threats From Missiles, Drones, Rockets and Militia | Defcon Level (τελευταία πρόσβαση 26.05.2026).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο