ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
26 Μαΐου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
D.K.S.
από Καμερούν
Αιτητής
-και-
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Δικηγόροι για Αιτητή: Α. Ιωαννίδου (κα) για Γ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ & Συνεργάτες ΔΕΠΕ
Δικηγόροι για Καθ' ων η αίτηση: Α. Φιλίππου (κος), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
Αιτητής παρών.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής αποτελεί η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 16.11.2022 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).
Ο Αιτητής κατάγεται από το Καμερούν, το οποίο εγκατέλειψε στις 16.09.2019 και εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα, μέσω των μη ελεγχόμενων περιοχών. Στις 17.09.2019 υπέβαλε αίτηση για παροχή καθεστώτος διεθνούς προστασίας και στις 09.09.2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή από λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EUAA) (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος υπέβαλε στις 14.10.2022 Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου υπάλληλος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 16.11.2022 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 16.12.2022 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ιδίας ημερομηνίας. Με την υπό κρίση προσφυγή ο Αιτητής αμφισβητεί την εν λόγω απόφαση.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Εξειδικεύοντας και περιορίζοντας στα πλαίσια της γραπτής αγόρευσης του ευπαιδεύτου συνηγόρου του, τους εγειρόμενους στην προσφυγή λόγους ακυρώσεως, ο Αιτητής επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη πράξη λήφθηκε χωρίς τη δέουσα έρευνα και κατά παράβαση του περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, υποστηρίζει πως κατά την ανάλυση κινδύνου, ο Λειτουργός προβαίνει σε αντιφατικό συμπέρασμα, με αποτέλεσμα η αιτιολογία ως προς την στέρηση του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας βάσει του άρθρου 19 (2)(β) να είναι ανεπαρκής. Ακολούθως, υποστηρίζει πως ο αιτητής είναι δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19 (2)(γ) λόγω των αναταραχών στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν. Τέλος υποστηρίζει, πως το Καμερούν δεν εντάσσεται στο κατάλογο ασφαλών χωρών και πως δεν είναι δυνατή η εσωτερική μετεγκατάσταση του Αιτητή. Επί της απαντητικής αγόρευσης, επαναλαμβάνει πως οι Καθ’ ων η αίτηση δεν έλαβαν υπόψη τους πως το Καμερούν δεν θεωρείται ασφαλής χώρα ιθαγένειας και τις συνθήκες που επικρατούν, και πως δεν λήφθηκε υπόψη πως όλοι οι ισχυρισμοί του κρίθηκαν αποδεκτοί. Περαιτέρω, προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη πράξη διέπεται από νομική και πραγματική πλάνη, και παρόλο που όλοι οι ισχυρισμοί του κρίθηκαν αποδεκτοί και πως υπήρξε παραδοχή πως σε περίπτωση επιστροφής του υπάρχει κίνδυνος να υποστεί βλάβη λόγω της συνεχιζόμενης έκρυθμής κατάστασης, εντούτοις δεν αναγνωρίστηκε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Υποστηρίζει πως οι Καθ΄ ων η αίτηση δεν τήρησαν τα προβλεπόμενα χρονοδιαγράμματα που προνοεί ο Νόμος και η απόφαση λήφθηκε τέσσερα έτη μετά την υποβολή του αιτήματος του Aιτητή. Τέλος προωθεί ότι η απόφαση παραβιάζει το άρθρο 17(7) του Ν. 158(Ι)/1999, καθότι το αρμόδιο όργανο προχώρησε σε απλή έγκριση της σύστασης υφιστάμενου οργάνου χωρίς να αντιμετωπίσει την επίλυση του θέματος και περαιτέρω, πως οι λειτουργοί της EASO, κατά την λήψη της συνέντευξης ήταν αναρμόδιοι, καθότι δεν διαφαίνεται εάν η ΚΔΠ 297/2019 έχει ανανεωθεί, ώστε να είναι σε θέση να διεξάγουν συνεντεύξεις.
Από την πλευρά τους οι Καθ΄ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι αυτή λήφθηκε νόμιμα σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και ότι η από φαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Ισχυρίζονται περαιτέρω, ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν αποσείουν το βάρος απόδειξης το οποίο ο ίδιος φέρει στους ώμους του, τόσο ως προς τους λόγους ακυρώσεως που προωθεί με την προσφυγή του, όσο και προς την ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης δυνάμει του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου.
Επί του λόγου ακυρώσεως που άπτεται της αναρμοδιότητας
Προέχει βεβαίως, λόγω της φύσης του αλλά και ως θέμα λογικής προτεραιότητας, η εξέταση του ισχυρισμού περί αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε την
προσβαλλόμενη απόφαση.
Οι συνήγοροι του Αιτητή προωθούν τη θέση πως το αρμόδιο όργανο προχώρησε σε απλή έγκριση της σύστασης υφιστάμενου οργάνου, χωρίς να εξετάσει το ίδιο την υπόθεση, γεγονός που συνιστά αποχή από άσκηση της αρμοδιότητας του.
Δεν μπορώ να συμφωνήσω με τη θέση των συνηγόρων του Αιτητή. Σε συμφωνία με τα όσα υποβάλλουν και οι Καθ' ων η αίτηση, διαπιστώνω ότι η υποβληθείσα στην υπό κρίση υπόθεση Έκθεση-Εισήγηση του Λειτουργού της EUAA (Βλ. συναφώς ερυθρά 87-77 του δ.φ.) ημερομηνίας 14.10.22, φέρει στο πάνω μέρος της πρώτης σελίδας αυτής, σφραγίδα με την ένδειξη «Η εισήγηση σας για απόρριψη της αίτησης ασύλου και για έκδοση απόφασης επιστροφής στο Καμερούν εγκρίνεται», ημερομηνία 16.11.22, μία μονογραφή και ακριβώς από κάτω το όνομα «Α.Α.[1]», και σφραγίδα με ένδειξη «ΕΓΚΡΙΝΕΤΑΙ».
Ως εκ τούτου, στην παρούσα περίπτωση όπου προκύπτει ευκρινώς το όνομα του προσώπου που προβαίνει στην μονογραφή, ήτοι Α.Α., υπάρχει μονογραφή πλησίον του ονόματος που λογικώς ανήκει στο πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην έγκριση καθώς και ειδική σφραγίδα ότι η εν λόγω εισήγηση εγκρίνεται, κρίνω ότι η εν λόγω πράξη ικανοποιεί όλα τα εξωτερικά στοιχεία που την καθιστούν έγκυρη. Το βάρος ανατροπής του τεκμηρίου αυτού της κανονικότητας της επίδικης απόφασης φέρει ο ίδιος ο Αιτητής, ο οποίος δεν έχει προσκομίσει οτιδήποτε το οποίο να το ανατρέπει[2].
Ο κύριος Α.Α., είναι λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος ως προκύπτει από αντίγραφο επιστολής/εξουσιοδότησης του Υπουργού Εσωτερικών, το οποίο έχει επισυναφθεί στην ένσταση των Καθ' ων η αίτηση και βρίσκεται κατατεθειμένο στο διοικητικό φάκελο της παρούσας προσφυγής (Βλ. ερυθρό 89 του δ.φ.) είναι εξουσιοδοτημένος να εκδίδει αποφάσεις επί αιτημάτων διεθνούς προστασίας.
Η παραχώρηση της σχετικής εξουσιοδότησης είναι επιτρεπτή δυνάμει ρητής διάταξης νόμου, ήτοι του ερμηνευτικού άρθρου 2 του περί Προσφύγων Νόμου, ως επιβάλλει το εδάφιο (4) του άρθρου 17 του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν. 158 (Ι)/1999, σε συνδυασμό και με το άρθρο 3(2) του περί Εκχωρήσεως της ενασκήσεως των Εξουσιών των Απορρεουσών εκ τινός Νόμου του 1962 (Ν. 23/1962). Συνάγεται ευθέως από το ερμηνευτικό άρθρο 2, ότι πρόσωπο το οποίο έχει εξουσία να εκδίδει αποφάσεις επί αιτήσεων ασύλου, είναι και οποιοσδήποτε αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου που εξουσιοδοτείται από τον Υπουργό, για να ασκεί όλες ή οποιεσδήποτε από τις εξουσίες ή να εκτελεί όλα ή οποιαδήποτε από τα καθήκοντα του Προϊσταμένου.
Περαιτέρω, απολύτως θεμιτή είναι και η έγκριση της εισήγησης του Λειτουργού της EUAA, η οποία αποτελεί την αιτιολογική βάση και της εκδιδόμενης απόφασης, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η επανάληψη της αιτιολογίας σε ξεχωριστό έγγραφο και χωρίς αυτό να θεωρείται εγκατάλειψη της δική του αποφασιστικής αρμοδιότητας. Όπως συναφώς προβλέπει το άρθρο 17(8) του Ν.158(Ι)/1999, δε συνιστά αποχή από άσκηση αρμοδιότητας η υιοθέτηση ενός σημειώματος ή μιας πρότασης που υποβάλλεται από υφιστάμενο υπάλληλο ή όργανο στο αρμόδιο διοικητικό όργανο, αν το σημείωμα ή η πρόταση περιέχει συγκεκριμένη εισήγηση και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας προκύπτει ότι το αρμόδιο όργανο άσκησε ουσιαστικά την αποφασιστική του αρμοδιότητα. Εν προκειμένω, η υιοθέτηση της Έκθεσης-Εισήγησης, η οποία εμπεριέχει πολύ συγκεκριμένη ανάλυση και εισήγηση, δεν συνιστά αποχή από την άσκηση της εξουσίας του αποφασίζοντος οργάνου αλλά με την έγκρισή της εκδόθηκε η επίδικη πράξη και το περιεχόμενη της εισήγησης καθίσταται παράλληλα η αιτιολογική βάση της επίδικης απόφασης.[3]
Πέραν τούτου, το ζήτημα της κατ' ισχυρισμό αναρμοδιότητας λειτουργού του EUAA έχει ήδη κριθεί και επιλυθεί νομολογιακά με την απόφαση του Εφετείου ημερομηνίας 27.02.2025 στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 95/2023, BOLARNINWA EMMANUEL JOHNSON v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, όπου το Εφετείο απέρριψε ρητά αντίστοιχο ισχυρισμό. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι, δυνάμει του άρθρου 13Α(1Α) του περί Προσφύγων Νόμου και του διατάγματος του Υπουργικού Συμβουλίου ΚΔΠ 297/2019, οι εμπειρογνώμονες που επιστρατεύονται από την EASO/EUAA δύνανται όχι μόνο να συμμετέχουν αλλά και να διενεργούν αυτοτελώς προσωπικές συνεντεύξεις αιτητών διεθνούς προστασίας, χωρίς να απαιτείται η ταυτόχρονη συμμετοχή λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου. Περαιτέρω, το Εφετείο υιοθέτησε την πάγια νομολογία ότι οι λειτουργοί της EASO/EUAA ενεργούν στο πλαίσιο συμφωνημένης παροχής βοήθειας προς την Κυπριακή Δημοκρατία, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 439/2010 και το εκάστοτε ισχύον επιχειρησιακό σχέδιο, χωρίς να τους έχει μεταβιβασθεί αποφασιστική αρμοδιότητα, η οποία παραμένει στην Υπηρεσία Ασύλου και ασκείται από δεόντως εξουσιοδοτημένο λειτουργό. Σε ότι αφορά την υπό εξέταση προσφυγή, η παροχή βοήθειας και υποστήριξης προς την Υπηρεσία Ασύλου από λειτουργό της EUAA στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης του Αιτητή από την Υπηρεσία Ασύλου, έγινε στα πλαίσια της υφιστάμενης εθνικής και ευρωπαϊκής νομοθεσίας, ενόσω είχε ήδη υπογραφεί και τεθεί σε ισχύ το επιχειρησιακό σχέδιο για την χρονική περίοδο 31.12.2021 - 31.12.2024[4] (που είναι και ο ουσιώδης χρόνος διενέργειας της συνέντευξης- 09.09.2022 και σύνταξης της Εισηγητικής Έκθεσης-14.10.2022) μεταξύ της EUAA και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Συναφώς, ο λόγος ακύρωσης περί αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέτασε την αίτηση του Αιτητή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και απορρίπτεται.
Ως προς τον ισχυρισμό περί μη τήρησης των χρονοδιαγραμμάτων που προνοεί ο Νόμος ως προς τη εξέταση του αιτήματος του Αιτητή
Ως προς το χρόνο εξέτασης της αίτησης ασύλου, επισημαίνω καταρχάς ότι δεν μπορώ να εντοπίσω την οποιανδήποτε λυσιτέλεια στην προώθηση του ισχυρισμού αυτού του Αιτητή, αφού δεν έχει καταδείξει με ποιο τρόπο έχουν επηρεαστεί τα δικαιώματα του από την κατ' ισχυρισμό καθυστέρηση εξέτασης της αίτησης του, ιδίως ενόψει της κατάληξης περί μη υπαγωγής του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Αποτελεί πάγια γραμμή της ημεδαπής νομολογίας ότι όχι μόνο η προσφυγή αλλά και έκαστος λόγος ακυρώσεως θα πρέπει να προβάλλεται μετ' εννόμου συμφέροντος για να είναι παραδεκτός και δεν μπορούν να προωθούνται αλυσιτελείς λόγοι ακυρώσεως.[5]
Ο Αιτητής είχε την ιδιότητα του αιτητή ασύλου καθ' όλη την διάρκεια εξέτασης του αιτήματος του και επωφελείτο από όλα τα προνόμια και ευεργετήματα της ιδιότητας αυτής, χωρίς να έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά από την καθυστέρηση που επικαλείται. Σχετική είναι επί του θέματος η απόφαση στην υπόθεση Postolachi Konstantin v. Κυπριακής Δημοκρατίας διά Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.α. Υπόθεση Αρ. 1458/2009, 25 Φεβρουαρίου 2011 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Ορθά, περαιτέρω, η Δημοκρατία απαντά ότι οι προθεσμίες που αναφέρονται από τον αιτητή αφορούν την ταχύρυθμη διαδικασία που η Υπηρεσία Ασύλου δεν έκρινε ότι υπήρχε λόγος να ακολουθήσει στην περίπτωση του αιτητή. Αναμφίβολα δε οι όποιες προθεσμίες αναφέρονται δεν είναι ανατρεπτικές, αλλά απλώς ενδεικτικές, ο δε αιτητής δεν έχει καταδείξει με ποιο τρόπο έχουν επηρεαστεί τα δικαιώματα του από την έστω καθυστερημένη έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης. Αντίθετα η καθυστέρηση τον έχει βοηθήσει στο να παραμείνει για περαιτέρω χρόνο στη Δημοκρατία μέχρι την έκδοση της απόφασης.»
Πέραν της ως άνω επισήμανσης, προκύπτει πράγματι από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου ότι η αίτηση του Αιτητή υποβλήθηκε στις 17.09.2019 (βλ. ερυθρό 1 του δ.φ.) ενώ η συνέντευξη του έλαβε χώρα στις 09.09.2022, με την απόφαση να εκδίδεται τελικώς στις 16.11.2022 και να κοινοποιείται στον Αιτητή στις 16.12.2022. Σύμφωνα με το άρθρο 13 (6), του περί Προσφύγων Νόμου, η Υπηρεσία Ασύλου εξασφαλίζει ότι η διαδικασία εξέτασης της αίτησης ολοκληρώνεται εντός έξι (6) μηνών από την κατάθεση της αίτησης, είτε ακολουθείται η κανονική είτε η ταχύρρυθμη διαδικασία εξέτασης αιτήσεων ασύλου. Παράλληλα, το εδάφιο (7) του άρθρου 13 παρέχει τη δυνατότητα στον Προϊστάμενο να παρατείνει την προθεσμία των έξι (6) μηνών για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο από εννέα (9) επιπλέον μήνες, στις περιπτώσεις που καθορίζονται στο Νόμο. Πρόσθετα, στο εδάφιο (10) του άρθρου 13, καθορίζεται πως η Υπηρεσία Ασύλου ολοκληρώνει τη διαδικασία εξέτασης αίτησης το αργότερο εντός εικοσιενός (21) μηνών από την κατάθεση της αίτησης.
Η αναφορά συνεπώς στην προθεσμία των έξι μηνών αλλά και των εικοσιενός (21) μηνών δεν είναι ανατρεπτική, έτσι ώστε σε περίπτωση παραβίασης του χρονικού αυτού περιθωρίου, ή μη λήψης προηγούμενης παράτασης της τασσόμενης προθεσμίας, να επέρχεται ακυρότητα της διαδικασίας.
Σύμφωνα με το άρθρο 11(1) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν. 158(Ι)/99, οι προθεσμίες που τάσσονται ως προς την έκδοση μιας διοικητικής πράξης, είναι ενδεικτικές, εκτός εάν διαφορετικά ορίζεται στην ίδια τη νομοθεσία. Η προαναφερόμενη αρχή του διοικητικού δικαίου, αφορά προθεσμίες που τάσσονται από νομοθεσίες οι οποίες καθορίζουν την ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης της διοικητικής απόφασης.[6]
Περαιτέρω, στο σύγγραμμα του Π. Δ. Δαγτόγλου: «Γενικό Διοικητικό Δίκαιο», 5η έκδοση (2004) , στις σελ. 186-188, αναφέρονται τα ακόλουθα (-έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου):
«.. Έχουν κατά κανόνα απλώς τον σκοπό να πιέσουν τα διοικητικά όργανα, ώστε να διεκπεραιώσουν γρήγορα ορισμένες ενέργειες. Γι΄ αυτό το λόγο η σημασία τους είναι, κατά κανόνα, ενδεικτική μόνο, και όταν οι προθεσμίες δεν προβλέπονται ρητώς από τον νόμο ως ενδεικτικές. Μόνη δηλαδή η έκδοση της διοικητικής πράξεως μετά την πάροδο της προθεσμίας δεν καθιστά την πράξη παράνομη, εκτός εάν η διοίκηση υπερέβη ορισμένα εύλογα χρονικά όρια .. ή βέβαια, ο νόμος ρητώς απαγορεύει στη διοίκηση την ενέργεια μετά την πάροδο της προθεσμίας.»
Επομένως, η παραβίαση του καθορισμένου αυτού χρονικού πλαισίου δεν οδηγεί άνευ ετέρου σε ακύρωση την προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω ακριβώς του ενδεικτικού χαρακτήρα της νομοθετικής αυτής πρόνοιας. Ιδιαίτερα στην υπό κρίση υπόθεση όπου δεν έχει καταδειχθεί με ποιο τρόπο η όποια καθυστέρηση προκάλεσε βλάβη στα έννομα συμφέροντα του Αιτητή. Ως εκ τούτου, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός απορρίπτεται.
Επί της ουσίας της υπόθεσης σε συνάρτηση και με το λόγο ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αντιφατικής κρίσης.
Αναφορικά με τη θέση του Αιτητή, περί έλλειψη δέουσας έρευνας επισημαίνεται ότι, το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση[7].
Ως εκ τούτου, το ζήτημα εξετάστηκε στη βάση των ενώπιόν μου στοιχείων και του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου, από τον οποίο προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της υποβληθείσας αίτησής του και αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε πως αναχώρησε από τη χώρα του εξαιτίας του πολέμου και πως ο ίδιος προέρχεται από τις αγγλόφωνες περιοχές. Πρόσθεσε πως μια ημέρα ο στρατός πήγε στο χωριό του αναζητώντας τρομοκράτες, χωρίς ωστόσο να δείχνουν συμπάθεια ούτε στους απλούς πολίτες. Δήλωσε πως έκαψαν την πατρική του οικία και σκότωσαν του γονείς και τα αδέλφια του, ο ίδιος ήταν τυχερός διότι βρισκόταν σε άλλο χωριό και με τη βοήθεια του πνευματικού του πατέρα πήγε στη Νιγηρία και ακολούθως τον βοήθησε να έρθει στη Κύπρο για να σπουδάσει και να εξεύρει εργασία για ένα καλύτερο μέλλον.
Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του, ο Αιτητής ανέφερε πως γεννήθηκε και διέμενε στο χωριό Bekora, Ekondo Tiki, Southwest region, μέχρι τον Ιούνιο του 2018 και έως τον Σεπτέμβριο του 2019 διέμενε στη Νιγηρία, υπό το καθεστώς πρόσφυγα, επέστρεψε στο Καμερούν περί τις 09.09.2019 και μετά από μια εβδομάδα εγκατέλειψε τη χώρα του. Ως προς την εθνοτική του καταγωγή δήλωσε ότι ανήκει στην εθνοτική ομάδα Oroko και πως είναι Χριστιανός πρεσβυτεριανός ως προς το θρήσκευμα. Ως ο ίδιος ανέφερε, δεν είναι παντρεμένος και δεν έχει τέκνα. Αναφορικά με την οικογένειά του, ο Αιτητής δήλωσε ότι οι γονείς του και δυο από τα αδέλφια του απεβίωσαν στις 02.06.2018, μετά από επίθεση του στρατού στο χωριό και η αδελφή του απεβίωσε λόγω ασθένειας. Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Ομιλεί την oroko, την αγγλική και λίγο την γαλλική. Σχετικά με την επαγγελματική του εμπειρία, δήλωσε ότι ήταν αγρότης.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του προσκόμισε δέσμη φωτογραφιών (βλ.ερ. 30-42 δ.φ.), για τις οποίες ως ο ίδιος ισχυρίστηκε, απεικονίζουν τα αδέλφια του και τους γονείς του νεκρούς και την πυρπόληση του χωριού του στις 02.06.2018. Δήλωσε πως ήταν και ο λήπτης των φωτογραφιών.
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι αποχώρησε από το Καμερούν εξαιτίας του πολέμου και της απώλειας των αδελφών του. Ερωτηθείς τι φοβάται σε περίπτωση επιστροφής του δήλωσε ότι δεν θέλει να επιστρέψει διότι είναι άστεγος και η κατάσταση ασφαλείας δεν είναι καλή και φοβάται τον πόλεμο (βλ.ερ. 50/1χ δ.φ.). Ως προς την εγκατάσταση του στη Νιγηρία, ανέφερε πως ταξίδεψε εκεί στις 10.06.2018, μετά τον θάνατο των γονιών του και επειδή δεν ήταν ασφαλές να διαμένει στο χωριό του. Επέστρεψε στη Douala το 2019, μια εβδομάδα πριν αποχωρήσει για τη Κύπρο (βλ.ερ. 49/2χ δ.φ.). Κατά τη διαμονή του στη Νιγηρία, ανέφερε πως δεν αντιμετώπισε οιονδήποτε επιβλαβές περιστατικό, διέμενε στο χωριό Eju, ψάρευε και βοηθούσε στο χωριό (βλ.ερ. 47/2χ δ.φ.).
Στη συνέχεια, υποβλήθηκε σε περαιτέρω διευκρινιστικές ερωτήσεις σε σχέση με το θάνατο των γονιών του. Συγκεκριμένα δήλωσε, πως στις 02.06.2018, ο στρατός εισήλθε στο χωριό του αναζητώντας “Amba boys”, οι οποίοι προηγουμένως μπλόκαραν το δρόμο και σκότωσαν στρατιώτες. Οι στρατιώτες άρχισαν να καίνε τυχαία οικίες των χωρικών. Ο Αιτητής βρισκόταν σε γήπεδο ποδοσφαίρου σε άλλη περιοχή του χωριού και όταν άκουσε πυροβολισμούς κρύφτηκε στο δάσος, όπου παρέμεινε για τρεις ημέρες. Όταν επέστρεψε αντίκρισε το χωριό καμένο και τους γονείς και τα αδέλφια του σκοτωμένα, ο Αιτητής παρέμεινε στο χωριό για μια ημέρα, προχώρησε σε ταφή της οικογένειας του και ακολούθως, εγκατέλειψε το χωριό. Επιβεβαίωσε πως ο θάνατος των αδελφών του συνδέεται με τη γενική επίθεση του στρατού στο χωριό και πως δεν ήταν προσωπική στοχοποίηση ούτε είχε η οικογένεια του ούτε ο ίδιος οποιαδήποτε σύνδεση με τους Amba boys είτε με τον στρατό (βλ.ερ.48 δ.φ.). Ως προς τις συνθήκες παραμονής του στο δάσος, ανέφερε πως ήταν μαζί με 5 άτομα και αφότου σταμάτησαν οι πυροβολισμοί και ενημερώθηκαν πως ο στρατός έφυγε από τη περιοχή, επέστρεψαν στο χωριό. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε πως όταν επέστρεψε δεν ένοιωθε ασφαλής και αναχώρησε, την ίδια ημέρα, για Νιγηρία.
Κληθείς να εξηγήσει υπό ποιες περιστάσεις επέστρεψε στο Καμερούν, ο Αιτητής ανέφερε πως ο αρχηγός του χωριού, όπου διέμενε στη Νιγηρία, δεν μπορούσε να τους φιλοξενεί πλέον και επέστρεψε στο Καμερούν προκειμένου να εγκαταλείψει τη χώρα. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του (Νιγηρία-Καμερούν), υπήρχαν αρκετοί στρατιωτικοί έλεγχοι, σε ένα έλεγχο τον σταμάτησαν και τον ρώτησαν εάν είναι μέλος των Amba boys, και αφού εξήγησε την κατάσταση και παρουσίασε το διαβατήριο του τον άφησαν να φύγει, χωρίς να του συμβεί οτιδήποτε. Ισχυρίστηκε πως έφτασε στη Douala περί την 1η.09.2019, τον ανέκρινε ο στρατός σε σημείο ελέγχου και μετά από έλεγχο των προσωπικών του εγγράφων αφέθηκε ελεύθερος την επόμενη ημέρα, χωρίς ωστόσο να τον βλάψουν (βλ.ερ. 46 δ.φ.). Ο Αιτητής ανέφερε πως κατά τη παραμονή του στη Douala δεν του συνέβη οτιδήποτε, ούτε αντιμετώπισε οιονδήποτε πρόβλημα κατά τη έξοδο του από τη χώρα καταγωγής του. Πρόσθεσε πως στο αεροδρόμιο έλεγξαν το διαβατήριο του δυο φορές και του ζήτησαν χρήματα επειδή είναι αγγλόφωνος (βλ.ερ. 45 δ.φ.). Ερωτηθείς εάν σήμερα υπάρχει κάποια ένδειξη πως σε περίπτωση επιστροφής του θα κινδυνεύσει απάντησε πως η κατάσταση στην περιοχή συνήθους διαμονής του δεν είναι σταθερή (βλ.ερ. 44/1χ δ.φ.).
Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση
Προχωρώντας στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε, επί των όσων ο Αιτητής παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του από τους Καθ' ων η αίτηση, διαφαίνεται ότι ο Λειτουργός εντόπισε και εξέτασε τρεις ισχυρισμούς:
Ο πρώτος ισχυρισμός αφορούσε την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, ο οποίος έγινε αποδεκτός.
Ο δεύτερος ισχυρισμός ότι ο στρατός πυρπόλησε το χωρίο του και σκότωσε την οικογένεια του το έτος 2018, έγινε αποδεκτός. Η αφήγηση του Αιτητή κρίθηκε επαρκώς λεπτομερής και συνεκτική, ήταν σε θέση να περιγράψει λεπτομερώς τις συνθήκες υπό τις οποίες ο στρατός επιτέθηκε στο χωριό του, ενώ η αναφορά του ότι ο στρατός επιτέθηκε στο χωριό του επειδή αναζητούσαν Amba boys, οι οποίοι την προηγούμενη μέρα σκότωσαν ορισμένους στρατιώτες θεωρήθηκε λογική. Περαιτέρω, παρείχε λεπτομερείς και συνεκτικές πληροφορίες σχετικά με την παραμονή του στο δάσος και για το γεγονός ότι αποφάσισε να επιστρέψει στο χωριό του, όταν σταμάτησαν οι πυροβολισμοί και ενημερώθηκε ότι ο στρατός εγκατέλειψε το χωριό του. Ο Αιτητής μπόρεσε να απαντήσει με συνοχή και να παράσχει λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τις ενέργειες του όταν επέστρεψε στο χωριό, για τον θάνατο των μελών της οικογένειάς του και οι απαντήσεις του κρίθηκαν ικανοποιητικές.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο Λειτουργός επισήμανε πως ο Αιτητής υπέβαλε φωτογραφίες που απεικονίζουν νεκρά σώματα και καμένα σπίτια, και οι απαντήσεις του αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο έλαβε αυτές τις φωτογραφίες, κρίθηκαν συνεπείς και δήλωσε ότι μόλις επέστρεψε στο χωριό του, τράβηξε προσωπικά αυτές τις φωτογραφίες και πως απεικονίζουν τη νεκρή οικογένειά του και το καμένο χωριό του. Ο Λειτουργός παρέθεσε σχετικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τακτική του στρατού του Καμερούν να πυρπολεί αγγλόφωνα χωριά και να σκοτώνει άοπλους πολίτες, καταλήγοντας πως οι πληροφορίες επιβεβαιώνουν τις δηλώσεις του Αιτητή.
Ομοίως, ο τρίτος ισχυρισμός του Αιτητή ότι τον σταμάτησαν σε σημεία ελέγχου περί το 2019 κρίθηκε αποδεκτός. Οι αναφορές του ότι οι αρχές τον σταμάτησαν δυο φορές για έλεγχο θεωρήθηκαν λεπτομερείς και ο Αιτητής εξήγησε με συνοχή και επαρκείς λεπτομέρειες ότι ο λόγος ήταν ότι οι αρχές έλεγχαν του επιβάτες και αφού υπέδειξε τα έγγραφα του και ανακρίθηκε αφέθηκε ελεύθερος. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο Λειτουργός επιβεβαίωσε, κατόπιν παράθεσης σχετικών πηγών πληροφόρησης την ύπαρξη σημείων ελέγχου στο Καμερούν και κατέληξε πως παρόλο που οι φωτογραφίες που υπέβαλε ο Αιτητής δεν μπορούν να αξιολογηθούν πλήρως, ο ισχυρισμός γίνεται δεκτός.
Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου, και ενόψει του συνόλου των ισχυρισμών που έγιναν αποδεκτοί, ο Λειτουργός, αφού έλαβε υπόψη τη κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι το χωριό Bekora, Ekonto Titi subdivision, περιοχή Southwest, πληροφορίες ως προς τους επιστρέφοντες απορριφθέντες αιτητές ασύλου καθώς επίσης το γεγονός ότι ο Αιτητής δεν αντιμετώπισε οιονδήποτε πρόβλημα ούτε είχε οποιαδήποτε σχέση με τον στρατό ή τους Amba boys, δήλωσε πως ο θάνατος της οικογένεια του σχετίζεται με γενική επίθεση του στρατού στο χωριό και ούτε η οικογένεια του είχε οποιαδήποτε σχέση με τον στρατό ή τους Amba boys, κατέληξε πως ο Αιτητής δεν υπήρξε προσωπικά στόχος ούτε βίωσε οποιοδήποτε περιστατικό, ούτε ανήκει σε στοχευμένη ομάδα από τις αρχές. Ως προς τον τρίτο αποδεκτό ισχυρισμό επισημαίνεται από τον Λειτουργό πως ο Αιτητής αφέθηκε ελεύθερος μετά που τον σταμάτησαν οι στρατιωτικοί, γεγονός που υποδηλώνει ότι δεν έγινε προσωπικά στόχος των αρχών, ταξίδεψε χρησιμοποιώντας το διαβατήριο και χωρίς να του συμβεί οτιδήποτε κατά την έξοδο του από τη χώρα. Με βάση τα ανωτέρω, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι βάσει του προφίλ του Αιτητή δεν διατρέχει πραγματικό κίνδυνο λόγω του ότι ανήκει στον αγγλόφωνο πληθυσμό της χώρας, ωστόσο υφίσταται εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να υποστεί συμπεριφορά που να ισοδυναμεί με δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στο χωριό Bekora, Ekonto Titi subdivision, νοτιοδυτική περιοχή, λόγω της συνεχιζόμενης κατάστασης ασφαλείας.
Ακολούθως, στο πλαίσιο της νομικής ανάλυσης, κρίθηκε ότι δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης κατά το άρθρο 19 του ιδίου Νόμου. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, ο Λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Περαιτέρω, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν θα τεθεί σε κίνδυνο ως άμαχος λόγω αδιάκριτης βίας σε περίπτωση επιστροφής του στο χωριό Bekora, Ekonto Titi subdivision, Νοτιοδυτική περιοχή του Καμερούν.
Η εκτίμηση του Δικαστηρίου
Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Εισηγητική Έκθεση του Λειτουργού όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς του Αιτητή ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά την διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:
Αξιολογώντας τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, συντάσσομαι καταρχάς με τη θέση των Καθ’ ων η Αίτηση ως προς τον πρώτο και δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, όπως αυτοί αξιολογήθηκαν από την Υπηρεσία Ασύλου, και δεν εντοπίζω λόγο διαφοροποίησης από την κρίση αυτή. Συγκεκριμένα, γίνεται αποδεκτή τόσο η ταυτότητα, το προφίλ και η χώρα καταγωγής του Αιτητή όσο και ο ισχυρισμός ότι το χωριό του πυρπολήθηκε από τον στρατό του Καμερούν το έτος 2018, κατά τη διάρκεια επιχείρησης εναντίον των λεγόμενων “Amba boys”, με αποτέλεσμα τον θάνατο των γονέων και των αδελφών του.
Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω της γενικευμένης κατάστασης ανασφάλειας που επικρατεί στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν και ότι φοβάται επιστροφή στη χώρα του, κρίνω ότι αυτός δύναται να γίνει αποδεκτός ως προς τον γενικό του πυρήνα.
Ειδικότερα, από τις δηλώσεις του Αιτητή αλλά και από τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, στις οποίες παρέπεμψαν και οι Καθ’ ων η αίτηση, προκύπτει ότι στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια του Καμερούν υφίσταται παρατεταμένη κατάσταση εσωτερικής ένοπλης σύρραξης μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων και αυτονομιστικών ομάδων, η οποία επηρεάζει σοβαρά τον άμαχο πληθυσμό. Περαιτέρω, γίνεται αποδεκτό ότι το χωριό του Αιτητή αποτέλεσε στόχο στρατιωτικής επιχείρησης, κατά την οποία κάηκαν οικίες και σκοτώθηκαν άμαχοι, περιλαμβανομένων μελών της οικογένειάς του. Υπό το πρίσμα αυτό, κρίνω ότι ο Αιτητής πράγματι επηρεάστηκε άμεσα από την κατάσταση βίας και ανασφάλειας που επικρατεί στην περιοχή συνήθους διαμονής του και ότι η αναχώρησή του από τη χώρα συνδέεται με τα εν λόγω γεγονότα.
Ωστόσο, επισημαίνω ότι ο ίδιος ο Αιτητής ανέφερε ρητώς κατά τη συνέντευξή του ότι ούτε ο ίδιος ούτε η οικογένειά του είχαν οποιαδήποτε σχέση είτε με τον στρατό είτε με τους “Amba boys” και ότι η επίθεση στο χωριό του εντασσόταν στο πλαίσιο γενικευμένης στρατιωτικής επιχείρησης και όχι προσωπικής στοχοποίησης. Περαιτέρω, ο Αιτητής δήλωσε ότι ουδέποτε συνελήφθη, κρατήθηκε ή υπέστη προσωπικά κακομεταχείριση από τις αρχές του Καμερούν. Αντιθέτως, κατά τη μετακίνησή του από τη Νιγηρία προς τη Douala, παρά το γεγονός ότι υποβλήθηκε σε ελέγχους από στρατιωτικούς, αφέθηκε ελεύθερος αφού παρουσίασε τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και εξήγησε την κατάστασή του, χωρίς να του προκληθεί οποιαδήποτε βλάβη. Ομοίως, κατά την έξοδό του από τη χώρα χρησιμοποίησε το διαβατήριό του και αναχώρησε χωρίς να αντιμετωπίσει πρόβλημα πέραν ελέγχων και απαίτησης χρημάτων λόγω της αγγλόφωνης καταγωγής του.
Σημειώνω επίσης ότι ο Αιτητής διέμενε στη Νιγηρία από τον Ιούνιο του 2018 έως περίπου τον Σεπτέμβριο του 2019 χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε επιβλαβές περιστατικό, ενώ και κατά την ολιγοήμερη επιστροφή του στο Καμερούν πριν την αναχώρησή του για την Κύπρο δεν ανέφερε οποιοδήποτε περιστατικό προσωπικής δίωξης ή στοχοποίησης. Οι δηλώσεις του επικεντρώνονται κυρίως στον γενικό φόβο που απορρέει από τη συνεχιζόμενη κατάσταση ασφαλείας και από το γεγονός ότι η οικογενειακή του οικία καταστράφηκε, με αποτέλεσμα να είναι άστεγος σε περίπτωση επιστροφής.
Κατά συνέπεια, ενώ ο τρίτος ισχυρισμός γίνεται αποδεκτός ως προς την ύπαρξη γενικευμένης κατάστασης ανασφάλειας στη χώρα καταγωγής και την επίδραση αυτής στη ζωή του Αιτητή, απορρίπτεται κατά το μέρος που αφορά ισχυρισμούς περί προσωπικής στοχοποίησης ή εξατομικευμένης δίωξης, καθότι δεν προκύπτουν επαρκή και συγκεκριμένα στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι οι αρχές του Καμερούν ή άλλοι δρώντες έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον έναντι του ιδίου προσωπικά.
Έχοντας αξιολογήσει τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση και τους ουσιώδεις ισχυρισμούς που έχουν γίνει αποδεκτοί, προχωρώ στη νομική αξιολόγηση των προϋποθέσεων χορήγησης διεθνούς προστασίας.
Χρήσιμη είναι η επαναφορά στη μνήμη των προνοιών του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, δυνάμει του οποίου:
«Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, βρίσκεται εκτός της χώρας της ιθαγένειάς του και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να απολαύσει την προστασία της χώρας αυτής».
Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθότι δεν προκύπτει βάσιμος και εξατομικευμένος φόβος δίωξης για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής υπήρξε προσωπικά στόχος των αρχών του Καμερούν ή άλλων ένοπλων δρώντων, ούτε ότι καταζητείται ή αντιμετωπίζει ατομικό κίνδυνο λόγω πολιτικών πεποιθήσεων, συμμετοχής σε αυτονομιστική δράση ή άλλου προστατευόμενου λόγου.
Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα να υπαχθεί ο Αιτητής στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας, ή αλλιώς συμπληρωματικής προστασίας, ως αυτό καθορίζεται στην εθνική μας νομοθεσία. Ειδικότερα, άρθρο 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου διαλαμβάνει ότι:
«το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δεν βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής.»
Ο ορισμός της «σοβαρής» ή «σοβαρής και αδικαιολόγητης βλάβη» καλύπτει δυνάμει του άρθρου 19(2) εξαντλητικά, τρεις διαφορετικές καταστάσεις, ήτοι:
(α) θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή
(β) βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτητή στη χώρα καταγωγής του, ή
(γ) σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Έχοντας υπόψη τις περιστάσεις που διαλαμβάνονται στην υπό κρίση υπόθεση, ο Αιτητής δεν μπορεί να ενταχθεί στα υπό (α) και (β) ανωτέρω εδάφια. Εξέτασης συνεπώς χρήζει το εδάφιο (γ) του άρθρου 19(2).
Ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν αναφορικά με την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επεσήμανε στην απόφαση του CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland[8] ότι συνιστούν:
«(...) μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakite, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.»
(βλ. σκέψη 43 της απόφασης)
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην απόφασή του Sufi and Elmi[9], αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Περαιτέρω, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ στην υπόθεση Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie[10] (έμφαση και υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«33. Αντιθέτως, η κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας βλάβη, καθόσον συνίσταται σε «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» του αιτούντος, αναφέρεται σε ένα γενικότερο κίνδυνο βλάβης.
34. Συγκεκριμένα, η βλάβη αυτή αφορά, ευρύτερα, «απειλή [.]κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» αμάχου και όχι συγκεκριμένες πράξεις βίας. Επιπροσθέτως, η απειλή αυτή είναι συμφυής με μια γενική κατάσταση «διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης». Τέλος, η βία από την οποία προέρχεται η εν λόγω απειλή χαρακτηρίζεται ως «αδιακρίτως» ασκούμενη, όρος που σημαίνει ότι μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτως των προσωπικών περιστάσεών τους.
35. Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.
36. Η ερμηνεία αυτή, η οποία δύναται να διασφαλίσει ένα αυτοτελές πεδίο εφαρμογής στο άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, δεν αναιρείται από το γράμμα της εικοστής έκτης αιτιολογικής σκέψης, κατά το οποίο «οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη».
37. Συγκεκριμένα, μολονότι η αιτιολογική αυτή σκέψη σημαίνει ότι η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.
38. Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της καταστάσεως αυτής επιρρωννύεται, επίσης, από το γεγονός ότι η οικεία προστασία είναι επικουρική, καθώς και από την οικονομία του άρθρου 15 της οδηγίας, καθόσον η βλάβη, της οποίας τον ορισμό δίνει το άρθρο αυτό υπό τα στοιχεία α΄ και β΄, πρέπει να εξατομικεύεται σαφώς. Μολονότι είναι αληθές ότι στοιχεία που αφορούν το σύνολο του πληθυσμού αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την εφαρμογή του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ο ενδιαφερόμενος, όπως και άλλα πρόσωπα, εντάσσεται στον κύκλο των δυνητικών θυμάτων μιας αδιακρίτως ασκούμενης βίας, εντούτοις, η ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως πρέπει να γίνεται λαμβανομένου υπόψη του συστήματος στο οποίο εντάσσεται, δηλαδή σε σχέση με τις λοιπές δύο περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 15 και, επομένως, να ερμηνεύεται σε στενή συνάρτηση με την εξατομίκευση αυτή.
39. Συναφώς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».
Στη βάση της ως άνω νομολογίας, προς τον σκοπό εξέτασης των προϋποθέσεων που διαλαμβάνει το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως αυτός ενσωματώνει το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[11] και λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης του Αιτητή, προχώρησα σε έρευνα σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι στο χωριό Bekora, από την οποία προέκυψαν τα ακόλουθα:
· Η κατάσταση ασφαλείας στο χωριό Bekora, το οποίο βρίσκεται στον υπο-τομέα Ekondo-Titi της επαρχίας Ndian στη Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν[12] επηρεάζεται άμεσα από την παρατεταμένη Αγγλοφωνική κρίση όπως αναλύεται στη συνέχεια λόγω της γεωγραφικής θέσης του χωριού στην αγγλόφωνη ζώνη της χώρας.
· Σημειώνεται ότι κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 08/05/2026) στη Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν καταγράφηκαν συνολικά 1159 περιστατικά ασφαλείας πολιτικής βίας, η οποία περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες, από τα οποία επήλθε ο θάνατος συνολικά 753 πολιτών.[13] Την ίδια περίοδο, στο χωριό Bekora καταγράφηκε 1 περιστατικό ασφαλείας πολιτικής βίας από το οποίο επήλθε ο θάνατος συνολικά 2 πολιτών.[14] Επισημαίνεται ότι ο πληθυσμός της Νοτιοδυτικής Περιφέρειας με βάση την εκτίμηση του 2025 υπολογίζεται σε 2,098,500 κατοίκους,[15] ενώ δε βρέθηκαν στοιχεία για το πληθυσμό του χωριού Bekora.
· Ως προς την κατάσταση ασφαλείας στην ευρύτερη νοτιοδυτική περιφέρεια, σημειώνεται ότι 2016, αγγλόφωνοι δικηγόροι, φοιτητές και καθηγητές στο Καμερούν άρχισαν να διαμαρτύρονται για την πολιτισμική τους περιθωριοποίηση από την κυβέρνηση που κυριαρχείται από τους Γαλλόφωνους, γεγονός που οδήγησε σε βίαιη καταστολή από τις δυνάμεις ασφαλείας στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές, οι οποίες κατοικούνται κυρίως από την αγγλόφωνη μειονότητα της χώρας. Τον Οκτώβριο του 2017, αγγλόφωνοι αυτονομιστές κήρυξαν την ανεξαρτησία τους και ανακήρυξαν ένα νέο κράτος, την «Αμπαζονία» στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιφέρειες.[16]
· Ως προς την εξέλιξη της κρίσης μέσα στα χρόνια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέφερε σε δημοσίευση του Απριλίου του 2025 ότι η κατάσταση ασφαλείας στις περιοχές που πλήττονται από συγκρούσεις παρουσίασε ανησυχητική τάση, με 2.098 περιστατικά να καταγράφονται κατά το πρώτο τρίμηνο του 2025, ήτοι 339 περισσότερα σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2024.[17] Συνολικά, το 2024 αναφέρθηκαν 7.035 περιστατικά ασφαλείας (3.113 στη βορειοδυτική περιφέρεια, 2.398 στη νοτιοδυτική περιφέρεια και 1.524 στην περιφέρεια Far North).[18] Αυτός ο αριθμός συνιστά σχεδόν διπλασιασμό των 4.519 περιστατικών που καταγράφηκαν το 2023 και τριπλασιασμό του αριθμού που σημειώθηκε το 2022 (2.748).[19]
· Έως και σήμερα το Καμερούν συνεχίζει να επηρεάζεται από τρεις πολυσύνθετες και μείζονες ανθρωπιστικές κρίσεις: τη σύγκρουση στη λεκάνη της λίμνης Chad στην περιφέρεια Far North, την Αγγλόφωνη εσωτερική κρίση στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιφέρειες, καθώς και την προσφυγική κρίση που προέρχεται από την γειτονική Κεντροαφρικανική Δημοκρατία. Η βία και η έλλειψη ασφάλειας έχουν εκτοπίσει αναγκαστικώς περισσότερους από 2,2 εκατομμύρια ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων εσωτερικά εκτοπισμένων, επαναπατριζόμενων και προσφύγων. Εκτιμάται ότι 2,8 εκατομμύρια κάτοικοι από τους 28 εκατομμύρια κατοίκους στη χώρα πρόκειται να αντιμετωπίσουν σημαντική επισιτιστική ανασφάλεια κατά τη διάρκεια της περιόδου ισχνής σίτισης, από τον Ιούνιο έως τον Αύγουστο. Εκτιμάται επίσης ότι 535.000 άνθρωποι θα χρειαστούν επείγουσα επισιτιστική βοήθεια. Αυτές οι κρίσεις, σε συνδυασμό με επαναλαμβανόμενες σοβαρές πλημμύρες και πυρκαγιές, συνεχίζουν να οδηγούν σε μεγάλης κλίμακας εκτοπισμούς.[20]
· Τον Οκτώβριο του 2025 το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τον Συντονισμό Ανθρωπιστικών Υποθέσεων (UN OCHA) κατέγραψε για την περίοδο μεταξύ 1 και 30 Σεπτεμβρίου του 2025 ότι το περιβάλλον ασφάλειας στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές επαρχίες παρέμεινε τεταμένο καθ’ όλη τη διάρκεια της παρατεταμένης απαγόρευσης κυκλοφορίας που επιβλήθηκε από μη κρατικές ένοπλες ομάδες από τις 8 Σεπτεμβρίου έως τις 14 Οκτωβρίου (ενν. 2025).[21] Η απαγόρευση, η οποία στόχευε στη διατάραξη της επανέναρξης των σχολείων και των προεδρικών εκλογών, ακολουθήθηκε από περιστατικά βίας, εκτοπισμού και κινδύνων για την ασφάλεια του πληθυσμού.[22]
· Σύμφωνα με την αναφορά του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τον Συντονισμό Ανθρωπιστικών Υποθέσεων (UN OCHA), τους πρώτους μήνες του 2026 η κατάσταση ασφάλειας στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιφέρειες παρέμεινε τεταμένη λόγω ένοπλων συγκρούσεων και επιδείνωσης των συνθηκών ασφαλείας των αμάχων. Οι συγκρούσεις μεταξύ των κρατικών δυνάμεων ασφαλείας και των μη κρατικών ένοπλων ομάδων συνεχίστηκαν στις περισσότερες περιοχές. Άμαχοι πληθυσμοί εκτέθηκαν σε βία, εκφοβισμό και καταναγκαστικά μέτρα που επιβλήθηκαν από ενόπλους. Ο εκτοπισμός που σχετίζεται με την κρίση συνεχίστηκε καθ' όλη τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου του 2026, με επαναλαμβανόμενα κύματα εκτοπισμού να καταγράφονται ιδιαίτερα στις περιοχές Donga-Mantung, Bui και Menchum, καθώς και σε τμήματα της νοτιοδυτικής περιοχής. Ο εκτοπισμός προήλθε κυρίως από περιστατικά ενόπλων επιθέσεων, διακοινοτική βία και ένοπλες αντιπαραθέσεις, με αποτέλεσμα ολόκληρα χωριά να ερημώσουν προσωρινά και χιλιάδες άνθρωποι να καταφύγουν σε γειτονικές κοινότητες ή δασικές περιοχές.[23]
· Οι ανθρωπιστικές εκτιμήσεις έδειξαν αυξανόμενες ευπάθειες και μειωμένες ικανότητες αντιμετώπισης μεταξύ των πληγέντων πληθυσμών. Οι ανθρωπιστικές ανάγκες παρέμειναν υψηλές και πολυδιάστατες σε όλη τη βορειοδυτική και νοτιοδυτική πλευρά. Το πλαίσιο ανασφάλειας επηρέασε επίσης τις γεωργικές δραστηριότητες, την επισιτιστική ασφάλεια, την πρόσβαση στην αγορά και το διασυνοριακό εμπόριο. Οι ανησυχίες για την ασφάλεια του πληθυσμού παρέμειναν έντονες, με αναφορές για δολοφονίες, απαγωγές για λύτρα, σεξουαλική βία, αναγκαστική φορολογία και εκφοβισμό που έπληξαν γυναίκες, παιδιά, εμπόρους, δασκάλους και παραδοσιακούς ηγέτες. Η πρόσβαση στην εκπαίδευση και τις υπηρεσίες υγείας συνέχισε να διαταράσσεται λόγω απειλών, απαγωγών και της παρουσίας ένοπλων δυνάμεων κοντά σε πολιτικές υποδομές. Μη κρατικές ένοπλες ομάδες επέβαλαν τοπικές πόλεις-φαντάσματα και ad-hoc απαγορεύσεις κυκλοφορίας, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια της Εθνικής Ημέρας Νεολαίας. Η επιβολή των «φορών απελευθέρωσης» περιόρισε σημαντικά την κυκλοφορία των πολιτών, ιδίως κατά μήκος βασικών οδικών διαδρόμων. Σε ορισμένες περιοχές, η ασφαλής διέλευση περιορίστηκε περαιτέρω ιδίως κατά τη διάρκεια των μετακινήσεων αργά την ημέρα.[24]
· Τον Ιανουάριο του 2026, αναφέρθηκαν πολυάριθμα περιστατικά που αφορούσαν απαγωγές, αναγκαστικές εξαφανίσεις, αυθαίρετες συλλήψεις, εκβιασμούς και σωματική κακοποίηση, με πολλά θύματα να επηρεάζονται συχνά σε μεμονωμένα περιστατικά. Τον Φεβρουάριο του 2026, καταγράφηκαν 298 περιστατικά παραβιάσεων ασφαλείας, μαζί με περιστατικά μαζικής συγκρούσεων που επηρέασαν σχεδόν 1.000 άτομα, ιδιαίτερα στην περιοχή Donga-Mantung, στο πλαίσιο των αυξανόμενων διακοινοτικών εντάσεων. Τον Μάρτιο του 2026, η κατάσταση επιδεινώθηκε περαιτέρω, με 1.402 καταγεγραμμένες παραβιάσεις ασφαλείας, σχεδόν οι μισές από τις οποίες αφορούσαν απώλειες περιουσίας, μαζί με υψηλά επίπεδα σωματικής βίας, αυθαίρετες συλλήψεις και απαγωγές και σημαντική αύξηση των περιστατικών έμφυλης βίας. Συνολικά, η κατάσταση ασφαλείας περί τα τέλη Μαρτίου 2026 παρέμεινε ασταθής, με συνεχείς κινδύνους εκτοπισμού, βλάβης των αμάχων και επιδείνωσης της πρόσβασης σε αγαθά και υπηρεσίες. Η έλλειψη ασφάλειας, η συρρικνωμένη ανθρωπιστική παρουσία και οι περιορισμοί χρηματοδότησης είναι πιθανό να επιδεινώσουν τις ανθρωπιστικές ανάγκες τους επόμενους μήνες.[25]
· Σύμφωνα με την αναφορά του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τον Συντονισμό Ανθρωπιστικών Υποθέσεων, το πρώτο τρίμηνο του 2026, αυτοσχέδιοι εκρηκτικοί μηχανισμοί (IED) συνέχισαν να χρησιμοποιούνται από τις μη κρατικές ένοπλες ομάδες, ειδικά στα βορειοδυτικά τμήματα Bui και Momo, κυρίως για επιθέσεις σε κρατικές δυνάμεις ασφαλείας. Όπως αναφέρεται, η χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών σε πυκνοκατοικημένες περιοχές και σε κύριους δρόμους συνιστά σημαντικό κίνδυνο για τους αμάχους. Συγκεκριμένα, καταγράφηκαν τουλάχιστον 19 περιστατικά που σχετίζονται με IED, 13 στα βορειοδυτικά και 6 στα νοτιοδυτικά, γεγονός που αντιπροσωπεύει μείωση σε σύγκριση με την ίδια περίοδο το 2025, όταν αναφέρθηκαν 38 περιστατικά. Συνολικά το 2025, το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τον Συντονισμό Ανθρωπιστικών Υποθέσεων κατέγραψε τουλάχιστον 131 περιστατικά που σχετίζονται με αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς.[26]
· Το Protection Monitoring Update για το πρώτο τρίμηνο (Ιανουάριος-Μάρτιος) του 2025 ανέφερε ότι ειδικοί σε θέματα ασφάλειας προβλέπουν ότι, καθώς οι κυβερνητικές δυνάμεις ασφαλείας συνεχίζουν να εκδιώκουν τις μη κρατικές ένοπλες ομάδες από τις βάσεις τους σε αγροτικές περιοχές, η εισροή των μη κρατικών ενόπλων δυνάμεων σε αστικές περιοχές, όπως η Buea και η Bamenda, θα οδηγήσει σε μετατόπιση του πεδίου επιχειρήσεων από την ύπαιθρο προς τις πόλεις. Η εξέλιξη αυτή θεωρείται ιδιαίτερα ανησυχητική, καθώς οι μη κρατικές ένοπλες δυνάμεις μπορούν να διεισδύουν στον άμαχο πληθυσμό και να συνεχίζουν τη δράση τους χωρίς να εντοπίζονται. Οι κυβερνητικές δυνάμεις ασφαλείας χρησιμοποιούν αυτό το στοιχείο ως δικαιολογία για τις επιχειρήσεις “έρευνας και αποκλεισμού” κατά τη διάρκεια των οποίων προβαίνουν σε αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις αμάχων.[27]
· Έτερη πηγή ωστόσο, με περίοδο αναφοράς τον Ιανουάριο του 2024 έως τον Μάρτιο του 2025, σημείωσε ότι οι αυτονομιστές είναι πιο δραστήριοι σε αγροτικές, απομακρυσμένες και υπανάπτυκτες περιοχές. Σύμφωνα με την ίδια πηγή παρόλο που η στρατιωτική παρουσία έχει ενισχυθεί στις πόλεις, δεν είναι επαρκής για να αποτρέψει περιστατικά ασφάλειας. Αναφορικά με τη σύγκριση μεταξύ βορειοδυτικών και νοτιοδυτικών περιφερειών, η πηγή κατέγραψε ότι η βία ήταν πιο έντονη στη βορειοδυτική περιφέρεια παρά στη νοτιοδυτική περιφέρεια. Συγκρίνοντας πιο συγκεκριμένα τις πόλεις Buea και Bamenda, η πηγή κατέγραψε ότι αν και σοβαρά βίαια περιστατικά είναι σπάνια στη Buea, οι μαζικές συλλήψεις και οι αυθαίρετες κρατήσεις είναι συχνές, ενώ αντιθέτως στη Bamenda, η βία συνεχίζει να μαστίζει την πόλη, με εκρήξεις, επιθέσεις αντιποίνων και απαγωγές να συμβαίνουν τακτικά. Σημείωσε ωστόσο, ως κοινό σημείο ότι η εγκληματικότητα αυξάνεται και στις δύο περιοχές.[28]
· Οι ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες γίνονται ολοένα και πιο ανοργάνωτες και ανταγωνίζονται μεταξύ τους,[29] γεγονός που σύμφωνα με το Global Center for the Responsibility to Protect, καθιστά την κατάσταση και τις πιθανές οδούς προς την ειρήνη εξαιρετικά δύσκολη.[30] Σύμφωνα με την αναφορά του Amnesty International, οι αυτονομιστές ανέλαβαν την ευθύνη για αρκετές επιθέσεις στις αγγλόφωνες Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές το 2025.[31]
· Σύμφωνα με την έκθεση του Global Protection Cluster για τις ανάγκες προστασίας στο Καμερούν (Μάρτιος 2025), οι επιπτώσεις της σύγκρουσης και οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου παρέμειναν αναλλοίωτες κατά τα τελευταία δύο έτη, χωρίς ουσιαστικές βελτιώσεις όσον αφορά την προστασία των αμάχων, την ασφάλεια και την πρόσβαση σε υπηρεσίες.[32] Οι παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων συνεχίστηκαν, επιτεινόμενες από επανειλημμένες επιθέσεις, απαγωγές, παράνομες συλλήψεις και αυθαίρετες κρατήσεις, κλοπές και την εκ προθέσεως καταστροφή ιδιωτικής περιουσίας.[33] Οι περιορισμοί στην ελευθερία μετακίνησης και οι συχνές απαγορεύσεις κυκλοφορίας διατάραξαν την καθημερινή ζωή και επηρέασαν σοβαρά τις κοινωνικοοικονομικές δραστηριότητες.[34]
Έχοντας παραθέσει τα ως άνω στοιχεία, παρατηρώ ότι δεν αμφισβητείται ότι στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν και ειδικότερα στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια εξακολουθεί να επικρατεί κατάσταση ανασφάλειας και ένοπλης έντασης μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων και αυτονομιστικών ομάδων. Από τις επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης προκύπτει ότι εξακολουθούν να καταγράφονται περιστατικά βίας, απαγωγών, αυθαίρετων συλλήψεων και εκτοπισμών πληθυσμού. Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ειδικότερα την απόφαση Elgafaji, η ύπαρξη γενικευμένης κατάστασης ανασφάλειας ή ακόμη και ένοπλης σύρραξης δεν αρκεί αφ’ εαυτής για τη θεμελίωση δικαιώματος συμπληρωματικής προστασίας. Απαιτείται το επίπεδο της αδιάκριτης βίας να είναι τόσο υψηλό ώστε να δημιουργούνται ουσιώδεις λόγοι να θεωρηθεί ότι κάθε άμαχος, λόγω της παρουσίας του και μόνον στην περιοχή, διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής απειλής.
Στην προκειμένη περίπτωση, δεν προκύπτει ότι η ένταση της βίας στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια και ειδικότερα στην περιοχή Bekora έχει φθάσει στο εξαιρετικά υψηλό επίπεδο που απαιτεί η νομολογία για την εφαρμογή του άρθρου 19(2)(γ) χωρίς την ύπαρξη εξατομικευμένων στοιχείων κινδύνου. Παρά το γεγονός ότι καταγράφηκαν περιστατικά πολιτικής βίας στην ευρύτερη περιφέρεια, τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία δεν καταδεικνύουν κατάσταση τέτοιας έκτασης και έντασης ώστε κάθε άμαχος να εκτίθεται αυτομάτως και αδιακρίτως σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Αντιθέτως, από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά το τελευταίο έτος στο ίδιο το χωριό Bekora καταγράφηκε μόλις ένα περιστατικό ασφαλείας με δύο θανάτους, γεγονός που δεν δύναται να καταδείξει επίπεδο βίας αντίστοιχο με εκείνο που η νομολογία έχει χαρακτηρίσει ως εξαιρετικό.
Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν προέβαλε ούτε τεκμηρίωσε οποιεσδήποτε ιδιαίτερες προσωπικές περιστάσεις που να αυξάνουν τον κίνδυνο που ενδεχομένως αντιμετωπίζει σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής. Αντιθέτως, ο ίδιος δήλωσε επανειλημμένα ότι ούτε ο ίδιος ούτε η οικογένειά του είχαν οποιαδήποτε σύνδεση είτε με τις κυβερνητικές δυνάμεις είτε με τους “Amba boys”, ενώ αποδέχθηκε ότι το περιστατικό κατά το οποίο σκοτώθηκαν μέλη της οικογένειάς του εντασσόταν στο πλαίσιο γενικευμένης στρατιωτικής επιχείρησης και όχι προσωπικής στοχοποίησης. Ο ίδιος επίσης ανέφερε ότι ουδέποτε συνελήφθη, κρατήθηκε ή κακοποιήθηκε από τις αρχές του Καμερούν.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδω στο γεγονός ότι, κατά την επιστροφή του από τη Νιγηρία στο Καμερούν το 2019, ο Αιτητής διήλθε από επανειλημμένους στρατιωτικούς ελέγχους χωρίς να υποστεί οποιαδήποτε βλάβη. Παρά το γεγονός ότι ελέγχθηκε από τις αρχές λόγω της αγγλόφωνης καταγωγής του, αφέθηκε ελεύθερος αφού παρουσίασε τα έγγραφά του και εξήγησε την κατάστασή του. Ομοίως, παρέμεινε στη Douala χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα και αναχώρησε νόμιμα από τη χώρα χρησιμοποιώντας το διαβατήριό του. Τα στοιχεία αυτά αποδυναμώνουν ουσιωδώς τον ισχυρισμό περί ύπαρξης πραγματικού και προσωπικού κινδύνου σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του.
Περαιτέρω, μολονότι ο Αιτητής επηρεάστηκε αναμφίβολα από τη γενικότερη κατάσταση βίας στην περιοχή καταγωγής του, η νομολογία του ΔΕΕ στην υπόθεση Elgafaji καθιστά σαφές ότι οι γενικοί κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται ο πληθυσμός ή μέρος αυτού δεν συνιστούν συνήθως προσωπική απειλή υπό την έννοια του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας, εκτός εάν η κατάσταση χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά υψηλό επίπεδο αδιάκριτης βίας ή συντρέχουν πρόσθετα εξατομικευμένα στοιχεία κινδύνου. Στην παρούσα υπόθεση δεν διαπιστώνεται ούτε το πρώτο ούτε το δεύτερο.
Εφαρμόζοντας δε την αρχή της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας», όπως αυτή έχει διαμορφωθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Elgafaji, δεν διαπιστώνεται στην περίπτωση του Αιτητή η ύπαρξη εξατομικευμένων παραγόντων κινδύνου που να διαφοροποιούν ουσιωδώς τη θέση του από εκείνη του γενικού πληθυσμού της περιοχής καταγωγής του. Ειδικότερα, πρόκειται για νεαρό ενήλικα, χωρίς προβλήματα υγείας ή άλλα στοιχεία ιδιαίτερης ευαλωτότητας, απόφοιτο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με προηγούμενη επαγγελματική εμπειρία ως αγρότης, στοιχεία τα οποία καταδεικνύουν ότι διαθέτει ικανότητα προσαρμογής και επανένταξης στη χώρα καταγωγής του. Περαιτέρω, ο ίδιος ουδέποτε υπήρξε αντικείμενο προσωπικής στοχοποίησης από τις αρχές ή άλλους δρώντες, ούτε υπέστη κράτηση, βασανιστήρια ή άλλη μορφή σοβαρής κακομεταχείρισης, ενώ οι επανειλημμένοι έλεγχοι στους οποίους υποβλήθηκε δεν κατέληξαν σε οποιαδήποτε επιβλαβή μεταχείριση εις βάρος του.
Λαμβάνοντας συνεπώς υπόψη το επίπεδο της βίας στην περιοχή συνήθους διαμονής του Αιτητή, την απουσία στοιχείων προσωπικής στοχοποίησης, το γεγονός ότι ουδέποτε υπέστη δίωξη ή σοβαρή κακομεταχείριση, την ασφαλή διέλευσή του από στρατιωτικά σημεία ελέγχου και την απρόσκοπτη έξοδό του από τη χώρα, καθώς και την έλλειψη ιδιαίτερων προσωπικών χαρακτηριστικών που να τον διαφοροποιούν από τον γενικό πληθυσμό ή να τον καθιστούν ειδικώς εκτεθειμένο σε κίνδυνο, κρίνω ότι δεν έχουν τεκμηριωθεί ουσιώδεις λόγοι ώστε να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Υπό το φως των ανωτέρω, και λαμβανομένης υπόψη της σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κρίνεται ότι, παρά την αναμφισβήτητη ύπαρξη κατάστασης ανασφάλειας και ένοπλης έντασης στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, η κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή καταγωγής του Αιτητή δεν έχει φθάσει σε τέτοιο εξαιρετικό επίπεδο αδιάκριτης βίας ώστε η παρουσία και μόνον του Αιτητή εκεί να αρκεί για να θεμελιώσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής φέρει ιδιαίτερα προσωπικά χαρακτηριστικά ή εξατομικευμένους παράγοντες κινδύνου που να δικαιολογούν διαφορετική αξιολόγηση της περίπτωσής του. Συνεπώς, δεν θεμελιώνεται η ύπαρξη ουσιωδών λόγων να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του και, ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, είναι η κατάληξη μου ότι ορθώς κρίθηκε και επί της ουσίας ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, και περαιτέρω, ορθώς θεωρήθηκε ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη, ως αμφότερες οι έννοιες αυτές ορίζονται από την οικεία νομοθεσία (βλ. άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου).
Με βάση συνεπώς το σύνολο των στοιχείων ενώπιόν μου, όπως έχω αναλύσει ανωτέρω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του Αιτητή.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Το ονοματεπώνυμο του λειτουργού παρατίθεται ανωνυμοποιημένο.
[2] Βλ. ως προς το τεκμήριο της κανονικότητας των διοικητικών πράξεων, απόφαση στην Υπόθεση Αρ. 1639/2005, Μd Moin Uddin ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ;ημερ. 27.4.2007 και Απόφαση στην ;Υπόθεση αρ. 465/1998, Ανδρούλλα Κωνσταντινίδου ν. Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, ημερ. 8.3.2000, ;(2000) 4 ΑΑΔ 148 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
[3] Κυριάκος Κουδουνά ν. Δημοκρατίας, ;Υποθ. Αρ. 592/2009, ημερ. 30.12.2010.
[4] Βλ. σχετικό operational plan 2022-2024 agreed by the European Union Agency for Asylum and the Republic of Cyprus στον ακόλουθο σύνδεσμό: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/EUAA_Operating_Plan_to_Cyprus2022-2024-Amendment_0.pdf
[5] Χατζησωτηρίου κ.α. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, (2008) 3ΑΑΔ 524, Βάσος Κωνσταντίνου κ.α. v. Δήμος Πάφου (1998) 3ΑΑΔ 707.
[6] Βλ. Γεωργιάδου ν. Ε.Τ.Ε.Κ., υπόθ. αρ. 1036/14, ημερ. 09.02.2018.
[7] Απόφαση αρ. 128/2008, JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 01.02.2010.
[10] Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009.
[11] ΟΔΗΓΙΑ 2011/95/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση).
[12] Mapcarta, Bekora, https://mapcarta.com/N3037751253 (ημερομηνία πρόσβασης 25.05.2026)
[13] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Southwest Perfecture, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία πρόσβασης 25.05.2026)
[14] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Bekora, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία πρόσβασης 25.05.2026)
[15] City Population, Cameroon: Southwest Region,
https://citypopulation.de/en/cameroon/cities/?admid=6826 (ημερομηνία πρόσβασης 25.05.2026)
[16] GCRP (Global Centre for the Responsibility to Protect), Cameroon, 16 Μαρτίου 2026, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/ (ημερομηνία πρόσβασης 25.05.2026)
[17] European Commission, Cameroon, τελευταία ενημέρωση στις 25.04.2025, https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en (ημερομηνία πρόσβασης 25.05.2026)
[18] European Commission, Cameroon, last updated 25 April 2025, https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en (ημερομηνία πρόσβασης 25.05.2026)
[19] European Commission, Cameroon, last updated 25 April 2025, https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en (ημερομηνία πρόσβασης 25.05.2026)
[20] European Commission, Cameroon, last updated 25 April 2025, https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en (ημερομηνία πρόσβασης 25.05.2026)
[21] UN OCHA, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.81, 30 Οκτωβρίου 2025, https://www.unocha.org/attachments/d724d669-0a06-4f11-be6d-5f359fe13fac/SITREP%20NWSW_September%202025_Final.pdf, σελ. 2, (ημερομηνία πρόσβασης 25.05.2026)
[22] UN OCHA, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.81, 30 Οκτωβρίου 2025, https://www.unocha.org/attachments/d724d669-0a06-4f11-be6d-5f359fe13fac/SITREP%20NWSW_September%202025_Final.pdf, σελ. 2 (ημερομηνία πρόσβασης 25.05.2026)
[23] UNOCHA, Cameroon: North-West and South-West, Situation Report No.85, 30 Απριλίου 2026, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.85, 1 January to 31 March 2026 - Cameroon | ReliefWeb (ημερομηνία πρόσβασης 25.05.2026)
[24] UNOCHA, Cameroon: North-West and South-West, Situation Report No.85, 30 Απριλίου 2026, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.85, 1 January to 31 March 2026 - Cameroon | ReliefWeb (ημερομηνία πρόσβασης 25.05.2026)
[25] UNOCHA, Cameroon: North-West and South-West, Situation Report No.85, 30 Απριλίου 2026, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.85, 1 January to 31 March 2026 - Cameroon | ReliefWeb (ημερομηνία πρόσβασης 25.05.2026)
[26] UNOCHA, Cameroon: North-West and South-West, Situation Report No.85, 30 Απριλίου 2026, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.85, 1 January to 31 March 2026 - Cameroon | ReliefWeb (ημερομηνία πρόσβασης 25.05.2026)
[27] GPC (Global Protection Cluster), Protection Monitoring Update; January - March 2025, 15.05.2025, https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2025-05/pm_quarterly_update_jan-mar_2025.pdf, σελ. 2 (ημερομηνία πρόσβασης 25.05.2026)
[28] CGRS-CEDOCA (Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit), Cameroun; Régions anglophones: situation sécuritaire, 11 June 2025, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20250611.pdf, σελ. 4 (ημερομηνία πρόσβασης 25.05.2026)
[29] CGRS-CEDOCA (Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit), Cameroun; Régions anglophones: situation sécuritaire [Cameroon: Anglophone Regions-Security Situation], 11 June 2025,
https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20250611.pdf, σελ. 3 (ημερομηνία πρόσβασης 25.05.2026)
[30] GCRP (Global Center for the Responsibility to Protect), Cameroon-Populations at Risk, 14 Νοεμβρίου 2025, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/ (ημερομηνία πρόσβασης 25.05.2026)
[31] Amnesty International, The State of the World's Human Rights; Cameroon 2025, 21 Απριλίου 2026, Amnesty International (Author): “The State of the World's Human Rights; Cameroon 2025”, Document #2139255 - ecoi.net (ημερομηνία πρόσβασης 25.05.2026)
[32] Global Protection Cluster, Cameroon: Protection Analysis Update - Update on Protection Risks Caused by Protracted Armed Conflicts, and Climatic Hazards, Μάρτιος 2025, https://globalprotectioncluster.org/index.php/publications/2223/reports/protection-analysis-update/cameroon-protection-analysis-update, σελ. 2 (ημερομηνία πρόσβασης 25.05.2026)
[33] Global Protection Cluster, Cameroon: Protection Analysis Update - Update on Protection Risks Caused by Protracted Armed Conflicts, and Climatic Hazards, Μάρτιος 2025, https://globalprotectioncluster.org/index.php/publications/2223/reports/protection-analysis-update/cameroon-protection-analysis-update, σελ. 2 (ημερομηνία πρόσβασης 25.05.2026)
[34] Global Protection Cluster, Cameroon: Protection Analysis Update - Update on Protection Risks Caused by Protracted Armed Conflicts, and Climatic Hazards, Μάρτιος 2025, https://globalprotectioncluster.org/index.php/publications/2223/reports/protection-analysis-update/cameroon-protection-analysis-update, σελ. 2 (ημερομηνία πρόσβασης 25.05.2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο