J. Z. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Εσωτερικών, Υπόθεση αρ. ΔΚ 8/26, 25/5/2026
print
Τίτλος:
J. Z. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Εσωτερικών, Υπόθεση αρ. ΔΚ 8/26, 25/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ. ΔΚ 8/26

 

25 Μαΐου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

J. Z.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Εσωτερικών

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κκ Μ. Αθανασίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για Αιτητή

Κος Ν. Κουρσάρης, Δικηγόροι για τους καθ’ ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται όπως το διάταγμα κράτησης ημ.20/04/26 ακυρωθεί (Αιτητικό Α) και, ως το θέτει, απόφαση του Δικαστήριού με την οποία να ακυρώνεται και/ή τροποποιείται το προσβαλλόμενο διάταγμα και δια της οποίας «διατάζονται εναλλακτικά της κράτησης μέτρα» (Αιτητικό Β).

Ως εκτίθεται στην Ένσταση των καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του Διοικητικού Φακέλου (στο εξής ΔΦ) του Τμήματος Μετανάστευσης (στο εξής ΤΜ), που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσης, ο αιτητής κατάγεται από τη Συρία, το δε ιστορικό του στη Δημοκρατία έχει ως εξής.

Ο αιτητής αφίχθηκε στη Δημοκρατία στις 31/10/23, δια θαλάσσης, στο ακρωτήρι Γκρέκο, μαζί με άλλους ομοεθνείς του και, μετά από πληροφορίες που λήφθηκαν, καταχωρήθηκε στο Ε. Δ. Αμμοχώστου η ποινική υπόθεση αρ.2879/23, στα πλαίσια της οποίας κρίθηκε ένοχος, μεταξύ άλλων, για το αδίκημα εισόδου στη Δημοκρατία δια μέσω μη εγκεκριμένου λιμένος και της συνδρομής σε απαγορευμένο μετανάστη για είσοδο στη Δημοκρατία, και καταδικάστηκε σε 36 μήνες φυλάκιση (ερ.7-15). Στις 12/02/24 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, την οποία και ακολούθως απέσυρε ρητώς στις 14/02/25, καθώς επιθυμούσε να επιστρέψει στη Συρία, ως κατέστη παραδεκτό στις διευκρινήσεις (βλ. ερ.1-5, 16). Την 01/07/25 ο αιτητής κηρύχθηκε ως απαγορευμένος μετανάστης και εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης, βάσει του ΚΕΦ.105 (ερ.15, 18-19). Στις 10/09/25 ο αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση ασύλου, στις 13/03/26 αποφυλακίστηκε (μετά την έκτιση της ως άνω ποινής του) και αμέσως τέθηκε υπό κράτηση δυνάμει του ως άνω διατάγματος κράτησης ημ.01/07/25 (ερ.26). Ενόψει υποβολής μεταγενέστερης αίτησης ασύλου (10/09/25), στις 20/04/26, το διάταγμα απέλασης ημ.01/07/25 αναστάλθηκε, το διάταγμα κράτησης ημ.01/07/25 ακυρώθηκε και εκδόθηκε κατά του αιτητή το εδώ επίδικο διάταγμα κράτησης ημ.20/04/26 (ερ.33-37). Ως αναφέρεται και από τους συνηγόρους του (σελ.2, σημεία Β - Γ και σελ.6 αγόρευσης αιτητή), εκκρεμεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης ασύλου που υπέβαλε ο αιτητής.

Στην αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή, κατόπιν αναφοράς στα γεγονότα που περιβάλλουν το επίδικο διάταγμα, παράθεσης της οικείας νομοθεσίας, καθώς και πλήθος παραπομπών στη νομολογία του ΕΔΑΔ (Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων) αναφέρει ότι, κατά παράβαση του αρ.9ΣΤ του Περί Προσφύγων Νόμου (στο εξής ο Νόμος), δεν έγινε κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος εξατομικευμένη εξέταση, δεν εξετάστηκε το ενδεχόμενο επιβολής εναλλακτικών της κράτησης μέτρων, δεν εξετάστηκε δεόντως η ένταση του κινδύνου διαφυγής του αιτητή και δεν τηρήθηκε η αρχή της αναλογικότητας και αναγκαιότητας και δια τούτο, ως εισηγείται, το επίδικο εδώ διάταγμα είναι προϊόν ανεπαρκούς έρευνας και δεν αιτιολογείται. Αναφέρει δε περαιτέρω ότι, ενόψει της εκκρεμούσας αιτήσεως ασύλου, δεν ήταν – ως εισηγείται – επιτρεπτή η κράτηση, δεδομένης της αναστολής του διατάγματος απέλασης ημ.01/07/25, δεδομένου ότι ελλείπει, ως αναφέρει, η «ρεαλιστική προοπτική απομάκρυνσης» (σελ.5 αγόρευσης) του αιτητή και εφόσον θα έπρεπε, ως περαιτέρω εξηγεί, «να αναμένουν την έκβαση της διαδικασίας επανανοίγματος» (σελ.7 αγόρευσης αιτητή), όπου και προφανώς αναφέρεται στην ολοκλήρωση της εξέτασης της μεταγενέστερης αίτησης ασύλου ημ.10/09/25). Ως επίσης εισηγείται (σελ.4 αγόρευσης), η κράτηση του αιτητή είναι καταχρηστική, στηρίζεται επί εσφαλμένης νομικής βάσης και είναι προϊόν πλάνης περί τον νόμο. Στην προσφυγή επισυνάπτονται εκτυπώσεις διαδικτυακής πηγής, για τους Αλαουίτες (θρησκευτική και εθνοτική μειονότητα) στη χώρα καταγωγής και τις επιθέσεις που δέχονται. Σημειώνω εδώ ότι επί της νομολογίας που ο αιτητής παραθέτει θα επανέλθω πιο κάτω, όπου τούτο ήθελε κριθεί σκόπιμο.

Ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση ενέμεινε στη νομιμότητα και ορθότητα του επίδικου διατάγματος και σημείωσε ότι είναι καθ’ όλα νόμιμό, πλήρως αιτιολογημένο, προϊόν εξατομικευμένης εξέτασης όλων των δεδομένων της υπόθεσης, αναλογικό προς τον επιδιωκόμενο δι’ αυτού σκοπό, και απολύτως αναγκαίο, δεδομένου του ιστορικού του αιτητή. Παραπέμπουν προς τα ως άνω σε πλούσια νομολογία αλλά και αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου, σημειώνοντας δε ότι εκ του ιστορικού του αιτητή καταδεικνύεται ότι δεν θα μπορούσαν εδώ να επιβληθούν εναλλακτικά της κράτησης μέτρα, ενόψει του ιστορικού του αιτητή. Στην επιμέρους επιχειρηματολογία των καθ’ ων η αίτηση αλλά και στα όσα ανέφεραν στις διευκρινίσεις θα επανέλθω πιο κάτω, όπου ήθελε κριθεί σκόπιμο, κατά την ενασχόληση με τους ισχυρισμούς του αιτητή.

Κατά τις διευκρινήσεις η συνήγορος του αιτητή υιοθέτησε την αγόρευση της και ανέφερε ότι ο αιτητής δεν είχε μόνιμη διεύθυνση στη Δημοκρατία γιατί με την είσοδο του σ’ αυτή συνελήφθη, τέθηκε υπό κράτηση, καταδικάστηκε σε φυλάκιση και κατά την αποφυλάκιση του έμεινε και πάλι υπό κράτηση δυνάμει διατάγματος ημ.01/07/25 και ακολούθως του επίδικου εδώ διατάγματος. Σημείωσε δε ότι, μεταξύ άλλων, είχε αρνηθεί να υπογράψει το ερ.20, που είναι η απόφαση με την οποία κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης, καθώς, ως ανέφερε η συνήγορος του, δεν αντιλαμβανόταν την αγγλική, χωρίς ωστόσο τελικά να διευκρινίσει σε ποια άλλα έγγραφα αναφέρεται.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, ως ανέφερε η συνήγορος του αιτητή κατά τις διευκρινήσεις, η αναφορά στη γραπτή αγόρευση σε προδικαστική ένσταση στην αγόρευση του αιτητή έγινε εκ παραδρομής, αφού, ως προκύπτει και από το σύνολο των δικογράφων, ουδεμία προδικαστική ένσταση ηγέρθη από τους καθ’ ων η αίτηση.

Οι καθ’ ων η αίτηση υιοθέτησαν την αγόρευση τους, εμμένοντας στη νομιμότητα του εδώ επίδικου διατάγματος και έκαναν αναφορά στην απόφαση επί της προσφυγής ΔΚ48/25, ημ.19/02/26, επί παρόμοιων – ως αναφέρθηκε – περιστάσεων με την παρούσα.

Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το προσβαλλόμενο διάταγμα.

«ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΚΡΑΤΗΣΗΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9ΣΤ

ΕΠΕΙΔΗ ο J. Z. υπήκοος Συρίας είναι αιτητής διεθνούς προστασίας και επειδή πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου καθότι

ο J. Z. κρατείται

(α) Για να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή.

(β) Στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των Άρθρων 180Γ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, προκειμένου να προετοιμαστεί η επιστροφή ή/και να διεξαχθεί η διαδικασία απομάκρυνσής της και επειδή τεκμηριώνεται στη βάση αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι ο J. Z. ενόσω ήταν υπό κράτηση στις φυλακές υπέβαλε μεταγενέστερη ασύλου, ως εκ τούτου, υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι η υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας έγινε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα και/ή να ματαιώσει τη διαδικασία επαναπατρισμού του

ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ κατόπιν ατομικής αξιολόγησης θεώρησα ότι είναι αναγκαίο ο J. Z. να παραμείνει υπό κράτηση βάσει των άρθρων 9ΣΤ (2) (β) και (δ) του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2020), καθότι στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται ότι δεν είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3) του άρθρου 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2020), καθότι με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 18ΟΔ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, υπάρχει κίνδυνος διαφυγής για τους πιο κάτω λόγους,

1.     ΕΠΕΙΔΗ δεν εντοπίστηκε στην κατοχή του έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο.

2.     ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ είχε καταδίκη που καταγράφεται σε μητρώο της Δημοκρατίας ή άλλου κράτους και είναι τέτοια που δημιουργεί εικασία ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας μπορεί να διαφύγει

3.     ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ δεν έχει διεύθυνση συνήθους διαμονής.

4.     ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ θεωρήθηκε απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (κ), του εδαφίου (1), του Άρθρου 6 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (1952-2021), έχει συλληφθεί και σε βάρος του εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης ημερ.01/07/2025.

5.     ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ κρατείται με σκοπό τον επαναπατρισμό του, κρίνω ότι η αίτηση του για Διεθνή Προστασία υποβλήθηκε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα στη διαδικασία επαναπατρισμού του.

ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΟΠΟ ΑΥΤΟ, ασκώντας τις εξουσίες που δίνουν στο Υπουργικό Συμβούλιο το άρθρο 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου, καθώς και το Άρθρο 188.3.(γ) του Συντάγματος, οι οποίες εξουσίες εκχωρήθηκαν σε εμένα, εγώ η Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης με το παρόν διατάσσω όπως ο J. Z. ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΙ υπό κράτηση για όσο διάστημα ισχύουν οι λόγοι κράτησης που αναφέρονται πιο πάνω.

ΚΑΙ με το παρόν διάταγμα εξουσιοδοτώ και εντέλλομαι τον Αρχηγό Αστυνομίας, ή οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομικής Δύναμης που τυχόν θα διαταχθεί, να εκτελέσει το διάταγμα αυτό και για την εκτέλεσή του το παρόν διάταγμα αποτελεί επαρκή εξουσία και εντολή.

ΕΓΙΝΕ από μένα στη Λευκωσία 20η ημέρα του Απριλίου 2026»

Έχω διέλθει με προσοχή των εκατέρωθεν επιχειρημάτων των ευπαίδευτων συνήγορων των μερών, όπως εκτίθενται στις γραπτές αγορεύσεις που υποβλήθηκαν στα πλαίσια της παρούσας, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προφορικών τοποθετήσεων τους και του περιεχομένου του ΔΦ.

Σε σχέση κατ’ αρχήν με την αιτιολογία αυτού αλλά και την παράθεση των πραγματικών και των νομικών λόγων για τους οποίους εκδόθηκε, σύμφωνα και με την ρητή επιταγή του αρ.9ΣΤ (5) του Νόμου, παρατηρώ τα ακόλουθα.

Στην υπόθεση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής ΔΕΕ) C-18/16 Κ. v. Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie, ημ.14/09/2017, λέχθηκε ότι «[...] σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφοι 2 και 4, της ίδιας οδηγίας, στη σχετική με την κράτηση απόφαση αναφέρονται οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι στους οποίους αυτή βασίζεται […] ».

Από την ανάγνωση του λεκτικού του ως άνω διατάγματος διαπιστώνω ότι αναφέρονται οι νομικές βάσεις που αυτό εδράζεται και παρατίθενται, έστω και μερικώς συγκεχυμένα, οι πραγματικοί λόγοι που τεκμηριώνουν τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τίθενται εκ του αρ.9ΣΤ (2) (β), (δ) του Νόμου, στη βάση των οποίων και θεωρήθηκε ότι «υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι ο αιτητής υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας, προκειμένου να καθυστερεί απλώς ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής» και αναφέρεται επίσης πως το επίδικο διάταγμα έχει ως πρόσθετο σκοπό «να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή», αλλά και των παραμέτρων που συνυπολογίστηκαν και κατέστησαν – κατά τον εκδότη του επίδικου διατάγματος - αναγκαία και αναλογική προς τον ως άνω σκοπό την κράτηση του αιτητή εν προκειμένω, αντί επιβολής εναλλακτικών μέτρων.

Τα ανωτέρω ευθυγραμμίζονται και με σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ, όπου στην απόφαση του Khlaifia and others v Italy, υπ. αρ.16483/12, ημ.15/12/2016, παρ.115, αναφέρεται σε «essential legal and factual grounds» και αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με το αρ.5 της ΕΣΔΑ:

«Paragraph 2 of Article 5 lays down an elementary safeguard: any person who has been arrested should know why he is being deprived of his liberty. This provision is an integral part of the scheme of protection afforded by Article 5: any person who has been arrested must be told, in simple, non-technical language that he can understand, the essential legal and factual grounds for his deprivation of liberty, so as to be able to apply to a court to challenge its lawfulness in accordance with paragraph 4 (see Van der Leer v. the Netherlands, 21 February 1990, § 28, Series A no. 170‑A, and L.M. v. Slovenia, cited above, §§ 142-43). Whilst this information must be conveyed “promptly”, it need not be related in its entirety by the arresting officer at the very moment of the arrest. Whether the content and promptness of the information conveyed were sufficient is to be assessed in each case according to its special features (see Fox, Campbell and Hartley v. the United Kingdom, 30 August 1990, § 40, Series A no. 182, and Čonka, cited above, § 50). »

Θεωρώ λοιπόν ότι από το λεκτικό που παρατίθεται στο ως άνω διάταγμα ικανοποιούνται οι ρητές πρόνοιες του αρ.9ΣΤ (5). Σημειώνεται δε ότι η αιτιολογία του μπορεί βεβαίως να συμπληρωθεί και από τα στοιχεία του φακέλου (βλ. Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1967) 3 Α.Α.Δ. 7 και Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270).

Το κατά πόσο δε το εδώ επίδικο διάταγμα είναι προϊόν δέουσας έρευνας, η ορθότητα της αιτιολογίας του, το ενδεχόμενο τούτο να εξεδόθη υπό καθεστώς πλάνης περί τον νόμο ή τα πράγματα, η ορθότητα του και η συμφωνία του με τις αρχές της αναλογικότητας και αναγκαιότητας της κράτησης, αλλά και η συμβατότητα του με τη νομοθεσία και νομολογία, εθνική και ενωσιακή, θα κριθεί πιο κάτω, στα πλαίσια της επί της ουσίας εξέτασης του προσβαλλόμενου διατάγματος, που ακολουθεί (βλ. Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.17/2021, Janelidze v. Δημοκρατίας, ημ.21/09/21, όπου λέχθηκε ότι το Δικαστήριο ελέγχει «όχι μόνο τη νομιμότητα αλλά και την ορθότητα της κάθε απόφασης της διοίκησης που τίθεται ενώπιον του με την προσφυγή που υποβάλλεται.»).

Αρχίζοντας από τη νομική βάση του επίδικου διατάγματος στο αρ.9ΣΤ (2) (β), ήτοι «για να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή», στο εγχειρίδιο «Κράτηση αιτούντων διεθνή προστασία στο πλαίσιο του Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου», του EASO, 2019, σελ.28, αναφέρονται τα εξής κατατοπιστικά:

«Το πρώτο σκέλος αυτού του λόγου πρέπει, εκ φύσεως, να λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη τα πραγματικά περιστατικά. Οι κατευθυντήριες οδηγίες της UNHCR σχετικά με την κράτηση είναι και πάλι χρήσιμες καθώς η κατευθυντήρια οδηγία 4.1 στην παράγραφο 28 αναφέρει τα εξής:

Είναι επιτρεπτή η κράτηση ενός αιτούντος για ένα περιορισμένο αρχικό διάστημα για λόγους καταγραφής, στα πλαίσια προκαταρκτικής συνέντευξης, των στοιχείων στα οποία βασίζει την αίτησή του για διεθνή προστασία. Παρ’ όλ’ αυτά, η κράτηση αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί αιτιολογημένη μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η συγκεκριμένη πληροφορία δεν θα μπορούσε να δοθεί χωρίς να υπάρξει κράτηση. Αυτό συνεπάγεται την καταγραφή σημαντικών πληροφοριών από τον αιτούντα άσυλο, όπως για παράδειγμα των λόγων για τους οποίους ζητεί να του χορηγηθεί άσυλο. Αυτό συνήθως δεν επεκτείνεται στην κρίση για το βάσιμο των ισχυρισμών του. Η εξαίρεση αυτή στον βασικό κανόνα - ότι δηλαδή η κράτηση των αιτούντων άσυλο αποτελεί έσχατο μέτρο - δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αιτιολογηθεί η κράτηση καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας καθορισμού του καθεστώτος του αιτούντος άσυλο, ή για απεριόριστο χρονικό διάστημα.

Παρότι ο «κίνδυνος διαφυγής» είναι μια πρόβλεψη, φαίνεται πιθανό ότι στις περισσότερες περιπτώσεις θα αποτελέσει τη βάση του λόγου αυτού διότι εάν ο αιτών διεθνή προστασία δεν είναι πιθανό να διαφύγει, είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς υπό ποιες περιστάσεις τα στοιχεία του ισχυρισμού επί του οποίου βασίζεται η αίτηση δεν θα μπορούσαν να ληφθούν χωρίς να υπάρξει κράτηση.»

Ανατρέχοντας στο σώμα του επίδικου διατάγματος και στα στοιχεία του ΔΦ δεν εντοπίζω εδώ οιανδήποτε αναφορά σε συγκεκριμένο στοιχείο που απομένει να προσδιοριστεί και συνεπώς ουδόλως τεκμηριώνεται ότι είναι αναγκαίο να τεθεί υπό κράτηση προκειμένου, ως αναφέρεται στο επίδικο διάταγμα, «να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη», αφού δεν προσδιορίζεται και ούτε είναι δυνατό να συναχθεί ευλόγως, χωρίς διολίσθηση σε εικασίες, από τα ενώπιον μου δεδομένα ποια είναι τα στοιχεία τα οποία θα πρέπει να προσδιοριστούν και καθιστούν αναγκαία την κράτηση σ’ αυτή τη βάση. Ούτε και ικανοποιούμαι ότι το επίδικο διάταγμα εξεδόθη με σκοπό «την καταγραφή σημαντικών πληροφοριών από τον αιτούντα άσυλο, όπως για παράδειγμα των λόγων για τους οποίους ζητεί […] άσυλο» με δεδομένο το ότι, ως και στο πιο πάνω απόσπασμα από το εγχειρίδιο του EASO αναφέρεται, «[η] εξαίρεση αυτή στον βασικό κανόνα - ότι δηλαδή η κράτηση των αιτούντων άσυλο αποτελεί έσχατο μέτρο - δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αιτιολογηθεί η κράτηση καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας καθορισμού του καθεστώτος του αιτούντος άσυλο, ή για απεριόριστο χρονικό διάστημα», λαμβανομένου και υπόψη εν προκειμένω του ότι το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε στις 20/04/26, ήτοι 7 και πλέον μήνες μετά την υποβολή της (εκκρεμούσας) μεταγενέστερης αιτήσεως ασύλου, διάστημα κατά το οποίο ο αιτητής εξέτιε ποινή φυλάκισης και ακολούθως τελούσε υπό κράτηση δυνάμει διατάγματος του Κεφ.105, και συνεπώς – εξ αντικειμένου - υπήρχε αρκετός χρόνος, σε κάθε περίπτωση, για συλλογή των στοιχείων που απέμεναν και τα οποία ενδεχομένως οι καθ’ ων η αίτηση θεωρούσαν απαραίτητα, πριν την έκδοση του επίδικου διατάγματος.

Καταλήγω λοιπόν ότι δεν πληρούται εδώ μια εκ των σωρευτικών προϋποθέσεων, ήτοι η αναγκαιότητα προσδιορισμού των στοιχείων στα οποία βασίζεται η αίτηση, «η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη», και συνεπώς το επίδικο διάταγμα στερείται νομικού ερείσματος στο αρ.9ΣΤ (2) (β).

Παρά τα ως άνω όμως το ζήτημα δεν σταματά εδώ, καθώς η πάσχουσα νομική βάση δεν αρκεί για να καταστήσει άνευ ετέρου ακυρωτέο το επίδικο διάταγμα, για τους λόγους που θα εξηγήσω αμέσως.

Τα αρ.31 και 32 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (158(I)/1999), αναφέρουν τα ακόλουθα:

«31. Εσφαλμένη νομική αιτιολογία δεν οδηγεί σε ακύρωση της πράξης, αν η πράξη μπορεί νομική να έχει άλλο νομικό έρεισμα.

32. Όταν η πράξη έχει πολλαπλές ή διαζευκτικές αιτιολογίες και μία από αυτές είναι λανθασμένη, η πράξη είναι ακυρωτέα, εκτός αν κριθεί ότι η λανθασμένη αιτιολογία ήταν επικουρική ή δευτερεύουσα της ορθής αιτιολογίας και ως εκ τούτου δεν επηρέασε το αρμόδιο διοικητικό όργανο στη λήψη της απόφασης.»

Σχετικώς, στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην Ανδριάνθη Κ. Στυλιανού ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Πελενδρίου (1997) 4 Α.Α.Δ. 2882, λέχθηκε ότι «[σε] περίπτωση πολλαπλών ή επάλληλων αιτιολογιών αρκεί κατά κανόνα η νομιμότητα μιας μόνο από αυτές για να στηρίξει επαρκώς την προσβαλλόμενη πράξη. Οποτεδήποτε διοικητική πράξη επικαλείται περισσότερα του ενός ερείσματα, αρκεί η ορθότητα ενός από αυτά για να την στηρίξει.». Στη δε Χριστοδουλίδης ν. Δημοκρατίας (1984) 3 Α.Α.Δ. 1297, Ολομέλεια, είχε ειπωθεί ότι «it is a firmly established principle of Administrative Law that even if an administrative decision could not have been validly based on the legal reason which was actually stated in support of it such decision should still be upheld judicially if it could, nevertheless, be reached validly on the basis of some other legal reason (see, inter alia, in this respect, Pikis v. The Republic, (1967) 3 C.L.R. 562, 575, Spyrou (No. 1) v. The Republic, (1973) 3 C.L.R. 478, 484, Akinita Anthoupolis Ltd. v. The Republic, (1980) 3 C.L.R. 296, 303 and Paraskevopoulou v. The Republic, (1980) 3 C.L.R. 647, 661, 662). »

Εν προκειμένω, παρότι, ως ανωτέρω εξηγώ, έχω ήδη καταλήξει ότι το επίδικο διάταγμα στερείται νομικού ερείσματος στη βάση του αρ.9ΣΤ (2) (β), αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει από μόνο του σε ακύρωση του προσβαλλόμενου διατάγματος, αν ήθελε κριθεί πιο κάτω ότι οι προϋποθέσεις του αρ.9ΣΤ (2) (δ) πληρούνται, καθώς «[λ]ανθασμένη νομική αιτιολογία δεν συνεπάγεται ακυρότητα, αν η πράξη μπορεί να βρει άλλο νομικό έρεισμα» . Άλλωστε, ως ειπώθηκε και στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.41/2024, Μ. Α. ν. Δημοκρατίας, ημ.29/05/25, με αναφορά και σε προηγούμενη νομολογία επί του ζητήματος «ο έλεγχος ουσίας στην οποία το [ΔΔΔΠ] προβαίνει επί διατάγματος κράτησης […] είναι θετικά διαπλαστικός, υπό την έννοια ότι δύναται να διαπλάσει το ίδιο το Δικαστήριο την πράξη που η Διοίκηση παράνομα εξέδωσε», στα πλαίσια της οποίας το Δικαστήριο μπορεί να συμπληρώσει «νομικό κενό με τη δική του κρίση, ασκώντας θετική δικαιοπλαστική εξουσία».

Σχετικά με τη βάση του επίδικου διατάγματος στο αρ.9ΣΤ (2) (δ) σημειώνω τα εξής.

Καθοδηγητικά είναι βεβαίως όσα καταγράφονται στο εγχειρίδιο της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες «Κατευθυντήριες Οδηγίες Για Την Κράτηση Αιτούντων Άσυλο», όπου, στην παρ.19, αναφέρεται ότι «οι αποφάσεις κράτησης θα πρέπει να βασίζονται σε λεπτομερή και εξατομικευμένη αξιολόγηση της αναγκαιότητας για κράτηση, παράλληλα με την παράθεση ενός νόμιμου σκοπού. Ως προς αυτό, τα κατάλληλα μέσα ελέγχου ή αξιολόγησης θα μπορούσαν να καθοδηγήσουν τους υπεύθυνους για τη λήψη αποφάσεων, ενώ θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις ή ανάγκες συγκεκριμένων κατηγοριών αιτούντων άσυλο […]. Μεταξύ των παραγόντων που καθοδηγούν τη λήψη αυτών των αποφάσεων μπορεί να είναι το στάδιο που διανύει η εξέταση της αίτησης ασύλου, ο τελικός προορισμός του αιτούντος, οι οικογενειακοί / κοινωνικοί δεσμοί, η προηγούμενη καλή συμπεριφορά και ο χαρακτήρας του ατόμου, καθώς και ο κίνδυνος φυγής ή η προθυμία και η κατανόηση της ανάγκης για συμμόρφωση.»

Στην αιτ. σκέψη 15 της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ, αναφέρεται ότι η «κράτηση αιτούντων θα πρέπει να είναι δυνατή μόνον σε σαφώς καθορισμένες, εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και να διέπεται από την αρχή της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας όσον αφορά τόσο τον τρόπο όσο και τον σκοπό της εν λόγω κράτησης», οι οποίες δεν είναι βεβαίως άλλες από τις περιοριστικά απαριθμούμενες στο άρ.8 (3), πάντοτε τηρούμενων των εγγυήσεων που προβλέπονται στο αρ.9 της Οδηγίας. Οι εν λόγω πρόνοιες της Οδηγίας έχουν μεταφερθεί στην εθνική μας νομοθεσία με το επίδικο άρ.9ΣΤ του Νόμου.

Βοηθητικό για την ερμηνευτική προσέγγιση του λεκτικού του αρ.9ΣΤ (2) (δ) είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του ΔΕΕ C-534/11, Mehmet Arslan v. Policie CR (στο εξής η υπόθεση Arslan), ημ.30/5/13, όπου εξετάστηκε η αλληλεπίδραση της οδηγίας 2005/118/ΕΚ, που αφορά επιστροφή παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, με τις οδηγίες επαναδιατύπωση των οποίων είναι ισχύουσες 2013/33/ΕΕ και 2013/32/ΕΕ.

«58. Συγκεκριμένα, εθνική διάταξη που επιτρέπει, υπό τέτοιες συνθήκες, τη διατήρηση της κρατήσεως του αιτούντος άσυλο είναι συμβατή προς το άρθρο 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 2005/85, εφόσον η κράτηση αυτή δεν προκύπτει από την υποβολή της αιτήσεως ασύλου, αλλά από τις περιστάσεις που χαρακτηρίζουν την ατομική συμπεριφορά του αιτούντος αυτού πριν και κατά την υποβολή της αιτήσεως αυτής.

59. Περαιτέρω, στον βαθμό που η διατήρηση της κρατήσεως φαίνεται ότι υπό παρόμοιες συνθήκες είναι αντικειμενικώς αναγκαία προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο ο ενδιαφερόμενος να αποφύγει οριστικά την επιστροφή του, η διατήρηση αυτή επιτρέπεται επίσης δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/9.

60. Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι, καίτοι η οδηγία 2008/115 είναι προσωρινώς ανεφάρμοστη κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας εξετάσεως της αιτήσεως ασύλου, τούτο ουδόλως σημαίνει ότι ως εκ τούτου θα τερματιζόταν οριστικά η διαδικασία επιστροφής, καθόσον αυτή μπορεί να συνεχιστεί σε περίπτωση που θα απορριπτόταν η αίτηση ασύλου. Όπως όμως επισήμαναν η Τσεχική, η Γερμανική, η Γαλλική και η Σλοβακική Κυβέρνηση, θα θιγόταν ο σκοπός της οδηγίας αυτής, ήτοι η αποτελεσματική επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, αν ήταν αδύνατο στα κράτη μέλη να αποφύγουν, υπό συνθήκες όπως αυτές που εκτέθηκαν στη σκέψη 57 της παρούσας αποφάσεως, να μπορεί ο ενδιαφερόμενος, με την υποβολή αιτήσεως ασύλου, να επιτυγχάνει αυτομάτως την απόλυσή του (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2011, C-329/11, Achughbabian, Συλλογή 2011, σ. Ι-12695, σκέψη 30).»

(Υπογράμμιση από τον γράφοντα)

Τα γεγονότα λοιπόν και η συμπεριφορά ενός αιτητή πριν αλλά και κατά την υποβολή της αιτήσεως ασύλου μπορούν να τεκμηριώσουν κατά περίπτωση αν «υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι το πρόσωπο υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας, προκειμένου να καθυστερεί απλώς ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής» [9ΣΤ (2) (δ) του Νόμου].

Επανερχόμενος τώρα στα ενώπιον μου στοιχεία και το ιστορικό του αιτητή πριν και κατά την υποβολή της αιτήσεως διεθνούς προστασίας, ως αυτά εκτίθενται εκτενώς πιο πάνω, τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω στην ολότητα τους, σημειώνω τα εξής.

Ο αιτητής εν προκειμένω εισήλθε παρανόμως στη Δημοκρατία, καταδικάστηκε γι’ αυτό, ενόσω εξέτιε την ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε, απέσυρε ρητώς στις 14/02/25 την 1η αίτηση ασύλου που υπέβαλε στις 12/02/24 και ακολούθως, αφότου κηρύχθηκε ως απαγορευμένος μετανάστης και εκδόθηκαν κατ’ αυτού, δυνάμει του ΚΕΦ.105, διατάγματα κράτησης και απέλασης ημ.01/07/25, ο αιτητής υπέβαλε στις 04/09/25  την μεταγενέστερη αίτηση ασύλου, της οποίας η εξέταση εκκρεμεί. Μετά την αποφυλάκιση του στις 13/03/26, ενώ τελούσε υπό κράτηση δυνάμει του διατάγματος κράτησης ημ.01/07/25, εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα κράτησης ημ.20/04/26.

Εκ των ως άνω μπορούν να συναχθούν τα εξής.

Κατ’ αρχήν, δεδομένου ότι η μεταγενέστερη αίτηση ημ.04/09/25 κρίθηκε παραδεκτή στις 10/09/25, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι ο αιτητής διατηρεί έκτοτε την ιδιότητα του αιτητή διεθνούς προστασίας.

Ως περαιτέρω προκύπτει από τα ενώπιον μου στοιχεία, ο αιτητής απέσυρε ρητώς την 1η αίτηση ασύλου που υπέβαλε, προκειμένου να επαναπατρισθεί, ως αναφέρθηκε από τη συνήγορο του κατά τις διευκρινήσεις και υπέβαλε την μεταγενέστερη αίτηση ασύλου, της οποίας η εξέταση εκκρεμεί, 7 μήνες μετά, στις 04/09/25, αφότου είχαν προ πολλού κινηθεί κατ’ αυτού διαδικασίες απομάκρυνσης του από τη Δημοκρατία και ενώ στο μεταξύ, ενόψει της ρητής απόσυρσης της 1ης αιτήσεως του, είχε απωλέσει την ιδιότητα αιτητή ασύλου[1], την οποία και επανέκτησε μετά που η εκκρεμούσα μεταγενέστερη αίτηση ασύλου κρίθηκε παραδεκτή (10/09/25). Εκ τούτου δεν μπορεί να αμφισβητείται ότι ο αιτητής κρατούνταν (παρότι δεν είχε ενεργοποιηθεί τότε το διάταγμα κράτησης ημ.01/07/25, αφού εξέτιε την ποινή του) «στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής […] προκειμένου να προετοιμάζεται η επιστροφή ή/και να διεξάγεται η διαδικασία απομάκρυνσης» και «είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης ασύλου», την οποία και απώλεσε οικειοθελώς, αποσύροντας εκουσίως την 1η αίτηση ασύλου που είχε υποβάλει

Δεδομένων των ως άνω καταλήγω ότι εν προκειμένω η καθυστέρηση που σημειώθηκε από την είσοδο του αιτητή στη Δημοκρατία μέχρις ότου, αφού τέθηκε υπό κράτηση, μετά που καταδικάστηκε, ενόσω εξέτιε την ποινή που του επιβλήθηκε και αφότου, αρκετούς μήνες προηγουμένως, είχε αποσύρει ρητώς την 1η αίτηση διεθνούς προστασίας που είχε υποβάλει, επανήλθε με την μεταγενέστερη αίτηση ημ.04/09/25, έχοντας καθ’ όλο τον ως άνω χρόνο κάθε δυνατότητα, ουδέν άλλωστε αναφέρθηκε από τη συνήγορο του περί του αντιθέτου, να προωθήσει την 1η αίτηση ασύλου που υπέβαλε, αρκεί για να θεωρηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του επίδικου αρ.9ΣΤ (2) (δ), ήτοι τεκμηριώνεται, κατ’ εύλογη πιθανολόγηση πάντοτε, καθ’ εικασία η οποία εδράζεται επί αντικειμενικών κριτηρίων, ότι ο μοναδικός σκοπός υποβολής της αιτήσεως διεθνούς προστασίας στις 04/09/25 ήταν η ματαίωση της επιστροφής του, η οποία είχε κινηθεί ήδη την 01/07/25, (και απλά ανέμεναν να εκτίσει την ποινή του προτού προχωρήσει η εν λόγω διαδικασία), δια της κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη και έκδοσης κατ’ αυτού των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης (Κεφ.105).

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ουδέν ετέθη στα πλαίσια της παρούσης ενώπιον μου σχετικά με το περιεχόμενο της μεταγενέστερης αιτήσεως του αιτητή. Όμως θα πρέπει να τονισθεί ότι η νομιμότητα ενός διατάγματος κράτησης δυνάμει του επίδικου αρ.9ΣΤ (2) (δ) ολίγον εξαρτάται από την εκ πρώτης όψεως βασιμότητα ή και αληθοφάνεια και ευλογοφάνεια των ισχυρισμών που προωθούνται δια της αιτήσεως ασύλου, καθώς ολίγη βαρύτητα μπορεί να δοθεί στα όσα αναγράφονται σε μια αίτηση, δεδομένου ότι η τελική κρίση για τη βασιμότητα ή μη της αιτήσεως ανήκει βεβαίως στη σχετική με τούτο διοικητική ή και δικαστική διαδικασία, δεδομένου του ότι παραμένει βεβαίως απολύτως πιθανόν, όπου υφίστανται, ως και εν προκειμένω, στοιχεία (βάσει αντικειμενικών κριτηρίων) τα οποία δεικνύουν η εκκρεμούσα αίτηση υποβάλλεται «προκειμένου να καθυστερεί απλώς ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής», ένα διάταγμα κράτησης ως το επίδικο να κριθεί νόμιμο κατά την έκδοση του αλλά τελικά η αίτηση ασύλου να επιτύχει, ή και το αντίθετο, ήτοι ένα διάταγμα να κριθεί παράνομο αλλά τελικά η αίτηση ασύλου να απορριφθεί. Αυτό απαντά και στα όσα αναφέρει ο αιτητής περί του το ότι ανήκει στην μειονότητα των Αλαουιτών, το οποίο θα εξεταστεί στα πλαίσια της αιτήσεως ασύλου που εκκρεμεί και που, στην απουσία άλλων δεδομένων, δεν θα μπορούσε να διαφοροποιήσει την εδώ κατάληξη μου, ενόψει των στοιχείων που περιβάλλουν το επίδικο διάταγμα, ως εξηγώ πιο πάνω.

Σε σχέση με τη δυνατότητα επιβολής εναλλακτικών της κράτησης μέτρων θεωρώ ότι εκ του ιστορικού του αιτητή στη Δημοκρατία, ως ανωτέρω καταγράφεται, την επανάληψη του οποίου δεν κρίνω σκόπιμη, εύλογα προκύπτει το σοβαρό ενδεχόμενο μη συμμόρφωσης του με το υπό αναστολή διάταγμα απέλασης ημ.01/07/25, δεδομένου ότι στην παρούσα η συμπεριφορά του αιτητή, περιλαμβανομένου του παράνομου της εισόδου του και της καταδίκης του για σχετικά με τούτο σοβαρά αδικήματα, στα οποία περιλαμβάνεται και η συνδρομή σε απαγορευμένο μετανάστη για είσοδο στη Δημοκρατία (βλ. ερ.93), αρκεί για να καταδείξει την απροθυμία αυτού να συμμορφωθεί με τους κανόνες που αφορούν τη νομιμότητα της εισόδου και διαμονής του στη Δημοκρατία. Περαιτέρω η απουσία δεσμών με τη Δημοκρατία (ουδέν περί του αντιθέτου ετέθη ενώπιον μου), που θα μπορούσαν να αμβλύνουν την αναγκαιότητα κράτησης του, προκειμένου να διασφαλιστεί η εκτέλεση του υπό αναστολή διατάγματος απέλασης, σε περίπτωση που η εκκρεμούσα προσφυγή που άσκησε κατά της απορριπτικής απόφασης της ΥΑ επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας του απορριφθεί και η μη κατοχή από τον αιτητή ταξιδιωτικού εγγράφου συνηγορούν προς την αναγκαιότητα της κράτησης του.

Άλλωστε, ως στο ανωτέρω απόσπασμα της υπόθεσης Arslan αναφέρεται, «θα θιγόταν ο σκοπός της οδηγίας αυτής, ήτοι η αποτελεσματική επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, αν ήταν αδύνατο στα κράτη μέλη να αποφύγουν, υπό συνθήκες όπως αυτές που εκτέθηκαν στη σκέψη 57 της παρούσας αποφάσεως, να μπορεί ο ενδιαφερόμενος, με την υποβολή αιτήσεως ασύλου, να επιτυγχάνει αυτομάτως την απόλυσή του». Στην ίδια απόφαση, σκέψη 57, το ΔΕΕ αναφέρει ότι όταν, ως εν προκειμένω, εκδίδεται διάταγμα κράτησης κατά προσώπου που υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας ενώ έχουν ήδη ενεργοποιηθεί οι διαδικασίες απομάκρυνσης του, «επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι περιστάσεις αυτές μπορούν πράγματι να δικαιολογήσουν διατήρηση της κρατήσεως του εν λόγω υπηκόου ακόμη και μετά την υποβολή αιτήσεως ασύλου.». Συνεπώς, παρότι απαιτείται εκ νέου εξέταση των παραμέτρων που αφορούν εκάστη περίπτωση, το οποίο και έγινε στην παρούσα (βλ. ερ.30-32), εντούτοις δεν παύει να είναι κατ’ ουσία «διατήρηση» προηγούμενης κράτησης δυνάμει ήδη εν εξελίξει διαδικασίας επιστροφής. Τούτος θεωρώ ήταν ο σκοπός και του ευρωπαίου νομοθέτη όταν θέσπιζε το αρ.8 (2) (δ) της Οδηγίας, του οποίου μεταφορά στην εθνική νομοθεσία είναι το επίδικο άρ.9ΣΤ (2) (δ).

Η ένταση δε του κινδύνου διαφυγής του αιτητή, ως ανωτέρω καταγράφεται, με αναφορά στην προηγούμενη της υποβολής του αιτήματος διεθνούς προστασίας συμπεριφορά του, είναι καθοριστική στη στάθμιση του καταλληλότερου υπό τις περιστάσεις μέτρου καθότι είναι διαμέσου της στάθμισης αυτής που μπορεί να εκφρασθεί κρίση επί του αν η επιλογή του επαχθέστερου μέτρου της κράτησης απολήγει εδώ να είναι η καταλληλότερη υπό τις περιστάσεις για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού – εδώ η αποτροπή του κινδύνου διαφυγής και η διασφάλιση της εκτέλεσης του διατάγματος απέλασης (σε περίπτωση που η εκκρεμούσα μεταγενέστερη αίτηση ή και η προσφυγή του αιτητή κατά της απόρριψης της αιτήσεως αυτής απορριφθεί) - στη βάση της αρχής της αναλογικότητας, που είναι και η κατάληξη μου στην παρούσα, ως ανωτέρω εξηγώ, και δια τούτο η μόνη ενδεδειγμένη και συνεπώς αναγκαία, στη βάση της αρχής της αναγκαιότητας. Με άλλα λόγια δεν θεωρώ ότι υφίσταται εδώ, δεδομένου του ιστορικού του αιτητή, εναλλακτικό της κράτησης μέτρο πρόσφορο για τη διασφάλιση του σκοπού για τον οποίο τέθηκε υπό κράτηση δυνάμει του επίδικου διατάγματος, καθώς «[ό]ποια άλλα μέτρα και αν λαμβάνονταν, εφόσον ο [αιτητής] αφηνόταν ελεύθερος τα δεδομένα της υπόθεσης καταδείκνυαν ότι θα εξαφανιζόταν, παραβιάζοντας κάθε όρο που θα είχε τεθεί, μέχρι τη σύλληψη του ξανά εάν και εφόσον αυτή καθίστατο δυνατή» (Janelidze, ανωτέρω).

Σε σχέση τώρα με τα όσα αναφέρει η συνήγορος του αιτητή περί του αρ.5 της ΕΣΔΑ και τη νομολογία που παραθέτει επί τούτου, σε συνάρτηση και με το ότι, ως εισηγείται, δεν υφίσταται προοπτική απομάκρυνσης, ενόψει της αναστολής του διατάγματος απέλασης, σημειώνω τα εξής.

Επί του ζητήματος, στην απόφαση μου στην προσφυγή ΔΚ87/21, Α.Α. ν. Δημοκρατίας, ημ.10/09/21, ανέφερα τα εξής, τα οποία τυγχάνουν εφαρμογής και εν προκειμένω.

«Αναφορικά τέλος με τον ισχυρισμό ότι παραβιάζεται το αρ.11 του Συντάγματος δεν θα συμφωνήσω με τα όσα ο συνήγορος του αιτητή αναφέρει επί τούτου, αφού στο εδάφιο (στ) της παρ. 2 του ιδίου άρθρου αναφέρει ότι είναι επιτρεπτή «η κράτησης αλλοδαπού εναντίον του οποίου έγιναν ενέργειες προς το σκοπό απέλασης». Στην προκείμενη περίπτωση έχουν αναμφισβήτητα γίνει ενέργειες προς το σκοπό της απέλασης και έχει ήδη εκδοθεί σχετικό διάταγμα απέλασης το οποίο τελεί υπό αναστολή και το οποίο μπορεί, σε περίπτωση απόρριψης της αιτήσεως ασύλου, να εκτελεσθεί (βλ. και απόφαση Mehmet Arslan, ανωτέρω).

Άλλωστε η ανωτέρω προσέγγιση επιβεβαιώνεται και από την απόφαση του ΕΔΔΑ στην αρ.62116/12, Nabil And Others ν. Hungary, ημ.22/12/15, όπου, στην παρ.38, αναφέρεται ότι η εκκρεμούσα αίτηση ασύλου δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι η κράτηση δεν μπορεί να θεωρείται ότι γίνεται ενόψει απέλασης (“with a view to deportation”):

«38. As regards the applicants’ further detention, the Court emphasizes that detention “with a view to deportation” can only be justified as long as the deportation is in progress and there is a true prospect of executing it (see paragraph 29 above). It notes that the applicants applied for asylum on 9 November 2011, formal asylum proceedings started on 10 November 2011, and the case was admitted to the “in-merit” phase on 12 December 2011. For the Court, the pending asylum case does not as such imply that the detention was no longer “with a view to deportation” – since an eventual dismissal of the asylum applications could have opened the way to the execution of the deportation orders. The detention nevertheless had to be in compliance with the national law and free of arbitrariness. ». »

(Υπογράμμιση από τον γράφοντα)

Δεδομένης της ως άνω κατάληξης μου ότι δια του επίδικου διατάγματος ικανοποιείται η προϋπόθεση αναγκαιότητας και ότι είναι εύλογο και αναλογικό προς τον σκοπό για τον οποίο επιβλήθηκε, δεν μπορεί βεβαίως να θεωρηθεί ότι αυτό αντίκειται στο εκ του αρ.5 της ΕΣΔΑ προστατευμένο δικαίωμα του αιτητή στην ελευθερία, αφού, από την στιγμή που κρίνεται ότι είναι αναγκαία και αναλογική ως προς τον επιδιωκόμενο δια της κράτησης σκοπό - και εφόσον τα κριτήρια που θέτει η οικεία νομοθεσία πληρούνται - δεν μπορεί να θεωρείται αυθαίρετη (βλ. απόφαση του ΕΔΑΔ S.K. v. Russia, αρ.52722/15, ημ.14/12/17, παρ.111 και απόφαση ΔΕΕ C-18/16 K. v Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie, ημ.14/09/17).

Σχετικά, στη Nabil (ΕΔΑΔ, ανωτέρω, στην οποία αναφέρεται και η συνήγορος του αιτητή), σημειώνεται ότι, παρόλο που δεν έχει διαμορφωθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου ορισμός καθολικής εφαρμογής (global definition) σχετικά με το πότε κράτηση θεωρείται αυθαίρετη, στα πλαίσια του αρ.5 της ΕΣΔΑ, τούτο κρίνεται σύμφωνα με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Τονίζεται δε το ότι σημαντικό είναι η απόφαση για κράτηση πρέπει να γίνεται καλόπιστα, να συνδέεται στενά με τον λόγο κράτησης και να γίνεται με επίγνωση ότι η κράτηση δεν είναι συνεπεία ποινικού αδικήματος αλλά αφορά άτομα που, συχνά, εγκαταλείπουν τις χώρες τους από φόβο για τις ίδιες τους τις ζωές. Δεν διαπιστώνω κάτι επιλήψιμο εν προκειμένω, δεδομένου ότι ουδέν προσήχθη ενώπιον μου που να δεικνύει ότι «δεν υπάρχει ρεαλιστική προοπτική απομάκρυνσης» του, αν και εφόσον απορριφθεί η μεταγενέστερη αίτηση ασύλου που υπέβαλε, ως η συνήγορος του αιτητή διατείνεται.

Παρατίθεται σχετικό απόσπασμα από τις παρ.33-34 της ανωτέρω απόφασης:

« 33. While the Court has not previously formulated a global definition as to what types of conduct on the part of the authorities might constitute “arbitrariness” for the purposes of Article 5 § 1, key principles have been developed on a case-by-case basis (see Saadi, cited above, §§ 67-68; Mooren v. Germany [GC], no. 11364/03, § § 77, 9 July 2009).

34. To avoid being branded as arbitrary, detention under Article 5 § 1 (f) must be carried out in good faith; it must be closely connected to the ground of detention relied on by the Government; the place and conditions of detention should be appropriate, bearing in mind that “the measure is applicable not to those who have committed criminal offences but to aliens who, often fearing for their lives, have fled from their own country”; and the length of the detention should not exceed that reasonably required for the purpose pursued (see Saadi, cited above § 74; A. and Others v. the United Kingdom [GC], no. 3455/05, § 164, ECHR 2009; and Louled Massoud v. Malta, no. 24340/08, § 62, 27 July 2010).»

Αξίζει τέλος να σημειωθούν και τα εξής.

Αναφορικά με τα όσα ανέφερε ο αιτητής περί επίδοσης του ερ.20 (διάταγμα κήρυξης του ως απαγορευμένου μετανάστη) σε γλώσσα μη κατανοητή από τον ίδιο σημειώνω ότι η πράξη αυτή αλλά και τα διατάγματα κράτησης και απέλασης ημ.01/07/25 δεν αποτελούν επίδικα εν προκειμένω και – σε κάθε περίπτωση –  ως πράξεις εκδοθείσες δυνάμει του ΚΕΦ.105, εκφεύγουν της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και συνεπώς ουδέν επ’ αυτού μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσης. Εκ τούτου προκύπτει ότι η όποια ισχυριζόμενη παρανομία σε σχέση με τις πράξεις αυτές, περιλαμβανομένου και του ότι, ως διατείνεται (βλ. σημείο 11 των γεγονότων της προσφυγής), αυτά επιδόθηκαν σ’ αυτόν προσφάτως, θα έπρεπε να αμφισβητήσει τη νομιμότητα των πράξεων αυτών στο αρμόδιο προς τούτο Δικαστήριο, που είναι το Διοικητικό Δικαστήριο.

Αναφορικά δε με τα όσα αναφέρονται περί του ότι η διαδικασία απομάκρυνσης (και, κατ’ επέκταση, η εξέταση της εκκρεμούσας αιτήσεως ασύλου) θα πρέπει να διεξάγεται με τη δέουσα επιμέλεια, επιπροσθέτως των όσων πιο πάνω αναφέρω, σημειώνω ότι, παρότι δεν διαλανθάνει της προσοχής μου ότι το επίδικο διάταγμα εξεδόθη επτά μήνες μετά την υποβολή της εκκρεμούσας αίτηση ασύλου, εντούτοις, αφενός δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι κατά τον χρόνο εκείνο ο αιτητής εξέτιε ποινή φυλάκισης και απελευθερώθηκε προσφάτως, στις 13/03/26, (όταν τέθηκε υπό κράτηση δυνάμει του διατάγματος κράτησης του ΚΕΦ.105 ημ.01/07/25), και, αφετέρου, το ότι – σε κάθε περίπτωση - η διάρκεια του επίδικου διατάγματος εκφεύγει της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Τονίζεται δε σχετικώς ότι στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π αρ.1/2020, Vakeel Singh v. Δημοκρατίας, ημ.19/12/23, διευκρινίστηκε σχετικά ότι τα «γεγονότα, παραλείψεις ή και ενέργειες που συμβαίνουν μετά την έκδοση του διατάγματος κράτησης, όπως επίσης και όταν οι λόγοι της κράτησης έχουν εκλείψει, αποκτούν σημασία κατά τον έλεγχο της νομιμότητας της διάρκειας της κράτησης, που ελέγχεται στο πλαίσιο της διαδικασίας του habeas corpus». Αξίζει να σημειωθεί ότι, ως εκ των ερ.28-29 προκύπτει, οι καθ’ ων η αίτηση προέβησαν εδώ στα δέοντα διαβήματα προς την Υπηρεσία Ασύλου για την επίσπευση της εξέτασης της εκκρεμούσας αιτήσεως.

Για τους λόγους που πιο πάνω εξηγώ η προσφυγή απορρίπτεται και το προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης επικυρώνεται με έξοδα €1200 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] Βλ. Έφεση κατά απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου αρ.8/22, Madber v. Δημοκρατίας, ημ.17/11/22, κρίθηκε ως ορθή η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «[η] υποβολή μεταγενέστερης αίτησης ασύλου, ξεκινά με δεδομένο πως ο αιτητής δεν είναι αιτητής διεθνούς προστασίας. Ξεκινά, δηλαδή από το καθεστώς που ίσχυε με την απόρριψη της αρχικής (κυρίως) αιτήσεως ασύλου που είχε εν πρώτοις υποβάλει και απερρίφθη.»


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο