ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπoθ. Αρ.: Τ165/2026
11 Μαΐου 2026
[Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Y.K.K.D.N.
Αιτητής
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω
Υπηρεσίας Ασύλου του Υφυπουργείου Μετανάστευσης και
Διεθνούς Προστασίας
Καθ' ων η Αίτηση
Α. Πλιάκα (κα) για κ. Διονυσία Κυριάκου, Δικηγόρο του Αιτητή
Στην απουσία των Καθ' ων η αίτηση δυνάμει του Κανονισμού 3, εδάφιο (ε), των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως έχουν τροποποιηθεί.
[Παρούσα η κ. Ζ. Αγαπίου για πιστή μετάφραση από ελληνικά σε γαλλικά και αντίστροφα]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(αργότερα την ίδια ημέρα)
Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ΄ ων η αίτηση ως αυτή περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 31/03/2026 κοινοποιηθείσα προς τον Αιτητή στις 06/04/2026, σύμφωνα με την οποία η μεταγενέστερη αίτησή του απορρίφθηκε ως απαράδεκτη δυνάμει των άρθρων 12Βτετράκις (2) (δ) και 16Δ(4)(β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Η υπό εξέταση προσφυγή ορίστηκε απευθείας για Ακρόαση σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως έχουν τροποποιηθεί, αφού εν τω μεταξύ υποβλήθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, Υπόμνημα, συνοδευόμενο από το σχετικό διοικητικό φάκελο. Μελετώντας αυτόν, το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια δεν έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ' ων η αίτηση και η διαδικασία ολοκληρώθηκε στην παρουσία του Αιτητή, ο οποίος εκπροσωπείται από δικηγόρο.
Όπως προκύπτει από τον ενώπιον μου διοικητικό φάκελο, πρόκειται για ενήλικα, υπήκοο της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό, κάτοχο διαβατηρίου, ο οποίος, σύμφωνα με τις δηλώσεις του, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του το Σεπτέμβριο 2021, μεταβαίνοντας στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, από όπου στη συνέχεια εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, υποβάλλοντας στις 10/11/2021, αίτηση διεθνούς προστασίας.
Στις 23/06/2023 και 05/07/2023 πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις με τον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο Υπηρεσίας Ασύλου και ακολούθησε στις 04/08/2023 η σύνταξη εισηγητικής έκθεσης προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία ο αρμόδιος λειτουργός εισηγείται την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή, κρίνοντας ότι αυτός δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή ούτε στο προσφυγικό καθεστώς κατά το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας κατά το άρθρο 19 του ίδιου Νόμου. Στις 13/08/2023, συγκεκριμένος λειτουργός δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών, να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή, αποφασίζοντας παράλληλα και την επιστροφή του Αιτητή στη Λαική Δημοκρατία του Κόγκο.
Ο Αιτητής μέσω συνηγόρου προσέβαλε την απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, υποβάλλοντας την υπ’ αριθμό 43399/23 προσφυγή ενώπιον Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, η οποία μετά από εξέτασή της, την 12/12/2025 απέρριψε επικυρώνοντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
Την 10/03/2026 ο Αιτητής επανήλθε υποβάλλοντας μεταγενέστερη αίτηση η οποία κατά το στάδιο εξέτασης της από τους Καθ’ ων η αίτηση στις 26/03/2026 κρίθηκε απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι ο Αιτητής δεν προέβαλε νέα στοιχεία και ισχυρισμούς, επαναλαμβάνοντας όσα ήδη εξετάστηκαν κατά την αρχική του αίτηση και απορρίφθηκαν. Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 06/04/2026 και εναντίον αυτής άσκησε το δικαίωμά του σε πραγματική προσφυγή υποβάλλοντας μέσω συνηγόρου την υπο εξέταση προσφυγή.
Η συνήγορος του Αιτητή, σήμερα, παραδεχόμενη όπως και ο ίδιος ο Αιτητής, ότι οι προβαλλόμενοι από την Αιτητή ισχυρισμοί αποτελούν επανάληψη των όσων ήδη έχουν προβληθεί και εξεταστεί κατά την αρχική του αίτηση, προωθεί την θέση ότι τα έγγραφα που ο Αιτητής επεσύναψε με την μεταγενέστερη αίτησή του δεν λήφθηκαν δεόντως υπόψη και κατά συνέπεια εσφαλμένα κρίθηκε απαράδεκτη η αίτησή του.
Έχοντας αναφερθεί στα πιο πάνω γεγονότα, προχωρώ σε ανάλυση του νομικού πλαισίου εξέτασης μεταγενέστερων αιτήσεων.
Το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου το αρμόδιο όργανο οφείλει να εξετάσει υποβληθείσες μεταγενέστερες αιτήσεις αποτελούν τα άρθρα 12Βτετρακις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου και προνοούν τα ακόλουθα (ο τονισμός και οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου):
«16Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο
(i) Μεταγενέστερη αίτηση, ή
(ii) νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,
ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
(β) Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.
(2) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Ο Προϊστάμενος, λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:
Νοείται ότι σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτησή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον-
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και
(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.».
Το δε άρθρο 12Βτετράκις(2) προνοεί ότι: (οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου)
«Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνο εάν-
[..]
(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας ή [.]».
Με βάση τα πιο πάνω, είναι σαφές ότι με την υποβολή μεταγενέστερου αιτήματος από αιτητή ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης, με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη στα πλαίσια εξέτασης της αρχικής του αίτησης. Στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι δεν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, τότε η αίτηση κρίνεται απαράδεκτη χωρίς επί της ουσίας εξέταση. Σε αντίθετη περίπτωση, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε ουσιαστική εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον τα νέα στοιχεία ή πορίσματα που προέκυψαν ή υποβλήθηκαν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εφόσον ο Προϊστάμενος ικανοποιείται ότι ο αιτητής αδυνατούσε να υποβάλει τα συγκεκριμένα στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Δικαστήριο.
Είναι απολύτως αντιληπτό ότι, όπως εν προκειμένω, η μεταγενέστερη αίτηση εξετάζεται ως ένα μεταγενέστερο διάβημα, στα πλαίσια της αρχικής αίτησης για την οποία λήφθηκε ήδη απόφαση από το αρμόδιο όργανο. Ο Προϊστάμενος, εν πρώτης, έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη του όλα τα γεγονότα που προηγήθηκαν και να προβεί σε μια συγκριτική εξέταση της αρχικής αίτησης του Αιτητή με τη μεταγενέστερή του αίτηση, ώστε να διαφανεί εάν με την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης, ο Αιτητής για πρώτη φορά προβάλλει τέτοια στοιχεία ή ισχυρισμούς τα οποία χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης.
Στην αρχική αλλά και στην μεταγενέστερη αίτηση, ο Αιτητής προέβαλε ότι οι λόγοι για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, αφορούσαν απειλές του εργοδότη του που οδήγησαν σε αγωγή στο Δικαστήριο. Κατέγραψε ότι γνωρίζει για καταχωρήσεις και παρατυπίες στις οποίες προέβησαν και δήλωσε ότι και η σύζυγος και τα παιδιά του βρίσκονται σε κίνδυνο.
Στο πλαίσιο των συνεντεύξεων του ο Αιτητής, δήλωσε ότι εργαζόταν από το 2008 έως το 2021 ως τεχνικός εργαστηρίου και υπεύθυνος ποιοτικού ελέγχου στην εταιρεία Swissta στην Kinshasa. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, τον Μάιο του 2021 προέκυψε πρόβλημα στην ποιότητα εμφιαλωμένου νερού κατά τη διάρκεια της βραδινής του βάρδιας. Παρότι ο ίδιος είχε διενεργήσει όλους τους προβλεπόμενους ελέγχους χωρίς να εντοπίσει πρόβλημα και είχε ενημερώσει ότι ορισμένα μικροβιολογικά αποτελέσματα απαιτούσαν 24 ώρες για να ολοκληρωθούν, η διοίκηση αποφάσισε να συνεχίσει κανονικά την παραγωγή και τη διάθεση των προϊόντων στην αγορά. Όταν αργότερα ανακλήθηκε η προβληματική παρτίδα, η εταιρεία απέδωσε στον Αιτητή την ευθύνη για το περιστατικό, τον έθεσε σε αναστολή και επιδίωξε την απόλυσή του, παρά το ότι, όπως υποστήριξε, οι αποφάσεις λαμβάνονταν από την ανώτατη διοίκηση. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε επίσης ότι στοχοποιήθηκε λόγω της ιδιότητάς του ως προέδρου συνδικάτου και επειδή κατείχε στοιχεία που μπορούσαν να αποδείξουν ότι η εταιρεία διέθεσε ακατάλληλα προϊόντα στην αγορά.
Ανέφερε περαιτέρω ότι, όταν επιχείρησε να διεκδικήσει τα εργασιακά του δικαιώματα μέσω της Επιθεώρησης Εργασίας και εξέταζε το ενδεχόμενο προσφυγής στο εργατικό δικαστήριο, άρχισε να δέχεται απειλές κατά της ζωής του. Ειδικότερα, υποστήριξε ότι ένοπλοι εισέβαλαν στην οικία του, αφαίρεσαν έγγραφα και προσωπικά αντικείμενα, ενώ ακολούθησαν επανειλημμένες ανώνυμες απειλητικές κλήσεις και επίθεση από ομάδα “Kulunas” στην Kinshasa, κατά την οποία ξυλοκοπήθηκε και ληστεύθηκε. Κατά τους ισχυρισμούς του, οι επιθέσεις συνδέονταν με τον πρώην εργοδότη του, ο οποίος επιθυμούσε να αποτρέψει τη δημοσιοποίηση πληροφοριών που θα έπλητταν σοβαρά τη φήμη της εταιρείας. Ο ίδιος υποστήριξε ότι δεν προσέφυγε στην αστυνομία επειδή θεωρούσε ότι οι αρχές δεν μπορούσαν να του προσφέρουν αποτελεσματική προστασία και ότι, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, κινδυνεύει να δολοφονηθεί, ενώ δεν θεωρεί ασφαλή ούτε την εσωτερική μετεγκατάστασή του σε άλλη περιοχή της χώρας.
Οι Καθ΄ων η αίτηση αξιολογώντας τα λεγόμενα του Αιτητή διέκριναν και αξιολόγησαν 3 ουσιώδης ισχυρισμούς, ήτοι. Τα στοιχεία της ταυτότητας, προφίλ και χώρα καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, ισχυρισμός ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος, το γεγονός ότι ο Αιτητής εργαζόταν ως τεχνικός εργαστηρίου στην εταιρεία Swisste από το 2008 και τον Μάιο 2021 κατηγορήθηκε ως υπεύθυνος για την παραγωγή ενός ελαττωματικού προϊόντος, ισχυρισμός επίσης αποδεκτός από τους Καθ’ων η αίτηση και ότι ο Αιτητής απειλήθηκε από τον εργοδότη του και δέχτηκε δύο φορές επίθεση το Σεπτέμβριο του 2021, από άγνωστους άνδρες; και από μέλη των Kulunas, ισχυρισμός ο οποίος κρίθηκε αναξιόπιστος.
Ωστόσο κρίθηκε με παραπομπές σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και λαμβανομένων υπόψη των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να υποβληθεί σε μεταχείριση ηγ οποία θα μπορούσε να ανέλθει σε επίπεδο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του καθώς επίσης δεν προκύπτει κίνδυνος έκθεσης του Αιτητή σε μεταχείριση η οποία θα μπορούσε να ανέλθει σε επίπεδο δίωξης η σοβαρής βλάβης, λόγω του γεγονότος ότι θεωρήθηκε υπεύθυνος για την παραγωγή μιας ελαττωματικής παρτίδας προϊόντων. Ειδικότερα, σημείωσε ότι δεν προέκυψε προηγούμενη βλάβη του Αιτητή εξαιτίας του εν λόγω ζητήματος, ενώ το γεγονός ότι η εταιρία έχει προχωρήσει ήδη σε λύση του συμβολαίου του συνεπάγεται την αδυναμία τεκμηρίωσης μελλοντικού φόβου δίωξης ή σοβαρής βλάβης.
Στη βάση των πιο πάνω, κρίθηκε ότι δεν τεκμηριώθηκε φόβος δίωξης για έναν από τους πέντε λόγους που προβλέπονται στο άρθρο ε του περί Προσφύγων Νόμου και ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν δικαιούται το καθεστώς του πρόσφυγα, ούτε όμως συμπληρωματική προστασία δυνάμει του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου.
Υπενθυμίζω ότι ο Αιτητής προσέβαλε την απορριπτική απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση με την προσφυγή του 3399/23 η οποία απορρίφθηκε επιβεβαιώνοντας την νομιμότητα και την ορθότητα της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση.
Με την επίδικη αίτηση ο Αιτητής επανέλαβε τους ίδιους ισχυρισμούς προσκομίζοντας προς επίρρωση αυτών έγγραφα/επιστολές τα οποία αφορούν στο έτος 2021 και αναλύονται στην αιτιολόγηση της απόφασης ερυθρό 198 στο διοικητικό φάκελο, χωρίς ωστόσο να προβάλλεται ο λόγος για τον οποίο δεν αναφέρθηκαν σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας και δη κατά την υποβολή της αρχικής του αίτησης.
Οι Καθ΄ων η αίτηση απέρριψαν ως απαράδεκτη την αίτησή του, εφόσον έκριναν ότι ο Αιτητής δεν προέβαλε νέους ισχυρισμούς, αλλά επανέλαβε τους αρχικούς του ισχυρισμούς, οι οποίοι έχουν εξεταστεί κατ΄ ουσίαν και απορρίφθηκαν σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας. Επιπρόσθετα, οι Καθ’ ων η αίτηση σημειώνουν σχετικά με τα έγγραφα που είχαν ενώπιον τους ότι αποτελούν επανάληψη των ισχυρισμών του Αιτητή και δη επί του ισχυρισμού του σε σχέση με την εργοδότησή του στην εταιρεία, ο οποίος σε κάθε περίπτωση κρίθηκε αξιόπιστος.
Επαναλαμβάνεται ότι με την υποβολή μεταγενέστερου αιτήματος από αιτητή/τρια ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση αυτού και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση μόνο εφόσον τα υποβληθέντα από τον/την αιτητή/τρια νέα στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εφόσον ο Προϊστάμενος ικανοποιείται ότι ο/η αιτητής/τρια αδυνατούσε να υποβάλει τα συγκεκριμένα στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Δικαστήριο.
Σύμφωνα με τα ενώπιον μου στοιχεία καθώς και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ως εκτέθηκε ανωτέρω, προκύπτει ότι πράγματι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο Αιτητής με την μεταγενέστερη αίτησή του , συνιστούν όντως επανάληψη των ισχυρισμών που προέβαλε κατά την εξέταση του αρχικού του αιτήματος, οι οποίοι έχουν εξεταστεί και έχουν απορριφθεί από τους Καθ' ων η αίτηση. Αυτό άλλωστε είναι παραδεχτό και από τον ίδιο, ερωτηθείς ειδικά επί τούτου από το Δικαστήριο.
Εκ των πιο πάνω διαπιστώνω ότι στην υπό εξέταση περίπτωση, ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε κανένα στοιχείο που να αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ώστε να κριθεί απαραίτητο από τους Καθ' ων η αίτηση να προβούν σε περαιτέρω εξέταση του αιτήματός του. Συνεπώς, δεν διαφαίνεται ότι θα μπορούσε η Υπηρεσία Ασύλου να αποφασίσει κάτι άλλο πέραν από το ότι η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή είναι απαράδεκτη δυνάμει των άρθρων 16Δ και 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου, Ν6(Ι)/2000 ως έχει τροποποιηθεί.
Ως εκ τούτου ως διαφαίνεται από τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα, ορθά οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν την μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή ως απαράδεκτη. Κρίνω με το ενώπιον μου υλικό ότι οι Καθ' ων η αίτηση αξιολόγησαν δεόντως όλους τους ισχυρισμούς του Αιτητή, κατά συνέπεια ορθά απέρριψαν την αίτηση ως απαράδεκτη.
Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και είναι επαρκώς αιτιολογημένη.
Με βάση τα πιο πάνω η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο