ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.Τ47/26
21 Μαΐου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
C. N. B.
Αιτήτρια
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Αιτήτρια εμφανίζεται αυτοπροσώπως
Κος Ρ. Ευαγγέλου - μεταφραστής για πιστή μετάφραση από Αγγλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα
Κα. M.L Upelele - μεταφράστρια για πιστή μετάφραση από Lingala σε Αγγλικά και αντίστροφα
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή η αιτήτρια αιτείται επαναξέταση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.06/02/26, η οποία κοινοποιήθηκε αυθημερόν.
Ως εκτίθεται στο Υπόμνημα και προκύπτει από το περιεχόμενο του Διοικητικού Φάκελου, η αιτήτρια κατάγεται από τη Λ. Δ. του Κονγκό (στο εξής ΛΔΚ), εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 06/12/21 και υπέβαλε 1η αίτηση διεθνούς προστασίας στις 28/01/22 (ερ.1-4, 16-18, 69).
Στις 09/12/24 έγινε συνέντευξη στην αιτήτρια από τους καθ’ ων η αίτηση, προς εξέταση της αιτήσεως ασύλου, όπου της δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα της (ερ.32-69). Μετά τη συνέντευξη ετοιμάστηκε Έκθεση και στις 09/04/25 η 1η αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε η αιτήτρια απορρίφθηκε (ερ.84-100). Ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία της δόθηκε δια χειρός στις 24/04/25 και της μεταφράστηκε στην μητρική της γλώσσα (ερ.101, 3).
Κατά της ων άνω απόφασης των καθ’ ων η αίτηση η αιτήτρια καταχώρησε στο Δικαστήριο την υπ. αρ.1090/25, η οποία αποσύρθηκε στις 12/06/25 (ερ.110-127).
Στις 06/02/26 η αιτήτρια υπέβαλε την επίδικη μεταγενέστερη αίτηση, που απορρίφθηκε ως απαράδεκτη αυθημερόν, στη βάση των αρ.16 (Δ) και 12Β Τετράκις του Νόμου (ερ.133-137, 141-143, 154-160). Ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την επίδικη μεταγενέστερη, η οποία της δόθηκε δια χειρός, την ίδια μέρα, και της μεταφράστηκε στην μητρικής της γλώσσα (ερ.161).
Επί του περιεχομένου των ως άνω αιτήσεων σημειώνω τα εξής.
Στην 1η αίτηση ασύλου η αιτήτρια καταγράφει ότι εργαζόταν σε πολυτελές, φημισμένο εστιατόριο, όπου ήταν ταμίας και διαχειριζόταν όλες τις αποδείξεις. Μια μέρα, ενώ πήγαινε στην τράπεζα να καταθέσει τα χρήματα απήχθη στο ταξί που θα την έπαιρνε εκεί, την πήραν μακριά από την πόλη, αυτή αντιστάθηκε, την χτύπησαν και την άφησαν εκεί και όταν αυτή επανέφερε τις αισθήσεις της πήγε σε νοσοκομείο. Ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου είναι εκνευρισμένος μαζί της και θέλει η αιτήτρια να τον αποζημιώσει για τα χρήματα που κλάπηκαν και λαμβάνει απειλές θανάτου.
Κατά τη συνέντευξη η αιτήτρια ανέφερε ότι γεννήθηκε και διέμενε όλη της τη ζωή στην Κινσάσα, όπου διαμένουν οι γονείς και οι δύο αδελφοί της, η αδελφή της μένει στην πόλη Matadi, η αιτήτρια επικοινωνεί με όλους αυτούς, κυρίως την μητέρα της, έχει τελειώσει το πανεπιστήμιο (Business Management) και εργαζόταν ως ταμίας σε εστιατόριο.
Ερωτώμενη σχετικά με τους λόγους που έφυγε από τη ΛΔΚ η αιτήτρια επανέλαβε κατ’ ουσία τα όσα είχε καταγράψει στην αίτηση της περί του ότι κλάπηκαν χρήματα που ήταν στην κατοχή της (του εστιατορίου) και ανέφερε ότι καθ’ οδόν προς την τράπεζα την είχαν απαγάγει, την χτύπησαν και πήραν τα χρήματα. Ενώ νοσηλευόταν στο νοσοκομείο και μετά που ανέρρωνε σπίτι της πήγε το αφεντικό της και της ζήτησε τα χρήματα που είχαν, κατά τους ισχυρισμούς της αιτήτριας, κλαπεί και αργότερα έλαβε κλήση για το δικαστήριο όπου το αφεντικό της ζητούσε αποζημίωση για τα χρήματα που κλάπηκαν και συγγενείς της αιτήτριας αποφάσισαν ότι θα πρέπει να φύγει από τη ΛΔΚ, διευθέτησαν τα σχετικά και έτσι έφυγε αεροπορικώς για τα κατεχόμενα.
Σε ερωτήσεις που ακολούθησαν η αιτήτρια περιέγραψε λεπτομερώς το εστιατόριο, τα καθήκοντα της, την καθημερινότητα της στην εργασία της, το όνομα του, τη διεύθυνση του και το αφεντικό της. Αναφορικά με το συμβάν της κατ’ ισχυρισμό ληστείας ανέφερε ότι στις 2-3/09/21 ο υπεύθυνος της της έδωσε ένα ποσό να πάει να το καταθέσει στην τράπεζα, στο ταξί την πήραν σε μια απομακρυσμένη τοποθεσία με την απειλή μαχαιριού, την χτύπησαν και την αναισθητοποίησαν (χορηγώντας της ένεση) και η αιτήτρια ξύπνησε δύο μέρες αργότερα σε νοσοκομείο. Όταν την αναζήτησαν οι συνάδελφοι της στο σπίτι της δεν τη βρήκαν, καθώς η μητέρα της δεν γνώριζε την ημέρα του συμβάντος που ήταν η αιτήτρια. Ακολούθως ο αδελφός της ειδοποίησε το εστιατόριο ότι βρέθηκε η αιτήτρια και τότε την επισκέφτηκαν στο νοσοκομείο ο διευθυντής του εστιατορίου και ακολούθως το αφεντικό και την ρώτησαν τι απέγιναν τα χρήματα, αυτή τους ανέφερε ότι δεν τα είχε και ακολούθως κίνησαν δικαστικές διαδικασίες εναντίον της. Ερωτώμενη αν έχει το έγγραφο αποδέσμευσης της από το νοσοκομείο η αιτήτρια ανέφερε ότι το άφησε στη ΛΔΚ. Όταν επισκέφτηκε την αιτήτρια στο σπίτι της το αφεντικό της ανέφερε ότι το ποσό που της είχε δώσει ήταν $15.000 (ενώ η ίδια επιμένει ότι ήταν $2.500), του είπαν οι γονείς της ότι δεν μπορούν να πληρώσουν ένα τέτοιο μεγάλο ποσό και τότε λογομάχησαν με τον αδελφό της. Ανέφερε περαιτέρω ότι πιστεύει ότι ήταν ο διευθυντής του εστιατορίου που πήρε τα χρήματα και την παγίδευσε, αναφέροντας όταν ρωτήθηκε σχετικά ότι το πιστεύει γιατί δεν ήθελε να γίνει έρευνα από την αστυνομία γι’ αυτό και δεν την άφηνε να εξηγήσει στο αφεντικό τους το τι έγινε. Ερωτώμενη αν κατάγγειλε τη ληστεία στην αστυνομία είπε πως όχι, καθώς δεν είχε χρόνο, και – μετά που αυτή ανάρρωσε – πήγε κατευθείαν στο δικαστήριο, όπου η απόφαση ήταν να καταβάλει το χαμένο ποσό στον ιδιοκτήτη.
Ερωτώμενη για τη διαδικασία στο δικαστήριο η αιτήτρια ανέφερε ότι έλαβε κλήση και η διαδικασία ήταν αναφορικά μόνο με τα χρήματα και την καταβολή τους στον ιδιοκτήτη του εστιατορίου από την ίδια και δεν έχει την κλήση γιατί της την πήραν όταν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο. Ερωτώμενη σχετικά ανέφερε ότι διόρισε δικηγόρο που εμφανίστηκε εκ μέρους της στο δικαστήριο, του οποίου γνώριζε μόνο ότι τον ονομάζουν Andre, ο οποίος, αφότου εμφανίστηκε στο δικαστήριο, της είπε ότι ο δικαστής του ανέφερε ότι το καλύτερο που έχει η αιτήτρια να κάνει είναι να πληρώσει το ποσό και – μετά από δύο δικασίμους- εκδόθηκε απόφαση, ως ανέφερε η αιτήτρια, εντός δύο μηνών από το περιστατικό, να καταβάλει η ίδια το ποσό. Μετά απ’ αυτό αναζητούσαν την αιτήτρια αστυνομικοί για να τη συλλάβουν, ως εικάζει, χωρίς εντούτοις να είναι σε θέση να αναφέρει γιατί το πιστεύει αυτό. Ερωτώμενη πως γνώριζαν οι απαγωγείς ότι είχε χρήματα μαζί της εκείνη την μέρα η αιτήτρια ανέφερε ότι δεν γνωρίζει, αναφορικά δε με την κατάσταση της κατά τη νοσηλεία της ανέφερε ότι της έκαναν εξετάσεις και της είπαν ότι της χορήγησαν Valium.
Αναφορικά με την απόφαση του δικαστηρίου ανέφερε ότι δεν το έφερε μαζί της γιατί δεν γνώριζε ότι θα ζητούσε διεθνή προστασία όταν έφευγε από τη ΛΔΚ. Ερωτώμενη αν θα μπορούσαν οι γονείς της να της στείλουν αντίγραφο της απόφασης η αιτήτρια ανέφερε ότι δεν γνωρίζει και – σε ακόλουθη ερώτηση αν θα μπορούσε να της στείλει αντίγραφο ο δικηγόρος της, ανέφερε πως δεν γίνεται, καθώς, ως ανέφερε, η διαδικασία δεν τελείωσε, αφού η ίδια δεν είχε παρουσιαστεί στο δικαστήριο μετά. Ερωτώμενη για την κατάσταση της δικαστικής διαδικασίας σήμερα ανέφερε πως δεν γνωρίζει και ότι η μητέρα της – ως πληροφορήθηκε το 2022 – λάμβανε απειλές και θα τη συλλάμβαναν λόγω του ότι έφυγε η αιτήτρια, χωρίς να είναι σε θέση να αναφέρει γιατί το πιστεύει αυτό, σημειώνοντας, σε ακόλουθη ερώτηση, ότι δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα η οικογένεια της γιατί μετοίκησε σε άλλη κοινότητα, εντός της Κινσάσα, σε τόπο που δεν γνωρίζουν οι Αρχές. Ερωτώμενη γιατί, εφόσον, ως ανέφερε, είχε ένα μήνα να καταβάλει τα χρήματα (σύμφωνα με την κατ’ ισχυρισμό απόφαση δικαστηρίου), οι αστυνομικοί, ως ανέφερε, την αναζητούσαν ήδη από την επόμενη μέρα η αιτήτρια ανέφερε ότι ήταν για να την απειλήσουν. Ερωτώμενη για την αγωγή που έλαβε στο νοσοκομείο ανέφερε ότι δεν θυμάται αλλά τις συνταγογράφησαν πολλά φάρμακα.
Ερωτώμενη σχετικά ανέφερε ότι δεν γνωρίζει πως λειτουργεί το νομικό σύστημα στη ΛΔΚ και θεωρεί ότι είναι πολύ νωρίς να θεωρήσει ότι η υπόθεση αποσύρθηκε και, ερωτώμενη αν μπορεί να επιστρέψει και να μείνει στο Matadi, με την αδελφή της, ανέφερε ότι είναι κι’ αυτό στη ΛΔΚ και έχουν μια ειδική αστυνομία που, όπου και αν πάει, θα την βρουν.
Εξετάζοντας τα λεγόμενα της αιτήτριας οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν το προφίλ και τον τόπο διαμονής της αιτήτριας, αλλά και το ότι αυτή εργαζόταν σε πολυτελές εστιατόριο στην Κινσάσα ως ταμίας/λογιστής, όμως απέρριψαν τα όσα ανέφερε περί απαγωγής της, ληστείας των χρημάτων και επακόλουθων νομικών διαδικασιών εναντίον της, καθώς, ως στην έκθεση σημειώνεται (ερ.90-92), τα λεγόμενα της αιτήτριας επί τούτου έβριθαν κενών, αντιφάσεων, στερούνταν παντελώς εύλογα αναμενόμενων πληροφοριών και βιωματικών στοιχείων, τόσο αναφορικά με το κατ’ ισχυρισμό συμβάν της απαγωγής της, τη νοσηλεία της σε νοσοκομείο, την αγωγή που έλαβε, τις δικαστικές διαδικασίες εναντίον της και την πρόοδο και κατάληξη τους, την απόφαση που κατ’ ισχυρισμό εκδόθηκε εναντίον της, αλλά και το τι ακολούθησε των ως άνω σε σχέση με την οικογένεια της και την ίδια.
Ενόψει των ως άνω, ανατρέχοντας σε αξιόπιστες πηγές και αξιολογώντας το προφίλ της αιτήτριας σε συνάρτηση με πληροφορίες (ΠΧΚ) για την κατάσταση ασφαλείας τον τόπο καταγωγής της (Κινσάσα), οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι αυτή δεν υφίσταται κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης, απέρριψαν την 1η αίτηση ασύλου ως αβάσιμη και εξέδωσαν απόφαση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής.
Η προσφυγή κατά της ως άνω απόφασης επί της 1ης αιτήσεως ασύλου αποσύρθηκε.
Στην επίδικη μεταγενέστερη αίτησης η αιτήτρια καταγράφει ότι δεν επιστρέφει στη ΛΔΚ γιατί δεν έχει ασφάλεια εκεί, υπάρχει έλλειψη δικαιοσύνης, η ζωή της είναι – ως αναφέρει – σε κίνδυνο και δεν έχει κανένα να την υπερασπιστεί, εκτός από τον Θεό. Σημειώνει δε τη φράση «απειλές θανάτου». Στα πλαίσια της επίδικης αιτήσεως η αιτήτρια προσκόμισε τρία έγγραφα (ερ.128-130, 138-140), τα οποία συνίστανται σε έγχρωμα αντίγραφα δύο προσκλήσεων να παρουσιαστεί η ίδια στο «Τμήμα Υποστήριξης» της εθνικής υπηρεσίας πληροφοριών, φερόμενης ημερομηνίας σύνταξης 13/09/21 και 22/09/21, και φωτογραφία εντάλματος σύλληψης, φερόμενης ημερομηνίας σύνταξης 03/10/21.
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας την επίδικη μεταγενέστερη αίτηση της αιτήτριας, ως στη σχετική έκθεση αναφέρεται (ερ.155-156), κατέληξαν ότι τα όσα καταγράφονται από την αιτήτρια δεν αποτελούν νέα στοιχεία, καθώς αποτελούν επανάληψη των όσων αυτή είχε αναφέρει στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως που υπέβαλε, η δε προσφυγή που άσκησε κατά της απόφασης επί της 1ης αιτήσεως είχε αποσυρθεί. Αναφορικά με τα προσκομισθέντα στα πλαίσια της επίδικης αιτήσεως έγγραφα, μετά από αξιολόγηση τους, κατέληξαν ότι, δεδομένου ότι το αφήγημα αφορά μια «ιδιωτική οικονομική διαφορά και μια ενδεχόμενη ποινική εμπλοκή της [αιτήτριας] λόγω απώλειας χρημάτων», αλλά και λαμβανομένου υπόψη ότι αυτή διέμενε στη ΛΔΚ περί τους 2 μήνες αφότου τα έγγραφα αυτά είχαν εκδοθεί (βάσει του φερόμενου χρόνου έκδοσης) και έφυγε από τη ΛΔΚ χωρίς να αντιμετωπίσει προβλήματα, το δε φερόμενο ένταλμα σύλληψης που προσκόμισε αφορά «αποκλειστικά τη διάπραξη κοινού ποινικού αδικήματος οικονομικής φύσεως», αυτά δεν αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας. Για τους πιο πάνω λόγους απέρριψαν την επίδικη αίτηση ως απαράδεκτη.
Στην προσφυγή η αιτήτρια αναφέρει ότι η ζωή της κινδυνεύει, επαναλαμβάνοντας τα όσα είχε καταγράψει στην 1η αίτηση περί απαγωγής της και ληστείας χρημάτων που είχε στην κατοχή της και σημειώνοντας ότι το αφεντικό της θέλει να την σκοτώσει. Στα πλαίσια της παρούσης, καλούμενη να τοποθετηθεί προφορικά κατά την ακρόαση, ουδέν περαιτέρω ανέφερε η αιτήτρια.
Προέχει η καταγραφή του νομικού πλαισίου επί μεταγενέστερων αιτήσεων.
Στη βάση της οικείας νομοθεσίας, στα πλαίσια μεταγενέστερης αίτησης ερευνάται κατά πόσο «υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του […]» [αρ.16Δ (3) (α) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (6(I)/2000)] και, εφόσον διαπιστωθεί τούτο, εξετάζεται κατά πόσο «[τ]α εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης […] διεθνούς προστασίας» και το κατά πόσο «ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία» [αρ.16Δ (3) (β) (i) του Νόμου και αρ.40 (2),(3) και (4) Οδηγία 2013/32/ΕΕ].
Στην απόφαση στην υπ. C-921/19, LH ν. Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ημ.10/06/21, του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) λέχθηκαν τα εξής:
«34. Επομένως, το άρθρο 40, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2013/32 προβλέπει την εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.
35. Το πρώτο αυτό στάδιο πραγματοποιείται επίσης σε δύο στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού που θέτουν οι ίδιες αυτές διατάξεις.
36. Επομένως, πρώτον, το άρθρο 40, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32 ορίζει ότι, προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με το παραδεκτό αίτησης για διεθνή προστασία δυνάμει του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, η μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία υποβάλλεται κατ' αρχάς σε προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να καθοριστεί εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95.
37. Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 40, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την πρώτη αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα να πληροί ο αιτών τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να του αναγνωρισθεί το καθεστώς αυτό.
38. Κατά συνέπεια, οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται.»
Στην απόφαση του ΔΕΕ στην υπ. C-18/20, XY v. Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, ημ.09/09/21, λέχθηκαν τα εξής:
«52. Όπως δε αναφέρει ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 68 των προτάσεών του, η πρώτη από τις ως άνω προϋποθέσεις αντιστοιχεί κατ’ ουσίαν στη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 40, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, κατά την οποία τα νέα στοιχεία ή πορίσματα πρέπει να «αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χαρακτηρισμού του αιτούντος ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95 , ενώ η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 69 του AVG αντιστοιχεί στη δυνατότητα που παρέχεται στα κράτη μέλη με το άρθρο 40, παράγραφος 4, της οδηγίας αυτής «να προβλέπουν ότι η αίτηση εξετάζεται περαιτέρω μόνο εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς υπαιτιότητά του, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα στοιχεία που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του […] άρθρου [40] κατά την προηγούμενη διαδικασία». »
Σημειώνεται ότι η Δημοκρατία – ως είχε δικαίωμα στη βάση του αρ.40 (4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ («[τα] κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η αίτηση εξετάζεται περαιτέρω μόνο εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς υπαιτιότητά του, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα στοιχεία που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου κατά την προηγούμενη διαδικασία») – συμπεριέλαβε στην οικεία νομοθεσία το αρ.16Δ (3) (β) (ii), βάσει του οποίου, προκειμένου μια μεταγενέστερη αίτηση να θεωρηθεί παραδεκτή και να προχωρήσει σε επί της ουσίας εξέταση της, θα πρέπει να «ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος». Είναι δε σαφές εκ της χρήσης στο αρ.40 (4) της Οδηγίας του λεκτικού «η αίτηση εξετάζεται περαιτέρω μόνο εάν», ότι η εξέταση του κατά πόσο ο αιτών φέρει υπαιτιότητα για την μη προηγούμενη επίκληση ή προσαγωγή των νέων στοιχείων εντάσσεται στα πλαίσια του δεύτερου σταδίου (βλ. C-921/19, ανωτέρω) προκαταρτικής εξέτασης της μεταγενέστερης αίτησης. Άλλωστε και στην σκέψη 38 της ως άνω απόφασης γίνεται αναφορά στις «δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού».
Σκοπός λοιπόν της εξέτασης μεταγενέστερης αιτήσεως επί του παραδεκτού, η οποία συνίσταται σε δύο διακριτά στάδια, το 1ο, όπου εξετάζεται κατά πόσο έχουν προσκομισθεί νέα στοιχεία ή έγγραφα, και το 2ο, όπου εξετάζεται τυχόν υπαιτιότητα του αιτούντος για την μη προηγούμενη επίκληση τους αλλά και το αν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, είναι η εξέταση του κατά πόσο πληρούνται οι ως άνω εκ της νομοθεσίας τιθέμενες προϋποθέσεις, οι οποίες θα δικαιολογούσαν περαιτέρω (επί της ουσίας) εξέταση της απορριφθείσας μεταγενέστερης αίτησης και όχι η επί της ουσίας έρευνα των νεών αυτών ισχυρισμών, ως να επρόκειτο για 1η αίτηση ασύλου.
Πέραν των ως άνω θα πρέπει περαιτέρω να σημειωθεί ότι στο αρ.16Δ (2) & (3) (α), στο οποίο ρυθμίζεται ειδικώς η διαδικασία προκαταρτικής εξέτασης μεταγενέστερης αίτησης, αναφέρεται ρητώς ότι «[ο] Προϊστάμενος λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη» και, περαιτέρω, ότι, «[…] σε περίπτωση που […] ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.». Στο αμέσως επόμενο εδάφιο [αρ.16Δ (3) (β)] αναφέρεται ότι ο Προϊστάμενος «προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή [των νέων στοιχείων], αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον» ικανοποιηθεί ότι, πέραν της διαπίστωσης ότι δια της εκάστοτε υπό κρίση μεταγενέστερης αιτήσεως προσκομίζονται νέα στοιχεία ή έγγραφα ή ισχυρισμοί, πληρούνται – σωρευτικά πάντοτε - και οι προϋποθέσεις που εξετάζονται στα πλαίσια του 2ου σταδίου της προκαταρτικής εξέτασης, ως αμέσως πιο πάνω αναλύεται.
Από τα ενώπιον μου στοιχειά, ως ανωτέρω αναφέρονται, θα συμφωνήσω με την επί της επίδικης μεταγενέστερης αιτήσεως κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση επί του παραδεκτού, ως αυτή καταγράφεται στην επίδικη έκθεση, για εν μέρει διαφορετικούς όμως λόγους, ως θα εξηγήσω αμέσως πιο κάτω.
Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της αιτήτριας στα πλαίσια της επίδικης μεταγενέστερης αίτησης, θα συμφωνήσω με τους καθ’ ων η αίτηση ως προς το ότι πανομοιότυπους μ’ αυτούς είχε καταγράψει στην 1η αίτηση ασύλου που υπέβαλε, οι οποίοι εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν ως αναξιόπιστοι, η δε προσφυγή που καταχώρησε κατά της απόφασης επί της 1ης αιτήσεως αποσύρθηκε από την ίδια.
Σχετικά με τα προσκομισθέντα έγγραφα, προτού εξεταστούν ως προς το περιεχόμενο τους, θεωρώ ότι εν προκειμένω θα έπρεπε να γίνει εξέταση του κατά πόσο αυτά δεν προσκομίστηκαν προηγουμένως (στην 1η αίτηση ή την προσφυγή κατά της απόφασης επί της 1ης αιτήσεως) εξ υπαιτιότητας της αιτήτριας και μόνο εφόσον οι καθ’ ων η αίτηση κατέληγαν ότι δεν υφίσταται εδώ υπαιτιότητα της προς τούτο θα έπρεπε να εξεταστούν επί του περιεχομένου τους.
Παρεμβάλλω, προτού προχωρήσω ότι, ως ειπώθηκε και στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.41/2024, Μ. Α. ν. Δημοκρατίας, ημ.29/05/25, με αναφορά και σε προηγούμενη σχετική νομολογία επί του ζητήματος, «ο έλεγχος ουσίας στην οποία το [ΔΔΔΠ] προβαίνει […] είναι θετικά διαπλαστικός, υπό την έννοια ότι δύναται να διαπλάσει το ίδιο το Δικαστήριο την πράξη που η Διοίκηση παράνομα εξέδωσε», και να συμπληρώσει «νομικό κενό με τη δική του κρίση, ασκώντας θετική δικαιοπλαστική εξουσία».
Κατ’ εφαρμογή των ως άνω νομολογηθέντων, προβαίνοντας σε δική μου αξιολόγηση επί των ενώπιον μου στοιχείων που αφορούν την επίδικη μεταγενέστερη αίτηση παρατηρώ ότι η αιτήτρια καταγράφει ότι έλαβε τα προσκομισθέντα στα πλαίσια της επίδικης αίτησης έγγραφα στις 10/09/25, μέσω ταχυμεταφορέα (DHL) και, σχετικά με τους λόγους για τους οποίους δεν προσκόμισε τα έγγραφα αυτά προηγουμένως, αναφέρει ότι δεν τα είχε στην κατοχή της. Εξετάζοντας τα προσκομισθέντα έγγραφα (ερ.128-130, 138-140) παρατηρώ ότι άπαντα φέρεται (ως επ’ αυτών αναγράφεται) να έχουν συνταχθεί τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2021, περί τους 2 μήνες προτού η αιτήτρια φύγει από τη ΛΔΚ. Σημειώνω δε ότι, σύμφωνα με τα λεγόμενα της ιδίας, η αιτήτρια διατηρεί επικοινωνία με την οικογένεια της (ερ.64-65). Ερωτώμενη δε, στα πλαίσια της συνέντευξης που έγινε κατά την 1η αίτηση της, περί του κατά πόσο θα μπορούσε να προσκομίσει έγγραφα η αιτήτρια ανέφερε ότι δεν έχει στην κατοχή την κλήση της στο δικαστήριο, το έγγραφο αποδέσμευσης της από τη νοσηλεία της σε νοσοκομείο και την απόφαση του δικαστηρίου (ερ.37, 43, 46).
Δεδομένων των ως άνω είναι κατάληξη μου ότι τα όσα καταγράφει η αιτήτρια στην επίδικη αίτησης αναφορικά με τους λόγους που δεν προσκόμισε τα έγγραφα αυτά προηγουμένως δεν επαρκούν για να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση της, καθώς οι αναφορές τις περί του ότι τα έλαβε τον Σεπτέμβριο 2025, μέσω DHL, δεν εξηγούν και ουδόλως αιτιολογούν την καθυστέρηση προσκόμισης τους (περί τα 4 έτη αφότου αφίχθηκε στη Δημοκρατία, περί τους 5 μήνες αφότου εκδόθηκε η απόφαση επί της 1ης αιτήσεως ασύλου και περί τους 3 μήνες αφότου απέσυρε την προσφυγή που καταχώρησε κατά της απόφασης επί της 1ης αιτήσεως), αφού δεν αποκαλύπτεται τελικά από ποιόν τα έλαβε, σε ποιες ενέργειες προέβη η αιτήτρια για να λάβει τα έγγραφα αυτά και γιατί δεν ήταν εφικτό προηγουμένως να εξασφαλίσει τα έγγραφα αυτά, δεδομένου ότι η οικογένεια της, με την οποία διατηρεί, ως η ίδια ανέφερε, επικοινωνία, διαμένει στην Κινσάσα και συνεπώς θα μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί τους προς τούτο πολύ προηγουμένως.
Συνεπώς δεν θεωρώ ότι ικανοποιούνται εδώ οι ρητές πρόνοιες και η αίτηση θα έπρεπε να είχε ήδη απορριφθεί στο σημείο αυτό, χωρίς να καθίστατο αναγκαία η ενασχόληση με το περιεχόμενο των εγγράφων, αφού, εφόσον ουδέν επί τούτου αναφέρεται, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η αιτήτρια εδώ, «άνευ δικής [της] υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία […] κατά την προηγούμενη διαδικασία», που αποτελεί προϋπόθεση παραδεκτού μιας μεταγενέστερης αιτήσεως. Για να καταστεί λοιπόν αναγκαία η εξέταση των εγγράφων που προσκομίζονται επί της ουσίας και του περιεχομένου τους, ως έπραξαν εδώ οι καθ’ ων η αίτηση (έστω και στα πλαίσια του επόμενου σταδίου εξέτασης επί του παραδεκτού μιας μεταγενέστερης αιτήσεως, όπου εξετάζεται κατά πόσο αυτά αυξάνουν τις πιθανότητες να χορηγηθεί διεθνής προστασία) θα έπρεπε πρώτα να εξεταστεί αν πληρούται η ως άνω προϋπόθεση για την ύπαρξη υπαιτιότητας σχετικά με την μη προηγούμενη προσκόμιση.
Ενόψει της ως άνω κατάληξης μου το ζήτημα σταματά εδώ, χωρίς να υφίσταται ανάγκη για περαιτέρω ενασχόληση με το περιεχόμενο των προσκομισθέντων εγγράφων.
Σημειώνω ότι στο εγχειρίδιο της EUAA «Πρακτικός οδηγός σχετικά με την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και την εκτίμηση κινδύνου» (Ιανουάριος 2024), σελ.23 αναφέρονται τα εξής, τα οποία και θεωρώ ότι τυγχάνουν κατ’ αναλογία εφαρμογής και επί του επίδικου ζητήματος σε σχέση με την υπαιτιότητα της αιτήτριας στην μη προηγούμενη προσκόμιση τους, η οποία συναρτάται πάντοτε με την προσβασιμότητα ενός αιτητή στα στοιχεία που προσκομίζονται, υπό το φως των εκάστοτε περιστάσεων:
«Σύμφωνα με το άρθρο 4 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση), το καθήκον υποβολής αποδεικτικών στοιχείων εκτείνεται μόνο στα αποδεικτικά στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο αιτών. Έγγραφα και άλλα αποδεικτικά στοιχεία θεωρείται ότι είναι στη διάθεση του αιτούντος μόνο όταν μπορεί εύλογα να αναμένεται ότι ο αιτών είναι σε θέση να τα εξασφαλίσει (41). […]
Ο αιτών πρέπει να καταβάλει πραγματική προσπάθεια (42) να τεκμηριώσει την αίτησή του μέσω των δηλώσεών του και όλων των εγγράφων και άλλων αποδεικτικών στοιχείων που έχει στη διάθεσή του. Το εύρος αυτής της υποχρέωσης εξαρτάται από την εκάστοτε υπόθεση. Θα πρέπει να εξετάζεται ποια μέσα είναι διαθέσιμα για τη λήψη αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και υπό ποιες περιστάσεις εγκατέλειψε ο αιτών τη χώρα καταγωγής του, αλλά και η γενική κατάσταση που επικρατεί εκεί. Άλλοι παράγοντες που θα μπορούσαν επίσης να εμποδίζουν τον αιτούντα να παράσχει όλα τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία μπορεί να απορρέουν από την προσωπική του κατάσταση και να συνδέονται, για παράδειγμα, με τη σωματική/ ψυχική του υγεία, το μορφωτικό του επίπεδο ή τους οικογενειακούς του δεσμούς. Οι ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης είναι πάντοτε σημαντικές όταν αξιολογείται ο βαθμός στον οποίο ο αιτών ήταν σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του.»
Ενόψει των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών καταλήγω ότι ουδέν αναφέρει η αιτήτρια που να αιτιολογεί κατ’ ουσία τη σημαντική καθυστέρηση στην προσκόμιση των εγγράφων που αυτή προσκόμισε στα πλαίσια της επίδικης μεταγενέστερης αίτησης, λαμβανομένου υπόψη του ότι – σύμφωνα με τα λεγόμενα της ιδίας, δεδομένου ότι διατηρεί επικοινωνία με την οικογένεια της – θα αναμενόταν ευλόγως να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες ώστε να αποκτήσει και να προσκομίσει τα έγγραφα αυτά κατά την 1η αίτηση, όταν και ρωτήθηκε σχετικά, ή – κατ’ ελάχιστο – κατά την προσφυγή της στο Δικαστήριο, την οποία αντ’ αυτού απέσυρε.
Σημειώνω και τονίζω ότι αντίθετη προσέγγιση θα επέτρεπε να προσκομίζονται κατά το δοκούν έγγραφα σε κάθε μεταγενέστερη αίτηση, χωρίς να ικανοποιούνται οι εκ της οικείας νομοθεσίας προϋποθέσεις παραδεκτού, με την παράθεση απλά μη επαρκών εξηγήσεων ως προς το πως, πότε και γιατί τότε έλαβε τα προσκομισθέντα έγγραφα ένας αιτητής. Θα πρέπει δε να υπομνησθεί ότι η παράθεση στα πλαίσια μεταγενέστερης αίτησης του λόγου καθυστέρησης στην προσκόμιση νεών στοιχείων ή, ως εν προκειμένω, εγγράφων, αφορά και αποτελεί βεβαίως σημαντική παράμετρο και ως προς την αξιοπιστία των τους.
Ορθώς λοιπόν θεωρώ ότι απορρίφθηκε η επίδικη αίτηση ως απαράδεκτη, στη βάση της οικείας νομοθεσίας, ως και πιο πάνω καταγράφεται παρότι, ως πιο πάνω εξηγείται, αυτή θα έπρεπε ήδη να απορριφθεί κατά την εξέταση της υπαιτιότητας της αιτήτριας στην μη προηγούμενη προσκόμιση των εγγράφων που σ’ αυτήν επισυνάπτει και εκ του περισσού έγινε ενασχόληση με το περιεχόμενο των προσκομισθέντων εγγράφων.
Απομένει μια αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο καταγωγής της αιτήτριας (Κινσάσα) σε επικαιροποιημένη βάση.
Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση την 08/05/26) στην Κινσάσα καταγράφηκαν συνολικά 42 περιστατικά πολιτικής βίας (όπου περιλαμβάνονται περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), με αποτέλεσμα 48 θανάτους. [1] Ο πληθυσμός της Κινσάσα ανέρχεται περί τα 17 εκατομμύρια. [2]
Είναι κατάληξη μου λοιπόν ότι δεν δεικνύεται εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να υποστεί κατά την επιστροφή της σοβαρή βλάβη, στη βάση του αρ.19 (2) (γ) του Νόμου, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας της εκεί και δεν μπορώ να εντοπίσω περιστάσεις που επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς γι’ αυτήν, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[3] (βλ. ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN).
Δεδομένης λοιπόν της προ πολλού απόρριψης του αφηγήματος της αιτήτριας, αλλά και των όσων αναφέρω για τους στα πλαίσια της παρούσης ισχυρισμούς και στοιχεία που προσκόμισε, δεν θεωρώ ότι ετέθη ενώπιον μου στοιχείο που να δεικνύει ότι η επιστροφή της στη ΛΔΚ συνιστά επαναπροώθηση, δεδομένου και του ότι, σύμφωνα με όσα η ίδια ισχυρίστηκε στα πλαίσια της 1ης αίτησης, η αιτήτρια διατηρεί εκτεταμένο οικογενειακό δίκτυο στον τόπο διαμονής της (γονείς/αδέλφια), είναι 26 ετών, έχει δε πανεπιστημιακή μόρφωση, εργασιακή εμπειρία και είναι υγιής (ερ.63-67).
Για τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €500 υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2026)
[2] Macrotrends.net, Kinshasa population, 2024, διαθέσιμο σε https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population,
[3] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο